Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία δική μου/Βιβλιοκριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία δική μου/Βιβλιοκριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2022

Ευάγγελος Αυδίκος - Τα πουλιά του Κορτάσαρ, Λογοτεχνία και κοινωνική πραγματικότητα, culturebook.gr

 



 

 Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2022

 

 0 Σχόλια


Δεν ξέρω αν έχω επηρεαστεί από τον Τόμας Μαν και το μυθιστόρημά του «Το μαγικό βουνό». Όμως, συχνά μου τυχαίνει να ονειρεύομαι πως είμαι στις Άλπεις συνοδεύοντας τον ήρωά του Χανς Κάστροπ, κρατώντας στα χέρια μου τον ταξιδιωτικό του σάκο στο ταξίδι της απομάκρυνσης από τον πολύβουο κόσμο. Νιώθω να γίνομαι διαφορετικός, το σώμα μου και το μυαλό, τα συναισθήματα να συντονίζονται με αυτό που ο συγγραφέας αποκαλεί «Ιεροφαντασμαγορική πύργωση του κορυφόκοσμου των Άλπεων».
   Ξυπνώ και το όνειρο γίνεται σύννεφο που σκορπάει από το ήλιο που ανεβαίνει στον ουράνιο θόλο του. Όμως, μένει μαζί μου η «φαντασμαγορική πύργωση», η προσπάθεια να χτιστεί ένας μυθιστορηματικό σύμπαν, στα όρια του οποίου οι ήρωες θα αναζητούν τον εαυτό τους μέσα από μια διαρκή πορεία, η οποία μπορεί να είναι και κατάβαση στο υποσυνείδητο.
   Η φράση του Μαν δεν με άφηνε ήσυχο. Γινόταν τρυπάνι που άφηνε την πληγή ανοιχτή. Τι εννοούσε ο συγγραφέας; Ο συγγραφέας υποδύεται τον ιεροφάντη που αποκαλύπτει τα μυστικά του κόσμου; Δεν μου άρεσε αυτή η διαπίστωση, με γυρνούσε πίσω, στον 19ο αιώνα, τότε που πίστευαν ότι ο συγγραφέας είναι 'ιερωμένος᾿ Που έχει το καθήκον να μιλήσει για έναν κόσμο μυστικιστικό αλλά και να οδηγήσει τους απλούς θνητούς στον δρόμο της 'αμόλυντης' τέχνης.
   Πιστεύω ότι η φράση του Μαν είναι η σπονδυλική στήλη, γύρω από την οποία υφάνθηκε η συζήτηση για τον ρόλο της λογοτεχνίας. Τι κάνει το πεζογράφημα; Μήπως πρέπει να μετακινηθεί προς την ποίηση, ιδίως το διήγημα, και να γίνει άσκηση ύφους και μόνο; Ούτως ή άλλως, ο κόσμος, λένε κάποιοι, είναι υβριδικός, δεν υπάρχουν όρια, το ένα είδος εισέρχεται στο άλλο κι αυτό αναδιατάσσει το λογοτεχνικό τοπίο.
   Δεν έχει άδικο ο Φάις που υποστηρίζει ότι κάθε μορφή λογοτεχνίας κρίνεται από το «εσωτερικό βάρος του κειμένου». Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Ειδάλλως, αμβλύνονται τα κριτήρια και προκύπτει ένας αφηγηματικός χυλός, που κρίνεται με όρους ακραίου υποκειμενισμού. Δεν υπάρχουν κριτήρια, ίσως το μόνο που είναι καθοριστικό ορίζεται από τον αριθμό των πωλήσεων και την ταξινόμησή του στην κατηγορία των ευπωλήτων.
   Στην εποχή του τεχνολογικού εκδημοκρατισμού» γράφονται πολλά. Όλοι έχουν ιστορίες που μπορούν να αφηγηθούν με τρόπο επαρκή, έχοντας μυηθεί σε κάποιες βασικές τεχνικές. Όμως, η λογοτεχνία δεν είναι μια απλή μεταφορά αυτού που συμβαίνει γύρω μας. Δεν είναι μόνο αξιοποίηση των οικογενειακών αφηγήσεων για τη συγγραφή. Δεν είναι πρωτίστως ικανοποίηση ορισμένων κοινωνικών και πολιτικών ομάδων θέτοντας τη μνήμη, προσωπική και συλλογική, στην υπηρεσία της ικανοποίησης των απόψεων και των συμφερόντων.
   Ο πεζογράφος ανασύρει στην επιφάνεια της λογοτεχνικής του συνείδησης την «κρυμμένη μνήμη» της Ζατέλη, αυτήν που βρίσκεται στα διάκενα και ο συγγραφέας συνομιλεί μαζί της. Ωστόσο, δεν περιορίζεται σ'αυτό που φαίνεται. Δεν αρκείται στην περιγραφή της εικόνας και της μνήμης. Αυτά είναι η αφετηρία, για να δημιουργήσει ένα δικό του σύμπαν, καμωμένο με τη γλώσσα και τα άλλα εκφραστικά του μέσα.
   Με επίκεντρο τις επισημάνσεις αυτές έχουν γίνει πολλές συζητήσεις και έχουν γραφεί ακόμη περισσότερα για τη σχέση ενός κειμένου με την κοινωνική πραγματικότητα, που συμπεριλαμβάνει τα πάντα. Όσα γίνονται έξω από τον άνθρωπο αλλά και εντός του. Δεν νοείται πρόσωπο εκτός ιστορίας, επιμένει η Γαλανάκη. Γιατί δεν υπάρχει το πρόσωπο εκτός μιας ομάδας. Ακόμη και όταν γίνεται ενδοστρεφής και αποσύρεται, οι σκέψεις του, τα αισθήματα και συναισθήματα συναρτώνται με ό,τι τον περιέβαλε και τον διαμόρφωσε.
   Κοινοτυπίες θα ισχυριστεί κάποιος/α. Αιώνες τώρα, όμως, η συζήτηση διεξάγεται γύρω από τα ίδια πράγματα. Το ερώτημα που επαναλαμβάνεται διαχρονικά είναι λογοτεχνικό δημιούργημα έχει αυτονομία και αναμετράται με τον κόσμο του, χωρίς να αντανακλάται η κοινωνική πραγματικότητα.
   Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το λογοτεχνικό έργο έχει αυτονομία, η οποία όπως αναμετράται με την ιστορία και τη σχέση του με το αναγνωστικό κοινό. Ο Τσετβάν Τοντορόφ αντικρούει τον ισχυρισμό αυτό, υποστηρίζοντας ότι το πεζογράφημα, το ποίημα δεν γεννιέται εκ του μηδενός. Η λογοτεχνία αρδεύεται από την πραγματικότητα, στη διαχρονία, τη θεματολογία της, την οποία διηθίζει με βάση τα εκφραστικά μέσα του παρόντος..
   Η σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα ανιχνεύεται ως αφετηρία, ακόμη και στον Μπόρχες, που θεωρούσε ως πρώτη αφετηρία για τη γραφή όχι την κοινωνική πραγματικότητα αλλά την αναγνωστική εμπειρία. Και στη δική του περίπτωση, οι αναγνωστικές εμπειρίες που χρησιμοποιεί, αντανακλούν θραύσματα της κοινωνικής πραγματικότητας.
   Η κοινωνική πραγματικότητα, έστω και ως διάθλαση, τροφοδοτεί τη γραφή του λογοτεχνικού έργου. Τα πράγματα με πλησίαζαν σαν ένα πουλί που πετά μπροστά απ' το παράθυρο, εξομολογείται ο Κορτάσαρ. Η λογοτεχνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τα πουλιά. Ο λογοτέχνης τα χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει το δικό του λογοτεχνικό σύμπαν. Με απώτερο στόχο να συνομιλήσει με τους αναγνώστες/τριες.

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

H σκιά της Μίκας, του Βαγγέλη Αυδίκου,Μαρία Σιώζου. 29/11/2014 , academia.edu


Η ιστορία εκτυλίσσεται στη σύγχρονη Αμερική λίγα χρόνια μετά το χτύπημα των Δίδυμων Πύργων.Ο τίτλος δηλώνει την ύπαρξη ενός προσώπου που θα λειτουργεί σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης ως σημείο αναφοράς των ιστοριών  όλων των άλλων προσώπων που κινούνται  στο  μυθιστόρημα. Η Μίκα τίθεται στον ορίζοντα  του αναγνώστη εξ αρχής, έστω και ως σκιά που σηματοδοτεί έτσι και μια αναζήτηση ή ένα κυνήγι της σκιάς , αν θέλετε.  Ποιος μιλάει; Ποιος είναι  ο αφηγητής της ιστορίας και  με ποιους τρόπους εμπλέκεται στην αφηγούμενη ιστορία; Ο αφηγητής της ιστορίας μας είναι ο Κοσμάς Τρίκαρδος.  Έλληνας, με  σπουδές στην Αμερική, μετανάστης πρώτης γενιάς ,παντρεμένος με Αμερικανο-πολωνή. Τον πρωτοσυναντούμε έξω από το κοιμητήριο του Μπρόνξ .Ψάχνει να βρει τον τάφο της Μικαέλας Τσεκουρίδου, της Μίκας ,επίσης Ελληνίδας από τη Σμύρνη η οποία αμέσως  μετά τη Μικρασιατική  καταστροφή ακολουθεί το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Αμερική με πρώτο σταθμό τη Ν. Υόρκη.  Η Μίκα και ο Κοσμάς. Τους χωρίζει μισός αιώνας .Τους ενώνουν οι μετοχές που είχε αγοράσει η Μίκα το 1927,  μετοχές μιας εταιρείας σιδηροκατασκευών .Η εταιρεία χρεοκόπησε το 1929 στο μεγάλο κραχ και έτσι η Μίκα δεν κέρδισε ποτέ από την επένδυσή της. Πέθανε φτωχή. Αυτό είναι το παρελθόν. Στο παρόν   οι μετοχές έχουν αποκτήσει μεγάλη αξία. «Ολόκληρη περιουσία !»Η Μίκα, όμως, δε ζει. Aπαιτείται να βρεθούν οι κληρονόμοι της Μίκας, αλλιώς το μέρισμα των μετοχών θα μεταβιβαστεί στην οικονομική υπηρεσία του Μπρονξ. Την αναζήτηση των κληρονόμων της  Μίκας αναλαμβάνει για την εταιρεία επενδύσεων, στην οποία μόλις προσελήφθη ο Κοσμάς Τρίκαρδος, ο αφηγητής μας.
 Παρόλο που το κίνητρο του Κοσμά είναι στη βάση του οικονομικό ( η  επιτυχής  εύρεση των κληρονόμων θα αποτιμηθεί σε  αξιόλογα οικονομικά οφέλη που θα μεταβάλουν εξαιρετικά τη ζωή του Κοσμά και της οικογένειάς του) και παρόλο που οικονομικό, πρωτίστως ,είναι το κίνητρο κάθε μετανάστευσης, από μόνο του αυτό δε θα ήταν αρκετό για να εκπληρώσει το μυθιστορηματικό όραμα του Βαγγέλη Αυδίκου. Ο Κοσμάς βρίσκεται διαρκώς στη σκιά της Μικας και όπως γνωρίζετε οι σκιές δεν πιάνονται.«Η Μίκα είναι σαν τις γοργόνες στις ιστορίες που ιστορούσε στον Ιρλανδό παππού.Συναντώ τα ίχνη της, η ίδια πουθενά.Τη γνωρίζω από τις αφηγήσεις των άλλων, σαν το μύθο για τη γοργόνα που ήταν ακριβοθώρητη στους πολλούς», σκέφτεται ο Κοσμάς.
Η αναζήτηση της Μίκας από τον Κοσμά περνά μέσα από τις λεωφόρους της Ν.Υόρκης ,ακολουθεί τις συνεχείς μετακινήσεις του Κοσμά από το Μπρόνξ ,στην Αστόρια και το Έλλις Άιλαντ ως το Κολόμπους του Οχάιο, αλλά και τη Φιλαδέλφεια, όπου βρίσκεται η οικογενειακή εστία του Κοσμά. Ένα ψηφιδωτό ιστοριών τοποθετημένων στο ίδιο επίπεδο με την ιστορία της Μίκας, η οποία συντίθεται έτσι και σκια-γραφείται  από τις βιωμένες ιστορίες των άλλων μεταναστών με τους οποίους εκείνη είχε συνδέσει τη ζωή της στην Αμερική, είτε άμεσα είτε έμμεσα.
Η Μίκα…..
 , καλλιεργημένη, ευαίσθητη, αγωνίστρια περήφανη σε όλη της τη ζωή, ερωτεύεται , εργάζεται σκληρά, είναι μητέρα στοργική , ωραία ως Ελληνίδα. Ηρωίδα με θετικό πρόσημο , ευνοική για υγιή ταύτιση με κάθε μεταναστευτικό βίωμα .Πρότυπο ανθρώπου.Μόνο θετικές εικόνες έχουν από εκείνη όσοι τη γνώρισαν. Κομβικό πρόσωπο στη ζωή της και μεγάλος της έρωτας ο Πάτρικ, Ιρλανδός, που σκοτώθηκε σε στρατιωτική επιχείρηση( στην απόβαση της Νορμανδίας). Η Ιρλανδική, λοιπόν, κοινότητα στο Κολόμπους αποδεικνύεται ενδιαφέρον περιβάλλον  πληροφοριών για τη ζωή της Μίκας. Συνδετικός κρίκος μεταξύ του Κοσμά και της ιρλανδικής κοινότητας ο Ηλίας, πλοηγός του Κοσμά και στην διερεύνηση της ελληνικής κοινότητας στο Κολόμπους, καθηγητής  του Πανεπιστημίου, ειδικευμένος στα θέματα της μετανάστευσης των Ελλήνων, Σμυρνιός και ο ίδιος. «Η δική της Σμύρνη και η δική μου απέχουν μόνο τριάντα χρόνια. Εκεί που η Μίκα είδε τη ζωή της να γκρεμίζεται εγώ έζησα ανέμελα παιδικά χρόνια» μονολογεί ο Ηλίας. Το ενδιαφέρον του για τους Έλληνες μετανάστες θα βοηθήσει αποτελεσματικά τον Κοσμά.
Έτσι ,  ενώ ο Κοσμάς αναζητεί τα ίχνη της Μίκας και ο αναγνώστης συνθέτει το ψηφιδωτό της μορφής και της ζωής της , ταυτόχρονα και αθόρυβα, όπως κινούνται οι σκιές , σκιαγραφείται και ο ίδιος ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο Κοσμάς. Ποιον πραγματικά  αναζητεί ο Κοσμάς όσο ακολουθεί τα ίχνη της Μίκας στην Αμερική ; Τον εαυτό του. Όπως κάθε ταξίδι έτσι και το ταξίδι της αναζήτησης της Μίκας είναι για τον Κοσμά μια διαδικασία αυτογνωσίας, αυτοπροσδιορισμού και κυρίως μεταμόρφωσης/της  δικής του μεταμόρφωσης. Παράλληλα και ταυτοχρόνως με τα ίχνη της Μίκας ο Κοσμάς διερευνά  τα ίχνη  της δικής του μεταναστευτικής πορείας στην Αμερική.
Ο Κοσμάς,
 εγκλωβίζεται συναισθηματικά στην αναζήτηση  της Μίκας καθώς την χρησιμοποιεί ως όχημα διαφυγής από τη δική του καθημερινότητα που φαίνεται να μη  τον γεμίζει. Σ΄ αυτή τη ρωγμή εμφιλοχωρεί η ερωτική του σχέση με τη Μάργκαρετ , συνεργάτιδά του στην εταιρεία και σημαντική συμπαραστάτη στο πρότζεκτ του Κοσμά, θέσει και φύσει. Θέσει, γιατί ως αμερικανίδα κοινωνιολόγος  γνωρίζει σε βάθος τους μηχανισμούς λειτουργίας της Αμερικανικής κοινωνίας, τους τόπους και τα πρόσωπα κλειδιά, ώστε να προφυλάξει  τον Κοσμά.  Φύσει, καθώς η προφανώς ελκυστική εμφάνισή της δικαιολογεί μια ευρύτητα κοινωνικών επαφών, πολύ χρήσιμη ως πηγή πληροφοριών για τον Κοσμά, παράλληλα με την ψυχολογική στήριξη που του παρέχει σε κάθε στιγμή δειλίας του. Η Μάργκαρετ είναι η καλή μάγισσα του Κοσμά, βοηθός στην αναζήτηση της Μίκας ,βοηθός στην αναζήτηση του εαυτού του ,κομμάτι του νέου εαυτού του όπως διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της διπλής αυτής αναζήτησης. Όμως, όσο πιο πολύ προσεγγίζει τη Μίκα ο Κοσμάς, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την ως τότε δομή της ζωής του. Η Μίκα και η Μάργκαρετ από τη μία πλευρά  , η σύζυγός του, Μαρία Τερέζα  από την άλλη. Τρεις γυναίκες .Γι’ αυτό, ίσως, Τρίκαρδος; Συνεπώς διαμοιρασμένος σε τρεις δυνατότητες;Αν δεχτούμε  ότι από την διαρκή  αναζήτηση της Μίκας εκείνο που προκύπτει  κάθε φορά είναι η σκιά της, μπορούμε να υποθέσουμε πως και από την ενδοσκόπηση που επιχειρεί ο Κοσμάς το εύρημα είναι η σκιά της ευτυχισμένης ζωής του στην Αμερική. Το τέλος της ιστορίας σε ό,τι αφορά  τη ζωή του Κοσμά , παραμένει από τον συγγραφέα,  ανοιχτό, όπως σε  κάθε μοντέρνο αφήγημα.
Τα διλήμματα
Υπάρχει ευτυχία μακριά από τις πατρογονικές εστίες ή μήπως μόνο επαγγελματική επιτυχία και κοινωνική κατοχύρωση ; Αλλά και αυτό, λίγο είναι; Ή  δεν αποτελεί άραγε  προυπόθεση ευτυχίας;
Όταν η γενέτειρα σε πληγώνει, το ανθρωποκεντρικό αίσθημα της αυτοσυντήρησης, δεν σε ωθεί σε νέες εστίες; Θα καταφέρεις ποτέ να πεισθείς πως έκανες την καλύτερη  επιλογή ή θα βρίσκεσαι πάντα σε ένα μεταίχμιο και θα συγκρίνεις κάθε εκδήλωση ή έκφραση της ζωής σου, εδώ, στην Αμερική, ή όπου αλλού,  με το, εκεί, στην Ελλάδα , στην Πρέβεζα ,στο Συρράκο , στη Σμύρνη, ή όπου αλλού; Σε ένα κομβικό σημείο της ιστορίας ο Κοσμάς  προκειμένου να φωτίσει την έρευνά του , αποφασίζει να παρακολουθήσει τη θεία λειτουργία της Κυριακής, στην εκκλησία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Κολόμπους, όπου συνάντησε  ακμάζουσα ελληνική κοινότητα . Στο κεφάλαιο αυτό ο καθηγητής λαογραφίας- συγγραφέας  Βαγγέλης Αυδίκος με την οξυδέρκειά  του οξυμμένη και ενισχυμένη από την επιστημονική κατάρτιση του λαογράφου, μάς δίνει πολύτιμες σελίδες με ενδιαφέρον  υλικό για τους Ελληνοαμερικανούς. Η αίσθηση που εμείς  αποκομίζουμε διαβάζοντας το κεφάλαιο για την ελληνική κοινότητα στο Κολόμπους του Οχάιο είναι απολύτως θετική και αισιόδοξη .
Ωστόσο τον Κοσμά κάτι τον ξενίζει.
 «Θα περίμενες να βρεις μια άλλη Ελλάδα εδώ , έτσι δεν είναι;» ρωτά τον Κοσμά ο Ηλίας. «Δεν ξέρω αν είναι αμαρτωλή η σκέψη μου, αλλά κάτι με ξενίζει.Όλα είναι οργανωμένα άψογα ,όμως κάτι λείπει που δε νοστιμίζει τη συνταγή.» απαντά ο Κοσμάς που κάτι δεν τον πείθει στο άκουσμα των ύμνων της θείας λειτουργίας στα Αγγλικά. Εύστοχα  επισημαίνει ο συνομιλητής του πως «το τζετ λαγκ του Κοσμά διαρκεί ακόμη, παρόλο που έχει αρκετά χρόνια στην Αμερική»
Αφήγηση και επικαιρικότητα
Η αρχή της αφήγησης ταυτίζεται με την αναζήτηση ενός τάφου που όσο παράδοξο κι αν ακούγεται θα δώσει πληροφορίες για τη ζωή. Πρόκειται για μια οξεία και μακάβρια αντίθεση, αλλά το βεβαιώνουν οι αρχαιολόγοι που χαίρονται όταν ανασκάπτουν τάφους γιατί από αυτούς αντλούν πολλές πληροφορίες για τη ζωή. ( συμπτωματικά έχει μια επικαιρικότητα αυτή η παρατήρηση λόγω των ευρημάτων της ανασκαφής  στην  Αμφίπολη) . Ακόμη στην αρχή της έρευνάς του ,στην πρώτη ένδειξη ότι βρίσκεται στη σκιά της Μίκας, ο Κοσμάς κρατάει στα χέρια του  ένα χειρόγραφο σημείωμα της Μίκας το οποίο ανακάλυψε στα αρχεία του μουσείου για τους μετανάστες  στο Έλλις Island. Εδώ ανοίγει πάλι μια ωραία και επίκαιρη συζήτηση για την αξία των αρχείων και για τη σημασία που έχουν για τον ερευνητή εντός και εκτός οποιασδήποτε μυθοπλασίας.
Συνοψίζοντας και καταλήγοντας
Το αφήγημα έχει δομή αστυνομικού μυθιστορήματος  με τον ομοδιηγητικό αφηγητή να γνωρίζει κάθε φορά λιγότερα από τα διάφορα πρόσωπα που συναντά και να βρίσκεται πάντα ένα βήμα πριν την οριστική  εύρεση των κληρονόμων της Μίκας. Το θρίλερ εξελίσσεται, η αγωνία συντηρείται με επιβραδύνσεις χάρη στις ενδιαφέρουσες ιστορίες που παρεμβάλλονται και  τροφοδοτείται τακτικά, με συνεχείς ανατροπές και  απροσδόκητες εξελίξεις μέχρι την τελευταία σελίδα. Ένα πολυπρόσωπο αφήγημα από το οποίο περνά  ο κύκλος της ζωής των μεταναστών σε διαφορετικές χρονικές, ιστορικές συνθήκες , με όρους ρεαλιστικούς ,με προüποθέσεις αληθοφάνειας και πειστικότητας, μυθιστόρημα πόλης ,σύγχρονο , επιβεβαιώνει μια αγαπημένη φράση των Αμερικανών και ταυτόχρονα βασικό συστατικό του τρόπου ζωής τους,  αλλά όχι αποκλειστικά  της δικής τους, πιθανόν και αρκετών  από εμάς: anything goes, δηλαδή όλα είναι δυνατόν να συμβούν, στα μυθιστορήματα, όπως και στη ζωή.












Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Γράφει η Αργυρώ Μουντάκη //Ο λαβύρινθος της μετανάστευσης,Fractalart.gr

Ο λαβύρινθος της μετανάστευσης

Γράφει η Αργυρώ Μουντάκη //

SkiaMikas«Η σκιά της Μίκας» του Βαγγέλη Αυδίκου, Εκδ. «Ταξιδευτής», σελ. 267

Όταν η ελληνική οικογένεια καλείται μετά από τόσες δεκαετίες να αντιμετωπίσει ξανά τον λαβύρινθο της μετανάστευσης, παρατηρώντας ή και ενθαρρύνοντας τα παιδιά της να φεύγουν ως επιστημονικοί πλέον μετανάστες στο εξωτερικό, «Η σκιά της Μίκας» του Βαγγέλη Αυδίκου έρχεται να μας προβληματίσει για τις πιθανότητες επιστροφής τους, αλλά και τη διατήρηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας και γλώσσας των μελλούμενων γενεών, των απογόνων αυτών των νέων ανθρώπων.
Ο Βαγγέλης Αυδίκος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, δημοσίευσε το 2013 το τέταρτο λογοτεχνικό του έργο. Δραστήριος καθηγητής του τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας έχει συγγράψει πολλές επιστημονικές μελέτες και έχει συμμετοχή σε πολλά συνέδρια.
Η παρουσίαση του βιβλίου «Η σκιά της Μίκας», που έγινε πρόσφατα με επιτυχία στο Βόλο, από τον καθηγητή κύριο Βασίλη Αναγνωστόπουλο και τη δημοσιογράφο Ροσσάνα Πώποτα αποτέλεσε αφορμή για ποικίλες εποικοδομητικές συζητήσεις με το αναγνωστικό κοινό, όπως ο θετικοί παραλληλισμοί με την θεματική του βιβλίου «Εις γην Χαναάν» του Σεμπάστιαν Μπάρυ, που έκανε ο συγγραφέας Κώστας Ακρίβος, που παρευρέθηκε στην παρουσίαση.
Ο Κοσμάς Τρίκαρδος, σύγχρονος πολίτης του κόσμου, Έλληνας, που μετανάστευσε για σπουδές στην Αμερική, και έμεινε εκεί για να σταδιοδρομήσει, βρίσκεται όπως δηλώνει και το επώνυμό του ανάμεσα σε τρεις γυναίκες: την Αμερικανίδα γυναίκα του Μαρία Τερέζα, την επίσης Αμερικανίδα ερωμένη του Μάργκαρετ και την Μίκα, την Ελληνίδα από τη Σμύρνη, μετανάστρια στην Αμερική μετά την μικρασιατική καταστροφή. Οι δύο πρώτες εν ζωή, η τρίτη εδώ και χρόνια νεκρή, με μια καθόλου ευκαταφρόνητη περιουσία, που ποτέ δεν χάρηκε, από μετοχές που πήραν τεράστια αξία με τον καιρό, μετοχές που είχε αγοράσει πριν το κραχ του 1929. Ο Κοσμάς Τρίκαρδος καλείται να ανακαλύψει τους απογόνους αυτής της όμορφης γυναίκας με την μυστηριώδη ζωή, ξεκινώντας από το μνήμα της στο Μπρόνξ.
Βαγγέλης Αυδίκος
Βαγγέλης Αυδίκος
Ο Βαγγέλης Αυδίκος με κοφτό, λιτό λόγο, που ταιριάζει και υφολογικά στον αμερικάνικο σύγχρονο τρόπο γραφής, με αναρίθμητες αναδρομές που αφορούν όχι μόνο στους κυρίως ήρωες του βιβλίου μα και στους δευτερεύοντες, ίσως και τριτεύοντες, όλες δεμένες με δεξιοτεχνία με την αφήγηση, επιμηκύνει συνεχώς την αγωνία των αναγνωστών. Οι συνεχείς βήμα προς βήμα ανακαλύψεις του ερευνητή Κοσμά εντείνουν την περιέργεια, καθώς συνοδεύονται πάντα και από ένα νέο μυστήριο, που κάνει τον αναγνώστη να θέλει να μάθει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα την εξέλιξη της ιστορίας. Η ένταση αυτή και τα διαρκώς αναδυόμενα νέα ερωτηματικά διαρκούν ως το τέλος του βιβλίου, που ενώ δίνει μια ικανοποιητική απάντηση, κλείνοντας τα βασικά κενά της αφηγηθήσας ιστορίας, προσφέρει όμως στον αναγνώστη την δυνατότητα ενός «ανοιχτού» τέλους. Ο συγγραφέας του δίνει έτσι την ευκαιρία να δημιουργήσει με την δική του φαντασία το επιθυμητό τέλος για πρόσωπα και θέματα που «άνοιξαν» στην πορεία της αφήγησης.
Το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένα θρίλερ, δίχως όμως βιαιότητες και αποκρουστικές σκηνές, όμως με έντονη συναισθηματική φόρτιση, εναλλαγές σκηνών και εξελίξεων που όχι μόνο συντηρούν, αλλά και μεγεθύνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, και φυσικά με πλούσιο προβληματισμό, που αφορά θέματα, τα οποία ταλανίζουν εκ νέου τον Έλληνα: Την μετανάστευση, την πολιτισμική και γλωσσική αφομοίωση των μεταναστών δεύτερης γενιάς και των απογόνων τους, τις ταλαντεύσεις και την κρίση ταυτότητας, στις οποίες ενδέχεται να περιέλθει ο μετανάστης, τους καταναγκασμούς που οδηγούν στην επιλογή ανάμεσα στο «θέλω» και το «μπορώ», όταν αυτά τα δύο καθορίζονται από τις πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις μια χώρας που μαστίζεται από τραγικές καταστροφές, όπως η μικρασιατική καταστροφή, ο πόλεμος, ο εμφύλιος και τα ανεπανόρθωτα παρελκόμενα αυτών.
Οι παράλληλες πορείες της Μίκας και του Κοσμά Τρίκαρδου, αν και διαγράφονται με απόσταση πολλών δεκαετιών, έχουν μία κοινή αφετηρία: την αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, εργασίας, οικονομικής ευμάρειας. Υπάρχει όμως έντονη και η αντίθεση ανάμεσα στις δύο ιστορίες, τουλάχιστον όπως ξετυλίγονται. Όσο ο Κοσμάς ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της Μίκας, τόσο εμπλέκεται το κουβάρι της δικής του ζωής. Η λύση της δικής της ιστορίας ενδεχομένως να αποτελέσει και το έναυσμα και για την δική του κάθαρση. Ενδεχομένως…

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Γιάννης Παπακώστας, Βαγγέλης Αυδίκος, Η σκιά της Μίκας, μυθιστόρημα. Εκδόσεις Ταξιδευτής, Αθήνα 2013, περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 7, Μάιος-Ιούνιος 2014, σελ.395-96.





  Το μυθιστόρημα «Η σκιά της Μίκας» είναι η τελευταία λογοτεχνική παραγωγή του Βαγγέλη Αυδίκου. Προηγήθηκαν η συλλογή διηγημάτων «Το βλέμμα στο τοίχο με τη μαντανία» ( Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001) και  τα μυθιστορήματα  «Ο δικός μου Θεός»( Εκδόσεις Ταξιδευτής,  Αθήνα 2004) και «Η κίτρινη ομπρέλα»(Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2007, υποψήφιο για βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ για το 2008). Ο χώρος δράσης στη «Σκιά της Μίκας» είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής(Φιλαδέλφεια, Νέα Υόρκη, Κολόμπους του Οχάιο) και δευτερευόντως η Σμύρνη, η Χίος, η Αθήνα. Ο χρόνος του μυθιστορήματος αναπτύσσεται, με συνεχείς επιστροφές, από το 1922 ως την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα.
       Στο μυθιστόρημα παρακολουθούμε την ιστορία της Μίκας, που εξ αρχής θεωρήθηκε πως ήταν νεκρή. Καθοριστικός στην εξέλιξη του μυθιστορήματος είναι και ο ρόλος του Κοσμά Τρίκαρδου, ενός νέου Έλληνα που διάλεξε να σπουδάσει στην Αμερική στα τέλη του 20ου αιώνα και στη συνέχεια παντρεύτηκε Αμερικανίδα. Δυο Έλληνες που μετακινούνται στην Αμερική με μεγάλη διαφορά ηλικίας. Τους συνδέει η επιθυμία-αλλά και η ανάγκη-να φτιάξουν τη ζωή τους σε μια νέα χώρα: στις ΗΠΑ.
      Ο Κοσμάς  αναζητεί τα ίχνη της Μίκας, μιας Ελληνίδας από τη Σμύρνη που πέθανε φτωχή, αλλά που οι οικονομικές συγκυρίες την έκαναν πλούσια μετά το θάνατό της. Παρόλο που τους δύο ήρωες τους χωρίζει μισός αιώνας, τα όνειρα και οι ελπίδες είναι τα ίδια. Οι μετοχές είναι ένα στοιχείο που τους ενώνει. Η πρωταγωνίστρια Μίκα βρέθηκε στην Αμερική μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922. Αγόρασε μετοχές με την παρακίνηση του Ιρλανδού συντρόφου της, κυνηγώντας το αμερικάνικο όνειρο. Το οικονομικό κράχ του 1929 και ο θάνατος του Πάτρικ στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο οδήγησαν τη Μίκα σε περιπέτειες και ταλαιπωρίες. Η Μίκα πίστεψε πως οι μετοχές θα της άλλαζαν τη ζωή. Το ίδιο πιστεύει και ο Κοσμάς , ο νέος επιστήμονας που ήρθε στην Αμερική για σπουδές. Παντρεύτηκε την αμερικανίδα γυναίκα του και αναζητούσε μια ευκαιρία να πετύχει, να κάνει πραγματικότητα το δικό του αμερικάνικο όνειρο.
      Πίστεψε πως οι μετοχές της Μίκας ήταν η δική του ευκαιρία να πετύχει ό,τι δεν κατάφερε εκείνη. Δουλεύει σε μια εταιρεία της Φιλαδέλφειας, η οποία ανέλαβε να εντοπίσει απογόνους της Μίκας ώστε να κληρονομήσουν τα κέρδη από τις κερδοφόρες πλέον μετοχές της. Σε αντίθετη περίπτωση θα ρευστοποιούνταν από το αμερικάνικο δημόσιο.
        Η απάντηση στο ερώτημα αν υπάρχουν ή όχι απόγονοι της Μίκας λειτουργεί ως αφετηριακό σημείο για την ανάπτυξη και τη δομή του μυθιστορήματος. Κατ’ ανάγκη ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την τεχνική του αστυνομικού μυθιστορήματος. Αναζητεί τα ίχνη της Μίκας που γνωρίζει ότι είναι ήδη νεκρή. Ωστόσο, ποτέ  το μυθιστόρημα δεν εξελίσσεται σε νουάρ.
      Ο Κοσμάς λοιπόν αναζητεί εναγωνίως τη Μίκα στους τόπους από όπου πέρασε(Ελλάδα. Έλλις Άιλαντ, Νέα Υόρκη, Κολόμπους). Ο μύθος εξελίσσεται σε δύο επίπεδα: η ζωή της Μίκας που είναι η δίψα των μεταναστών να ριζώσουν κάπου αλλά και η ζωή του Κοσμά, γεγονός που υπογραμμίζει πόσο διαχρονικά είναι κάποια πράγματα.
      Ενδιαφέρων είναι ο τρόπος που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να χτίσει τη δομή του μυθιστορήματος. Με δεδομένη την απόσταση του χρόνου και τη βιολογική απουσία απογόνων της Μίκας αξιοποιεί την τεχνική των σημειωμάτων και τα αρχεία. Βιολογικά η Μίκα είναι απούσα. Όμως, έχει αφήσει τα ίχνη της σε διάφορα σημειώματα που έγραψε. Ο Κοσμάς καταφέρνει να τα εντοπίσει στους τόπους που έζησε η Μίκα. Κάθε σημείωμα αποτελεί και ανάσα για την αφηγηματική τόνωση του μυθιστορήματος. Ο Κοσμάς επίσης ανανεώνει την ελπίδα πως θα καταφέρει να αγοράσει το σπίτι που ονειρεύεται.
     Η «Σκιά της Μίκας» είναι ένα μυθιστόρημα για την Ελλάδα και τις ιστορικές της περιπέτειες. Η Μικρασιατική καταστροφή στοιχειώνει τη ζωή της Μίκας. Η αναφορά στα ιστορικά αυτά γεγονότα δεν είναι βέβαια σε πρώτο επίπεδο. Για το μυθιστόρημα ωστόσο αποτελούν ουσιώδη συστατικά για την κατανόηση της αφηγηματικής δράσης, αλλά και για τον ψυχικό κόσμο της Μίκας. Επιπλέον, η αναζήτηση της Μίκας αποτελεί ευκαιρία για τον συγγραφέα να αναφερθεί σε διαστάσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας που ακόμη δεν έχουν διερευνηθεί. Ένα τέτοιο γεγονός είναι τα «Σεπτεμβριανά» της Σμύρνης που βρίσκονται στη σκιά των γεγονότων που συνέβησαν στην Κωνσταντινούπολη το 1955. Ένα άλλο σημαντικό γεγονός είναι η υιοθεσία ελληνόπουλων μετά τον εμφύλιο από Αμερικανούς. Είναι ένα θάμα που-απ’ ό,τι γνωρίζω-για πρώτη φορά εντάσσεται, έστω και ως μέρος της αφηγηματικής πλοκής, στην ελληνική λογοτεχνία.
     Η «Σκιά της Μίκας», κυρίως, είναι ένα μυθιστόρημα για τη μοναξιά και τα διλήμματα των μεταναστών, για τις ελπίδες αλλά και τις απογοητεύσεις. Ένα μυθιστόρημα που ψάχνει πληγές που συχνά κρύβονται πίσω από επιτυχημένα όνειρα. Ένα μυθιστόρημα για έρωτες που πονάνε αλλά και δίνουν ελπίδα.


Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Η «άπιαστη» Μίκα του Βαγγέλη Αυδίκου



Στα ίχνη των Ελλήνων της διασποράς στην Αμερική|  
Η σκιά της Μίκας  είναι ο τίτλος του νέου μυθιστορήματος του Βαγγέλη Αυδίκου.
i-skia-tis-mikas-display-124Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ηΜίκα, Ελληνίδα από τη Σμύρνη, που βρέθηκε στην Αμερική μετά την καταστροφή. Το βιβλίο φέρει έντονα το στοιχείο του αστυνομικού θρίλερ, αφού η Μίκα είναι νεκρή και ο ερευνητής Κοσμάς Τρίκαρδος αναζητά διακαώς την πορεία της ζωής της.
Της Πωλίνας Γουρδέα
Καθώς ο ερευνητής πλησιάζει τα ίχνη αυτής της γυναίκας, στην προσπάθειά του να λύσει το κουβάρι μιας κληρονομικής υπόθεσης, ξετυλίγεται στις σελίδες του βιβλίου η ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα των Ελλήνων της διασποράς. Η αφήγηση περνά μέσα από κομβικά σημεία όπως η προσφυγιά μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922, τα γεγονότα του 1955 στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη, το οικονομικό κραχ του 1929 στην Αμερική, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Εμφύλιος και η μετεμφυλιακή Ελλάδα, η αφομοίωση και η προσαρμογή των μεταναστών στηνΑμερική διαχρονικά.
«Οι μεγάλες πόλεις, οι καινούργιοι τόποι χρειάζονται περπάτημα για να μπεις στην ψυχή τους. Το Μανχάταν ακόμη περισσότερο. Το παζλ της Νέας Υόρκης φτιάχνεται από κομμάτια όλης της γης, συχνά θρυμματισμένα από πολέμους, προκαταλήψεις, φανατισμούς». (σελ. 216)
Η αγωνία του αναγνώστη αυξάνεται καθώς η αναζήτηση της Μίκας γίνεται όλο και πιο περίπλοκη τις στιγμές που, ο εν ζωή ήρωας του βιβλίου, αγγίζει κάποιο ουσιαστικό ίχνος της. Η γυναίκα αυτή μοιάζει άπιαστη και ονειρική, σχεδόν Γοργόνα για τον συγγραφέα. Το πορτρέτο της σκιαγραφείται με εξαιρετική μαεστρία από τον Βαγγέλη Αυδίκο που κατορθώνει να φέρει στο φως χαρακτηριστικά μιας γυναίκας γενναίας, αποφασιστικής, ερωτικής και φυσικά, αποθανούσας που επιστρέφει στη ζωή μέσω της γραφής.
«Έτσι βρήκα στη Μίκα αυτό που μου έλειπε. Ό,τι έχω ακούσει το χρωστάω σ’ αυτή. Για μένα η Μίκα ήταν μία Γοργόνα, ένα υπερφυσικό πρόσωπο που μου άνοιγε πόρτες και τρόπους σκέψης που αγνοούσα». (σελ. 122)
Μίκα λοιπόν, που στη χημεία αναφέρεται ως μονωτικό υλικό. Στο βιβλίο η αφήγηση γύρω από τη ζωή της ηρωίδας ενώνει τις ρωγμές του ιστορικού χρόνου με το κοινωνικό γίγνεσθαι των μεταναστών και της ενσωμάτωσής τους. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως ο συγγραφέας αγγίζει μια ανοιχτή πληγή τουΕμφυλίου σχετικά με το θέμα των υιοθεσιών παιδιών που στέλνονταν στην Αμερική, χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών τους.
«Η γέννα ήταν δύσκολη, το παιδί γεννήθηκε ελλιποβαρές και η ίδια συνήλθε μετά από πολύωρο ύπνο. Αναζήτησε τον γιο της αλλά της είπαν πως πέθανε λίγο μετά τον τοκετό και δόθηκε για ταφή. Δεν γνώριζαν πού, δεν ήταν αρμόδιοι για να ξέρουν». (σελ. 263)
Η σκιά της Μίκας είναι ένα μυθιστόρημα που μας θυμίζει πώς είναι να επιβιώνουμε μέσα σε δύσκολες καταστάσεις αβεβαιότητας, όπως αυτές της μετανάστευσης και της προσφυγιάς. Όμως, πάνω απ’ όλα, έχω την αίσθηση πως η αναζήτηση της Μίκας υπήρξε μια εμμονή κι ένα πάθος για τον συγγραφέα. Αυτός είναι και ο λόγος που το βιβλίο αυτό αξίζει να διαβαστεί.

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΥΔΙΚΟΣ: Η ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΑΣ κριτική της Ιωάννας Παπά


Ένα βιβλίο είναι πάντα αφορμή να γεφυρωθούν οι αποστάσεις, να αναδειχθεί ο άνθρωπος, οι εσωτερικές του περιπέτειες και οι συγκρούσεις, να αποδοθεί ο αγώνας και η αγωνία του• να αναδειχθούν ακόμα πτυχές άγνωστες της ζωής και ο ηρωισμός του καθημερινού. Είναι όμως παράλληλα και μια αφορμή να ξεχαστεί και να ταξιδέψει η καταπονημένη σκέψη από τη βιοτική μέριμνα, από την απογοητευτική πραγματικότητα, από τους ποικίλους μηχανισμούς, τα σενάρια και την καταπιεστική καθημερινότητα.
Ο Αυδίκος γεννήθηκε στην Πρέβεζα με καταγωγή από το Συρράκο. Είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας και έχει ένα πολύπλευρο επιστημονικό έργο. Τον έχουμε ήδη γνωρίσει και για το συγγραφικό του έργο από τα διηγήματα «Το βλέμμα στον τοίχο με τη μαντανία» (2001) και «Ο δικός μου Θεός» (2004), και από το μυθιστόρημα Η κίτρινη ομπρέλα (2007), που βρέθηκε στη μικρή λίστα του περιοδικού Διαβάζω για το βραβείο μυθιστορήματος του 2008.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Αυδίκου, ασυναίσθητα ήρθε στη σκέψη μου ένας πρόσφυγας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο Γιώργος Ιωάννου. Ποιος όμως είναι ο Έλληνας απόδημος, ποια η ταυτότητα και η ψυχολογία του; Η σκιά της Μίκας υπήρξε αφορμή να διερευνηθούν όροι που περνούν στην καθομιλουμένη χωρίς ποτέ να διαλευκανθεί η βαθύτερη ουσία τους. Μεταφέρω στο σημείο αυτό κάτι από τις γνώσεις που αποκόμισα ψάχνοντας τους όρους αυτούς:
5,6 εκατομμύρια Έλληνες πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς αποτελούν σήμερα τον Ελληνισμό της Διασποράς, τον Απόδημο Ελληνισμό. Ο όρος «απόδημος» προσδιορίζεται από τον «ένδημο» ή «ενδημούντα». Είναι ο μη ένδημος, ο απελθών και ο κατοικών εκτός των ορίων του χώρου που ορίζεται ως δήμος ή πατρίδα και του οποίου αποτελεί τμήμα και παραγωγή του. Έτσι, το ίδιο το άτομο αντιμετωπίζεται ως Απόδημος από την πλευρά του γεννήτορα χώρου και ως μετανάστης ή έπηλυς από την πλευρά του χώρου υποδοχής.
Ως απόδημο νοείται το τμήμα εκείνο του Ελληνισμού, το οποίο ζει εκτός των προγονικών εστιών του. Η αναφορά στην κοινή καταγωγή αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό του συνόλου του. Δεν είναι όμως μόνο η καταγωγή που κρατά τον απόδημο Ελληνισμό ζωντανό κομμάτι και μέρος του• εδώ οι έννοιες «ταυτότητα» και «ελληνικότητα» αποκτούν μια ιδιαίτερη σημασία. Η ταυτότητα αυτή ως μύθος και ιστορία δίνει στον Ελληνισμό την αίσθηση της συνέχειας στον χρόνο και της ενότητας στον χώρο. Με το σκεπτικό αυτό, οι Έλληνες απόδημοι στην εγκατάστασή τους στη νέα χώρα έπρεπε να κατοχυρώσουν τους ολικούς όρους επιβίωσής τους οικοδομώντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις και τους στόχους της αποδημίας.
Η συγκρότηση του Απόδημου Ελληνισμού υπήρξε καρπός μιας μακρόχρονης διαδικασίας άλλοτε ως πρόσφυγας, άλλοτε ως μετανάστης και άλλοτε ως πολιτικώς διωκόμενος σε εποχές που οι (πολιτικές) περιστάσεις για τη χώρα υπήρξαν ανώμαλες. Αποτέλεσε μια δύναμη που στήριξε τον Ελληνισμό και τον στηρίζει, ενώ αγωνίζεται σαν μια ενιαία ανθρώπινη μάζα, συλλογικό σώμα και ψυχή να συντηρήσει τα στοιχεία της εθνότητας και τις αξίες της. Με την πάροδο του χρόνου οι απόδημοι συσπειρώνονται μέσα στα πλαίσια της χώρας υποδοχής και αντιτάσσουν τη δική τους πολιτισμική άμυνα. Είναι η εποχή όπου δοκιμάζεται η συνοχή τους και επιχειρούν να οργανωθούν, προκειμένου να διατηρήσουν τον ψυχικό σύνδεσμο με τη μητέρα-πατρίδα. Έτσι προκύπτουν οι ομογενειακές οργανώσεις, θεσμοί που για ένα μεγάλο διάστημα κατόρθωσαν να διατηρήσουν την ικμάδα και την ταυτότητά τους. Ωστόσο, η δεύτερη και η τρίτη γενιά μεταναστών αποτελεί καρπό ενός διαπολιτισμικού περιβάλλοντος• δεν δείχνουν την ίδια προθυμία να προτάξουν τα στοιχεία της ελληνικότητας, παρότι αισθάνονται την ανάγκη της διατήρησής της. Έτσι, ο Έλληνας μετανάστης γίνεται αποδέκτης μιας προκαθορισμένης νομοτέλειας που θέλει την υποχώρηση του ενδοεθνικού περιβάλλοντος υπέρ του γηγενούς. Στην πραγματικότητα αυτή, εστιάζονται και οι ανησυχίες των ξενιτεμένων για τη γλώσσα, τα έθιμα και η προσπάθεια να αναβιωθούν ή τουλάχιστον να μην ξεχαστούν.
Αυτή η περιφερειακή αναζήτηση της ψυχολογίας και της συμπεριφοράς των αποδήμων κρίθηκε αναγκαία, διότι μόνο μέσα στο πλαίσιό της μπορεί κανείς να εισπράξει όλα τα μηνύματα του έργου• η Σκιά της Μίκαςαπαρτίζεται και συμπληρώνεται μέσα από τις αναζητήσεις αυτές, αφού το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον αποτελεί το υπόβαθρο της ιστορίας. Έτσι, το έργο είναι μια αφορμή για παράλληλες αναγνώσεις της ίδιας ιστορίας.
Ο Έλληνας Οδυσσέας, μετανάστης και αναζητητής μιας ζωής διαφορετικής, σπρωγμένος κάποτε από την ανάγκη και κάποτε από την ιστορία, την κοινωνική πραγματικότητα ή τις οικονομικές συγκυρίες, ήρθε όντως πολλές φορές αντιμέτωπος με την αποδημία. Πίσω από το μυθιστόρημα, ο αναγνώστης θα ανακαλύψει όλα τα γνωρίσματα αυτά. Κάτω από το έργο, ως βαθύτερο υπόστρωμα και άξονας που κάθετα το συνέχει και το υποβαστάζει, διαγράφονται όλες οι παράμετροι που προαναφέρθηκαν, καθιστώντας το έργο με πολλά επάλληλα στρώματα που αλληλοκαλύπτονται συγκροτώντας τον (εξωτερικό) ιστό της.
Ο Μικρασιατικός, οι Παγκόσμιοι Πόλεμοι, η ιδεολογία της Αμερικής που οι μετανάστες αλλά και οι πρόσφυγες Έλληνες καλούνται να ενσωματώσουν, φέροντας ταυτόχρονα όλο το βάρος του δικού τους πολιτισμικού φορτίου, σαν αγωνία και ηθική ευθύνη αναγνωρίζεται στη Σκιά της Μίκας. Η άμυνα του ανθρώπου σε τέτοιες στιγμές εκφράζεται μέσα από την κριτική στάση απέναντι στην πατρίδα-μητέρα, με την επανάληψη των εθίμων, την καταφυγή στην πίστη και την Εκκλησία, με τη συντήρηση της γλώσσας, με τη συγκρότηση οργανώσεων• ωστόσο, ο αγώνας της επιβίωσης, η μέριμνα για την καθημερινότητα, η τριβή με την κυρίαρχη ιδεολογία οδηγούν σταδιακά την άμυνα αυτή σε όλο και πιο νέες γραμμές υποχώρησης. Ανεπαίσθητα αλλά καθοριστικά, η μητριά πατρίδα κυριαρχεί και ο απόδημος γίνεται μέρος του συστήματός της, κρατώντας ως στοιχείο υπερηφάνειας την παλιά του ταυτότητα. Ταυτότητα χωρίς όμως το ιδεολογικό της φορτίο, αλλά περισσότερο σαν μια ανάγκη σύνδεσης με το παρελθόν και τις απώτερες ρίζες του.
Ο νέος κόσμος και το «αμερικάνικο όνειρο» είναι ο κύριος γεωγραφικός χώρος του βιβλίου. Καθώς όμως ο χώρος αυτός ανοίγει, μια τεράστια πατρίδα αποκαλύπτεται... μέσα της ανακαλύπτει ο αναγνώστης την Ελλάδα της Σμύρνης, των νησιών του Αιγαίου, την ηπειρωτική Ελλάδα και από εκεί ανοίγεται σε ένα ευρύτερο πεδίο, στις αχανείς μεγαλουπόλεις στο αστικό τοπίο του «αμερικάνικου ονείρου». Έτσι, γραφικά χωριά, επαρχιακές πόλεις με τον χαλαρό ρυθμό τους, η Αθήνα, η Σμύρνη, η Φλώρινα, το Μπρονξ, το Μανχάταν και η μακρινή Ιρλανδία γίνονται το περίβλημα που επενδύει τον χώρο στον οποίο κινείται ο αφηγητής.
Η κοινωνική διαστρωμάτωση παρουσιάζεται ανάγλυφα. Το αιώνιο παιχνίδι της οικονομίας, ο καπιταλισμός, τα χάσματα, οι πλούσιοι και οι φτωχοί σε ένα ατελείωτο μωσαϊκό, ψηφίδες ενός κόσμου ενιαίου που συνυπάρχει διαλεγόμενος, αντιπαρατιθέμενος ή συνεργαζόμενος. Μέσα στον χώρο αυτό εμπεριέχονται και κινούνται τα όνειρα, οι φιλοδοξίες, η αναζήτηση ποιότητας στη ζωή, οι προσδοκίες για κοινωνική προβολή και καταξίωση.
Όλα αυτά δοσμένα με το πρίσμα του σύγχρονου κόσμου, των ασθματικών ρυθμών και αλλαγών, μετακινήσεων, της πολιτικής σκακιέρας και του ανταγωνισμού. Βιβλίο καταγραφικό, πολυπρόσωπο, που συμπλέκει αδιάσπαστα το παρελθόν με το παρόν, καθώς η ιστορία του αφηγητή συμπλέκεται με την ιστορία της Μίκας. Η αναζήτηση της πρώτης γίνεται αφορμή και καταλήγει όχι μόνο σε μια έρευνα του παρελθόντος της ηρωίδας, αλλά και σε μια περιπέτεια αυτογνωσίας για τον αφηγητή• τον οδηγεί σε μια ιδιαίτερη ενδοσκόπηση, σε διαδικασία αναγνώρισης των δικών του αδιεξόδων, καθώς και των πολύπλοκων συμβάσεων που συνθέτουν τελικά τη ζωή του.
Μυθιστόρημα κινηματογραφικό, που υπακούει στους κανόνες και τα αιτήματα μιας γοργής πλοκής, που αποτυπώνει εικόνες, πρόσωπα και καταστάσεις• αφήνει τις δραματικές στιγμές να αιωρούνται για λίγο, πριν ο αναγνώστης κληθεί να αντιμετωπίσει μια νέα κατάσταση που ανατρέπει δεδομένα. Με στοιχεία του αστυνομικού μυθιστορήματος, όπου βήμα βήμα προωθείται η λύση του αινίγματος μέσα από προσδοκίες και διαψεύσεις.
Μυθιστόρημα που μπορεί να διαβαστεί ξανά και ξανά, επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις, με διαφορετική κάθε φορά οπτική, που ανοίγει θέματα για επανεξέταση• αφήνει την αίσθηση πως τίποτε δεν είναι πιο οριστικό από το τώρα, το παρελθόν ποτέ δεν χάνεται μέσα στο παρόν, αλλά συνεχίζει να περπατά μαζί του στα μονοπάτια της ιστορίας, και ο άνθρωπος, αιώνιος και πρόσκαιρος ταυτόχρονα, αναζητά πάντα έναν επιδιωκόμενο στόχο. Στόχο που κι όταν ακόμα –και τις πιο πολλές φορές έτσι συμβαίνει– κρίνεται κατώτερος των προσδοκιών του, υποδεέστερος, εκείνος κρατά το κέρδος της γνωριμίας του μαζί του• της επαφής και επικοινωνίας με τον «άλλο», τον συνάνθρωπο, τη συνάντηση μαζί του στην οδοιπορία για την επίτευξη του στόχου του• μυστικά ζωής γίνονται κοινά μυστικά και έτσι, όσο υπάρχουν άνθρωποι, το αιώνιο παιχνίδι θα συνεχίζεται, θα υπάρχει το πριν και το μετά και οι ιστορίες τους θα γίνονται αφορμή για μια νέα ιστορία.
Η Σκιά της Μίκας είναι όντως μια σκιά, ένα όνομα, μια αναφορά που ξετυλίγει το κουβάρι της μνήμης και των αναμνήσεων• θυμίζει τον ιλιαδικό ήρωα (ραψ. Χ 199-200): «Ώς δ' ἐν όνείρω οὐ δύναται φεύγοντα διώκειν/ Οὐτ΄ τ' ἀρ' ὃ τόν δύναται ύποφεύγειν, οὐθ' ὃ διώκειν» (Όπως στ' όνειρο, λοιπόν, όπου ο κυνηγός δεν μπορεί να προφτάσει τον κυνηγημένο και μήτε ο ένας γίνεται να ξεφύγει, μήτε ο άλλος να τον φτάσει...).
Αποσυμβολίζοντας τα πρόσωπα, ο αφηγητής είναι ο άνθρωπος που πατώντας σε δυο πατρίδες δεν γνωρίζει ποια τελικά υπερτερεί στην ψυχή του• η πρώτη μακρινή και γι' αυτό εξωραϊσμένη αναπόφευκτα• η δεύτερη αντιμετωπίζεται με την κριτική ματιά του ατόμου που αντιλαμβάνεται τα ιδεολογήματά της, το προσωπείο και την εικόνα της. Θυμίζει τον ερευνητή που, παρά τις περιπλανήσεις και τις περιπέτειες, ο πόθος του να γνωρίσει τον οδηγεί όλο και πιο μακριά, τον καβαφικό ήρωα της «Ιθάκης» που καλείται να αντιμετωπίσει τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής και το αναγκαστικό ταξίδι του προς την αυτογνωσία.
Ταξίδι, συνοψίζοντας, είναι η Σκιά της Μίκας. Ταξίδι που ο άνθρωπος καλείται να υλοποιήσει στη ζωή του, να καταβυθιστεί και να ανέλθει, να αγαπήσει τις αντιφάσεις της και εντέλει να αγαπήσει τον εαυτό του και τη ζωή την ίδια, σαν μια περιπέτεια χωρίς αρχή και τέλος, σαν μια σκιά που όσο την προσεγγίζεις τόσο αυτή με μαγικό τρόπο μετατοπίζεται και ξεφεύγει.
Η σκιά της ΜίκαςΗ σκιά της Μίκας
Μυθιστόρημα
Βαγγέλης Αυδίκος
Ταξιδευτής
267 σελ.
Τιμή € 15,00