Google+ Badge

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Πέτρος Μαnταίος,Gimme danger, EFSYN, 3.12.16



Danger, είναι ο κίνδυνος. Gimme, είναι η συγκοπή τού give me (gim’me) στην ιδιωματική αγγλική, τη slang, την αργκό. Ο Ζάχος ίσως θα το έλεγε «στη γλώσσα της πιάτσας»∙ κάθε γλώσσα την έχει αυτή τη δεύτερη γλώσσα.
Δεν διδάσκω. Να μάθω προσπαθώ. Είδα το φιλμ/ντοκιμαντέρ του Τζιμ Τζάρμους «Gimme danger»∙ «Δώσ’ μου κίνδυνο»; Δεν μου ταιριάζει. Κάπως ελεύθερα θα το έλεγα «Ζην επικινδύνως».
Ο Iggy Pop και το συγκρότημά του, οι Stooges (μάλιστα, από το Τρίο Στούτζες: κορόιδα, χαζούληδες), που τους βιογραφεί ο Τζάρμους με την κάμερα (άλλοι ζώντες, όπως ο Ιγγι, άλλοι μονίμως απόντες), έζησαν εν κινδύνω.
Σκεφτόμουν πώς προσέλαβε η γενιά μας, κυρίως όσοι από εμάς εμφορούμασταν, συγχρόνως και μπλοκαριζόμασταν, από αριστερές αρχές και αξίες, τη ροκ μουσική, το ροκ κίνημα του ’60, ιδίως στις προωθημένες του στιγμές, τις προκλητικά άγριες, όπως ήταν π.χ. του Ιγγι και των Stooges ή του, ίσως σημαντικότερου όλων, Jim Morrison που η επίδρασή του στον Ιγγι υπήρξε καταλυτική.
Νομίζω πως εμείς οι αριστεροί νέοι, της Νεολαίας της ΕΔΑ, μετέπειτα της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, παρακολουθήσαμε το ρεύμα της ροκ, στο ξεκίνημά του, με κάτι σαν αντι-καπιταλιστική επιφύλαξη, ακόμα χειρότερα ως προϊόν καπιταλιστικής κουλτούρας και ακραίο στοιχείο καπιταλιστικής προπαγάνδας.
Ούτε που μας περνούσε από το μυαλό ότι τα, μετέπειτα, μεγάλα αστέρια της ροκ, ιδίως στη Βρετανία και τις ΗΠΑ, προέρχονταν, οι περισσότεροι, από εργατικές, ακόμα και από διαλυμένες, οικογένειες.
Χάσαμε έτσι την προσέγγιση μιας άλλης μουσικής, διαφορετικής από αυτήν που ξέραμε, πρωτοποριακής όπως αποδείχτηκε με τα χρόνια, χωρίς αυτό που λέμε πρωταρχική αθωότητα.
Μπήκαμε στο άγνωστο νομίζοντας ότι ξέρουμε, τρομάρα μας. Ενώ δεν είχαμε ιδέα. Είδαμε και πάθαμε να βάλουμε στα σπίτια δίσκους, τους πιο «ευπρεπείς» για τα μέτρα της εποχής: κάτι λίγα από Presley, Beatles και, ακόμα λιγότερο, Rolling Stones. Και αυτά, σε σπίτια που επικρατούσε κάποια ανεκτικότητα.
Στα αυστηρά, ούτε λόγος. Ακόμα και τα ελληνοποιημένα «μπιτλς», «μπίτλης», «γιεγιές» ή το μακρύ μαλλί ήταν συνώνυμα και ομοειδή του αλήτη.
Ηταν δυστυχώς και τα αγγλικά μας ανεπαρκέστατα. Πώς να σπάσουμε τους φράχτες και να επικοινωνήσουμε με τα μοντέρνα ρεύματα, στη μουσική και παντού.
Το χειρότερο: πέσαμε πάνω στη δικτατορία, που ήταν ό,τι πιο απομονωτικό, πιο εσωστρεφές, μπορούσε να τύχει τότε στην Ελλάδα∙ ιδίως στους νέους, σε εποχή που Ευρώπη και ΗΠΑ δονούνταν από ρεύματα πρωτοφανή, στην πολιτική και στην τέχνη.
Τότε είναι -τέλη του ’60, αρχές του ’70- που εμφανίζεται το ρεύμα ανατροπής και μετεξέλιξης της ροκ μέσα από μια προωθημένη, ηχητικά και αρμονικά, ροκ, από μουσική και σκηνική άποψη (γινόταν σκοτωμός στα πάλκα και τις πίστες).
Σ’ αυτό το ρεύμα, ο Ιγγι Ποπ με τους Στούτζες είναι από τους πρωτοπόρους. Αυτό, νομίζω, θέλησε να αποτυπώσει ο Τζάρμους στην ταινία του. Τουλάχιστον αυτό κατάλαβα και γι’ αυτό την παρακολούθησα, όχι μόνο με ενδιαφέρον, αλλά με αίσθηση ανάκτησης μικρού μέρους από μεγάλη απώλεια.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Deadline Extended: The Art of Remembrance: Family, Art and Memory in New England



CALL FOR PAPERS
Deadline Extended: December 19th, 2016.
The Art of Remembrance: Family, Art and Memory in New England
A one-day symposium sponsored by Historic Deerfield, Inc. and the Grace Slack McNeil Program for Studies in American Art at Wellesley College.
Date: Saturday, March 18th, 2017
Location: Historic Deerfield, Deerfield, MA

Μ.Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ, ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΥΔΙΚΟΣ, Λαϊκή πίστη και κοινωνική οργάνωση. Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2016, diastixo, 26 Νοεμβρίου 2016

Ένας από τους σημαντικούς νεότερους λαογράφους, ο καθηγητής Ευάγγελος Αυδίκος, εξέδωσε δυο συγκεντρωτικά βιβλία με τους τίτλους: Λαϊκή πίστη και κοινωνική οργάνωση (2013) (μου έκανε την τιμή να μου το αφιερώσει) και Η πόλη. Λαογραφικές και εθνολογικές οπτικές (2016).
Και νομίζω πως το ζεύγος αυτό συνοψίζει, με τα επιμέρους άρθρα που αναδημοσιεύονται, δύο από τα πιο σημαντικά κεντρικά θέματα ή ζητήματα της σύγχρονης Λαογραφίας: Πόλη και θρησκευτική λαϊκή πίστη. Και θέλω να εξάρω, με δύο μικρά σημειώματα έστω, τη σημασία αυτού του γεγονότος, άσχετα προς επιμέρους διαφορές τοποθετήσεων που μπορούν να υπάρχουν απέναντι στα κεντρικά (τα χαρακτηρίζω και έτσι) αυτά ζητήματα. Άλλωστε, οι όποιες διαφορές (αναπόφευκτες σ’ αυτές τις περιπτώσεις) δημιουργούν και έναν εξίσου σημαντικό διάλογο, όσο δύσκολος κι αν είναι αυτός, μάλιστα με το πολύ πιθανό ενδεχόμενο να μην καταλήξει ποτέ σε καθολική συμφωνία.
Και στα δύο βιβλία έχει ο Αυδίκος προτάξει εκτενείς εισαγωγές. Σ’ αυτές κυρίως στέκομαι.
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η λακωνική εις εαυτόν αναφορά του: «Ο Ευάγγελος Αυδίκος είναι καθηγητής της Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Τα κύρια ερευνητικά ενδιαφέροντά του είναι οι τελετουργίες, το υπερφυσικό, ο αστικός χώρος και οι πολιτισμικές ταυτότητες».
Αναφερόμενος, στην αρχή της «Εισαγωγής» του, στην πίστη σε φαντάσματα «τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα», θέτει το ερώτημα: «Πώς μπορούν να ταιριάξουν και να εξηγηθούν αυτά τα φαινόμενα με τα εργαλεία της ορθολογικής εποχής μας που θριαμβολογεί ότι έκλεισε τους λογαριασμούς της με τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες» όταν ζούμε στην «τεχνολογική εποχή που αποθεώνει τη λογική και τη σχέση αιτίου και αιτιατού»;
Επικαλούμενος τις απόψεις των «θεωρητικών της νεωτερικότητας», αρχίζει μ’ έναν από τους σημαντικότερους του καιρού μας (A. Giddens), που υποστηρίζει ότι «αναμφίβολα υπάρχουν συνέχειες μεταξύ του παραδοσιακού και του μοντέρνου, και κανένα δεν είναι αποκομμένο από το άλλο», κι ότι «η αντιδιαστολή των δύο πόλων με χονδροειδή τρόπο είναι παραπλανητική κι αυτά όλα υπονομεύουν την απόλυτη πίστη στην ομογενοποιητική αντίληψη για τον πολιτισμό και την αναπαράσταση του κόσμου».
Έχει σημασία ότι την τοποθέτηση αυτή εκφράζουν και θεωρητικοί της νεωτερικότητας. Την κατάφαση της συνέχειας (ή συνοχής) παραδοσιακού και νεωτερικού εκδήλωναν και στο παρελθόν, όπως ο Αιμίλιος Durkheim (Ντυρκέμ ή Ντυρκάιμ), ένας από τους θεμελιωτές της ευρωπαϊκής Κοινωνιολογίας, ο οποίος αποφάνθηκε θετικά για το «υπερφυσικό», θα έλεγα χωρίς επιφυλάξεις. Από τον Αυδίκο παίρνω και το εξής παράθεμα: «Το υπερφυσικό είναι ο κόσμος του μυστηρίου, του αγνώστου και του μη κατανοητού. Ως εκ τούτου, η θρησκεία θα μπορούσε να είναι ένα είδος στοχασμού επί όσων διαλανθάνουν της επιστήμης». Ο Ντυρκέμ έχει πει ευθύτερα: «Η θρησκεία είναι ένα ενοποιημένο σύστημα πίστεων και πρακτικών που σχετίζονται με ιερά πράγματα, τα οποία ενώνονται σε μια ηθική κοινότητα ονομαζόμενη Εκκλησία».
Από την άλλη μεριά, ο Αμερικανός ανθρωπολόγος Charles Stewart (που μελέτησε στη Νάξο το φαινόμενο της πίστης σε δαίμονες και στον διάβολο), με τον ενίοτε δύσληπτο λόγο των νεωτεριστών, δεν αποδέχεται τη διπολική οργάνωση του κόσμου, τα όρια του οποίου είναι σαφώς καθορισμένα (...), απορρίπτει το δυϊσμό, την τοποθέτηση δηλαδή του πόλου του Σατανά/κακού σε θέση ισοτιμίας με τον πόλο του Θεού/καλού, δεδομένου ότι ο Σατανάς δεν έχει ισοτιμία, αλλά οφείλει τη μεν ύπαρξή του στη θεϊκή απόφαση να εκπέσει από τον πόλο του καλού, τη δε δύναμή του στα ανθρώπινα λάθη.
Πέραν τούτου, ο Αυδίκος δεν παρέλειψε να αναφέρει ονόματα από τις κοινωνικές επιστήμες (όπως ο κοινωνιολόγος Marcel Mauss ή ο εθνολόγος-ανθρωπολόγος Claude Levi-Strauss) που αξιολόγησαν τη μαγεία ως «προεπιστήμη» ή «πρωτόγονη μορφή επιστημονικής σκέψης», προσπερνώντας, θα έλεγα, το μονισμό του ορθολογισμού (ο οποίος, στο κάτω κάτω, μπορεί να μην είναι ένας, μπορεί να είναι περισσότεροι...).
Όσον αφορά την Εκκλησία, καταρχήν ναι μεν αυτή απορρίπτει τη μαγεία, αλλά πρακτικά συχνά (συνήθως με συμβολικού χαρακτήρα μετασημάνσεις, όπως νομίζω) συναντάται με αυτήν.
Ο Αυδίκος λέει κάτι αυτονόητο, που όμως πολλοί αποφεύγουν να το πουν: «Όχι μόνο η θρησκεία, αλλά και άλλα φιλοσοφικά συστήματα αναζητούν και διακηρύσσουν την αναζήτηση του νοήματος της ζωής». Διαφορετικά θα ρίχναμε ήδη τον Πλάτωνα και τον ιδεαλισμό του στον Καιάδα (πολλοί υπερφίαλοι το κάνουν).
Μαζί με τη Linda Degh (λαογράφο, και μετέπειτα ανθρωπολόγο στις ΗΠΑ) φρονεί ο Αυδίκος ότι «η λαϊκή θρησκεία αναγορεύεται σε κανονικό σύστημα πίστης, που εγχέεται σε διάφορες μορφές προφορικού πολιτισμού (επισημαίνω πάντως, με αφορμή το χαρακτηρισμό του λαϊκού πολιτισμού ως προφορικού, ότι γίνεται κατάχρηση του όρου αυτού, από πολλούς μάλιστα ο λαϊκός πολιτισμός της παράδοσης χαρακτηρίζεται αποκλειστικά προφορικός· οι λαϊκοί άνθρωποι όμως ανέκαθεν θεωρούσαν σταθερό και αγαπούσαν το γραπτό λόγο και προσπαθούσαν, όσο μπορούσαν, να τον χρησιμοποιήσουν με τα κολλυβογράμματά τους, όπως το μαρτυρούν στα περιθώρια των ελάχιστων βιβλίων, κατά κανόνα θρησκευτικών, οι «ενθυμήσεις» τους για γεννήσεις, θανάτους, σεισμούς, σιτοδείες κι άλλα γι’ αυτούς σπουδαία συμβάντα).
Τέλος, ο Αυδίκος στρέφεται στη σχέση του υπερφυσικού και της υπερβατικής πίστης με το είδος της θρησκευτικής παράδοσης (Legend). Βέβαια, υπάρχουν κι άλλες, εκτός από τις αφηγηματικές, περιπτώσεις παρουσίας του μεταφυσικού: ενδοστρεφέστερα κινήματα της ψυχής, δέηση, προσευχές κι άλλες δίοδοι επικοινωνίας με το θείο, τελετουργίες κι άλλες συλλογικές εκδηλώσεις. Ο Alan Dundes τα ονόμασε αυτά «μεταλαογραφία» (metafolklore), όμως νομίζω πως όλα αυτά εντάσσονται στην πλατιά περιοχή της Λαογραφίας. Αρκεί να εννοήσουμε τον βαθύτερο προορισμό της, ως επιστήμης του πολιτισμού.



Μ.Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ, ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ , ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΥΔΊΚΟς. Η ΠΟΛΗ. Λαογραφικές και εθνογραφικές οπτικές. Εκδόσεις Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2016, diastixo, 19 Νοεμβρίου 2016



Ο Ευάγγελος Αυδίκος αρχίζει την εισαγωγή του στον τόμο με συγκεντρωμένα άρθρα και άλλα κείμενά του για την πόλη με τη φράση: «Ένα από τα ερωτήματα που έχουν ταλαιπωρήσει τους επιστήμονες είναι ο ορισμός της πόλης». Και δεν έχει άδικο.
Η βιβλιογραφία, αλλά και η εν γένει θεώρηση του φαινομένου της πόλης, θα εμπλουτιζόταν, νομίζω, και με την παρουσία του Γάλλου κοινωνιολόγου και στοχαστή Henri Lefebvre, και ιδίως με το βιβλίο του Μαρξισμός και πόλη (μεταφρασμένο από τον Γιώργο Αποστολάκη, 1976).
Προφανώς, ο Αυδίκος παραθέτει κι ένα λαϊκό μύθο αισώπειας υφής, ο οποίος δείχνει μεν ότι λογαριάζει ως προτιμότερη τη ζωή του χωριού από τη ζωή της πόλης, αλλά μπορεί να εξηγηθεί και αλλιώς, καθώς λέγεται ότι ο συγγραφέας του Κεφαλαίου είχε υπόψη του τον παραπάνω μύθο όταν «εξισώνει το ζώο της πόλης με το ζώο των αγρών στη δυστυχία» (βλ. το κείμενό μου «Ψυχή και Πολιτισμός», βασισμένο εν μέρει στον Λεφέβρ, στο βιβλίο μου Παιδαγωγικά της Λαογραφίας, 2001, σ. 38).
Οι κοινωνιολόγοι και άλλοι, περισσότερο συγγενείς επιστήμονες παρατηρούν ορθά ότι η πόλη με την καπιταλιστική ανάπτυξη γινόταν ολοένα πιο πολυάνθρωπη και κατ’ αναλογίαν πιο πολύπλοκη. Ωστόσο, αξίζει να θυμόμαστε ότι η πόλη, ως λέξη και όρος, πλάσθηκε στην ελληνική αρχαιότητα (οι παλαιότεροι ιστορικοί μιλούσαν, όχι μόνο για την Αθήνα, για πόλη-κράτος), πλάσθηκε, μ’ άλλα λόγια, πριν από τον καπιταλισμό, κάτι που υποδηλώνει στο βάθος ένα αρχετυπικό ένστικτο συσσώρευσης πλάτους, το οποίο ο Μαρξ προσδιόρισε οικονομολογικά ως «πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου». Αλλά το κεφάλαιο υπήρχε πριν από την ονομασία του. Η αρχαία ελληνική δουλοκτησία είναι η μητέρα του καπιταλισμού, που αναδείχθηκε ασυγκρίτως υπέρτερος (με την πρόοδο!) εκείνης.
Με μια τέτοια εκδοχή, ο λαϊκός μύθος δεν αποτελεί «ρομαντική αντίληψη» που κυριάρχησε για πολλά χρόνια, αλλά πρόρρηση (έχει και το λαϊκό ένστικτο τις προφητικές δυνατότητές του) της πόλης, που άρχιζε πολύ νωρίς να δείχνει τον βουλιμικό εαυτό της.
Γι’ αυτό και ο Αυδίκος, αποδεχόμενος την άποψη «των σύγχρονων μελετητών του αστικού φαινομένου», σημειώνει πως «η πόλη μοιάζει με το δίπολο Τζέκιλ και Χάιντ. Ασκεί τρομερή γοητεία, καθώς είναι η γη της επαγγελίας για όσους έχουν τη φιλοτιμία να αναρριχηθούν στην κλίμακα της δημοσιότητας, ενώ ταυτόχρονα φοβίζει με τη δύναμη που διαθέτει». Γη της επαγγελίας βέβαια θεωρήθηκε εξαιτίας της βιομηχανικής ανάπτυξης, με το στήσιμο των εργοστασίων (όχι βέβαια στα χωριά, ευτυχώς, θα μπορούσε ίσως να πει κανείς τώρα), που έγιναν η Κίρκη των αγροτών, μετέπειτα εργατών, τους οποίους μεταμόρφωνε με τον τρόπο που μεταμόρφωνε η μάγισσα τους συντρόφους του Οδυσσέα. Ο Αυδίκος μεταφέρει μια δραματική σελίδα από το βιβλίο του Ένγκελς για τους όρους ζωής των εργατών στην Αγγλία. Η δυάδα του Κομμουνιστικού Μανιφέστουπίστευε ότι θα έκανε πάλι τους εργάτες ανθρώπους, τους αναβάθμισε μάλιστα σε δύναμη επαναστατική, που θα λύτρωνε την ανθρωπότητα από την αδικία και την εκμετάλλευση. Με τη δεδομένη πια συνταρακτική εξέλιξη, αλίμονο.
Η πόλη πάντως δεν «φοβίζει με τη δύναμη που διαθέτει». Δίπλα στη γη της επαγγελίας έχει γίνει και ένα αντικειμενικό φόβητρο, όχι μόνο για τους δειλούς.
Ένα, περιορισμένης προς το παρόν εκτάσεως, φαινόμενο έχει προκύψει, μια διάθεση επιστροφής (και πιο γενικά στροφής) στο χωριό. Όχι ως ρομαντική νοσταλγία, αλλά γιατί η βαθιά ριζωμένη ανεργία σπρώχνει κάποιους στη γη που τους τρέφει και μπορούν να επιβιώσουν.
Ο ευγενέστατος, ρομαντικός βέβαια, Πλάτων Δρακούλης είχε οραματιστεί το δημιουργικό δέσιμο χωριού και πόλης (μιλούσε για αγροτοπόλεις), όμως αυτά αποδείχτηκαν χίμαιρες για το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα.
Ο Αυδίκος κάνει μνεία πολλών μελετητών, ερευνητών, κυρίως κοινωνιολόγων και (κοινωνικών) ανθρωπολόγων, που ασχολήθηκαν με τις δομές και τις λειτουργίες της πόλης. Όσον αφορά την ελληνική Λαογραφία, νομίζω πως υπερβάλλει, υποστηρίζοντας ότι έγινε «για να υπηρετήσει το αίτημα για εθνικό κράτος». Εντούτοις, γνωρίζει ασφαλώς ότι πρώτη φορά ιδρύθηκε πανεπιστημιακή έδρα Λαογραφίας το 1947. Δεν ήρθε κάπως πολύ αργά, αν ήταν να υπηρετήσει έναν τέτοιο σκοπό; Το εθνικό (και το εθνικιστικό) απασχόλησε έθνη που διεκδικούσαν ή αποζητούσαν την όποια ελευθερία τους στο 19ο αιώνα ή και στις αρχές του 20ού. Γράφει επίσης ότι «οι λαογράφοι δογματοποιούν τον αγροτικό χώρο ως αντικείμενο μελέτης για τη λαογραφία». Νομίζω, πάντως, ότι αυτό γινόταν και για το λόγο ότι η Ελλάδα είταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της χώρα αγροτική, βιομηχανικά υπανάπτυκτη. Αυτή ήταν η ταυτότητά της. Ακόμα, το 1975, όταν έγραφα το διδακτικό πανεπιστημιακό σύγγραμμά μου για τους φοιτητές, έλεγα πως ο Έλληνας είναι αγρότης και αστός μαζί.
Δεν παραλείπω να πω ότι πολύ νωρίς, πριν από τη σύσταση του ελληνικού έθνους και σε κράτος, ξένοι ιστορικοί απέρριπταν παντελώς κάθε σχέση του με την ελληνική αρχαιότητα (Γίββων τον 18ο αιώνα, Φαρμεράιερ τον επόμενο και άλλοι). Και Έλληνες διανοούμενοι, πρωτίστως ο Νικόλαος Πολίτης, ο μετέπειτα ιδρυτής της επιστημονικής Λαογραφίας (1909), και ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, επισήμαναν, όχι με τη φαντασία τους, ο πρώτος επιχειρηματολογώντας με βάση τον πολιτισμό της σημαντικά βραδυπορούσας στη βιομηχανία αγροτικής κοινότητας, ο δεύτερος αναδιφώντας την παραδεδομένη γραπτή ιστορία στους παρελθόντες αιώνες – παρ’ όλες τις μεταβολές που επιφέρει πάντα ο χρόνος, πολιτισμικές συνέχειες και συνάψεις (εν πρώτοις στη γλώσσα).
Συνήθως απαντώ στα λεγόμενα περί της «αρχαιοπληξίας» της Λαογραφίας (όχι του Αυδίκου, άλλων, που παπαγαλίζουν χωρίς να έχουν καμία γνώση της ιστορίας της ελληνικής Λαογραφίας, γιατί οι Γίβωννες παραδόξως έχουν ξαναφανεί, Έλληνες τώρα) παραπέμποντας στο προγραμματικό κείμενο που δημοσίευσε ο Πολίτης στον πρώτο τόμο της Λαογραφίας, επιστημονικού οργάνου της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, ιδρυμένης την ίδια χρονιά (1909). Δεν υπάρχει στη διακήρυξη αυτή καμία απολύτως έστω νύξη περί έρευνας, προβολής κ.λπ. της ασυνέχειας. Το σύνολο των υπό μελέτη και έρευνα κατατιθεμένων εκεί θεμάτων και ζητημάτων ανάγονται αποκλειστικά και μόνο στους νεότερους χρόνους. Το «απώτατο παρελθόν ως ένα αυστηρό πλαίσιο που οριοθετεί το αντικείμενο της λαογραφίας», η οποία θα το συνδέσει αναγκαία με το παρόν, είναι υπερβολή.
Αντίθετα, η κριτική παρατήρηση του Αυδίκου για τους πρώτους λαογράφους (κυρίως Πολίτη, Μέγα, Κυριακίδη) πως αποκλειστικό μέλημά τους υπήρξε το χωριό και άφησαν απ’ έξω την πόλη, αξίζει να συζητηθεί. Παρατηρεί ότι στους τόμους της Λαογραφίας (1909 κ.ε.) «δεν δημοσιεύονται κείμενα για την πόλη». Ενώ θα έπρεπε να ασχοληθεί «με σημαντικές διαστάσεις του λαϊκού πολιτισμού της πόλης, όπως ο Καραγκιόζης και τα ρεμπέτικα».
Είναι σημαντικές, αλλά δεν είναι από τις σημαντικότατες, όπως άλλες, με τις οποίες χτίζεται η κοινότητα ή η κοινωνία. Οι πρώτοι λαογράφοι αποφάσισαν να ασχοληθούν με τον τρόπο ζωής στο χωριό, τον «κύκλο της ζωής» (γέννηση, γάμο, θάνατο), τον υλικό βίο (διατροφή, ένδυση, στέγαση· μνημειώδες είναι όλο το έργο για τη λαϊκή αρχιτεκτονική του Γεωργίου Μέγα, όπου ασχολήθηκε και με τα αρχοντικά των πλούσιων Ελλήνων της διασποράς).
Γιατί δεν τα έκαναν αυτά οι πρώτοι λαογράφοι για την πόλη; Γιατί η ώρα της ελληνικής πόλης δεν είχε έλθει ακόμα. Τα πράγματα άρχιζαν σιγά σιγά να αλλάζουν στο χωριό και την πόλη, στο χωριό αρχικά ελάχιστα. Ωστόσο, για να θυμηθώ και τον Καβάφη, «εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προερχόμενα αντιλαμβάνονται (...). Η μυστική βοή τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων». Ένας τέτοιος σοφός είταν και ο Πολίτης, οπαδός της εξέλιξης, υπεραισιόδοξος, μάλιστα, θα έλεγα. Το ακόλουθο παράθεμά του θα το γνωρίζουν δυστυχώς λίγοι από τους λαογράφους: «Η ιστορία της γραμματολογίας πάντων των ευρωπαϊκών λαών μας διδάσκει ότι η δημοτική ποίησις ήκμαζεν εφ’ όσον πάσαι αι τάξεις παρομοίαν είχον ανάπτυξιν. Παρήκμασε δε και σχεδόν εξηφανίσθη αναλόγως των γραμμάτων εν εκάστῳ έθνει. Περίτρανον απόδειξιν παρέχει ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, ο μη διατηρήσας της δημώδους ποιήσεως αυτού ειμή ολίγιστα και παντελώς ασήμαντα λείψανα. Όθεν ας ελπίσωμεν ότι και η παρακμή της ιδικής μας δημοτικής ποιήσεως δεν είναι τεκμήριον πνευματικής καταπτώσεως, αλλά μάλλον ευοίωνον προμήνυμα λαμπροτέρας ανθήσεως της ελληνικής ποιήσεως» (Λαογραφία, 5, 1915, σ. 521). Και αξιολογώντας ρεαλιστικά τα τότε παρόντα, παρότρυνε τους μαθητές του, και τους δασκάλους κυρίως, να συγκεντρώνουν τα πάντα από τον τότε λαϊκό πολιτισμό (αγροτικό κατά βάση) της πατρίδας τους. Εξάλλου ο ίδιος είχε εγγράψει στο θεματολόγιο του μανιφέστου του και τα «βιομηχανικά επιτηδεύματα» που θα όφειλαν να εξετάζουν οι λαογράφοι στο εγγύς μέλλον. Ο Αυδίκος το μνημονεύει, καθώς και τα λαογραφικά τού «στρατιωτικού βίου» που επίσης τα ενέταξε ο Πολίτης στη διακήρυξή του. Συνεχίζει ωστόσο: «Περιορίστηκε εκεί όμως. Οι προτεραιότητες της εποχής ήταν άλλες». Υπάρχει και η εκδοχή, όμως, ότι οι προτεραιότητες, μάλλον η μία και κύρια, ήταν να συγκεντρωθεί όσο πιο έγκαιρα ήταν δυνατό ο παραδοσιακός αγροτικός πολιτισμός που υποχωρούσε.
Οι μεγάλες αλλαγές ήλθαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν άρχιζε και η μεγάλη εσωτερική μετανάστευση, προπάντων, από την περιφέρεια στην πρωτεύουσα. Μαζί με τους εσωτερικούς μετανάστες έμπαινε, σιγά σιγά, στο «άστυ» και η Λαογραφία. Ένας από αυτούς που εγκαινίαζαν τη φάση αυτή ήταν και ο Αυδίκος με την πρωτοποριακή διατριβή του: Πρέβεζα (1945-1990). Όψεις της μεταβολής μιας επαρχιακής πόλης. Λαογραφική μελέτη. Είχε πλέον διαμορφωθεί η ανθούσα σήμερα Αστική Λαογραφία. Ο Αυδίκος αναφέρει εκπροσώπους της. Και πάλι όμως διστάζει να μνημονεύσει και λαογράφους που μελετούν ακόμα το παρελθόν. Που έχει πολλά ακόμα να πει.


  1. Απαντώ με κάποια λόγια που έγραψα μετά την ανάγνωση του μαρξιστή Λεφέβρ για τη σύγχρονη πόλη (Παιδαγωγικά της Λαογραφίας, σ. 32): «Δεν αποκρύπτει ένα είδος νοσταλγίας για τη ζωή του παρελθόντος, προπάντων γιατί η ζωή τότε είχε, παρ’ όλες τις ανεπάρκειες, τις καθυστερήσεις, τις δυστυχίες, μια φανερή και σταθερή οργάνωση, είχε, όπως ο ίδιος λέει, ένα σταθερό πλάνο που τη διείπε και την όριζε».

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Μπέκος Γρηγόρης , Μάνος Ελευθερίου, ο αρχειοθέτης των αναμνήσεων, ΤΟ ΒΗΜΑ 27.11.16

 
Με αφορμή την έκδοση του νέου του βιβλίου, ο συριανός ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος μιλάει στο «Βήμα» για αυτά που καθόρισαν τη ζωή του και μια δημιουργική πορεία που ξεπερνά τα πενήντα χρόνια
Μάνος Ελευθερίου, ο αρχειοθέτης των αναμνήσεων
«Αυτό το βιβλίο είναι ουσιαστικά ένας φόρος τιμής σε ανθρώπους που έχουν φύγει, που με συντροφεύουν ακόμα και τους οποίους συμβουλεύομαι» λέει ο Μάνος Ελευθερίου
Κοινή χρήση1
εκτύπωση  

Μάνος Ελευθερίου
Φαρμακείον εκστρατείας
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2016,
σελ. 232, τιμή 13,30 ευρώ

Στο ακουστικό του τηλεφώνου, καθώς μιλούσαμε, έφθαναν μελωδίες του Ραχμάνινοφ. «Υπάρχει μια ανίατη νόσος. Την ξέρετε; Λέγεται γήρας» αναφώνησε κάπως περιπαικτικά ο 78χρονος Μάνος Ελευθερίου λίγο πριν συμφωνήσουμε να συναντηθούμε στο σπίτι του, μιαν ατμοσφαιρική κιβωτό του παρελθόντος, επωνύμων και ανωνύμων, έναν χώρο ζωσμένο από αναμνήσεις, προσωπικές και οικειοποιημένες.

Αφορμή στάθηκε η κυκλοφορία του νέου του βιβλίου υπό τον τίτλο «Φαρμακείον εκστρατείας» το οποίο ο εκδότης του χαρακτηρίζει «το πιο ποιητικό» από τα πεζά του κείμενα. «Εχω δύο πράγματα. Καφέ ελληνικό και γλυκό του κουταλιού, συριανό σταφύλι»είπε και μας προσέφερε εγκάρδια και τα δύο.

Τον ρωτήσαμε ποιος είναι ο κύριος στο εξώφυλλο. «Αγνωστος! Χωροφύλακας, υποθέτω. Ανάμεσα στ' άλλα, είμαι και συλλέκτης εκατοντάδων φωτογραφιών. Τη συγκεκριμένη την είχα πάρει κάποτε απ' το Μοναστηράκι. Μ' άρεσε, έτσι ασπρόμαυρη, σαν καρτ ποστάλ. Είναι η πρωτότυπη. Το μόνο που ζήτησα ήταν να βάλουνε ροζ στο κορίτσι που διακρίνεται πάνω δεξιά στο παράθυρο - όποια σχέση κι αν έχει με τον άλλο. Αυτή πιθανότατα είναι που του 'χει πλύνει το πουκάμισο, το έχει σιδερώσει και το έχει κολλάρει! Επρεπε να φαίνεται αυτή η λεπτομέρεια. Και ζήτησα, αν γίνεται, να φαίνεται και η γάτα στ' αριστερά».

Συλλεκτική μανία
Πολύ κοντά στην πολυθρόνα όπου καθόταν, υπήρχαν κάποια δέματα. «Αυτά φεύγουν αύριο. Κάθε βδομάδα φεύγουν μερικά. Αδειάζει το σπίτι. Φεύγουν τα βιβλία και άλλα πράγματα που έχω μαζεμένα. Τα χειρόγραφα που έχω των πεθαμένων είναι σπάνια, μοναδικά, δεν βρίσκονται σήμερα. Εχω κι ένα σετ από 240 βιβλία, διαφόρων ειδών, Εκδόσεις Ερμουπόλεως, του 1932. Μέχρι στιγμής έχω δώσει 40.000 τίτλους στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Σύρου και 450 στο ιστορικό αρχείο, ό,τι έχει σχέση με τον Παλαμά και τον Καβάφη. Και τουλάχιστον 1.000 βιβλία στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αστυπάλαιας».

Αραγε ο ίδιος έχει εντοπίσει πού βρίσκεται η ρίζα της συλλεκτικής του μανίας; «Τι να σας πω, είναι μια λύσσα να σου φεύγει το κεφάλι - και δεν σου φεύγει με τίποτα. Είχα συγκεντρώσει πάμπολλα χειρόγραφα συγγραφέων, είχα κάνει μάλιστα ενότητες, και είχα φτιάξει και μια τεράστια συλλογή με εκατοντάδες βιβλία ελληνικής ποίησης. Εφυγαν κι αυτά... Αλλά, κοιτάξτε, ένας άνθρωπος που αποχωρίζεται τον Παπαδιαμάντη είναι δυστυχισμένος... Τον έστειλα κι αυτόν στη Σύρο... Δηλαδή ο άνθρωπος αυτός έχει πάρει είδηση ακριβώς τι του συμβαίνει...».

Τότε σηκώθηκε ο Μάνος Ελευθερίου - παραμερίζοντας το μεγάλο αντίγραφο μιας φωτογραφίας του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου που φοράει φουστανέλα, κρατώντας σπαθί και λάβαρο - και έπιασε μιαν άλλη, ασπρόμαυρη, μεγεθυμένη και καδραρισμένη. «Αυτή εδώ έχει τραβηχτεί στη Μάρπησσα της Πάρου, είναι μια αναμνηστική των μαθητών. Για εμένα εδώ το punctum - που έλεγε ο Ρολάν Μπαρτ - είναι το παλικάρι και η κοπέλα, οι δάσκαλοι δηλαδή, αλλά κυρίως αυτό το κοριτσάκι, στην άκρη, που βγήκε με μισό πρόσωπο. Το λυπάμαι. Πώς ν' αποδείξεις ότι είσαι εσύ με μισό πρόσωπο; Θα κάνω το κοριτσάκι παραμύθι, ένα μικρό βιβλίο».

Ιστορίες πραγματικές και επινοημένες
Για τον Μάνο Ελευθερίου τα αντικείμενα έχουν ψυχή και φέρουν ιστορίες, ιστορίες πραγματικές αλλά και επινοημένες. Στο σπίτι του - σε κάθε γωνιά κυριολεκτικά - έχει απλώσει την εξαίσια συλλογή με τα μελανοδοχεία του και «ιδού, ένα περίεργο, αυτό ήταν της Ελένης Παπαδάκη», της ηθοποιού που εκτελέστηκε τον Δεκέμβριο του 1944 και έγινε το επίκεντρο του μυθιστορήματός του «Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές» (2006).

Βρισκόμασταν πλέον στο γραφείο του, στο δωμάτιο όπου εργάζεται. Αρχισε να ανασκαλεύει ενδεικτικά μαθητών δημοτικών σχολείων - από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τη δεκαετία του 1950, είναι περίπου 1.000 - τα οποία μαζεύει εδώ και δεκαετίες. Και δίπλα σ' αυτά, σχολικά τετράδια, ομαδικές φωτογραφίες από γυμναστικές επιδείξεις, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. «Είναι εντυπωσιακές. Ετούτη εδώ έχει πολύ ενδιαφέρον, είναι ντοκουμέντο. Εδώ είναι (με τον αδελφό του) ο Μενέλαος Θεοφανίδης που υπήρξε ένας σπουδαίος συνθέτης επιθεωρήσεων. Τον είχα δει πολλές φορές στο Θέατρο Βέμπο. Το γράφει από πίσω: ήταν μαθητές στο Πυθαγόρειο Γυμνάσιο της Σάμου, αρχές της δεκαετίας του 1920. Αυτό το είχα πάρει πριν από 20 χρόνια. Οταν πέθανε ο Μενέλαος τα πέταξαν όλα έξω. Πρέπει να ξέρετε ότι έτσι γίνεται...» υπογράμμισε ο Μάνος Ελευθερίου με μιαν αδιόρατη πικρία.

Κι ύστερα, για μια στιγμή, φωτίστηκε το βλέμμα του και άρχισε να βγάζει κάτι χαρτιά από τις ζελατίνες τους. «Αυτά είναι διαγωνίσματα του 1939, απ' τη Σέριφο, ενός δημοτικού σχολείου. Προσέξτε, οι δάσκαλοι στις κόλλες των διαγωνισμάτων - οι οποίες πλέον τους ανήκαν, τις έπαιρναν στα σπίτια τους - έγραφαν από πίσω δικά τους πράγματα, άσχετα, για τη ζωή τους. Αυτές εδώ είναι έγχρωμες φωτοτυπίες, τα πρωτότυπα τα έχω αλλού» συνέχισε, με την ίδια προσοχήόπως όταν θυμήθηκε λ.χ. τα χειρόγραφα της μετάφρασης του μυθιστορήματος «Γύρνα σπίτι άγγελέ μου» του Αμερικανού Τόμας Γουλφ, από τον Κοσμά Πολίτη. Και έπειτα άνοιξε τα συρτάρια του που είναι γεμάτα από τακτοποιημένα χαρτιά, δικά του. «Αν υπολογίσω τους στίχους που έχω εδώ και αυτούς που έχω δώσει σε συνθέτες αλλά δεν έχουν μελοποιηθεί ακόμα, νομίζω ότι φθάνω τα 300 τραγούδια», αριθμός ιλιγγιώδης για έναν άνθρωπο που ήδη έχει γράψει ορισμένα από τα πιο εμβληματικά και αγαπημένα τραγούδια της τελευταίας πεντηκονταετίας και δεν διστάζει να δώσει απλόχερα τους στίχους του σε νέους και άγνωστους συνθέτες.

Αν πάντως του πει κανείς ότι έγραψε «μεγάλους στίχους», εκείνος θα του αντιτείνει ότι έγραψε «καλούς στίχους». Το 2013 κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος όλων αυτών των τραγουδιών υπό τον τίτλο «Τα λόγια και τα χρόνια», ένα βιβλίο που περιλαμβάνει όλους αυτούς τους «στίχους-ποιήματα» μιας αξιοζήλευτης πορείας. Ο ίδιος βέβαια έχει δημοσιεύσει και αυτόνομες ποιητικές συλλογές, όπως «Η πόρτα της Πηνελόπης» (2003).

«Επρεπε να γράψω ερωτικά τραγούδια»
Κύριε Ελευθερίου, τον ρωτήσαμε, γράφετε και τραγούδια και ποιήματα ή απλώς ποιήματα που τραγουδιούνται; Για εσάς υπάρχει διαφορά; «Ιδέαν δεν έχω. Ή μάλλον, δεν βλέπω καμία διαφορά. Ισως στη φόρμα, μπορείτε να το πείτε αυτό. Πάντως ορισμένα τα έγραψα για να τα επενδύσουν με μουσική. Και άλλα τα έγραψα για να μην τους βάλουν μουσική. Τώρα, αν το θέλουν, και σ' αυτά τα τελευταία, ας βάλουν. Οποιος, εν πάση περιπτώσει, βρίσκει τους στίχους μου ποιητικούς είναι δικό του πρόβλημα, που λένε. Εγώ προτιμώ να λέω όχι, πως δεν είναι» αστειεύτηκε. Και συνέχισε στον ίδιο τόνο: «Η αποτυχία μου ως στιχουργού είναι ότι δεν έγραψα ερωτικά τραγούδια. Θα μπορούσα, είχα τη δυνατότητα, αλλά δεν το έκανα. Λάθος μεγάλο. Θα είχα εξασφαλίσει τουλάχιστον ένα μικρό σπιτάκι και δεν θα ζούσα στο ενοίκιο».

Δηλαδή, τι εννοεί, δεν υπάρχει ο έρωτας μέσα στα τραγούδια του; «Κάθε άλλο, όλα σκέτος έρωτας είναι» είπε ο Μάνος Ελευθερίου με μια ελεγχόμενη θεατρικότητα, διασκεδάζοντας με αυτή την αμφίσημη αντίφαση.

«Αποφάσισα να κάνω ό,τι εν τέλει έκανα. Εκεί με οδηγούσαν τα πράγματα»
. Τι ήταν αυτό; Η εποχή; Ο φόβος; «Δεν ξέρω. Πάντως φόβος δεν ήταν. Στη ζωή μου ένα πράγμα φοβήθηκα. Την αστυνομία. Περισσότερο κι απ' τον ίδιο τον θάνατο».

Ενα σουρεαλιστικό πεζογράφημα
Το νέο του βιβλίο «Φαρμακείον εκστρατείας» (μπορεί κανείς να πει ότι «εκστρατεία» είναι η ίδια η ζωή του καθενός και «φαρμακείον» οι άλλοι, οι αγαπημένοι) δεν είναι ακριβώς μυθιστόρημα, με την αυστηρή έννοια του όρου. Φανταστείτε ένα σπίτι σε κάποιο νησί που αποθεμελιώνεται για να αναληφθεί στους ουρανούς ή ένα παράξενο νεκροταφείο όπου κηδεύονται οι έρωτες, σε φέρετρα κενά που καταδύονται στους τάφους με τα ελάχιστα τεκμήρια των ματαιώσεων.

Πρόκειται για ένα σουρεαλιστικό πεζογράφημα, με χαλαρή πλοκή, όπου κυριαρχούν περισσότερο οι φασματικές (πλην απολύτως διακριτές) εικόνες οι οποίες αναδύονται (και πλέκονται) σταδιακά μέσα σε μια αφήγηση που θέλει να καταργήσει τον χρόνο.

«Εγώ χωρίς τους πεθαμένους μου δεν είμαι τίποτα και δεν κάνω τίποτα. Και αυτό το βιβλίο είναι ουσιαστικά ένας φόρος τιμής σε ανθρώπους που έχουν φύγει, που με συντροφεύουν ακόμα και τους οποίους συμβουλεύομαι. Οποτε μου μιλάνε, διότι δεν συμβαίνει πάντοτε. Και, όπως καταλαβαίνετε, πάρα πολλούς απ' αυτούς τους πεθαμένους τούς έχω ακόμη φίλους. Εξακολουθώ να έχω σπουδαίους φίλους και, ασφαλώς, ασήμαντους εχθρούς... Υπάρχει μια κατάρα, την άκουγα μικρός στη Σύρο. "Στους γιατρούς να τα φάει" λέγανε. Φαίνεται πως κάποιος με καταράστηκε ό,τι λεφτά κέρδιζα - το τονίζω - να τα σπρώχνω προς τα εκεί. Σκέφτομαι όμως καμιά φορά ότι αυτά που έχουν συμβεί σε μένα δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτά που έχουν τραβήξει άνθρωποι χίλιες φορές καλύτεροι από μένα - και ορισμένοι μάλιστα απ' αυτούς υπήρξαν ο ουρανός της πατρίδας μας... Μετά την έκδοση, το 2004, του μυθιστορήματός μου "Ο καιρός των χρυσανθέμων" (σ.σ.: το 2005 απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος), μερικούς μήνες αργότερα δηλαδή, συνειδητοποίησα ότι βίωνα μιαν απίστευτη κατάσταση, πώς να το πω, μίσους! Ηταν φοβερό. Εξεπλάγην άσχημα, γιατί τους συγγραφείς τούς είχα σε πολύ μεγάλη υπόληψη. Αλλά θα ήθελα να το επεκτείνω και πέρα από μένα: ήξερα άνθρωπο, συγγραφέα - έχει πεθάνει τώρα -, ο οποίος έκανε βουντού, αν το διανοείστε, γυμνός στην ταράτσα, να πεθάνει κάποιος άλλος συγγραφέας. Αυτό που σας περιγράφω έχει συμβεί, δεν είναι αστικός μύθος».

Το «Θέατρο στην Ερμούπολη»
Ωστόσο αναγνώρισε ότι έχει απολαύσει και την αγάπη του καλλιτεχνικού κόσμου. «Σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν είναι κάτι πρωτοφανές όσο κι αν εκπλήσσει, συμβαίνει σε πολλούς, σε αυτούς που τυχαίνει να έχουν μια σχετική επιτυχία. Αλλά και πάλι, η επιτυχία τι είναι τελικά; Εκεί πάντως που τα πράγματα είναι πραγματικά άγρια είναι στο θέατρο».
Ειρήσθω εν παρόδω, ο Μάνος Ελευθερίου ετοιμάζει (και αν προλάβει θα εκδώσει) τον πέμπτο τόμο για το «Θέατρο στην Ερμούπολη τον εικοστό αιώνα», ο οποίος θα καλύπτει μια περίοδο από το 1922-23 ως το 1953-54 και θα ενσωματώνει «την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής, όχι μόνο το θέατρο αλλά και τη μουσική, την κοινωνική ζωή, την παιδεία».

Στο πλαίσιο του σχολιασμού της επικαιρότητας επέμεινε πολύ στα ζητήματα της παιδείας. Και, παρά τα χρόνια και ανεπίλυτα προβλήματα που διαπιστώνει, προτίμησε να σταθεί αλλού. «Πείτε μου όμως, δεν τινάζεστε στον αέρα όταν βλέπετε λ.χ. σε κάποιο ακριτικό νησάκι του Αιγαίου εκείνα τα δύο παιδάκια που παρελαύνουν στις εθνικές επετείους, με τον δάσκαλό τους δίπλα να τους δίνει βήμα με μια σφυρίχτρα, και παραδίπλα καμιά εικοσαριά ανθρώπους μονάχα; Δύο άνθρωποι είναι... Αυτά και ο δάσκαλός τους σηκώνουνε εκείνη τη στιγμή την Ελλάδα στους ώμους τους!» σημείωσε ο ίδιος εμφανώς συγκινημένος και αίφνης σοβάρεψε: «Υπάρχουν χωριά στον τόπο μας όπου έχει να γεννηθεί παιδί είκοσι χρόνια, από τη μαλακία ολονών». Και κάπως έτσι φτάσαμε στην έννοια της πατρίδας. «"Πατρίδα σαν τον ήλιο σου/ ήλιος αλλού δεν λάμπει" λέει ένα παλιό ποίημα. Τι είναι η πατρίδα; Εμείς όλοι, επί της αρχής. Και η γλώσσα μας. Και κατόπιν η θρησκεία, με την απαραίτητη σημείωση εδώ ότι είμαστε ένα θεοκρατικό κράτος. Βέβαια, η Ιερά Σύνοδος ελέγχει την Ελλάδα». Ο ίδιος πιστεύει; «Δεν πιστεύω σε αυτό που λένε "μια ανώτερη δύναμη". Πιστεύω στους ανθρώπους. Κατά τα λοιπά, η φύση τα έχει φτιάξει όλα τόσο τέλεια. Δεν έχετε παρά να δείτε τα χρώματα πάνω στα λουλούδια, τι γίνεται, με τι ακρίβεια είναι καμωμένα».

Ο μονόλογος της ζωγράφου και η μυστηριώδης αυτοχειρία
Υπάρχει πλάι στις αναζητήσεις του συγγραφέα Ηλ (που είναι ο ίδιος ο Μάνος Ελευθερίου) και ο εκτεταμένος μονόλογος μιας ζωγράφου μέσα στο βιβλίο, της Μαρουσώς, η οποία προβαίνει σε ωραίες αισθητικές παρατηρήσεις. «Ναι, αυτή είναι, εκεί πάνω» είπε τότε και έδειξε έναν μικρό πίνακα, καθότι «η Μαρουσώ υπήρξε στ' αλήθεια».

Υπάρχει, επίσης, η μυστηριώδης αυτοχειρία (ένα άλμα στο κενό από μια πολυκατοικία στην οδό Μιχαλακοπούλου) ενός ποιητή που λέει (υποτίθεται) στον συγγραφέα «φύγε, μας χρησιμοποιούν». Και υπάρχει και μια αιθέρια μοδίστρα η οποία καθώς ράβει ένα ταφταδένιο φόρεμα ράβει μαζί του και τον εαυτό της. «Και αυτήν την είχα δει. Ολα αυτά τα έχω δει με τα μάτια μου. Εχετε δει γυναίκα να μιλάει με δέκα καρφίτσες στο στόμα; Η Σμαράγδα ήταν αυτή, έχει πεθάνει. Κάποια στιγμή το 1947 είχα πάει να της ζητήσω να κόψω από τη λεμονιά της μερικά φύλλα, διότι τότε θα γινόταν στο σπίτι μας η βάπτιση του αδελφού μου που είχε γεννηθεί έναν χρόνο πριν. Τότε γίνονταν στα σπίτια αυτά, και τα βαφτίσια και οι γάμοι. Η μάνα μου έπλυνε καλά τα μυρωδάτα φύλλα και τα ρίξαμε μετά στην κολυμπήθρα. "Να πάρεις Μάνο, παιδί μου, όσα θες να πάρεις", ακόμα τη θυμάμαι».

Σε ένα παλαιότερο βιβλίο του, ο Μάνος Ελευθερίου είχε γράψει πως η οικογένειά του έπασχε από μια ανίατη ασθένεια, τις αναμνήσεις. «Εκεί είμαι εγώ. Στις αναμνήσεις. Και είναι ατέλειωτες. Αυτές αξιοποιώ. Θα μου πείτε τώρα και τι θα γίνει, κύριε Ελευθερίου, κάθε τόσο θα εκδίδετε και μερικές από τις αναμνήσεις σας; Τι να κάνω; Εγώ αυτό έχω. Τίποτ' άλλο».Σε όλες αυτές τις αναμνήσεις τι ρόλο παίζει η νοσταλγία; «Δεν ήταν καλύτερες οι εποχές που έζησα. Αντιθέτως, ήταν φοβερές. Η οικογένειά μου έπαθε μεγάλες ζημιές... Και, βέβαια, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι δεν θα ήθελα να ήμουν και πάλι νέος, νεότερος ίσως κατά 20 χρόνια, ναι, πιθανότατα, αλλά κανονικός νέος ούτε κατά διάνοια».

Η μητέρα του λεγόταν Ευδοξία. «Οταν ήταν νέα έγραφε ποίηση. Τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής της είχε αφιερωθεί στη ζωγραφική. Εφτιαχνε καφκικά έργα χωρίς να έχει διαβάσει ποτέ της τον Κάφκα. Η αδελφή μου η Λιλή που ζει είναι ζωγράφος, έμεινε 40 χρόνια στο Παρίσι. Ο αδελφός μου δυστυχώς έχει πεθάνει, ήταν μουσικός. Και η αδελφή μου η μεγάλη, η ποιήτρια Αγγελική, είχε τελειώσει τη σχολή του Κουν, είχε παίξει στο Θέατρο Τέχνης, και στο τελευταίο έργο που είχε σκηνοθετήσει ο ίδιος, ένα έργο της Λούλας Αναγνωστάκη».

Σήμερα, πώς σκέφτεστε τον θάνατο, κ. Ελευθερίου; «Δεν θα 'θελα να πεθάνω εδώ μονάχος μου, σε ξένο σπίτι. Αφήστε δε την αναστάτωση που θα ακολουθήσει μετά... Τι να σας πω, προτιμώ να πεθάνω στον δρόμο, έξω, και να είναι τα τέλη, όπως σοφά λέει εκείνη η ευχή, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά. Αυτά. Τα είπαμε όλα».

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Συντάκτης: Ευάγγελος Αυδίκος *,Ο πολίτης και ο πιστός, ΕΦΣΥΝ, 29.11.16


ekklisia.jpg

EUROKINISSI/ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΛΛΙΑΡΑΣ

Αυτό το κλίμα απουσίαζε από τη συζήτηση για την πρόταση του υπουργείου Παιδείας σχετικά με τη διαφοροποίηση του περιεχομένου του μαθήματος των θρησκευτικών. Ο διάλογος, ιδίως από τη μεριά της Εκκλησίας, είχε πολεμικά χαρακτηριστικά και τραυμάτισε τόσο τον απελθόντα υπουργό Παιδείας όσο και το σώμα της Εκκλησίας ως μια οντότητα, όπου η ανεκτικότητα και ο νηφάλιος λόγος συμπλέκονται ως απότοκο της φροντίδας για όλους τους πολίτες ενός κράτους, ανεξάρτητα από το θρήσκευμά τους.
Τα θέματα, όμως, της πίστης και της σχέσης της Πολιτείας με την Εκκλησία λειτουργούν σαν τους τροπικούς κυκλώνες για τη χώρα μας, εισβάλλοντας, ανά τακτά σχεδόν διαστήματα, θορυβωδώς στην επικαιρότητα.
Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, συμμεριζόμουν, καιρό τώρα, τη θέση στην οποία βρέθηκε ο αγγελιοφόρος που ανέλαβε να ανακοινώσει στον Κρέοντα τη δυσάρεστη για τον βασιλιά είδηση πως η Αντιγόνη αψήφησε την κοσμική εξουσία υπακούοντας στην κοινή λογική και στην πολιτισμική και πολιτική εμπειρία να θέσει ως πρώτη επιλογή της την αντίσταση σε κάθε μορφή εξουσίας.
Στη θέση του αγγελιοφόρου βρέθηκαν πολλοί πολίτες στη χώρα μας, οι οποίοι ήταν ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Από τη μια μεριά, είχαν ευμενή στάση απέναντι στις αλλαγές στο μάθημα των θρησκευτικών και, από την άλλη, έχουν έναν σεβασμό προς την Εκκλησία και τον ρόλο που διαδραμάτισαν κάποιοι πεφωτισμένοι ιεράρχες, πρωτίστως ο κλήρος, σαρξ εκ της σαρκός του λαϊκού ήθους.
Κι αυτό δεν αποτελεί μόνο μια ιστορική παραδοχή. Δεν αντλείται από τα ιστορικά αρχεία. Συνιστά ζώσα πραγματικότητα. Πολλοί παπάδες στάθηκαν στο πλευρό των αδύναμων στα χρόνια της κρίσης. Ξεπέρασαν τα τείχη των θρησκευτικών δογμάτων αγκαλιάζοντας όλους τους ανήμπορους.
Αποτέλεσαν ένα παράδειγμα για τον τρόπο που ο θρησκευτικός λόγος για την αγάπη προς τον πλησίον δεν εγκλωβίζεται στα κηρύγματα από άμβωνος. Αντίθετα, μετασχηματίζεται σε μια υποδειγματική πρακτική που κράτησε όρθια την κοινωνία μας.
Οι πολίτες τρέφουν απέραντο σεβασμό προς αυτούς τους κληρικούς, που κάνουν πράξη τον λόγο του Θεού αδιαφορώντας για την κοσμική εξουσία. Αντίθετα, οι πολίτες ένιωσαν να σφίγγεται η ψυχή τους και να προσβάλλεται το θρησκευτικό τους συναίσθημα με την προσωπική στόχευση του τέως υπουργού Παιδείας.
Πολλοί πολίτες θα ήθελαν να υπενθυμίσουν στα μέλη της Ιεράς Συνόδου τα λόγια του αγγελιοφόρου προς τον Κρέοντα, λίγο πριν του ανακοινώσει την πράξη της Αντιγόνης να απειθαρχήσει στην κοσμική εξουσία του. «Βασιλιά μου, δεν θα σου πω πως έφτασα πετώντας.
Το γυρόφερνα, κοντοστάθηκα πολλές φορές. Είπα να τα μαζεύω και να κάνω πίσω. Η ψυχούλα μου το ’λεγε και το ξανάλεγε: Δόλιε, πού πας, θα σε καθίσουν στο σκαμνί» (Σοφοκλή Αντιγόνη, στίχοι 223-229).
Αυτή η παλινδρόμηση οφείλεται και στη σφοδρότητα των επιθέσεων της εκκλησιαστικής εξουσίας εναντίον του απελθόντος υπουργού. Ο λόγος της ορθόδοξης παράδοσης νοηματοδοτεί το πρόσωπο ως το βασικό υποκείμενο για την οδό προς την ελευθερία. Η σφοδρότητα της προσωπικής επίθεσης παρεξέκλινε απ’ αυτή τη βασική αρχή. Το πρόσωπο υπέστη τη βιαιότητα του επίσημου εκκλησιαστικού λόγου.
Ως εκ τούτου, έχω την άποψη πως η Εκκλησία υπέστη δεινό πλήγμα με την εξέλιξη της διαφωνίας της για τον τρόπο διδασκαλίας των θρησκευτικών. Παρέβλεψε, πρωτίστως, πως υπάρχει σαφής διάκριση ανάμεσα στους πολίτες και τους πιστούς. Για τα κοσμικά ζητήματα αποφασίζουν τα όργανα της Πολιτείας.
Διέφυγε από την Εκκλησία πως υπάρχει μια κατηγορία πολιτών που λειτουργούν ως μη ενεργοί πιστοί. Ωστόσο, είναι οι περισσότεροι. Κι αυτοί σιωπούν. Η Εκκλησία προκάλεσε ρήγμα στις σχέσεις της μ’ αυτούς τους μη ενεργούς πιστούς. Αυτό που χρειάζονται όλοι, σε μέρες δύσκολες, είναι η στοργική αγκαλιά, ακόμη και για τους «αμαρτωλούς». Ο τιμωρητικός λόγος αποξενώνει.
Η κατάρα ως μορφή κοσμικής εξουσίας για τη χειραγώγηση των διαφωνούντων δεν συνάδει με τον λόγο της Αγάπης.
* καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Folklorists are fallible (Tartu, Estonia, June 9th-10th, 2017) Abstract deadline: November 30th


http://www.ut.ee/folk/index.php/en/events/513-folklorists-are-fallible 
Folklorists, just like anybody else, are fallible. This special seminar aims to draw out the patterns of fallibility that folklorists show, and to explore what we might learn from this. In this light, submissions are invited within two major (and possibly overlapping) categories, the mistakes made by the famous researchers of the past and the mistakes we ourselves have made.
The errors we might discuss can be found at every stage of fieldwork and analysis, including:
            choosing informants,
            presenting oneself in the field,
            being at cross-purposes with one's interlocutors,
            mistaking tone (light-hearted or serious?, literal or metaphoric?, etc.),
            misreadings in the archive,
            selecting follow-up questions,
            transcribing,
            translating,
            editing,
            making judgments about comparability,
            presenting findings to scholarly and general audiences.
The principle underlying the seminar is that the discovery of error is something positive thing that gets us closer to the truth (or at least further from older errors), and that awareness of the limitedness of human knowledge is salutary. Thus, rather than highlighting faults in an effort to undermine the work of folklorists, the conference seeks to highlight faults in order for us to accomplish our work better, both in terms of treating our own and others' past research more shrewdly and in better planning our own future research.

The keynote speakers will be Carl Lindahl (University of Houston) and Karina Lukin (University of Helsinki).
If you wish to give a presentation yourself, please email an abstract of between 150 and 300 words before November 30th to: roper@ut.ee
(The conference is organized by the Department of Estonian and Comparative Folklore of the University of Tartu.
There will be no participation fee, but participants are expected to cover their accommodation and travel costs).