Google+ Badge

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Κασσιανή: Μια σπουδαία γυναίκα, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, Τρίτη, 30 Απριλίου 2013




Μεγάλη Τρίτη . Της Κασσιανής, «της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυνής». Η Κασσιανή, η μοναχή  που έγραψε το τροπάριο έχει παρεξηγηθεί. Οι πιο πολλοί θεωρούν πως υπήρξε κάποια ‘αμαρτωλή’ που βρήκε καταφύγιο σε μοναστήρι προσδοκώντας την άφεση των αμαρτιών της μέσω της πνευματικής ‘συντριβής’. Κάθε χρόνο το Μεγαλοβδόμαδο-πέρα από την πορεία του Χριστού στα πάθη, την Σταύρωση και την Ανάσταση-ο νους μου πηγαίνει σ’ αυτή την σπουδαία γυναικεία μορφή. Που τόλμησε να υπερασπιστεί την αξιοπρέπεια του φύλου της. Που εναντιώθηκε στα στερεότυπα για τη γυναίκα. Που και οι άντρες έμαθαν απ’ αυτήν πως η αξιοπρέπεια και η συνέπεια  ζυγίζουν περισσότερο από οποιαδήποτε αγαθά και κοινωνικούς τίτλους.
       Μαζί με άλλες νέες ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Θεόφιλου, του αυτοκράτορα της βυζαντινής αυτοκρατορίας, που αποφάσισε να παντρευτεί τη νέα, η οποία θα τον εντυπωσίαζε. Συνεχίζοντας την παράδοση των παραμυθιών, στα οποία τα βασιλόπουλα παντρεύονται εκείνη που θα αναδειχθεί νικήτρια στον αγώνα που αυτά προτείνουν για τις υποψήφιες συζύγους τους, είχε προσωπική επικοινωνία με όλες τις νέες. Στην Κασσιανή είπε: «Εκ γυναικός τα φαύλα ερρύη», με άλλα λόγια «από τη γυναίκα προήλθαν όλα τα κακά». Τι θα έκανε μια άλλη νέα στη θέση της; Θα έσκυβε το κεφάλι, ενδεχομένως θα κοκκίνιζε και θα συμφωνούσε ψελλίζοντας ένα ‘ναι’ ή κουνώντας επιδοκιμαστικά το κεφάλι της. Ευτυχισμένη που η ‘μοίρα’ της έδωσε τέτοια ευκαιρία. Υποταγμένη στον αιώνιο ρόλο της αθόρυβης, πειθήνιας και καλόβολης γυναίκας που λειτουργεί ως συμπλήρωμα.
       Η Κασσιανή όμως δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα, ένας υποτακτικός άνθρωπος .Και απάντησε. «Και εκ γυναικός τα κρείττα ερρύη».Με άλλα λόγια, «και από την γυναίκα προήλθαν τα καλύτερα». Η άποψη του Θεόφιλου εξέφραζε την παραδοσιακή αντίληψη  που θεωρούσε πως κάθε γυναίκα κουβαλούσε στις πλάτες της την ευθύνη της ‘προγιαγιάς’ της Εύας για την έκπτωση του ανθρώπου από τον παράδεισο. Ταυτίστηκε η γυναίκα με το προπατορικό αμάρτημα.
      Η Κασσιανή είχε το σθένος να μην αποδεχτεί πλήρως αυτή την άποψη. Είπε μια μεγάλη αλήθεια. Στη γυναίκα χρωστάμε τα καλύτερα. Πρωτίστως, στη γυναίκα χρωστάμε τη ζωή. Είναι ο φορέας του καινούργιου.. Όμως, η γυναίκα είναι και ο ισότιμος οδοιπόρος στη ζωή, στην οποία η ανθρωπότητα εξίσου χρωστάει τη δημιουργία στον πολιτισμό, την ισορροπία στην οικογένεια, το διαρκή αγώνα για κοινωνική επιτυχία.
       Όμως, η απάντηση αυτή δεν άρεσε στον Θεόφιλο. Ήθελε μια γυναίκα πειθήνια που να πιστεύει στη δική του αλήθεια. Που να μην έχει τάση για πρωτοβουλίες. Που απλώς να ακολουθεί. Η Κασσιανή ήταν ελεύθερο πνεύμα. Ανυπότακτη. Είχε τόλμη και αδαμάντινη προσωπικότητα. Για το λόγο αυτό δεν έκανε για αυτοκράτειρα. Ο Θεόφιλος διάλεξε την Θεοδώρα για τη θέση αυτή. Η Κασσιανή διάλεξε το μοναστήρι όπου έγραψε τον ύμνο.
       Κάθε χρόνο τέτοια εποχή ο ήχος και οι στίχοι του τροπάριου που έγραψε γεμίζουν τις εκκλησίες, ραδιοφωνικές συχνότητες και την τηλεοπτική εικόνα. Η Κασσιανή είναι μια σπουδαία γυναίκα που διεκδικεί θέση δίπλα σ’ άλλες σημαντικές γυναικείες προσωπικότητες του κόσμου. Υπήρξε μια φεμινίστρια σε καιρούς χαλεπούς.
       Στις μέρες μας που οι γυναίκες βρίσκονται αντιμέτωπες με την ανεργία και την υπονόμευση του κοινωνικού τους ρόλου η Κασσιανή έρχεται να θυμίσει σε όλες –και όλους-  πως το αξιοπρεπές τάνυσμα του κορμιού στους σύγχρονους «Θεόφιλους» που βλέπουν τη γυναίκα μόνο ως σκεύος ηδονής και ως μηχανή βιολογικής αναπαραγωγής είναι ο μόνος δρόμος.
       Η εποχή μας χρειάζεται «Κασσιανές», όσο κι αν μια τέτοια στάση φαίνεται πολύ δύσκολη. Οι γυναίκες είναι τα εύκολα θύματα της κρίσης. Μεγάλη η ανεργία και οι σύγχρονοι «Θεόφιλοι», παραδομένοι στην ψυχεδέλεια του εξουσιαστικού τους παράδεισου απαιτούν-συχνά εκβιάζουν-από τις γυναίκες να γίνουν εταίρες τους.
       Η Κασσιανή   υπήρξε μια ανυπότακτη φωνή, έχουμε ανάγκη το παράδειγμά της. Στις μνημονιακές μέρες η κρυστάλλινη στάση της είναι χρήσιμη για όσους σύγχρονους «Θεόφιλους» των εξουσιαστικών θώκων υποκύπτουν στη λαγνεία της εξουσίας ποδοπατώντας την προτέρα ζωή τους και την προσωπική τους αξιοπρέπεια
    

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ Ενας άλλος κόσμος γεννιέται πάνω στα ερείπια της κρίσης, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ



Λέσχη Αλληλεγγύης Νέου Κόσμου

«Οταν ξεκίνησε η κρίση ήμουν 32 χρονώ: η δουλίτσα μου, οι φίλοι μου και πρώτο τραπέζι πίστα. Ημουν πωλητής σε ασφάλειες και δεν με απασχολούσε τίποτα. Μετά, έμεινα άνεργος». Ο Μάκης Παλαβάνης είναι ο αρμόδιος σε θέματα επισιτισμού στη Λέσχη Αλληλεγγύης του Νέου Κόσμου. Είναι ένα δίκτυο που από όλους όσοι ασχολούνται ενεργά με την αλληλεγγύη θεωρείται υποδειγματικό σε οργάνωση και τρόπο λειτουργίας. Εδώ ο Μάκης βρήκε όχι μόνον έναν τρόπο να αξιοποιήσει τα ταλέντα του, αλλά κι ένα νέο νόημα: «Ή θα έπρεπε να είμαι κλεισμένος σπίτι μου και να παρακολουθώ τον Γιαννάκη και τον Μανωλάκη στο Μέγκα, να μου λένε ότιφταίω κιόλας, ή να βγω στην αντίσταση. Προτίμησα να είμαι μέσα στη φωτιά και στη μάχη για να τα ανατρέψω όλα αυτά».

Της Ντίνας Δασκαλοπούλου

«Εγώ είμαι από αυτές τις χιλιάδες ανθρώπων που έφερναν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, εγώ λοιπόν που το ανέβασα με τα ίδια μου τα χέρια θα το θάψω» λέει η Μαίρη Γεωργακοπούλου, υπεύθυνη τροφοδοσίας του δικτύου. «Δεν είχα καμία σχέση με τα κινήματα, ήμουν μια κλασική ΠΑΣΟΚα συνδικαλίστρια κι είχα δική μου εταιρεία. Με την κρίση κατάλαβα τι ακριβώς συνέβαινε στη χώρα. Πικράθηκα, μούντζωσα τον εαυτό μου. Η οργή, αν δεν την κάνεις κάτι, φέρνει κατάθλιψη. Αποφάσισα λοιπόν να βγω στη δράση».

Η Λέσχη του Νέου Κόσμου είναι από τις πρώτες που ιδρύθηκαν στην Ελλάδα, ήδη από το καλοκαίρι του 2011, τότε που λίγοι άνθρωποι είχαν συνειδητοποιήσει το μέγεθος της ανθρωπιστικής κρίσης που θα έφερνε το Μνημόνιο. «Η κοινωνική Αριστερά έχει πάντα πιο γρήγορα αντανακλαστικά από την κομματική. Τότε ακόμα κανένα κομματικό στέλεχος δεν μιλούσε για δομές αλληλεγγύης» λέει ο Χρήστος Προβέζης, η ψυχή του όλου εγχειρήματος. «Συνειδητοποιήσαμε ότι έπρεπε να απευθυνθούμε στην τοπική κοινωνία και όχι μόνο στην οργανωμένη Αριστερά. Κάπως έτσι ξεκινήσαμε, με ενισχυτική διδασκαλία στο 6ο Λύκειο. Είναι το πρώτο βήμα για να χτίσεις δομές αλληλεγγύης: βρίσκεις τους φορείς και τους δέκτες».

Το επόμενο καλοκαίρι η Λέσχη ήταν έτοιμη να περάσει στο επόμενο στάδιο: τον επισιτισμό. «Τότε άρχισαν να έρχονται τα χαράτσια και καταλάβαμε ότι πολλοί άνθρωποι θα έμεναν χωρίς ρεύμα. Δεν αρκούσε λοιπόν να μαζεύουμε ξηρά τροφή από τα σούπερ μάρκετ, έπρεπε να τους δίνουμε μαγειρεμένο φαγητό» λέει ο Χρήστος. «Τότε οργανώσαμε σε επαγγελματική βάση κουζίνα στη λέσχη μας, όπου μαγειρεύουμε καθημερινά. Συνεργαζόμαστε και με εστιατόρια της γειτονιάς που μας δίνουν μερίδες. Το σημαντικό δεν είναι να μπουκώνεις τους ανθρώπους, αλλά να διατρέφονται υγιεινά. Αν εσύ που είσαι λεπτούλα τρως για έναν μήνα το φακόρυζο και τα μακαρόνια που δίνει στα συσσίτια ο Δήμος Αθηναίων, θα πάρεις 7 κιλά. Εμείς, λοιπόν, στραφήκαμε στους ανθρώπους της Α’ Λαϊκής Αγοράς και σε συνεργασία με τους πωλητές και τους παραγωγούς εξασφαλίζουμε φρέσκα φρούτα και λαχανικά, τόσο για την κουζίνα μας όσο και για τις διανομές μας».

Τώρα η Λέσχη, που όλες οι δραστηριότητές τις είναι πλήρως μηχανοργανωμένες, περνάει στην τρίτη φάση της με σύνθημά της το: «κάν’ το μόνος σου». «Δεν αρκεί να μοιράζουμε ρούχα ή πράγματα, πρέπει να μάθουμε όλοι να καλύπτουμε τις ανάγκες μας» λέει η Μαίρη. «Εχουμε φτιάξει λοιπόν σχολή ραπτικής και ομάδα μεταποίησης. Οταν δίναμε ρούχα σε χαριστικά παζάρια, έρχονταν οι Τσιγγάνοι και τα έπαιρναν για να τα πουλήσουν σε αγορές δεύτερο χέρι. Τώρα, αν εσύ θέλεις κάποιο ρούχο, έρχεσαι το διαλέγεις και στο μεταποιούμε εμείς ή μαθαίνεις να ράβεις μόνη σου. Ετοιμάζουμε επίσης ανταλλακτικό ξυλουργείο γιατί σε λίγο κανείς μας δεν θα μπορεί να αντικαθιστά τόσο εύκολα τα έπιπλα που θα χαλάνε».

Η Λέσχη του Νέου Κόσμου «τρέχει» μαθήματα αλληλοβοήθειας, τρεις θεατρικές ομάδες (παιδική, εφηβική, ενηλίκων), εργαστήρι κατασκευών για παιδιά και δημιουργικό παιχνίδι, ομάδα νομικής υποστήριξης. Κι ετοιμάζεται για το επόμενο βήμα της. Το όνομα αυτού: Γλαύκα. «Ηταν μια οικόσιτη κουκουβάγια που έφερνε τα νέα των θεών στους θνητούς στην αρχαία Αθήνα. Ο δε Γλαύκος ήταν ο εκδικητής κι ο πιο αγαπημένος γιος του Ποσειδώνα. Εχουμε καλούς λόγους να ονομάσουμε έτσι το συμπληρωματικό μας νόμισμα», εξηγεί ο Χρήστος.

Καθημερινά, ένας γενναίος Νέος Κόσμος γεννιέται δίπλα μας. Ευρηματικός, πολύχρωμος, πολυσυλλεκτικός, αυτός ο νέος κόσμος γεννιέται πάνω στα ερείπια που αφήνει η κρίση. Η Μαίρη το λέει πιο γλαφυρά: «Αν νομίζουν ότι με τη φτώχεια και την εξαθλίωση θα μας τελειώσουν, είναι πολύ πολύ γελασμένοι. Κλείστε κι εσείς τις τηλεοράσεις κι ελάτε μαζί, μαζί μας».

*Call for Proposals: Objects of remembrance*



**

Objects have always been and continue to be carriers of personal and communal memories. The proliferation of objects of remembrance starting in the nineteenth century speaks to the widely felt desire for tangible markers of both fleeting personal experiences and significant public events, from coronations to catastrophes; and equally to the possibilities created by new production processes and technologies that emerged in that century and after. What was particular to modern notions and experiences of time that called forth this demand for souvenirs, commemorative medals and ceramics, postcards, photo albums, and a wide variety of other objects of all kinds that could serve as devices of memory? What roles did such objects play in individual lives, in communities, and in larger social and political relationships? What strategies did artists, designers and manufacturers use to produce objects that could serve these functions? ** **

** **

We invite proposals for a collection of essays—to be published as a special issue of the *Journal of Decorative and Propaganda Arts *(DAPA)—that address objects of remembrance during the modern era. Our aim is to promote an interdisciplinary approach to objects that served as carriers of memory.
Essays may explore such dimensions as design, decoration, manufacture, dissemination, and marketing, as well as the meanings and affective attachments that objects acquire once they have passed into the hands of their owners. Contributions from any field in the humanities—including history, art history, design history, cultural studies, gender studies, anthropology, ethnography, and others—are welcome. ****

** **

The chronological focus for the special issue is from the mid-nineteenth century through 1945, but contributions that extend these parameters will be considered, as will essays that engage contemporary practices applied to historical artifacts. High quality visual documentation is a key aim of
DAPA: each essay should include between twelve and twenty illustrations.
Essays should be between 4,000 and 6,000 words. ****

** **

Abstracts of no longer than 500 words should be submitted by May 31 to both of the editors, at the email addresses provided below. Abstracts should identify as specifically as possible the illustrations to be included.
Authors will be responsible for obtaining the rights to publish images, but the journal will offer reimbursements to cover a part of these costs. The editors will notify contributors by June 20 that they have been invited to submit a first draft of their essay, due October 1.****

** **

* * * * *****

The *Journal of Decorative and Propaganda Arts* was established in 1986 and is published by The Wolfsonian–Florida International University, a museum and research center in Miami Beach, Florida. The goal of DAPA is to publish new scholarship on the visual and material culture of the second half of the nineteenth century and first half of the twentieth, focusing particular attention on often-overlooked media such as decorative arts and propaganda, alongside fine arts, architecture, and industrial and graphic design. DAPA aims to reach a broad audience, including specialists in art history, architectural history, and cultural studies, as well as non-specialist readers, such as collectors, designers, and design enthusiasts. For that reason, we request that authors contribute essays written in a style that will be accessible to these broader audiences. Information about back issues can be found at
http://www.wolfsonian.org/research-library/publications/DAPA. ****

** **

** **

** **

Marta Zarzycka, Guest Editor****

Assistant Professor and Postdoctoral Fellow ****

Graduate Gender Programme****

Department of Media and Culture Studies ****

Utrecht University ****

m.j.zarzycka@uu.nlm.j.zarzycka@uu.nl> ****

** **

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Τάκης Κατσής: Ένας ευαίσθητος άνθρωπος




Άλλη μια απουσία. Το αναπάντεχο πονάει περισσότερο. Αυτή τη φορά πέρασε ως μονίμως απών από τα απουσιολόγια της καφετέριας ‘Μητρόπολη’ ο Τάκης Κατσής. Η παρέα όταν ρώτησα μου ανακοίνωσε απλώς τη μετακίνησή του στην άλλη όχθη του Αχέροντα. Και τότε, ένιωσα αυτή τη χαρακιά στα σωθικά, σα κάποιος να ‘κοψε ένα κομμάτι. Ο θάνατος είναι πάντα ένας ακρωτηριασμός.
     Ο Τάκης Κατσής είχε μια φυσική ευγένεια, που την απέπνεε όλο το κορμί του. Περπατούσε απαλά, λες και δεν πατούσε τη γη. Σα να’ θελε να μην πονέσει τη γη. Ήταν σ’ όλα του ευαίσθητος. Όλη η ύπαρξή του, ο τρόπος που μιλούσε, σκεφτόταν και αντιδρούσε έδειχνε τη βαθιά του εσωτερική καλλιέργεια, ότι δεν ήταν ένας τυχαίος άνθρωπος. Το έδειχνε όταν έκανε βόλτες στην παραλία ή στην κεντρική αγορά, παρέα με τη γυναίκα του. Η ματιά του φαινόταν να θωπεύει τον κόσμο. Ακριβώς αυτή την τρυφερότητα είχε και η φωνή του τον καιρό που έκανε τη νυχτερινή ραδιοφωνική εκπομπή για τη μουσική. Η φωνή του ηρεμούσε. Σ’ έπειθε να σταθείς στη συχνότητα και ν’αφεθείς στην αφήγηση του παρουσιαστή της. Τα τραγούδια που επέλεγε και τα σχόλια που έκανε με εξέπλητταν. Ανήκε σ’ εκείνο το είδος των ανθρώπων που αγαπά σ’ υπερβολικό βαθμό τη μουσική. Οι γνώσεις του πολύπλευρες. Η μόνη του ανταμοιβή απ’ αυτά τα νυχτερινά τραγούδια ήταν ο καλός λόγος. Ψήλωνε όταν τον συναντούσα στο δρόμο και τον ευχαριστούσα για τις μουσικές του επιλογές.
       Ο Τάκης Κατσής ήταν γοητευτικός αφηγητής. Μου διηγιόταν με τις ώρες ιστορίες για ανθρώπους του αθλητισμού στην Πρέβεζα, καθώς  και τις προσωπικές του εμπειρίες. Ο ίδιος υπήρξε αθλητής αλλά και παράγοντας του κλασικού αθλητισμού. Ήταν ένας πολίτης της πόλης που ένιωθε το καθήκον της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο.
       Αυτό το τελευταίο τον οδήγησε σε μια αντισυμβατική στάση ως τραπεζικό στέλεχος. Διετέλεσε διευθυντής στην Εμπορική και τα τελευταία χρόνια της θητείας του στην Κύπρου. Ήταν η περίοδος που μέτρο της ικανότητας ενός στελέχους ήταν ο αριθμός των δανείων που έδινε. Ο Τάκης δεν μπορούσε να μετρηθεί με τους άλλους. Ο αξιακός του κώδικας και η αίσθηση του καθήκοντος ως ανθρώπινης ύπαρξης στέκονταν εμπόδιο σε τέτοιες επιλογές. Δεν έδινε την έγκρισή του σε δάνεια σε όσους δεν είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν. Κίνητρό του για τέτοιες αρνήσεις η πίστη ότι τέτοια δάνεια οδηγούσαν σε καταστροφή. Η εξέλιξη τον δικαίωσε.
    Ο Τάκης Κατσής ήταν ένας πολίτης ευαίσθητος. Θα λείψει από την πόλη. Θα είναι αισθητή η απουσία του από τις καρέκλες του Κόκκαλη. Θα μου λείψει η ευγενής φιγούρα του που κάποιες φορές καθόταν διακριτικά  σ’ ένα τραπέζι, στην αρχή με τη συντροφιά της Καθημερινής κι αργότερα με το τάμπλετ του.
       Είμαι τυχερός που γνώρισα τον Τάκη Κατσή. Σε μια περίοδο που επέπλεαν οι θορυβώδεις, ο Τάκης Κατσής, με τη διακριτικότητα, τη στοχαστικότητα και την ευγένειά του, αποτελούσε 

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Ντίνος Γιώτης, Η γαλλίδα δασκάλα, μυθιστόρημα


Είναι μια εποχή που ο Σείριος, το πιο λαμπρό αστέρι του ουρανού, φαίνεται να αγγίζει τον ορίζοντα, ο ήλιος και η γη να έρχονται πιο κοντά και η ζέστη να γίνεται αφόρητη. Είναι μια εποχή, που κάνει τους άνδρες να στεγνώνουν και να γίνονται ασθενικοί και τις γυναίκες να ανθίζουν και να γίνονται λάγνες όσο ποτέ. Είναι η εποχή των κυνικών καυμάτων. Ένα τέτοιο καλοκαίρι ο δωδεκάχρονος Άγις και οι τρεις συνομήλικοι φίλοι του- ο σκληροτράχηλος Φάνης και οι δίδυμοι Κοσμάς και Δαμιανός- ξεκινάνε με τα ποδήλατά τους για να ανακαλύψουν μια μυστική τοποθεσία, κοντά στο ποτάμι, που όλοι έχουν ακουστά. Εκεί, λέγεται ότι τα μεσημέρια κάνει μπάνιο γυμνή η Μπριζίτ, η όμορφη Γαλλίδα δασκάλα, που φιλοξενεί ο μεγαλοκτηματίας Βάιος τα καλοκαίρια στο αρχοντικό του για να κάνει μαθήματα γαλλικών στο γιο του. Η συνάντηση του Άγι με τη Γαλλίδα δασκάλα θα τον κάνει να ενηλικιωθεί απότομα και τα δραματικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν εκείνο το βράδυ θα σημαδέψουν για πάντα τη ζωή του. Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, ο Άγις παραλαμβάνει ένα δέμα με ένα παλιό, σκουριασμένο πιστόλι και τότε καταλαβαίνει ότι το μυστικό που κουβαλούσε σε ολόκληρη τη ζωή του δεν το γνώριζε μόνο ο ίδιος. Δεν έχει άλλη επιλογή από το να επιστρέψει στον γενέθλιο τόπο για να μάθει και ίσως για να κλείσει οριστικά τις εκκρεμότητες με το παρελθόν. 
Ένα ταξίδι νοσταλγικό, πίσω στα χρόνια της αθωότητας.

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Αποχαιρετισμός στον Οδυσσέα Μουζά




Συγκλονισμένοι αποχαιρετίσαμε τον αγαπητό μας Διευθυντή, Συνάδελφο και Συνεργάτη,  Αν. Καθηγητή Ψυχιατρικής Οδυσσέα Μουζά.
Ο Οδυσσέας Μουζάς υπήρξε μια διακεκριμένη παρουσία στο χώρο της Ιατρική με σημαντικό κλινικό, διδακτικό και ερευνητικό έργο. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Α.Π.Θ. Ειδικεύθηκε στην Ψυχιατρική στο Νοσοκομείο Pitié-Salpêtrière (Πανεπιστήμιο Paris-VI). Η διδακτορική του διατριβή υποστηρίχθηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Από το 2000 εργάστηκε στην Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική υπηρετώντας τον ευαίσθητο τομέα της Ψυχικής Υγείας.
Άνθρωπος της προσφοράς ο Οδυσσέας Μουζάς, αφοσιωμένος ως θεραπευτής και ακαδημαϊκός δάσκαλος, υπήρξε ακούραστος και δημιουργικός. κρατώντας χαμηλούς τόνους, με ήθος, ευγένεια, ευπρέπεια και διακριτικότητα.
Όλοι εμείς που είχαμε την τιμή και τη χαρά να συνεργαζόμαστε καθημερινά μαζί του και να τον γνωρίσουμε κι ως Άνθρωπο, αισθανόμαστε βαρύ το χρέος να τιμήσουμε την προσφορά και το παράδειγμά του στην Κλινική μας, συνεχίζοντας με το καλύτερο δυνατό τρόπο το έργο του.
Αποχαιρετώντας τον, με σεβασμό, στο τελευταίο του ταξίδι, εκφράζουμε τη βαθύτατη θλίψη και συγκίνηση μας και τη θερμή μας συμπαράσταση στην οικογένεια του.

Η Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική του Π. Γ.Ν.Λ.


Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Μπίλη Βέμη, τιμή σε μια ποιήτρια



Η Μπίλη Βέμη ήταν πάνω απ' όλα ποιήτρια. Διακριτική κι ευα,ίσθητη πέρασε στην άλλη όχθη του Αχέροντα αθόρυβα.Οι συνάδελφοί της στη Σχολή Επιστημών του Ανθρώπου του Πανεπιστημίου της Θεσσαλίας αποφάσισαν να τιμήσουν τη συνάδελφο και ποιήτρια. Θα δοθεί το όνομά της στην αίθουσα του
1ου ορόφου (Νέα Αίθουσα)και η εκήλωση θα γίνει  την Τρίτη 23/4 στις
8.30μμ.Είναι μια ευκαιρία, όπως τονίζουν οι οργανωτές, "για να θυμηθούμε όλοι όσοι είχαμε την
τύχη να εργαστούμε μαζί της, την προσφορά
της στο Παν/μιο Θεσσαλίας και να γνωρίσουν
όσοι δεν είχαν αυτή την τύχη, το έργο της,
την επιστημονική της πορεία και την
μοναδική της προσωπικότητα".

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Οι «Μικρές Μανωλάδες»




Έχουν ειπωθεί πολλά για όσα συνέβησαν στη Μανωλάδα της Ηλείας. Για τη βαναυσότητα με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι μετανάστες από το Μπαγκλαντές που μάζευαν τις φράουλες. Σφαίρες αντί για μεροκάματο. Η εικόνα των τραυματισμένων εργατών γης ξεσήκωσε τους πάντες. Υπουργοί, δημοσιογράφοι, δήμαρχοι και δημοσιογράφοι εξέφρασαν τον αποτροπιασμό τους. Σωστή αντίδραση. Δεν είναι όμως αρκετή.
       Τα γεγονότα της Μανωλάδας έφεραν στην επιφάνεια μια παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας . Όλοι μένουμε έκπληκτοι μπρος σ’ ένα τραγικό γεγονός. Το καταδικάζουμε απερίφραστα ενώ ταυτόχρονα λύνεται η γλώσσα . Όλοι γνώριζαν αλλά λίγοι κατήγγειλαν και ζήτησαν να ληφθούν μέτρα.
     Στη δεκαετία του 1990 κι ύστερα υπήρξαν πολλές παραβατικές συμπεριφορές , που αποδόθηκαν στους Αλβανούς μετανάστες στην Ελλάδα. Πράξεις που στρέφονταν ενάντια στην περιουσία, κάποιες φορές και τη ζωή, Ελλήνων πολιτών. Όλα αυτά αντιμετωπίστηκαν ως εκδηλώσεις μιας στερεοτυπικής αντίληψης για τους Αλβανούς. «Κακοί» άνθρωποι που ανταπέδιδαν τη φιλοξενία με αδικοπραξία. Σπάνια όμως, κάποιος έψαχνε πίσω από τα γεγονότα. Όλα οφείλονταν στην πολιτισμική ιδιοσυστασία του Αλβανού μετανάστη, έλεγε το στερεότυπο. Οι Έλληνες πολίτες ήταν απλώς τα θύματα.
       Προφανώς, το στερεότυπο αυτό βόλευε τους «δυνατούς», που εκδήλωναν την εξουσία τους σε ανυπεράσπιστους και φοβισμένους μη νόμιμους μετανάστες. Όπως και ο κοτζαμπάσης της Μανωλάδας, το ίδιο και πολλοί Έλληνες μικρο-ργοδότες απασχολούσαν Αλβανούς  μετανάστες που δούλευαν ανασφάλιστοι και με μικρό μεροκάματο. Κι όταν ερχόταν η ώρα της πληρωμής είτε τους κατέδιδαν στην αστυνομία για να τους συλλάβει και να τους εκτοπίσει είτε τους πλήρωναν όσο και όποτε ήθελαν.
       Αυτό το κλίμα επώασε τα γεγονότα της Μανωλάδας. Ο μετανάστης έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος. Του φορτώσαμε όλα τα κακά που συνέβησαν στην ελληνική κοινωνία. Τα τελευταία δε χρόνια ο Αλβανός αντικαταστάθηκε από τους ασιάτες μετανάστες. Φτωχοί αλλά και κατατρεγμένοι άνθρωποι που έφτασαν στη χώρα μας, στη Δύση, κυνηγώντας το όνειρο μιας καλύτερης ζωής.
       Έναν τέτοιο συνάντησα στη Μαγνησία. Δούλευε στο πλυντήριο ενός βενζινάδικου. Νέο παιδί που μάζευε με λαχτάρα το ψευτομπουρμπουάρ του πελάτη-κάποια σεντς-για να τα στείλει στο χωριό του, οι γονείς του είχαν να ταΐσουν αρκετά α;νήλικα στόματα.Η\
    Τελικά, στον τρόπο που αντιμετωπίζει μια χώρα τους μετανάστες αντανακλάται ο πολιτισμός μιας χώρας. Τα μεγάλα λόγια δεν πείθουν. Και η χώρα μας έχει μια ευκαιρία να βελτιώσει την εικόνα της. Η ανθρωπιά δεν έχει χρώμα.
        

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Ε.Αυδίκος, Πολιτισμοί και κοινωνίες της νότιας Πίνδου


ΕκτύπωσηE-mail
Σάββατο, 20 Απρίλιος 2013 17:48
ΜΕΛΕΤΕΣ - ΔΟΚΙΜΙΑ
του Μιχάλη Μακρόπουλου
Σε τούτο το βιβλίο έντεκα κείμενα συνυπάρχουν κι αλληλοσυμπληρώνονται δίνοντας μια βαθιά και πλατιά εικόνα αυτού που λέει ο τίτλος.
Το πρώτο κείμενο πραγματεύεται τον τρόπο που οι νομάδες Σαρακατσάνοι και οι ημινομάδες Βλάχοι αντιλαμβάνονταν το χρόνο (καλοκαίρι στο βουνό και χειμερινή «εξορία» στον κάμπο). Το ίδιο εν μέρει πραγματεύεται και το κείμενο «Ο Βλάχος στο λαϊκό πολιτισμό» (εδώ, επί Τουρκοκρατίας, το καλοκαιρινό βουνό είναι για το Βλάχο χώρος ελευθερίας κι ο χειμερινός κάμπος είναι, αντίθετα, χώρος υποταγής). Το δεύτερο κείμενο αναφέρεται στην ταυτότητα ενός τόπου (τα Τζουμερκοχώρια) μέσ’ από τα μάτια των κατοίκων του – η ταυτότητά του ως τόπου μυθικού (με γενάρχη τον Αθάμαντα) ή τόπου νοσταλγίας για τους Τζουμερκιώτες της Διασποράς που «ικανοποιημένοι που ο τόπος ανταποκρίθηκε με τα πανηγύρια στις ψυχικές και κοινωνικές ανάγκες του κατοίκου της πόλης, δυσκολεύονται ν’ ακούσουν τον ήχο της σιωπής που το χειμώνα είναι κυρίαρχος στα Τζουμέρκα».
Τούτος ο προσδιορισμός της ταυτότητας μέσ’ από ένα κοινό μυθικό παρελθόν είναι το θέμα και του επόμενου κειμένου, τώρα με τον Ασπροπόταμο να προσφέρει τη γεωγραφική ραχοκοκαλιά που στο προηγούμενο κείμενο την προσέφερε ο Άραχθος, κι εδώ ο συγγραφέας διαπιστώνει:
«Η κτηνοτροφία καταρρέει και οι κτηνοτρόφοι, στην πλειονότητά τους, επιλέγουν να εγκατασταθούν μόνιμα στον κάμπο. Οίκος των Ασπροποταμιτών πλέον γίνεται ο κάμπος. Τα ορεινά χωριά τους, ιδίως μετά τη δεκαετία του 1980, μεταβάλλονται σε πολιτισμικές βαλβίδες για τους κατοίκους του κάμπου. Δεν είναι τα πανηγύρια και ο καλοκαιρινός χρόνος μέρος του τελετουργικού, αναπαραγωγικού χρόνου. Το πανηγύρι ως τελετουργία υπηρετεί τη δομή του παραγωγικού χρόνου στο σύγχρονο κόσμο, που χρειάζεται πολιτισμικές βαλβίδες εκτόνωσης».
Μια εκκλησία είναι η μαγική πύλη ενός τόπου, του Συρράκου, στο κείμενο με τίτλο «Σ’ντζόρτζιου» (ο Αϊ-Γιώργης). Στην «Γκλίτσα», το θέμα είναι ο τρόπος που τα σύμβολα ορίζουν την ταυτότητα – και στα μάτια αυτού που αυτοπροσδιορίζεται και στα μάτια των άλλων. Ένα καθημερινό, ταπεινό θα ’λεγε κανείς αντικείμενο, σαν την γκλίτσα, με την κατασκευή της, τα κεντήματά της, κ.λπ., ορίζει τη θέση του ατόμου στην κτηνοτροφική κοινωνία.
Στο μεστό κείμενό του για τον Κώστα Μπαλάφα, τον σπουδαίο Ηπειρώτη φωτογράφο, ο συγγραφέας τον συγκαταλέγει στη χορεία των μεγάλων, αυτοδίδακτων λαϊκών μαστόρων. «Η φωτογραφική τέχνη του Μπαλάφα, λοιπόν, είναι η συνέχεια του μοιρολογιού, του τραγουδιού της ξενιτιάς, των γεφυριών. Είναι ύμνος στον αγωνιζόμενο άνθρωπο που στέκει όρθιος σ’ όλες τις αντιξοότητες. Δεν έχει αφετηρία τη μιζέρια. Αντίθετα, είναι δοξαστικό στη λαϊκή κοσμολογία».
Τα κείμενα, χάρη στον τρόπο που ο συγγραφέας τα πραγματεύεται, υπερβαίνουν ανεξαιρέτως το στενό ενδιαφέρον του θέματός τους ή του τόπου τον οποίον αφορούν, και χάρη στην ευρύτητα και τη γλαφυρότητά τους «μιλούν» σ’ οποιονδήποτε αναγνώστη ευαίσθητο απέναντι στο πώς ο άνθρωπος βιώνει τον τόπο του κι ορίζεται απ’ αυτόν.
Ο Ευάγγελος Αυδίκος είναι καθηγητής Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Στην εισαγωγή του γράφει:
«Όσο κι αν ο στρεβλός τρόπος ανάπτυξης της Ελλάδας οδήγησε πολλούς να μετακινηθούν στον κάμπο, γεγονός που σημαδεύτηκε από απαξίωση για τον πολιτισμό τους, οι ρίζες υπάρχουν μέσα μας. Μοιάζουν με τις αγριάδες που φυτρώνουν στον κήπο μου. Όσο κι αν προσπαθώ να τις ξεριζώσω, αυτές ξεπετάγονται και ξαναφουντώνουν, βγάζοντάς μου περιπαικτικά τη “γλώσσα” για την αφέλειά μου να πιστεύω ότι ο πόλεμος με τις ρίζες μπορεί να με αναδείξει τροπαιοφόρο. Το ίδιο ισχύει και για την καταγωγή. Και εκεί ο αγώνας είναι μάταιος. Η ανακάλυψη και η συμφιλίωση με αυτήν είναι μια πράξη ομολογίας των δανείων αλλά και του χρέους μας προς τις κολόνες του νεοελληνικού μας βίου: τα βουνά».
Η παραπάνω παράγραφος είναι χαρακτηριστική του ύφους (και του ήθους) του βιβλίου.
Πολιτισμοί και κοινωνίες της νότιας ΠίνδουΠολιτισμοί και κοινωνίες της νότιας Πίνδου
Ευάγγελος Αυδίκος
Πεδίο
336 σελ.
Τιμή € 17,00
Πολιτισμοί και κοινωνίες της νότιας Πίνδου
Ευάγγελος Αυδίκος
Πεδίο
336 σελ.
Τιμή € 17,00

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

ΥΠΟΤΡΟΦΙΑ

From: Ollie Angus Douglas <o.a.douglas@reading.ac.uk>
Date: April 15, 2013 4:56:59 PM GMT+03:00

Applications are now being invited for the Gwyn E. Jones MERL  Fellowship scheme for 
2013-14, tenable for up to twelve months, to  support research in subject areas
associated with the Museum of  English Rural Life (MERL) at the University of Reading. 
The closing  date is 10 May 2013.

Successful proposals attract a stipend of up to £10,000 for a maximum  period of twelve 
months. Applications for shorter periods of research  are welcome but would attract a 
commensurately smaller stipend. The  funding can be used to offset teaching and
administration costs, and  other research-related expenses. Fellows are encouraged to 
participate  in the academic programmes of the Museum.

For further details of the scheme and information about how to apply  please click on the 
following link: http://www.reading.ac.uk/merl/research/merl_fellowships.aspx

Dr Oliver Douglas
Assistant Curator, Museum of English Rural Life
University of Reading, Redlands Road, Reading, RG1 5EX
t (direct): +44 (0) 118 378 8669
t (main): +44 (0) 118 378 8660
http://www.reading.ac.uk/merl/

--

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Journal of World Popular Music Call for Submissions

From: Harris Berger <harris-m-berger@tamu.edu>
Date: April 15, 2013 7:12:53 PM GMT+03:00




We are pleased to announce a call for submission of articles for the  new /Journal of 
World Popular Music/ (first issue to be published in  June 2014). Articles may focus on 
the study of world popular music in  all its forms and from a variety of academic and 
other perspectives,  including any local popularized musics of the world, commercially  
available music of non-Western origin, musics of ethnic minorities,  and contemporary 
fusions or collaborations with local ‘traditional’ or  ‘roots’ musics with 
Western pop and rock musics.

Moreover, we welcome reviews of relevant books, special issues,  magazines, CDs, 
websites, DVDs, online music releases, exhibitions,  artwork, radio programs and world 
music festivals. Currently, we wish  to specifically commission reviews of the following: 
/Songlines/  Magazine; WOMAD festival; National Geographic World Music website; and  a 
variety of book titles. Please contact the reviews editor.

We also invite alternative means of representing research and  scholarship through 
creative and visual means (e.g., photography;  poetry; artwork), and through audio and 
video means.


About JWPM

The Journal of World Popular Music is a peer-reviewed academic journal  that publishes 
research and scholarship on recent issues and debates  surrounding international popular 
musics, also known as World Music,  Global Pop, World Beat, or (more recently) World 
Music 2.0. The  journal provides a forum to explore the manifestations and impacts of  
post-globalizing trends, processes, and dynamics surrounding these  musics today.

Placing specific emphasis on contemporary, interdisciplinary, and  international 
perspectives, the journal’s special features include  empirical research and 
scholarship into the (global) creative and  music industries, the participants of World 
Music, the musics  themselves and their representations in all media forms today, among  
other relevant themes and issues; alongside explorations of recent  ideas and 
perspectives from popular music, ethnomusicology,  anthropology, musicology, 
communication, media and cultural studies,  sociology, geography, art and museum studies, 
and other fields with a  scholarly focus on world popular music.


Special Issues

Beside general issues containing articles of differing topics and  approaches to the 
study of World Popular Music, the journal will also  feature special guest-edited issues 
that bring together contributions  under a unifying theme or geographical area. If you 
wish to propose a  special issue for the journal, please contact the editor.


Editorial Team

Editor: Simone Krüger, Liverpool John Moores University, United  Kingdom 
(s.kruger@ljmu.ac.uk)
Reviews Editor: Sarah Baker, Griffith University, Australia (s.baker@griffith.edu.au )


Editorial Board

Akosua Adomako Ampofo, University of Ghana, Ghana
Harris M. Berger, Texas A&M University, United States
Johannes Brusila, Åbo Akademi University, Finland
Thomas Burkhalter, Züricher Hochschule der Künste, Switzerland
Veit Erlmann, University of Texas, Austin, United States
Lucy Durán, SOAS, United Kingdom
Kevin Dawe, University of Leeds, United Kingdom
Simon Frith, Edinburgh University, United Kingdom
Anthony Y.H. Fung, The Chinese University of Hong Kong, Hong Kong
Reebee Garofalo, University of Massachusetts Boston, United States
Andreas Gebesmair, Fachhochschule St. Pölten, Austria
Lucy Green, University of London, United Kingdom
Fabian Holt, University of Roskilde, Denmark
Peter Manuel, City University of New York, United States
Tony Mitchell, University of Technology, Sydney, Australia
Motti Regev, The Open University of Israel, Israel
Carol Silverman, University of Oregon, United States
Alfred Smudits, Universität für Darstellende Kunst und Musik Wien,  Austria
Martin Stokes, King's College London, United Kingdom
Tim Taylor, University of California, Los Angeles, United States
Felipe Trotta, Universidade Federal Fluminense, Brazil


Further Information

For author guidelines, subscription details, and other relevant  information, please see 
the publisher’s website https://www.equinoxpub.com/journals/index.php/JWPM/index

--
Διαγραφή | Reply(R) | Reply to All(A) | Προώθηση | Redirect(T) | View Thread(V) | Message Source(M) | Save as | Print(P)
Μεταφορά | Αντιγραφή 

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Cultural Heritage Archives: Networks, Innovation & Collaboration A Symposium at the Library of Congress Sept. 26-27, 2013

From: "Kerst, Catherine Hiebert" <cker@loc.gov>
Date: April 11, 2013 4:44:46 PM GMT+03:00

Cultural Heritage Archives: Networks, Innovation & Collaboration
A Symposium at the Library of Congress
Sept. 26-27, 2013

The American Folklife Center at the Library of Congress will hold a  symposium entitled 
Cultural Heritage Archives: Networks, Innovation &  Collaboration on Sept. 26-27, 2013.

The symposium is free and open to the public.  Cultural heritage  archives serve as 
valuable repositories of memory and knowledge that  document the ongoing community-based 
creativity of individuals and  groups. During the past decade, there has been an 
increasing  acknowledgement of the value and power of developing such archives at  all 
levels, from very local and informal collections to large national  and international 
repositories.

The Cultural Heritage Archives symposium aims to energize the  discussion of ethnographic 
archival thought and practice by presenting  fresh and dynamic strategies for 
contemporary archival realities. It  will also provide a forum for new voices to present 
and discuss  emerging archival initiatives as well as case studies focused on  several 
key topics for a public audience. The symposium will combine  longer presentations by 
invited speakers with short papers generated  through this call.

Symposium Sessions:
*   Session I: Users of Cultural Heritage Archival Materials
*   Session II: Preservation and Digital Stewardship
*   Session III: Archival Description
*   Session IV: Education and Training
*   Session V: Sharing Resources
*   Session VI: Forging Archival Collaborations and Alliances

For a fuller description of the symposium and the individual sessions,  go to: 
http://www.loc.gov/folklife/events/culturalheritagearchives/


CALL FOR PAPERS

Deadline for submission of abstracts: April 22, 2013

Proposals for short presentations (5-7 min.) should be submitted as  email attachments 
and sent to folklife@loc.gov.  Please include the  information requested and indicate 
which of the six symposium sessions  would be most appropriate for your presentation.

Updates about the symposium, information about registration, and other  details for this 
free event can be viewed at:http://www.loc.gov/folklife/events/culturalheritagearchives/

NOTE: We may have limited funds to support travel. If your proposal is  accepted, would 
you like to be considered for a stipend to support  travel to the symposium? If so, 
please provide a statement of need  along with your proposal.

Catherine Hiebert Kerst
American Folklife Center
Library of Congress
Washington, DC 20540
cker@loc.gov