Τρίτη, 28 Απριλίου 2020

Ευάγγελος Αυδίκος, Καψοεκπαίδευση, EFSYN, 28 Απριλίου 2020



                            
Θυμάμαι την κυρα-Σοφία να επαναλαμβάνει τη λέξη «καψόπαιδο». Απευθυνόταν στον γιο της, η φωνή της τότε αποκτούσε χροιά συμπόνιας για όσα ο κανακάρης της υπέφερε από τη νύφη.
Δεν ξέρω πώς συνδέθηκε στο μυαλό μου η κυρα-Σοφία με το νομοσχέδιο για την εκπαίδευση. Χωρίς να το καταλάβω, η λέξη προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα και διήλθε το έρκος των οδόντων. Καψοεκπαίδευση ανέκραξα, σχολιάζοντας όσα άκουγα να αναπτύσσονται από επίσημα χείλη. Η εκπαίδευση πλέον με τις συνεχείς αλλαγές έχει γίνει σαν του κασίδη το κεφάλι, όπου εκδιπλώνονται οι μεγαλομανίες των μανδαρίνων που τη διοικούν, φιλοδοξώντας να γραφεί το όνομά τους δίπλα στο όνομα του Παπανούτσου. Το μόνο που επιτυγχάνεται, βεβαίως, είναι να γίνει η εκπαίδευση σαν τους δρόμους, όπου κάθε υπηρεσία ανοίγει και μια λακκούβα. Αποτέλεσμα, σπάνια οι δρόμοι είναι ομαλοί.
Το ίδιο συμβαίνει με την εκπαίδευση. Ράβε-ξήλωνε, χωρίς πυξίδα. Χωρίς να ξέρουμε τι κοινωνία θέλουμε να κάνουμε. Ωστόσο, η λέξη «καψοεκπαίδευση» έγινε βαθύς αναστεναγμός. Σχεδιάζεται η επαναφορά της διαγωγής στην εκπαιδευτική διαδικασία. Κλαυσίγελως.
Την ώρα που άκουγα την είδηση ξαναδιάβαζα τη νουβέλα της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου («Περιπέτειαι μιας διδασκαλίσσης», Πατάκης), μιας σπουδαίας γυναίκας στην Κωνσταντινούπολη, κόρης γιατρού στον τουρκικό στρατό, που αποφοίτησε ως δασκάλα αλλά είχε μέσα της τη φλόγα της μάθησης, η οποία ήταν οικογενειακή υπόθεση. Φιλοδοξούσε να συνεχίσει τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Τότε, όμως, η εκπαίδευση αποκάλυψε το τιμωρητικό και μισαλλόδοξο πρόσωπό της. Η διευθύντρια του Παρθεναγωγείου αρνήθηκε πεισμόνως να της χορηγήσει τις σχετικές απαραίτητες συστάσεις. Κι αυτό, γιατί η Αλεξάνδρα είχε διατυπώσει διαφορετικές απόψεις στο παιδαγωγικό σύστημα του Παρθεναγωγείου.
Η ηθική της εξουσίας στην εκπαίδευση, που αντλεί την υπόστασή της από την αυταρχική γραφειοκρατική νομιμοποίησή της. Μια εκπαίδευση που σκοπεύει στην έγχυση της ηθικής τής υποταγής. Προχωράει όποιος/α έχει προσαρμοστικότητα και πείθεται τοις ρήμασι των διευθυντών και του εκπαιδευτικού προγράμματος. Οποιο κι αν είναι αυτό.
Η Παπαδοπούλου πλήρωσε την πνευματική της ανεξαρτησία με τον χειρότερο τρόπο. Τα όνειρά της φυλλορρόησαν. Αναμφίβολα, δεν ζούμε στον 19ο αιώνα. Εχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Ασφαλώς και χρειάζονται όρια σ’ ένα δημοκρατικό σχολείο, που ορίζονται απ’ όλους τους παράγοντες της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Με στόχο την ανάπτυξη της δημοκρατικής ευθύνης και τον σεβασμό της συλλογικής συνύπαρξης.
Ομως, η επιστροφή της διαγωγής μοιάζει ένα εκπαιδευτικό απολίθωμα στο σύγχρονο σχολείο. Στον πυρήνα αυτής της πρότασης βρίσκεται η πίστη σ’ ένα σχολείο που θα τιμωρεί. Που θα εκδικείται τη διαφορά, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή. Η επιστροφή της διαγωγής μετατρέπει τον δάσκαλο σε υποδεκανέα, που επιβάλλει την πειθαρχία με την απειλή της μείωσης της διαγωγής. Εχουν παρέλθει αυτοί οι καιροί.


Βλάχοι ΙΙ

Κυριακή, 26 Απριλίου 2020

THE AUTHORS' VOICE - «Έκσταση» (από το ανέκδοτο διήγημα «Τον καιρό του Ζ...

Οι Ρομά δεν είναι απειλή, αλλά ευάλωτοι ΛΑΜΠΡΟΣ ΜΠΑΛΤΣΙΩΤΗΣ* , ΕΦΣΥΝ, 18-19 ΑΠΡΙΛΊΟΥ 2020

Οι Ρομά δεν είναι απειλή, αλλά ευάλωτοι

ΛΑΜΠΡΟΣ ΜΠΑΛΤΣΙΩΤΗΣ*     
                 

Οι Ρομά εμφανίζονται στον δημόσιο λόγο, πάντα αρνητικά, και μετά εξαφανίζονται. Παραμένουν οι άθλιες συνθήκες στους καταυλισμούς, οι υποβαθμισμένες συνοικίες, αλλά ιδίως οι απόψεις που έχουν διαμορφωθεί στις τοπικές κοινωνίες που αντιμετωπίζουν πραγματικά ή και φαντασιακά προβλήματα συμβίωσης. Τα λόγια του καθηγητή Ιατρικής Σ. Τσιόδρα αποτέλεσαν ευχάριστη έκπληξη, καθόσον μάλιστα έχει ασχοληθεί με ειδικές πληθυσμιακές ομάδες.
Ομως, το να επαφιέμεθα σε τέτοιες διαπιστώσεις είναι ανεπαρκές και ανασφαλές: ο ιερέας στο Κουκάκι που κοινώνησε πιστούς δήλωσε ότι «η θεία κοινωνία δεν μεταδίδει καμία ασθένεια, το είπε η κ. Γιαμαρέλλου». Το ζήτημα των Ρομά αφορά τις κρατικές πολιτικές που πρέπει να ασκηθούν, αφού πάρουν υπόψη τους τις σχετικές επιστημονικές διαπιστώσεις. Γιατί όμως η Ελλάδα έχει μείνει τόσο πίσω σε σχέση με άλλες χώρες στην ένταξή τους; Υπάρχουν κάποιες παραδοχές που προέρχονται από τις λίγες σοβαρές έρευνες που έχουν γίνει:
Οι Ρομά και εντάσσονται αλλά και «αφομοιώνονται»: από την Πελοπόννησο μέχρι τη Θράκη και τη Θεσπρωτία, υπάρχουν ομάδες που έχουν «αποτσιγγανοποιηθεί», δεν αναγνωρίζονται ως τέτοιες. Ηδη το 1938 ο Δ. Λουκόπουλος το παρατήρησε σε χωριά της Ρούμελης.
Η διαδικασία της ένταξης είναι αργή και οφείλεται σε πληθώρα και συνδυασμό παραγόντων. Οι πολιτικές ένταξης δεν αποδίδουν ένα, δύο ή πέντε χρόνια μετά την έναρξή τους. Πρόκειται για επίπονες διαδικασίες δεκαετιών, όπως έχουν δείξει τα παραδείγματα εδραίων (μη μετακινούμενων) Ρομά στην Ηπειρο, στις Σέρρες, στην Ημαθία.
Οι Ρομά κάθε άλλο παρά αποτελούν ενιαία ομάδα. Είναι μετακινούμενοι και μάλιστα με διαφορετικά μοτίβα, εδραίοι, με διαφορετικές μητρικές γλώσσες, με διαφορετικά κοινωνικά και επαγγελματικά προφίλ. Η εικόνα του μετακινούμενου, αυτού που ζει σε παραπήγματα, δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα μειοψηφικό κομμάτι του πληθυσμού.
Το ελληνικό κράτος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ανέλαβε πρωτοβουλίες ένταξης των μετακινούμενων πληθυσμών με υποστήριξη για την κτήση γης και τη μερική απόδοση ιθαγένειας το 1968. Ομως, μόλις το 1978 θα προβεί σε μαζική απόδοση ιθαγένειας, το 1997 θα ασχοληθεί με την εκπαίδευση και τη δεκαετία του 2000 με τη στέγαση. Οι παρεμβάσεις όμως: α. Συνάντησαν την αντίδραση πυρήνων του κράτους. Το 1967 είχε συζητηθεί μέχρι και η απέλαση όσων δεν είχαν ελληνική ιθαγένεια (για παράδειγμα Ρομά πρόσφυγες του 1922 στην Αγία Βαρβάρα και την Κάτω Αχαγιά). β. Συνάντησαν την αντίδραση εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. γ. Ολες ήταν αποσπασματικές και χωρίς σχεδιασμό και στόχο, με μικρά ή πενιχρά αποτελέσματα. Η φοβία να χαρακτηριστούν οι Ρομά μειονότητα απέτρεπε πολλές σοβαρές παρεμβάσεις. Ο Γιώργος Μαυρομμάτης έχει τεκμηριώσει τα παραπάνω για την εκπαίδευση, ενώ ο Συνήγορος του Πολίτη έχει περιγράψει την αποτυχία των στεγαστικών δανείων.
Σήμερα, πολλές κοινότητες Ρομά χαρακτηρίζονται περισσότερο από τις αντιλήψεις μας για αυτές παρά από τη σημαντική διαφοροποίησή τους από τον υπόλοιπο πληθυσμό: τη δεκαετία του 1980 στα Τουρκοβούνια της Αθήνας συνάντησα κρεμασμένο σεντόνι με αίμα παρθενίας, ενώ τη δεκαετία του 2000 παραβρέθηκα σε γαμήλιο τραπέζι στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης σε πολυσύχναστο δρόμο που τον είχαν κλείσει. Ξεχνάμε ότι η άτυπη απασχόληση χαρακτηρίζει γενικά την Ελλάδα, άλλωστε πάνω από ένα τέταρτο του ΑΕΠ σχετίζεται με την παραοικονομία. Αντίστοιχα, στην Ιταλία διαμαρτύρονταν για την καραντίνα πρόσωπα με αδήλωτα επαγγέλματα, όπως υδραυλικοί και ηλεκτρολόγοι, καθώς δεν μπορούσαν να επωφεληθούν από τις κρατικές παροχές.
Αυτά δεν αναιρούν ότι μερικές ομάδες Ρομά εμφανίζουν σημαντική παραβατικότητα, ότι δικαιολογημένα αγανακτούν όσοι υφίστανται συνεχείς παραβατικές συμπεριφορές χαμηλής απαξίας. Κάποιες από αυτές αφορούν μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού και έχουν αξιόλογη κοινωνική και πολιτική αποδοχή, όπως η αυθαίρετη δόμηση ή και η κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος, άλλες δύσκολα δικαιολογούνται με το επιχείρημα της απόλυτης ανέχειας. Οι Ελληνες Ρομά λαμβάνουν όλο το φάσμα των επιδομάτων.
Το τι πρέπει να γίνει δεν είναι ξεκάθαρο. Ξέρουμε τι δεν πρέπει να γίνει και τι δεν έχουμε κάνει. Οι πολιτικές που ασκούνται είναι αποσπασματικές και επαφίενται στη διάθεση ή τη δυνατότητα των δήμων ή των περιφερειών. Η Εθνική Στρατηγική για την ένταξη των Ρομά που εκπονήθηκε το 2011 ήταν επιεικώς ανεπαρκής: χαρακτηριστικά, αναφέρει 5 χιλιάδες Ρομά στην Αττική. Αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία δεν έχουμε για τίποτα. Συχνά τα χρήματα από τα προγράμματα σπαταλιούνται χωρίς αποτελέσματα.
Ξέρουμε ακόμη ότι δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε με βάση το τι θέλουν οι τοπικές κοινωνίες, για παράδειγμα να οργανώνουμε καταυλισμούς μακριά από τις πόλεις, γιατί απλώς κανείς δεν θα μείνει εκεί. Ξέρουμε, τέλος, ότι η ανοχή στην παραβατικότητα μακροπρόθεσμα είναι εναντίον της κοινότητας. Η άποψη ότι οι Ρομά είναι άβουλοι και «ανήλικα» θύματα, μη δυνάμενοι να καταστούν ισότιμοι πολίτες, είναι ιδιαίτερα προβληματική.
Μάθαμε ότι πρέπει να προσπαθήσουμε με στόχους εφικτούς, με πραγματικά μετρήσιμα αποτελέσματα, με σοβαρούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, με απεγκλωβισμό από το σχήμα Ρομά-μη Ρομά όταν το ζήτημα αφορά γενικά τα πιο φτωχά και περιθωριοποιημένα στρώματα του πληθυσμού. Φαίνεται όμως ότι οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να μη μαθαίνουν.
Η όποια εμπειρία της Ειδικής Γραμματείας Ρομά, που συστάθηκε το 2016, όπως ότι οι οριζόντιες δράσεις δεν ευδοκιμούν, εξατμίζεται με την κατάργησή της. Η όποια λύση προσπαθούσε να δώσει η νομοθεσία του 2019 για να αποκτήσουν ιθαγένεια οι ανιθαγενείς ή δημοτολογικά ατακτοποίητοι Ελληνες Ρομά, ακυρώθηκε. Αφού πλέον πιστεύουμε ότι μπορούμε και καλύτερα, ας το κάνουμε.
* Διδάκτωρ Ιστορίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο), εργάζεται ως ειδικός επιστήμονας στον Συνήγορο του Πολίτη. Ειδικεύεται σε ζητήματα γλωσσικής και θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια και σε ζητήματα ιθαγένειας.


New Paper: Medieval Manuscript on Mediterranean Plants, Paper No. 8, The Role of Myth and Folklore in Healing




Dear Folklore Historians,
A new free paper is now available to download, titled Plant Series, No. 8. MS408, Paris quadrifolia. The paper reveals some remarkable historic information about the use of the plant's toxins for treating conditions, diseases and infections. The plant also had religious significance due to its physical appearance, so it was believed to possess godly powers. These papers provide a good deal of information about the folklore surrounding different plants - often related to their physical form, which was known as the doctrine of signatures. 
The download link is here: https://ling.auf.net/lingbuzz/005139

Σάββατο, 25 Απριλίου 2020

Η κερασιά μας του Θωμά



Οι κερασιές θ' ανθίσουνε και φέτος στην αυλή και θα γεμίσουνε με άνθη το παρτέρι. Μικρή που είναι η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι, πικρή που είναι η ζωή! Άνοιξε το παράθυρο στην πρωινή γιορτή, για νάμπουν οι μοσκοβολιές από το περβόλι. Αχ, κάθε του τριαντάφυλλο και μια πληγή από βόλι, και μια πληγή από βόλι είναι για σε, ποιητή Μικρή που είναι η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι, πικρή που είναι η ζωή! Νύσταξα να σε καρτερώ, έρωτα, και να λιώνω, μπρος στο βιβλίο της ζωής σκυμμένος μια ζωή! Μα αν ήτανε να ερχόσουνα για ένα έστω πρωί χίλια θε να `δινα πρωινά να ζούσα εκείνο μόνο! Μικρή που είναι η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι, πικρή που είναι η ζωή!

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2020

15th German (Göttingen) International Ethnographic Film Festival (13 to 17 May 2020 - ONLINE!) by Nathalie Knöhr



Due to the corona crisis the festival will be screened online during the festival time: May 13-17, 2020.

The 15th German (Göttingen) International Ethnographic Film Festival
will take place from 13 to 17 May 2020 - Online

The festival promotes documentary cinema with a special emphasis on new films, videos or interactive media (published after 1.1.2017) dealing with socio-cultural processes in a wide sense of the term. The festival is open to all filmmakers, but aims especially at films with a background from anthropology, sociology, folklore, history etc. It provides a great opportunity for the exchange of ideas and co-operation in documentary on an international level.
The student film competition is one of the central events of the festival.
It starts on Wednesday afternoon at 1.30 pm.
The main festival starts Thurday afternoon at 2 pm.
Presentation of Student's Film Awards:
Saturday at 7 pm
  • GIEFF Award for the best ethnographic student film
  • Manfred Krüger Award for the best camera work
Special topics of the festival are: 
  • »Questions of Belonging«
  • »Womens' Perspectives«
  • »Dealing with Heritage«
  • »Coping with Crisis« and
  • »Chances of Surviving«
For more information on the festival programme and on how to take part in the online-GIEFF, please visit:
https://www.gieff.de/gieff-online-2020.html or contact: info[at]gieff.de

Capitalism in Global Crisis Economic Transformations, New Authoritarianism, and Resistance 13. – 15. 01. 2021 Valencia, Spain





The DiscourseNet Winter School brings together advanced MA as well as PhD students (BA students with an own research project are also welcome) who want to pursue research on Capitalism in Global Crisis revolving around economic transformations, new authoritarianism, and resistance with respect to Discourse Studies and to discuss the methodological and theoretical challenges of their thesis projects or first ideas.

In the last decades, the economies in different countries and regions as well as the global economic power relations have changed. Three characteristics are significant: first, the US economic hegemony, expressed by a dominant position in almost all traditional leading industries, becomes step by step replaced by a tri-pole structure consisting by a rising Asian field of economic innovation (with China as regional superpower), a declining North American pole and a consolidating European pole (with Germany as regional hegemon) torn between the aspiring East and former West. Second, rising economic inequalities can be observed in all capitalist economies, including China, Russia and East/Central Europe, with the formation of a small wealthy elite on the top of economic hierarchy, shrinking middle classes splitting up between the top and bottom, and a widening array of lower classes more and more excluded from social recognition, welfare, consumption and other forms of social participation. Wealthy and innovative areas on the one hand, and declining regions disconnected from global innovations on the other hand reflect these cleavages geographically. And, finally, a forth technological revolution (catchwords: Industry 4.0, digitalisation, 5G, green economy) is currently changing global value chains, working relations and the general distribution of labour and value. These tendencies of the global economy have huge impacts on political discourses, social identities, life styles, social conflicts and the formation of new milieus. Among diverse social, cultural and political reactions to these global transformations new forms of authoritarianism seem to be of significant analytical importance.

New authoritarianism can take different forms. The narrative that the (Western) world inscribes itself within a history of progress, of political and social advances and that this process is irreversible are no longer convincing. New forms of nationalism, nativism, racism, anti-semitism, anti-feminism, chauvinism, anti-social, religious extremism, ethnocentrism and ideological responses to economic crises are threatening human emancipation. New forms of authoritarian governance arise on a plurality of social backgrounds and in a variety of forms, from nationalism, to populism and from right-wing extremism towards ideologies of economic impositions. These anti-emancipatory tendencies are not limited to specific social movements or politics. Therefore, they require an analysis of a diversity of social phenomenon, like power constellations, discourses, historic memory, economic conditions, processes of subjectivation, etc. In contrast to extremism, the approach on authoritarianism does not analyze its objects from the margins of society; and unlike populism, authoritarianism does not require an approach on hegemony. However, there are also forms of extremist or populist authoritarianism. Yet, the role of new authoritarianism for and within ongoing global transformations of the economy seems to be oscillating between a consolidation of existing power relations and a nationalist form of resistance against certain neoliberal policies. 
Despite the rise of authoritarian tendencies, there is a notable amount of social movements resisting them: the feminist movement, LGBTQ movement, ecological movements, minority group movements, worker movements, refugee movements, anti-racist, anti-nationalist, anti-fascist, anti-capitalist movements, and also more authoritarian resistance. Many of these movements explicitly  argue against silencing of experiences of various social groups, and do the work revealing structures of power, imagining alternatives and proposing solutions to power imbalances, exclusion, symbolic and physical violence. In this ideological work, new subjectivities are formed and existing ones redefined, new ways of expressing agency are created. Development of the digital communication infrastructure has been especially important in these processes, as online spaces have been pivotal for coordination of social action, assisting in formation of global social movements. Critical discourse studies have been especially active in critiquing the less-democratic discourses, while the analysis of resistant discourses and clashes between different kinds of discourses, as well as conditions that allow them to arise and develop, are also of significance. We welcome papers exploring these and other possible dimensions of resistant discourses.

Possible topics include:
· Race, class and gender in global capitalism
· Material resistance and counter discourses
· Forms of authoritarianism and its relation to neoliberalism in crisis
· Intersectionality, identity politics and new subjectivities
· Global political economy and economic discourses
· (Post)colonial capitalism in new global constellations
· Anti-Fascism, socialism and left-wing authoritarianism
· Old and new exclusions: migration, borders and ecologic crisis
· Ideologies and post-truth in times of technological revolutions
· Digital transformation & forms of culture and sociality in late capitalism

The aim of the Winter School  is to bring young and established discourse researchers together to address practical challenges in discourse research. The event will provide a collaborative exchange and hands-on research experience in a rather informal workshop setting. Introductory workshops on the following fields of inquiry will be given by more experienced scholars from the Universities of Giessen, Moscow, Warwick and Valencia, together with guests from other international universities: Discourse; New Authoritarianism; Resistance.

Our keynote speaker Ngai-Ling Sum  from the Lancaster University will provide a lecture on
 The Cultural Political Economy of Hope/Fear:
Ordoliberal Authoritarianism and the Case of China

Participants from the disciplines and fields of sociology, political sciences, literary and cultural studies, media and communication, education, geography, philosophy, linguistics and related areas in the social sciences and humanities are all invited.
Applicants are expected to send in proposals which include an abstract with one’s project (no more than 250 words) as well as an academic CV. The abstract will consist of a title and a description of the proposed research project or presentation.
 Proposals should be sent in by the 30th of September 2020. We will inform you on 15th of October if you are accepted or not.
In case of acceptance, each participant will be asked to send in a 10-page version of the research project by December 31st 2020. These longer texts should delineate the research object, lay out the research questions, situate the project in the field, and reflect on the preferred methods. These versions will be circulated among the participants prior to the event and will be used by the commentators. Each participant will get two comments on their paper by two experts. During the Winter School, the students will not present their entire papers but elaborate on specific points, practical problems and methodological challenges of their projects. If they wish, the participants can stay the weekend after and join in the social activities with the organisers in the Valencia region.
The DiscourseNet Winter School is free of charge. In case of equal quality of the application, DiscourseNet members will be considered first. If you want to join DiscourseNet, please write a message to membership@discourseanalysis.net including your name, email address and professional status (e.g. PhD student, professor, independent researcher). There are places for up to 25 participants. The working language is English.
 The Winter School is organised by members of the DIPE (Discourse, Ideology, and Political Economy) research group within DiscourseNet. DiscourseNet is an interdisciplinary and international association of discourse researchers existing since 2007.

To apply for the Winter School and for any inquiries or questions, please contact:
DNWinterSchoolValencia@gmail.com

Organisation
Johannes Beetz, University of Warwick (UK) | Benno Herzog, University of Valencia (Spain) |
Jens Maesse, University of Giessen (Germany) | Ksenia Semykina, Higher School of Economics, Moscow (Russia) | Jan Krasni Tyumen State University (Russia)
 


Contact Info: 
Organisation:
Johannes Beetz, University of Warwick (UK) | Benno Herzog, University of Valencia (Spain) |
Jens Maesse, University of Giessen (Germany) | Ksenia Semykina, Higher School of Economics, Moscow (Russia) | Jan Krasni Tyumen State University (Russia)
 
Institution
University of Valencia
 
Contact person email address
 

Τον καιρό του κορονοϊού. Διαβάζοντας απόσπασμα του πεζού "Λούρος" του Γι...

Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, Περιπέτειαι μιας διδασκαλίσσης, Πατάκης 2005





Ο Άγιος Γεώργιος και οι δράκοι μας

Άη μου Γιώργη, αφέντη μου κι αφεντοκαβαλάρη,
αρματωμένος με σπαθί και με χρυσό κοντάρι·
άγγελος είσαι στη θωριά κι άγγελος στη νεότη·
παρακαλώ σε αφέντη μου αγγελοστρατιώτη,
παρακαλώ σε σώσε μας ‘πό Δράκοντα μεγάλο,
’π’ ά δε ντού ’πηαίναν άθρωπο κάθε πρωΐ και ώρα,
σταλιά νερό δεν ήφηνε να κατεβή στη Χώρα,
Τα μπουλεθιά ερίχνανε κι ότινος θέλ’ ας πέσει,
ήπεμπε το παιδάκι ντου τού Δράκοντα πεσκέσι.
κι ο μπουλετής εξέπεσε εις τη βασιλοπούλλα,
απού την είχ’ η μάνα τζη μοναχορηγοπούλλα.
Κι ο βασιλιάς ως τ’ άκουσε, τούτο το λόγον είπε:
-Το βιός μου όλο πάρετε και το παιδί μου αφήτε.
Εκεί σπαθιά συρθήκανε, μαχαίρι’ ακονισμένα:
– Γή δώσ’ μας το παιδάκι σου, γή παίρνομε κι εσένα.
– Στολίστε το παιδάκι μου και κάμετέ το νύφη
κι αμέτε το στο Δράκοντα, πεσκέσι να δειπνήσει.
Πιάνουν ντη και στολίζουν ντη ’πο το ταχύ ως το βράδυ
με δαχτυλίδια ολόχρυσα και με μαργαριτάρι·
και παίρνου ντην οι βάγιες τση να πά’ να σεργιανίσει
και πάνε και τη δένουνε στού λιονταριού τη βρύση·
Στα μάρμαρα τού πηγαϊδιού ρίξα ν-την αλυσίδα
κι εκειά την κατεβάσανε, άμοιρη κορασίδα!
Κι ο Άη Γιώργης τό ’μαθε και τρέχει να τη σώσει
κι από το άγριο θεριό να τήνε ’λετευρώσει·
καβαλλικεύγει τ’ άλογο και το αντιποδίζει,
στο μάγουλο τού πηγαϊδιού πηγαίνει και καθίζει.
– Μην το φοβάσαι το θεριό κι εγώ δα το ’ποθάνω,
άφησε ν’ αποκοιμηθώ στα γόνατά σου απάνω·
– Πήγαινε, νέε, πήγαινε, πήγαινε στο χωργιό σου
να μην σε φάει το θεργιό κι εσέ και τ’ άλογο σου.
-Στα γόνατα σου, λυγερή, θέλω να με ψειρίσεις
και σα’ θ’ ακούσεις το θεργιό, εμένα να μιλήσεις.
Μέσα που τον-ε ψείριζε περνά ‘να μ-περιστέρι
κι εβάστα ν-Τίμιο Σταυρό εις το δεξό ν-του χέρι.
Και αναμεσώς εις το Σταυρό ήγραφε Άη-Γιώργης
κι απού πιστεύγει στ’ όνομα ποτές δε ν-τελειώνει.
Και το θεργιό κατέβαινε κι εσούντο-νε τα όρη
και η κόρη από το φόβο τζη εφώνιαζ’ Άη-Γιώργη.
-Κόρη, που το βρες τ’ όνομα, πχοιος σου ‘δωσε τη χάρη;
-Μέσα ‘κειά που σε ψείριζα, πέρασε μ-περιστέρι
κι εκράθιε ν-Τίμιο Σταυρό εις το δεξό ν-του χέρι.
Εστάθηκε ανατολικά και κάνει το σταυρό ν-του
και πέζει ν-του μνια μαχαιργιά και κόβγει το λαιμό ν-του.
Και ξαναπάιζει ντου άλλη μια και τρώει ντη στο στόμα
κι αμέσως τον εξάπλωσε χάμαι στσή γής το χώμα.
Με μια μπαμπακερή κλωστή πιστάγκωνα το δένει
τσή κορασίδας τό ’δωκε, μέσα στη Χώρα μπαίνει.
Όντε το κωλοσέρνανε στη χώρα τη μεγάλη,
ούλοι ‘ποσφαλιστήκανε, ούλοι μικροί, μεγάλοι.
Κι όντε το κωλοσέρνανε στση χώρας τα σοκάκια,
ούλοι ‘ποσφαλιστήκανε μέσα στα ντουκιανάκια.
-Πόσο μου δίνετε, παιδιά, ετούτηνε την ώρα,
να μη μολάρω το θεργιό να καταπιεί τη χώρα;
-Πάρε, αφέντη, τα κλειδιά και πάρε και τη χώρα
και μη μολάρεις το θεργιό ετούτηνε την ώρα.
-Δε θέλ’ απού τσι χώρες σας, μήτ’ απού τα κλειδιά σας,
μονο για να πιστέψετε εσείς και τα παιδιά σας.
-Πάρε βασιλιά το τέκνο σου, λάβε το το παιδί σου
κι από τα φύλλα τση καρδιάς δώσε ντου την ευκή σου.
-Για πε’ μου, στρατιώτη μου, πώς λένε τ’ όνομά σου,
εγώ να κάμω χάρισμα μεγάλο τσ’ αφεδιάς σου.
-Γιώργης στρατιώτης λέγομαι, απ’ την Καππαδοκία·
σα θες να κάμης τάξιμο, χτίσε μιαν εκκλησία
και βάλε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία·
στη δεξιά ντου την πλευρά βάλ’ έναν καβαλλάρη,
αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι
να μπαίνουν να τον προσκυνούν ούλοι μικροί μεγάλοι

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2020

Κώστας Κρυστάλης, Συρράκο 1868- Άρτα 1894



        Πατέρα,
                το καράβι πλέει μεσοπέλαγα. Επιστρέφω στην  πατρίδα. Η ψυχούλα μου φουρφουρίζει αντικρίζοντας τα φώτα της Κόπραινας. .  Οι καμπίσιοι  ετοιμάζονται να ανεβούν στα βουνά. Μακάρι να τα καταφέρω κι εγώ, να ανεβώ, πισοκάπουλα έστω , σε κάποιο άλογο , να ιδώ τα βουνά μου, τα πεθύμησα. Να ανταμωθούμε και πάλι, να καθίσουμε στον καφενέ της Γκούρας και να σου μολογήσω όλα τα πάθη μου.
      Συγχώρεσέ με για την πίκρα που σου έδωσα. Με το δίκιο σου με αποκαλούσες χοϊλή, κάθε φορά που θύμωνα. Δεν σε άκουγα. Δεν μετανιώνω που πήρα τον δικό μου δρόμο. Όμως, νιώθω πως σου χρωστάω τα λόγια που δεν σου είπα. Μετανιώνω που δεν απαντούσα στα γράμματά σου. Κάκιωνα και με έπιανε το γινάτι του μπάρμπα μου του Ψαλλίδα.
    Όμως, σχώρα με που σου γράφω με καθυστέρηση. Δεν πρόλαβα να στα γράψω την ώρα που το καράβι με πήγαινε στο πεπρωμένο μου. Είσαι ψυχοπονιάρης . Μεγαλόψυχος. Δεν πειράζει, Κώστα μου, θα πεις και θα αφήσεις να αχνοφαίνεται  το συγκρατημένο από τον πόνο μειδίαμα που ομόρφυνε το αργασμένο πρόσωπό σου. Έμαθα τον θάνατό σου καθυστερημένα,  δεν πρόλαβα να έρθω στην κηδεία σου . Θα γελάσεις με κόπο, συγκαταβατικά, μόνο αυτά που αγαπούσες πολύ προλάβαινες, θα σχολιάσεις.
    Πέθανες ξενιτεμένος, στο Δεμερλί της Θεσσαλίας, επιστάτης στο κτήμα του Μέκιου. Από μέγας και πολύς, από πρώτος έμπορος των Ιωαννίνων ξέπεσες, πατέρα. Έγινες   εξηκοντάδραχμος επιστάτης κτήματος. Και το χειρότερο ήταν που ήξερες. Κι αυτό έκανε την πληγή αγιάτρευτη. Σου έδωσαν τη θέση από ελεημοσύνη. Δεν μπορούσες πια να εργαστείς. Ήταν σακατεμένο το σώμα κι η ψυχή σου. Απόλεσες την εμπορική σου  θέση στα Ιωάννινα,  πόνεσες πολύ με τον δικό μου χαμό κι ένα χρόνο μετά χάθηκε κι  ο Γούλας, ο αδελφός μου. Σ’ αυτόν είχες ακουμπήσει τα γερατιά σου.  Ήσουν πλάτανος κεραυνοχτυπημένος. Όμως άντεξες. Στις καλές μέρες φρόντιζες για όλους, δεν άφηνες κανέναν παραπονεμένο. Να βοηθήσεις, με τον καλό λόγο στα χείλη σου. Έβαζες βαθιά το χέρι στην τσέπη και το σπίτι μας ανοιχτό, έτοιμος ν’ ακούσεις και να  δώσεις κουράγιο. Τον καιρό που άλλαξαν τα πράγματα κι εσύ έχασες το μαγαζί,  έμεινες αβοήθητος. Σου γύρισαν την πλάτη όλοι. Ας είναι καλά εκείνος ο πατριώτης στη Θεσσαλία που σε μάζεψε και δεν έμεινες στον δόμο.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2020

Ευάγγελος Αυδίκος , Λαμπροβδομάδα, ΕΦΣΥΝ, 21 Απριλίου 2020



  
Ετσι λέγεται η εβδομάδα που είναι γνωστή ως Διακαινήσιμος. Η θρησκευτική ονομασία και η λαϊκή (Λαμπροβδομάδα). Η πρώτη έχει τις ρίζες της στην ομαδική βάπτιση των κατηχουμένων που γινόταν παλαιότερα μετά την Ανάσταση. Αρχίζει από την Κυριακή του Πάσχα και διαρκεί ώς του αγίου Θωμά. Η ονομασία Ασπρη Εβδομάδα, άλλη ονομασία της, ήταν παρακολούθημα της θρησκευτικής τελετουργίας μια και οι νεοφώτιστοι χριστιανοί φορούσαν λευκά ρούχα όλες τις ημέρες, συμβολική έκφραση της καθαρτήριας διαδικασίας που προηγήθηκε αλλά και της εισόδου στον χώρο της πνευματικής αγνότητας και ολοκλήρωσης.
Η λαϊκή ονομασία (Λαμπροβδομάδα), που διασώζεται σε πολλές περιοχές, συναρθρώνεται πιθανότατα με το απολυτίκιο που ψάλλεται στην Ανάσταση: Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί. Είναι η προσδοκώμενη απελευθερωτική δύναμη, στην οποία συνυπάρχει αξεδιάλυτα η θρησκευτική διάσταση με την εθνική αλλά και την κοινωνική, ενίοτε και πολιτειακή. Ετσι, η Λαμπρή γίνεται τελετουργία που εκλύει φως αλλά και επίθετο που αποκαθαίρει όλες τις συμπεριφορές.
Ονομάζεται στο δημοτικό τραγούδι Λαμπροκύριακα και όλη η εβδομάδα Λαμπρόγιορτα. Ολα γίνονται διαφορετικά, ξεχωρίζουν σε σχέση με ό,τι υπήρχε ώς και τη Μεγάλη Παρασκευή. Ακόμη και τα ρούχα αποκτούν φωτεινότητα και οι νέες καλούνται «λαμπροφορεμένες». Διαμορφώθηκε ένα πολιτισμικό ήθος, που προσδοκά το φως της αναγέννησης. Αυτό το ήθος πέρασε και στην ποίηση. «Η ημέρα της Λαμπρής καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε», γράφει ο Σολωμός.
Μπορεί να αλλάζουν οι εποχές, όμως η ελπίδα και οι προσδοκίες που ακουμπάνε οι άνθρωποι στη γιορτή αυτή είναι ίδιες. Ακόμη και φέτος, που οι συνθήκες δεν ευνόησαν τη σωματική παρουσία στις θρησκευτικές τελετουργίες ή στη συγκέντρωση της οικογένειας γύρω από το οικογενειακό τραπέζι.
Η κοινωνική απόσταση, με άλλα λόγια ο εγκλεισμός, δεν εμπόδισε τους πολίτες να εκδηλώσουν τις ανάγκες και τις προσδοκίες. Ψώνισαν, έβαψαν αυγά, μαγείρεψαν μαγειρίτσα και στο μέτρο του δυνατού παρακάθισαν γύρω από την κοινή τράπεζα. Οι συγκεντρωμένοι, στις πιο πολλές περιπτώσεις, ήταν λίγοι, όμως η διάθεση ώστε η Ανάσταση να συνοδευτεί από μια Λαμπροβδομάδα ήταν κοινό αίσθημα, που ειπώθηκε με πολλές γλώσσες και μορφές.
Οι εορτάζοντες/ουσες το Πάσχα κατανοούν τις δυσκολίες. Βίωσαν συνθήκες πρωτόφαντες, οι οποίες υπονόμευσαν τρόπους σκέψης, κυρίως τον προγραμματισμό και την αυτόματη υλοποίηση των επιλογών. Ωστόσο, είναι κοινό αίτημα η Λαμπροβδομάδα από εθιμική συμπεριφορά να γίνει κοινωνική έγνοια και πρωτίστως να γίνει Λαμπροπερίοδος, αμέσως μετά την έξοδο από την απομόνωση. Στη μετά κορονοϊό εποχή. Τότε που θα ανοίξουν τα δεφτέρια και θα αρχίσουν οι λογαριασμοί για την αντιμετώπιση των παρενεργειών στις ζωές μας.
Η φετινή Λαμπρή είναι ιδιαίτερη. Προκάλεσε αμηχανία αλλά και ανέδειξε την ανάγκη για μια νέα συλλογική συνείδηση. Το έδειξαν όλοι βγαίνοντας στα μπαλκόνια. Ενωσαν τις φωνές αλλά και τις προσδοκίες για αλληλεγγύη.


Σάββατο, 18 Απριλίου 2020

Η γλώσσα των δέντρων (μεγαλοσαββατιάτικο διήγημα του Ευάγγελου Αυδίκου)


0
7
Ελιά, έργο του Χρήστου Μποκόρου
Ευάγγελος Αυδίκος

Ήταν μόνοι  τους για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια. Απόλυτη ησυχία, μόνη εξαίρεση η τηλεόραση, διαγγέλματα, φλυαρίες και το χέρι να κουνιέται συχνά. Μείνετε σπίτια σας, μη βγαίνετε έξω.  Του έλειπε ο καφές, η παραλία. Όχι ότι έκανε τίποτε σπουδαίο. Αγόραζε την εφημερίδα του, καθόταν στο ίδιο καφέ κάθε πρωί, προτιμούσε τις πρωινές ώρες για να είναι ελεύθερο το  ίδιο τραπέζι. Του λείπουν αυτά τα μικρά, δεν του άρεσε η φασαρία, το ημίφως στα βραδινά μαγαζιά. Αλλά….Ανάγκα και θεοί πείθονται. Ζορίστηκε, είν’ αλήθεια. Στην αρχή, πρώτη κίνηση το πρωί να πάει στο σημείο που άφηνε το κλειδί του αυτοκινήτου, να φορέσει το καπέλο του, ανάλογα με την εποχή, να βγάλει το κινητό από τον φορτιστή και να βγει έξω. Πού πας, βλογημένε. Η ένταση της φωνής της γυναίκας του απροσδόκητη. Προτιμούσε τους ήπιους τόνους. Τι έπαθε και φωνάζει. Μην ετοιμάζεσαι για έξω. Ξεκούτιανες;  Δεν επιτρέπεται. Γύρισε και την κοίταξε ξαφνιασμένος. Τι με κοιτάς, είμαστε ευπαθής ομάδα.
Ευπαθής ομάδα, όσοι είναι πάνω από εξήντα πέντε χρονών κινδυνεύετε, έλεγε και ξανάλεγε το χέρι που κουνιόταν σαν κομπρεσέρ. Ευπαθής ομάδα. Μα έκανα όλες τις εξετάσεις πριν από μια βδομάδα. Να δες, όλες είναι τζάμι, έτσι είπε ο γιατρός. Έψαξε στο συρτάρι που είχε τον φάκελο με τις ιατρικές εξετάσεις, τα μάτια της γυναίκας του συμπονετικά, τα λόγια της καρφιά. Λογικέψου, άνθρωπέ μου. Κι άκου δω. Δεν θα μου φέρεις αυτή την παλιοβρωμιά στο σπίτι μου. Άμα είναι να πααίνεις έξω….Σταμάτησε για λίγο. Καλά, ντιπ ξεκούτιανες, είμαστε ευπαθής ομάδα. Δεν ακούς τι λένε! Κανένας δεν μπορεί να βγει έξω.
Έκανε την ανάγκη φιλοτιμία. Είχε δίκιο η συμβία. Πού να τα βάλεις με το δάχτυλο στην τηλεόραση. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Πειθάρχησε, η λέξη που ποτέ του δεν του άρεσε. Την  είχε βγάλει από το λεξιλόγιό του, ένιωθε να κουβαλάει ηλεκτρισμό, κάτι σαν βασανιστήριο. Προτιμούσε να βρει διαφορετικό τρόπο, με πιο πολλές λέξεις, να βγάλει από μέσα τους την ευθύνη των μαθητών του και των συνομιλητών του. Δεν τα κατάφερνε, τις πιο πολλές φορές. Ματαιότης ματαιοτήτων; Πάλευε να μην πάρει στροφή το μυαλό του, να μη  γίνει γιο γιο του τεντωμένου δάχτυλου,  δεν μπορούσε να τραβήξει μονοκονδυλιά στη ζωή του, ο άνθρωπος είναι ελεύθερο πνεύμα, η εκπαίδευση, οι αρχές έχουν υποχρέωση να καλλιεργήσουν  την ελεύθερη σκέψη.
Όσα δεν έκαναν τα διαβάσματα, τα κατάφερε ο κορόνας. Αναλύσεις, επιφυλλίδες, αφιερώματα, φωτογραφίες της δυστυχίας και της μοναξιάς. Άνθρωποι απορριγμένοι στα πεζοδρόμια του κόσμου, με ψαλλιδισμένα φτερά. Με μια συμφωνία, είπε. Ύψωσε το στέρνο του, τουλάχιστον να μην πέσει αμαχητί. Η συμβία τον κοίταζε απορημένη. Άκου, λοιπόν. Αφού δεν μπορώ να βγαίνω στην παραλία, θα πίνω τον καφέ μου στην πίσω βεράντα. Αυτό είναι μόνο; Η φωνή της συμβίας έδειχνε ανακουφισμένη. Έχει ψύχρα το πρωί, άνθρωπέ μου. Θα πουντιάσεις.
Τελικά βρήκαν μια μεσαία λύση. Θα τραβούσε την κουρτίνα, το τζάμι της μπαλκονόπορτας ήταν μεγάλο και η θέα στην πίσω μεριά του κτήματος πανοραμική. Έβλεπε όλα τα λιόδεντρα, τα είχε φυτέψει όλα με το χέρι του, ποτισμένα ένα ένα, τον καιρό που είχε αναβροχιά. Τις ώρες που ήταν στο σπίτι και δεν έγραφε στον υπολογιστή, πήγαινε να κάνει παρέα με τα λιόδεντρα. Να μιλήσει μαζί τους, να εξομολογηθεί τις στενοχώριες του, να τα φροντίσει, να τα κανακέψει. Τα λιόδεντρα έχουν ψυχή, δεν δεχόταν δεύτερη κουβέντα. Ακόμη κι όταν η γυναίκα του κουνούσε το κεφάλι της. Πού να καταλάβουν οι άνθρωποι που έχουν χάσει τη δική τους ψυχή. Δεν ακούνε τον αέρα, τις κουβέντες που λένε τα λιόδεντρα, τη χαρά τους για τη συντροφιά . Και είναι τα άτιμα ευγνώμονα. Ένα τους δίνει πέντε σου επιστρέφουν. Σπάνια πια το πιάτο περνάει πάνω από τα σύνορα των σπιτιών.
Για να μη στερηθεί την εφημερίδα του γράφτηκε στην ηλεκτρονική έκδοση. Κάθε πρωί πήγαινε στην τουαλέτα, έπλεε να δόντια, με επιμέλεια, όπως διάβασε τις οδηγίες των γιατρών, τελικά βρέθηκε αντισηπτικό υγρό. Άπλωνε στο χέρι το υγρό, παντού στις παλάμες, ανάμεσα στα δάκτυλα. Τριάντα δευτερόλεπτα. Καλά, άνθρωπέ μου, θα ξεπετσιαστείς, φώναζε η κυρά. Να βάζεις και μαλακτική κρέμα πού και πού , θα αγριέψει το δέρμα σου. Μερικές φορές, τα σαπούνιζε , για καλύτερα, δυο φορές καλύτερα από μία, απαντούσε στο σταυροκόπημα της συμβίας. Είπανε του κώλου να χέσει κι αυτός το παράκανε. Μετά , άνοιγε το πτυσσόμενο τραπέζι στη μέση του παραθυριού, έπιανε  την εφημερίδα, διάβαζε τα νέα και πολύ τακτικά σταματούσε αγναντεύοντας τη δική του λιμνοθάλασσα, έστω μικρή τεχνητή λίμνη με τα λιόδεντρα.
Από τη Μεγάλη Πέμπτη σιάζονταν να μιλήσει με τη μάνα του. Πήγαινε στον τάφο των γονιών, δεν έβρισκε αυτό που ήθελε. Το έκανε από αγγαρεία, να μη μας πιάσουν στο στόμα τους οι συγγενείς, άστραψε και βρόντησε η κυρά , μια χρονιά που βαριόταν να πάει. Προτιμώ το Σάββατο, ψέλλισε. Μην είσαι ανάποδος, όλα έχουν τη σειρά τους. Η Πέμπτη είναι για τους πεθαμένους. Ανησυχώ για σένα.
Δεν αντιδρούσε, τι  να πει άλλωστε, ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο. Προτιμούσε να περάσει το Μεγαλοβδόμαδο με τα δέντρα του. Ειδικά το Μεγάλο Σάββατο, δεν του καιγόταν καρφί τι έλεγαν οι άλλοι. Αν τον νόμιζαν ανάποδο. Ήθελε να είναι εκεί, μόνος του. Να ακούσει τα λιόδεντρα, τους ψιθύρους για όλο τον χρόνο, τα παράπονά τους. Ένιωσε την πίκρα τους τη χρονιά που ο δάκος δεν άφησε ελιά  για ελιά. Ο καρπός σούρωσε , σαν σώμα ανθρώπινο που έχασε το αίμα τους. Εκείνη τη χρονιά  ο αέρας ήταν ένα βουβό μοιρολόι, που ξεκινούσε απ’ τις κορφές σταύρωνε τα κλαδιά, περνούσε μέσα από τα φύλλα κι έφτανε στη βεράντα, όπου ξεψυχούσε. Άλλες φορές, ο αέρας γινότανε αναστεναγμός για τα πάθη της φύσης, για τους ανθρώπους που φτηνύνανε. Τα δέντρα έχουν τη δική τους γλώσσα, τη γλώσσα που οι άνθρωποι ξέχασαν. Αυτό έλεγε σε όσους έπεφτε στην κουβέντα, τον κοίταζαν περίεργα.
Όμως, το Μεγάλο Σάββατο ήταν η ώρα που περίμενε έναν ολόκληρο χρόνο, η συνάντηση  με τη μάνα του. Καμάρωνε παλιά, όταν πρωτόρθαν στο κτήμα, τις ελιές που φύτευε, καθόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού , για να μην την  χτυπήσει ο αέρας, κι έδινε συμβουλές, για όλα. Ίσως να του μετέδωσε η μάνα το χάρισμα ν’ ακούει τα λιόδεντρα, να νιώθει την ψυχή τους. Το σκέφτηκε πολλές φορές, όχι είναι βέβαιο, κοντά στη μάνα έμαθε τη γλώσσα των δέντρων, τότε που σαν πρωταργάτισσα δούλευε στο μάζεμα του βενετσιάνικου ελαιώνα. Μπορεί στο τέλος της χρονιάς, που μάζευαν μαζί, μάνα και γιος, τα μπορμπολόγια, να τα πουλήσουν, για να περάσουν το Πάσχα. Κι εκεί που υπολογίζανε να  μη γεμίσει το τσουβάλι, τα λυγερόκορμο και ουρανοϊσκιωτα λιόδεντρα τίναζαν τις κορφές τους, ήταν οι δικοί τους άνθρωποι.
Η μάνα έκανε την αρχή στο φύτεμα του δικού του μικρού ελαιόκηπου. Μάζεψε την ποδιά της, σήκωσε τα μανίκια της, έδεσε καλά το φακιόλι της, σταύρωσε το δέντρο, το τοποθέτησε στη γούβα, παλάμισε το χώμα γύρω από τη ρίζα, την ευχή μου να έχετε, τον φίλησε σταυρωτά και γύρισε στη θέση της. Κάθε χρόνο η συνάντησή τους ήταν σ’ αυτό το δέντρο. Μετά τις δέκα το πρωί, μόλις γινόταν η πρώτη Ανάσταση, στην Κέρκυρα πρώτα και μετά στην πόλη του ,στο Σαϊτάν Παζάρι. Έβαζε το ραδιόφωνο, που ακούμπαγε  στο τραπέζι και περίμενε. Η μάνα ποτέ δεν έλειψε από το ετήσιο αντάμωμα.
Φέτος όμως ανησυχούσε. Θα ανεβούν οι ψυχές στη γη; Τι είναι αυτά που λες, άνθρωπέ μου; Η συμβία του άστραψε και βρόντηξε με τις ανησυχίες του. Ο εγκλεισμός είναι για τους ζωντανούς, όχι για τους πεθαμένους. Πεταμένα πάνε όσα ξέρεις. Έστρεψε το βλέμμα προς αυτή με συγκατάβαση. Πού να ξέρει.  Καρφί δεν του καιγόταν που δεν θα έψηνε κατσίκι , μόνοι τους ήταν. Χωρίς την εγγονή και τα παιδιά το κρέας είναι άνοστο. Όμως, τον έτρωγε η αδημονία για τη μάνα. Αυτό ήταν το Πάσχα γι’ αυτόν. Το γιόρταζε πρώτα με τη μάνα και μετά με τους άλλους.
Αυτή την ώρα θα πετούσαν τα μπότια στο Σαϊτάν Παζάρι, σχολίασε ο δημοσιογράφος του τοπικού ραδιοσταθμού. Ήρθε η ώρα, σκέφτηκε. Έκλεισε το ραδιόφωνο, έκλεισε την πόρτα του δωματίου, να  μη χάσει τον παραμικρό ήχο και μισάνοιξε την μπαλκονόπορτα. Το μάτι ήταν καρφωμένο στην κορφή της ελιάς, που άρχισε να ταλαντώνεται. Ήρθε, το μόνο που είπε κι άρχισε να νιώθει σύγκρυο να διαπερνά τη σπονδυλική του στήλη. Η μάνα είναι εδώ, ψέλλισε. Στην αγαπημένη της ελιά. Η πνοή του αέρα έγινε στρόβιλος, πέρασε ανάμεσα από τα κλαδιά και κάθισε στο μεγάλο μπράτσο του δέντρου.
Κάθε χρόνο το Μεγάλο Σάββατο σα να έμπαινε στη χρονομηχανή. Σα να μίκραινε, να πήγαινε πίσω , τότε που ήταν οκτώ χρονών. Γιόρταζε την Ανάσταση με τη μάνα, στη Φανερωμένη. Τα χέρια της  ήταν το τέμπλο της οικογενείας της, μόνο που αυτός  τότε δεν μπορούσε να μετρήσει τις αγωνίες της που έγιναν κόμποι, πληγές από το λιομάζωμα κι από το τσαπί που της μάτωνε τις παλάμες. Καταπίνει τον κόμπο στον λαιμό του . Δεν της ταιριάζει η λύπηση. Ούτε η νοσταλγία. Δεν ζήτησε ποτέ αντίδωρο για τα ροζιασμένα χέρια της. Έρχεται κάθε χρόνο να γιορτάσει κι αυτή με την μεγάλο της, να μάθει τα νέα.
Απέναντι του η ριπή του αέρα γουργουρίζει. Είναι πρόσκληση, να ξεκινήσουν,  να κάνουν πάλι το αναστάσιμο δρομολόγιο στη Φανερωμένη. Το χρειάζεται κι ο ίδιος. Αυτή τη χρονιά το έχει ανάγκη περισσότερο από τα προηγούμενα χρόνια. Να ξύσει το λίπος που έχει κατακάτσει στην ψυχή. Να γιορτάσει στη Φανερωμένη, στα δικά του νερά της Στυγός, να δει τον εαυτό του, όσα έκανε , όσα παρέλειψε.
Αφήνεται και μπαίνει στη μηχανή του χρόνου. Νιώνει το ελαφρό σκούντημα στο μπράτσο. Είναι η μάνα, φασκιωμένη στο φακιόλι της. Σκωθείτε, να προλάβουμε την Ανάσταση. Το σπίτι που κοιμόταν, αποκτά ζωή. Οι λαμπάδες σας. Η τσίμπλα υποχωρεί, η Ανάσταση στη Φανερωμένη ήταν η υπόσχεση της μάνας. Πρώτη φορά στη Φανερωμένη, μεγάλωσαν.
Η νύχτα έχει πέσει βαριά. Έντεκα το βράδυ, τα δέντρα μοιάζουν σκελετοί της φύσης. Στον  δρόμο οι σκιές αυγαταίνουν, βγαίνουν από σπίτια, από χεριώνες. Αμίλητες, χωρίς φανάρι, μην ανάβετε τις λαμπάδες, δεν κάνει. Στον Μπούρμπο τα νερά αρυτίδωτα, ένας μόνο βάτραχος κοάζει. Ακούγεται παφλασμός, μαζεύεται στην ποδιά της μάνας, μπορεί να είναι το κοριτσάκι που έπεσε στο πηγάδι, ψιθυρίζει μια τρομαγμένη φωνή. Μπορεί κι αυτή η ψυχή να μπήκε στη σειρά των σκιών  που πήραν τον ανήφορο για τη Φανερωμένη.
Μπροστά η μεγάλη κρεββατιά με τα θεόψηλα λιόδεντρα. Σκοτάδι πηχτό. Δεν ξεχωρίζει τίποτε. Μόνο οι ανάσες ακούγονται που δίνουν τον ρυθμό στον χορό των βαδιστών. Εκείνη την ώρα , το σκοτάδι επιβάλλει τον δικό του νόμο. Καταργεί τα γιορτινά ρούχα, τα βαφτιστικά χάνουν την αξία τους, τα καινούρια παπούτσια δεν έχουν φωνή, να μιλήσουν για τις δικές τους ιστορίες, για τα φωτίκια. Μάνα, πότε θα βάλω τα παπούτσια της νουνάς; Τσώπα, μη μιλάς, όταν δούμε τα φώτα της εκκλησιάς. Φορούσε τις λαστιχένιες μπότες του, με τι χαρά περίμενε τη στιγμή που θα φορέσει τα κατακόκκινα παπούτσια του και μ’ αυτά θα έμπαινε στη Φανερωμένη, σαν εκείνο τον ήρωα, δεν θυμάται το όνομά του, που έμπαινε καβάλα στην εκκλησιά. Μη μιλάς , παιδί μου, είναι αμαρτία. Να μεταλάβουμε πρώτα. Δεν ξαναμίλησε.
Τίποτα δεν ξεχωρίζει, μόνο οι ανάσες και η έγνοια να προλάβουν την Ανάσταση. Τα λιόδεντρα  έμοιαζαν με θεόρατους ξύλινους σταυρούς, που σταύρωναν τη μάνα του. Έτσι, είχε πει στον μπάρμπα Μανόλη, τ’ αφεντικό της με τις ελιές. Τα βλέπεις αυτά, μπάρμπα Μανόλη; Για αυτές τις γυναικούλες που μαζώνουν ελιές είναι ο σταυρός τους. Μη ζητάς να τους κόψεις το λαδάκι που παίρνουν μεροκάματο.
Οι σκιές προχωρούν την πορεία τους αμίλητες. Φοβάμαι, η μόνη λέξη που ακούγεται και ο γρήγορος σταυρός, «όλα τα κακά σκορπά» προσθέτει η μάνα, μη φοβάσαι, ψυχούλα μου, θα μαζωχτούνε στην τρύπα όλα τα διαόλια, σε λίγο ο παπάς θα πει «Χριστός Ανέστη».  Η ψυχή της ήξερε τη δική της ταραχή. Στα μάτια της το γυαλί του φόβου, η μύτη της έσταζε ιδρώτα, το  φως του φεγγαριού που μπόρεσε να τρυπώσει μέσα από τις φυλλωσιές, φώτισε φευγαλέα το ασκητικό της πρόσωπο.
Μάνα, μια πυγολαμπίδα πέρα εκεί. Αυτή είναι η Φανερωμένη, παιδί μου, ήρθε η ώρα για τα καλά παπούτσια σου. Η καμπάνα χτυπούσε δαιμονισμένα. Οι σκιές έβγαιναν από το σκοτάδι κι αποκτούσαν μορφή. Πρόσωπα αυλακωμένα από τον μόχθο.
Σε πήρε ο ύπνος; Η συμβία με σκουντούσε. Είσαι ιδρωμένος, η φωνή της ακουγόταν ανήσυχη. Σ’ άκουγα που μιλούσες με τη μάνα σου, είσαι άρρωστος; Να σε θερμομετρήσω, μη χρειαστεί να τηλεφωνήσω στον γιατρό. Αργεί να γίνει το κακό μ’ αυτή τη βρωμιά που μας βρήκε;. Όση ώρα είχε το θερμόμετρο στη μασχάλη του, έψαχνε το τηλέφωνο του γιατρού στην ατζέντα της. Για καλό και για καλό, είπε. Δος μου το θερμόμετρο. Το χέρι της είχε ένα ελαφρό τρέμουλο. Σκούπισε τα μάτια της. Αν είναι δυνατόν, φώναξε. Τριάντα έξι και δύο. Δεν έχεις τίποτε. Και ο ιδρώτας; Σιώπησε.

(*) Ο Ε. Αυδίκος είναι πανεπιστημιακός και συγγραφέας