Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2020

Γρηγόριος Ε. Αυδίκος, Παθογένειες του Συντάγματος και Αναθεώρηση, εκδόσεις Στοχαστής 2020

Mια επόμενη, συνεκτική και στη σωστή κατεύθυνση αναθεώρηση, όποτε και αν αυτή ολοκληρωθεί, μπορεί να είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός σταθμός στη νεότερη πολιτική και συνταγματική ιστορία μας. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η καταγραφή και αξιολόγηση των θεσμών, μέσων και ρυθμίσεων που μπορούν να συμβάλλουν στην προσπάθεια αντιμετώπισης των ελλειμμάτων του Συντάγματος του 1975 και η διατύπωση τόσο επιμέρους αναλυτικών προτάσεων, όσο και μιας συνολικής πρότασης για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Στο πλαίσιο αυτό η μελέτη εντοπίζει οκτώ ομάδες διαχρονικών παθογενειών στη συνταγματική μας ιστορία μέχρι το 1975, ερευνά τα επιτεύγματα του Συντάγματος του 1975 σε σχέση με αυτές, καθώς και τα ελλείματά του και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πράγματι υπάρχει ανάγκη για αναθεώρηση του Συντάγματος.
• Πώς όμως εξελίχθηκαν ιστορικά οι μεγάλες παθογένειες που χαρακτήρισαν τα ελληνικά Συντάγματα;
• Ποια ήταν τα επιτεύγματα του Συντάγματος του 1975;
• Ποιες είναι οι μεγάλες παθογένειες σήμερα;
• Σε ποια κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθεί η αναθεώρηση;
• Θα φτάσουμε άραγε πότε στα «Κύθηρα»; Θα φτιάξουμε μια συνταγματική «Αρκαδία»;
Το βιβλίο διαπνεόμενο από την αγωνία (και όχι τις βεβαιότητες) του ερευνητή, επιχειρεί αντλώντας στοιχεία από το σύνολο της συνταγματικής μας ιστορίας αλλά και από τη ζώσα και τρέχουσα πραγματικότητα, να απαντήσει, μεταξύ άλλων, στα παραπάνω ερωτήματα και να προτείνει μια συνεκτική πρόταση αναθεώρησης.

Γρηγόριος Ε. Αυδίκος, Παθογένειες του Συντάγματος και Αναθεώρηση, Εκδόσεις Στοχαστής 2020


Mια επόμενη, συνεκτική και στη σωστή κατεύθυνση αναθεώρηση, όποτε και αν αυτή ολοκληρωθεί, μπορεί να είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός σταθμός στη νεότερη πολιτική και συνταγματική ιστορία μας. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η καταγραφή και αξιολόγηση των θεσμών, μέσων και ρυθμίσεων που μπορούν να συμβάλλουν στην προσπάθεια αντιμετώπισης των ελλειμμάτων του Συντάγματος του 1975 και η διατύπωση τόσο επιμέρους αναλυτικών προτάσεων, όσο και μιας συνολικής πρότασης για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Στο πλαίσιο αυτό η μελέτη εντοπίζει οκτώ ομάδες διαχρονικών παθογενειών στη συνταγματική μας ιστορία μέχρι το 1975, ερευνά τα επιτεύγματα του Συντάγματος του 1975 σε σχέση με αυτές, καθώς και τα ελλείματά του και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πράγματι υπάρχει ανάγκη για αναθεώρηση του Συντάγματος.
• Πώς όμως εξελίχθηκαν ιστορικά οι μεγάλες παθογένειες που χαρακτήρισαν τα ελληνικά Συντάγματα;
• Ποια ήταν τα επιτεύγματα του Συντάγματος του 1975;
• Ποιες είναι οι μεγάλες παθογένειες σήμερα;
• Σε ποια κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθεί η αναθεώρηση;
• Θα φτάσουμε άραγε πότε στα «Κύθηρα»; Θα φτιάξουμε μια συνταγματική «Αρκαδία»;
Το βιβλίο διαπνεόμενο από την αγωνία (και όχι τις βεβαιότητες) του ερευνητή, επιχειρεί αντλώντας στοιχεία από το σύνολο της συνταγματικής μας ιστορίας αλλά και από τη ζώσα και τρέχουσα πραγματικότητα, να απαντήσει, μεταξύ άλλων, στα παραπάνω ερωτήματα και να προτείνει μια συνεκτική πρόταση αναθεώρησης.

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Πέτερ Χάντκε, Ανέμελη δυστυχία, μτφρ. Σπύρος Μοσκόβου, Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ 2020


«Στο κυριακάτικο φύλλο της η Λαϊκή Ημερησία της Καρινθίας δημοσίευσε στη στήλη
ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ το εξής: «Νοικοκυρά 51 ετών από το Α. (κοινότητα Γκ.) αυτοκτόνησε τη
νύχτα προς το Σάββατο παίρνοντας υπερβολική δόση υπνωτικών χαπιών». Έχουν
περάσει στο μεταξύ σχεδόν επτά εβδομάδες από τότε που πέθανε η μητέρα μου και θέλω
να ξεκινήσω τη δουλειά πριν η τόσο έντονη στην κηδεία ανάγκη να γράψω γι’ αυτήν
μεταμορφωθεί πάλι στην αμέτοχη βουβαμάρα, με την οποία αντέδρασα στην είδηση της
αυτοχειρίας.
Το ύψωμα με το παλιό κάστρο, η λιμνούλα με τις καλαμιές, το εκκλησιαστικό
ίδρυμα, το νεκροταφείο με τις γέρικες καστανιές μπροστά, φτώχια και πουριτανισμός,
αυτός είναι όλος κι όλος ο κόσμος στον οποίο μεγάλωσε ο συγγραφέας Πέτερ
Χάντκε. Εκεί, στο μικρό Γκρίφεν της νότιας Αυστρίας, γεννήθηκε και έζησε και η
μητέρα του Μαρία. Ήταν μια γελαστή και ζωηρή κοπέλα, κάτι σκιρτούσε μέσα της,
κάτι που συντρίφτηκε στις συμπληγάδες του μικρόκοσμου. «Η μητέρα λοιπόν δεν
έγινε τίποτα». Έμεινε η ανάμνηση ενός σβησμένου ονείρου, η κατάθλιψη και στο
τέλος η αυτοκτονία. Ο Χάντκε εξιστορεί τη ζωή της μητέρας του χωρίς τον
παραμικρό συναισθηματισμό, επιλέγει και παραθέτει τα δεδομένα με τη λαβίδα ενός
εντομολόγου. Και μέσα από την αφήγηση αναδύεται η αγαπημένη μορφή της μάνας
και η ταλαίπωρη φιγούρα μιας απλής γυναίκας του παλιού καιρού. Η εκλογίκευση
ενός λυγμού.
Ο Πέτερ Χάντκε γεννήθηκε το 1942 στην Καρινθία της Αυστρίας. Η μητέρα του ήταν
σλοβενικής καταγωγής και ο πατέρας του Γερμανός στρατιώτης. Σπούδασε νομικά στο
Γκρατς, αλλά διέκοψε τις σπουδές του το 1966, όταν δημοσίευσε το πρώτο του
μυθιστόρημα με τίτλο Σφήκες. Την ίδια χρονιά ανέβηκε στη Φρανκφούρτη σε
σκηνοθεσία Κλάους Πάιμαν το θρυλικό θεατρικό του Βρίζοντας το κοινό.

Χαλκέντερος συγγραφέας, ο Χάντκε δημοσίευσε έκτοτε δεκάδες μυθιστορήματα,
νουβέλες και θεατρικά έργα και θεωρείται πια ένας από τους κλασικούς μοντέρνους του
20ού αιώνα. Μετέφρασε επίσης ξένους συγγραφείς στα γερμανικά, μεταξύ άλλων
τραγωδίες του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Έχει τιμηθεί με πολλά διεθνή
βραβεία. Το 2019 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Από την Εστία, σε μετάφραση Σπύρου Μοσκόβου, κυκλοφορεί η νουβέλα Η μεγάλη
πτώση και προσεχώς το τελευταίο του μυθιστόρημα Η δεύτερη μάχαιρα. Ακολουθούν
τα Περί κοπώσεως, Δοκίμιο για το Τζουκμπόξ, Περί επιτυχημένης μέρας, Δοκίμιο για
το αποχωρητήριο και Δοκίμιο για τον λάτρη μανιταριών.

Ευάγγελος Αυδίκος· , "Βοσκός» εν Λιβαδίω, ΕΦΣΥΝ, 30 Ιουνιου 2020


                
Το βλέμμα δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τη σπηλιά του Γιαγκούλα, στο βουνό πάνω από το χωριό. Οι ληστρικές ιστορίες αποτελούν ακόμη μέρος της τοπικής μνήμης στο οροπέδιο του θεσσαλικού Ολύμπου. Ατενίζοντας τη σπηλιά είχα παραισθήσεις, νόμιζα πως άκουγα το τραχύ, σαρκαστικό γέλιο του Γιαγκούλα, που δονούσε τις λαγκαδιές. Καλά μου πήρατε το κεφάλι, μυαλό όμως δεν βάλατε. Οι σπηλιές πια είναι μέσα στις πόλεις, οι απόγονοί μου φοράνε κοστούμια, έχουν τρόπους και είναι γλυκομίλητοι.
Εν Λιβαδίω λοιπόν Ολύμπου. Στα χίλια διακόσια μέτρα υψόμετρο, κάτω από τον πλάτανο, την ώρα που η διπλανή παρέα τραγουδούσε Τσιτσάνη θρυμματίζοντας τα στερεότυπα. Κυριακάτικο σούρουπο, οι βουνίσιοι τιμάνε δεόντως τον γείτονά τους Διόνυσο, που απολαμβάνει την ευωχία καθήμενος στην κορυφή Μύτικας στον απέναντι Ολυμπο.
Η άνοδος στο βουνό Τίταρος, εκεί που είναι χτισμένο το Λιβάδι, γίνεται αφορμή για απολέπιση από τις τοξίνες που εκπέμπουν οι τηλεοπτικοί σταθμοί αλλά και η ανάλωση σε δηλητηριώδεις πολιτικές αναθυμιάσεις, που συσκοτίζουν το αληθές, πως η χώρα ακόμη δεν μπόρεσε να εξουδετερώσει τους σύγχρονους Γιαγκούλες. Το σπιτίσιο γλυκό κυδώνι, ατσιγκούνευτο, γίνεται απροσποίητη χειρονομία καλωσορίσματος. Ο πλάτανος, η κουβέντα και ο συμποσιασμός γίνονται αίμα και σώμα του πολιτισμού της απλότητας, της εμπρόθετης κοινωνικότητας, της συζήτησης, ακόμη κι όταν η εντόπια περιέργεια προσκρούει στην εσωστρέφεια του θορυβοποιού σύγχρονου πολιτισμού.
Η Κυριακή κλείνει τον κύκλο της, στο τραπέζι έρχεται ο εξασθενημένος απόηχος από την περιγραφή του ποδοσφαιρικού αγώνα. Ομως, στη συζήτηση πρωταγωνιστής ο «βοσκός» του Τάσου Αντωνίου, ενός νεότατου κτηνοτρόφου. Σε μια περίοδο που δικαιολογημένα οι εργαζόμενοι βιώνουν ή βρίσκονται αντιμέτωποι με το φάσμα της ανεργίας, ο Τάσος και οι σύντροφοί του στον «Βοσκό» σχεδιάζουν το μέλλον το δικό τους αλλά και του χωριού τους. Σύστησαν έναν συνεταιρισμό κτηνοτρόφων, που διαχειρίζεται το γάλα που παίρνουν από τα κοπάδια τους.
Επόμενο βήμα, να συστήσουν ένα σύγχρονο τυροκομείο, στο οποίο εργάζονται νέοι, με κίνητρο να πετύχουν. Νέα προϊόντα, αξιοποιώντας την τυροκομική και διατροφική παράδοση του τόπου τους. Η κτηνοτροφική εμπειρία αποτελεί την πυτιά να προσαρμόσουν το παρελθόν στις νέες συνθήκες. Η παράδοση τροφοδοτεί τον διάλογό τους με το μέλλον. Ο τόπος τους γίνεται το εφαλτήριο να ανακαλύψουν τις εγχώριες και διεθνείς αγορές επιβάλλοντας την επαγγελματική τους παρουσία, συνταιριάζοντας την κτηνοτροφική τους κληρονομιά με τις σύγχρονες ανάγκες. Ο Τάσος μιλάει για τους συντρόφους του και το βλέμμα του αστράφτει. Είναι περήφανος για το επίτευγμά τους, χωρίς όμως να επαναπαύονται.
Ο «Βοσκός» είναι η ιστορία ενός χωριού ορεινού που έχει πλήρη συνείδηση των δυνατοτήτων του. Εμαθε από τα παθήματα της κτηνοτροφίας στο παρελθόν, από τις παθογένειες των συνεταιρισμών. Βραδιάζει όμορφα στο Λιβάδι.