Τρίτη, 7 Απριλίου 2020

Ευάγγελος Αυδίκος, Λιντσάρισμα στην Ερμού, ΕΦΣΥΝ, 7 Απριλίου 2020



Κακό γίνε το δικό μου καλό. Η άποψη ανήκει στον Ουίλιαμ Μπλέικ, ποιητή και ζωγράφο, για τη σχέση των δημιουργών με τη δαιμονική όψη του κόσμου και του πολιτισμού.
Δεν γνωρίζω αν ο Αλέξανδρος Σούτσος είχε διαβάσει τις απόψεις του Μπλέικ. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί όμως πώς θα γινόταν η πλάτη του πεδίο εφαρμογής αυτής της άποψης από τον φανατισμένο αθηναϊκό όχλο το πρωί της 20ής Σεπτεμβρίου 1844. Κατευθυνόμενος προς την Αιόλου, ένα σμάρι έξαλλων υποστηρικτών τής τότε κυβέρνησης κραδαίνοντας ρόπαλα, εξοπλισμένο με λιθάρια και εκτοξεύοντας ύβρεις, άρχισε να τον καταδιώκει, στην Ερμού, τον τότε αποκαλούμενο μεγάλο δρόμο της μικρής πρωτεύουσας. Ο Σούτσος δοκίμασε στην πλάτη του την ανάσα του τυφλού όχλου, που τον καταδίωκε βγάζοντας κραυγές: Σκοτώστε τον, θάνατος στον άτιμο, λωποδύτη.
Ο Σούτσος είχε διαπράξει το αδίκημα να σατιρίσει την κυβέρνηση, ιδίως τον Ρήγα τον Παλαμήδη, εξέχοντα δημαγωγό της εποχής που είχε ηγηθεί στην προσπάθεια για υπερψήφιση ψηφίσματος περί αυτοχθόνων και ετεροχθόνων τον Ιανουάριο 1844. Λίγοι μόλις μήνες από τον Σεπτέμβριο του 1843, που η χώρα απέκτησε συνταγματικό χάρτη, ιδιοτελείς σκοπιμότητες έπνιξαν την επιχειρούμενη άνοιξη του ελληνικού πολιτεύματος. Συνασπίστηκαν πολλοί και ψήφισαν, ώστε οι ετερόχθονες, όσοι δηλαδή εγκαταστάθηκαν στο νεαρό ελληνικό κράτος μετά τη δημιουργία του, να μην μπορούν να διορίζονται στον κρατικό μηχανισμό.
Το ζήτημα ήταν ο έλεγχος της δημόσιας διοίκησης ως γέρας για τον υπέρ της ελευθερίας αγώνα. «Πρόκειται να ρίψωμεν βάλσαμον εις τας πληγάς μας και όχι τρεμεντίνα [ρητίνη]», το επιχείρημα όσων υποστήριζαν τον αποκλεισμό των υπόδουλων μετακινηθέντων από τις οθωμανοκρατούμενες περιοχές. Ανάμεσά τους και ο Μακρυγιάννης που ανέκραξε «αν είναι να μείνωμε ημείς νηστικοί, ας πάη στο διάβολο η ελευθερία».
Ο Σούτσος ήταν σφοδρός πολέμιος όλων αυτών που αντιμετώπισαν το νεαρό κράτος ως λάφυρο των επιτηδείων εκ των αγωνιστών. Κι έτσι τον στοχοποίησαν, έκαιγαν κι έσκιζαν τα φυλλάδιά του, στο οποία δημοσίευε τη σάτιρά του εναντίον του αντεθνικού ψηφίσματος, όπως το χαρακτήριζε. Ο Παλαμήδης αξιοποίησε τους ανθρώπους τους, οι οποίοι δημιούργησαν εκρηκτικό κλίμα εναντίον του Σούτσου, με την κατηγορία ότι ο δεύτερος υπονόμευε την κυβέρνηση και συνεπώς ετίθεντο εν αμφιβόλω η συμμετοχή τους στα αγαθά της εξουσίας.
Εχω την αίσθηση ότι με τον αξιότιμο κορονοϊό, το διαδίκτυο και η ενημέρωση έχει γίνει μια σύγχρονη οδός Ερμού. Ολοι στρέφονται κατά πάντων. Ομως, αν ζούσε ο Σούτσος θα έλεγε πως διακυβεύονται δύο πράγματα. Το πρώτο είναι η δημόσια υγεία και σ’ αυτό δεν υπάρχουν εκπτώσεις. Το δεύτερο είναι η δημοκρατία. Το δικαίωμα στη διαφορετική άποψη που συνδράμει το πρώτο. Και τα δύο είναι αδιαπραγμάτευτα.


Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

Του Άγγελου Μανταδάκη, Οι φωτιές του Άη-Γιάννη και οι επιδημίες..., εφ. ΑΥΓΗ, 3 Απριλίου 2020

Συγγραφικές ενώσεις εναντίον Internet Archive ΝΙΚΟΛΑΣ ΖΩΗΣ, εφ.ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ



«Ψηφιοποιούν βιβλία παρανόμως», έγραψε στο Twitter ο Κόλσον Γουάιτχεντ, συγγραφέας.
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Iσως κάπου το πήρε το μάτι σας αυτές τις μέρες. Το Internet Archive, μια πλατφόρμα που το 1996 ιδρύθηκε με σκοπό την αρχειοθέτηση ιστοσελίδων και το 2005 στράφηκε και σε υπηρεσίες ψηφιακής βιβλιοθήκης, πρόσφερε στο κοινό του 1,4 εκατ. e-books, για ανάγνωση στις δύσκολες μέρες της απομόνωσης. Το πρότζεκτ ονομάστηκε «Βιβλιοθήκη Εθνικής Eκτακτης Ανάγκης» και συνοδεύτηκε από άρση της λίστας αναμονής δανεισμού, που κρατούσε τον αριθμό των προσφερόμενων e-books σε νόμιμα πλαίσια.
Και καθώς σε αυτά τα 1,4 εκατ. βιβλία περιλαμβάνονταν και μπεστ σέλερ που καλύπτονται από πνευματικά δικαιώματα (βιβλία των Χίλαρι Μάντελ, Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, Στίβεν Κινγκ, Τζ. Ρ. Ρ. Μάρτιν και άλλων), πολλοί συγγραφείς και οι ενώσεις τους εξοργίστηκαν. «Ψηφιοποιούν βιβλία παρανόμως και τα ανεβάζουν στο Διαδίκτυο. Δεν είναι βιβλιοθήκη», έγραψε ξερά στο Twitter ο Κόλσον Γουάιτχεντ, συγγραφέας του μυθιστορήματος «Υπόγειος σιδηρόδρομος» (εκδ. Ψυχογιός), το οποίο έχει βραβευτεί με Πούλιτζερ και με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου στις ΗΠΑ. Σε πιο αναλυτικό ύφος, η Eνωση Συγγραφέων της Αμερικής δήλωσε «σοκαρισμένη που το Internet Archive χρησιμοποιεί την πανδημία ως δικαιολογία για να εξωθήσει στα άκρα τον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων», ενώ ο πρόεδρός της Ντάγκλας Πρέστον είπε ότι «είναι σαν να λεηλάτησαν ένα βιβλιοπωλείο και άρχισαν να μοιράζουν τα βιβλία στους περαστικούς».
Η Βρετανίδα ομόλογός του Νίκολα Σόλομον χαρακτήρισε «ελεεινή» την κίνηση του Internet Archive και υποσχέθηκε να αρχίσει συζητήσεις με υπουργούς της χώρας της προκειμένου να σταματήσει αυτή την «αγνή και ατόφια πειρατεία». Τι αποκρίθηκε το Internet Archive; Oτι η άρση εκείνης της λίστας αναμονής δανεισμού έχει τη στήριξη της ευρύτερης εκπαιδευτικής και βιβλιοθηκονομικής κοινότητας. Oτι ενθαρρύνει τους αναγνώστες που είναι σε θέση να παραγγείλουν βιβλία από βιβλιοπωλεία να το πράξουν, καθώς και ότι όσοι συγγραφείς δεν επιθυμούν να προσφέρουν προσωρινή πρόσβαση στα έργα τους σε αυτή την περίοδο κρίσης, μπορούν να το ζητήσουν με ένα e-mail. Η διαφωνία δεν λύθηκε· μερικές ενώσεις συγγραφέων βρίσκονται εδώ και χρόνια στα μαχαίρια με το Internet Archive. Αιτία, τα πνευματικά δικαιώματα, που ίσως αρχίσουν να συζητιούνται με διάφορους νέους τρόπους, καθώς η ψυχαγωγία γίνεται όλο και πιο ψηφιακή.

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

Ευάγγελος Αυδίκος, Μοναχικοί θάνατοι, ΕΦΣΥΝ, 31 Μαρτίου 2020


                  

Ο τρόπος που πεθαίνουν οι άνθρωποι είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας. Η ποιότητα του πολιτισμού. Αν ο μέσος όρος της ηλικίας είναι μικρός. Αν υπάρχει μεγάλη παιδική θνησιμότητα. Αν πεθαίνουν στο σπίτι τους. Μαζί με τα παιδιά τους και τους αγαπημένους τους. Ή αν αφήνουν την τελευταία τους πνοή σε οίκους ευγηρίας ή σε νοσοκομεία με τη συντροφιά μιας αποκλειστικής, στην καλύτερη περίπτωση, νοσοκόμας.
Παλαιόθεν η αντιμετώπιση των νεκρών ήταν το μέτρο για την αξιολόγηση της οικογενειακής και κοινοτικής συνοχής. Οι παραδόσεις αυτού του είδους είναι ο αψευδής μάρτυρας. Η μεγαλύτερη δυστυχία για μια οικογένεια ήταν να βρικολακιάσει ο νεκρός της. Να δημιουργηθεί η πεποίθηση πως δεν μπορεί να ησυχάσει εκεί που πήγε. Κι ένας από τους βασικούς λόγους για το βρικολάκιασμα ήταν το δρασκέλισμα του νεκρού από γάτα ή άλλο ζώο. Εν ολίγοις, ο πυρήνας αυτής της αντίληψης είναι πολύ ομιλητικός για τα μέλη της κοινοτικής ομάδας. Απέδιδαν στην οικογένεια αδιαφορία. «Σαν το σκυλί στ’ αμπέλι πήγε», μια παροιμία που χώρεσε τους φόβους για έναν θάνατο που θα στιγμάτιζε την οικογένεια.
Αυτή η παροιμία ταιριάζει γάντι σ’ αυτό που συμβαίνει σήμερα. Οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνοι τους. Χωρίς το χάδι των οικείων. Χωρίς την ικανοποίηση ότι αποχώρησαν από τη ζωή περιστοιχισμένοι από τους αγαπημένους. Που μπορεί να τους σφάλιζαν τα μάτια. Που μπορεί να εξομολογούνταν όσα δεν μπόρεσαν να πουν όλο τον προηγούμενο καιρό. Η ώρα του θανάτου μαλακώνει τους ανθρώπους. Είναι οι στιγμές που μανδηλοδένονται κόμπο οι ευχές και τα τελευταία λόγια γίνονται πολύτιμα πετράδια της ατομικής και οικογενειακής μνήμης.

Ο κορόνας αποκάλυψε τη γύμνια του πολιτισμού μας. Οι θάνατοι έγιναν μοναχικοί, βρόχος στον επιθανάτιο ρόγχο του πασπαλισμένου με χρυσόσκονη δηθενικού βίου μας. Ο φόβος για την αιώνια νεότητα με συχνή προσφυγή στους μποτοξεγχυτές και η διαρκής αναζήτηση μιας ψευδοκοινωνικότητας μετέτρεψε την οικογένεια σε μοναχικά άτομα με παράλληλες ζωές.
Κι ήρθε ο κορόνας ν’ αποδείξει πόσο στραβά αρμενίσαμε τα τελευταία πενήντα χρόνια. Δειλοί και άβουλοι, παραδομένοι στις ηδονές ενός βουλιμικού καταναλωτισμού, απολέσαμε την ψυχή μας. Πιστέψαμε πως μπορούμε να ζεστάνουμε την ψυχή των γονέων μας βάζοντας το χέρι στο πορτοφόλι μας.
Θάνατοι μοναχικοί. Ψυχές που ζητούν την τρυφερότητα που στερήθηκαν. Η τεχνολογία καλείται να θεραπεύσει τις κοινωνικές αβελτηρίες. Αποχαιρετισμοί με Skype, ομολογία μιας πολιτισμικής στρέβλωσης.
Μοναχικοί θάνατοι. Μοναχικές κηδείες, που συνοδεύονται από τον φόβο για έναν αντίπαλο που τον γέννησε η αλαζών εποχή μας. Αδύναμοι να τιμήσουμε αυτούς που αποχωρούν με όλες τις τιμές που τους πρέπουν. Παρακολουθώντας έντρομοι και μόνοι την εκδημία τους. Μια ομολογία ότι αποτύχαμε να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο.

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

Στον Παντοκράτορα της Πρέβεζας


Ηχήστε οι σάλπιγγες, Ο Μανόλης Γλέζος αποχώρησε

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;
Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια
γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020

Βασίλης Κ. Καλαμαράς, Οι πανδημίες στη νεοελληνική λογοτεχνία. ΕΦΣΥΝ, 28-29 Μαρτίου 2020

Οι πανδημίες στη νεοελληνική λογοτεχνία

Επάνω από αριστερά: Γαλάτεια Καζαντζάκη, Γεώργιος Σουρής, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός, Γ.Α. Αμποτ, Εμμανουήλ Λυκούδης. Κάτω από απαριστερά: Θέμος Κορνάρος, Παύλος Μάτεσις, Αντρέας Φραγκιάς

 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ


  • A-
  • A+
Η μονόπρακτη σατιρική κωμωδία «Η επιδημία» του Γεωργίου Σουρή που πέθανε από την ισπανική γρίπη το 1919 αναφέρεται στο κρίσιμο καλοκαίρι του 1881, όταν χτυπήθηκε η Αθήνα από τον κοιλιακό τύφο ● Η Γαλάτεια Καζαντζάκη, στην «πολιτεία των λεπρών», ακολουθεί τα αντικρουόμενα συναισθήματα και τις σκέψεις της ηρωίδας της για την αρρώστια και τον υποχρεωτικό εγκλεισμό στο νησί των λεπρών όσο και για τον έρωτα που γνωρίζει στο πρόσωπο ενός δασκάλου.
Ας πάρουμε με χρονολογική σειρά τα κείμενα που γράφτηκαν με θέμα μια επιδημία, εξού και χαρακτηρίζονται επιδημικά έργα. Ως πρώτο ανακαλύπτουμε στη νεοελληνική λογοτεχνία «Το θανατικό της Ρόδου» του Εμμανουήλ Λιμενίτη (εκτιμάται ότι έζησε από τον 15ο έως τον 16ο αιώνα).
Το έμμετρο αυτό ποίημα αναφέρεται στην επιδημία βουβωνικής πανώλης που χτύπησε το νησί το έτος 1498. Ακολουθώντας μια παραδοσιακή χριστιανική κοσμοθεωρία, που αποδίδει τις φυσικές και άλλες καταστροφές στις αμαρτίες των ανθρώπων, κυρίως στον ελεύθερο ερωτισμό, στα τυχερά παιχνίδια και στην απληστία, ο ποιητής παρουσιάζει την επιδημία ως δίκαιη θεία τιμωρία.
Το ποίημα διαθέτει και στοιχεία «ιστορικού θρήνου», που γίνεται λυρικότερος με τη χρήση πολλών κοινωνικο-ανθρωπολογικών και λαογραφικών παρατηρήσεων για τις ωραίες Ροδίτισσες και γενικά για τον αστικό και τον ιπποτικό κόσμο του νησιού, καθώς και γνωρίσματα της διαδεδομένης στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση παραινετικής και ηθικοδιδακτικής λογοτεχνίας, ειδικότερα του είδους των «ομιλιών» και της μισογυνικής σάτιρας του «καθρέπτη γυναικών». Τμήματα του ποιήματος με ξεχωριστό ενδιαφέρον αποτελούν η εικαστική, δυτικοευρωπαϊκού τύπου περιγραφή («έκφραση») του Χάρου και ο διάλογος του Ποιητή με τον «Λογισμό» του, που παραπέμπει στο είδος του θεατρόμορφου/δραματικού διαλόγου.
Το θέμα της επιδημίας -με μεγάλο άλμα στον χρόνο- το συναντάμε ξανά στις αρχές του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα στην τρίπρακτη έμμετρη τραγωδία «Ασπασία» (1813) του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού (1788-1849). Ο συγγραφέας περιγράφει ζωντανά τη φρίκη του λοιμού, τη μορφολογία της επιδημίας και την κλινική συμπτωτολογία της επάρατης νόσου - έργο επηρεασμένο από τον αθηναϊκό λοιμό όπως τον αποτύπωσε ο Θουκυδίδης, που οδήγησε και τον Περικλή στον θάνατο.
Οι Αθηναίοι πολίτες έσφαλαν καθότι υποστήριξαν μια λανθασμένη πολιτική επιλογή. Αυτή η στάση τους αποτέλεσε την αφορμή «κι ανεξιλέωτος θεός την πόλιν σας ωργίσθη». Βέβαια, οι πολίτες, λόγω του πολέμου, έχουν επιλέξει τον καταυλισμό τους κοντά στα τείχη -επιλογή που λόγω του συνωστισμού προκαλεί την επιδημία. Παρότι ξεσπά πανδημία, η ηρωίδα Ασπασία δείχνει να μη φέρει σημάδια της μόλυνσης. Το υγιές βλέμμα της στέκεται κριτικά πάνω στην ασθένεια και παρόλο γνωρίζει ότι υπάρχει πιθανότητα να μολυνθεί κι αυτή, αποφασίζει να πάει στη χτυπημένη από τον λοιμό Αθήνα με σκοπό να βρει τον Περικλή.
Η Ασπασία όχι μόνο δεν μπορεί να περιοριστεί μέσα στον χώρο, αλλά επιλέγει να μη δεσμευτεί και από τους νόμους της Πολιτείας. Οταν της απαγορεύουν τη συμμετοχή της στην κηδεία του Περικλή, αυτή προτιμά να τον ακολουθήσει στον τάφο επιλέγοντας τον μόνο σίγουρο δρόμο έξω από τον χώρο της πόλης και της επιδημίας, τον θάνατο.

Χολέρα και κοιλιακός τύφος

Ακολουθεί το διήγημα «Η Ξένη του 1854» του Εμμανουήλ Λυκούδη (1849-1925), το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε στην «Εστία» του 1876. Εδώ γίνεται η σύνδεση της πηγής της χολέρας με την ξενική επικυριαρχία στην Ελλάδα. Μέσα από το διήγημα, φαίνεται ότι η επιδημία ταυτίζεται με το ξένο στοιχείο που έχει επικρατήσει στις διοικητικές δομές του τότε νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Αρχικά, η προέλευση της μόλυνσης, κατά τον αφηγητή, οφείλεται σε μια γαλλική φρεγάτα που μετέφερε τον Μαυροκορδάτο, είτε σε μια άλλη η οποία ήταν φορτωμένη με στρατό για την Κριμαία.
Στη χτυπημένη από την κακή αρρώστια πόλη της Αθήνας, εισέρχεται με άγνοια κινδύνου ο μπαρμπα-Μήτρος, οπότε διαπιστώσει ότι η οικογένειά του έχει αποδεκατιστεί. Ο ήρωας περιηγείται στην πάσχουσα πόλη, θρηνεί για την απώλειά του, ενώ στο τέλος του διηγήματος εξαφανίζεται χωρίς καμία ένδειξη για το τι του συνέβη. Ο χαρακτήρας αυτός ακολουθεί την αντίθετη πορεία από όλους τους υπόλοιπους πολίτες της Αθήνας, εισέρχεται μέσα στα όρια της επιδημίας ενώ όλοι πάλευαν να εξέλθουν από αυτά. Η αφοβία την οποία επιδεικνύει απέναντι στην επιδημία και στον θάνατο κορυφώνεται στο σημείο όπου παρακαλάει τους νεκροθάφτες να τον πάρουν μαζί τους στο κάρο με τους νεκρούς και αυτοί τον περιγελούν.
Η μονόπρακτη σατιρική κωμωδία «Η επιδημία» του Γεωργίου Σουρή -πέθανε από την ισπανική γρίπη (1853-1919)- αναφέρεται στο κρίσιμο καλοκαίρι του 1881, όταν χτυπήθηκε η Αθήνα από τον κοιλιακό τύφο. Η πάνδημη ασθένεια ποτέ δεν εμφανίζεται επί σκηνής. Οι ήρωες μπορεί να βρίσκονται σε ανησυχία υπό την κυριαρχία δολοπλοκιών όπου προβάλλονται αρνητικές συμπεριφορές όπως η αστική υπερβολή, η υποκρισία και η αισχροκέρδεια.
Ο τίτλος φαίνεται περισσότερο ότι αναφέρεται σε μια επιδημία ηθών, καθώς ο τύφος απλά πυροδοτεί τη δράση μέσα στο σπίτι του ήρωα Καραβοτσακισμένου. Κανένα από τα δρώντα πρόσωπα δεν νοσεί, καθώς η μολυσματική αρρώστια γίνεται ο καθρέφτης ώστε να δουν μέσα του διάφορες ατομικές τους επιθυμίες που θέλουν να πραγματοποιήσουν.
Μεταφερόμαστε από το άστυ των Αθηνών στην περιφέρεια, της οποίας τα δεινά προέρχονται από την πρωτεύουσα κυρίως με ευθύνη των πολιτευτών. «Μεγάλα δεινά, αφορία, πείνα, αρρώστια, όλα μαζί, ηκούοντο. Και ο φόβος τα έκαμνε μεγαλύτερα. Η δε αμαρτία έκαμνε μεγαλύτερον τον φόβον». Υποβλητικός, ατμοσφαιρικός, φοβικός ο λόγος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο διήγημα «Βαρδιάνος στα Σπόρκα». Πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» από τις 14 Αυγούστου ώς τις 5 Σεπτεμβρίου του 1893.
Στη Σκιάθο έχει ενσκήψει χολέρα, η κεντρική ηρωίδα του διηγήματος, η γρια-Σκεύω ἡ Σαβουρόκοφα, προσπαθεί να νουθετήσει τους κακότροπους στην πλειονότητά τους νησιώτες, οι οποίοι τη χλευάζουν. «Εφρόνει ότι ήτο καιρὸς πλέον να έλθη μετάνοια. Αρκετὰ δεινὰ είχον έλθει εις τον κόσμον και περισσότερα ακόμη ηπείλουν να ενσκήψωσιν. Η αρρώστια δεν ήτο το ελάχιστον εξ αυτών. Και η αρρώστια ηπείλει ήδη πανταχόθεν να εισβάλη».
Η ηρωίδα μεταμφιέζεται σε άνδρα προκειμένου να μεταβεί εντός της καραντίνας. Η απόφασή της αυτή ενεργοποιείται τόσο από την αγάπη προς τον μοναχογιό της, γιατί η κόρη της είναι στέρφα και αχάριστη. Συνεπώς, αν χαθεί ο γιος της, αυτή θα παραμείνει μόνη και γριά χωρίς να έχει κάποιον στη ζωή της. Η απόφασή της κινητοποιεί τους νησιώτες και τις νησιώτισσες να βιώσουν έντονα συναισθήματα, συγκίνηση και θαυμασμό, αφού η γεμάτη αυτοθυσία πράξη της αγγίζει τα όρια του παραλόγου.

Ο κύκλος της λέπρας

Ως τώρα αναφερθήκαμε στο πώς περνούν στην ποίηση, στο θέατρο και στο διήγημα οι επιδημίες της πανώλης, της χολέρας και του τύφου. Τα τρία βιβλία τα οποία ακολουθούν εξετάζουν την ασθένεια της λέπρας. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962), ο Θέμος Κορνάρος (1906-1970) και ο Γουλιέλμος Α. Αμποτ (1906-2001) με έντονο καταγγελτικό τόνο αποπειρώνται να συνδέσουν τους χανσενικούς με συμπεριφορές ανήθικες, κυρίως σεξουαλικού χαρακτήρα. Αυτό είναι το στερεότυπο για αυτή την «καταραμένη» ασθενούσα κοινότητα, αλλά οι τρεις συγγραφείς, αν και το χρησιμοποιούν ως μοτίβο, στέκονται απέναντί του.
Χωρίς να ολοκληρώνεται η επιδημική αφήγηση στην καταγγελία, ωστόσο δεν απουσιάζει, καθώς πρόθεσή τους είναι να δείξουν ότι η κοινωνία υποκριτικά δεν παραδέχεται ότι κυρίως αυτή νοσεί ηθικά. Επομένως οι λεπροί είναι οι συμπολίτες των υγιών που έτυχε να νοσήσουν και αντί να αντιμετωπίζονται με όρους αλληλεγγύης, τους εξορίζουν εκτός κοινωνικού ιστού σε νησιωτική καραντίνα.
Η νουβέλα «Η άρρωστη πολιτεία» της Γαλάτειας Καζαντζάκη πρωτοδημοσιεύτηκε το 1914 με το ψευδώνυμο Πετρούλα Ψηλορείτη, στο περιοδικό «Νέα Ζωή» της Αλεξάνδρειας. Η πλοκή ακολουθεί τα αντικρουόμενα συναισθήματα και τις σκέψεις που γεννούν στην ηρωίδα τόσο η αρρώστια και ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στο νησί των λεπρών όσο και ο έρωτας που γνωρίζει στο πρόσωπο ενός δασκάλου. Η πρωταγωνίστρια, μια υπερήφανη κοπέλα, διχάζεται ανάμεσα στην απελπισία, στη συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχει σωτηρία και στη «χαρά του έρωτα» που συνάντησε αναπάντεχα στην «πολιτεία των λεπρών».
Σε αντίθεση, ο Θέμος Κορνάρος, με τη μαρτυρία του «Σπιναλόγκα: ad vitam» (1933), επικεντρώνεται κυρίως στην καταγγελία. Αναφέρει στον πρόλογο με τον τίτλο «Δυο λόγια πιο μπροστά»: «Αυτό το νοσοκομείο - τι ντροπή! Τι ανακριβολογία!! - είναι εργατικό. Μόνον άποροι λεπροί είναι πεταμένοι εκεί. Οσοι έχουνε τον τρόπο τους είναι βολεμένοι κάπου αλλού, που υπάρχει δροσιά, πρασινάδα, νερό, στοργή και... σεντόνι νοσοκομείου. Αυτοί που δουλέψανε σ' όλη τους τη ζωή, χωρίς να χορτάσουν ψωμί, βρίσκονται τώρα, στην αρρώστια τους, πεταμένοι σαν κοπριά, σε ένα κοπρόλακκο βρωμερό που λέγεται Σπιναλόγκα [...]».
Το τρίτο βιβλίο του κύκλου της λογοτεχνίας με θέμα τη λέπρα είναι το μυθιστόρημα «Γη και νερό» (1936) το οποίο υπογράφει ο Γ.Α. Αμποτ. Δεν έχει τον χαρακτήρα ημερολογίου, χρονικού και μαρτυρίας, όπως τα δύο προηγούμενα, αλλά προσπαθεί να πλάσει ένα αφηγηματικό περιβάλλον με τους όρους της μυθοπλασίας. Το κοινό χαρακτηριστικό των προσώπων είναι το γεγονός ότι παίζει όχι τόσο με τη νόσο όσο με το αμφιβόλου ηθικής παρελθόν τους προτού «εξοριστούν» στο νησί. Σ' αυτό, συναντάμε ακόμα μια γυναίκα η οποία επέλεξε με τη θέλησή της το λεπροκομείο και αφήνει να διαφανεί ότι η Σπιναλόγκα λειτουργεί γι' αυτήν ως τόπος αυτοεξορίας, γιατί ο πρότερος βίος της βρίσκεται υπό τη σκιά ενοχών.

Η επιδημία ως αλληγορία

Τα δύο τελευταία έργα είναι μυθιστορήματα που αν και διαχειρίζονται την επιδημία δεν θα πρέπει να την αναζητήσουμε στην κυριολεκτικότητα της ιατρικής ορολογίας. Διαπερνώνται από την πρώτη ώς την τελευταία σελίδα από το παράλογο, καθώς πρόθεση του Αντρέα Φραγκιά (1921-2002) στον «Λοιμό» (1972) και του Παύλου Μάτεσι (1933-2013) στο «Graffito» (2009) είναι να διαχειριστούν τις επιδημίες ως αλληγορίες.
Στον «Λοιμό» η βασική αναφορά στην επιδημία παραμένει στον τίτλο, ενώ στο «Graffito» ο «αστικός λοιμός» θυμίζει περισσότερο μία κατά Μάτεσι συντέλεια του κόσμου. Σ' αυτά τα κείμενα η κυριολεκτική διάσταση της επιδημίας έχει υποχωρήσει έναντι της μεταφορικής. Το κεντρικό θέμα τους είναι τα κακώς κείμενα των κοινωνιών τις οποίες περιγράφουν, οι οποίες διέπονται βαθιά από το στοιχείο του παραλόγου, με αποτέλεσμα οι λοιμοί που τις χτυπούν να έχουν κι αυτοί συμπτώματα πέραν της λογικής.
Οι κάτοικοι του νησιού στο έργο του Φραγκιά δεν έχουν ονόματα, έχουν μονάχα μια υποχρέωση: να υπακούουν τυφλά στις εντολές που τους δίνονται. Δεν έχουν ήθη, γιατί τα ήθη τους είναι η ηθική που τους επιβάλλεται από μια φωνή που κανείς δεν ξέρει από πού προέρχεται. Δεν έχουν ονόματα, γιατί είναι απλά ένα άβουλο πλήθος.
Σύμφωνα με τον κριτικό Δημήτρη Ραυτόπουλο, «ο πειραματικός λοιμός που απειλεί το στρατόπεδο δεν είναι η χολέρα, αλλά η λοιμική ψυχο-πνευματική παράκρουση που φτάνει στα όρια της εντομογονίας: άνθρωποι νιώθουν να μεταμορφώνονται σε έντομα. Συνεπώς, η λειτουργία του λοιμού είναι να απαλείφει τα ανθρώπινα γνωρίσματα από τα θύματά του».
Προφητικός ο Μάτεσις, καθώς στο «Graffito» του, η επιδημία είναι πανταχού παρούσα, λες και είχε ήδη προβλέψει από το 2009 τα σημερινά αλγεινά συμφραζόμενα στα οποία ζούμε! Ανθρωποι, ζώα, σπίτια, ακόμα και βιβλικά πλάσματα (!) νοσούν από τον «αστικό λοιμό», ο οποίος εκδηλώνεται σε κάθε έκφανση του ανθρώπινου πολιτισμού: «Και επειδή η ασθένεια ήταν μεταδοτική, ομάδα λειτουργών έκοψαν όλες τις συνδέσεις, τηλεφωνικές και τηλεοπτικές, καθώς και διαδίκτυο». Ο λοιμός συνδέεται άμεσα με την κατάσταση του σύγχρονου ατόμου και την ηθική που αυτό έχει διαμορφώσει: «[…]είχαν χτίσει κάστρα οι αρχαίοι δωσίλογοι. Αυτούς τους έπιασε λοιμός, αν και περίμεναν και τρίτον παγκόσμιο πόλεμο, και καινούργιο Αδόλφο, για να ξανά πλουτίσουν».
Η ασθένεια είναι παρούσα με ρεαλιστικά συμπτώματα, όπως απώλεια μελών, αιφνίδιο θάνατο, αλλά και με μη ρεαλιστικά στοιχεία, όπως κατάρρευση των κτιρίων, πτώση των χερουβείμ από τον ουρανό. Ομως, γυναικείες μορφές όπως είναι η θεία Φωτούλα και οι πιστές της ακόλουθες περιφέρονται στα περίχωρα της πόλης ληστεύοντας σούπερ μάρκετ και σπίτια, χωρίς να τις «χτυπάει» ο αστικός λοιμός, ακόμα και όταν εισέρχονται στο κέντρο της πρωτεύουσας. Το ίδιο ισχύει και για την αδελφή Πάνσεμνη, η οποία, ενώ προσπαθεί να κολλήσει την ασθένεια προκειμένου να πεθάνει από τον λοιμό και να αναγορευτεί αγία, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ο λοιμός αυτός δεν την καταδέχεται».

Αγναντεύοντας τη Λευκάδα


Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

Γράφει ο Γιάννης Πανούσης, "Οδός Οφθαλμιατρείου" του Ε. Αυδίκου -Κριτική Βιβλίου, Vakxikon.gr



Δεν είμαι ειδικός για να παρουσιάσω ένα τόσο πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, όπως Η ΟΔΟΣ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟΥ, με κεντρικό πρόσωπο [αλλά όχι ‘ήρωα’] τον ποιητή και πεζογράφο της νέας Αθηναϊκής Σχολής Κώστα Κρυστάλλη [1868-1894]. Έτσι θα επιχειρήσω μία προσέγγιση με το μάτι ενός απλού αναγνώστη.
1. Ο Κ. Κρυστάλλης ασχολήθηκε με λαογραφικό υλικό, ήθη, έθιμα, παραδόσεις καθώς και με τα δημοτικά τραγούδια, ενώ είχε χαρακτηρισθεί –από το πεζογραφικό του έργο- ως ‘’ποιητής του βουνού και της στάνης’’ .Έγραφε στη δημοτική γλώσσα, με απλότητα και λαϊκότητα. Κατά τον Αυδίκο ‘’ο Κ. Κρυστάλλης ήταν ο τραγουδιστής της νοσταλγίας των ελλήνων της περιφέρειας και ο Σταυραετός έγινε η ψυχή τους’’ [σελ.73].
2. Με καμβά τη μυθοπλασία της ζωής του Κρυστάλλη και του Κρύστ Σούλτις, ο Αυδίκος δημιουργεί ένα αλληγορικό, συμβολικό, ιστορικό, λαογραφικό, ίσως και εθνικό, ψηφιδωτό, στα όρια των παραβολών. Μικτές διηγήσεις, διαλογικές αφηγήσεις, με αλληλοδιαδοχή πρώτου και τρίτου προσώπου, εξιστόρηση παρελθόντων γεγονότων και καταστάσεων, με έντεχνη διαπλοκή ιστορικού,αφηγηματικού και ολίγον ‘μυθικού’ χρόνου. Εικόνες, συναισθήματα και ιδέες ανοίγουν ένα μυστικό επικοινωνιακό μονοπάτι, από το οποίο περνάνε όχι μόνο τα εξωτερικά συμβάντα αλλά και ο εσωτερικός κόσμος του ίδιου του συγγραφέα. Ο πολυτάραχος βίος των ηρώων του βιβλίου επιτρέπουν συνειρμούς που αναφέρονται στον παρόντα χρόνο, όπου οι προσωπικές αξίες και τα προσωπικά νοήματα προέχουν και δίνουν ηθικό περιεχόμενο στο κείμενο.
3. Μέσα από ένα είδος [φροϋδικής] μεταβίβασης και αντιμεταβίβασης ή και μέσω μίας προβολικής ταύτισης, η ζωή του Κρυστάλλη και ο λόγος του Αυδίκου λειτουργούν ως κοινωνική συνείδηση. Το μυθιστόρημα μοιάζει σαν ένα μεγάλο ποτάμι, από το οποίο ξεκινούν και στο οποίο καταλήγουν μικροί παραπόταμοι. Η μεγάλη Ιστορία συναντάει τις μικρές ιστορίες των απλών ανθρώπων.
4. Είναι γνωστό ότι η Λογοτεχνία βοηθάει τον ιστορικό να συλλάβει το βαθύτερο νόημα των κοινωνικών στάσεων και, χωρίς να δημιουργεί δική της γεγονοτολογία, φωτίζει πρόσωπα κι ερμηνεύει πάθη. Το μυθοπλαστικό συγχωνεύεται και συνυπάρχει με το πραγματικό εάν κι εφόσον ο συγγραφέας μπορεί να προκαλέσει ‘μία δραματική ψευδαίσθηση’, προβάλλοντας την εσωτερική πάλη της ψυχής των[συχνά διπολικών] ηρώων και την τραγικότητα πολλών αποφάσεων ζωής ή θανάτου.
5. Η αφηγηματική τέχνη του Αυδίκου δεν εξαντλείται σε περιγραφές και συνδυασμούς γλωσσικών στοιχείων. Προχωράει και στη διατύπωση προσωπικών φιλοσοφικών θεωρήσεων [π.χ ‘’Οι εποχές μπερδεύονται. Το ίδιο και οι άνθρωποι’’ (σ.39)-‘’Το παρελθόν οι άνθρωποι άλλοτε το πυροβολούν κι άλλοτε το αποθεώνουν’’ (σ.44)-‘’Ο θρόνος της μνήμης είναι στο βασίλειο της κληρονομιάς των νεκρών’’ (σ.62}.
6. Επειδή η σχέση μας με το παρελθόν είναι συνήθως αμφίσημη: άλλοι το προσπερνούν αδιάφορα κι άλλοι το ‘εκμεταλλεύονται’, ο συγγραφέας Αυδίκος δανείζεται τη ζωή του Κρυστάλλη για να βγάλει στο φως τις αγωνίες της δικής μας γενιάς και μέσα από τη μουσικότητα και την καθαρότητα του λόγου του να θέσει τις προϋποθέσεις διάπλασης μιάς άλλης εθνικής και κοινωνικής συνείδησης του σημερινού Έλληνα.
Γι’ αυτό και όλοι οι ανησυχούντες για την κατάσταση της χώρας ενεργοί πολίτες οφείλουν να διαβούν την ΟΔΟ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟΥ του Ευάγγελου Αυδίκου.

Η Κωστούλα Μάκη για την ΟΔΟ στο περιοδικό Κοράλλι







Το Φιλανθρωπικό Ίδρυμα Ορφανοτροφείο Βόλου.Μια δράση του 30ου Δημοτικού Σχολείου Βόλου





Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

 

Ευάγγελος Αυδίκος: Να θωρακιστούμε με άλλα μοντέλα δράσης – Η κοινωνία να βγει κερδισμένη και αλληλέγγυα


Έντυπη Έκδοση




Πίσω από τον φόβο που έχει προκαλέσει η πανδημία του κορωνοϊού, δεν παύει να υπάρχει η ελπίδα πως όλο αυτό που συμβαίνει, δύναται να αποτελέσει την απαρχή για την αλλαγή του τρόπου σκέψης στη σύγχρονη κοινωνία. Ο «εφιάλτης» του COVID-19 κάποτε θα περάσει. Το ζητούμενο είναι σε τι θα μετασχηματιστεί η συνθήκη που ζούμε τώρα.
Ο κ. Βαγγέλης Αυδίκος, ομότιμος καθηγητής Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μίλησε για τις επιπτώσεις της πανδημίας, ενώ παράλληλα επισήμανε την ανάγκη του να μπορέσει η κοινωνία να βγει κερδισμένη και αλληλέγγυα.
Διαχωρίζοντας από την αρχή της κουβέντας τα επακόλουθα της πανδημίας σε άμεσα και μακροπρόθεσμα, τόνισε: «Παρενέργειες, ούτως ή άλλως θα υπάρχουν. Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι οι συνέπειες που είναι άμεσα ορατές, όπως η τρομοκράτηση, η αμφιβολία για το μέλλον και βεβαίως ο φόβος. Αυτό που έχει εμπεδωθεί σε όλους αυτή τη στιγμή είναι πως βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι που δεν έχουμε κατανοήσει σε μεγάλο βαθμό. Και όσο αυτό εξελίσσεται και τα θύματα αυξάνονται, έχοντας ανάμεσά τους και νέους ανθρώπους δίχως ιδιαίτερα προβλήματα υγείας, τόσο περισσότερο εμφιλοχωρεί η ανησυχία. Έτσι ο φόβος γενικεύεται, γίνεται οριζόντιος.
Στην αρχή υπήρχε μία αλαζονική συμπεριφορά και αντίληψη, πως ο κορωνοϊός πλήττει μόνο τις μεγαλύτερες ηλικίες κι αυτό θα μπορούσε να εξελιχθεί σ’ έναν ηλικιακό ρατσισμό. Όμως, πλέον συνειδητοποιήσαμε άπαντες πως έχουμε να κάνουμε με έναν αντίπαλο, ο οποίος είναι απρόβλεπτος και παραμένει αδιερεύνητος, ενώ ταυτόχρονα αποδείχθηκε πως οι κοινωνίες δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένες. Ψυχολογικά είχαμε την αίσθηση ότι τρέχουμε σε μία ευθεία και πως η επόμενη ημέρα πάντοτε είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Αυτό αποδείχθηκε μία φενάκη. Όσο κι εάν εξελίσσεται η τεχνολογία, πάντοτε θα εμφανίζονται απρόβλεπτοι παράγοντες στο προσκήνιο».
Όταν ζητήθηκε να κάνει μία πρόβλεψη για το μέλλον, είπε: «Σήμερα οι περισσότεροι δεν σκέφτονται το μέλλον, δεν μπορούν να το διανοηθούν. Παραμένουμε υπό την επήρεια όσων συμβαίνουν, των οικονομικών δυσκολιών, του εγκλεισμού και της απομόνωσης, που δεν ξέρουμε και πόσο θα τραβήξουν. Όταν, όμως, βγούμε απ’ όλο αυτό κι ελπίζω να είναι σύντομα, τίποτα δεν θα είναι ίδιο την επόμενη ημέρα. Θα μιλάμε για άλλες κοινωνίες. Όποιοι κι εάν έχουν την ευθύνη γι’ αυτό, είτε είναι κοινωνικοί-επιστημονικοί φορείς, είτε οι κυβερνήσεις, θα πρέπει να κατανοήσουν πως θα χρειαστεί να επεξεργαστούν άλλα μοντέλα σκέψης και δράσης, για να μπορέσουμε να θωρακίσουμε την κοινωνία. Είμαι επιφυλακτικός, γιατί περιμένω να δω πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, αλλά αυτό που θα μπορούσε να γίνει ως σκέψη, είναι να θελήσουμε να αλλάξουμε. Να θεραπεύσουμε τα μειονεκτήματα που έχουν οι διάφοροι δημόσιοι θεσμοί, αλλά να μην τους ισοπεδώσουμε». Ο κ. Αυδίκος θεωρεί δεδομένο ότι η πανδημία του κορωνοϊού θα επιφέρει αλλαγές στην κοινωνία: «Υπό κάποιες προϋποθέσεις, ναι. Βέβαια, μία κοινωνία δεν αλλάζει αυτόματα. Για να αποκτήσουμε άλλη νοοτροπία, χρειάζεται η κυβέρνηση, οι πολιτικοί, τα μέσα ενημέρωσης, οι φορείς, να συμβάλλουν από κοινού. Το άτομο αλλάζει σε ένα περιβάλλον συλλογικό».
Όσο για το εάν ο Πρεβεζάνος ακαδημαϊκός διακρίνει ομοιότητες στα τωρινά γεγονότα, με πανδημίες που έπληξαν την ανθρωπότητα κατά το παρελθόν; «Εάν κάποιος θελήσει να δει τι συμβαίνει σήμερα, η Ιστορία και η Λογοτεχνία είναι καλοί τρόποι. Για παράδειγμα, ο Θουκυδίδης μας άφησε παρακαταθήκη για τον λοιμό που χτύπησε την αρχαία Αθήνα: Τις συμπεριφορές των ανθρώπων, την αντιμετώπιση απέναντι στους νεκρούς, την κατάπτωση των ηθών, την αδιαφορία, τον φόβο, τον τρόμο. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε την «Πανούκλα» του Αλμπέρ Καμύ, του μεγάλου Γάλλου διανοητή που με το βιβλίο του αυτό μας έδειξε πώς το ατομικό γίνεται γενικό και τελικά από υγειονομικό πρόβλημα μεταλλάσσεται σε κοινωνικό και πολιτισμικό. Αύριο-μεθαύριο μπορεί να εμφανιστεί ένας καινούριος ιός, πιο ισχυρός από τον COVID-19. Γι’ αυτό οι κοινωνίες οφείλουν να αναστοχαστούν πάνω σε σειρά κρίσιμων ζητημάτων και να παρθούν δραστικές αποφάσεις. Δεν είμαστε οι θεοί του κόσμου, αλλά παραμένουμε αδύναμοι απέναντι σε πράγματα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε».