Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/ΑΥΓΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/ΑΥΓΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαΐου 2020

ΤΗΣ ΕΛΕΝΑΣ ΧΟΥΖΟΥΡΗ ΡΑΫΜΟΝΔΟΣ ΑΛΒΑΝΟΣ, Σλαβόφωνοι και πρόσφυγες - Κράτος και πολιτικές ταυτότητες στη Μακεδονία του μεσοπολέμου, εκδόσεις Επίκεντρο, σελ. 272, εφ. Αυγή, 19 Μαϊου 2020




Κάτοικοι περιοχής της Καστοριάς είχαν ρωτήσει τον Ραϋμόνδο Αλβανό, καθώς εκείνος συγκέντρωνε στοιχεία και μαρτυρίες για την μελέτη του σχετικά με τους σλαβόφωνους και τους πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία: «Εσύ είσαι ιστορικός. Πες μας. Τελικά εμείς τι είμαστε; Είμαστε Έλληνες;». Μια φαινομενικά παρόμοια κατ’ αναλογία ερώτηση από Έλληνα αρβανίτη αυτή τη φορά καταγράφει ο Αντώνης Λιάκος στο πρόσφατο μνημειώδες έργο του «Ο ελληνικός 20ός αιώνας» (Πόλις). Όταν ο αρβανίτης αυτός άκουσε τους τότε αφιχθέντες Αλβανούς οικονομικούς μετανάστες, να μιλούν τη γλώσσα τους και αναγνώρισε κοινά στοιχεία με την παραδομένη αρβανίτικη δική του, διατύπωσε το αγωνιώδες ερώτημα, τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την αδιαφιλονίκητη ελληνική του ταυτότητα. Παραθέτω τις δύο αυτές περιπτώσεις για να επισημάνω -όπως και ο Ραϋμόνδος Αλβανός- ότι, ενώ κανείς δεν ασχολήθηκε ποτέ αρνητικά με την γλώσσα των αρβανιτών, των βλάχων ή των τουρκόφωνων Ποντίων, και ως εκ τούτου δεν αμφισβήτησε την ελληνική τους ταυτότητα, το αντίθετο συνέβη με τους σλαβόφωνους της ελληνικής Μακεδονίας.
Ο ιστορικός Ραϋμόνδος Αλβανός επιχειρεί να προσεγγίσει την πολύπαθη, πολύπλευρη και τραυματική αυτή πλευρά της ελληνικής ιστορίας, ακολουθώντας μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα οδό, προτείνοντας διαφορετικές αναγνώσεις, μακριά από οποιεσδήποτε ακραίες απόψεις σχετικά με το ζήτημα των σλαβόφωνων της ελληνικής Μακεδονίας. Δεν είναι ο πρώτος βέβαια που προσπαθεί να φωτίσει αυτήν την έως πριν την δεκαετία του 1980 αποσιωπημένη πλευρά της ελληνικής ιστορίας. Ο Ραϋμόνδος Αλβανός, ωστόσο, επέλεξε να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο με κυρίαρχη την προσπάθεια να κατανοήσει πώς σκέφτονταν και ένιωθαν οι σλαβόφωνοι και οι πρόσφυγες στην περιοχή της Καστοριάς και της Φλώρινας, την περίοδο του μεσοπολέμου. Μαρτυρίες λοιπόν κατοίκων της περιοχής, τοπικός τύπος, υπηρεσιακά έγγραφα, αρχεία, το υλικό του. Βασικός άξονας της μελέτης του το ερώτημα, ποιος είναι ο ρόλος του κράτους στην προσπάθεια ένταξης των σλαβόφωνων και των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία κατά τον Μεσοπόλεμο και πώς το κοινοβουλευτικό σύστημα επηρέασε τη συγκρότηση εθνικών και πολιτικών ταυτοτήτων στη μεσοπολεμική Μακεδονία;
Ο συγγραφέας επιλέγει τον μεσοπόλεμο διότι τότε το ελληνικό κράτος εφαρμόζει μια εντυπωσιακή παρεμβατική πολιτική με μια βεντάλια μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς με επίκεντρο τη διανομή γαιών σε σλαβόφωνους και πρόσφυγες. Έτσι οι σλαβόφωνοι από κολίγοι σε οθωμανικά τσιφλίκια πριν από το 1912 και πριν την αποχώρηση των μουσουλμάνων το 1923, μετατρέπονται σε μικροϊδιοκτήτες γης, γεγονός καθοριστικό για την πολιτική τους συμπεριφορά και την δημιουργία πολιτικής εθνικής ταυτότητας. Ωστόσο η διανομή των γαιών σε σλαβόφωνους και πρόσφυγες σηματοδοτεί και την απαρχή των ρήξεων ανάμεσα τους διότι αμφότεροι και προπαντός οι δεύτεροι εμφανίζονται παραπονούμενοι έναντι του ελληνικού κράτους, διεκδικώντας, αφενός περισσότερη γη σε σχέση με τους ντόπιους , ως γνήσιοι Έλληνες, αφετέρου αποζημιώσεις για τις απώλειες των περιουσιών που άφησαν στις χαμένες πατρίδες τους. Ως εκ τούτου διαφοροποιούνται και οι πολιτικές συμπεριφορές των δύο ομάδων. Ο συγγραφέας βασιζόμενος στα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων 1926, 1928, 1929,1932, 1933, καταδεικνύει ότι οι μεν σλαβόφωνοι υποστηρίζουν κυρίως τους βενιζελικούς, οι δε πρόσφυγες τους λαϊκούς.
Ιδιαίτερη βαρύτητα για την διαμόρφωση της πολιτικής εθνικής ταυτότητας των σλαβόφωνων δίνει ο συγγραφέας στα αποκαλούμενα από τον ίδιο πολιτικά δίκτυα παρουσιάζοντας μιαν άλλη πλευρά των γνωστών μας πελατειακών σχέσεων. Υποστηρίζει ότι οι τοπικοί κομματάρχες μεσολαβούσαν πολλές φορές ανάμεσα στους σλαβόφωνους και στα κεντρικά κυβερνητικά κλιμάκια προς όφελος των ντόπιων,, δημιουργώντας έτσι σ’ αυτούς σχέσεις εμπιστοσύνης προς το ελληνικό κράτος. Η μεσολάβηση μάλιστα των τοπικών πολιτευτών άμβλυνε και περιόριζε ακραίες εχθρικές συμπεριφορές χαμηλόβαθμων διοικητικών υπαλλήλων ή χωροφυλάκων απέναντι στους σλαβόφωνους. Οι υπάλληλοι αυτοί ήταν νοτιοελλαδίτες τοποθετημένοι στην Μακεδονία και οι συμπεριφορές τους υπέκρυπταν πολλές φορές ιδιοτελή κίνητρα ενδεδυμένα την... λεοντή του εθνικισμού. Ο Ραυμόνδος Αλβανός ανασκευάζοντας τις, έως σήμερα απόψεις, περί της απαγορευμένης γλώσσας των σλαβόφωνων, καταδεικνύει ότι κατά τον μεσοπόλεμο και έως την δικτατορία του Μεταξά, η σλαβομακεδονική ή μακεδονική γλώσσα κάθε άλλο παρά ήταν απαγορευμένη. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις και οι πρόσφυγες αναγκάζονταν να συνεννοούνται με τους ντόπιους στη σλαβομακεδονική γλώσσα. Ο συγγραφέας αναφέρει ως παράδειγμα την δημιουργία εκ μέρους του ελληνικού κράτους του Abecadar, του λεξικού της σλαβομακεδονικής γλώσσας με σκοπό την διδασκαλία των σλαβόφωνων μαθητών και τελικά την απόσυρση του μετά από τις σφοδρές αντιδράσεις της Βουλγαρίας αλλά και της Σερβίας και λιγότερο ελληνικών εθνικιστικών κύκλων.
Γενικότερα, ο συγγραφέας στέκεται ιδιαίτερα στην στάση της Βουλγαρίας και πριν το 1912 και τις επόμενες δεκαετίες. Το σκηνικό όμως της ήπιας κρατικής πολιτικής έναντι των σλαβοφώνων και την δημιουργία σταδιακά εκ μέρους τους πολιτικών εθνικών ταυτοτήτων -επισημαίνεται ότι ο συγγραφέας δεν δέχεται μόνον τον αυτοπροσδιορισμό ως στοιχείο δημιουργίας ταυτότητας- μεταλλάσσεται άρδην με την δικτατορία του Μεταξά. Από δω και πέρα ξεκινά ένα ανηλεές κυνήγι μαγισσών με κυρίαρχη την πλήρη απαγόρευση της σλαβομακεδονικής γλώσσας, καθώς και μια σειρά παρόμοιων ακραίων εθνικιστικών και ρατσιστικών πολιτικών που θα οδηγήσουν τον σλαβόφωνο μακεδονικό πληθυσμό στον αποκλεισμό, την περιθωριοποίηση και θα του προκαλέσουν μια βαθιά τραυματική εχθρότητα απέναντι στην Ελλάδα και τους μηχανισμούς της.

* Η Έλενα Χουζούρη είναι συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Του Νίκου Ξυδάκη*, λίμονο στην κοινωνία που δεν μπορεί να θρέψει τους καλλιτέχνες της. Αυτό το έργο είναι έργο κοινό, όλων μας. Να ζητάμε από την κυβέρνηση, ναι, ασφαλώς, να μεριμνήσει και να θεσμίσει, να βοηθήσει από το κοινό δημόσιο ταμείο.

Του Νίκου Ξυδάκη -   Αλίμονο στην κοινωνία που δεν μπορεί να θρέψει τους καλλιτέχνες της. Αυτό το έργο είναι έργο κοινό, όλων μας. Να ζητάμε από την κυβέρνηση, ναι, ασφαλώς, να μεριμνήσει και να θεσμίσει, να βοηθήσει από το κοινό δημόσιο ταμείο.


«Ό,τι το άνθος προς το φυτόν, ό,τι το άρωμα προς το άνθος, τούτο δη και προς την πολιτείαν ο ποιητής». Δανείζομαι τα λόγια του Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, από το λίκνο της εθνογένεσης, από το θεμέλιο «Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ;» του 1859 για να συναντήσω την αγωνία των Ελλήνων καλλιτεχνών του 2020.
Από το Πρότυπον Βασίλειον έως την Γ' Ελληνική Δημοκρατία, και από τους βαθείς αιώνες έως το μέλλον, ο ποιητής, ο ραψωδός, ο τραγουδιστής, ο τραγωδός, ο υποκριτής και ο ζωγράφος ορίζουν την ψυχή και την ουσία του λαού. Με μοιρολόγια, αμανέδες και ταξίμια, όπως και να τα έλεγαν, διαπλεύσαμε τους αιώνες και διαπλέουμε ακόμη, ανάμεσα σε πολέμους, πολιορκίες, κατοχές, προσφυγιές, αδιάκοπες μεταναστεύσεις. Και λοιμούς: όλος ο 19ος αιώνας δοκιμάζεται από τη χολέρα και ο πρώιμος 20ός από την ισπανική γρίπη και τον δάγγειο πυρετό.
Κι όλα τα βάσανα έχουν γίνει τραγούδια, ποιήματα, διηγήματα, ζωγραφιές, συλλογικό αίμα, κοινός τόπος. Απ’ τον πολυώνυμο ποιητή των δημοτικών έως τον Παπαδιαμάντη, τον Θεόφιλο και τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Καρυωτάκη και τον Σεφέρη. Μ' αυτούς πορευόμαστε πάντα. Αυτοί οι πλαστουργοί της συλλογικής μας φωνής δυστυχούν σήμερα περισσότερο απ’ όλους.
Ο λοιμός, και ο φόβος του μετακυλούν στους ώμους των καλλιτεχνών την αδιαφορία και τον εγωισμό, τη μάταιη δόξα ότι ο καθείς μόνος θα σωθεί. Να σωθούμε κι ύστερα βρίσκουμε τα τραγούδια και τα θέατρα. Πρώτα ο άρτος κι ύστερα τα θεάματα.
Μα το ξέρουμε ήδη: «Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος». Δεν είναι θέμα σπάνης ή πλησμονής, είναι θέμα θρεπτικού ονείρου. Μόνο που στην παρούσα περίσταση πρέπει να υπάρξει και ο άρτος και να φτάσει και στους καλλιτέχνες - όχι σαν ελεημοσύνη, αλλά σαν άξιος μισθός.
Αλίμονο στην κοινωνία που δεν μπορεί να θρέψει τους καλλιτέχνες της. Αυτό το έργο είναι έργο κοινό, όλων μας. Να ζητάμε από την κυβέρνηση, ναι, ασφαλώς, να μεριμνήσει και να θεσμίσει, να βοηθήσει από το κοινό δημόσιο ταμείο. Αλλά για να ενεργήσει η κάθε κυβέρνηση, πρέπει να ακούσει τη φωνή του λαού, να νιώσει την παλίρροια των αισθημάτων προς τους καλλιτέχνες, τη βουή της αγάπης γι’ αυτούς. Οι κυβερνήσεις δεν αισθάνονται, οι άνθρωποι αισθάνονται: τις ανάγκες τους, τη μοίρα τους, τις ιστορικές τους διαδρομές.
Η φωνή μας λοιπόν. Αυτή θα αφυπνίσει και θα σύρει τις κωφές και άνιωθες κυβερνήσεις. Γιατί δεν καλούμαστε να σώσουμε τους καλλιτέχνες. Καλούμαστε να σώσουμε εμάς τους ίδιους, να διαπλεύσουμε τον καιρό της πανδημίας ολόκληροι, ακέραιοι, χωρίς ν’ αφήνουμε πίσω κομμένα μέλη, σβηστές φωνές, μετέωρες χειρονομίες, αγγίγματα, μελίσματα. Αλίμονο στην κοινωνία που δεν ακούει την ψυχή της!

* Ο Νίκος Ξυδάκης είναι δημοσιογράφος, πρώην υπουργός Πολιτισμού

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Του Άγγελου Μανταδάκη, Οι φωτιές του Άη-Γιάννη και οι επιδημίες..., εφ. ΑΥΓΗ, 3 Απριλίου 2020

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

Γιάννης Κιουρτσάκης: Ο Καραγκιόζης είναι μια γνήσια πολιτισμική δημοκρατία απο τα κάτω,Συνέντευξη Κρημνιώτη Πόλυ, εφ. Αυγή, 26 ΙΑΝ.2020



Ερευνώντας επί δεκαετίες τον λαϊκό πολιτισμό στις διάφορες εκφάνσεις του ο Γιάννης Κιουρτσάκης αναζητά τα ίχνη και το στίγμα της πολιτισμικής διαδρομής σφυρηλατώντας το πορτραίτο της σύγχρονης Ελλάδας και του Νεοέλληνα.
«Η μεγάλη παρεξήγηση στη μετεπαναστατική Ελλάδα», λέει, «είναι ότι ο λαϊκός πολιτισμός δεν αντιμετωπίστηκε καθεαυτόν, αλλά ως αποδεικτικό στοιχείο της καταγωγής μας από τους αρχαίους, όπως είδαμε στην περίπτωση Φαλμεράιερ. Αυτό θόλωσε τα νερά, με αποτέλεσμα να περιφρονηθεί ο λαϊκός πολιτισμός από όλη τη λογιοσύνη».
Ο ίδιος μέσα από το καινούριο βιβλίο του «Ένα αστόπαιδο στο σχολείο του Καραγκιόζη» (Εκδόσεις Πατάκη), ανακαλώντας μια πνευματική πορεία μισού αιώνα, ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για τον λαϊκό πολιτισμό, που θα ολοκληρωθεί σε επόμενες εκδόσεις. Ταυτόχρονα διατρέχει όλη τη διαδρομή της μελέτης του για τον Καραγκιόζη, εξηγώντας πώς ένα αστόπαιδο, βγαίνοντας από το πανεπιστήμιο, στάθηκε για εκείνο η Ευρώπη, ένιωσε την ανάγκη να σπουδάσει στο ταπεινό σχολείο του Καραγκιόζη για να εμπλακεί στην έρευνα και τη μελέτη του λαϊκού μας πολιτισμού. Την ίδια ώρα που εξηγεί πώς αγνοήθηκε ο λαϊκός πολιτισμός, υπογραμμίζει με νόημα ότι «ο Καραγκιόζης είναι μια γνήσια πολιτισμική δημοκρατία από τα κάτω». Και μας εντάσσει στη γοητεία αυτού του γκροτέσκου λαϊκού ήρωα αλλά και στην ανάγκη για μια «ολιστική ανθρωπολογική προσέγγιση» του λαϊκού πολιτισμού.
Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη

* Πώς ένα αστόπαιδο ενεπλάκη με τον Καραγκιόζη και εν γένει με τον λαϊκό πολιτισμό;
Όλα ξεκινούν από τη Χούντα, που ήταν για μένα ένας υπαρξιακός σεισμός. Φεύγω ξανά στο Παρίσι, όπου είχα σπουδάσει, ενώ ετοιμαζόμουν να εισαχθώ στο ΣτΕ για το οποίο ήμουν πανέτοιμος και ξαφνικά όλα έχουν καταρρεύσει. Πρώτα απ' όλα η επίσημη Ελλάδα, η οποία οδήγησε στη Χούντα. Μετά από δύο χρόνια άσκοπης περιπλάνησης εγκαταλείπω το νομικό ντοκτορά και γυρίζω στην Ελλάδα το 1969 με το αγωνιώδες υπαρξιακό ερώτημα «γιατί πέσαμε τόσο χαμηλά;» που σημαίνει ποιοι είμαστε εμείς οι Νεοέλληνες. Τότε ακριβώς ανακαλύπτω την άλλη, την ανεπίσημη Ελλάδα και τον λαϊκό της πολιτισμό και λίγο - λίγο φτάνω στον Καραγκιόζη, που είναι η πλησιέστερη σε μας εκδοχή του λαϊκού πολιτισμού, μαζί με το ρεμπέτικο, δημιουργήματα που ήταν ακόμα ζωντανά στα αστικά κέντρα και είχαν αγνοηθεί παντελώς από την ακαδημαϊκή λαογραφία.

* Πώς ορίζουμε τον λαϊκό πολιτισμό;
Ας κοιτάξουμε το ζήτημα διαχρονικά και οικουμενικά. Δεν θα υπήρχε Όμηρος, αρχαίο δράμα, Δάντης, Θερβάντες, Σαίξπηρ, Μολιέρος, Ραμπελαί χωρίς λαϊκό πολιτισμό. Για τον ελληνικό κόσμο, αρχαίο και νέο, το μόνο νήμα συνέχειας, ένα νήμα πολύ λεπτό αλλά και πολύ στέρεο, είναι η γλώσσα μας. Αν δείτε ένα αρχαίο ελληνικό λεξικό, τα 99% από τα λήμματά του είναι ζωντανά στη σημερινή μας μιλιά. Από το ήθος αυτής της γλώσσας και όχι απλώς από τους τύπους της ή από τα επιβιώματα αρχαίων εθίμων θα μπορούσε να ξεκινήσει μια φιλόδοξη ανθρωπολογική προσέγγιση του ελληνισμού στη μεγάλη διάρκειά του. Η μεγάλη παρεξήγηση στη μετεπαναστατική Ελλάδα είναι ότι ο λαϊκός πολιτισμός δεν αντιμετωπίστηκε καθεαυτόν αλλά ως αποδεικτικό στοιχείο της καταγωγής μας από τους αρχαίους, όπως είδαμε στην περίπτωση Φαλμεράιερ. Αυτό θόλωσε τα νερά, με αποτέλεσμα να περιφρονηθεί ο λαϊκός πολιτισμός από όλη τη λογιοσύνη. Αυτό δεν το κατάλαβε ούτε ο Κοραής ούτε ο Παπαρηγόπουλος, ακόμα και ο Νικόλαος Πολίτης τον αντιμετώπισε στατικά, στην αγροτική του εκδοχή. Ο μόνος που τον ένιωσε σε βάθος, ξεκινώντας από τη γλώσσα, ήταν ο Σολωμός. Ο Λάκης Προγκίδης έχει γράψει ότι η Ελλάδα δεν έχει απλώς έναν σημαντικό λαϊκό πολιτισμό, αλλά ότι ο ίδιος ο νεοελληνικός πολιτισμός είναι στον πυρήνα του λαϊκός.

* Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτή την άποψη;
Για μένα, η απάντηση εντοπίζεται καταρχάς στο ότι πρώτα - πρώτα ο αστικός μας πολιτισμός υπήρξε εξαρχής επίσακτος και άρα ρηχός. Έπειτα γιατί ο λαϊκός προφορικός πολιτισμός έχει ένα απίστευτο ιστορικό και υπαρξιακό βάθος κι έτσι έθρεψε στη νεότερη Ελλάδα ένα πλήθος σπουδαία δημιουργήματα, από τον Σολωμό έως τον Παπαδιαμάντη και από τον Σικελιανό έως τον Σεφέρη, τον Ελύτη και τον Ρίτσο.

* Στον σημερινό ψηφιακό κόσμο μας τι θέση έχει ο λαϊκός πολιτισμός;
Ο λαϊκός πολιτισμός, που ήταν στην αφετηρία του προφορικός, όπως το δημοτικό τραγούδι ή ο Καραγκιόζης, έχει παρακμάσει. Μια σημερινή παράσταση Καραγκιόζη δεν μπορεί πια να είναι η λαϊκή τελετουργία που ήταν στο παρελθόν. Όμως μένει η μαγιά μιας λαϊκής κουλτούρας, η οποία είναι διακριτή στην καθημερινή ζωή και στη λαλιά μας, στο ξεχωριστό της ήθος, που μας διακρίνει από τους Δυτικοευρωπαίους και δικαιώνει την ξεχωριστή μας ύπαρξη στον σημερινό κόσμο. Μιλάω για την εμπειρία της οικειότητας, της φιλοξενίας, της παρέας, του ενικού αριθμού με τον οποίο συχνά απευθυνόμαστε στον άλλο. Παμπάλαιες λέξεις, όπως απαντώ, που σημαίνει και αποκρίνομαι και συναντώ, όπως παρουσία, ανάσταση, οικονομία, που σημαίνει νόμος του οίκου, δημοκρατία, που σημαίνει κράτος του δήμου, λειτουργία, που σημαίνει έργο λαού, πρόσωπο και άλλες πάμπολλες, διέσχισαν τη ζωή δύο πολιτισμών, αρχαιοελληνικού και χριστιανικού και γεφύρωσαν την αντιπαλότητά τους όσο φορτίζονταν με νέες σημασίες. Αυτά τα αναγνωρίζουν σε μας οι ξένοι, πολλές φορές καλύτερα από μας τους ίδιους. Δεν θα πετύχουμε ποτέ μια ολιστική ανθρωπολογική προσέγγιση του νεοελληνικού πολιτισμού όσο οι έρευνές μας μένουν στενά ιστορικές, κοινωνιολογικές, πολιτικές, δημογραφικές, λαογραφικές κ.λπ. Αυτό μας λείπει σήμερα για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε και τον ψηφιακό μας κόσμο και να λειτουργήσουμε εντός του.

* Απ' όσα λέτε γίνεται προφανές γιατί ασχοληθήκατε με τον Καραγκιόζη. Τι είναι αυτό που σας γοητεύει σ' αυτόν τον γκροτέσκο λαϊκό ήρωα;
Το ότι με βοήθησε να λύσω πάρα πολλά υπαρξιακά ερωτήματα που με βασάνιζαν. Πρώτα - πρώτα αυτό το θέατρο δεν έχει αρχαίες περγαμηνές. Έγινε ελληνόφωνο μόνο μετά την ανεξαρτησία, ερχόμενο από την Τουρκία, την Κωνσταντινούπολη.

* Πώς έγινε τόσο Έλληνας ο Καραγκιόζης;
Το κλειδί βρίσκεται στην προφορική δημιουργία. Ο Καραγκιόζης δεν ήρθε στην Ελλάδα ως ετοιμοπαράδοτο προϊόν, όπως έρχεται ας πούμε ένα CD. Ήρθε σαν μια ανοιχτή πρόταση δημιουργίας, χρειάστηκε πρώτα απ' όλα να μιλήσει ελληνικά, να προσαρμοστεί στις ανάγκες και τα γούστα ενός καινούργιου κοινού, να εμφανίσει στον μπερντέ πρόσωπα που θα άγγιζαν αυτόν το κοινό. Και όλα αυτά προφορικά. Χρειάστηκε δηλαδή να επαναφορτίζεται συνεχώς και άρα να αναδημιουργείται από τη μια παράσταση στην άλλη και από τον έναν καραγκιοζοπαίχτη στον άλλο. Κι αυτό γινόταν μόνο με την άμεση συμμετοχή του ακροατηρίου, που βρισκόταν σε διαρκή συνομιλία με τον Καραγκιοζοπαίχτη, με τον οποίο συμμεριζόταν την ίδια ταξική καταγωγή και τις ίδιες αξίες. Αυτό ακριβώς τον κατέστησε μια γνήσια ομαδική δημιουργία. Έτσι όπως ο Καραγκιοζοπαίχτης μιλάει πίσω από τον καραγκιόζη, πίσω από τον καραγκιοζοπαίχτη μιλάει η φωνή ενός συλλογικού σώματος. Νά τι καθιστά τον Καραγκιόζη μια γνήσια πολιτισμική δημοκρατία από τα κάτω ή, για να θυμηθούμε τον Λίνκολν, μια δημιουργία του λαού από τον λαό για τον λαό.

* Γράφετε ότι ο Καραγκιόζης είναι εθνικός και πολυεθνικός ταυτόχρονα. Πώς συναντιέται με τον "άλλο";
Είπα ότι η μήτρα του ελληνικού Καραγκιόζη είναι ο οθωμανικός Κάραγκιοζ, αλλά δεν είναι η μόνη. Τέτοιοι λαϊκοί γελωτοποιοί βρίσκονται σε όλα σχεδόν τα λαϊκά θέατρα και θεάματα του κόσμου. Η δεξαμενή αυτής της γκροτέσκας αντίληψης του κόσμου είναι γιορτές καρναβαλικού τύπου με παμπάλαιες ρίζες, οι οποίες έχουν διαμορφώσει μέσα στους αιώνες μιαν ιδιαίτερη κωμική κουλτούρα όπως το έδειξε ο Μιχαήλ Μπαχτίν. Αυτή η κουλτούρα είναι η βάση της γλώσσας που μιλούν όλα αυτά τα θεάματα. Το ζήτημα είναι πώς συναντάει τον κάθε λαό. Ένα παράδειγμα είναι ο ρόλος του φαγητού σ' αυτή την παράδοση. Ξέρουμε ότι όλοι αυτοί οι κωμικοί ήρωες είναι πεινασμένοι γιατί είναι φτωχοί. Η πείνα τους εκφράζει κατ' αρχάς τη διαμαρτυρία τους για την κοινωνική αδικία. Όμως σ' αυτή την κωμική γλώσσα το φαγητό παίρνει και μια άλλη σημασία, πολύ πιο θετική και αισιόδοξη, γιατί εκφράζει τη νίκη της ζωής επί του θανάτου. Ιδού τώρα πώς αυτός ο συμβολισμός μπολιάζεται από την ελληνική παράδοση και τον ελληνικό μύθο. Στα ηρωικά έργα του ελληνικού θεάτρου σκιών ο Καραγκιόζης, που είναι ο ακόλουθος του Διάκου με τον τρόπο που ο Σάντσο ακολουθεί τον Δον Κιχώτη, όταν ξεσπά η μάχη, χώνεται μες στην κουζίνα και τρώει το καταπέτασμα, ενώ τα παλικάρια σκοτώνονται. Είναι αυτό κυνισμός, αμοραλισμός; Όχι, είναι το χαρμόσυνο μήνυμα ότι ο Καραγκιόζης, αυτή η εξατομικευμένη ενσάρκωση του συλλογικού σώματος, όταν σκοτώνει, όπως λέει κωμικά, τον καπετάν - Φραντζόλα ή τον καπετάν - Κανταΐφι, δεν παύει να νικάει τον θάνατο με τη ζωή κι ότι επομένως αυτό το συλλογικό σώμα θα δικαιωθεί.

* Πώς απεικονίζεται η νεοελληνική πραγματικότητα και ο Νεοέλληνας στον Καραγκιόζη;
Με πάρα πολλούς τρόπους. Όταν μιλάει καθαρεύουσα, μας δείχνει συγχρόνως πώς ο λαϊκός δημιουργός μπορεί να αλλοτριώνεται από την επίσημη γλώσσα της εξουσίας, την οποία ζηλεύει αλλά συγχρόνως απομυθοποιεί, πιθανώς υποσυνείδητα, και να την γελοιοποιεί ριζικά. Άλλο παράδειγμα είναι οι παλιές παραστάσεις του Καραγκιόζη που αναφέρονταν στις εκλογές. Εδώ τα πρότυπα ήταν συνήθως έργα του λόγου θεάτρου, όμως τα πρότυπα αυτά ο Καραγκιόζης τα ξεπερνάει ακριβώς χάρη στην αισθητική του γκροτέσκου, η οποία γελοιογραφεί τα πολιτικά ήθη, πελατειακό σύστημα, καλπονοθεία, διαφθορά εξουσίας και ψηφοφόρων, με έναν ασύγκριτα πιο δραστικό τρόπο. Σε ένα “νεωτεριστικό” φυλλάδιο του Αντώνη Μόλλα που φέρει τον τίτλο “Η αρπαγή της Ωραίας Ελένης” βλέπουμε τη συνονόματη όμορφη χωριατοπούλα να την πολιορκούν δύο επίδοξοι γαμπροί, ο γιος του Τούρκου πασά κι ένας Εγγλέζος ναύαρχος. Τελικά, με τη συνέργεια του Καραγκιόζη, που παίζει το ρόλο διπλού πράκτορα, η Ελένη διαλέγει, χωρίς καν να γνωρίζει πού θα πέσει, τον ναύαρχο. Αυτό το ανώδυνο εργάκι συνοψίζει το μετεπαναστατικό νεοελληνικό δράμα της ελληνικής ταυτότητας. Τέλος, η παράγκα του Καραγκιόζη, πέρα από τον προφανή συμβολισμό της διπολικότητα πλούτου και φτώχειας, εξουσίας και υπηκόων, ενσαρκώνει πολύ ευρύτερα μια κοινωνία η οποία είναι διαρκώς ετοιμόρροπη και πάντα ανθεκτική.

* Ο Καραγκιόζης, η προφορική παράδοση, ο λαϊκός πολιτισμός, η προσωπική τέχνη, η ευρωπαϊκή και νεοελληνική κουλτούρα, η σημερινή κρίση του πολιτισμού είναι το νήμα που συνδέει τα νοήματα αυτού του βιβλίου. Κοινό ζητούμενο, όπως γράφετε, είναι το πέρασμα από την κοινωνία της απρόσωπης παραγωγής και κατανάλωσης σε μια κοινωνία δημιουργίας, ικανής να θεμελιώσει τον αυριανό οικουμενικό πολιτισμό. Πόσο αισιόδοξος είστε ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί;
Όλα αυτά τα θέματα θα αναπτυχθούν διεξοδικότερα σε μια σειρά βιβλίων που ξεκινάει με το παρόν. Πρόκειται για μια διαρκή αναζήτηση, η οποία δεν έχει τέλος. Δεν μπορώ να πω ότι είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος αλλά ως πνευματικός άνθρωπος αισθάνομαι ότι το λογοτεχνικό και ανθρώπινο χρέος μου είναι να συνεχίσω αυτή την αναζήτηση. Όπως έλεγε ο Καμύ, πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.


ΜΟΤΟ
Η μεγάλη παρεξήγηση στη μετεπαναστατική Ελλάδα είναι ότι ο λαϊκός πολιτισμός δεν αντιμετωπίστηκε καθεαυτόν, αλλά ως αποδεικτικό στοιχείο της καταγωγής μας από τους αρχαίους, όπως είδαμε στην περίπτωση Φαλμεράιερ. Αυτό θόλωσε τα νερά, με αποτέλεσμα να περιφρονηθεί ο λαϊκός πολιτισμός από όλη τη λογιοσύνη

Στα ηρωικά έργα του ελληνικού θεάτρου σκιών ο Καραγκιόζης, που είναι ο ακόλουθος του Διάκου με τον τρόπο που ο Σάντσο ακολουθεί τον Δον Κιχώτη, όταν ξεσπά η μάχη, χώνεται μες στην κουζίνα και τρώει το καταπέτασμα, ενώ τα παλικάρια σκοτώνονται. Είναι αυτό κυνισμός, αμοραλισμός; Όχι, είναι το χαρμόσυνο μήνυμα ότι ο Καραγκιόζης, αυτή η εξατομικευμένη ενσάρκωση του συλλογικού σώματος, όταν σκοτώνει, όπως λέει κωμικά, τον καπετάν-Φραντζόλα ή τον καπετάν-Κανταΐφι, δεν παύει να νικάει τον θάνατο με τη ζωή κι ότι επομένως αυτό το συλλογικό σώμα θα δικαιωθεί

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018

Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Εγώ, ο Άλλος, στις φλόγες, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ, Ο κήπος στις φλόγες, σελ. 160, Η ΑΥΓΗ, 12.3.18




- Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες είμαστε τα σκουπίδια του πολιτισμένου κόσμου σας [...]; Είμαστε οι εφιάλτες των ονείρων σας, τα πεταμένα στο φωταγωγό έμβρυα που δε θέλετε να βλέπετε; [...] Ποτέ μου δεν ένιωσα σκουπίδι στην αυλή του πολιτισμένου κόσμου.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ

Διευκρινίζω εξαρχής ότι δεν κομίζω γλαύκα. Κριτικός δεν είμαι, φιλόλογος δεν θέλω να είμαι, δεν καμώνομαι τον επαρκή αναγνώστη -υπάρχει άραγε; κι εάν ναι, ζητώ επειγόντως τα στοιχεία του- πόσω δε μάλλον ερχόμενη να μιλήσω ετεροχρονισμένα για έργο της σύγχρονής μας πεζογραφίας, και συγκεκριμένα για ένα πολυσυζητημένο ήδη μυθιστόρημα, ενός κλασικού πλέον πεζογράφου μας, που αναμφίβολα είναι ο Δημήτρης Νόλλας.
Πιθανόν ασυγχώρητα εγωιστικά, κι αυθαίρετα, θα τοποθετούσα τον εαυτό μου σ’ αυτούς, τους ελάχιστους, που επιμένουν να διαβάζουν για «την αγάπη της ανάγνωσης», παρότι όχι... δεν διαβάζω για το story, παρά για τον τρόπο που μου κοινωνείται από τον εκάστοτε τεχνίτη.1Δεν με ενδιαφέρει το ποιος μιλά, ούτε τόσο το τι λέει, αλλά το πώς. Η λογοτεχνία είναι πρωτίστως τρόπος· και ο αφηγητής, εν προκειμένω, ακούραστος παρατηρητής μιας Αθήνας υπό κατάρρευση, εισχωρεί άλλοτε στη «Βίλα Κατάθλιψη», άλλοτε στο τεράστιο διαμέρισμα του αστού Πρόξενου, και άλλοτε, ανοιγοκλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη, βγαίνει δήθεν από την αφήγηση, για να τον αντικρίσει κατάματα:
«Γι’ αυτό λοιπόν κι εμείς, προσεκτικέ κι ευαίσθητε αναγνώστη, ας ακροβολιστούμε, όπως κάνουμε συνήθως μπροστά σε κάθε αλλόκοτη πρόταση που εμφανίζεται στην τυπωμένη σελίδα και μας γεννά μιαν αμφιθυμία από το αιφνίδιο και βίαιο ξύπνημά μας» (σελ. 41).
Προς το τέλος μάλιστα, ο αφηγητής αυτός -που σύμφωνα με τις αρχές της αφηγηματολογίας, δεν ταυτίζεται με τον συγγραφέα- ευρηματικά, με μια διάθεση αυτοσαρκασμού, μοιάζει να ωθεί σε αυτοσαρκασμό τον ίδιο του τον αναγνώστη, ο οποίος είναι άλλωστε και αυτός θύμα της κρίσης, για την οποία βεβαίως, ευθύνεται κι ο ίδιος. Με ένα πολύ ενδιαφέρον λοιπόν τέχνασμα, ο Νόλλας αποφεύγει τον διδακτισμό, αυτοσαρκάζοντας τον ίδιο του τον «τρόπο». Σ’ ένα μυθιστόρημα 151 μόνο σελίδων, που ολοκληρώνει την τριλογία Δύσκολοι καιροί, και έπεται των Ταξίδι στην Ελλάδα και Μάρμαρα στη μέση, ζητά δήθεν από τον αναγνώστη κατανόηση για την μακρηγορία του:
«Κι αν ίσως, ο αφηγητής του παρόντος συχνά παρασύρθηκε στην εξιστόρησή του από τον συγγραφικό οίστρο που τον γεννά το μυστικό της γλώσσας το λιοπύρι και εξαπέλυσε μύδρους μακαρονοειδών προτάσεων χωρίς τελεία ή ανάσα καμιά, [...] τούτο το πράγμα τού συμβαίνει, επειδή τώρα, στο σημείο που έφτασε το δράμα, ναι, τώρα, αυτό που προέχει και αποκτά σημασία, είναι όχι τι ακριβώς έγινε [...] αλλά πώς το προσέλαβαν και πώς το μετέφεραν όσοι είδαν το δράμα που παίχτηκε ή παιζόταν ακόμη» (σελ. 142-143).
Έτσι κι εμάς τώρα, δεν μας ενδιαφέρει το τι ακριβώς γίνεται στις δεκατέσσερις αυτές σπονδυλωτές ιστορίες που συνθέτουν το μυθιστόρημα, ούτε τόσο η σειρά των γεγονότων. Το αίτημα, θαρρώ, δεν είναι να αγκιστρωθεί κανείς στην πλοκή, αλλά στο κοινωνικοπολιτικό κλίμα που επιβάλλει την εξέλιξη της ιστορίας. Οι ήρωες βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα, της κρίσης εν προκειμένω. Με αυτήν την έννοια, το βιβλίο χρήζει να αναγνωσθεί ως ουσιωδώς πολιτικό.
Βασικό πρόσωπο ο Μανώλης, γιος του Ζαχαρία από το Μάρμαρα στη μέση, παίρνει τη σκυτάλη των ηρώων, ώστε να συμπληρωθεί η τριλογία με εικόνες και μορφές της σύγχρονης Ελλάδας. Με μία άλλη ματιά, θα λέγαμε πως ουσιαστικός πρωταγωνιστής δεν είμαστε παρά εμείς -οι ίδιοι: όλοι- υπό τον φακό της «κρίσης» που μας μαστίζει, πες εν είδει μικροσκοπίου.
Οικονομική βέβαια, στο φαίνεσθαι, την επιφάνεια, αλλά βασιζόμενη σε -και συνάμα τροφός της- μία βαθύτερη κοινωνική αναπηρία, μια κατάσταση ευρύτερου μετεωρισμού, με υπόβαθρο ηθικό πρωτίστως. Ωστόσο, η αφήγηση αφήνει ένα φως θέτοντας το κρίσιμο ερώτημα: Μήπως η μετεφηβική κρίση, αυτή που οδηγεί στην σταδιακή συνείδηση κι από κει στην ωρίμανση, όπως συμβαίνει με τον Μανώλη, μήπως τελικά, η κρίση αυτή, είναι το ατομικό προανάκρουσμα της αναγκαστικής ωρίμανσης όλων μας;
Ο Νόλλας αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν μόνα τους. Δεν κοινωνιολογεί· ούτε διδάσκει: ο Μανώλης, σε μία έκλαμψη εντιμότητος, δίνει πίσω τα κλεμμένα χρήματα στον πραγματικό του πατέρα, τον Πρόξενο, αποκαλύπτοντας ουσιαστικά τον βαθύτερο έντιμο εαυτό του/μας· και, στο τέλος, σε αυτόν τον ίδιο πατέρα, μαζί με την Νισσάτ, επιστρέφει κι ένα μωρό προσφυγόπουλο. Ένα ανομοιογενές τρίο καταφεύγει στην αρχετυπική αυτή μορφή του πατέρα, που αόριστα υπόσχεται προστασία. Πρόκειται για την επιστροφή σε δοκιμασμένες αξίες ή σε σταθερές απ’ όπου μπορεί κανείς να εκκινήσει ξανά με την εμπειρία του παρελθόντος. Με αυτήν την προοπτική, το ευρηματικό τέλος της τριλογίας αφήνει ανοιχτά τα ενδεχόμενα όχι μόνο των συγκεκριμένων ηρώων, αλλά και της προσωπικής του καθενός μας πορείας.
Σύγχρονο, άμεσο, αποκαλυπτικό, και γι’ αυτό καταιγιστικό, τούτο το μυθιστόρημα επενδύει στη χαραμάδα μίας βαθύτερης ηθικής, που μπορεί να ανιχνεύεται ακόμη και στην ίδια την απάτη: Ο πλάνης Ερμής υστερόβουλα, αλλά και συγκινητικά αυθόρμητα, αναγνωρίζοντας στην ομάδα των ξένων/μεταναστών τον ίδιο τον εαυτό του τον ανέστιο, τους οδηγεί σε έναν δικό του παράδεισο στο χώρο του φαντασιακού, τον οποίον όμως ο ίδιος εκλαμβάνει ως πραγματικό. Πού αρχίζει, άραγε, η εξαπάτηση και πού τελειώνει το δικό του προσωπικό όνειρο, που θέλει να το μετατρέψει σε συλλογικό φαντασιακό;
Οι χαρακτήρες, ως αποδέκτες των συνεπειών της κρίσης, αποδείχνονται καθ’ όλα σύγχρονοι: πρόσφυγες για τους οποίους η Ελλάδα φαντάζει δίοδος προς τον δυτικό «παράδεισο» της Κεντρικής Ευρώπης, νέοι που δεν προλαβαίνουν να συνειδητοποιήσουν τον εαυτό τους, τον χώρο τους, την -ποια;- πατρίδα τους, την -ποια;- πορεία της, και πρωτίστως την -ποια;- δική τους πορεία. (Ο Μάξιμος, λ.χ., πρώην αστυνομικός, μετά αναρχικός, που κινείται μεταξύ περιθωρίου και θεσμοποιημένης κοινωνίας.) Ήρωες εντέλει, που περιφέρουν τα τραύματά τους στις υπώρειες της αστικής ζωής, σερφάροντας πάνω στην νεοελληνική κοινωνία· που παλεύουν να μείνουν στην επιφάνεια των θηριωδών κυμάτων που αποτελούν την Ιστορία και τις παρασυρμένες από αυτήν ζωές τους (Μανολάκης ο Μηδέν).
Η τριλογία και κυρίως αυτό το τρίτο βιβλίο δεν χαρτογραφεί την κρίση στην αιχμή της, στο σήμερα, αλλά το βάρος του παρελθόντος σε αυτό το σήμερα. Ως εκ τούτου, η Ιστορία είναι που υφαίνει τον καμβά με παρόντες όλους μας. Ένα παλίμψηστο από μεγαλοαστούς διπλωμάτες, από άνεργους νέους, από μικροαστούς ηθοποιούς, από πρόσφυγες ή μετανάστες· από όπου γιατί δηλαδή να λείπει «αυτός ο προσφάτως “πρώτη - φορά - ο - λαός - στην - εξουσία-” υπουργός νέας κοπής»;
Αφήνω τελευταίες τις παρατηρήσεις μου πάνω στη γλώσσα αυτού του εξαίρετου συγγραφέα, που σπάει συχνά -και πάντοτε εκ φύσεως ασύνειδα- τα όρια μεταξύ ποίησης / πεζογραφίας. Εδώ, γοητεύει ο χειρισμός της με μακροπερίοδο λόγο, σε προτάσεις - ποταμούς, που επιδιώκουν -και το καταφέρνουν- να παρασύρουν τον αναγνώστη, χωρίς όμως να αφήνεται να χαθεί ο ειρμός των σκέψεων. Μιλάμε, άλλωστε, για έναν ασκημένο στυλίστα, που ξέρει να τσαλακώνεται, να σπάει τη σοβαροφάνεια, αγγίζοντας ενίοτε τα όρια της αυτοειρωνείας· έναν στυλίστα που μπορεί και πατά γερά στη γλωσσική μας παράδοση, για να αποδώσει τον πλησίον μου Ζαφάρ, το πλησίον μου παρόν, το παρόν μας: αυτό το σύγχρονό μας νεοελληνικό παράδοξο.
Η Αριστέα Παπαλεξάνδρου είναι ποιήτρια

1 Παραπέμπω στη γνωστή φράση του Bloom από τον πολύκροτο Δυτικό κανόνα: Harold Bloom: The Western Canon: The Books and School of the Ages, Harcourt Brace, 1994· και σε ελληνική μετάφραση: Χάρολντ Μπλουμ, «Ελεγειακός επίλογος»· στο: Ο δυτικός κανόνας, μτφρ. Κατερίνα Ταβαρτζόγλου, εισαγ. - επιμ.: Δημήτρης Αρμάος, Gutenberg 2007, σ. 630.

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Του Δημήτρη Σεβαστάκη, Η, αυγη, 10.1.16


Αντί να καλλιεργούμε, διαβάζουμε τεστ για τις βιταμίνες στα φυτά. Ειδικά στα κυριακάτικα αφιερώματα στον μαζικό Τύπο, βρίσκει κανείς μυστικά για το πώς μεγαλώνει καλά μια γαρδένια, για την πιθανή προσβολή της κορωνέϊκης ποικιλίας από δάκο, για το «πάστρεμα» της αμπέλου που ξεκουράζει το φυτό. Μη μιλήσω για τα συγκριτικά τεστ κοπριάς ή λιπασμάτων. Η αγροτική παραγωγή αντικαθίσταται από έναν αφηρημένο "αγροτισμό". Οι κυριακάτικοι αστοί διαβάζουν βουλιμικά,(ενώ ψήνεται το κοτόπουλο με τις πατάτες στο φούρνο), βλέπουν τις εικόνες στο ένθετο της εφημερίδας, με γκρο πλαν την πλαδαρή φάτσα από το άτεχνο photoshop που κόβει ένα κομμάτι γραβιέρα πίνοντας κρασί. Μαζί με τα γήινα και τις εικόνες υπαίθρου, στέκεται η φαντασίωση για ένα 4×4 με ηλεκτρονικά ελεγχόμενο διαφορικό, που πάει στα χειμερινά βουνά, οδηγημένο από έναν ατρόμητο εξηντάρη (που μάλιστα νεάζει αποκρουστικά).
Είναι αλήθεια ότι πολλοί ψάχνουν κάτι αρχέγονο, κάτι που να εξηγήσει ή έστω να βάλει σε μια σειρά την κρίση. Κυρίως την προσωπική τους ματαίωση που σχετίζεται και με την εκπτώχευση, την αβεβαιότητα μη «μου κόψουν το τάδε επίδομα», αλλά και με ό,τι προσδοκούσαν από την Αριστερά. Η μέση μικροαστική συνείδηση αρχίζει να καταλαβαίνει ότι η γη είναι ένα θεμελιώδες αξιακό μέγεθος, ότι αντιτάσσει κάτι στέρεο στην οικονομική αποσάθρωση, ότι μπορεί να επανιδρύσει το ίδιο το υποκείμενο.
Το λάθος είναι ότι η αντίληψη αυτή συνδέει την ανεστραμμένη κρισιακή Ελλάδα με μια Ελλάδα των απαρχών: την Ελλάδα της «τίμιας» παραγωγής και του Αυλωνίτη. Ισοσταθμίζει το χώμα με την απεικόνισή του. Το πρόβλημα του σύγχρονου ματαιωμένου (μικρο) αστού, είναι ότι αναστρέφει ή παράγει εικόνες και πρότυπα με απλή αναστροφή του πρωτοκόλλου της διεστραμμένης μετεμφυλιακής αστυφιλίας. Εκβιάστηκε ο πατέρας του να φύγει από το ορεινό χωριό και να μείνει στην Καισαριανή λόγω εμφυλίου, διαμόρφωσε ο ίδιος την πρωτοαστική συνείδηση του «Σινεάκ» και του γηπέδου της Λεωφόρου, ξέχασε τα χορτάρια στις πλαγιές και τα ανακαλύπτει σήμερα αργά, με χάπια για την υπέρταση, με το νωθρό κοτόπουλο στο φούρνο και το στενό μπαλκόνι της αρτιφισιέλ πολυκατοικίας του '70.
Ναι, η γη που ανακαλύπτει σήμερα πιεσμένος και μόνος, η γη των εκδόσεων και του "National Geographic", η γη που περιγράφουν οι ινστρούκτορες της κυριακάτικης μαγειρικής, είναι εξωπαραγωγική, φωτογραφική, εξημερωμένη, μεταφυσική. Η γη του (η γη των απελπισμένων επινοήσεών του) είναι αέρας κοπανιστός που δεν μπορεί να τον χειραφετήσει, να τον θρέψει, να τον στηρίξει, γιατί προϋποθέτει την αυτοθυσιαστική του εξάλειψη. Πράγματι, το πλάσμα της μετεμφυλιακής αστυφιλίας (ο μικροαστός που περιγράφω) δεν μπορεί να εκπορθήσει τις κατηγορίες της γης που θέσμισε η πόλη. Όχι πια με τους νόμους του δασονομικού, χωροταξικού και πολεοδομικού δογματισμού, αλλά με τους όρους μιας παρένθετης και ανασφαλούς πολιτικής διαμεσότητας.
Ναι, η πόλη του διαστρέφει τη γη που ο ίδιος έχει απόλυτη ανάγκη, τη γη των παιδικών του χρόνων, τη γη του πατέρα του, τη γη των ανταρτών και των αγροτών. Ναι, η γη του θρυμματίζεται από τους φόρους για το κρασί, από τις περιφρονητικές ατάκες για τους αγρότες, από την ξιπασιά που ακόμα μια φορά δεν μπορεί να αισθανθεί την ανάγκη, τον καρπό, το θάλλος, τον κόπο.

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

Του Δημήτρη Σεβαστάκη, Το κρασί, Η ΑΥΓΗ, 22.11.15



Το κρασί λοιπόν. Πρέπει να ομολογήσω ότι είμαι δύσθυμος, όχι τόσο με τον φόρο ή το τελικό λογιστικό ψαλίδισμά του, όσο με την επιμονή να θεσπιστεί. Όπως είπε κάποιος βουλευτής, φόρος - ζόμπι που έρχεται και ξανάρχεται. Είμαι και έκπληκτος. Το κρασί δεν είναι απλώς ένα μπουκάλι στο σούπερ μάρκετ, αλλά η γη, η αγροτική διανοητικότητα, η τύχη, η διαίσθηση του αμπελουργού και ο κόπος, που συνθέτουν ένα προϊόν υψηλής πολιτιστικής αξίας.
Ναι, τα χέρια αρκετών που έχουν μόνο αστικές παραστάσεις, που κατανοούν τη φύση μέσα από τα ντοκιμαντέρ, διαλέγουν το σαμιώτικο μοσχάτο ή το καμπερνέ, είτε τυχαία είτε οι πιο «υποψιασμένοι», συμβουλευόμενοι τα τεστ περιοδικών οινογνωσίας. Οι περισσότεροι δεν γεύονται, πίνουν υστερικά με τη φίλη τους ή «ψαρωμένα» με τη μαμά τους. Δεν καταλαβαίνουν ότι κάτω από το τυπωμένο χαρτί της ετικέτας κρύβεται μια σπουδαία συνθλιπτική ζύμωση, μια τάξη εργασιών και προσωπικοτήτων.
Αυτά τα άνεργα χέρια, τα εκβιαστικής μαλθακότητας ασπρόχερα του άβγαλτου δεν καταλαβαίνουν ότι ο αμπελουργός είναι ένας προικισμένος διανοούμενος αγρότης, που κλαδεύει εύστοχα, θειαφώνει έγκαιρα σε μια δροσερή ηλιοφάνεια, λιπαίνει σκόρπια (για να μην κάψει), σκάβει πριν βγουν τα «μάτια», προσέχει, παρατηρεί, αγροικά. Κόβει με ήπια σιγουριά τους βλαστούς, έρχεται σιγά - σιγά στο φως ο καρπός ερωτικός και μεθυσμένος. Ναι, το σταφύλι πρέπει να το αγαπήσεις για να πιεις, να ζαλιστείς, να διαβάσεις μεσημέρι στ' αμπέλι την «κυρά των αμπελιών». Να θυμηθείς τους δικούς σου - χαμένους πίσω στην αριστερή μνήμη.
Πόσο περιττό είναι το ποίημα του Ρίτσου γραμμένο στα χρόνια του Εμφυλίου και εκδομένο το 1963, στον πρώτο δίσκο όπου το απαγγέλλει με μουσική υπόκρουση του Άκη Λυμούρη. Χαμένος δίσκος, ποίηση και αριστερή κράσ, γι' αυτούς που δεν αγαπούν. Πόσο δυσανάγνωστο. «Γιατί λέει αλλιώς αυτό που μπορεί να ειπωθεί κανονικά» μου έλεγε ο Αγγλοσάξωνας εξάδελφος. Ακατανόητη εκφραστική πολυτέλεια. Όσο ακατανόητη γευστική και δημιουργική πολυτέλεια είναι και το κρασί.
Το εργώδες που κρύβεται στη στίλβη του μοσχάτου, το μυώδες που κρύβεται στη οινική χαρά. Είμαι πολύ προβληματισμένος με επιλογές, με ιεραρχήσεις ακατανόητες στα μάτια μου. Αλλά πιο πολύ είμαι με την αυτανταγωνιστική σχέση με τα παραγωγικά σπλάχνα μας που αστόχαστα αναπτύσσουμε. Δύσκολο διάβημα. Η ελληνική αστυφιλία ήταν πολιτική. Δεν θεμελιώθηκε στην εκβιομηχάνιση, ούτε στις προωθημένες χρηματιστηριακές υπηρεσίες που τη στέφουν. Βασίστηκε στην ιδιοτελή επιλογή ομάδων εξουσίας που δεν πολέμησαν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά που, όμως, ήθελαν την κάρπωση του μεταπολεμικού αναπτυξιακού αγαθού. Όλο για λογαριασμό τους. Και βιαιοπράγησαν στον μισό ελληνικό πληθυσμό για να πετύχουν την αρπαγή. Η εκβιασμένη και αναφομοίωτη αστική συνείδηση, πέρα από το ό,τι δεν βασιζόταν στην αστική τάξη (αφού στην πατρίδα μας αυτό που υπάρχει είναι μια χοντροκομμένη απομίμησή της), υπήρξε βαθιά ανίκανη και μικρόνοη. Ανάπτυξη, παραγωγική χειραφέτηση δεν υπήρξε. Μια μικροαστική ξιπασιά και μια λαϊκή οίηση κατατρώγουν την ευφυΐα και την εργασία.
Είναι λάθος η μικρόνοια και η λογιστική να εμποτίσουν τα πολιτιστικά εργαλεία με τα οποία θα ανασυγκροτηθούμε παραγωγικά, αλλά θα ανακτήσουμε την εργασιακή κουλτούρα που απωλέσαμε. Είναι λάθος να προσαρμόσουμε το κέντρο της συλλογικής μας απελπισίας στα μεταχειρισμένα υλικά μιας τάχα μου ανάπτυξης, χάνοντας την αγάπη που φυτρώνει αραιά στον τόπο μας.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Σβετλάνα Αλεξίεβιτς: Η συγγραφέας των σοβιετικών τραγωδιών κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, Η ΑΥΓΗ, 9.10.15

Σβετλάνα Αλεξίεβιτς: Η συγγραφέας των σοβιετικών τραγωδιών κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας

Photo Copyright - web

Η Λευκορωσίδα Σβετλάνα Αλεξίεβιτς τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2015, ανακοίνωσε η Σουηδική Ακαδημία. Δημοσιογράφος και συγγραφέας, τιμάται για "το πολυφωνικό της έργο, μαρτυρία για τα δεινά και το θάρρος στην εποχή μας", αναφέρεται στην ανακοίνωση της Ακαδημίας.
Η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, είναι η συγγραφέας συνταρακτικών βιβλίων για την πυρηνική καταστροφή του Τσερνόμπιλ, τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, απαγορευμένων στη χώρα της που δεν της συγχωρεί τη σύνθεση του πορτρέτου του ανίκανου για την ελευθερία "homo sovieticus".
Το έργο της 67χρονης δημοσιογράφου και συγγραφέως βασίζεται στη σύνθεση υπομονετικά συγκεντρωμένων μαρτυριών και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και εκδοθεί σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το τελευταίο της βιβλίο μεταφρασμένο στα γαλλικά, "Το Τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου ή Εποχή του Τέλους των Ψευδαισθήσεων", τιμήθηκε με το βραβείο δοκιμίου Medicis 2013. Η συγγραφέας συνθέτει σε αυτό, 20 χρόνια μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης, ένα αμείλικτο πορτρέτο του "homo sovieticus".

"Τον γνωρίζω αυτόν τον Κόκκινο Ανθρωπο, είμαι εγώ, οι άνθρωποι που με περιστοιχίζουν, οι γονείς μου", δήλωνε στο περιοδικό Ogoniok το 2013. "Ο κόκκινος άνθρωπος δεν έχει εξαφανιστεί. Ο αποχαιρετισμός θα είναι πολύ μακροχρόνιος", έλεγε σε συνέντευξή της πέρυσι στο Μινσκ.
"Σήμερα, η Ουκρανία είναι παράδειγμα για όλους. Η επιθυμία για την πλήρη ρήξη με το παρελθόν αξίζει σεβασμού", έλεγε φοβούμενη τις συνέπειες της πολυαίμακτης σύρραξης στην Ουκρανία. "Πιστεύω ότι η (σοβιετική) Αυτοκρατορία δεν έχει εξαφανιστεί. Και προσωπικά, έχω την αίσθηση ότι δεν θα εξαφανιστεί εάν δεν χυθεί αίμα".
Γεννημένη στο 1948 στη δυτική Ουκρανία, απόφοιτος της σχολής Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου του Μινσκ, η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς εργάστηκε τη δεκαετία του ΄70 στην εφημερίδα Selskaia Gazeta, την εφημερίδα των σοβιετικών κολχόζνικων.
Τότε ξεκίνησε να μαγνητοφωνεί μαρτυρίες γυναικών που είχαν πολεμήσει κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Με βάση αυτές θα γράψει το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Ο Πόλεμος δεν έχει Πρόσωπο Γυναίκας.
"Ολα όσα ξέραμε για τον πόλεμο τα είχαν διηγηθεί άνδρες...Γιατί οι γυναίκες που έχουν τόσο καλά κρατήσει τη θέση τους σε αυτόν τον ανδρικό κόσμο δεν έχουν πει ποτέ τη δική τους ιστορία, δεν έχουν εκφράσει τα λόγια και τα συναισθήματά τους;΄" αναρωτιόταν τότε.
Το βιβλίο επικρίθηκε διότι "διέλυε την ηρωική εικόνα της σοβιετικής γυναίκας", δεν εκδόθηκε παρά το 1985 κατά την εποχή της Περεστρόικα και την έκανε αμέσως γνωστή στη Σοβιετική Ενωση και στο εξωτερικό.
Εκτοτε, η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς χρησιμοποίησε τον ίδιο τρόπο για τη συγγραφή των μυθιστορημάτων της που ανήκουν στην τεκμηριωτική πεζογραφία, συλλέγοντας επί χρόνια μαρτυρίες ανθρώπων που είχαν ζήσει συγκλονιστικές εμπειρίες, είτε επρόκειτο για σοβιετικούς στρατιώτες που επέστρεφαν από το Αφγανιστάν (Μολυβένιοι Στρατιώτες ) ή ανθρώπους που είχαν κάνει απόπειρες αυτοκτονίας (Γοητευμένοι από τον Θάνατο).
"Ζούμε μαζί θύτες και θύματα. Τους θύτες δύσκολα τους βρίσκουμε. Τα θύματα, είναι η κοινωνία μας, είναι πάρα πολλά", λέει η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Μετά την πυρηνική καταστροφή του Τσερνόμπιλ το 1986, εργάζεται για περισσότερα από δέκα χρόνια για το Τσερνόμπιλ: Ενα Χρονικό του Μέλλοντος, ένα συγκλονιστικό βιβλίο που βασίζεται στις μαρτυρίες των χιλιάδων ανθρώπων που εργάστηκαν μετά την τραγωδία για τη διευθέτηση του χώρου και το σφράγισμα του πυρηνικού σταθμού.
Το βιβλίο αυτό είναι απαγορευμένο στη Λευκορωσία, μία από τις περισσότερο πληγείσες χώρες, όπου το θέμα αποτελεί ταμπού.
Τα βιβλία της είναι απόντα από τα ράφια των βιβλιοπωλείων της Λευκορωσίας, διότι "δεν αρέσουν" στον Αλεξάντρ Λουκασένκο.
"Ζούμε σε δικτατορία, αντιφρονούντες είναι στις φυλακές, η κοινωνία φοβάται και ταυτόχρονα είναι μία χυδαία καταναλωτική κοινωνία, οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται για την πολιτική. Είναι μια κακή εποχή", έλεγε το 2013 στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων.