Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019

Εμυ Ντούρου,Ευάγγελος Αυδίκος: «Η σχέση με την παράδοση πρέπει να είναι δημιουργική», ΕΦ.DOCYMENTO, 18 AYGOYSTOY 2019



Φωτογραφία Μιχάλης Καραγιάννης/Eurokinissi

Δημοσίευση
20.08.2019 | 18:00
Ανανέωση
20.08.2019 | 18:00
DocVille #144
18.08.2019

Facebook9TwitterEmailMore
Ο Ευάγγελος Αυδίκος, καθηγητής στο τµήµα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστηµίου Θεσσαλίας, ένας άνθρωπος ακάµατος και δηµιουργικός, δεν είναι γνωστός µόνο µέσα από το σηµαντικό επιστηµονικό του έργο αλλά και από την πολύχρονη σχέση του µε τη λογοτεχνία. 
Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας το βιβλίο του «Οδός οφθαλµιατρείου», ένα µυθιστόρηµα στο οποίο η ζωή του ποιητή και πεζογράφου Κώστα Κρυστάλλη λειτουργεί ως συγκοινωνούν δοχείο µε εκείνη ενός νέου ανθρώπου της εποχής µας, του Κρυστ/Χρήστου, ο οποίος κόντρα σε ένα ολόκληρο σύστηµα προσπαθεί να βρει τα δικά του πατήµατα. Η κυκλοφορία του βιβλίου ήταν η αφορµή για τη συζήτηση που είχαµε µε τον συγγραφέα.
Πώς προέκυψε το ενδιαφέρον σας για τον Κρυστάλλη;
Τα θέµατα δεν αναδύονται ξαφνικά. Μέσα µας κυλούν ρυάκια που µε τα χρόνια δηµιουργούν χειµάρρους και ποτάµια. Στη δική µου περίπτωση έπαιξε ρόλο αρχικά η κοινή καταγωγή· προερχόµαστε και οι δύο από το ίδιο χωριό, το Συρράκο. Στις παρέες που βρέθηκα µεγαλώνοντας ο Κρυστάλλης ήταν παρών. Τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 τα ποιήµατά του κρατούσαν όρθιο τον κόσµο που αντιµετώπιζε δυσκολίες. Ο «Σταυραετός» για παράδειγµα τους έδινε δύναµη και ταυτόχρονα τους τροφοδοτούσε µε νοσταλγία. Στην πορεία τον µελέτησα αρκετά, το 1994 µάλιστα οργάνωσα µαζί µε τον ∆ήµο Πρέβεζας ένα συνέδριο µε θέµα το έργο του. Ο Κρυστάλλης είχε πάντα παρουσία στη ζωή µου όχι ως οφειλή ούτε µε τη νοσταλγική διάθεση της επιστροφής στο χωριό – άλλωστε εγώ γεννήθηκα στην Πρέβεζα. Μέσα από τη µελέτη µου ήθελα να κατανοήσω για ποιον λόγο κάποιοι τον λατρεύουν αλλά και γιατί προκάλεσε την οργή άλλων.
Γιατί λοιπόν;
Ο Κρυστάλλης, ο οποίος ανήκει στην ίδια γενιά µε τον Παλαµά, επηρεάστηκε αρχικά από τον Βαλαωρίτη και τα εθνικοπατριωτικά ποιήµατα και ξαφνικά ανακάλυψε τον Μιχαήλ Μητσάκη και το δηµοτικό τραγούδι. Αυτό δεν µπορούσαν κάποιοι να το κατανοήσουν και στην προσπάθεια να τον αποδοµήσουν τον χαρακτήρισαν µιµητή του δηµοτικού τραγουδιού.
∆εν ίσχυε αυτό;
Στον µεσοπόλεµο είχε πάρα πολλούς θαυµαστές – µεταξύ αυτών ο Παλαµάς, ο Ξενόπουλος, ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος και ο αδερφός του ∆ηµήτρης Χατζόπουλος. Την εποχή εκείνη όµως σηµειώθηκε στροφή προς τη ∆ύση. Οι εκπρόσωποι της γενιάς του ’30 υποστήριζαν ότι η Ελλάδα έπρεπε να αποµακρυνθεί από όσα την οδήγησαν στη µικρασιατική καταστροφή: την ιδεοληψία, την προσκόλληση στην παράδοση, τον πολιτισµό της υπαίθρου. Συνεπώς έκοψαν τις γέφυρες µε ό,τι είχε σχέση µε όλα αυτά. Ετσι λοιπόν δηµιουργήθηκε ένα δίπολο. Από τη µια βρέθηκαν οι απλοί άνθρωποι που τον λάτρευαν και από την άλλη εκείνοι που ήθελαν να απαλλαγούν από το παρελθόν, οι οποίοι µαζί µε τα µπουγαδόνερα τελικά πέταξαν και το παιδί.
Με την ιδιότητά σας ως καθηγητή Λαογραφίας θεωρείτε ότι σήµερα διατηρούµε σωστές ισορροπίες µε την παράδοση;
Εξαρτάται από την οπτική γωνία. Με την ευρύτερη έννοια πρόκειται για πολιτικό ζήτηµα. Επικρατεί η άποψη ότι εναποθέτουµε ευλαβικά στο εικονοστάσι οτιδήποτε αφορά την παράδοση, κάτι που θεωρώ υπερβολή γιατί όταν µένει κανείς προσκολληµένος στο παρελθόν στρέφει τις πλάτες του στο παρόν και το µέλλον. Η σχέση µε την παράδοση πρέπει να είναι δηµιουργική, ένα κοινό σηµείο συνάντησης του παρελθόντος µε το παρόν και το µέλλον. Γι’ αυτό θεωρώ σπουδαίες τις προσπάθειες εκείνες όπου χρησιµοποιείται ως µοτίβο για να γεννηθεί κάτι καινούργιο. Αλλωστε δεν υπάρχει παρθενογένεση, δεν µπορεί κανείς να δηµιουργήσει στο κενό.
Με αυτό τον τρόπο τη χρησιµοποιήσατε κι εσείς
στο βιβλίο σας;
Καταρχάς δεν ήθελα να κάνω ένα µυθιστόρηµα. Αυτό που ήθελα να πετύχω είναι µια ανοιχτή συνοµιλία του Κρυστάλλη µε τη δική µας εποχή.
∆ιαβάζοντας το µυθιστόρηµά σας νιώθει κανείς ότι ο Κρυστάλλης αποτελεί ένα είδος πυξίδας για τη ζωή του Κρυστ.
Λειτουργεί σαν πυξίδα σε ένα εσωτερικό ταξίδι. ∆εν ξέρω κατά πόσο µας επιτρέπουµε πλέον να συνοµιλούµε µε τον εαυτό µας. Είναι πολλοί εκείνοι που αναγκάζονται να συµβιβαστούν µε καταστάσεις που δεν τους ταιριάζουν, όπως για παράδειγµα αυτό που τους επιβλήθηκε ως εργασία. Πόσοι από αυτούς άραγε έχουν την τόλµη να πουν «όχι» και πόσο εύκολο είναι κάτι τέτοιο στις τρέχουσες συνθήκες; Με αυτή την έννοια ο 25άχρονος Κρυστ, ένα παιδί του 21ου αιώνα, που µεγάλωσε στην Αµερική, την κατεξοχήν χώρα της νεωτερικότητας, µε πολλά υποσχόµενη καριέρα να ανοίγεται µπροστά του, τολµά να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη και να επιστρέψει στην ψυχή του.

Συνέντευξη στην Έμυ Ντούρου, στο Documento της περασμένης Κυριακής