Google+ Badge

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Περιμένοντας τις Δημοτικές Εκλογές στην Πρέβεζα






 Επιστροφή στα ειωθότα. Ετοιμαζόμαστε για πολλαπλές εκλογές. Θα ψηφίσουμε για την εκλογή τοπικών αρχόντων, δημάρχων και συμβούλων. Και ως είθισται , έχουν αρχίσουν οι συζητήσεις, οι διαβουλεύσεις, σε κομματικά σώματα, και δημοτικές παρατάξεις. Είν΄αλήθεια πως ο νέος εκλογικός νόμος που κατανέμει τις έδρες των δημοτικών συμβούλων από την πρώτη Κυριακή, έχει ανοίξει την όρεξη σε πολλούς να θέσουν υποψηφιότητα για τον δημαρχιακό θώκο, ακόμη κι αν γνωρίζουν πως οι προοπτικές εκλογής τους είναι περιορισμένες. Είναι ανοικτή η πόρτα για τη διεκδίκηση αξιωμάτων για τη δημιουργία πλειοψηφίας στο δημοτικό συμβούλιο.
    Δεν μπορούσε ν’αποτελέσει εξαίρεση η Πρέβεζα. Τα τελευταία χρόνια η πόλη ταλαιπωρείται από την αναζήτηση μιας ταυτότητας. Ψάχνει τον δρόμο της. Η δημοτική αρχή προσπάθησε φιλότιμα. Δεν θέλω να την αδικήσω. Ωστόσο, εγκλωβίστηκε στη λογική διαχείρισης του παρελθόντος και των όποιων προβλημάτων είχαν δημιουργηθεί. Η πόλη ακόμη δεν έχει βρει τον βηματισμό της αλλά ούτε και τη θέση της στον χώρο της Περιφέρειας της Ηπείρου.
    Σε μια χρονιά(2018) που το ΤΕΙ  Ηπείρου απορροφήθηκε από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα καινούριο πανεπιστήμιο, με δυνατότητες διαχείρισης της οικονομίας και του πολιτισμού η πόλη της Πρέβεζας-και ο νομός-, αγκομαχούσε-αν δεν παρακολουθούσε αμήχανη την οργάνωση των σχολών. Η Πρέβεζα με τον Αμβρακικό και τόσα πλεονεκτήματα παρακολουθούσε την ανασυγκρότηση , χωρίς να έχει συγκεκριμένες προτάσεις. Η Πρέβεζα με την Νικόπολη, από τους σπουδαιότερους αρχαιολογικούς χώρους, δεν αρθρώνει ένα πειστικό λόγο για το δικό της  μέλλον. Με Αμβρακικό και Νικόπολη η πόλη περιορίστηκε στον ρόλο του επαίτη , του φτωχού συγγενή που απλώνει την παλάμη του διεκδικώντας μόνο τα φραγκοδίφραγκα.
     Και έρχονται οι εκλογές. Η ονοματολογία απλώνεται στην πόλη. Συζήτηση μεγάλη και κουτσομπολιά. Δεν ακούγονται πολλά για το  μέλλον αυτής της πόλης. Οι πολίτες παρακολουθούν τις κομματικές ηγεσίες να νοιάζονται περισσότερο για τον έλεγχο των ψηφοδελτίων και λιγότερο για την ανάδειξη υποψηφίων και δημοτικών παρατάξεων, που μπορούν να βγάλουν τη συζήτηση των προβλημάτων έξω από τα τείχη του δημοτικού συμβουλίου. Να τη κάνουν υπόθεση όλων των πολιτών. Να εμπνεύσουν. Ασκείται κριτική-και δικαιολογημένα- στην κεντρική εξουσία που απομονώνεται από τον κόσμο-στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ίδιο γίνεται και στον Δήμο μας. Δεν ανήκω σ’ αυτούς που κατηγορούν τα κόμματα. Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική ζωή χωρίς σωστά οργανωμένα κόμματα. Που δεν ακολουθούν την πολιτική του μαντριού και την ανάγκη να περιχαρακώσουμε τα δικά μας σύνορα.
    Κι αυτό δεν γίνεται την τελευταία στιγμή. Μπορεί να προκύψει μέσα από μια συνεχή δράση.Διαφορετικά η κατάληξη είναι δεδομένη. Περιορίζονται τα κόμματα στους ημετέρους κι έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Είναι αυτή μια συνταγή για εξασφαλισμένη αποτυχία. Για στραγγαλισμό των φιλοδοξιών της πόλης. Κι όσο γίνεται αυτό τόσο θα μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στους πολίτες και τις κομματικές ηγεσίες. Τόσο πιο πολύ θα αυξάνεται ο αριθμός των υποψηφίων δημάρχων. 
    Και τι μπορεί να γίνει; Να το πάρουμε αλλιώς.
      

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

The Bulletin of the International Association for Robin Hood Studies

The Bulletin of the International Association for Robin Hood Studies


The Bulletin of the International Association for Robin Hood Studies (https://bulletin.iarhs.org) is seeking submissions for future volumes. The Bulletin is the official journal of the International Association for Robin Hood Studies. It is fully digital, open access, and double-blind peer reviewed journal and is actively indexed in the MLA International Bibliography. In keeping with the Robin Hood tradition, authors retain their rights to their own materials.
Articles are generally 4,000-8,000 words long. Please see the journal's website for additional submission guidelines.
We invite scholars to submit articles or essays detailing original research on any aspect of the Robin Hood tradition. Submission is via the web, and preliminary inquiries or questions may be directed to Valerie Johnson vjohnso6@montevallo.edu (University of Montevallo) and Alexander Kaufman alkaufman@bsu.edu (Ball State University).

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2019

ποίηση Γιάννη Πανούση, στο Polis art Cafe, στην Αθήνα, Δευτέρα, 7μμ


Μάχη Τζαβέλα, Φτερά παγωνιού, Γκοβόστης 2017



18/11/18

Η ιδέα της μητροκτονίας

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Θεόδωρος Ζαφειρόπουλος, 41.353504,19.745275, 2018, εκτύπωση UV, ακρυλικά και λάδι σε ξύλο, 45 x 60 εκ. 


ΜΑΧΗ ΤΖΑΒΕΛΛΑ, Φτερά παγωνιού, εκδόσεις Γκοβόστης, σελ. 128

Ξεκινώ την αναφορά μου στο αφήγημα της Μάχης Τζαβέλλα, Φτερά παγωνιού, επισημαίνοντας, πρώτ’ απ’ όλα, την ομολογουμένως αξιοσημείωτη, κάποτε και εντυπωσιακή, ικανότητά της να κινείται με κατακτημένη τεχνική, αφηγηματική ωριμότητα και περίσκεψη ανάμεσα στο βίωμα και τη μυθοπλασία, δημιουργώντας ένα απολύτως ρεαλιστικό και αληθοφανές σκηνικό, στις διαστάσεις του οποίου συντίθεται και, ταυτοχρόνως, εξελίσσεται, η ιστορία της. Κι ακόμα, επισημαίνοντας, με έμφαση, την άνεση με την οποία κινείται ανάμεσα στο πραγματικό, το φανταστικό, ενίοτε και φαντασιακό, ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, άλλοτε μυθοποιώντας το πραγματικό, εμπλουτίζοντάς το με στοιχεία απελευθερωμένα από τα δεσμευτικά όρια του τόπου και του χρόνου, συχνά περιβάλλοντάς το με την απροσδιοριστία του ονείρου, και άλλοτε δίνοντας διαστάσεις του πραγματικού στις ονειρικά συναρμολογημένες φαντασιώσεις της, με συνέπεια τη σύνθεση μιας μάλλον ρεαλιστικής, πλην όμως διαπερασμένης, διεμβολισμένης από νότες νοσταλγικές, ιστορίας, με πρωταγωνιστές την αφηγήτρια και πρόσωπα του στενού οικογενειακού, φιλικού και κοινωνικού της περιβάλλοντος, με προεξάρχουσα και καθοριστική όλων των εξελίξεων, εσωτερικών και εξωτερικών, αφηγηματικών αλλά και υπαρξιακών, τη μορφή της μητέρας, κάτω από το ακινητοποιημένο, στο επίκεντρο της ιστορίας, και συνάμα διάσπαρτο ως αίσθηση και πανταχού παρόν βλέμμα της οποίας συμβαίνουν όλα.

Και σκέφτομαι ότι δεν θα ήταν λάθος, ούτε υπερβολή, αν ισχυριζόταν κανείς ότι, κάλλιστα, θα μπορούσε να προστεθεί στον τίτλο του βιβλίου της ο υπότιτλος «οι καταστρεπτικές συνέπειες ενός βλέμματος και οι οδυνηρές διασταυρώσεις του», με δεδομένο ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το βλέμμα της μητέρας της αφηγήτριας -και ηρωίδας της ιστορίας- αποτελεί την αποκλειστική αιτία και την αφετηρία του μάλλον άνετου και ανεμπόδιστου -παρά την οδύνη, τις οδυνηρές συνειδητοποιήσεις που προκαλεί- ξετυλίγματος του νήματος της μνήμης της∙ την αποκλειστική αιτία και το έναυσμα της αφύπνισής της, που έχει ως συνέπεια αλλεπάλληλες, άλλοτε ελεγχόμενες και άλλοτε ανεξέλεγκτες αναδρομές στο μακρινό αλλά και στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, τις περισσότερες φορές ακατάστατα, χωρίς να τηρείται κάποια, στοιχειώδης έστω, χρονική σειρά, με τον αφηγηματικό χρόνο να μην διανύεται ομαλά και οριζόντια, αλλά με ακατάστατες και απροσδόκητες καταβυθίσεις ή επίσης με απροσδόκητα, γι’ αυτό και γοητευτικά, πισωγυρίσματα. Και όσο για την αφηγήτρια, ο αναγνώστης την αισθάνεται να βρίσκεται μονίμως κάτω από την επιρροή ή, καλύτερα, την απειλή του σκοτεινού, πραγματικού ή εικαζόμενου, βλέμματος της μητέρας της, καθηλωμένη σε ένα καίριο χρονικό σημείο της ύπαρξής της, αισθανόμενη να διασταυρώνονται στη σκέψη, ενίοτε και στο σώμα της το ίδιο, ριπές του παρελθόντος και του παρόντος, κάποτε και του μέλλοντος, συνθέτοντας μία νέα, ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα χρονική διάσταση, που δεν είναι άλλη από αυτήν της γραφής.
Όλο το αφήγημα της Μάχης Τζαβέλλα είναι η εξιστόρηση της πολλαπλά και με πολλούς και διάφορους τρόπους συγκρουσιακής σχέσης της αφηγήτριας με τη μητέρα της∙ μια εξιστόρηση που αναπτύσσεται, με την άλλοτε συστηματική εκμετάλλευση του νήματος του συνειρμού και άλλοτε με το άφημα στο, συχνά σαγηνευτικό, ξετύλιγμά του, προκειμένου να ανασυρθούν, με διαρκώς εναλλασσόμενα συναισθήματα και κάθε φορά αλλιώς φωτισμένα από τη μνήμη, κομμάτια του παρελθόντος, προσδιοριστικά του παρόντος και ίσως προοιωνιστικά του μέλλοντος. Γεγονός που ωθεί την αφηγήτρια σε ιδιαιτέρως επώδυνες, προφανώς εξαιτίας του αυτογνωσιακού τους χαρακτήρα, καταβυθίσεις στο απώτερο αλλά και στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν της, απ’ όπου ανασύρει και εκθέτει στο άλλοτε εκτυφλωτικό και άλλοτε υφέρπον και υποβλητικό φως ενός σταθερού και αμετακίνητου, περιβαλλόμενου από διαβρωτικές μνήμες, παρόντος, πρόσωπα, πράγματα, συμβάντα και καταστάσεις που μοιάζει να συνέβαλαν, αμέσως ή εμμέσως πλην σαφώς, στη διαμόρφωση ενός ιδιαιτέρως ευάλωτου ψυχισμού, ξεκινώντας από τα κάθε άλλο παρά ευφρόσυνα παιδικά της χρόνια, για να περάσει, στη συνέχεια, στα κρίσιμα χρόνια της εφηβείας και φτάνοντας, τέλος, στα χρόνια της ωριμότητας και της επιτακτικής ανάγκης της να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις της πρώτα με τον εαυτό της και ύστερα με τους άλλους.
Και μπορεί να πει κανείς ότι είναι ομολογουμένως αξιοσημείωτο, κάποτε και αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι, αυτές οι καταβυθίσεις, αυτά τα άλλοτε ελεγχόμενα και άλλοτε ανεξέλεγκτα άλματα της μνήμης επιχειρούνται με εντυπωσιακή πνευματική και ψυχική ευελιξία, χωρίς αναστολές, χωρίς τον φόβο μιας ενδεχόμενης έκθεσης, έτσι καθώς η αφηγήτρια, καθ’ όλη τη διάρκεια μιας σχεδόν εξομολογητικά δομημένης αφήγησης, της αφήγησής της, φροντίζοντας να ελέγχει και να προσαρμόζει τη διάθεση και το ύφος της στις διαρκώς εναλλασσόμενες ανάγκες των περιστάσεων, υπάκουη στις ξεχωριστές επιταγές των οπτικών γωνιών από τις οποίες κάθε φορά παρατηρεί και, παρατηρώντας, ανασυνθέτει στοχαστικά τη ζωή της.
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στην προκειμένη περίπτωση, έγκειται στο γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της αφήγησης -και παρά τη ρεαλιστική υφή των στοιχείων που τη συνθέτουν- δημιουργούνται, αναπτύσσονται και κυριαρχούν ανεξέλεγκτες, σκοτεινές και απροσδιόριστες δυνάμεις, που, σχεδόν υφέρποντας, περιβάλλουν και αναδεικνύουν συμβάντα και καταστάσεις, ενώ παράλληλα συμβάλλουν, όπως επισημάνθηκε ήδη, στη διάβρωση των διαχωριστικών ορίων ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, στη διεύρυνση και στην ενίσχυση της επικράτειας της φαντασίας και της φαντασίωσης. Κυρίως όμως συμβάλλουν στη διαρκή, κάποτε δραματικών διαστάσεων, εναλλαγή αντίθετων μεταξύ τους και μονίμως συγκρουόμενων συναισθημάτων -λ.χ. αγάπης και μίσους, τρυφερότητας και σκληρότητας, θυμού και ευφροσύνης, οίκτου και εκδικητικότητας-∙ συναισθημάτων που, όλα μαζί, συντείνουν στην εκκόλαψη και στην καλλιέργεια νοσηρών, στην πλειονότητά τους, σκέψεων και επιθυμιών και έμμονων ιδεών, όπως η κυρίαρχη, στα Φτερά παγωνιού, ιδέα της μητροκτονίας που, ευτυχώς, εξαντλείται στο πλαίσιο μιας κατάστασης ονειρικής και, εξαντλούμενη, μεταλλάσσεται σε έναυσμα αγάπης, κατανόησης, επαναπροσδιορισμού και αυτογνωσίας.

Μάχη Τζαβέλα, Φτερά παγωνιού, Γκοβόστης 2017





18/11/18


Η ιδέα της μητροκτονίας

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Θεόδωρος Ζαφειρόπουλος, 41.353504,19.745275, 2018, εκτύπωση UV, ακρυλικά και λάδι σε ξύλο, 45 x 60 εκ. 


ΜΑΧΗ ΤΖΑΒΕΛΛΑ, Φτερά παγωνιού, εκδόσεις Γκοβόστης, σελ. 128

Ξεκινώ την αναφορά μου στο αφήγημα της Μάχης Τζαβέλλα, Φτερά παγωνιού, επισημαίνοντας, πρώτ’ απ’ όλα, την ομολογουμένως αξιοσημείωτη, κάποτε και εντυπωσιακή, ικανότητά της να κινείται με κατακτημένη τεχνική, αφηγηματική ωριμότητα και περίσκεψη ανάμεσα στο βίωμα και τη μυθοπλασία, δημιουργώντας ένα απολύτως ρεαλιστικό και αληθοφανές σκηνικό, στις διαστάσεις του οποίου συντίθεται και, ταυτοχρόνως, εξελίσσεται, η ιστορία της. Κι ακόμα, επισημαίνοντας, με έμφαση, την άνεση με την οποία κινείται ανάμεσα στο πραγματικό, το φανταστικό, ενίοτε και φαντασιακό, ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, άλλοτε μυθοποιώντας το πραγματικό, εμπλουτίζοντάς το με στοιχεία απελευθερωμένα από τα δεσμευτικά όρια του τόπου και του χρόνου, συχνά περιβάλλοντάς το με την απροσδιοριστία του ονείρου, και άλλοτε δίνοντας διαστάσεις του πραγματικού στις ονειρικά συναρμολογημένες φαντασιώσεις της, με συνέπεια τη σύνθεση μιας μάλλον ρεαλιστικής, πλην όμως διαπερασμένης, διεμβολισμένης από νότες νοσταλγικές, ιστορίας, με πρωταγωνιστές την αφηγήτρια και πρόσωπα του στενού οικογενειακού, φιλικού και κοινωνικού της περιβάλλοντος, με προεξάρχουσα και καθοριστική όλων των εξελίξεων, εσωτερικών και εξωτερικών, αφηγηματικών αλλά και υπαρξιακών, τη μορφή της μητέρας, κάτω από το ακινητοποιημένο, στο επίκεντρο της ιστορίας, και συνάμα διάσπαρτο ως αίσθηση και πανταχού παρόν βλέμμα της οποίας συμβαίνουν όλα.

Και σκέφτομαι ότι δεν θα ήταν λάθος, ούτε υπερβολή, αν ισχυριζόταν κανείς ότι, κάλλιστα, θα μπορούσε να προστεθεί στον τίτλο του βιβλίου της ο υπότιτλος «οι καταστρεπτικές συνέπειες ενός βλέμματος και οι οδυνηρές διασταυρώσεις του», με δεδομένο ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το βλέμμα της μητέρας της αφηγήτριας -και ηρωίδας της ιστορίας- αποτελεί την αποκλειστική αιτία και την αφετηρία του μάλλον άνετου και ανεμπόδιστου -παρά την οδύνη, τις οδυνηρές συνειδητοποιήσεις που προκαλεί- ξετυλίγματος του νήματος της μνήμης της∙ την αποκλειστική αιτία και το έναυσμα της αφύπνισής της, που έχει ως συνέπεια αλλεπάλληλες, άλλοτε ελεγχόμενες και άλλοτε ανεξέλεγκτες αναδρομές στο μακρινό αλλά και στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, τις περισσότερες φορές ακατάστατα, χωρίς να τηρείται κάποια, στοιχειώδης έστω, χρονική σειρά, με τον αφηγηματικό χρόνο να μην διανύεται ομαλά και οριζόντια, αλλά με ακατάστατες και απροσδόκητες καταβυθίσεις ή επίσης με απροσδόκητα, γι’ αυτό και γοητευτικά, πισωγυρίσματα. Και όσο για την αφηγήτρια, ο αναγνώστης την αισθάνεται να βρίσκεται μονίμως κάτω από την επιρροή ή, καλύτερα, την απειλή του σκοτεινού, πραγματικού ή εικαζόμενου, βλέμματος της μητέρας της, καθηλωμένη σε ένα καίριο χρονικό σημείο της ύπαρξής της, αισθανόμενη να διασταυρώνονται στη σκέψη, ενίοτε και στο σώμα της το ίδιο, ριπές του παρελθόντος και του παρόντος, κάποτε και του μέλλοντος, συνθέτοντας μία νέα, ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα χρονική διάσταση, που δεν είναι άλλη από αυτήν της γραφής.
Όλο το αφήγημα της Μάχης Τζαβέλλα είναι η εξιστόρηση της πολλαπλά και με πολλούς και διάφορους τρόπους συγκρουσιακής σχέσης της αφηγήτριας με τη μητέρα της∙ μια εξιστόρηση που αναπτύσσεται, με την άλλοτε συστηματική εκμετάλλευση του νήματος του συνειρμού και άλλοτε με το άφημα στο, συχνά σαγηνευτικό, ξετύλιγμά του, προκειμένου να ανασυρθούν, με διαρκώς εναλλασσόμενα συναισθήματα και κάθε φορά αλλιώς φωτισμένα από τη μνήμη, κομμάτια του παρελθόντος, προσδιοριστικά του παρόντος και ίσως προοιωνιστικά του μέλλοντος. Γεγονός που ωθεί την αφηγήτρια σε ιδιαιτέρως επώδυνες, προφανώς εξαιτίας του αυτογνωσιακού τους χαρακτήρα, καταβυθίσεις στο απώτερο αλλά και στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν της, απ’ όπου ανασύρει και εκθέτει στο άλλοτε εκτυφλωτικό και άλλοτε υφέρπον και υποβλητικό φως ενός σταθερού και αμετακίνητου, περιβαλλόμενου από διαβρωτικές μνήμες, παρόντος, πρόσωπα, πράγματα, συμβάντα και καταστάσεις που μοιάζει να συνέβαλαν, αμέσως ή εμμέσως πλην σαφώς, στη διαμόρφωση ενός ιδιαιτέρως ευάλωτου ψυχισμού, ξεκινώντας από τα κάθε άλλο παρά ευφρόσυνα παιδικά της χρόνια, για να περάσει, στη συνέχεια, στα κρίσιμα χρόνια της εφηβείας και φτάνοντας, τέλος, στα χρόνια της ωριμότητας και της επιτακτικής ανάγκης της να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις της πρώτα με τον εαυτό της και ύστερα με τους άλλους.
Και μπορεί να πει κανείς ότι είναι ομολογουμένως αξιοσημείωτο, κάποτε και αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι, αυτές οι καταβυθίσεις, αυτά τα άλλοτε ελεγχόμενα και άλλοτε ανεξέλεγκτα άλματα της μνήμης επιχειρούνται με εντυπωσιακή πνευματική και ψυχική ευελιξία, χωρίς αναστολές, χωρίς τον φόβο μιας ενδεχόμενης έκθεσης, έτσι καθώς η αφηγήτρια, καθ’ όλη τη διάρκεια μιας σχεδόν εξομολογητικά δομημένης αφήγησης, της αφήγησής της, φροντίζοντας να ελέγχει και να προσαρμόζει τη διάθεση και το ύφος της στις διαρκώς εναλλασσόμενες ανάγκες των περιστάσεων, υπάκουη στις ξεχωριστές επιταγές των οπτικών γωνιών από τις οποίες κάθε φορά παρατηρεί και, παρατηρώντας, ανασυνθέτει στοχαστικά τη ζωή της.
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στην προκειμένη περίπτωση, έγκειται στο γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της αφήγησης -και παρά τη ρεαλιστική υφή των στοιχείων που τη συνθέτουν- δημιουργούνται, αναπτύσσονται και κυριαρχούν ανεξέλεγκτες, σκοτεινές και απροσδιόριστες δυνάμεις, που, σχεδόν υφέρποντας, περιβάλλουν και αναδεικνύουν συμβάντα και καταστάσεις, ενώ παράλληλα συμβάλλουν, όπως επισημάνθηκε ήδη, στη διάβρωση των διαχωριστικών ορίων ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, στη διεύρυνση και στην ενίσχυση της επικράτειας της φαντασίας και της φαντασίωσης. Κυρίως όμως συμβάλλουν στη διαρκή, κάποτε δραματικών διαστάσεων, εναλλαγή αντίθετων μεταξύ τους και μονίμως συγκρουόμενων συναισθημάτων -λ.χ. αγάπης και μίσους, τρυφερότητας και σκληρότητας, θυμού και ευφροσύνης, οίκτου και εκδικητικότητας-∙ συναισθημάτων που, όλα μαζί, συντείνουν στην εκκόλαψη και στην καλλιέργεια νοσηρών, στην πλειονότητά τους, σκέψεων και επιθυμιών και έμμονων ιδεών, όπως η κυρίαρχη, στα Φτερά παγωνιού, ιδέα της μητροκτονίας που, ευτυχώς, εξαντλείται στο πλαίσιο μιας κατάστασης ονειρικής και, εξαντλούμενη, μεταλλάσσεται σε έναυσμα αγάπης, κατανόησης, επαναπροσδιορισμού και αυτογνωσίας.

Βιβλιοπαρουσίαση, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΛΛΑ ΖΩΑ σε επιμέλεια ΑΝΝΑΣ ΛΥΔΑΚΗ που θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019 και ώρα 19:00 στον Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός" ( Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8)


Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η
 
Οι Εκδόσεις Παπαζήση έχουν την τιμή να σας προσκαλέσουν
στην παρουσίαση του βιβλίου


Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΛΛΑ ΖΩΑ
σε επιμέλεια ΑΝΝΑΣ ΛΥΔΑΚΗ
 
που θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019 και ώρα 19:00
στον Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός"
( Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8)

 
Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:
Κώστας Κατσουλάρης, Συγγραφέας
Αντώνης Καφετζόπουλος, Ηθοποιός
Ηλίας Μαγκλίνης, Δημοσιογράφος, Συγγραφέας

Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσουν
οι ηθοποιοί:
Αθηνά Μαξίμου, Κάρμεν Ρουγγέρη
και οι συγγραφείς:
Ζυράννα Ζατέλη, Αλέξης Πανσέληνος

Συντονίζουν οι φοιτήτριες Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου
Ηλέκτρα Κατσίκη, Εύα Φρέντζου

Την εκδήλωση θα κλείσουν με τα τραγούδια τους
οι Μιχάλης και Παντελής Καλογεράκης

 

Άρης Γεράρδης, Ευτυχώς είναι ακόμα σήμερα.Εκδόσεις Οδός Πα νός






Στους Ευοϊκούς του ονείρου του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου και ο Τίτος Πατρίκιος της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ







Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2019

Παντελής Μπουκάλας Το αίμα της αγάπης Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση Εκδ. Αγρα, 2017, σελ. 821

Αρκεί η εξής επιλογική δήλωση, η οποία παρέχει εμμέσως πλην σαφώς ένα ενδεικτικό μέτρο της μεθοδολογίας, η οποία ευφυώς υιοθετείται για τις πλείστες ανάγκες των σαρωτικών αναλύσεων του θέματος: «σκέφτομαι ότι, αυθόρμητα, ενστικτωδώς, ο δημοτικός ποιητής στοιχημάτισε τόσο πολύ στο αίμα επειδή το προέκρινε σαν το μόνο άξιο και τίμιο όπλο με το οποίο θα μπορούσε να πολεμήσει τις συνέπειες μιας ομοιοκαταληξίας, με το ψέμα, η οποία, ενώ γίνεται ρητή και ακουστή σποραδικά, υπάρχει πάντοτε στο μη φωνητικό βάθος, σαρκαστική ή και προδοτική: ψέματα οι πιο γλυκές υποσχέσεις, ψέματα οι βαρύτατοι όρκοι, ψέμα η αγάπη. Αυτό το ψέμα, ή μάλλον τον εγγενή φόβο του ψέματος, μόνο το αίμα μπορεί να τον πολεμήσει». Η πολύτροπη, έμπειρη γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού, το οποίο δεν παύει, συν τοις άλλοις, να ψάλλει την κατά βάθος θυσιαστική πλευρά των ερώτων, αφορά άμεσα, καταλυτικά δηλαδή τον Παντελή Μπουκάλα. Παρέχει δε αφειδώς το ικανό και αναγκαίο εκείνο έναυσμα για να πλεύσει πλησίστιος στο σύμπαν των αρμοδίων, των σημαινόντων ήχων. Εκεί δηλαδή όπου οι αλλεπάλληλοι φόνοι ακυρώνουν το ίδιο το είδωλο της διάφυλης σχέσης.
Η οριακή αδυναμία της ερωτικής συναντίληψης εν αγαθώ, ως διαχρονικό αντικείμενο της εξομολογητικής εν προκειμένω έκρηξης, αποτυπώνεται διαδοχικά στα επί μέρους τμήματα του έργου, με ενάργεια και σπάνιο φιλολογικό τακτ. Ετσι, το τραγούδι των αιμάτων, το οποίο προκύπτει μέσα από «την ποικίλη δράση» όχι και τόσο στοχαστικών προσαρμογών συνιστά το καταλληλότερο για την περίσταση επιτύμβιο. Η ολοκλήρωση της αποτυχίας της σεξουαλικής αγάπης να οδηγήσει στο εν τέλει εμμανώς ποθούμενο, στην πλήρη δηλαδή αφομοίωση ενός σχεδόν οραματικού εσύ από ένα αδυσώπητο, ουδέποτε νηφάλιο, κατά κανόνα, εγώ, εγγράφεται ως μείζων ελεγεία εν προόδω.
Διαχρονική επιστροφή
Ο συγγραφέας, με τη συστηματική χρήση αμάχητων πειστηρίων, υποστηρίζει, όπως έχω τονίσει παλαιότερα σ' αυτές τις φιλόξενες σελίδες, ότι η εμφανέστατη διαχρονική επιστροφή σε σταθερούς θεματικούς άξονες, σε κοινούς γλωσσικούς τύπους ή σε προσφιλή σημασιοσυντακτικά φαινόμενα, ανανεώνοντας, συν τοις άλλοις, τα όσα τελούνται στο πεδίο του ύφους, επιβεβαιώνει στη δημιουργική πράξη, σε απόλυτο μάλιστα βαθμό βεβαιότητας, τόσο την αισθητική αξιοσύνη της ανώνυμης νεοελληνικής ποίησης όσο και τη συνεπή λειτουργία του συνεχώς τελούντος εν εγρηγόρσει μηχανισμού της αναλογίας. Ο ίδιος στη συνέχεια οικοδομεί, με υποδειγματική επάρκεια και ρηματική συνέπεια, ένα ολόκληρο σύστημα λεπτομερούς αξιολόγησης, σχολαστικής διερμηνείας, λειτουργικής συσχέτισης και κατ' επέκταση συστηματικής έκθεσης του δημώδους διαβήματος στη σημερινή σκηνή. Ετσι, σε εθνική αλλά και σε διεθνή συνθήκη, το άσμα του λαού μας δείχνει την αλήθεια του σε όλες τις προεκτάσεις της.
Οπως ακριβώς συμβαίνει και στο αμέσως προηγούμενο έργο του, το οποίο τιτλοφορείται «Οταν το ρήμα γίνεται όνομα - Η «Αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των Δημοτικών», που η κριτική τίμησε δεόντως, η σχετική τεκμηρίωση ολοκληρώνεται κι εδώ κατά τρόπο πειστικό και άμεσο. Η εκάστοτε, οξύνους όντως, ανάλυση του Παντελή Μπουκάλα διακρίνεται, μεταξύ άλλων, από τη συνειδητή προβολή ουσιών λόγου. Το ένα κεφάλαιο, προκύπτοντας αβίαστα από το άλλο, συνιστά εστία κομβικών σημασιών. Το δοκιμιακό ήθος αναφαίνεται από σελίδα σε σελίδα: το αενάως υπομνηματιζόμενο φώνημα διπλασιάζεται συνεπώς αξιακά, συνιστώντας εν τέλει Νουν.
Δείκτες πορείας
Οι τριάντα σελίδες βιβλιογραφίας, οι διακόσιες σελίδες των εξαντλητικών σημειώσεων, οι αλλεπάλληλες συνετές παραπομπές, τα λίαν διαφωτιστικά σχόλια καθιστούν κι αυτόν τον τόμο ένα καθόλα απαραίτητο εργαλείο γνώσης. Τα τέσσερα κεφάλαια ή άλλως δείκτες πορείας, που ονομάζονται αντιστοίχως «Εμπόλεμος έρωτας», σε δεκαεπτά ενότητες, «Ο έρωτας σαν εκούσια σφαγή», σε δύο, «Το σφαγείο του έρωτα», σε δέκα και «Το όνομα, το αίτημα, το αίμα» σε πέντε ενότητες, συναποτελούν τις κλείδες μιας στοχαστικής, εξόφθαλμα εμβριθούς επανατοποθέτησης του ερωτικού διαβήματος των ανωνύμων μας τραγουδοποιών. Εδώ η απατηλή σαγήνη, που είθισται να επικαλύπτει το κενόν των ερώτων, διαλύεται. Ο σκοτεινός πόθος, σε συνδυασμό με τη μανία της εκδίκησης, ασύμμετρης ή μη, υπαγορεύει τις μοιραίες συμπεριφορές.
«Ο μελετητής θα ανακαλύψει», όπως υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, η Ανθούλα Δανιήλ στις σελίδες του ηλεκτρονικού περιοδικού «Διάστιχο», από τις 8 Φεβρουαρίου τ. έ., «τις επώνυμες διακλαδώσεις του δημοτικού τραγουδιού, όπως τον συσχετισμό του κάλλους με βέλος, στο μυθιστόρημα του Αχιλλέα Τατίου «Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα», με το κάλλος να είναι οξύτερο του βέλους. Το σχόλιο του Τατίου σε μετάφραση Γιώργη Γιατρομανωλάκη έχει ως εξής: «Γιατί το κάλλος πληγώνει πιο βαθιά απ' τη σαΐτα, καθώς χύνεται από τα μάτια και μέσα στην ψυχή κατεβαίνει - τα μάτια είναι ο δρόμος για τις πληγές του έρωτα». Ακολουθούν τα σχόλια των μελετητών στους αιώνες που πέρασαν κι οι οποίοι επικαλούνται άλλους. Από τη μακρά αλυσίδα, καταγράφω με τη σειρά που διαβάζω: Κουκουλές, Μανασσής, Λόγγος, Πηλουσιώτης, Αμοιρούτζης. Επισημαίνω, επίσης, την υποδειγματική αξιοποίηση, εντός του εν λόγω πλαισίου πάντα, «του πρώτου ομοφυλοφιλικού νεοελληνικού ποιήματος» κατά τον χαρακτηρισμό του Σπύρου Καρυδάκη. Πρόκειται για την καθόλα απρόοπτη, εξόφθαλμα τολμηρή «Δικαίαν εκδίκησιν» του Γεωργίου Τερτσέτη (1800-1874). Αν και δεν δικαιώνεται τότε η εναλλακτική σεξουαλική δράση, παρέχεται εν τούτοις εμμέσως πλην σαφώς ένα μέσον μιας πρώτης προσέγγισης της πολλαπλώς απαγορευμένης ζώνης των αποκλινόντων ερώτων.
Ισότιμη βάση
Τελείως ενδεικτικά, οίκοθεν νοείται, είναι τα όσα απομονώνω εδώ από το λίαν ευρύ φάσμα των αποδελτιώσεων και των υπομνηματισμών ύφους και περιεχομένου. Θα μπορούσα κάλλιστα να ισχυριστώ ότι το κυρίως μέρος και οι σημειώσεις δρουν σε ισότιμη σημειολογική βάση: οι δεύτερες δεν συνιστούν απλώς προεκτάσεις ή τυπικές διασαφηνίσεις του πρώτου, αλλά αυτοτελείς, πλήρεις δηλαδή κοιτίδες νοήματος. Το σχόλιο εν ολίγοις αφορά εδώ στην περαιτέρω διερμηνεία της συγκεκριμένης οντολογίας, η οποία προκύπτει μέσα από τους στίχους του Ποταμού, ήτοι «του αίματος της αγάπης».
Κοντολογίς, πρόκειται για βαρύτιμο έργο ζωής. Ενα opus magnum του οτρηρού αυτού δοκιμιογράφου και βραβευμένου, ως γνωστόν, ποιητή, ο οποίος, αφού είδε στον καθρέφτη του δημοτικού μας τραγουδιού όλες τις κορυφώσεις της ιλαροτραγωδίας του καθολικού ανθρώπου, αποτύπωσε και αποτυπώνει με ιδιάζον σθένος και αμείωτη ετοιμότητα ό, τι ακριβώς τον έθελξε κατ' εξοχήν.

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

Για τη «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς» του Δημήτρη Π. Κρανιώτη – γράφει ο Σταύρος Γκιργκένης, ηλεκτρονικ΄πο Φρέαρ, 4.1.19



Παρατηρήσεις ύφους και ποιητικής στη συλλογή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη
Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς, εκδ. Κέδρος 2018.
Το βιβλίο Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς των εκδόσεων Κέδρος αποτελεί την πιο πρόσφατη συμβολή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη στον χώρο της ποίησης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Θεσσαλός ποιητής αποτελεί μια από τις πιο ώριμες φωνές που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στον στίχο σήμερα και ότι η συλλογή είναι από τις σημαντικότερες που εκδόθηκαν το 2018.
Τα ποιήματα που συναποτελούν τη συλλογή χαρακτηρίζονται συνολικά από λιτότητα στο λόγο, πυκνότητα και βραχύτητα στην έκφραση. Είναι χαρακτηριστική η συντομία που τα διακρίνει, αφού ο ποιητής ολοκληρώνει όσα έχει να πει σε κείμενα που η έκτασή τους δεν ξεπερνά ποτέ τη μία σελίδα.
Βασικό γνώρισμα της ποιητικής του τεχνικής είναι το παιχνίδι με τις λέξεις. Για παράδειγμα στο ποίημα με τον τίτλο Μείον ένα η φράση «-1» χρησιμοποιείται πρώτα ως αριθμητικό σύμβολο για τα νούμερα των ορόφων στο μεταφυσικό ασανσέρ που οδηγεί στο χτες, ενώ στη συνέχεια εμφανίζεται γραμμένη ολογράφως στην τελευταία στροφή. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας αντίθεσης ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, το χτες και το αύριο:
Ως το χθες / ως το σίγουρο κι απροσδόκητο -1 του ασανσέρ… γεμίζοντας με μείον ένα αύριο ρίζες λωτών και μύθων.
Η τεχνική αυτή δημιουργεί συνηχήσεις που επεκτείνονται ακόμη και στην περίπτωση των ξένων λέξεων, όπως πολύ χαρακτηριστικά συμβαίνει στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής που έχει τον τίτλο «Αλφαβητάρι»:  Πίνοντας αναψυκτικό light / Και κάνοντας like.
Η καβαφικού τύπου λιτότητα στο λόγο του ποιητή δημιουργείται επίσης από την πληθωρική χρήση των επιρρηματικών μετοχών: πίνοντας, κάνοντας, σκουπίζοντας τα φύλλα, φωνάζοντας σε μία γλώσσα άγνωστη, υφαίνοντας αυταπάτες, γεμίζοντας με -1 αύριο, και πολλά άλλα παρόμοια.
Ομόλογο υφολογικό χαρακτηριστικό είναι η κυριαρχία των ουσιαστικών και των ρημάτων με την αντίστοιχη μειωμένη παρουσία επιθέτων. Όπου εμφανίζονται ίχνη επιθέτων είναι κυρίως μέσω της μεταμόρφωσής τους στα αντίστοιχα επιρρήματα. Για παράδειγμα: αφοπλιστικά και αναίμακτα, μην μου απαντήσεις βιαστικά, υπόγειο αορίστως κι εντόκως με θυμό. Όλα αυτά σε ένα και μοναδικό ποίημα («Μείον ένα»).
Εναλλακτικά το επίθετο, έναρθρο, μπορεί να μετατρέπεται σε αφηρημένο ουσιαστικό με έναν σχεδόν θουκυδίδειο τρόπο: Το αβέβαιο της θέλησης μας και το άβατο της ηθικής μας, στο ποίημα «Υψικάμινος».
Συναφής υφολογικά είναι η χρήση σχεδόν οποιουδήποτε μέρος του λόγου σε θέση ουσιαστικού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα:
Άρχισα να ξηλώνω τα ρούχα μου ώσπου έμεινα γυμνός στη μέση του πουθενά, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Χάθηκε σε ζιζάνια το ψες, στο ποίημα «Αυλή χωρίς σιωπές».
Δούναι και λαβείν κατά φύσιν κεκτημένα…  Δούναι και λαβείν παρά φύσιν τεκταινόμενα στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Στο παρά πέντε απόδρασης από το σαβουάρ βιβρ, στο ποίημα «Ιανός».
Παραβίασες τα σύνορα που έθαψαν το γνώθι σαυτόν…  Στο άψε σβήσε έτσι απλά γέννησες φως, στο ποίημα «Άψε σβήσε».
Με αμέτρητα απωλέσθην, στο ποίημα «Απωλέσθην».
Πολλές από αυτές τις εκφράσεις χρησιμεύουν και ως τίτλοι των αντίστοιχων ποιημάτων.
Αξίζει επίσης να επισημανθεί η χρήση των σημείων στίξης ή μάλλον η σχεδόν παντελής απουσία τους. Δεν υπάρχει τελεία, δεν υπάρχει κόμμα. Διασώζεται περιστασιακά η παρένθεση, προκειμένου να δηλωθεί μια δεύτερη σκέψη του ομιλούντος προσώπου, μια αμφιβολία, ένας υπαινιγμός, μια αιφνίδια προσθήκη, μια αποσαφήνιση, συνήθως μέσω κάποιας αντιθετικής έκφρασης και ενός συνοδευτικού ερωτηματικού:
Έτσι κι αλλιώς ποιος θα με καταλάβαινε, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Ποια λογική νοικιάστηκε από τη φαντασία μου απόψε, στο ποίημα «Μείον ένα».
Μήτρα ζωής η γη υιών και θυγατέρων, στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Και χωρίς σήμα το κινητό μας, στο ποίημα «Ιανός».
Πότε προλάβαμε άραγε να ερωτευτούμε, στο ποίημα «Ιανός».
Όσα δεν λέγονται μα γράφονται στο σκοτάδι, στο ποίημα «Άψε σβήσε».
Ποιος ξέρει αν θα βρέξει…  Ποιος στο όνειρο θα αντέξει, στο ποίημα «Δελτίο καιρού».
Τα ουσιαστικά μαλώνουν ανεξαρτήτως πτώσης… τα ρήματα διαμαρτύρονται ανεξαρτήτως χρόνου, στο ποίημα «Συγκάτοικος λέξεων».
Περιστασιακά τον ίδιο ρόλο αναλαμβάνει ο εγκιβωτισμός μιας φράσης σε παύλες:
Μέσω πιστωτικής, στο ποίημα «Εκποίηση. Σε τιμή ευκαιρίας, στο ποίημα «Μεταχειρισμένα Όνειρα». Αναπόφευκτη συνήθεια των ημερών που έρχονται, στο ποίημα «Πέμπτη εποχή». Ψυχή και σώματι, στο ποίημα «Λύτρωση».
Ο λόγος των ποιημάτων του Δ. Π. Κρανιώτη χαρακτηρίζεται από μια ιδιόμορφη μίξη γλωσσικών επιπέδων που θυμίζει έντονα σε ορισμένα σημεία τον τρόπο που ο Καβάφης αναμιγνύει την απλή δημοτική, τους ιδιωματισμούς και την καθαρεύουσα. Στον Δ. Π. Κρανιώτη η ιδιομορφία της μίξης στηρίζεται στην ταυτόχρονη χρήση μιας γλώσσας πολύ καθημερινής σε συνδυασμό με μια πληθώρα λέξεων που προέρχονται από τη λόγια παράδοση και χρησιμοποιούνται στον ιδιαίτερα πεπαιδευμένο λόγο. Στο μείγμα προστίθεται και η χρήση πολλών ξένων λέξεων, ορισμένες φορές γραμμένων στο λατινικό αλφάβητο, σε μια προφανή αναγνώριση της σύγχρονης γλωσσικής πραγματικότητας και με μια διάθεση να γειωθεί ο κορμός του ποιήματος στον γλωσσικό νατουραλισμό. Άρα μπορούμε να διακρίνουμε δύο αντίρροπες κινήσεις στο ύφος του Δ. Π. Κρανιώτη: λέξεις υψηλής φόρτισης από τη μια και λέξεις χαμηλού φωτισμού από την άλλη. Παραδείγματα:
Να αναζητώ με silver alert δίχως όνομα εμένα, στο ποίημα «Παζλ».
Δεν άφησα ρέστα για πουρμπουάρ δεν σκόνταψα διαγωνίως, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Μήτρα ζωής η γη υιών και θυγατέρων, στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Το ασανσέρ κολλημένο μεταξύ ρετιρέ και ουρανού, στο ποίημα «Ιανός».
Στο παρά πέντε απόδρασης από το σαβουάρ βιβρ, στο ποίημα «Ιανός».
Άφησες ένα post it, στο ποίημα «Απωλέσθην».
Σε μειδίαμα λευκής μαρμαρυγής… τα κελεύσματα σιωπής επίορκων δωρητών ψυχής, στο ποίημα «Λευκή μαρμαρυγή».
Μην στέλνεις άλλα sms… το iphone μου πέταξα, στο ποίημα «Τα sms της κρίσης».
Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά της γλώσσας και του ύφους του Δ. Π. Κρανιώτη δεν αποτελούν τυχαίες συναθροίσεις λέξεων, αλλά αποτέλεσμα μελετημένης στόχευσης και σκληρής δουλειάς. Δεν προκύπτουν τυχαία, αλλά είναι προϊόν μεθοδικής και λεπτής επεξεργασίας του λόγου, κάτι που κάνει τον Δ. Π. Κρανιώτη να ξεχωρίζει από μια μεγάλη κατηγορία προχειρολόγων ποιητών που δουλεύουν πολύ λίγο τα στιχουργήματά τους, αφού τα γράψουν. Στην προχειρολογία και την ευκολία που βασιλεύουν στο τοπίο του σύγχρονου ελληνικού ποιητικού λόγου, ο Δ. Π. Κρανιώτης αντιτάσσει τον δύσκολο καλβικό αγώνα της πάλης με τις λέξεις, τις φόρμες και τις έννοιες.
Κλείνοντας θα ήθελα να θίξω ακόμη ένα θέμα της τεχνικής του Δ. Π. Κρανιώτη, που αποτελεί προέκταση όσων ειπώθηκαν προηγουμένως σχετικά με τη φροντίδα που δείχνει στην επιλογή των λέξεων και την συστηματική επεξεργασία των λόγων του. Αξίζει, λοιπόν, να προσεχτεί μια ιδιαίτερη κατηγορία ποιημάτων που αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, ένα είδος αποκαλυπτηρίου για το πώς λειτουργεί το «εργαστήριο ποιημάτων Κρανιώτη». Εννοώ φυσικά τα ποιήματα ποιητικής που δεν είναι λίγα μέσα στη συλλογή. Τα ποιήματα αυτά αποκαλύπτουν ποιες ανάγκες του ποιητή ικανοποιεί η ποίηση, γιατί γράφει, πώς γράφει, πώς νομίζει ότι τον αντιμετωπίζει ο κόσμος και οι ομότεχνοι και πολλά άλλα παρόμοια θέματα.
Δεν ξέρω τι πραγματικά σκεφτόταν ο Δ. Π. Κρανιώτης, όταν έγραφε το ποίημα «Αλφαβητάρι», αλλά μοιάζει, σ’ εμένα τουλάχιστον, να σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε να κατακτήσει την απλότητα του λόγου ο ποιητής: θα ήθελε να έχει στην κατοχή του το πιο απλό εργαλείο του λόγου, το αλφαβητάρι, να ξαναμάθει από την αρχή πώς να δίνει στην Άννα ένα μήλο σε μια προφανή νοσταλγική παραπομπή στην απλότητα της παιδικής ηλικίας. Ο ποιητής μας θέλει λοιπόν να μιλήσει απλά και λιτά, τώρα που μεγάλωσε.
Στη «Γραβάτα δημοσίας αιδούς επιδίδεται σε ένα στριπτίζ απογυμνώνοντας τον εαυτό του σε ένα μέρος που δεν υπάρχει κανείς για να συνομιλήσει μαζί του και φωνάζοντας σε μια γλώσσα άγνωστη, γιατί προφανώς νιώθει ότι η γυμνότητα του λόγου που εκπέμπει δεν έχει εύχερους ακροατές.
Στο ποίημα «Αυλή» χωρίς σιωπές η γλάστρα της σιωπής σπάει δίνοντας τη θέση της στην κραυγή, τον άναρθρο λόγο, μόνο που αυτή η κραυγή έχει απωλέσει τον εαυτό της, αφού δεν θυμάται τι απέγινε το φως και το σκοτάδι.
Στο ποίημα «Μείον ένα» οι λέξεις γίνονται ενδύματα τα οποία, σε αντίθεση με το στριπτίζ της Γραβάτας δημοσίας αιδούς, οι πρωταγωνιστές του κειμένου, το ποιητικό υποκείμενο και η συντροφιά του, πρέπει αντιθέτως εδώ να φορέσουν. Ωστόσο δεν χρειάζεται αυτό να συμβεί βιαστικά. Υπάρχει χρόνος για να δοθούν απαντήσεις και υπομονή.
Στο ποίημα «Άψε σβήσε το ποιητικό υποκείμενο με ορμή παραβιάζει τα σύνορα που του έχουν τεθεί, εισβάλλει στο πραγματικό βασίλειο του εαυτού του για να τον γνωρίσει, γκρεμίζοντας φυλακές και πυρπολώντας κουρτίνες και εμπόδια. Και όλα αυτά γίνονται δίχως κραυγές ή ψιθύρους, ενώ από το αγκάλιασμα των λόγων που γράφονται μες στο σκοτάδι προκύπτει για πρώτη φορά το φως, γεννημένο από την ίδια την ομιλούσα φωνή.
Στην «Εκποίηση» μετά από μια αναφορά στην έλλειψη προλόγων και στην ύπαρξη προκάτ επιλογών που δημιουργούν μία ευτελή ανομβρία, το ποίημα συνεχίζει με υπαινιγμούς σε φλυαρίες που δεν επιτρέπουν την επαφή, σε αστυφιλίες λέξεων που θρυμματίζουν το φίλημα και σε μια εκποίηση που είναι στην πραγματικότητα ποίηση ημιτελών αισθήσεων και στιγμών που δεν μπορούν να ενταχθούν πουθενά.
Στην «Πρώτη απαγγελία» η ποιητική φωνή ως οξύμωρο φωνάζει με ψιθύρους, κρεμά ποιήματα στους τοίχους χρησιμοποιώντας για καρφιά συλλαβές. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας λόγος, ο οποίος απαγγέλει όσα έχουν γραφεί εν απουσία του ποιητή, αλλά με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο από τον ίδιο.
Στο «Κόκκινο ποίημα» το χρώμα του ποιήματος παραπέμπει στο αίμα μέσω του οποίου είναι γραμμένο το ποίημα και με τις λέξεις του οποίου ο ποιητής πεθαίνει και ανασταίνεται.
Στο ποίημα «Ενδελεχώς» το ποιητικό υποκείμενο, μέσω της συγγραφής, πότε δημιουργεί τον εαυτό του και ποτέ τον διαγράφει, σβήνοντας εφιαλτικές μνήμες και χαράζοντας άλλες υποστηρικτικές. Στο τέλος όλο το σκηνικό μετατρέπεται μέσα από μια μεταφορά σε διαδικασία που παραπέμπει στη ζωγραφική. Ο ποιητής ζωγραφίζει με καινούργια χρώματα τον εαυτό του σε μια προσπάθεια που ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί.
Στο ποίημα «Γυμνά διηγήματα» γίνεται ολοφάνερα και πάλι λόγος για την συγγραφική διαδικασία: αναφέρονται η γραφή, η σιωπή που την υποκαθιστά, η ρίμα, τα χαϊκού, οι ωδές, ενώ το ποίημα κλείνει στις δύο τελευταίες στροφές του με μια αντίθεση:  τα γυμνά διηγήματα του ποιητή δεν άντεξαν τον καθωσπρεπισμό με τον οποίον ήρθαν αντιμέτωπα, ενώ τα ντυμένα ποιήματά του τιμωρήθηκαν με απαγόρευση εισόδου στις ακτές των γυμνιστών. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ο λόγος του ποιητή να μη βρίσκει το ακροατήριο που επιθυμεί.
Στο ποίημα «Ενοικιάζεται» η ποίηση προκύπτει ως κάτι το προσωρινό μέσα από ένα φιλί χωρίς ομοιοκαταληξία. Η αγάπη κλείνεται σε ανέκφραστες συλλαβές που μόνο αυτές έχουνε χρώμα μέσα σε ένα ασπρόμαυρο τοπίο. Ίσως εδώ να υπονοείται μία αδυναμία έκφρασης μέσα από το λόγο του πλέον βαθύτερου συναισθήματος, της αγάπης.
Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολλή ώρα ακόμα με παρόμοιες παρατηρήσεις, αφού η ποιητική διεισδύει σχεδόν σε κάθε ποίημα της συλλογής έμμεσα ή άμεσα. Προτιμώ να κλείσω εδώ με την παράθεση δύο πολύ χαρακτηριστικών ποιημάτων που φανερώνουν το πώς βλέπει την ποιητική διαδικασία ο Δ. Π. Κρανιώτης. Το ένα είναι το ποίημα «Κορώνα γράμματα», όπου η ποίηση λειτουργεί ως βασανιστήριο και ως φάρμακο ταυτόχρονα:
Σαν γράφω,
Κορώνα-γράμματα
Παίζω τον εαυτό μου
Ματώνω τρέχοντας
Με τον νου
Σκοντάφτω
Στην καρδιά μου
Ληστεύω συναισθήματα
Χορεύω μοιρολόγια  
Σαν τιμωρούμαι
Με ποίηση
Με λέξεις αναρρώνω
Το άλλο ποίημα είναι ο «Συγκάτοικος Λέξεων», που υπονοεί την πάλη του ποιητή για επιτυχία στην γλωσσική εξωτερίκευση του εσώτερου λόγου:
Από δωμάτιο σε δωμάτιο
Τις λέξεις αναστατώνω
Τα ουσιαστικά μαλώνουν
(Ανεξαρτήτως πτώσης)
Χωρίς αιτία στο ισόγειο ξαπλώνω
Τα ρήματα διαμαρτύρονται
(Ανεξαρτήτως χρόνου)
Χωρίς δίλημμα
Στο μπαλκόνι ξυπνώ
Ανάμεσα σε σελίδες
Που ακόμη γράφονται
Τα βήματά μου αγνοώ
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Εrnst Ηaas. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]