Google+ Badge

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνριρον....διηγήματα ερωτικά, Επιμέλεια -επίμετρο Άγγελα Καστρινάκη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης 2017


http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=373546

Ο ανέραστος ερωτικός

Μια ανθολόγηση διηγημάτων με ερωτικό θέμα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη αποκαλύπτει έναν άνδρα γεμάτο πάθη, μακριά από το στερεότυπο του «κοσμοκαλόγερου» και του «φτωχούλη του Θεού»
Ο ανέραστος ερωτικός


Μα είναι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ερωτικός συγγραφέας; θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης που για χρόνια άκουγε για τον «κοσμοκαλόγερο», τον «φτωχούλη του Θεού», τον «κυρ Αλέξανδρο» και τον φανταζόταν ως έναν μονήρη αντιερωτικό γέροντα. Κι όμως είναι, απαντά ο ποιητής Χριστόφορος Λιοντάκης, ο οποίος ανθολόγησε πρόσφατα τον σκιαθίτη συγγραφέα συλλέγοντας σε έναν τόμο τα καλύτερα ερωτικά του διηγήματα.

Ο ανθολόγος συλλέγει διηγήματα που οι ήρωές του κατακλύζονται από έρωτα. Αγαπούν και αγαπώνται, είναι νέες γυναίκες θελκτικότατες, άνδρες που λιώνουν από αγάπη χωρίς ανταπόδοση, θηλυκά που περπατούν και τρίζουν τα σοκάκια, χήρες που σκορπούν πόθους ηδονής, άνδρες που μεθούν και τραγουδούν ερωτικά δίστιχα κάτω από τα παραθύρια γυναικών, νεαροί που ερωτεύονται μεγαλύτερές τους γυναίκες, ξαδέλφια που αγαπάνε ξαδέλφες τους κτλ.

Πρόκειται για ένα ερωτικό σύμπαν που ελάχιστοι θέλησαν να ανιχνεύσουν ως ξεχωριστό πεδίο στη λογοτεχνία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Οι μελετητές του είχαν βεβαίως προσέξει τις αναφορές του στον έρωτα, κυρίως στα μυθιστορήματά του. Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος επισημαίνει τη «φυσικότητα και την αγριότητα του ερωτικού πάθους» στο μυθιστόρημα «Οι έμποροι των εθνών» και αποδίδει τη θέληση του Παπαδιαμάντη να ξεχωρίσει τον «αγαπητικό έρωτα της καθ΄ ημάς Ανατολής από το ερωτικό αυτοείδωλο της φραγκικής Δύσης» ( Ο άγονος έρωτας ή Desinit in piscem ).

Ο Λάκης Προγκίδης θα μελετήσει τον ανείπωτο έρωτα του Μάχτου για την Αιμά, η οποία όμως αγαπάει τον απαγωγέα της, τον κακό Σκούντα, στο μυθιστόρημα Η Γυφτοπούλα Ερωτας, ανατολή, μυθιστόρημα ). Τον ερωτικό Παπαδιαμάντη θα προσέξει και ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος καθώς θα προσπαθήσει να ξανασμιλέψει την προσωπογραφία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη παρουσιάζοντας αθέατες πλευρές του έργου του, μεταξύ των οποίων και την ερωτική.

Ο Χριστόφορος Λιοντάκης όμως θα πάει παραπέρα, θα μελετήσει και θα συλλέξει τον παγανιστικό Παπαδιαμάντη, τον Παπαδιαμάντη της πρόκλησης και του αισθησιασμού. Ενός αισθησιασμού που άλλοτε προκαλείται με υπαινικτικό τρόπο και αλλού προβάλλεται διθυραμβικά, όπως π.χ. στην περιγραφή των κοριτσιών: «Ητο ήδη δεκαεπταέτις, κ΄ εφαίνετο να είναι είκοσι ετών, εν υπερακμή ρώμης και καλλονής, το κορύφωμα τούτο της ανοίξεως, την ετοίμην να παραδώσει τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον και δρεπανοφόρον θέρος-έρος». Η κόρη βγαίνει βόλτα και προκαλεί και μόνο διά της περιγραφής της ενδυμασίας της: «Μόλις εξήλθον της πολίχνης, και η κόρη έβγαλε την πόλκα της, ειπούσα ότι αισθάνεται ζέστην, κι έμεινε μόνον με το μεσοφούστανον, με το ολοβραχιόνιον υποκάμισον και με την λευκήν βαμβακερήν φανέλλαν. Τότε ανεδείχθη εξαισιώτερον το ραδινόν της μέσης, η χάρις του αναστήματος και το γλαφυρόν των κόλπων της. Υπό την λεπτήν φανέλλαν, όπου εφαίνονται ανατέλλουσαι οι σάρκες της, θα έλεγέ τις ότι είχεν αποταμιευμένα νεοδρεπή ωχρόλευκα κρίνα, με φλεβιζούσας αποχρώσεις λευκού ρόδου...» (από το διήγημα Θέροςέρος ).

Οι ήρωες του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι ένα ερωτικό σύμπαν με καλλίπυγες κορασίδες, μοναχικούς απέλπιδες ερωτευμένους ανελέητα, λαϊκές γυναί κες και παντού έρωτες που διασταυρώνουν τα ξίφη τους. Εικόνες που δεν διαφέρουν από αυτές του σήμερα.

Για χρόνια πολλά και για πολλούς ο Παπαδιαμάντης ήταν ένας λογοτέχνης «εκτός κλίματος». Θέλεις η σχολική χρήση του, θέλεις η άποψη ότι έχει δύσκολη γλώσσα ή η ταύτισή του με τα χριστουγεννιάτικα και πασχαλινά διηγήματα, τον έκαναν απωθητικό στις νεότερες γενιές. Γνωρίζω δεκάδες νέους που είναι πολύ καλοί γνώστες της αγγλοσαξονικής ή γαλλικής λογοτεχνίας και δεν έχουν διαβάσει ποτέ Παπαδιαμάντη ενώ αγνοούν την ύπαρξη λογοτεχνών όπως ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, ο Μιχαήλ Μητσάκης ή ο Δημοσθένης Βουτυράς.

Στην απαξίωση του Παπαδιαμάντη συνέτεινε και η προσπάθεια να περιοριστεί, να μπει σε καλούπια και έτσι να αφυδατωθεί η πολυσημία του έργου του. Οι υπέρμαχοι της ελληνορθόδοξης παράδοσης τον ήθελαν αποκλειστικά «δικό» τους, έναν λογοτέχνη αφιερωμένο στον Θεό. Από την άλλη μεριά, οι διαφωτιστές/θετικιστές τον απαξίωναν θεωρώντας τον κακό λογοτέχνη. Εγραψαν ότι «ηθογραφεί τη ζωή χωρίς πάθος για τον άνθρωπο», ότι «η τεχνική του είναι απλή, μονότροπη και καταντά μονότονη», «τα πρόσωπα είναι θαμπά και ουδέτερα», «τα επίθετα φτωχά και συμβατικά... με ύφος, έκφραση, γλώσσα σχεδόν τυχαία, ενώ κάποτε το σύνολο δεν απαρτίζεται παρά από μια περιγραφή».

Πλαστό το φωτοστέφανο της αγιοσύνης 
Το σπίτι στη Σκιάθο όπου έζησε και πέθανε ο Παπαδιαμάντης
Ο Χριστόφορος Λιοντάκης στη συλλογή αυτή μας παρουσιάζει μία από τις πολλές πλευρές του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη η οποία σε μεγάλο βαθμό κυριαρχεί στα έργα του, που είναι ο ερωτικός Παπαδιαμάντης. Ο ανθολόγος στην εισαγωγή του θα παρατηρήσει ότι ο Παπαδιαμάντης από τα είκοσι δύο του χρόνια θα δώσει το στίγμα του ως μοναχικής προσωπικότητας με εκείνο το περίφημο ποίημα που απευθύνεται στη μάνα του και της λέει ότι ο ίδιος είναι ένα «σκοτεινό τρυγόνι»:

«Μάνα μου, εγώ είμαι τ΄ άμοιρο το σκοτεινό τρυγόνι/όπου το δέρνει ο άνεμος βροχή που το πληγώνει».

Θα ζήσει μια ζωή μακριά από τους λογοτεχνικούς κύκλους, με τη χειρωνακτική εργασία της μετάφρασης και κάνοντας παρέες με τους ανώνυμους πελάτες στα μπακάλικα-ταβέρνες της εποχής. Το φωτοστέφανο της αγιοσύνης είναι πλαστό, τονίζει ο Χριστόφορος Λιοντάκης, καθώς και πολλοί άλλοι μελετητές του Αλ. Παπαδιαμάντη, όπως ο Κ. Στεργιόπουλος, ο Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, η Ερη Σταυροπούλου κ.ά. Ο Χρ. Λιοντάκης χωρίζει τα ερωτικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη σε δύο βασικές κατηγορίες: σε εκείνα στα οποία εξιστορεί προσωπικές ερωτικές ιστορίες και σε εκείνα στα οποία περιγράφει ερωτικές ιστορίες άλλων.

Στην πρώτη κατηγορία υπάγονται ανάμεσα στα άλλα τα πολύ γνωστά « Ονειρο στο κύμα», « Ρόδινα ακρογιάλια», « Η φαρμακολύτρια», « Ολόγυρα στη λίμνη» και « Υπό την βασιλικήδρυν». Εδώ ο Παπαδιαμάντης εμφανίζεται ρεμβάζων, νοσταλγός, ματαιωμένος και τα κείμενα αποπνέουν έναν βαθύτατο αισθησιασμό και ερωτισμό. «Οι περιγραφές του αποσπώνται από τον πεζό λόγο και περνούν στον χώρο της καθαρής ποίησης, ο Παπαδιαμάντης μεγαλύνει το ασήμαντο τιθασεύοντας το μεγαλειώδες», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ανθολόγος.

Η δεύτερη κατηγορία των ερωτικών διηγημάτων που αναφέρονται σε ερωτικές περιπέτειες τρίτων χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: α) Τα διηγήματα που αναφέρονται σε ερωτοχτυπημένους νεαρούς κυρίως που βασανίζονται από ανεκπλήρωτους έρωτες. Τέτοια είναι τα: « Για την περηφάνεια», « έρωτας στα χιόνια», « Ερος- ήρως» και «Η νοσταλγός».
β) Τα διηγήματα που αναφέρονται σε μια ερωτική περιπέτεια με ευτυχή κατάληξη και είναι ελάχιστα, μόνο τρία: « Η βλαχοπούλα», « Θέρος- έρος» και «Το καμίνι». γ) Σε αυτή την κατηγορία ο ανθολόγος εντάσσει τα διηγήματα όπου στο πλαίσιο μιας ερωτικής ιστορίας αναπτύσσεται κοινωνική κριτική, στηλιτεύονται οι κοινωνικές αδικίες, τα κοινωνικά αδιέξοδα, οι προλήψεις, κρίνονται αταίριαστοι ή περίεργοι γάμοι και γενικότερα υποχωρεί το ερωτικό- λυρικό στοιχείο και αναδεικνύονται η ειρωνεία, το χιούμορ και η κριτική διάθεση. Τέτοια διηγήματα είναι τα: « Οι κουκλοπαντριές», « Ο καλόγερος», « Το τυφλό σοκάκι», « Ο γάμος του Καραχμέτη», « Απόλαυσις στη γειτονιά», « Χωρίς στεφάνι» κτλ.

Η πικρή αγάπη 
Ο Παπαδιαμάντης (αριστερά) και ο Βλαχογιάννης στην πλατεία Δεξαμενής στο Κολωνάκι τον χειμώνα του 1908
Η ίδια η ζωή του Παπαδιαμάντη τον οδήγησε να κατατρύχεται και να βασανίζεται από πάθη. Είναι ένας «πάσχων αμαρτωλός». Και αυτό είναι απόλυτα φανερό στα διηγήματά του όπου ο έρωτας είναι πάσχων και συνήθως ανεκπλήρωτος. Ο Κώστας Στεργιόπουλος μελετώντας τη Φαρμακολύτρια, διήγημα στο οποίο πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, επεσήμανε το πάθος του Παπαδιαμάντη, ένα πάθος από το οποίο δεν θέλει να θεραπευτεί. Ο ήρωας καταφεύγει στον ναό της Αγίας Αναστασίας της «Φαρμακολύτριας», για την οποία λεγόταν ότι αν έζωνε κάποιος τον ναό της επτά φορές με σκοινί από γνήσιο κερί θα μπορούσε να λυτρωθεί από τα μάγια του έρωτος: «Εβδομηντάκις επτά θα είχον τώρα ανάγκη να περιζώσω τον ναόν της Αγίας Αναστασίας. Τοσάκις είχε περιεζωσμένην την καρδίαν μου η άκανθα της πικράς αγάπης, τοσάκις την είχε περισφίγξει το ερπετόν πάθος... Ευλαβούμην την Αγίαν, ησχυνόμην να ομολογήσω προς εμαυτόν ότι ήμην, οψέ ήδη της ηλικίας, λεία του πάθους και έρμαιον». Οταν στο τέλος η αγία δεν κάνει το θαύμα της, ο πρωταγωνιστής θα αναφωνήσει: «Εξύπνησα. Εσηκώθην και έφυγα. Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία δεν είχε εισακούσει την δέησίν μου». 

Κώστας Καβανόζης, Τυχερό, μυθιστόρημα, Πατάκης 2017




Ο Κώστας Καβανόζης επιστρέφει  με το 5ο του βιβλίο. Μετά τη συλλογή διηγημάτων «Το Χαρτόκουτο» παρουσιάζει  τώρα ένα  μυθιστόρημα με τίτλο: «Το Τυχερό». Το όνομα το έχει πάρει από το Τυχερό του Έβρου από όπου κατάγεται, τόσο ο ίδιος, όσο και οι πρωταγωνιστές της ιστορίας του. «Είναι και λίγο ένα παιχνιδάκι η λέξη Τυχερό που παραπέμπει στην τύχη του καθενός και των πρωταγωνιστών του βιβλίου.» δηλώνει στην ΕΡΤ Κομοτηνής ο συγγραφέας κι εξηγεί ότι πρόκειται για μια ιστορία που έχει να κάνει με τον αδερφό της γιαγιάς της, λεγόταν Βαγγέλης Βολοβότσης.
«Μια ιστορία που ξεκινάει από το 1922 και την έλευση του από την Ανατολική Θράκη. Ήταν μικρό παιδί τότε. Έγινε δάσκαλος, δούλεψε στα χωριά του Έβρου, παντρεύτηκε, έκανε ένα παιδί. Εντάχθηκε στο ΚΚΕ και με τον Εμφύλιο βρέθηκε στην Ουγγαρία. Η γυναίκα του με το παιδί του έμειναν πίσω και προσπαθούσαν επί σειρά ετών να τον επισκεφτούν εκεί.»
Το πρώτο δυστύχημα της Ολυμπιακής Αεροπορίας
Σύμφωνα με τον Κώστα Καβανόζη, ο θείος, η θεία, η οικογένειά τους γύρισαν στην Ελλάδα το 1981, εκείνος τους γνώρισε λίγα χρόνια μετά. «Πρόκειται για μια τραγική ιστορία, η οποία είναι δοσμένη μόνο μέσα από μαρτυρίες, ντοκουμέντα, πρωτοσέλιδα εφημερίδων. Περιστρέφονται όλα γύρω από το πρώτο αεροπορικό δυστύχημα που έγινε στην Ελλάδα στις 29 Οκτωβρίου το 1959, το πρώτο δυστύχημα της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Η ιστορία κινείται γύρω από αυτό τον άξονα. Υπάρχει και η αφήγηση. Όμως βασίζεται  αποκλειστικά και μόνο σε πραγματικά γεγονότα και τα πρόσωπα που εμφανίζονται είναι όλα με τα αληθινά τους ονόματα.» δηλώνει ο κύριος Καβανόζης.
Μια ιστορία έχει αξία στο πως θα την πει κανείς
Μια αληθινή ιστορία που έγινε μυθιστόρημα. Πού εμφανίζεται η μυθοπλασία; Ρωτήσαμε τον δημιουργό για να απαντήσει στον τρόπο που είναι συνδυασμένα όλα τα στοιχεία της ιστορίας. «Δεν έχω τίποτα επινοημένο, όμως, ο τρόπος με τον οποίο έχουν συνδυαστεί αυτά δίνει και μια ώθηση στην αφήγηση. Μια ιστορία έχει αξία στο πως θα την πει κανείς κι έχω την ελπίδα ότι την είπα καλά.» δηλώνει ο εκπαιδευτικός-συγγραφέας, που πήρε το ρίσκο και μίλησε για κάτι προσωπικό, κοντινό, δικό του. Ελλοχεύει κάποιος κίνδυνος, υπήρχε όντως ρίσκο; τον ρωτήσαμε για να απαντήσει πως « Υπήρχε, αλλά ευτυχώς για μένα η ιστορία δεν κινήθηκε από μόνη της σε τέτοιου είδους κατευθύνσεις. Δεν χρειάστηκε να μπω σε διλήμματα. Μιλάω για ανθρώπους οι οποίοι εδώ και είκοσι χρόνια είναι εκλιπόντες. Εστιάζω σε άλλα πράγματα από αυτά που θα πείραζαν προσωπικά τον καθέναν. Γι αυτό και άνθρωποι που εμφανίζονται και μίλησαν δεν είχαν κανένα θέμα, ούτε να μιλήσουν ούτε να δημοσιευτούν αυτά που είπαν.».

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

ΠΟΡΦΥΡΗΣ ΤΑΣΟΣ, Η ΔΟΝΤΑΓΡΙΑ, ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΟΚΟΛΗ

Μέσα από τα γεμάτα ευαισθησία διηγήματα της Δοντάγριας αναβιώνει στα μάτια του αναγνώστη μια ολόκληρη εποχή, μακρινή και οικεία συνάμα στη συλλογική μνήμη. Τα βιώματα και οι ιστορίες των εκάστοτε ηρώων του συγγραφέα - σπαράγματα από την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τις μέρες μας - συμπαρασύρουν και «συγκινούν» τον αναγνώστη που, με τη δύναμη της γραφής και την ηθογραφική οξύνοια που διαπερνά τις - κάποτε επώδυνες, συναισθηματικά φορτισμένες και απομυθοποιητικές - σελίδες της Δοντάγριας, ταυτίζεται με τον ήρωα που θυμάται και πονάει, συνεισφέροντας με τον τρόπο του στη διατήρηση της μνήμης, αυτής της ανεξάντλητης παρακαταθήκης. 

Παντελής Μπουκάλας Το αίμα της αγάπης. Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση Εκδόσεις Αγρα, 2017



Ο Παντελής Μπουκάλας μελετά το δημοτικό τραγούδι εδώ και πολλά χρόνια. Πρόκειται βέβαια για πηγή αστείρευτη που την έχουν αξιοποιήσει οι περισσότεροι από τους ποιητές μας πρώτης γραμμής. Το δημοτικό τραγούδι δεν αγγίζει μόνο την ευαισθησία αλλά αναπτύσσει και ένα τεράστιο συμβολικό πεδίο, γι' αυτό και συνιστά σε μεγάλο βαθμό την ταυτότητα ενός λαού. Από το συμβολικό πεδίο αντλείται η ευαισθησία - και αντίστροφα - και έτσι κινείται και ο Μπουκάλας. Ο πόθος είναι αίσθημα προτού γίνει βίωμα και το αιματηρό στοιχείο σφραγίζει συχνά τον πόθο στις ακραίες μορφές του, όπως και ο φόνος που συνιστά ακραία μορφή του θανάτου. Αυτά που τα συναντούμε πρωτογενώς στο δημοτικό τραγούδι τα βρίσκουμε αργότερα στην ποίηση των επώνυμων δημιουργών. 

Είναι χαρακτηριστικός λ.χ. ο περίφημος στίχος του Ελύτη στο Αξιον Εστί «της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν». Τις απηχήσεις του δημοτικού τραγουδιού όσον αφορά το θέμα του πόθου και του φόνου ή γενικότερα του έρωτα και του θανάτου ερευνά ο Μπουκάλας προβαίνοντας σε εξαιρετικά ενδιαφέροντες παραλληλισμούς, όπως και σε συγκρίσεις. Με ερευνητικό πάθος αλλά και με διεισδυτικότητα και νηφάλιο γράψιμο, από το οποίο δεν απουσιάζει η ευρηματικότητα, κινείται σε ένα τεράστιο πεδίο. Και φυσικά αντιμετωπίζει τον ποιητή του δημοτικού τραγουδιού ως τραγουδιστή πρωτίστως, όπως και εκείνος έτσι θεωρούσε τον εαυτό του. Γι' αυτό και το δημοτικό τραγούδι είναι η ζωντανή απόδειξη της στενής σχέσης ανάμεσα στην ποίηση και τη μουσική. Αλλωστε δεν έχουν περάσει και πάρα πολλά χρόνια από τότε που όλα τα ποιήματα τα ονόμαζαν τραγούδια. 

Ο αναγνώστης δεν θα δυσκολευτεί να αντιληφθεί ότι επί του προκειμένου έχει να κάνει με έργο ζωής. Η πρωτοτυπία του βιβλίου συνίσταται επιπλέον και στο ότι ο συγγραφέας ερευνώντας τα βαθύτερα κοιτάσματα του δημοτικού τραγουδιού το απαλλάσσει από τις ποικίλες ψευδοπατριωτικές επιχωματώσεις και το εθνικιστικό κιτς. Το δημοτικό τραγούδι, έκφραση λαϊκή και συλλογική, είναι η καλύτερη απόδειξη της σημασίας που έχει η ποίηση στη ζωή μας.

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΑΣΟ ΠΟΡΦΥΡΗ



ΚΑΙ ΣΥ ΠΟΙΗΣΗ:
Θλίψη σφηνωμένη ανάμεσα σε δυο λυγμούς
χαρά που σε βγάζουν περίπατο βαθειές ανάσες
μοναξιά ξεχασμένη στη γωνιά μιας πολύβοης σάλας
τρομοκρατημένη απ' τα χειροκροτήματα
αγωνία μου συγκεντρωμένη στην έξοδο της κάννης
του ντουφεκιού της νύχτας
ανησυχία ξαγρυπνησμένο καντήλι
στον ύπνο των πουλιών
και συ ποίηση ευλογημένη επανάσταση στο αίμα μου
πολύτιμο κλειδί για τις καρδιές του κόσμου.



Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Οι Γερμανοί αποχωρούν... ο εμφύλιος έρχεται, EFSYN


panas3.jpg

Μιχάλης Πανάς 1939, δευτεροετής εύελπιςΑριστερά: Μιχάλης Πανάς 1939, δευτεροετής εύελπις
Ο Μιχάλης Πανάς ήταν διοικητής συγκροτήματος λόχου πολυβόλων του ΕΛΑΣ το 1943. Τα ημερολόγια που κράτησε για το αντάρτικο κατά την Κατοχή παρουσιάστηκαν ήδη στην «Εφ.Συν.».
Τώρα παρουσιάζεται το τρίτο μέρος από το δεύτερο ημερολόγιο του Πανά, που περιγράφει περιστατικά από το τέλος του 1944, όταν οι Γερμανοί κατακτητές έχουν ήδη νικηθεί από τους Ελληνες αντάρτες και σταδιακά εγκαταλείπουν τη χώρα.
Και ενώ οι ΕΛΑΣίτες κατεβαίνουν προς την Αθήνα, οι συγκρούσεις των Δεκεμβριανών και η εμπλοκή των Αγγλων, έως τότε, συμμάχων ανακόπτουν τη νικηφόρα πορεία τους.
Λίγους μήνες μετά, τον Φεβρουάριο του 1945, θα αναγκαστούν από τη Συμφωνία της Βάρκιζας να παραδώσουν και τα όπλα τους κλαίγοντας.
Στο τελευταίο μέρος του ημερολογίου του, ο Μιχάλης Πανάς περιγράφει τις μάχες μεταξύ ανταρτών του ΕΛΑΣ και Γερμανών, λίγο πριν εκπνεύσει το 1944...
Σημειώσεις από το 2ο ημερολόγιο του Μιχάλη Πανά, διοικητή του ΕΛΑΣ (1943)Σημειώσεις από το 2ο ημερολόγιο του Μιχάλη Πανά, διοικητή του ΕΛΑΣ (1943) | 
Βρισκόμαστε στο τέλος του 1944. Ο Μιχάλης Πανάς υπηρετεί στις γραμμές του ΕΛΑΣ τον απελευθερωτικό αγώνα από καινούργιο πόστο, έχοντας αναλάβει στρατιωτικός διοικητής τάγματος.
Η ήττα του γερμανικού στρατού πλησιάζει. Οι ναζί εγκαταλείπουν την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου, οι αντάρτες απελευθερώνουν μακεδονικές πόλεις τη μία μετά την άλλη και η Ελλάδα βαδίζει προς την απόκτηση εθνικής ανεξαρτησίας και την ανασυγκρότηση του κράτους.
Οι θλιβερές αδελφοκτόνες συγκρούσεις των Δεκεμβριανών θα ανακόψουν την πορεία αυτή.
Με την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, τον Φεβρουάριο του 1945, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ θα διαταχθούν να παραδώσουν τα όπλα και να συνεχίσουν τη ζωή τους. Κάποιοι θα το κάνουν, άλλοι θα καταφύγουν τελικά στο βουνό για τη συνέχιση του ένοπλου αγώνα - απόφαση που θα οδηγήσει στον αιματηρό Εμφύλιο.
Στο μεταξύ, ο Μιχάλης Πανάς δεν σταματά να καταγράφει σχολαστικά τα νέα της κάθε ημέρας στο μέτωπο.
Τα αποσπάσματα που ακολουθούν ανήκουν στα ημερολόγια που διατηρούσε από την περίοδο της ένοπλης αντίστασης.
Το τάγμα του έχει διαταχτεί να διασχίσει τα βουνά της Πίνδου για να λάβει μέρος σε μία από τις τελευταίες συγκρούσεις με τις γερμανικές δυνάμεις στην περιοχή της Κοζάνης.
Η μάχη που δίνεται στις 4 Οκτωβρίου του 1944 είναι συγκλονιστική και οι Ελληνες υφίστανται σημαντικές απώλειες:
«●1η Οκτωμβρίου, Κυριακή: 
Ετοιμαζόμαστε για την κρούση που θα γίνει στις 4 του μηνός.
Ο καιρός χάλασε και οι βροχές φούσκωσαν το ποτάμι Αλιάκμονα που μπορεί να μας κάνει ζημιά._
Η Κοζάνη φαίνεται πολύ καλά από εδώ που είμαστε._
●3η Οκτωμβρίου, Τρίτη: 
Στις 7.30 περάσαμε τον Αλιάκμονα. Ολοι οι άνδρες μ’ ενθουσιασμό προχωρούν.
Το μεσημέρι φθάσαμε στην Καισαριά και από εκεί πήγαμε στην Κάτω Κώμη, όπου συναντηθήκαμε με την Δ/ση (σ.σ.: διοίκηση) του Σώματος και υπόλοιπων Σωμάτων.
Εγινε αναγνώρισις και πήραμε τις τελευταίες αποφάσεις.
Στις 20 η ώρα πήγαμε στην Ανω Κώμη και τα μεσάνυχτα ξεκινήσαμε για τη Μεσιανή.
●4η Οκτωμβρίου, Τετάρτη: 
Ολη την νύχτα βαδίζουμε. Το φεγγάρι φέγγει καλά τον κάμπο από όπου περνούμε. Στις 5.30 παίρνουμε θέσεις.
Το αριστερό μας ΙΙΙ τάγμα συνεπλάκη προ της καθορισθείσης ώρας και ο εχθρός μάς παίρνει χαμπάρι.
Στις 6 αρχίζη ο βομβαρδισμός και 6.10 γίνεται η επίθεσις.
Οι Λόχοι προχωρούν μετά στο χωριό και οι πρώτες φωτιές αρχίζουν να μπαίνουν.
Ο εχθρός αμύνεται μέσα στα σπίτια και στα χαρακώματα.
Στις 7.30 μας επιτίθεται από τα νότια, η επίθεσή του αποκρούεται.
Το έδαφος είναι τελείως γυμνό και οι σφαίρες θερίζουν.
Ο εχθρός κινείται προς ενίσχυσιν των κυκλωμένων και από Κοζάνη όπου βάζει φωτιά στον Κρόκο και Ανω Κώμη.
Τα τμήματά μας βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Ο εχθρός αμύνεται με πείσμα.
Στο Σ.Δ. (σ.σ.: στρατηγείο διοίκησης) τάγματος φθάνουν πολλοί τραυματίαι καθώς και ο Δ/τής (σ.σ.: διοικητής) του 7ου Λόχου Καλαϊτζής.
Στις 9.30 ενώ τα τμήματά μας βρίσκονται αγγυστρωμένα στο χωριό διατάσσεται σύμπτηξις από Σ.Δ. του Συν/τος (σ.σ.: συντάγματος).
Ο εχθρός μάς επιτίθεται και μέσα σε μία βροχή από διασταυρούμενες σφαίρες συμπτησσόμεθα.
Προσπαθούμε να σπάσουμε τον κλοιό και αψηφώντας το θάνατο φθάνω στον δημόσιο δρόμο όπου μαζύ με τον καπετάνιο του τάγματος σταματάμε τα τμήματα και υποστηρίζουμε την σύμπτηξιν των τμημάτων και του ΙΙΙ τάγματος.
Ο εχθρός προχωρεί στα νώτα μας. Τέλος κατορθώνουμε να τον αποκρούσουμε και να φθάσουμε στο Σπάρτο.
Οι απώλειές μας είναι μεγάλες. Πολλοί τραυματίαι, νεκροί και αγνοούμενοι. Το βράδυ μένουμε στην Καισαριά.
●6η Οκτωμβρίου, Παρασκευή: 
Μάθαμε ότι έγιναν αποβάσεις στην Πελοπόννησο.
Οι απώλειές μας από την προχθεσινήν μάχη ανέρχονται σε 7 νεκρούς, 13 αγνοούμενους και 22 τραυματίας».

Η απελευθέρωση της Κοζάνης και τα Δεκεμβριανά

Ο Μιχάλης Πανάς και ο Καπετάν Πετρόμπεης (Αλέκος Σακαλής) μπαίνουν στην Κοζάνη την ημέρα της απελευθέρωσης, 30 Οκτωβρίου 1944Ο Μιχάλης Πανάς και ο Καπετάν Πετρόμπεης (Αλέκος Σακαλής) μπαίνουν στην Κοζάνη την ημέρα της απελευθέρωσης, 30 Οκτωβρίου 1944 | 
Τον Οκτώβριο του 1944 ο πόλεμος εναντίον του κατακτητή οδεύει προς το τέλος του. Αθήνα και Πειραιάς απελευθερώνονται, ενώ οι γερμανικές δυνάμεις αποσύρονται μαζικά από το ελληνικό έδαφος.
Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ και μαζί τους το τάγμα του Μιχάλη Πανά παίρνουν διαταγές να τους χτυπήσουν κατά την αποχώρηση.
«●11η Οκτωμβρίου, Τετάρτη: 
Σήμερα η κορούλα μου συμπληρώνει ένα χρόνο και πάει στον δεύτερο.
Ποιος ξέρη το χρυσό μου είναι καλά, ζη;
Η Θωμαΐτσα μου τι γίνεται; Εχω έξη μήνες και ακόμη να πάρω γράμμα της.
Αυτό το ζήτημα με ανησυχεί πολύ.
●13η Οκτωμβρίου, Παρασκευή: 
Μεγάλες Γερμανικές Φάλαγγες συμπτήσσονται προς Βορράν. Η Αθήνα ελευθερώθηκε από τμήματα του Ε.Λ.Α.Σ. και τον Λαό.
●14η Οκτωμβρίου, Σάββατο: 
Σήμερα με τον Καπετάνιο πήγαμε αναγνώριση προς Μεταξάν και αφού πλησιάσαμε τον δρόμο 700 μέτρα, παρακολουθούσαμε τους Γερμανούς που φεύγουν.
Το βράδυ μέσα σε μια σκοτεινή νύχτα και με βροχή γυρίσαμε στο Τάγμα.
Ο Πειραιάς ελευθερώθηκε με την σειρά του και αυτός.
●23η Οκτωμβρίου, Δευτέρα: 
Το βράδυ το τάγμα κατόπιν Δ/γής (σ.σ.: διαταγής) του αποσπάσματος Σινανίδη θα κτυπήση τον δρόμο.
Με την βοήθεια του Θεού στήνουμε την ενέδρα στα Γερμανικά τμήματα.
Μεγάλες φάλαγγες από Γερμανικά αυτοκίνητα φτάνουν στα Σέρβια αλλά δεν προχωρούν.
Στις 2.30 το πρωί ξεκινούν τα πρώτα αυτοκίνητα, είμαστε έτοιμοι.
Αφήνουμε τα πρώτα και στις 3.30 χτυπάμε με 20 αυτόματα από 200 μέτρα 20 Γερμανικά αυτοκίνητα.
Ο εχθρός δεν απαντά και τα αυτοκίνητα άλλα σταματούν με αναμμένα τα φώτα και άλλα σβηστά.
Μετά την συμπλοκή φεύγουμε τσακισμένοι από την αγωνία και το κρύο και γυρίζουμε στο Βελβενδό.
●26η Οκτωμβρίου, Πέμπτη: 
Οι Γερμανοί συνεχώς υποχωρούν προς Βορράν.
●27η Οκτωμβρίου, Παρασκευή: 
Τα τμήματά μας συνεχώς επιτίθενται προς Σέρβια. Το πρωί οι Γερμανοί ανατινάζουν τα κτίρια που μένουν και τα τμήματά μας μπαίνουν στα Σέρβια.
●28η Οκτωμβρίου, Σάββατο: 
Τέσσερα χρόνια που άρχισε ο πόλεμος για την Ελλάδα. Ευτυχώς έμαθα ότι οι δικοί μου είναι όλοι καλά».
Ακολουθεί η απελευθέρωση της Κοζάνης από τον ΕΛΑΣ, κορυφαία στιγμή στη ζωή του Μιχάλη Πανά ως στρατιώτη.
Κατατσακισμένοι, οι αντάρτες μπαίνουν στην πόλη υπό τις επευφημίες του πλήθους και σε μεγάλη συναισθηματική φόρτιση.
Εχοντας περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής τους ανάμεσα στις οβίδες και τις λάσπες και βλέποντας τους ελεύθερους πια πολίτες της Κοζάνης να τους υποδέχονται με χαμόγελα ευγνωμοσύνης, νιώθουν ότι οι στερήσεις και οι αγώνες τους δικαιώνονται:
«●29η Οκτωμβρίου, Κυριακή: 
Μέσα σ’ ένα τρομερό καιρό κινούμεθα προς Κρανίδια - Γούλες όπου πήραμε διαταγή να πάμε προς Κοζάνη.
Ο Αλιάκμονας έχει φουσκώσει και έτσι είναι αδύνατο να προχωρήσουμε.
Κάνουμε όμως την απόφαση και περνούμε μέχρι το στήθος στο νερό, κολυμπώντας με χίλιους δυο κινδύνους, ώσπου φθάνουμε στην Ανω Κώμη.
●30ή Οκτωμβρίου, Δευτέρα: 
Στις 9.30 φεύγουμε για την Κοζάνη. Ολοι οι άνδρες είναι ενθουσιασμένοι. Περνούμε τον Κρόκο.
Παντού ο κόσμος μάς υποδέχεται με ενθουσιασμό.
Λουλούδια γεμίζουν τον δρόμο και χίλιες δυο ευχές. Μας κερνούν κρασί.
Πλησιάζουμε στην Κοζάνη και στις 11.30 μπαίνουμε στην πόλη. Το τι έγινε δεν περιγράφεται.
Η συγκίνησίς μας είναι τόσο μεγάλη.
Ο κόσμος τρελλός από χαρά δεν αφήνει το τάγμα να προχωρήσει.
Κλάμματα, ζωή, γέλια. Το άλογό μου γέμισε από λουλούδια, στεφάνια.
Τα παιδιά τραγουδούν συνέχεια. Φθάνουμε στην πλατεία. Η πόλις αρκετά καλή.
Η μέρα αυτή θα μου μείνει αξέχαστη.
Ολοι οι κόποι ξεχάστηκαν μπρος σ’ αυτήν την υποδοχή.
Μας φιλοξενούν όλους στα σπίτια. Δεν ξέρουν τι να μας δώσουν. Η Εδεσσα είναι ελεύθερη και αυτή.
●31η Οκτωμβρίου, Τρίτη: 
Μένουμε στην Κοζάνη. Ο κόσμος ελεύθερος γυρίζει όλη την ημέρα στους δρόμους.
●2η Νοεμβρίου, Πέμπτη: 
Η ζωή άρχισε να είναι τόσο καλή. Υστερα από δυο χρόνια βλέπουμε κόσμο.
Το μαλακό κρεββάτι είναι τόσο αναπαυτικό.
●3η Νοεμβρίου, Παρασκευή: 
Εστειλα γράμμα στη γυναικούλα μου. Πόσο θα ήθελα να είμαι στην Εδεσσα».
Η διακαής επιθυμία του Μιχάλη Πανά να σμίξει με την οικογένειά του πραγματοποιείται δύο βδομάδες αργότερα:
«●12η Νοεμβρίου, Κυριακή:
Το βράδυ ήλθε η Θωμαΐτσα μου με την Νανά. Την στιγμή αυτή την περίμενα τόσους μήνες.
Είναι αρκετά καλά το παιδί και η γυναικούλα μου».
Μετά από μερικές ξέγνοιαστες μέρες στην Κοζάνη και κατόπιν στη Φλώρινα όπου μεταφέρεται το τάγμα, το ημερολόγιο ξαφνικά σιωπά (22 Νοεμβρίου με 30 Δεκεμβρίου 1944).
Είναι η περίοδος που λαμβάνουν χώρα στην πρωτεύουσα τα Δεκεμβριανά, ένα εκρηκτικό χρονικό διάστημα στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία, οπότε το τάγμα του διοικητή του ΕΛΑΣ Μιχάλη Πανά διατάσσεται να γυρίσει εκ νέου στην Ηπειρο, για λόγους που δεν αποκαλύπτονται στο ημερολόγιο.
Ο γιος του, Σταύρος Πανάς, εικάζει ότι επρόκειτο για εφεδρείες του ΕΛΑΣ σε κοντινή απόσταση από την πόλη των Αθηνών, ώστε να είναι έτοιμες να τον στηρίξουν σε ενδεχόμενη κλιμάκωση της σύρραξης.
Ο Μιχάλης Πανάς περιγράφει από τη μεριά του τα γεγονότα εκείνων των ημερών ως εξής:
«●31η Δεκεμβρίου, Κυριακή: 
Πέρασε πολύς καιρός που δεν έχω γράψει.
Σ’ αυτό το διάστημα συνέβησαν τόσα και τόσα γεγονότα που δεν μου έδωσαν τον χρόνο να γράψω.
Στις 8 του μηνός φύγαμε από την Φλώρινα για την Ηπειρο.
Η Θωμαΐτσα μου έφυγε για την Εδεσσα χωρίς να την δω.
Στην Αθήνα μάχονται σκληρά τμήματά μας εναντίον της Ορεινής Ταξιαρχίας και των Αγγλων.
Γίνονται σκληρές οδομαχίες από τις 3 του μηνός.
Η πορεία μας από την Φλώρινα μέχρι το Νεοχώρι κρατά 13 μέρες.
Περνούμε πάνω από την Πίνδο. Σκληρές πορείες, νηστικοί, χιόνια, λάσπες, βροχή.
Τα ζώα περνούν και τέλος φθάνουμε στην Κόνιτσα και εν συνεχεία στην βάση εξορμήσεως.
Στις 21/12 αρχίζει η επίθεσις εναντίον του Ζέρβα.
21 και 22 γίνονται σκληρές μάχες στα υψώματα της Ζούβλας και Μάρμαρα.
Στις 23 του μηνός μπαίνουμε ελευθερωτές στα Γιάννενα. Υποδοχή ένα όνειρο.
Συνεχίζουμε το κυνηγητό και φθάνουμε σε 8 μέρες στην θάλασσα.
Αγγλικός στόλος παίρνει τα υπολείμματα και ο καινούριος χρόνος 1945 βρίσκει την Πρέβεζα ελεύθερη.
Στην Αθήνα συνεχίζονται οι σκληρές μάχες.
Ο Τζώρτσιλ ήλθε για συμβιβασμό αλλά δεν έγινε απολύτως τίποτα».
Το χωριό Μάρμαρα Ιωαννίνων. Στο βάθος, η λίμνη ΠαμβώτιδαΤο χωριό Μάρμαρα Ιωαννίνων. Στο βάθος, η λίμνη Παμβώτιδα | 

Οι πειρασμοί της σάρκας και ο δρόμος του γυρισμού

Από την Πρέβεζα, όπου έχει σταλεί με το τάγμα του, ο Μιχάλης Πανάς παρακολουθεί τις προσπάθειες εκτόνωσης της κρίσης των Δεκεμβριανών, αναμένοντας διαταγές για τις επόμενες κινήσεις των ανταρτών.
Συγχρόνως αρχίζει να παλεύει με τον εαυτό του, ώστε να μην απατήσει την αγαπημένη του σύζυγο:
«●1η Ιανουαρίου, Δευτέρα: 
Ο καινούριος χρόνος μάς βρίσκει στην Λούτσα. Είναι ένα χωριό στην θάλασσα.
Απέναντί μας είναι η Κέρκυρα, οι Παξοί, η Λευκάδα.
Τον καινούριο χρόνο τον δέχομαι μέσα σ’ ένα μικρό άχαρο δωμάτιο, χωρίς ταβάνι μ’ ένα τζάκι στην μέση.
Ο Αλέκος, Αλέξης, Φρίζος είναι η παρέα μου.
Εξω βρέχει συνεχώς και το μυαλό μου γυρίζει στο σπίτι μου.
Στην γυναικούλα μου, στο κοριτσάκι μου.
Πώς περίμενα να περάσω τις γιορτές κοντά στο σπίτι και τώρα βρίσκομαι τόσο μακριά από την αγάπη μου.
Σου εύχομαι χρόνια πολλά από μακριά.
●5η Ιανουαρίου, Παρασκευή: 
[...]Σήμερα αγγλικά αεροπλάνα κατέβηκαν πολύ χαμηλά 70 μέτρα, αλλά ευτυχώς δεν πυροβόλησαν.
●8η Ιανουαρίου, Δευτέρα: 
Ουδέν άξιο λόγου. Στην Αθήνα τα τμήματά μας συνεπτύχθησαν βορείως των Αθηνών για ν’ αποφύγει ο άμαχος πληθυσμός τους βομβαρδισμούς και τις σφαγές των Αγγλων.
Μένουμε στην Αμφιλοχία. Σήμερα έγραψα στην γυναικούλα μου.
Η έλλειψις της γυναίκας έγινε πολύ αισθητή.
Τα κορίτσια της περιοχής είναι πολύ ξετσίπωτα. Χρειάζεται μεγάλη θέληση για να κρατηθεί κανείς.
Από την ημέρα που ήλθε η Θωμαΐτσα με την ζεστή της αγκαλιά μού ξύπνησε τις ορμές μου.
●14η Ιανουαρίου, Κυριακή: 
Πήγαμε το απόγευμα στο Μεσολόγγι. [...]
Σήμερα η Θωμαΐτσα μου έχει τα γενέθλιά της. Πόσο θα ήθελα να ήμουν κοντά της».
Δεν είναι ο μόνος. Η Θωμαή Βαλαμίχου-Πανά τρέφει ακριβώς τις ίδιες σκέψεις και αισθήματα, όπως διαβάζουμε στο γράμμα που έστειλε στον άντρα της την ίδια περίοδο από την Αθήνα, όπου είχε κατεβεί με σκοπό να τον συναντήσει, ύστερα από πληροφορίες περί επικείμενης καθόδου των ΕΛΑΣιτών στην πρωτεύουσα.
Το γράμμα της Θωμαής Πανά στον σύζυγό της. Δεκέμβριος 1944Το γράμμα της Θωμαής Πανά στον σύζυγό της. Δεκέμβριος 1944 | 
Το γράμμα, που είχε φυλάξει ο Μιχάλης Πανάς και βρέθηκε μέσα στο ημερολόγιο, δεν φέρει ακριβή ημερομηνία:
«Αγαπημένε μου Μικέλη, σου έχω γράψει δύο γράμματα και φαντάζομαι να τα πήρες.
Αντρούλη μου δεν φαντάζομαι να θύμωσες που έφυγα.
Εκ των υστέρων βέβαια θα με δικαιολογήσεις που έφυγα. Αφού θα ξαναρθήτε πίσω.
Η σκέψις μου δεν φεύγει καθόλου από κοντά σου. Στην Αθήνα γίνονται μεγάλα πράγματα, και δεν ξαίρω πώς θα ξεμπλέξουμε.
Ανδρούλη μου, χωρίς να είσαι δειλός δεν πρέπει να ξεχνάς ότι σε περιμένουμε δύο εδώ πέρα.
Χθες έφαγα το τηλέφωνο για να μπορέσω να σου μιλήσω και ν’ ακούσω τη φωνή σου.
Είμαι πολύ στεναχωρημένη που δεν μπόρεσα να σε φιλήσω εγώ και η μπεμπέκα μου. Θα μου το συγχωρήσεις αυτό;
Αν μείνετε ίσως θα 'ρθώ για λίγες μέρες μόνη μου για να σε χορτάσω. Εχεις χαιρετισμούς απ’ όλους.
Σε φιλούμε με τη Νανά πολλές φορές, και παρακαλούμε το Θεό να 'ρθείς γρήγορα κοντά μας.
Η γυναικούλα σου.
Υ.Γ. Αν βρεις κανέναν, στείλε μου λίγη ζάχαρη και σιμιγδάλι γιατί εδώ τα έκρυψαν όλα.
Σου στέλνω τέσσερις κουραμπιέδες, οι μόνοι που έμειναν.
Είχε κάνει η Ανθούλα για του Νίκου τη γιορτή».
(Σ.σ.: Ανθούλα Βαλαμίχου-Σταυριανοπούλου, αδερφή της Θωμαής Βαλαμίχου-Πανά, στο σπίτι της οποίας φιλοξενούνταν στην Αθήνα).
Τον Ιανουάριο του 1945 οι αντιμαχόμενες πλευρές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και της κυβέρνησης Παπανδρέου-βρετανικών δυνάμεων κάνουν ανακωχή και οι αντάρτες διατάσσονται να επιστρέψουν στη Μακεδονία, από όπου είχαν κατέλθει ένα μήνα πριν.
Ο δρόμος της επιστροφής είναι μακρύς και γεμάτος κακουχίες.
Οι άντρες προχωρούν ξυπόλυτοι επί μέρες και υπό εξαιρετικά αντίξοες καιρικές συνθήκες:
«●15η Ιανουαρίου, Δευτέρα: 
Το βράδυ ήλθε Δ/γή να γυρίσουμε πίσω. Το πρωί φεύγουμε βιαστικά, περνούμε το ποτάμι και ανταμώνω το τάγμα στο δρόμο.
Γυρίζουμε από το ίδιο δρομολόγιο και μένουμε το βράδυ στο Μαχαλά.
●16η Ιανουαρίου, Τρίτη: 
Από χθες έγινε ανακωχή με τους Αγγλους. Το πρωί φεύγουμε και γυρίζουμε το βράδυ στον Καραβασαρά.
Είμαι πολύ κουρασμένος.
●17η Ιανουαρίου, Τετάρτη: 
Παραμένουμε εις Καραβασαρά. Στο Ανατολικό οι Ρώσσοι προχωρούν ακάθεκτοι.
●19η Ιανουαρίου, Παρασκευή: 
Περνούμε στην Αρτα. Τρώμε πολλά πορτοκάλλια. [...]
●20ή Ιανουαρίου, Σάββατο: 
Παραμένουμε στην Φιλιππιάδα. Μεγάλη ξυπολισιά. Μείναν οι μισοί άνδρες στο τάγμα.
Οι άλλοι βαδίζουν ξυπόλυτοι και πηγαίνουν στο νοσοκομείο.
●21η Ιανουαρίου, Κυριακή: 
Στις 4.30 το πρωί φύγαμε για τα Γιάννενα. Βρέχει συνεχώς.
Η πορεία μας είναι τρομερή. Ολη την ημέρα βαδίζουμε.
Υστερα από δραματική πορεία 58 χιλιομέτρων φθάνουμε το βράδυ στην Πεδεινή.
Οι αντάρτες τσακίστηκαν. Το βραδυνό μας κατάλυμα είναι μια τρώγλη που βρέχει από παντού.
●22α Ιανουαρίου, Δευτέρα: 
Εξω βρέχει συνεχώς. Το μεσημέρι φεύγουμε κάτω από ένα χαλάζι και τρομερό αέρα και φθάνουμε στα Γιάννενα.
Το βραδάκι βγήκα μια βόλτα. Η κίνησις μου κάνει να θυμάμαι παληές μέρες.
Τα ραδιόφωνα, η κίνησις, οι κινηματογράφοι με κάνουν να στέκουμαι σε μια γωνιά και μέσα από τους καπνούς του τσιγάρου μου να θυμάμαι την Θωμαΐτσα μου.
Ποιος ξέρει, πήρε το γράμμα μου
Η επίθεσις συνεχίζεται ραγδαία στο Ανατολικό μέτωπο.
●23η Ιανουαρίου, Τρίτη: 
Ολη την νύκτα χιόνιζε. Το πρωί βγήκε “ήλιος με δόντια”.
Ποιος ξέρει πώς θα περάσουμε την Πίνδο.
Το πρωί κάναμε κομματικό ακτίφ των στελεχών του Συν/τος και μας μίλησε για την κατάσταση που βρισκόμεθα ο σύντροφος Μάδρος της Μεραρχίας.
Ο αγώνας προμηνύεται σκληρός. Το Αγγλικό Κεφάλαιο δεν υποκύπτει εύκολα.
Το απόγευμα νέα σύσκεψις των Δ/σεων Συν/τος, και Ταγ/των για την αντιμετώπισιν της καταστάσεως».
Μετά από πολλούς μήνες σχεδόν συνεχούς μετακίνησης και εχθροπραξιών, οι μαχόμενοι έχουν λίγο ελεύθερο χρόνο ξεκούρασης και μπορούν να ξεχάσουν προσωρινά τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις.
Το ημερολόγιο του Μιχάλη Πανά ξεδιπλώνει καθημερινές στιγμές από τη ζωή των ανταρτών σε μια ανάπαυλα από τα καθήκοντά τους:
«Το βράδυ πηγαίνουμε με τον Αλέκο και τον Παλαιολόγον στον κινηματογράφο.
Υστερα από δύο χρόνια ξαναβλέπω έργο. Το έργο λέγεται “Η ζωή μου σου ανήκει”.
Το έργο δεν είναι και τόσο σπουδαίο αλλά το ότι ύστερα από τόσο καιρό ξαναπηγαίνω, μου ξυπνά ένα καινούργιο άνθρωπο.
Πόσες ωραίες στιγμές περνούσαμε με την Θωμαΐτσα.
Τώρα είσαι τόσο μακριά και όμως σ’ αγαπώ τόσο πολύ.
Ποτέ μου δεν φανταζόμουν ότι τόσο θ’ αγαπούσα την γυναίκα μου».
Μιχάλης Πανάς και Θωμαή Βαλαμίχου. Μιχάλης Πανάς και Θωμαή Βαλαμίχου. | 
Πόλεμος δεν είναι μόνο οι μάχες, η έχθρα ΕΛΑΣιτών και ΕΔΕΣιτών, οι διαταγές των ανωτέρω. Είναι και η έλλειψη σαρκικής επαφής, η καταπίεση των ορμών.
Οι αντάρτες, ανεξαρτήτως στρατοπέδου, βαθμού και οικογενειακής κατάστασης, διψούν για έρωτα.
Ωστόσο, ένας ανάμεσά τους, σαν λύκος της στέπας, αντιστέκεται στον πειρασμό της γυναικείας σάρκας:
«Μετά τον κινηματογράφο η παρέα προτείνει να πάμε στον οίκο ανοχής. Βρήκαμε σήμερα 300 δρχ. και έτσι...
Αφήνω τους δύο να παν και εγώ γυρίζω στο σπίτι ευχαριστημένος γιατί αγαπώ τόσο πολύ την Θωμαΐτσα μου.
Δυο χρόνια δεν την απάτησα, γιατί λοιπόν τώρα να την ξεχάσω
Πώς αύριο που θα την βρω θα της πω ότι έμεινα πιστός, άλλωστε και αυτή δεν υποφέρει όπως και εγώ;
Ετσι, τραγουδώντας ένα τραγούδι, αφήνω την παρέα να πάει στα “κορίτσια”, ενώ εγώ γυρίζω σπίτι για να γράψω στο ημερολόγιό μου.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι, στο διάστημα αυτό η Θωμαΐτσα μου κοίταζε κανέναν άλλο;
Σ’ αυτό το θέμα, φυσικά, μπορεί να με ξεχάσει μόνο επειδή την άφησα τόσο καιρό μόνη».
Η εξαντλητική πορεία του γυρισμού από τις ακτές του Ιονίου ώς τη Μακεδονία συνεχίζεται.
Ενα τμήμα του τάγματος πεζικού ΙΙ-27, λίγες μέρες πριν από την αποστράτευση. Φεβρουάριος 1945Ενα τμήμα του τάγματος πεζικού ΙΙ-27, λίγες μέρες πριν από την αποστράτευση. Φεβρουάριος 1945 | 
Από τη Λούτσα της Πρέβεζας, όπου βρισκόταν την 1η Ιανουαρίου 1945, το τάγμα του Μιχάλη Πανά φτάνει στο Μεσολόγγι, μέσω χωριών -Ριζά, Μεγαδένδρι, Μυρσίνη, Φιλιππιάδα, Χαλκιάδες, Κομπότι, Αμφιλοχία, Στάνος, Μαχαλάς, Σκουρτού, Πρόδρομος, Πεντάλοφος και Αιτωλικό (από όπου κατάγεται και ο ίδιος)-, κι από κει καταλήγει στη Σιάτιστα Κοζάνης την 5η Φεβρουαρίου, μέσω Καραβασαρά, Κρίκελου, Αρτας, Φιλιππιάδας, Ιωαννίνων, Λιγοψάς, Καλπακίου, Μεσοβουνίου, Κόνιτσας, Πυρσόγιαννης, Κάλτσικου, Επταχωρίου, Πεντάλοφου, Αγίου Σωτήρα, Τσωτυλίου, Νεάπολης και Καλονερίου.
Μια βασανιστική περιπέτεια που αποφορτίζεται μόνο μέσα από λίγες γουλιές κρασιού στις μικρές σποραδικές ανάπαυλες:
«●24η Ιανουαρίου, Τετάρτη: 
Ο Κόκκινος Στρατός προχωρεί ραγδαία στην Γερμανία. Ο καιρός είναι απαίσιος, συνεχώς χιονίζει.
●25η Ιανουαρίου, Πέμπτη: 
Σήμερα μας μίλησε σε συγκέντρωση του Συν/τος ο Μέραρχος και ο Καπετάνιος της Μεραρχίας.
Σήμερα βρέχει συνεχώς. Αύριο φεύγουμε για την Μακεδονία.
●26η Ιανουαρίου, Παρασκευή: 
Αφήνουμε τα Γιάννενα. Συνεχώς χιονίζει. Το βράδυ φθάνουμε στην Λιγοψά. Καλό κρασί και όλα περνούν.
●27η Ιανουαρίου, Σάββατο: 
Αφήνουμε την Λιγοψά. Βρέχει συνεχώς. Περνούμε το Καλπάκι και φθάνουμε στο Μεσοβούνι.
Καλή φωτιά και κρασί. Σε κάθε χωριό αφήνουμε και ζώα.
●28η Ιανουαρίου, Κυριακή: 
Αφήνουμε το Μεσοβούνι και μέσα σε τρομερή βροχή φθάνουμε στην Κόνιτσα.
Βρίσκω τον κουμπάρο (σ.σ.: Παντελής Κυριακίδης). Εχουμε καλό κατάλυμα.
●29η Ιανουαρίου, Δευτέρα: 
Μένουμε στην Κόνιτσα για να ξεκουρασθούμε.
Αύριο θα πάρουμε τον δρόμο για την Πίνδο. Από το μεσημέρι άρχισε να χιονίζει.
●30ή Ιανουαρίου, Τρίτη:
Ολη την νύχτα χιόνιζε. Το πρωί έχουμε ήλιο. Φεύγουμε για την Πυρσόγιαννη.
Κάνει τρομερό κρύο. Τα ζώα προχωρούν πολύ δύσκολα.
Το βράδυ περνούμε πολύ καλά στην Πυρσόγιαννη.
●31η Ιανουαρίου, Τετάρτη:
Το πρωί συνεχίζουμε. Η παγωνιά είναι τρομερή. Με πολύ κόπο βαδίζουμε επάνω στον πάγο.
Βαδίζουμε πολύ δύσκολα, το χιόνι περνά το μέτρο. [...]
●2α Φεβρουαρίου, Παρασκευή:
Σήμερα είναι η χειρότερη μέρα της πορείας μας. Το χιόνι είναι πολύ και τα βαριά υλικά θα τα μεταφέρουμε στον ώμο.
Αναγκαστικά παίρνω το γυλιό μου στην πλάτη. Είναι αρκετά βαρύς και μάλιστα που για πρώτη φορά τον παίρνω.
Παίρνουμε τον ανήφορο. Το χιόνι περνά τα 2μισι μέτρα. Προχωρούμε μέσα σ’ ένα άσπρο χαράκωμα.
Οι άνδρες με δυσκολία κουβαλούν τους όλμους και τα πολυβόλα.
Στο δρόμο συναντούμε πολλά συνεργεία που καθαρίζουν το χιόνι.
Επί τέλους φθάνουμε στην ψηλότερη κορυφή και αντικρύζουμε το Σινιάτσικο και τ’ άλλα γνωστά μας βουνά.
Είμαστε πια στην Μακεδονία».
Εν τω μεταξύ, στην Ευρώπη η προέλαση του κόκκινου στρατού με την ταυτόχρονη συντριβή του Χίτλερ συνεχίζεται.
Στο ημερολόγιο του Μιχάλη Πανά στις 3 Φεβρουαρίου 1945 διαβάζουμε:
«Οι Ρώσσοι απέχουν 70 χλμ. από το Βερολίνο.
Στην Αθήνα αρχίσαν διαπραγματεύσεις ειρήνης με την κυβέρνηση Πλαστήρα».
Τρεις ημέρες μετά το ημερολόγιο τελειώνει και έξι ημέρες αργότερα, στις 12 Φεβρουαρίου 1945, υπογράφεται η συμφωνία της Βάρκιζας.
Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ διατάσσονται να παραδώσουν τα όπλα τους και να αποστρατευτούν.
Ολα έχουν τελειώσει. Το ημερολόγιο δεν έχει πια λόγο ύπαρξης και κρύβεται μαζί με άλλα ντοκουμέντα και φωτογραφίες της εποχής στο υπόγειο του σπιτιού.
Θα παραμείνει εκεί για τα επόμενα εξήντα πέντε χρόνια.

Η αποστράτευση

Μετάλλιο για την προσφορά του Μιχάλη Πανά στην Εθνική Αντίσταση, 1986Μετάλλιο για την προσφορά του Μιχάλη Πανά στην Εθνική Αντίσταση, 1986 | 
Οι μαχητές της Εθνικής Αντίστασης παίρνουν χαρτί αποστρατείας και ετοιμάζονται να γυρίσουν στις εστίες τους.
Ο Μιχάλης Πανάς επιστρέφει στην οικογένειά του ώς το 1946, οπότε καλείται να υπηρετήσει εκ νέου.
Στον Εμφύλιο που ακολουθεί βρίσκεται στο πλευρό του εθνικού στρατού να πολεμάει κάποιους από τους πρώην συναγωνιστές του.
Στα «πέτρινα» χρόνια που ακολουθούν, ο Μιχάλης Πανάς μπαίνει στο στόχαστρο του κράτους της Δεξιάς ως πρώην μέλος του στρατού του ΕΛΑΣ και παρακολουθείται από την Ασφάλεια.
Το 1966 εγκαθίσταται με την οικογένειά του μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Κατά τη διάρκεια της χούντας εκδιώκεται από το στράτευμα, έχοντας συμμετάσχει στο κίνημα του βασιλιά Κωνσταντίνου για την ανατροπή της δικτατορίας των συνταγματαρχών, τον Δεκέμβριο του 1967.
Κατά τη Μεταπολίτευση, επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή, αποκαθίσταται στον στρατό με τον τιμητικό βαθμό του ταξίαρχου, και το 1986, επί κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου, προάγεται σε στρατηγό.
Εναν χρόνο νωρίτερα έχει χάσει την πρωτότοκη κόρη του Νανά από καρκίνο και λίγα χρόνια μετά θα χτυπηθεί από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, από την οποία θα φύγει το 1997.
Η σύζυγός του, Θωμαή Βαλαμίχου-Πανά, θα τον ακολουθήσει το 2004, νικημένη από την ίδια νόσο.
Εως τη στιγμή που θα βρει τα δύο τετράδια ο γιος τους Σταύρος, κανείς δεν γνωρίζει την ύπαρξη των ημερολογίων που κρατούσε ο Μιχάλης Πανάς από την εποχή που υπηρετούσε στον ΕΛΑΣ.
Ούτε η γυναίκα του Θωμαή, δέκτης των πολυάριθμων γραπτών εκδηλώσεων αγάπης που αναβλύζουν από τα κείμενα.
Εκτοτε, ο Σταύρος Πανάς θα αρχίσει να διασταυρώνει γεγονότα και πρόσωπα, φωτογραφίες και χάρτες, για να συνθέσει μια πληρέστερη εικόνα από την περίοδο στην οποία ο πατέρας του βρέθηκε να διακινδυνεύει τη ζωή του στα βουνά της Πίνδου για την απελευθέρωση της πατρίδας.

Ο καθρέφτης ενός οράματος

Εκτός από τον Γερμανό κατακτητή, οι Ελληνες αντάρτες πολεμούσαν ταυτοχρόνως μεταξύ τους. Μνημείο για τους πεσόντες των απαρχών του Εμφυλίου, 1944, Μεσιανή ΚοζάνηςΕκτός από τον Γερμανό κατακτητή, οι Ελληνες αντάρτες πολεμούσαν ταυτοχρόνως μεταξύ τους. Μνημείο για τους πεσόντες των απαρχών του Εμφυλίου, 1944, Μεσιανή Κοζάνης | 
Τα ημερολόγια του Μιχάλη Πανά αντικατοπτρίζουν μέρος της Ιστορίας μας. Τη γενναιότητά μας ως λαού να αντιστέκεται με το μέγιστο κόστος στον ξένο κατακτητή, αλλά και τη διχόνοια που χαρακτηρίζει την ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων διαχρονικά, η οποία οδήγησε τους ίδιους τους αντιστασιακούς να μάχονται με λύσσα μεταξύ τους, αντί του κοινού εχθρού.
Η ίδια διχόνοια τους εμπόδισε να συνδράμουν ενωμένοι στην ανοικοδόμηση της πατρίδας μετά την καταστροφή που υπέστη κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Με το τέλος της Κατοχής, ο Μιχάλης Πανάς επέλεξε να μη συμμετάσχει στη συνέχιση της αντίστασης και παρέδωσε το όπλο του.
Είχε ονειρευτεί, μαζί με χιλιάδες συναγωνιστές του, την απελευθέρωση της χώρας όχι μόνο από τον ξένο κατακτητή, αλλά και από το άδικο κοινωνικό σύστημα στο οποίο ζούσε, πιστεύοντας ότι παλεύει για τη δημιουργία ενός καλύτερου, πιο ανθρώπινου, απαλλαγμένου από καταπίεση συστήματος, στο οποίο όλοι οι Ελληνες θα ζούσαν ενωμένοι, με γνώμονα τη δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη.
Το όνειρό του δεν πραγματοποιήθηκε. Το αίμα των μαχητών του ΕΛΑΣ που αντιστάθηκαν έφερε νέο αίμα μεταξύ μαχητών που συνέχισαν να αντιστέκονται, εμπνεόμενοι από το υψηλό ιδανικό μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας -τόσο υψηλό που αποδείχτηκε εκ των υστέρων άπιαστο- και πρώην μαχητών, που προτίμησαν υπέρ όλων την ειρήνη.
Ωστόσο αμφότεροι, μέλη του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και πρώην μέλη του ΕΛΑΣ και έπειτα του Εθνικού Στρατού, πίστεψαν κάποτε με την ίδια θέρμη στο ίδιο όραμα, μιας ελεύθερης και δικαιότερης Ελλάδας.
Ηταν η εποχή που ο Μιχάλης Πανάς έγραφε στο ημερολόγιό του, στις 20 Ιουλίου του 1944, απευθυνόμενος στην αγαπημένη του σύζυγο:
«Θωμαΐτσα μου, τι γίνεσαιΜε θυμάσαι όπως εγώ; Κουράγιο, ο δίκαιος αγώνας μας τελειώνει.
Θα βρεθούμε μια μέρα και σφίγγοντάς σε στην αγκαλιά μου θα σου πω: “Τώρα βρισκόμαστε και πάλι μαζύ.
Σ’ αγαπώ περισσότερο από κάθε άλλη φορά, σ’ έκανα να υποφέρης τόσο.
Δώσε μου την μεγάλη σου αγάπη και ευτυχισμένοι ας χαρούμε αυτήν την νέαν κοινωνία που δημιουργήσαμε”».
 Ευχαριστίες  στον γιο του Μιχάλη Πανά, Σταύρο, για την πολύτιμη βοήθειά του σε όλη τη διάρκεια της σύνταξης του κειμένου, και στην εγγονή του, Αθηνά, για την ανάγνωση και δακτυλογράφηση των ημερολογίων.

Βαγγέλης Κούτας «Ο χρόνος μπροστά μας», εκδ. Κέδρος



Ο Βαγγέλης Κούτας, επανέρχεται μ’ ένα καινούργιο μυθιστόρημα, το «Ο χρόνος μπροστά μας» από τις εκδόσεις Κέδρος.
Επιστρέφει στις λιμνοθάλασσες του Αμβρακικού, επιστρέφει στο χωριό του, γιατί «Ο άνθρωπος πρέπει να ζει εκεί όπου τον αγαπάει ο τόπος». Αλλά επειδή δεν μπορεί να ζήσει εκεί, η Vita activa υποκαθίσταται από την vita contemplativα. Ο συγγραφέας μας μιλάει σχεδόν σε όλα τα βιβλία του, για την ακρίβεια μας περιγράφει, την χαμένη αρμονία του ανθρώπου με τη φύση (την ΕΝΤΟΠΙΑ, προσοχή καμία σχέση με την εντοπιότητα). Διαβάζω: «Όταν ξυπνήσεις το πρωί, δες τα σύννεφα. Μύρισε τον βάλτο και άκου τα πουλιά του ουρανού μόλις σταματήσει η βροχή… Που υπάρχουν όλα αυτά;» Ή ακόμα: «Ξύπνησα κάτω απ’ την αγριελιά τη μοναχή, κάτω στο αυλάκι στην κοψιά του λόγκου με τον βάλτο. Είχε φέξει για τα καλά… Έτριψα τα μάτια και είδα τον ίσκιο απ’ το δέντρο, που είχε μικρύνει τρεις τέσσερις οργιές. Μόλις είχε μπει ο Μάης και τα χαμομήλια ανάσταιναν και πεθαμένο…».
Ο Κούτας γράφοντας υπαινίσσεται το ερώτημα: «Γιατί γράφουμε»; Όπως είδαμε το κάνει για προσωπικούς λόγους, για δική του ανάγκη, αλλά συγχρόνως, ενστικτωδώς, προκαλεί μία δευτερεύουσα δράση, που είναι η δράση δια της αποκάλυψης. Οι λέξεις του είναι «πιστόλια γεμάτα σφαίρες», που πυροβολούν στόχους. Ποιοι είναι αυτοί οι στόχοι; Οι αποκαλύψεις της αδικίας.
Η αποκαλυπτική Πράξη μέσω της γραφής έχει ως στόχο να εξηγήσει με λογοτεχνικό τρόπο πως επενεργούν το περιβάλλον(ελονοσία, φυματίωση, σάπισμα κυριολεκτικά από την υγρασία), η κοινωνία του χωριού, οι συνήθεις πρακτικές γάμου (με προξενιό ή λόγω του αναδασμού, δηλαδή με μία πολιτική απόφαση), η Εκκλησία (ο παπάς για καλό-φύλαξε τον Σπύρο- και για κακό-πιέσεις στις οικογένειες των εξόριστων να υπογράψουν), το παρα-κράτος (ΤΕΑ), το καφενείο (των ντόπιων και των Πόντιων-ξένοι-παρακατιανοί), -το σχολείο δεν υπάρχει, τρεις τάξεις δημοτικού ίσον μορφωμένος- αποκαλύπτει δηλαδή τις συνέπειες που έχουν όλα αυτά για την ψυχή, τις συμπεριφορές και τις ζωές των ανθρώπων. 
Κοντολογίς, ο συγγραφέας δρα, γράφοντας για να αλλάξει τον κόσμο δια της αποκάλυψης. Αποκαλύπτει στους ανθρώπους γιατί ζουν έτσι κι όχι αλλιώς. Γιατί ερωτεύονται έτσι κι όχι αλλιώς. Γιατί η Ευανθία μισεί τον Κλεάνθη, και ερωτεύεται όσους φορούν στολή. Γιατί ο Κλεάνθης αγαπά την Μαρία και πολλές ακόμα(πριν). Γιατί η ΚΛΟΠΗ δεν είναι ΚΛΟΠΗ –είναι απαλλοτρίωση- καθώς αυτή έγινε στην πραγματικότητα από το κράτος και την Εκκλησία. Γιατί οι άνθρωποι σκοτώνονται χωρίς να ξέρουν το λόγο (αποδίδοντας λόγω άγνοιας τα πάντα ΣΤΟ ΠΙΟΤΟ και την ΚΑΚΙΑ ΩΡΑ). Αυτή είναι η λογοτεχνία της Πράξης. Άρα η λογοτεχνία της Πράξης έχει ως καθήκον να αποκαλύψει τον πραγματικό κόσμο και να τον υπερβεί, να τον αλλάξει.
Ο συγγραφέας αποδίδει δικαιοσύνη, μιλάει στο «όνομα του πατρός» και αποκαθιστά τον Κλεάνθη. Αυτόν ο οποίος από τη συντηρητική οπτική χαρακτηρίζονταν «πότης, κλέφτης και ανεπρόκοπος» και ο οποίος από ενστικτώδη δικαιοσύνη προσεγγίζει τον μαρξιστή Σπύρο. Αλλά τι σήμαινε ΚΛΟΠΗ; Τι σήμαινε Πότης; Τι ανεπρόκοπος;  
Για την ΚΛΟΠΗ μιλάει ο ίδιος ο πρωταγωνιστής. «Ποιος κλέβει κι από πού;» ρωτάει. Οι λίμνες, τα δάση, οι θάλασσες και τα βουνά ήταν κοινόχρηστα πριν, ύστερα ήρθε το κράτος, τα χοτζέτια μαζί με τα χρυσόβουλα των τσιφλικούχων και των μοναστηριών.
Ένας ολόκληρος κόσμος, που ζει στη φύση, που δεν έχει αποκοπεί απ’ αυτή για να την εξουσιάσει, αλλά βιώνει τους ρυθμούς της, ταυτισμένος μαζί της, ζώντας με άλλα λόγια σε αρμονία μαζί της (η ΕΝΤΟΠΙΑ που λέγαμε) δέχεται τους νέους νομικούς και πολιτιστικούς κώδικες της αστικής ατομικότητας σαν βιασμό, βιώνει την αλλαγή των συμπεριφορών του που είναι φυσικοποιημένες(Habitus), σαν ακρωτηριασμό, σαν ψυχικό φόνο. Γι’ αυτό αυτοδικεί. Συνεχίζει να κάνει ό,τι έκανε. Μόνο που με τις καινούργιες συνθήκες αυτό θεωρείται παραβατικό, παράνομο.  Για τον Κλεάνθη, όμως, παράνομοι και κλέφτες είναι οι άλλοι, οι νέοι ιδιοκτήτες, το κράτος, που νοικιάζει τα διβάρια, η εκκλησία και τα μοναστήρια, που νοικιάζουν τα απέραντα χωράφια τους, τα βακούφια σε απατεώνες και παραγωγούς χασισιού με την ανοχή και τη σύμπραξη της εκκλησίας. Το συμβάν είναι πραγματικό. Ο Κλεάνθης, τελικά, αντιδρά στην αστικοποίηση, αντιδρά στην εισβολή της κρατικής τάξης και γίνεται αντιεξουσιαστής, που απαλλοτριώνει το κλαπέν…
Κι αν το πολιτικό και νομικό πεδίο επιβάλλει την αστικοποίηση, το πολιτιστικό επιχειρεί να χειραγωγήσει, να αλλάξει τα μυαλά των ανθρώπων. «Όπλο» για την μεταβολή της πολιτιστικής συνθήκης, την αλλαγή στη συμπεριφορά και τον τρόπο σκέψης των χωρικών είναι ο κινηματογράφος (και αργότερα η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ). Γράφει ο συγγραφέας: «Ο κινηματογράφος που ήρθε τα ‘κανε όλα χειρότερα για μας τους χωριάτες. Τα αρώματα, τα φανταχτερά ρούχα και οι μεγάλες λιμουζίνες πάνω στα πανιά που δείχνει κάθε μήνα ο σινεματζής που έρχεται από την πόλη τα ζήλεψαν όλοι. Αυτά είδε και η Ευανθία και νομίζει ότι της πρέπουν σπίτια ψηλά και λιμουζίνες…». Η γυναίκα θέλει να φύγει, να πάει στην Γη της Επαγγελίας, στην Αθήνα. Για τον Κλεάνθη, όμως, η εγκατάλειψη του Τόπου του και η αστικοποίηση είναι εγκατάλειψη της αρμονίας του, της ψυχής του και της φύσης του. «Όλοι πρόεδροι, βουλευτάδες και δάσκαλοι θα γίνουμε; Εμένα μ’ έκανες ψαρά και μ’ αρέσει που απλώνω τα χέρια και αγκαλιάζω τον τόπο. Παράδεισος είναι, κι ας γκρινιάζω καμιά φορά», λέει.
Όμως η αρμονία με τη φύση συμπληρωνόταν και από μία αρσενική κοινωνική δομή, την ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΡΑΚΙΟΥ, που απέκλειε τις γυναίκες (εκείνο τον καιρό) και είχε ως βασικό της θεσμό το ΚΑΦΕΝΕΙΟ -Υπ’ αυτή την οπτική, το φευγιό της Ευανθίας έχει και μία επαναστατική γυναικεία πλευρά-. Εκεί, λοιπόν, στο καφενείο έγινε το φοβερό φονικό.
Ας δούμε τα RES FICTAE, τα πραγματικά γεγονότα: ΔΙΑΒΑΖΩ από εφημερίδα του 1985: «Ο τραυματίας Σπύρος Τζώρας δήλωσε στους αστυνομικούς και τους δημοσιογράφους ότι κατά την άποψή του, στόχος του δράστη ήταν ο Λευτέρης Μπιζώνης. «Ο φονιάς τον ζήλευε θανάσιμα γιατί είχε αποκτήσει οικονομική άνεση, ενώ ο ίδιος είχε φτωχύνει προικίζοντας τα τέσσερα κορίτσια του». Ο φονιάς ανέφερε ότι αιτία της τραγωδίας ήταν το ποτό«Δεν μπορώ να εξηγήσω τι ήταν αυτό που έκανα. Μόνο μια εξήγηση μπορώ να δώσω. Αυτό το καταραμένο το πιοτό ήταν η αιτία. Ήμουνα μεθυσμένος. Είχα πιει πολύ, θόλωσε το μυαλό μου και δεν ήξερα τι έκανα. Την πλήρωσαν άνθρωποι που δεν έφταιγαν σε τίποτα».»
Πως περιγράφει ο Κούτας το κοινωνικό μπούλινγκ στον Θεόφιλο: «Όλοι τον έβριζαν και τον υποτιμούσαν. Ο ξεδοντιάρης ο Δημητράκης τον είχε γελάσει κατάμουτρα», τον είχε βάλει να πληρώσει το κερασμένο ποτό…    Το πρωί είχε πυροβολήσει γύρω στις σαράντα φορές και είχε σκοτώσει τριάντα πέντε άγρια πουλιά. Με το όπλο στο χέρι ένιωθε δυνατός… Το τρέμουλο στο μάγουλο είχε σταματήσει… έξι νεκροί… Όλα ήταν τακτοποιημένα, σαν συνέχεια της πρωινής παγάνας…». Αυτοδικία. Φύση. Ακαλλιέργητα, αμολυμένα ένστικτα. Η ζωή ενός ανθρώπου τιμάται όσο και η ζωή μιας λούφας, μιας αγριόπαπιας!