Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2019

Λευτέρης Ξανθόπουλος, Σάλτο μορτάλε (χριστουγεννιάτικο 1),ηλεκτρονικό περιοδικό Ο Αναγνώστης, 23/12/2018


Σάλτο μορτάλε (χριστουγεννιάτικο 1,του Λευτέρη Ξανθόπουλου)

1
483

 

Ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης από το Συρράκο της Ηπείρου, έφυγε από τον τόπο του κυνηγημένος από τους Τούρκους και το 1890 σε ηλικία είκοσι δύο χρονών τον βρίσκουμε στην Αθήνα, βοηθό στο τυπογραφείο των αδελφών Φύσσα, στην οδό Οικονόμου, πολύ κοντά στην Ομόνοια.
Ο χειμώνας εκείνη τη χρονιά ήταν από τους χειρότερους που γνώρισαν οι Αθηναίοι εδώ και πολλά χρόνια. Η δουλειά στο τυπογραφείο δεν σταματούσε στιγμή και ειδικά τώρα τις γιορτές, που περίσσευαν τα λογής λογής μικρά και μεγάλα έντυπα, οι ρεκλάμες και τα ημερολόγια τοίχου με τα τετράστιχα ποιηματάκια, η δουλειά δεν έλεγε να τελειώσει. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, η μεγάλη και υπέρλαμπρη γιορτή της Ορθοδοξίας.
Ο Κώστας Κρυστάλλης συνήθιζε να τρώει το λιτό του δείπνο στο Οινομαγειρείον η Ήπειρος, χαμένο πίσω από τα πρώτα κρεοπωλεία που άνοιξαν στην ολοκαίνουργια δημοτική αγορά της οδού Αθηνάς, δωρεά του εθνικού ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη, ένα κόσμημα της πρωτεύουσας, που μόλις πριν από λίγο καιρό είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή του.
Αργότερα και αφού συναντούσε κάποιον φίλο ή συμπατριώτη για να μιλήσουν συνήθως για τα μέρη τους και να θυμηθούν, γυρνούσε στη μικρή καμαρούλα που κρατούσε, ένα υγρό υπόγειο στην οδό Γερανίου, έγραφε και διάβαζε μέχρι πολύ αργά τη νύχτα και μετά κουκουλωνόταν με ότι βελέντζες και χράμια είχε κοντά του και τον έπαιρνε γρήγορα ο ύπνος.

Πριν από λίγο καιρό, πατώντας άκρη-άκρη στον τοίχο, πολύ δειλά στην αρχή, κατέβηκε τα εννιά σκαλοπάτια από τον δρόμο προς το υπόγειο και τρύπωσε ανάμεσα στις κάσες μια γάτα. Κανείς από τους μαστόρους δεν την πήρε είδηση, όμως εκείνη, μην περιμένοντας παρά λίγη ζεστασιά και κάποιο φαγάκι, ζάρωνε στη γωνιά και περίμενε. Έτσι κι έγινε.
Σιγά σιγά η γάτα ξεθάρρεψε. Μάζευε από το πάτωμα τα αποφάγια που της πετούσαν οι μαστόροι και οι καλφάδες και την έβλεπες πάντα σε ετοιμότητα, με τα αυτιά ανασηκωμένα για κάποιον κακομοίρη και απρόσεχτο ποντικό που θα είχε την απρονοησία να βγει από την τρύπα του να τον αρπάξει. Όμως, για να έχει και λίγο καθαρό νεράκι να πίνει το χαϊβάνι, κανένας πολυάσχολος και πονετικός τυπογράφος ή παραγιός, με μαυρισμένα τα χέρια από το μελάνι και με τα πνευμόνια του γεμάτα αντιμόνιο, δεν σκέφτηκε να βάλει στην άκρη ένα κεσεδάκι με φρέσκο νερό της βρύσης, να ξεδιψάζει το ζωντανό.
Το γατί φούντωνε από τη δίψα και άναβε και κάποια στιγμή, είδε κι απόειδε, πλησίασε την μοναδική πηγή στάσιμου νερού που βρισκόταν κοντά, την τσίγκινη λεκάνη που ξεπλέναν οι καλφάδες και οι παραγιοί τις συρμάτινες βούρτσες, τα κινητά τυπογραφικά στοιχεία και τα κλισέ. Η δίψα της αφόρητη. Έσκυψε, έβγαλε τη γλώσσα και δοκίμασε. Το νερό της λεκάνης γεμάτο μελάνι και αντιμόνιο. Σήκωσε για λίγο το κεφάλι, έσκυψε ξανά, έκλεισε τα μάτια και άρχισε να πίνει. Μετά αποτραβήχτηκε σε μια γωνιά και ζάρωσε.
Όσο περνούσαν οι μέρες και το γατί προσπαθούσε να ξεδιψάσει από τα μολυσμένα νερά του τυπογραφείου, τόσο έχανε τον βηματισμό του, στραβοπατούσε, αδυνάτιζε και με γυάλινο το μάτι κούρνιαζε κακομοιριασμένο στη γωνιά, μέχρι που μια μέρα, ένα θολό και παγωμένο πρωϊνό στο υπόγειο, που ποτέ δεν προλάβαινε να ζεσταθεί με το μαγκάλι στη μέση, μια σπαραχτική κραυγή απελπισίας και απόγνωσης ακούστηκε, μια γατίσια κραυγή απόλυτης διαμαρτυρίας που όμοιά της δεν έχει ξανακούσει ποτέ άνθρωπος στον κόσμο και το γατί με ένα όλως διόλου αλλόκοτο σάλτο και πέρα από τις φυσικές του δυνάμεις, σηκώθηκε στον αέρα, διέγραψε μια τροχιά σαν μισοφέγγαρο πάνω από τις κάσες με τα τυπογραφικά στοιχεία, χτύπησε σαν μπάλα ποδοσφαίρου με το κεφάλι στον τοίχο και κυλίστηκε πάνω στο μάρμαρο μες στα αίματα, ξεψυχισμένο∙ έτσι κι έμεινε.

Παραμονή Χριστουγέννων το τυπογραφείο σχόλαζε νωρίτερα για να προλάβουν τα ψώνια τους και τα δώρα οι νοικοκυραίοι τυπογράφοι, στοιχειοθέτες και πιεστς και τα τσιράκια τους. Οι δρόμοι γεμάτοι κόσμο. Η πόλη γιόρταζε τη γέννηση του θεανθρώπου. Οι καμπάνες από τις γειτονικές εκκλησίες ηχούσαν ασταμάτητα, ο Άγιος Κωνσταντίνος, η Αγία Ειρήνη, η Καπνικαρέα. Το πρώτο χιονάκι έκανε την εμφάνισή του. Ως το βράδυ θα το έχει καλοστρώσει. Οι πλανόδιοι μικροπωλητές με τα καροτσάκια είχαν απλώσει και διαφήμιζαν την χριστουγεννιάτικη πραμάτεια τους στην Αθηνάς, στην Αιόλου, στα γύρω δρομάκια.
Και τι δεν έβλεπες εκεί στους πρόχειρους πάγκους ανάμεσα στις νιφάδες· δώρα και δωράκια για όλα τα πορτοφόλια και όλα τα γούστα, δηλαδή ροκάνες ξύλινες, σβούρες, σβουράκια, τσίγκινες πεταλούδες με ροδάκια που ανοιγοκλείναν τα φτερά τους, πουλάκια πήλινα με αληθινά πούπουλα κολλημένα στην ουρίτσα τους και άλλα πουλάκια που κελεηδούσαν άμα τα γέμιζες με νερό και φυσούσες, κουκουνάρες και βαλανίδια χρωματισμένα για το χριστουγεννιάτικο δέντρο, κουρδιστά παπάκια, φασουλήδες και αμαλίες, καραμούζες, τούμπανα, αγιοβασίληδες, τραπουλόχαρτα και πάρτα – όλα για το χαρτάκι της παραμονής και ολοένα πήγαιναν κι ερχόνταν παρέες παρέες παιδιά κουρεμένα γουλί, με το τριγωνάκι στο χέρι και την πρόχειρη φλογέρα από τα καλάμια του Ιλισσού και λέγανε τα κάλαντα.

Το ίδιο βράδυ, στην κάμαρή του, καθώς έγραφε σκυμμένος πάνω στο φτηνό χαρτί για τα δοκίμια του τυπογραφείου, Παρακαλ σε, σταυραητέ, γι χαμηλώσου λίγο κα δσ᾿ μου τς φτερογες σου κα πάρε με μαζί σου, πάρε με πάνου στ βουνά, τ θ μ φά κάμπος, ο ηπειρώτης ποιητής του βουνού και της στάνης Κώστας Κρυστάλλης είχε την πρώτη του αιμόπτυση.-


Πιτς ή στριφτό. Το λυκόφως ενός παιχνιδιού στην Πρέβεζα


       Χωρίς να το καταλάβει πήρε το δρόμο για το βακούφικο. Ευτυχώς, η βροχή που έπεσε την προηγούμενη μέρα δεν άφησε ίχνη, η γη δίψαγε από την ξηρασία του καλοκαιρού.
-Καλώς τον Ξηγημένο. Η υποδοχή ήταν θερμή. Πέρασε πολύς καιρός από τη μέρα που λαβώθηκε το σώμα του.
   -Λίγοι δεν είμαστε; Το παιχνίδι δεν είχε αρχίσει ακόμη, έξι εφτά συμπαίκτες από τα παλιά κάπνιζαν και έριχναν τις πεντάρες στον αέρα.
    -Άλλαξε η κατάσταση, δεν είνι όπως τ’ άφ’κις. Ήταν το Πατημένο σύκο, όφειλε το παρατσούκλι στο πλισέ πρόσωπό του, το  αυλακωμένο από βαθιές ρυτίδες. Εργάτης ξηράς, συνταξιούχος πλέον, από τους πιο τακτικούς πιτσαδόρους, αν απουσίαζε τηλεφωνούσαν στο σπίτι του, ανησυχούσαν για την υγεία του.
       Έχει δίκιο το Πατημένο σύκο, σκέφτηκε. Ερημιά. Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ήταν όλοι στην ώρα τους.
    -Μας έφαγε ο σύγχρονος τζόγος, ξέχασαν το δρόμο, Ξηγημένε. Ήταν ο Άρχοντας, ένας ευκατάστατος συμπολίτης,που σύχναζε τακτικά στο βακούφικο, του άρεσε το παιχνίδι. Τον τρέλαινε. Τα λεφτά πάνε στο κράτος. Ξημεροβραδιάζονται στα προποτζίδικα, τα τζοκέρια. Δεν τα ’μαθες;
      -Ο Ξηγημένος τον κοίταξε με απορία.
      -Ο Μούργος….
       -Τα πήρε χοντρά από το τζόκερ. Δεν τον ξανάδαμε, πέταξε τις πεντάρες. Φτιάχνει βίλα στην Ταράνα. Τετέλεσται, Ξηγημένε. Αλλάξαμε, δεν είμαστε οι ίδιοι, μας έφαγε το σαράκι του κρατικού τζόγου.
         -Τα παραλές, Άρχοντα. Θα ξαναγυρίσουν. Έλα, ας κάνουμε ένα ψιλό παιγνίδι, δεν μπορεί, θα μαζευτούν κι οι άλλοι. Πατημένο σύκο, κάνε μου τη χάρη να φέρεις ένα σκαμνάκι απ’ το σπίτι σου απέναντι.
        Το Πατημένο σύκο εκτέλεσε αμέσως την παραγγελία. Ο Ξηγημένος με τη βοήθεια του Άρχοντα κάθισε στο σκαμνάκι,  έβαλε το χέρι στην τσέπη, κι έβγαλε  δυο δίευρα.
     -Πενήντα βάζει η μάνα, άρχισε να θυμάται τα παλιά, το βλέμμα του ξαναβρήκε την παλιά ζωηράδα.
    -Πέντε για μένα , απάντησε το Πατημένο σύκο, ενώ την ίδια στιγμή έσκυβε στον κύκλο που σχηματίστηκε αφήνοντας το χαρτονόμισμά του πάνω από το πενηντάρικο του Ξηγημένου. Άλλα δεκαπέντε πόνταραν τρεις άλλοι.
     -Τα τριάντα δικά μου, συμπλήρωσε ο Άρχοντας.
     Ο Ξηγημένος έδειξε τις πεντάρες στους άλλους, ζήτησε την υπομονή τους ώσπου να συνηθίσουν τα δάχτυλά του το στρίψιμο. Στη συνέχεια, τα’ στριψε αλλά δεν τον ικανοποίησε το αποτέλεσμα και τα ’κραξε.
       -Μην αγχώνεσαι, Ξηγημένε. Θα καταφέρεις να πετύχεις το παλιό στρίψιμο με τον καιρό.
     Δεν άκουγε τίποτε. Σαν να μην υπήρχαν οι άλλοι. Το σκαμνάκι δεν τον βοηθούσε, δεν μπορούσε να τινάξει το κορμί του και να δώσει το γύρισμα που ήθελε στις πεντάρες, να τις κάνει όμορφες. Πιάνει το μπαστούνι, προσπαθεί να σηκωθεί όρθιος, δεν τα καταφέρνει. Ο Άρχοντας πηγαίνει κοντά του, με τη βοήθειά του στήνεται όρθιος. Του βάζει τις πεντάρες στο χέρι. Τις χαϊδεύει πρώτα και τις τοποθετεί στα δυο του δάχτυλα. Γυρίζει με τέχνη τα δυο δάχτυλα και ταυτόχρονα τινάζει το κορμί του προς τα πάνω.
     -Το τέλειο στρίψιμο, Ξηγημένε.
     -Δεν μπορεί, στο είπα Άρχοντα, το πιτς δεν πεθαίνει ποτέ. Βλέπει τις πεντάρες να στριφογυρίζουν στον αέρα του βακούφικου και νιώθει μια απέραντη ηδονή, μπορεί να τη συγκρίνει μόνο με το πρώτο βράδυ του γάμου του με τη Στεφανία.




Του Αγίου Στεφάνου, 27 Δεκεμβρίου 1940, ο ανηλεής βομβαρδισμός της Πρέβεζας από τους Ιταλούς

« ‘Σήμερα 27 Δεκέμβρη 1940, ανήμερα της γιορτής του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου, η Πρέβεζα έζησε  ώρες εφιαλτικές. Από τις δέκα το πρωί ως τις τέσσερις το απόγιομα ιταλικά αεροπλάνα τη βομβαρδίζανε χωρίς σταμάτημα. Μα έβαλε το χέρι του  ο Άγιος και καμιά οβίδα δεν χτύπησε την πόλη, πέσανε όλες στις ελιές και τη θάλασσα’.
      Αυτές οι λίγες, μα τόσο περιεκτικές γραμμές, που τις βρήκα σ’ ένα σημειωματάριο  της εποχής, μου φέρανε στο νου τις πραγματικά τρομερές εκείνες ώρες, που τις έζησα κι εγώ μαζί με όλους του άνδρες του Λόχου της Αεραμύνης της Πρέβεζας. Θυμάμαι, ήταν μια μέρα γεμάτη ήλιο, Θεού χαρά που λένε. Όσοι δεν είχαμε δουλειά έξω στην πόλη, καθόμασταν στο προαύλιο του γυμνασίου, που στεγάζονταν ο Λόχος, κι απολαβαίναμε ξένοιαστοι τη ζεστασιά του ήλιου. Βλέπεις, ακόμα δεν μας είχε διδάξει η πείρα πόσο επικίνδυνος είναι ο γαλάζιος ουρανός στον πόλεμο των μετόπισθεν. Ως την ημέρα εκείνη οι Ιταλοί μας πολεμούσαν με το γάντι. Ένα ή δύο αεροπλάνα εμφανιζότανε ανοιχτά στο πέλαγο κι αδειάζανε μέσα σ’ αυτό τις μπόμπες τους. Του Αγίου Στεφάνου οι Ιταλοί αγρίεψαν. Θα ’ ταν η ώρα περασμένες 9 το πρωί  όταν σήμανε συναγερμός. Έτρεξα στο τηλέφωνο. Από την Κέρκυρα είχε σημειωθεί υδροπλάνο με κατεύθυνση προς την Πρέβεζα. Συνηθισμένα πράγματα. Όταν βγήκα στο προαύλιο είχε φανεί. Μα δεν μπόρεσε να περάσει το φραγμό των αντιαεροπορικών πυρών κι άλλαξε πορεία με κατεύθυνση τη Λευκάδα. Πάει για τον πολτσμό, είπε κάποιος. Μα δεν είχε αποσώσει το λόγο του, όταν σήμανε νέος συναγερμός και σύγχρονα από τα δυτικά φάνηκε σχηματισμός από πέντε αεροπλάνα να ’ρχεται κατά πάνω μας. Τα αντιαεροπορικά άρχισαν να βάλουν , μα τα αεροπλάνα ήταν πολύ ψηλά. Περάσανε το φραγμό κι αδειάσανε τις μπόμπες τους πάνω από την πόλη. Πέσανε όλες στη θάλασσα. Από κείνη τη στιγμή οι επιδρομές δεν σταμάτησαν ως το δειλινό. Από τα δυτικά ή απ’ το βορρά κύματα κύματα έρχονταν  τα αεροπλάνα σε σχηματισμούς από πέντε ή από τρία κι αδειάζανε τις μπόμπες τους. Πώς να περιγράψει κανείς τις εφιαλτικές εκείνες ώρες; Το αδιάκοπο μοιρολόι της σειρήνας, τον άγριο βόμβο των αεροπλάνων, το απαίσιο σφύριγμα των οβίδων, τους σεισμούς των εκρήξεων. Και να ’ναι το Γυμνάσιο γεμάτο τρομαγμένο κόσμο, γέρους, γυναίκες και παιδιά, που νομίζανε πως βρήκανε σίγουρο καταφύγιο σ’ αυτό. Σε μια στιγμή έξαλλος πετάχτηκε έξω ο Κ.Μ. , ιεροψάλτης, τρελός από καιρό,, κι άρχισε να κόβει αγριεμένος βόλτες στο προαύλιο και να ψέλνει τη νεκρώσιμη ακολουθία.
Ως άνθος μαραίνεται
και ως όναρ παρέρχεται
και διαλύεται πας άνθρωπος.
      Κερώσαμε όλοι. Μα τι να του πεις, σάμπως, το ’θελε κι αυτός. Κι ύστερα ήταν τόσο αλλόκοτη εκείνη η ώρα. Να ’σαι κλεισμένος μέσα σε τέσσερις τοίχους, ν’ ακούς το θάνατο να μουγκρίζει, να τον νιώθεις έτοιμο να σε χτυπήσει και να μη μπορείς να αντιδράσεις, να κάμεις κάτι για να τον αποκρούσεις. Αφήσαμε τον τρελό να μας διαβάζει ζωντανούς κι απασχολήσαμε το νου μας να βρούμε τρόπους να μετριάσουμε τον τρόμο των γυναικοπαίδων που κλαίγαν και τσιρίζανε. Όταν ήρθε το δειλινό και σταμάτησε το κακό, ο διοικητής μας, ο αλησμόνητος έφεδρος λοχαγός-δικηγόρος Περικλής Τόλιας, έκαμε φλεγματικά τον απολογισμό της μάχης. Φτηνά τη γλιτώσαμε,  αν όλη αυτή η μπόμπα έπεφτε μέσα στην πόλη, δεν θα ’χε μείνει τίποτα όρθιο. Μα βοήθησε ο Άγιος Στέφανος κι οι μπόμπες πέσανε στις ελιές, ολοτρόγυρα στην πόλη, στο Άκτιο, στη θάλασσα και δεν έγινε η παραμικρή ζημιά»

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2019

Μίνα Π. Πετροπούλου, H δικαίωση της εντιότητας, EFSYN, 21-22 Δεκεμβρίου 2019



Ο Ευάγγελος Αυδίκος στο μυθιστόρημα «Οδός Οφθαλμιατρείου» καταπιάνεται με την ιστορία του Ηπειρώτη Κώστα Κρυστάλλη, δημιουργού που μίλησε με αυθεντικότητα για τις αλήθειες μας.
Στο εξώφυλλο η αποτύπωση του δαιδαλώδους σχεδίου των Αθηνών προοιωνίζεται ίσως και τον σκληρό αγώνα επιβίωσης του ήρωα σε όλα τα μέτωπα. Ισως γι’ αυτό και επιλέγει έναν αντιλυρικό και αντιποιητικό τίτλο!
Οδός Οφθαλμιατρείου: τίτλος σημαδιακός, αλλά όχι προκλητικός. Ούτε καν εμπορικός. Για να τον κατανοήσει ο αναγνώστης απαιτείται έρευνα και γνώση – όπως ακριβώς χρειάζεται ενδελεχής μελέτη για να αντιληφθεί κανείς το πνευματικό διαμέτρημα του Κρυστάλλη.
Advertisement
Οδός Οφθαλμιατρείου: παλαιότερη ονομασία της οδού Εδουάρδου Λω, όπου στη συμβολή της με τη Σταδίου υπήρχε το υπόγειο τυπογραφείο του Παπαγεωργίου. Οταν το 1889 ο νεαρός Κρυστάλλης θα έρθει στην πρωτεύουσα διωκόμενος από τις οθωμανικές αρχές της σκλαβωμένης ακόμα Ηπείρου, θα βρει εκεί εργασιακό αποκούμπι, με τη «βοήθεια» του ευεργετημένου από τον πατέρα του, πολιτικάντη Σπυρίδωνα Λάμπρου.
Ο Αυδίκος προστρέχει στον συμβολισμό του τόπου και των τοπωνυμίων, του χώρου: το ανήλιαγο τυπογραφείο Παπαγεωργίου συμβολίζει τον τόπο όπου θα αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για τον ασθενικό σωματικά Κώστα Κρυστάλλη. Θα είναι η αρχή του τέλους. Γιατί άραγε επιλέγει να σηματοδοτήσει το έργο του με τον τόπο εργασίας και ταυτόχρονα καθημερινού μαρτυρίου του ποιητή; Mήπως ως ένδειξη διαμαρτυρίας, μια και ο σωματικός θάνατος δεν επέφερε και τον πνευματικό, αλλά λειτούργησε ως μπούμερανγκ στο λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής; Μήπως γιατί υπονοεί πως η αληθινή δημιουργία είναι θέμα ταλέντου και ψυχής κόντρα σε οποιεσδήποτε αδυσώπητες συγκυρίες;
Το ευφάνταστο του μυθιστορήματος έχει να κάνει με την ευρηματικότητά του στη δόμηση της πλοκής: ένας νεκρός και ένας ζωντανός με κοινή ρίζα καταγωγής συνυπάρχουν παρότι τους χωρίζει ενάμισης αιώνας ζωής.Ο σύγχρονος Κρυστ επιστρέφει στην Ελλάδα αναζητώντας το νόημα της δικής του ζωής πέρα από το σύνηθες, το αυτονόητο, την επαγγελματική αποκατάσταση. Το ανερχόμενο στέλεχος-αστέρι σε εταιρεία οικονομικής διαχείρισης ανθίσταται στη «λογική», προκαλώντας τους γονείς και τη μοίρα του. Επιδιώκει να φωτίσει τα μέσα σκοτάδια του με ανατρεπτικές αποφάσεις: εγκαταλείπει την Αμερική, επαναπατρίζεται σε μια άγνωστή του Ελλάδα, με γνώμονα τα λόγια του θείου του Ιανού και την πνευματική συνδρομή του έργου του Κρυστάλλη. Το ιδιαίτερο της μυθιστορήματος είναι ότι ο νεαρός ήρωας Κρυστ ξυπνά από τον εφησυχασμό και τη νάρκη της στρωμένης του ζωής και -ή κυρίως- συνειδητοποιώντας τον βαθμό δυσκολιών της ζωής του Κρυστάλλη.
Δεν μένει μόνο στα ποιήματα και στα πεζογραφήματα του δημιουργού. Επηρεάζεται από τις καταστάσεις τής σκληρά ανελέητης ζωής του. Από τις αντίξοες συνθήκες, που αυτόν τον ισχνό ανθρωπάκο, τον κοντούλη, τον κατακεραυνωμένο σωματικά, όχι μόνο δεν πτοούν, αλλά εξοργίζουν. Εμπνέεται από τον άνθρωπο που πιστεύει στη δύναμη του λόγου∙ που διεκδικεί ό,τι η ζωή τού χρωστά∙ που οι εποχές οικονομικής ευημερίας δεν τον έφθειραν, όταν κάποτε τις βίωνε∙ που δεν λούφαξε ενώ μπορούσε ως αρχοντόπουλο των Ιωαννίνων∙ που διεκδίκησε το δικαίωμα της φωνής του και το υπερασπίστηκε με κάθε τρόπο. Ακόμα κι όταν οι Ζαπτιέδες τον κυνηγούσαν και η μάνα του έκρυβε τα γραπτά του.
Εμπνέεται από το χωριατόπαιδο που εμφανίζεται στην πρωτεύουσα, αυτός ένας σκλαβωμένος, που θέλει να αρθρώσει λόγο στα αθηναϊκά σαλόνια της διανόησης. Θα τα βρει θεόκλειστα και εχθρικά. Ακόμα και οι οθωμανικές αρχές κατανοούν από την πρώτη κιόλας έκδοση της ποιητικής του συλλογής, «Αι Σκιαί του Αδου», πόσο καταλυτική είναι η δύναμη της γραφής του και γι' αυτό τον διώκουν. Το λογοτεχνικό σινάφι όμως και η κοινωνία της Αθήνας εθελοτυφλεί. Εσκεμμένα; Ενας κυνηγημένος πρόσφυγας [σας θυμίζει κάτι;- τολμά να προσδοκά υποστήριξη και ανάδειξη λογοτεχνική;
Πρέπει να έχεις πολύ φως για να μη φοβάσαι το φως του Αλλου. Αυτός, «σπαρακτικός και σπαραγμένος» (σ. 61), παιδί της υπαίθρου, των ψηλών βουνών, των δυνατών ποταμιών, της ζωντανής και αφτιασίδωτης φύσης που του έχουν χαρίσει καθάριο βλέμμα, δεν φοβάται. Ξέρει πως «η τέχνη είναι ασκητική. Δεν είναι πανηγύρι. Εχει σωματικό πόνο. Και ψυχικό. Σαν γέννα» (σ. 14). Δεν σκιάζεται. Ξέρει πως οι άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν εύκολα, δεν παραχωρούν τα «χωράφια» τους, ούτε τα πνευματικά. Θέλει απλώς να τους δείξει ότι έχει δικά του -τους ανθρώπους της υπαίθρου και τον σταυραετό του- και να τους αποδείξει ότι έχουν και λόγο ύπαρξης και φωνή που αντέχει στο διηνεκές.
Κι ας μην έχει να φάει... κι ας έχει δοθεί όλη η πατρική περιουσία για τον αγώνα απελευθέρωσης της Ηπείρου και της ένωσης με την Ελλάδα… κι ας του κρύβονται όσοι ευεργετήθηκαν από τον πατέρα του και στήσανε στις πλάτες του μέρος της πολιτικής τους καριέρας με μεγαλοστομίες και ψέματα.
Αμεση η σύνδεση με το τώρα. Δεν μαθαίνουμε απλώς την ιστορία του Κρυστάλλη, ούτε τι σημαίνει έμπνευση για νεότερους μέσα από γραπτά προγενέστερων. Δεν επιβεβαιώνουμε απλώς το πόσο ο κόσμος τούτος δεν είναι όμορφα και αγγελικά πλασμένος. Μετέχουμε στον αγώνα ενός λαού ενάντια σε οποιοδήποτε κατεστημένο. Οικονομικό, εθνικιστικό, πολιτικό, ακόμα και πνευματικό. Είναι ένα βιβλίο που με αφορμή τη ζωή του Κρυστάλλη μιλά για τον αγώνα, τη διεκδίκηση του αυτονόητου, την πάλη ενάντια στους βολεμένους και την αδικία της ζωής.
Η περίπτωσή του μέσα από τη δύναμη του έργου του και με έργα αναφοράς σε εκείνον, όπως το «Οδός Οφθαλμιατρείου», είναι πάντα ηχηρό και αιώνιο ράπισμα στους έχοντες τα ηνία της πνευματικής ζωής και εξουσίας, τότε και τώρα. Είναι ένας καταπέλτης δικαιοσύνης στον ανηλεή πόλεμο και στην αναλγησία που κατά καιρούς δέχτηκαν ή δέχονται αληθινά σημαντικοί δημιουργοί, που δεν είχαν διασυνδέσεις ή οικονομικούς ευεργέτες να τους στηρίξουν.
Ο Κρυστάλλης είναι η προσωποποίηση της αγωνιστικότητας σε καιρούς χαλεπούς, ο Κρυστ είναι η προσωποποίηση της μαχητικότητας σε επίσης δύσκολους καιρούς. Βροντοφωνάζουν οι ήρωες του Αυδίκου, πραγματικοί και φανταστικοί: Μη σταματάτε να διεκδικείτε, έχει ο καιρός γυρίσματα! Ακόμα και οι νεκροί επιστρέφουν «όταν νιώθουν αγάπη. Κι από παράπονο»(σ. 43). Και όταν ξέρουν πως τους χρωστούν. Αλλωστε ό,τι κι αν κάνουν οι «βουλιμικοί ηγεμόνες» πάσης φύσεως εξουσίας, η Ιστορία δικαιώνει τους έντιμους. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη εκδίκηση.
Το συγκεκριμένο βιβλίο «είναι ένα μυθιστόρημα-σπονδή στην τρυφερότητα και στην αγωνία του δημιουργού», όπως έχει γραφεί. Είναι όμως και μια κραυγή διαμαρτυρίας για την αδικία πάσης φύσεως. Και ο Ευάγγ. Αυδίκος ξέρει να διαμαρτύρεται καλά. Γι’ αυτό κερδίζει επί της ουσίας!

Παραλία Πρέβεζας.Ντύθηκε τα καλά της και περιμένει τα Χριστούγεννα



Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2019

Κώστας Σαχινίδης, 1953-2019


Φίλτατε Κώστα, φίλε μου, ως αστραπόβροντο άκουσα την είδηση. Αποφάσισες να μας αφήσεις επιλέγοντας το ταξίδι σου στον κόσμο των ασφοδέλων. Μου φάνηκε ψέμα. Δεν γίνεται να είναι αλήθεια. Σχεδίαζα να συναντηθούμε τον Γενάρη στην Ελασσόνα. Να κουβεντιάσουμε για το μουσείο, που ήταν το μεγάλο σου στοίχημα. Το όραμά σου να γίνει κάτι που θα είναι πέρα από τα γνωστά.Που θα καμαρώνεις και συ και τα υπόλοιπα μέλη του Αγροτικού και Εθνογραφικού Μουσείου Αραδοσιβίων, αλλά και  όλοι οι πολίτες του Δήμου Ελασσόνας.
     Με έπεισες από την πρώτη στιγμή για τη σοβαρότητα του εγχειρήματος. Η φιλία μας χρονολογείται από παλιά. Όμως, η θέρμη των ονείρων σου να γίνει κάτι που θα αποτελέσει καταλύτη για την πολιτιστική εικόνα της περιοχής του Δήμου Ελασσόνας, ήταν αυτή που μας έφερε πολύ κοντά. Μοιραστήκαμε την αγωνία σου αλλά και τις ελπίδες. Σχεδιάσαμε μαζί το πρόγραμμα και βιώσαμε τις δυσκολίες αλλά και την ικανοποίηση που το όραμά μας μπήκε σε καλό δρόμο.
    Ήσουν πράος άνθρωπος, με ξεκάθαρες ιδέες, με πίστη στις επιλογές και στους συνεργάτες σου. Αταλάντευτος στις ποντιακές αξίες, που σε γαλούχησαν. Ήσουν υπερήφανος άνθρωπος και συνεχώς ανήσυχος. Το βλέμμα σου πέταγε φωτιές και γινόσουν σταυραετός του Ολύμπου την ώρα που μιλούσες για το μουσείο των Αραδοσιβίων. Για να το δεις να σταθεί στα πόδια του θυσίαζες και κόπο και άλλα υλικά αγαθά.
     Και να τώρα, Κώστα μου, βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση να σου πω το αντίο. Δυστυχώς, το  Σαββατοκύριακο ο χάρος επισκέφτηκε συγγενείς κι αυτός είναι ο λόγος που δεν είμαι σωματικά μπροστά σου να σου πω το αντίο και την καλή αντάμωση.
    Όμως, φίλτατε Κώστα, ακουμπώ νοερά στο φέρετρό σου ως συνεργάτης σου αλλά και ως εκπρόσωπος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, το οποίο εκπροσωπώ στο πρόγραμμα. Και δεσμεύομαι ότι θα συνεχίσουμε το έργο σου. Μπορείς ν’αποχωρήσεις ήσυχος. Εμείς, η ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, τα μέλη του Αγροτικού και Εθνογραφικού Μουσείου Αραδοσιβίων, οι δημοτικοί άρχοντες και οι συμπολίτες του Δήμου Ελασσόνας  και όλοι οι άλλοι θα πάρουμε την σκυτάλη και θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας , για να γίνει πραγματικότητα το μουσείο.
   Και τότε, στα εγκαίνια του μουσείου θα είσαι μαζί μας στα εγκαίνια του Αγροτικού και Εθνογραφικού Μουσείου Αραδοσιβίων «Κώστας Σαχινίδης». Καλό ταξίδι, φίλτατε Κώστα. Η σκέψη σου θα είναι κοντά μας.
Μέγάλη θλίψη σκόρπισε στην κοινωνία της Ελασσόνας ο θάνατος του Δρ. Κοινωνιολογίας Κώστα Σαχινίδη.
Ο Κωνσταντίνος Γ. Σαχινίδης γεννήθηκε το 1953 στη Γαλανόβρυση του Νομού Λάρισας. Σπούδασε στο ΠΑΝΤΕΙΟ Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, με έδρα την Αθήνα, όπου έκανε τις προπτυχιακές του σπουδές στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης (1976) και αργότερα τη διδακτορική του διατριβή στο Τμήμα Κοινωνιολογίας (1994).Είναι συγγραφέας με πλούσιο και ποικίλο συγγραφικό έργο. Είναι τακτικό μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και του Φιλολογικού Συλλόγου ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ. Έχει αναπτύξει πολλές πνευματικές δραστηριότητες συμμετέχοντας σε πολλά επιστημονικά και άλλα συνέδρια, ημερίδες και συμπόσια, στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, όπου πραγματοποίησε έναν μεγάλο αριθμό διαλέξεων με πρωτότυπες ανακοινώσεις. Επίσης στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται και αρκετές πρωτότυπες μελέτες και επιστημονικά και άλλα άρθρα που έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικούς τόμους, σε πρακτικά συνεδρίων καθώς και σε πολλά έγκυρα Περιοδικά και Εφημερίδες. Ακόμη είναι εκδότης και Διευθυντής του επιστημονικού περιοδικού ΄΄ΧΟΡΟΣΤΑΣΙ΄΄ του Κέντρου Ελληνικού Χορού και Λαϊκού Πολιτισμού που εκδίδεται επί πέντε συνεχή χρόνια, κάθε τρίμηνο. Το περιοδικό έχει 32 σελίδες και περιέχει διάφορα άρθρα διακεκριμένων επιστημόνων και άλλων εξειδικευμένων συγγραφέων, σχετικά με την Παράδοση και τον Πολιτισμό. Διοργάνωσε οκτώ επιστημονικές ημερίδες με διάφορα θέματα για τον Πολιτισμό ενώ το 2005 προσκλήθηκε και συμμετείχε στο Φεστιβάλ Συγγραφέων του Κόσμου που έγινε στην περιφέρεια Hangzhou της Κίνας. Παράλληλα έχει αναπτύξει ποικίλη πολιτιστική δράση, με μακροχρόνιες χορευτικές δραστηριότητες σε διεθνές επίπεδο.-Υπήρξε Καλλιτεχνικός Διευθυντής και διδάσκων της Χορευτικής Ομάδας του Πανεπιστημίου Πειραιώς.-Είναι Καλλιτεχνικός Διευθυντής και Πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικού Χορού και Λαϊκού Πολιτισμού, με έδρα την Καλλιθέα Αττικής.-Είναι ιδρυτής και Πρόεδρος του Αγροτικού Εθνογραφικού Μουσείου Αραδοσιβίων, με έδρα την Γαλανόβρυση του Νομού Λάρισας.-Υπήρξε βασικός διοργανωτής πλήθους φεστιβαλικών εκδηλώσεων που έγιναν στα μεγαλύτερα θέατρα και στάδια της Αθήνας και αλλού.
Μάλιστα ορισμένες από τις εκδηλώσεις αυτές έγιναν κορυφαίοι θεσμοί, σε πανελλήνιο επίπεδο, όπως ήταν το ΄΄Πανόραμα παραδοσιακών Χορών΄΄, με συμμετοχή 80 και πλέον χορευτικών συγκροτημάτων. – Υπήρξε Συντονιστής Προγραμμάτων στην Λαϊκή Επιμόρφωση Νομαρχίας Πειραιά (1996-1999 ).Επίσης είναι ο βασικός διοργανωτής και Διευθυντής του Διεθνούς Μουσικοχορευτικού Φεστιβάλ ΄΄ΑΡΑΔΟΣΙΒΙΑ΄΄ που γίνεται επί 13 συνεχή χρόνια σε εννέα Δήμους της Κεντρικής και της Νότιας Ελλάδας και απλώνεται στις περιοχές Θεσσαλίας, Μακεδονίας και Αττικής. Για πολλά χρόνια (27) δίδαξε αφιλοκερδώς θεωρητικά και κινησιολογικά μαθήματα χορού, κυρίως στο Πανεπιστήμιο Πειραιά (1989-2005), στον Σύλλογο Νέων Επαρχίας Ελασσόνας (1981-1986), στο Κέντρο Ελληνικού Χορού και Λαϊκού Πολιτισμού (1990-2007), στη Νομαρχία Πειραιά, στη ΝΕΛΕ Αθηνών κ.λπ. Με τις χορευτικές του ομάδες έδωσε πολλές παραστάσεις σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και σε άλλες χωρες όπως : ΚΙΝΑ, ΗΠΑ, ΚΟΥΒΑ, ΙΤΑΛΙΑ, ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ, ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ, ΟΥΓΓΑΡΙΑ κ.α. Επίσης έκανε πολλές τηλεοπτικές εμφανίσεις σε πολλά κανάλια ενώ έδωσε δεκάδες συνεντεύξεις σε εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς.
Για το έργο και την προσφορά του βραβεύθηκε από το Ε.Μ. Πολυτεχνείο, την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, τη Νομαρχία Αττικής, τη Νομαρχία Πειραιώς, την Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών κ. ά. ενώ τιμήθηκε με μετάλλια και ειδικές τιμητικές πλακέτες από δεκάδες Πολιτιστικούς Φορείς και Δήμους της Ελλάδας και του Εξωτερικού. Έργα του : • ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΧΟΡΟΥ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ, έκδοση του Κέντρου Ελληνικού Χορού και Λαϊκού Πολιτισμού (Κ.Ε.Χ.Ο.Λ.Π.), Αθήνα 1995, σελ.254. • ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ-ΑΙΤΩΛΙΚΟ, ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΧΟΡΕΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, έκδοση του οίκου ΄΄Πολυμέσα Εκπαιδευτική-Μηχανική΄΄, Αθήνα 2001, σελ.300. Το βιβλίο συνοδεύεται από δύο CD, τα οποία περιέχουν παραδοσιακά τραγούδια της περιοχής Μεσολογγίου και του Αιτωλικού που ερμηνεύουν τρεις τοπικές παραδοσιακές ορχήστρες. • ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΧΟΡΟΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, συλλογικός τόμος. Εκδόθηκε με δική του επιμέλεια από τις εκδόσεις «Παπαζήση», Αθήνα 1999, σελ.154. • ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, ένθετο βιβλίο στο ομότιτλο CD που περιέχει παραδοσιακά τραγούδια της Ηπείρου με παραδοσιακή ορχήστρα, έκδότης: Κρόνος, Αθήνα 2000, σελ.32.
Η νεκρώσιμη ακολουθία θα τελεστεί την Κυριακή 22 Δεκεμβρίου στις 12:00 το μεσημέρι, στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στη Γαλανόβρυση Ελασσόνας.

Μίνα Πετροπούλου, Η δικαίωση της εντιμότητας, Εφημερίδα των Συντακτών, 21-22 Δεκεμβρίου 2019








Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2019

Η Μετακινούμενη Κτηνοτροφία στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας (Σύμβαση UNESCO, 2003) | 2019


Την εγγραφή της Mετακινούμενης Κτηνοτροφίας στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας ενέκρινε η Διακυβερνητική Επιτροπή της Σύμβασης για τη Διαφύλαξη της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς (UNESCO, 2003) κατά τη 14η ετήσια συνεδρίασή της (9-14 Δεκεμβρίου 2019, Μπογκοτά –  Κολομβία).
Η Σύμβαση για τη Διαφύλαξη της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς αποτελεί διεθνή συνθήκη που υιοθετήθηκε από την UNESCO το 2003 και κυρώθηκε από την Ελλάδα το 2006. Προέκυψε ως ώριμος καρπός του διεθνούς προβληματισμού σχετικά με την έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς, με ιδιαίτερη έμφαση στις πολιτισμικές πρακτικές που συγκροτούν τη ζωντανή παράδοση και οι οποίες δεν αφήνουν πάντοτε απτό, υλικό ίχνος (π.χ. μουσική, χορός, γνώσεις και πρακτικές κ.ά.).
Η Σύμβαση, αναγνωρίζοντας ότι η άυλη πολιτιστική κληρονομιά συχνά υπερβαίνει τα σύνορα μιας δεδομένης χώρας, δίνει τη δυνατότητα στα κράτη-μέρη της να υποβάλουν, εκτός από εθνικούς, και διεθνικούς φακέλους προκειμένου να εγγράψουν στους Διεθνείς Καταλόγους στοιχεία της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς που ασκείται ή επιτελείται στο έδαφός τους.
Ο φάκελος “Μετακινούμενη Κτηνοτροφία- Η εποχιακή μετακίνηση των κοπαδιών πάνω στις παραδοσιακές διαδρομές τους, στη Μεσόγειο και στις Άλπεις” προετοιμάστηκε και κατατέθηκε από κοινού με την Αυστρία και την Ιταλία.

Μετακινούμενη Κτηνοτροφία- Η εποχιακή μετακίνηση των κοπαδιών πάνω στις παραδοσιακές διαδρομές τους, στη Μεσόγειο και στις Άλπεις |Αυστρία, Ελλάδα, Ιταλία
Ο όρος «μετακινούμενη κτηνοτροφία» δηλώνει την ετήσια μετακίνηση κοπαδιών μεταξύ θερινών και χειμερινών βοσκοτόπων, ανεξάρτητα από το μέσο και την απόσταση που διανύουν. Η πρακτική της μετακίνησης βρίσκεται στον πυρήνα της πολιτισμικής και κοινωνικής συγκρότησης των ορεινών κτηνοτροφικών κοινοτήτων, ενώ έχει συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση του τοπίου των περιοχών που αναπτύχθηκε ιστορικά. Οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι είναι φορείς γνώσεων και πρακτικών, που σχετίζονται αφενός με τη βέλτιστη αξιοποίηση των διαθέσιμων φυσικών πόρων (λιβάδια, υδάτινες πηγές κ.ά.) και των κλιματικών δεδομένων, και αφετέρου με την παραγωγή ποιοτικών αγροδιατροφικών προϊόντων. Η εγγραφή της Μετακινούμενης Κτηνοτροφίας καλύπτει ένα συνολικό πολιτισμικό φαινόμενο που, παρά τις επιμέρους ειδικές εκφράσεις του στις κοινότητες των τριών χωρών που υπέβαλαν τον φάκελο, αναδεικνύει την αξία της εμπειρικής γνώσης για τον τόπο και το περιβάλλον, αλλά και για τη βιώσιμη αξιοποίηση των φυσικών πόρων.
Εγγράφηκε στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 2017.
Η Ελλάδα στη Σύμβαση για τη Διαφύλαξη της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς (UNESCO, 2003)
Μιλώντας με αριθμούς, η Μετακινούμενη Κτηνοτροφία και η Βυζαντινή Μουσική ή Ψαλτική Τέχνη είναι τα δύο τελευταία, από τα συνολικά οκτώ στοιχεία άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς που έχει εγγράψει η Ελλάδα στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας (UNESCO, 2003).
Τα 8 εγγεγραμμένα στοιχεία ΑΠΚ της Ελλάδας στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας (UNESCO, 2003) είναι τα εξής:
1. Μεσογειακή Διατροφή, 2013, από κοινού με Ιταλία, Ισπανία, Μαρόκο, Πορτογαλία, Κύπρος, Κροατία
2. Η Τεχνογνωσία της Παραδοσιακής Μαστιχοκαλλιέργειας στη Χίο, 2014
3. Η Τηνιακή Μαρμαροτεχνία, 2015
4. Το εθιμικό δρώμενο των Μωμόερων σε οκτώ χωριά της Κοζάνης, 2016
5. Το Ρεμπέτικο, 2017
6. Η Τέχνη της Ξερολιθιάς, 2018, από κοινού με Γαλλία, Ελβετία, Ισπανία, Ιταλία, Κροατία, Κύπρος, Σλοβενία
7. Η Μετακινούμενη Κτηνοτροφία, 2019, από κοινού με Αυστρία, Ιταλία
8. Βυζαντινή Μουσική ή Ψαλτική Τέχνη, 2019, από κοινού με την Κύπρο
Χρήσιμοι σύνδεσμοι:
– Iστοσελίδα της UNESCO για την ΑΠΚ (UNESCO-Intangible Cultural Heritage): https://ich.unesco.org/en

Ο Κώστας Λιάπης στον Κώστα των ασφοδέλων

φυγε από τη ζωή σε ηλικία 84 χρονών, ο λαογράφος, συγγραφές και γενικότερα άνθρωπος των γραμμάτων Κώστας Λιάπης, που άφησε σπουδαία παρακαταθήκη στη Μαγνησία και Πανελλαδικά.
Ο Κώστας Λιάπης γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου του 1935 στον «μεγάλο» Αϊ – Γιώργη του Πηλίου. Ασχολήθηκε με τα Γράμματα (στην πλατιά έννοια του όρου) από το 1955. Είχε συνεργαστεί με τις εφημερίδες «Η Θεσσαλία», «Ταχυδρόμος» καθώς και εφημερίδες και κυρίως περιοδικά πολιτιστικής καλλιέργειας απ’ όλη σχεδόν τη χώρα με χιλιάδες μικρά και μεγάλα κείμενα, που εκτείνονται από το χώρο του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ ως τις περιοχές της λαογραφίας, της ιστορίας, της γλωσσολογίας, της λογοτεχνίας και της κριτική βιβλίου.
Συνεργάστηκε για μεγάλο διάστημα με τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Βόλου, με τους βολιώτικους ραδιοσταθμούς «Βόλος 9,86 FM Stereo, και την «Ορθόδοξη Μαρτυρία» όπου κι έχει πραγματοποιήσει πάνω από 500 παιδαγωγικές, ιστορικές και λαογραφικές εκπομπές.
Ο Κώστας Λιάπης έγραψε 22 βιβλία (ανάμεσα στα οποία το βραβευμένο το 1981 με Α΄ Πανελλήνιο βραβείο «Ώρες του Πηλίου») και 37 ανάτυπα, με θεματολογία την Ιστορία, Λαογραφία, Λογοτεχνία και Γλωσσολογία κι επίκεντρο κυρίως το αγαπημένο του Πήλιο. Από το 1996 συντονίζει την έκδοση και επιμέλεια των δυο τοπικών περιοδικών «Βίγλα» και «Πλώρη», που συγχωνεύτηκαν από το 2009 στο «Βίγλα – Πλώρη», ενώ από το 2003 ως το 2010 είχε αναλάβει τον συντονισμό έκδοσης και την επιμέλεια του περιοδικού «Μαγνησία» της Εταιρείας Κοινωνικής Παρέμβασης και Πολιτισμού (ΕΚΠΟΛ) της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας.
Είχε πρωτοστατήσει στην ίδρυση και λειτουργία των δυο τοπικών Μουσείων («Μουσείο Γλύπτη Νικόλα» και «Εκκλησιαστικό Μουσείο του ναού του Αγίου Γεωργίου») αλλά και του «Βαφειάδειου Πολιτιστικού Κέντρου» και του αναξιοποίητου ακόμη ως «Μουσείου Τοπικής Ιστορίας και Τέχνης».
Είχε τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών, από την Ιερά Mητρόπολη Δημητριάδος και ποικιλότροπα έχει επίσης τιμηθεί για το έργο του από όλους σχεδόν τους πολιτιστικούς φορείς της πόλης μας.

Χριστουγεννιάτικη ΣΧΕΔΙΑ


Μεσοπολεμικό πάρτυ στο βιβλιοπωλείο Επέκεντρον, Άγιοι Ανάργυροι, 7μμ