Τρίτη, 7 Απριλίου 2020

Ευάγγελος Αυδίκος, Λιντσάρισμα στην Ερμού, ΕΦΣΥΝ, 7 Απριλίου 2020



Κακό γίνε το δικό μου καλό. Η άποψη ανήκει στον Ουίλιαμ Μπλέικ, ποιητή και ζωγράφο, για τη σχέση των δημιουργών με τη δαιμονική όψη του κόσμου και του πολιτισμού.
Δεν γνωρίζω αν ο Αλέξανδρος Σούτσος είχε διαβάσει τις απόψεις του Μπλέικ. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί όμως πώς θα γινόταν η πλάτη του πεδίο εφαρμογής αυτής της άποψης από τον φανατισμένο αθηναϊκό όχλο το πρωί της 20ής Σεπτεμβρίου 1844. Κατευθυνόμενος προς την Αιόλου, ένα σμάρι έξαλλων υποστηρικτών τής τότε κυβέρνησης κραδαίνοντας ρόπαλα, εξοπλισμένο με λιθάρια και εκτοξεύοντας ύβρεις, άρχισε να τον καταδιώκει, στην Ερμού, τον τότε αποκαλούμενο μεγάλο δρόμο της μικρής πρωτεύουσας. Ο Σούτσος δοκίμασε στην πλάτη του την ανάσα του τυφλού όχλου, που τον καταδίωκε βγάζοντας κραυγές: Σκοτώστε τον, θάνατος στον άτιμο, λωποδύτη.
Ο Σούτσος είχε διαπράξει το αδίκημα να σατιρίσει την κυβέρνηση, ιδίως τον Ρήγα τον Παλαμήδη, εξέχοντα δημαγωγό της εποχής που είχε ηγηθεί στην προσπάθεια για υπερψήφιση ψηφίσματος περί αυτοχθόνων και ετεροχθόνων τον Ιανουάριο 1844. Λίγοι μόλις μήνες από τον Σεπτέμβριο του 1843, που η χώρα απέκτησε συνταγματικό χάρτη, ιδιοτελείς σκοπιμότητες έπνιξαν την επιχειρούμενη άνοιξη του ελληνικού πολιτεύματος. Συνασπίστηκαν πολλοί και ψήφισαν, ώστε οι ετερόχθονες, όσοι δηλαδή εγκαταστάθηκαν στο νεαρό ελληνικό κράτος μετά τη δημιουργία του, να μην μπορούν να διορίζονται στον κρατικό μηχανισμό.
Το ζήτημα ήταν ο έλεγχος της δημόσιας διοίκησης ως γέρας για τον υπέρ της ελευθερίας αγώνα. «Πρόκειται να ρίψωμεν βάλσαμον εις τας πληγάς μας και όχι τρεμεντίνα [ρητίνη]», το επιχείρημα όσων υποστήριζαν τον αποκλεισμό των υπόδουλων μετακινηθέντων από τις οθωμανοκρατούμενες περιοχές. Ανάμεσά τους και ο Μακρυγιάννης που ανέκραξε «αν είναι να μείνωμε ημείς νηστικοί, ας πάη στο διάβολο η ελευθερία».
Ο Σούτσος ήταν σφοδρός πολέμιος όλων αυτών που αντιμετώπισαν το νεαρό κράτος ως λάφυρο των επιτηδείων εκ των αγωνιστών. Κι έτσι τον στοχοποίησαν, έκαιγαν κι έσκιζαν τα φυλλάδιά του, στο οποία δημοσίευε τη σάτιρά του εναντίον του αντεθνικού ψηφίσματος, όπως το χαρακτήριζε. Ο Παλαμήδης αξιοποίησε τους ανθρώπους τους, οι οποίοι δημιούργησαν εκρηκτικό κλίμα εναντίον του Σούτσου, με την κατηγορία ότι ο δεύτερος υπονόμευε την κυβέρνηση και συνεπώς ετίθεντο εν αμφιβόλω η συμμετοχή τους στα αγαθά της εξουσίας.
Εχω την αίσθηση ότι με τον αξιότιμο κορονοϊό, το διαδίκτυο και η ενημέρωση έχει γίνει μια σύγχρονη οδός Ερμού. Ολοι στρέφονται κατά πάντων. Ομως, αν ζούσε ο Σούτσος θα έλεγε πως διακυβεύονται δύο πράγματα. Το πρώτο είναι η δημόσια υγεία και σ’ αυτό δεν υπάρχουν εκπτώσεις. Το δεύτερο είναι η δημοκρατία. Το δικαίωμα στη διαφορετική άποψη που συνδράμει το πρώτο. Και τα δύο είναι αδιαπραγμάτευτα.


Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

Του Άγγελου Μανταδάκη, Οι φωτιές του Άη-Γιάννη και οι επιδημίες..., εφ. ΑΥΓΗ, 3 Απριλίου 2020

Συγγραφικές ενώσεις εναντίον Internet Archive ΝΙΚΟΛΑΣ ΖΩΗΣ, εφ.ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ



«Ψηφιοποιούν βιβλία παρανόμως», έγραψε στο Twitter ο Κόλσον Γουάιτχεντ, συγγραφέας.
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Iσως κάπου το πήρε το μάτι σας αυτές τις μέρες. Το Internet Archive, μια πλατφόρμα που το 1996 ιδρύθηκε με σκοπό την αρχειοθέτηση ιστοσελίδων και το 2005 στράφηκε και σε υπηρεσίες ψηφιακής βιβλιοθήκης, πρόσφερε στο κοινό του 1,4 εκατ. e-books, για ανάγνωση στις δύσκολες μέρες της απομόνωσης. Το πρότζεκτ ονομάστηκε «Βιβλιοθήκη Εθνικής Eκτακτης Ανάγκης» και συνοδεύτηκε από άρση της λίστας αναμονής δανεισμού, που κρατούσε τον αριθμό των προσφερόμενων e-books σε νόμιμα πλαίσια.
Και καθώς σε αυτά τα 1,4 εκατ. βιβλία περιλαμβάνονταν και μπεστ σέλερ που καλύπτονται από πνευματικά δικαιώματα (βιβλία των Χίλαρι Μάντελ, Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, Στίβεν Κινγκ, Τζ. Ρ. Ρ. Μάρτιν και άλλων), πολλοί συγγραφείς και οι ενώσεις τους εξοργίστηκαν. «Ψηφιοποιούν βιβλία παρανόμως και τα ανεβάζουν στο Διαδίκτυο. Δεν είναι βιβλιοθήκη», έγραψε ξερά στο Twitter ο Κόλσον Γουάιτχεντ, συγγραφέας του μυθιστορήματος «Υπόγειος σιδηρόδρομος» (εκδ. Ψυχογιός), το οποίο έχει βραβευτεί με Πούλιτζερ και με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου στις ΗΠΑ. Σε πιο αναλυτικό ύφος, η Eνωση Συγγραφέων της Αμερικής δήλωσε «σοκαρισμένη που το Internet Archive χρησιμοποιεί την πανδημία ως δικαιολογία για να εξωθήσει στα άκρα τον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων», ενώ ο πρόεδρός της Ντάγκλας Πρέστον είπε ότι «είναι σαν να λεηλάτησαν ένα βιβλιοπωλείο και άρχισαν να μοιράζουν τα βιβλία στους περαστικούς».
Η Βρετανίδα ομόλογός του Νίκολα Σόλομον χαρακτήρισε «ελεεινή» την κίνηση του Internet Archive και υποσχέθηκε να αρχίσει συζητήσεις με υπουργούς της χώρας της προκειμένου να σταματήσει αυτή την «αγνή και ατόφια πειρατεία». Τι αποκρίθηκε το Internet Archive; Oτι η άρση εκείνης της λίστας αναμονής δανεισμού έχει τη στήριξη της ευρύτερης εκπαιδευτικής και βιβλιοθηκονομικής κοινότητας. Oτι ενθαρρύνει τους αναγνώστες που είναι σε θέση να παραγγείλουν βιβλία από βιβλιοπωλεία να το πράξουν, καθώς και ότι όσοι συγγραφείς δεν επιθυμούν να προσφέρουν προσωρινή πρόσβαση στα έργα τους σε αυτή την περίοδο κρίσης, μπορούν να το ζητήσουν με ένα e-mail. Η διαφωνία δεν λύθηκε· μερικές ενώσεις συγγραφέων βρίσκονται εδώ και χρόνια στα μαχαίρια με το Internet Archive. Αιτία, τα πνευματικά δικαιώματα, που ίσως αρχίσουν να συζητιούνται με διάφορους νέους τρόπους, καθώς η ψυχαγωγία γίνεται όλο και πιο ψηφιακή.

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

Ευάγγελος Αυδίκος, Μοναχικοί θάνατοι, ΕΦΣΥΝ, 31 Μαρτίου 2020


                  

Ο τρόπος που πεθαίνουν οι άνθρωποι είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας. Η ποιότητα του πολιτισμού. Αν ο μέσος όρος της ηλικίας είναι μικρός. Αν υπάρχει μεγάλη παιδική θνησιμότητα. Αν πεθαίνουν στο σπίτι τους. Μαζί με τα παιδιά τους και τους αγαπημένους τους. Ή αν αφήνουν την τελευταία τους πνοή σε οίκους ευγηρίας ή σε νοσοκομεία με τη συντροφιά μιας αποκλειστικής, στην καλύτερη περίπτωση, νοσοκόμας.
Παλαιόθεν η αντιμετώπιση των νεκρών ήταν το μέτρο για την αξιολόγηση της οικογενειακής και κοινοτικής συνοχής. Οι παραδόσεις αυτού του είδους είναι ο αψευδής μάρτυρας. Η μεγαλύτερη δυστυχία για μια οικογένεια ήταν να βρικολακιάσει ο νεκρός της. Να δημιουργηθεί η πεποίθηση πως δεν μπορεί να ησυχάσει εκεί που πήγε. Κι ένας από τους βασικούς λόγους για το βρικολάκιασμα ήταν το δρασκέλισμα του νεκρού από γάτα ή άλλο ζώο. Εν ολίγοις, ο πυρήνας αυτής της αντίληψης είναι πολύ ομιλητικός για τα μέλη της κοινοτικής ομάδας. Απέδιδαν στην οικογένεια αδιαφορία. «Σαν το σκυλί στ’ αμπέλι πήγε», μια παροιμία που χώρεσε τους φόβους για έναν θάνατο που θα στιγμάτιζε την οικογένεια.
Αυτή η παροιμία ταιριάζει γάντι σ’ αυτό που συμβαίνει σήμερα. Οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνοι τους. Χωρίς το χάδι των οικείων. Χωρίς την ικανοποίηση ότι αποχώρησαν από τη ζωή περιστοιχισμένοι από τους αγαπημένους. Που μπορεί να τους σφάλιζαν τα μάτια. Που μπορεί να εξομολογούνταν όσα δεν μπόρεσαν να πουν όλο τον προηγούμενο καιρό. Η ώρα του θανάτου μαλακώνει τους ανθρώπους. Είναι οι στιγμές που μανδηλοδένονται κόμπο οι ευχές και τα τελευταία λόγια γίνονται πολύτιμα πετράδια της ατομικής και οικογενειακής μνήμης.

Ο κορόνας αποκάλυψε τη γύμνια του πολιτισμού μας. Οι θάνατοι έγιναν μοναχικοί, βρόχος στον επιθανάτιο ρόγχο του πασπαλισμένου με χρυσόσκονη δηθενικού βίου μας. Ο φόβος για την αιώνια νεότητα με συχνή προσφυγή στους μποτοξεγχυτές και η διαρκής αναζήτηση μιας ψευδοκοινωνικότητας μετέτρεψε την οικογένεια σε μοναχικά άτομα με παράλληλες ζωές.
Κι ήρθε ο κορόνας ν’ αποδείξει πόσο στραβά αρμενίσαμε τα τελευταία πενήντα χρόνια. Δειλοί και άβουλοι, παραδομένοι στις ηδονές ενός βουλιμικού καταναλωτισμού, απολέσαμε την ψυχή μας. Πιστέψαμε πως μπορούμε να ζεστάνουμε την ψυχή των γονέων μας βάζοντας το χέρι στο πορτοφόλι μας.
Θάνατοι μοναχικοί. Ψυχές που ζητούν την τρυφερότητα που στερήθηκαν. Η τεχνολογία καλείται να θεραπεύσει τις κοινωνικές αβελτηρίες. Αποχαιρετισμοί με Skype, ομολογία μιας πολιτισμικής στρέβλωσης.
Μοναχικοί θάνατοι. Μοναχικές κηδείες, που συνοδεύονται από τον φόβο για έναν αντίπαλο που τον γέννησε η αλαζών εποχή μας. Αδύναμοι να τιμήσουμε αυτούς που αποχωρούν με όλες τις τιμές που τους πρέπουν. Παρακολουθώντας έντρομοι και μόνοι την εκδημία τους. Μια ομολογία ότι αποτύχαμε να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο.