Τρίτη 19 Μαρτίου 2024

Ευάγγελος Αυδίκος, Αγιοζούμι τυροζούμι: μια τυρινή συγχώρεση, EFSYN, 19 Μαρτίου 2024

 

Κυριακή της Τυρινής. Η παράδοση επιτάσσει τυριά νερωμένα και ζυμαρικά. Στην τηλεόραση οι φλέβες του λαιμού της νεαρής δημοσιογράφου τεντωμένες, σαν χορδές σε καλοκουρδισμένο βιολί, έτοιμες να σπάσουν, καθώς αναφέρεται στην πρωταθλητική τάση των τιμών στα είδη της Καθαροδευτέρας.

Στο πικάπ η βελόνα φτάνει στον Γουίλι τον θερμαστή, η φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου άδει την ελεγεία του. «Θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ και δώσ’ του εκεί που βρίσκεται λίγη απ’ την άσπρη σκόνη». Η μουσική του Μικρούτσικου ταιριαστή με την ποίηση του Καββαδία, αίνος στη συγχώρεση των αδυναμιών ενός ανθρώπου που έγινε παρανάλωμα των επιλογών του. Η αγάπη δεν δικάζει. Κατανοεί.

Εχουν ειπωθεί πολλά για το ζήτημα της συγχώρεσης: θεολογικά, ψυχολογικά. Ο Λειβαδίτης («Οι τελευταίοι», 1966) στην ποίησή του, κοιτάζοντας πίσω σε όσα έγιναν τον καιρό της συλλογικής και προσωπικής ήττας, υπογραμμίζει, με σχεδόν δοκιμιακό τρόπο, τη «λίγη κατανόηση» που έλειπε όταν χρειαζόταν λόγω ενός τυφλού εγωισμού. Δεν παραλείπει να κάνει λόγο για «μια ηλίθια συγχώρεση, όταν έπρεπε να τους πιάσεις από τον λαιμό».

Στην περίπτωση του Γουίλι η συγχώρεση γίνεται δικαιοδοσία μιας ανώτερης υπερφυσικής δύναμης, που έχει τη δυνατότητα να σβήσει τις αδυναμίες/αμαρτίες των ανθρώπων. Είναι ο ανώτατος κριτής. Αλλάζουν τα δεδομένα στην ποίηση του Λειβαδίτη, στα επίγεια.

Παλαιόθεν, οι άνθρωποι δημιούργησαν τον αποδιοπομπαίο τράγο, στον οποίο φόρτωναν όσα ανάποδα συνέβησαν τον χρόνο που πέρασε. Εδιωχναν τον συντοπίτη τους για άλλους τόπους κι έτσι οι υπόλοιποι είχαν ήσυχη συνείδηση, απαλλαγμένοι από το φορτίο των αμαρτιών.

Κυριακή της Τυρινής πριν από λίγες ημέρες. Κατά τα ειωθότα, οι άνθρωποι προετοιμάζονται για τη Σαρακοστή, την παρατεταμένη περίοδο για εκγύμναση στη διατροφική και ψυχοσυναισθηματική εγκράτεια. Αλαλα τα χείλη μου… Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου…

Κυριακή της Τυρινής. Η οικογένεια συγκεντρωνόταν στο οικογενειακό τραπέζι, συνήθειες που πλέον περιγράφονται στα επετειακά κείμενα των εφημερίδων και στα ρεπορτάζ των τηλεοπτικών σταθμών.

Κυριακή της Τυρινής. Οι νεότεροι συνήθιζαν να υποβάλλουν τα σέβη τους στους μεγαλύτερους, αιτούμενοι τη συγχώρεση. Μήπως ήρθε η ώρα να συνεχιστεί ο ανάποδος κόσμος της Αποκριάς; Να ζητήσουν συγχώρεση οι μεγάλοι από τους μικρούς; Οι γονείς από τα παιδιά τους; Δεν είναι μόνο η καριέρα που νοστιμίζει τη ζωή. Οι ισχυροί της Γης που έχουν πνίξει τον κόσμο στο αίμα; Η Μεσόγειος είναι σπαρμένη με πτώματα. Να ζητήσει η Δικαιοσύνη συγχώρεση από τη δωδεκάχρονη;

Πρώτη μέρα της Σαρακοστής. Η ζωή αγκομαχά, η αισχροκέρδεια αναιδής. Οι μεγάλοι έχουν μυωπία και προβλήματα ακοής στην ανημποριά και τον σπαραγμό. Η Σαρακοστή φαίνεται να εξελίσσεται σε πρώιμη ανάβαση στον Γολγοθά της καθημερινότητας. Η συγχώρεση δεν μπορεί να εξαγοράζεται α λα Τέντζελ.

 

Τρίτη 12 Μαρτίου 2024

Ευάγγελος Αυδίκος, Εν Βόλω, Αφιερωμένο στον Γιάννη Πασσιά, EFSYN, 12 Μαρτίου 2024

 Ο Βόλος είναι μια πόλη μονίμως ραχατλίδικη. Ακουμπισμένη η πλάτη στο Πήλιο, τρέφεται από τους ψιθύρους της ιστορίας του. Το κεφάλι στον πλάτανο, στην πλατεία της Μακρινίτσας, ακούει ιστορίες που φτάνουν στην αχλή του μύθου. Μολογάνε για τον Κένταυρο και το πουκάμισο του Νέσσου που έγινε σάβανο για τον Ηρακλή που νέρωσε τα αισθήματά του. Τα πόδια της πόλης πλατσουρίζουν στον Παγασητικό.

Βρίσκεται σε μια εύθυμη διάθεση ο Βόλος, έτοιμος να πάρει το πρώτο πλοίο για τις Σποράδες. Η θάλασσα γίνεται φιλοπαίγμων. Νωρίς το απόγευμα τα κύματα ορθώνονται, «έλα να παίξουμε» (Χριστόπουλος, Ροδακιό 2023) μοιάζουν να λένε. Το κάλεσμα απευθύνεται σ’ όσους κάθονται στο τσιμεντένιο τειχίο του πάρκου. Ελάτε να παίξουμε το παιχνίδι της τοπικής ιστορίας. Τα κύματα αποκτούν ανθρώπινη μορφή. Βγαίνει μονοσάνδαλος από τη θάλασσα ο Ιάσονας, να ξαποστάσει από το κουραστικό ταξίδι, να ξεδιψάσει την περιέργειά του. Ακολουθεί ο Σαράτσης και ο Δελμούζος, ευθυτενείς και ευχάριτες, μόλο που ταλαιπωρήθηκαν και δέχθηκαν τα πάρθια βέλη από εκείνους που γίνονται τροχοπέδη στο αγαθό της εκπαίδευσης για όλους τους ανθρώπους.

Οι δύο τους, με βήμα σταθερό, διασχίζουν τον τοίχο του παλιού εργοστασίου, του Παπαστράτου, και θρονιάζονται στα δικά τους αμφιθέατρα. Εκεί που ακούγεται η ανάσα των φοιτητών/τριών για τον δικό τους αγώνα. Για το δικαίωμα στο αγαθό της εκπαίδευσης. Που δικάζονται σε μια ανοιχτή δίκη, σε μια νέα εκδοχή των «Αθεϊκών». Τα γράμματα και η ανθρωπιά πουλιούνται μισοτιμής στα καλάθια των πεζοδρομίων. Από τα εμπορικά καταστήματα. Φυσάει στο μπαστουνάκι. Αναζητώ τα ίχνη από τον Γιάννη Πίκουλα, τότε που μοιραζόμασταν τη θέρμη για ένα Πανεπιστήμιο- θερμοκήπιο της γνώσης. Που θα προσφέρει τον καρπό της επιστήμης σε όποιον τον ζητήσει. Τότε που φανταζόμασταν τον Σαράτση και τον Δελμούζο να έρχονται στην παρέα μας και να ανιστορούν όσα έπαθαν για τις κοινές προσδοκίες.

Το Πανεπιστήμιο βάλλεται πανταχόθεν. Ο ανθρωπισμός ντεμοντέ. Ο Σαράτσης και ο Δελμούζος καθηλωμένοι στα αμφιθέατρά τους. Το Πανεπιστήμιο σε βαθιά κρίση, γίνεται κι αυτό μάρκα στο καζίνο της άμεσης χρηστικότητας. Οδός Δημητριάδος, το σώμα στον αυτόματο πιλότο οδηγεί στο παλιό καπνεργοστάσιο του Σπίρερ. Εκεί που η πόλη αρμάθιαζε τις μνήμες της. Στο Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας. Οι σκιές της Αίγλης Δημόγλου και του Γιάννη Κουτή ξεκουράζονται στο παγκάκι, έτοιμοι να βάλουν πλάτη και από τον κόσμο της άλλης όχθης.

Δεν ξέρω αν η δική μου ψυχή είναι βαριά ή αν μαζώχτηκαν πολλά σύννεφα πάνω από την πόλη τα τελευταία χρόνια· αν η ιστορική μνήμη περονιάζει το παρόν· αν η σκόνη από τα τσιμέντα έχει επικαθίσει στους πόρους της μνήμης και η πόλη έπαθε αμνησία. Βόλος, η πόλη των προσδοκιών. Και του Πηλίου με τους Κενταύρους.