Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/ΒΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/ΒΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

Βιστωνίτης Αναστάσης ,O διανοούμενος που έζησε τα πάντα, το ΒΗΜΑ, 4

 


Φιλόσοφος, μαθηματικός, ιστορικός, πολιτικός ακτιβιστής και προσωπικότητα με μεγάλη απήχηση στην κοινή γνώμη, ο Μπέρτραντ Ράσελ ήταν μια σπάνιας εμβέλειας κριτική φωνή που έχει πολλά να πει και στην εποχή μας


Μπέρτραντ Ράσελ : Ο επιφανής διανοούμενος που έζησε τα πάντα | tovima.gr

«Δεν θα πεθάνω ποτέ για τις ιδέες μου, γιατί μπορεί να κάνω και λάθος». Είναι η πιο διάσημη φράση του επιφανέστερου διανοουμένου της Βρετανίας: του Μπέρτραντ Ράσελ. (Κι ας συνηθίζουμε να ταυτίζουμε τη λέξη «διανοούμενος» με τη Γαλλία.) Γεννημένος το 1872, πέθανε από γρίπη πλήρης ημερών, στα 98 του χρόνια, το 1970 έχοντας αφήσει πίσω του ένα τεράστιο έργο, που επέδρασε στη φιλοσοφία, στα μαθηματικά, στη λογική, στη γλωσσολογία και στη φιλοσοφία της γλώσσας, στην επιστημολογία – ακόμη και στη μεταφυσική, μολονότι στα νιάτα ήταν άθεος κι αργότερα αγνωστικιστής.

Εκείνος ο γόνος μιας από τις αριστοκρατικότερες βρετανικές οικογένειες είχε μια σπάνια ενεργητικότητα. Οι πολιτικές του παρεμβάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν αφήσει εποχή και ο ρόλος του σε κάποιες περιπτώσεις υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός. Ηταν εξαιρετικά δημοφιλής και παρεμβατικός στα ζητήματα και τα προβλήματα της εποχής του. Τη δημόσια παρουσία του βέβαια την υποστήριζε ένα σπουδαίο έργο, που κάλυπτε όλο το φάσμα του επιστητού. Και τα δημοσιεύματά του, όπως και τα βιβλία του, διαβάζονταν από το μεγάλο κοινό με μεγάλη ευχαρίστηση.

Ο Ράσελ ήταν ευθύς και διατύπωνε τα δυσκολότερα ερωτήματα με τέτοια σαφήνεια και καθαρότητα που γοήτευαν τους πάντες. Κι ενώ υπήρξε γνήσιο τέκνο της εποχής του κι εκφραστής της μετάβασης από τον 19ο στον 20ό αιώνα, τα έργα του περιείχαν ολοκληρωμένες προτάσεις για το μέλλον. Τα περισσότερα, αν και «χρονολογημένα», διαβάζονται σήμερα με την ίδια ευχαρίστηση, όπως και στον καιρό τους.

 

Φιλοσοφία και λογική

Οποιος θέλει να γνωρίσει τη δυτική φιλοσοφία, από τις απαρχές της ως τα μέσα του 20ού αιώνα, από τη δική του Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας θα ξεκινήσει, που πρωτοκυκλοφόρησε μάλιστα εδώ κι 75 χρόνια. Και στα ελληνικά, μεσούσης της δικτατορίας, σε ανεπανάληπτη μετάφραση μιας δικής μας σπουδαίας προσωπικότητας της κριτικής και της δημοσιογραφίας: του Αιμίλιου Χουρμούζιου. Εργο με το οποίο μυήθηκαν στα πρώτα τους βήματα στη φιλοσοφία πέντε γενιές αναγνωστών και το οποίο ευτυχώς εξακολουθεί να κυκλοφορεί. Βιβλίο εύληπτο, πεντακάθαρο που το διαβάζει ο μέσος αναγνώστης κι αντιλαμβάνεται ότι η φιλοσοφία δεν είναι όσο δύσκολη πιστεύουν πολλοί, όταν υπάρχει ένα καθοδηγητικό πνεύμα σαν του Ράσελ να την περιγράψει και να την αναλύσει.

Αυτός ο «αριστοτελικός» κατ’ ουσία (άλλωστε υπήρξε για αρκετά χρόνια πρόεδρος της Αριστοτελικής Εταιρείας της Βρετανίας) είναι όσο αναλυτικός χρειάζεται όταν περιγράφει το σύστημα κάθε μεγάλης μορφής της φιλοσοφίας που εντάσσει στο βιβλίο του. Αλλά και κριτικός και κάποτε αρνητικός και άδικος (όπως, λόγου χάρη, στα όσα γράφει για τον Νίτσε).

Αν η Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας παραμένει το δημοφιλέστερο έργο του, το μείζον αντίστοιχο επιστημονικό, θεμελιώδες για τη δυτική επιστήμη, είναι το Principia Mathematica, που το έγραψε από κοινού με έναν άλλο σημαντικό φιλόσοφο, τον Αλφρεντ Νορθ Γουάιτχεντ, κι εκδόθηκε σε τρεις τόμους, από το 1910 ως το 1913. Εργο θεμελιώδες για τα μαθηματικά και τη συμβολική λογική. Για τον Ράσελ είναι κοινή η κοιτίδα των μαθηματικών και της λογικής. Και τη λογική, τη λογική ανάλυση, τη θεωρούσε βασικό παράγοντα τόσο στην ιδιωτική ζωή όσο και στα δημόσια πράγματα. Αν η λογική ανάλυση απαιτούσε να μεταβάλει κάποια άποψή του, δεν δίσταζε να το κάνει. Βέβαια, στην Αυτοβιογραφία του διαβάζουμε ότι δεν ήταν πάντα ο ορθολογιστής και ο ηθικολόγος που γνωρίζουμε. Διαπιστώνουμε ακόμη πως η γνώση και οι ιδέες που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά του είχαν βιωματική αφετηρία και περιεχόμενο. Ανακάλυψε τον μαγικό κόσμο των μαθηματικών στα 11 χρόνια του, όταν διάβασε τον Ευκλείδη. Και αποφάσισε ότι αφού υπάρχει ο σαγηνευτικός κόσμος της γνώσης, είναι απεχθής ο πόλεμος, σε οποιαδήποτε μορφή του.

Εξι μήνες στη φυλακή

Ο Ράσελ ήταν φανατικός ειρηνιστής από τα νιάτα του. Δεν δίστασε να ασκήσει σκληρή κριτική (γραπτώς) στην απόφαση των Βρετανών να πείσουν τις ΗΠΑ να μπουν στο πλευρό τους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γι’ αυτό και δικάστηκε το 1918, καταδικάστηκε και πέρασε έξι μήνες στη φυλακή του Μπρίξτον, μιας γειτονιάς του Λονδίνου. Ηταν από την αρχή κατά του πολέμου – κι αυτός υπήρξε ουσιαστικά ο λόγος που τον απομάκρυναν από το Τρίνιτι Κόλετζ όπου δίδασκε.

Η φυλάκισή του δεν τον πολυπείραξε. Οπως είπε αργότερα, στη φυλακή διάβασε πολύ, δεν τον ενοχλούσε κανείς, έγραψε ένα βιβλίο, άρχισε ένα άλλο, κι έγραψε δυο εισαγωγές σε ισάριθμα βιβλία. Βρήκε ότι από ηθικής απόψεως οι φυλακισμένοι δεν ήταν κατώτεροι από τους άλλους, με τη μόνη διαφορά, συμπλήρωσε με γνήσιο βρετανικό χιούμορ, πως ήταν λιγότερο ευφυείς, απόδειξη ότι «τους έπιασαν».

Διαβάζοντας το βιβλίο Επιφανείς Βικτοριανοί του Τζάιλς Λίτον Στρέιτσι (ιδρυτικού μέλους του «Κύκλου του Μπλούμσμπερι», όπου ανήκε και ο ίδιος) ξέσπασε σε τόσο δυνατά γέλια που επενέβη ο φύλακας για να του θυμίσει ότι η φυλακή είναι τόπος τιμωρίας, όχι γέλιου.

Ισχυρογνώμων – αλλά και «ηθικολόγος»;

Δεν ήταν από εκείνους που προκαλούσαν τη συμπάθεια. Ακόμη και ο επί δύο χρόνια μαθητής και προστατευόμενός του, Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, δεν τον πολυσυμπαθούσε. Αλλά ούτε τα μέλη του Κύκλου συμπαθούσαν τον Ράσελ. Τον έβρισκαν «σκοτεινό», ισχυρογνώμονα και «ηθικολόγο». Τώρα, το πόσο «ηθικολόγος» ήταν κάποιος που έκανε τέσσερις γάμους κι είχε πλήθος ερωμένες, είναι μια άλλη ιστορία, όπως θα έλεγε ο Κίπλινγκ. Ανάμεσα στις ερωμένες του, λέγεται ότι ανήκε και η Βίβιεν, πρώτη σύζυγος του Τ.Σ. Ελιοτ. Βέβαια, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο Ράσελ έδωσε «μάχες» υπέρ της ισότητας των δύο φύλων, μαζί με τις αντίστοιχες για την ελευθερία της έκφρασης, την ειρήνη και τον αφοπλισμό. Και τον πόλεμο εναντίον της χιτλερικής Γερμανίας που απειλούσε να καταλάβει όλη την Ευρώπη με αποτέλεσμα την κατάλυση της δημοκρατίας, τον θεωρούσε «το μικρότερο κακό».

Είχε μια «πολύχρωμη» ζωή κι από πολύ νωρίς ενδιαφέρθηκε για τα πολιτικά ζητήματα και τις πολιτικές θεωρίες, όπως και τα αντίστοιχα συστήματα. Αλλωστε, καθαρά πολιτικό περιεχόμενο είχαν οι πρώτες του δημοσιεύσεις όταν σχετιζόταν με τους φαβιανούς (οι απόψεις των οποίων υπήρξαν η γενεσιουργός αιτία για τη δημιουργία του Εργατικού Κόμματος στη Βρετανία). Ο ίδιος όμως βρισκόταν ένα βήμα πιο πέρα. Τον ενδιέφερε η μεγάλη εικόνα: ο κόσμος στο σύνολό του και η πορεία της ανθρωπότητας.

Εδωσε διαλέξεις παντού. Ακόμη και στην Κίνα και την Ιαπωνία, πολλά χρόνια προτού τις χώρες αυτές τις «ανακαλύψουν» οι γάλλοι διανοούμενοι. Το 1920 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ενωση με μια αντιπροσωπεία του βρετανικού Εργατικού Κόμματος και συνάντησε τον Λένιν με τον οποίον είχε συνομιλία μίας ώρας. Τον βρήκε σκληρό και άκαμπτο και τον παρομοίασε με χοντροκέφαλο καθηγητή – κι επιπλέον δεν έτρεφε και καμία αγάπη για την ελευθερία.

Από το λίγο που είδε τον Τρότσκι έβγαλε δυο-τρία εντυπωσιακά συμπεράσματα: οι κομμουνιστές στη Ρωσία δεν θεωρούσαν τον Τρότσκι ισάξιο του Λένιν. Ηταν όμως ευφυέστατος, είχε μια «μαγνητική» προσωπικότητα αλλά και μια ματαιοδοξία, ίδιον των καλλιτεχνών και των ηθοποιών.

Εζησε τα πάντα

Το φλέγμα του Ράσελ ήταν μοναδικό. Εζησε στη ζωή του τα πάντα. Ακόμη κι ένα αεροπορικό δυστύχημα στο Τροντχάιμ της Βόρειας Νορβηγίας στο οποίο ήταν ο ένας εκ των 24 διασωθέντων από τους 43 επιβάτες, το αντιμετώπισε με εξοντωτικό χιούμορ λέγοντας πως διασώθηκε επειδή ήταν καπνιστής (καπνιστές ήταν και οι υπόλοιποι διασωθέντες που κατά τα ειωθότα εκείνα τα χρόνια κάθονταν στο πίσω μέρος του αεροπλάνου).

Αυτά όμως και πλήθος άλλα εξηγούν μεν τη στάση του ανδρός απέναντι στη ζωή, όμως αυτό που έχει σημασία, πέντε δεκαετίες μετά τον θάνατό του, είναι το έργο. Ο Ράσελ είχε λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα αλλά κι έναν ορίζοντα που την ξεπερνούσε. Και τον χαρακτήριζε κάτι σπάνιο: ήταν και οργανικός και δημόσιος διανοούμενος, με τεράστιο πολιτικό κύρος.

Στο επιστημονικό επίπεδο δεν είχε αντιπάλους που να μπορούσαν να του αντιπαρατεθούν. Ηταν αυστηρός σε ό,τι αφορούσε τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά. Αλλά και «αγαπημένος» των μέσων ενημέρωσης. Ομως ποτέ δεν έκανε έκπτωση στις απόψεις του για να ακολουθήσει το ρεύμα. Αντίθετα, οι άλλοι ήταν εκείνοι που τον ακολουθούσαν. Και δεν αποτελούσε σύμπτωση το ότι κάθε γραπτή παρέμβασή του δημιουργούσε είδηση.

Τα πολιτικά του κείμενα είναι σε μεγάλο βαθμό κείμενα πολεμικής και όχι πολιτικής ανάλυσης. Εν τούτοις, ήταν αυτός που όρισε με την ακρίβεια και την ευχέρεια που τον διέκρινε τις μορφές της δύναμης (ή της εξουσίας). Δεν ήταν μόνο κορυφαίος επιστήμονας, αλλά και προικισμένος συγγραφέας. Τις λογοτεχνικές αρετές στα βιβλία του άλλωστε εκτίμησε, ανάμεσα στα άλλα φυσικά, η Σουηδική Ακαδημία και του απένειμε το 1950 το βραβείο Νομπέλ.

ΤΖΟΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ: "Είναι αδύνατον να πουλήσεις ιστορίες με ζώα στις ΗΠΑ"

Οσα υποστήριξε μπορεί σήμερα να τα θεωρούμε αυτονόητα, αλλά ο Ράσελ είχε το σπάνιο προσόν να τα αναδεικνύει σε «εποχές πανικού», καθώς έγραφε ο Οργουελ το 1939 στην κριτική του για το βιβλίο του Power: A New Social Analysis που είχε κυκλοφορήσει τον προηγούμενο χρόνο. Εκεί, αναφερόμενος στην Ιστορία, θυμίζει πως όλα τα τυραννικά καθεστώτα κατέρρευσαν και πως δεν υπάρχει λόγος να υποθέτει κανείς ότι το χιτλερικό καθεστώς δεν θα έχει την ίδια τύχη. Δεν ήταν τόσο απλό όσο ακούγεται εκ των υστέρων. Ούτε και η άποψή του πως η δημοκρατία από μόνη της δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα προωθεί την ανεκτικότητα και την ισχυρή πνευματική συγκρότηση. Ετσι, ο κοινός νους θα είναι αυτός που θα επικρατεί στο τέλος. Εκείνη την εποχή της αβεβαιότητας δεν ήταν πολλοί που πίστευαν ότι όντως θα επικρατούσε ο κοινός νους – και ο καταστροφικός πόλεμος που ακολούθησε τους επιβεβαίωσε. Αλλά ως υπόσχεση ή ελπίδα, η «πρόβλεψη» (έστω και διαψευσμένη) έχει πάντα την αξία της – ιδιαίτερα στη δική μας εποχή.

Αυτός ο αριστοκράτης που κατέβαινε στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις σε βαθύ γήρας ήταν ένας ειλικρινής διανοούμενος, ένας ιππότης κατά βάθος, και ο ιπποτισμός του ήταν κάτι πολύ περισσότερο από την απλή ευφυΐα, όπως έλεγε ο Οργουελ. Και σε όλα τα κείμενά του, ακόμη και τα πιο αρνητικά, δεν παραλείπει να παραπέμψει στο θετικό πνεύμα που θα πρέπει να διέπει τη συμπεριφορά και τον χαρακτήρα μας. Φυσικά δεν είχε καμιά σχέση με κάποιους σύγχρονους θορυβοποιούς, όπως ο κ. Μπερνάρ Ανρί Λεβί.

Το Δικαστήριο Μπέρτραντ Ράσελ

Το 1966 ο Ράσελ ήταν 94 ετών. Τι ήταν εκείνο που τον παρακίνησε να δημιουργήσει το Διεθνές Δικαστήριο Εγκλημάτων Πολέμου, γνωστότερο ως «Δικαστήριο Μπέρτραντ Ράσελ»; Τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν οι Αμερικανοί στο Βιετνάμ. Ο Ράσελ, όπως και τα υπόλοιπα μέλη του Δικαστηρίου, είχαν διαπιστώσει την αδυναμία του διεθνούς ποινικού δικαίου να δικάσει εγκλήματα πολέμου. Αυτό το άτυπο δικαστήριο, που χρηματοδοτούνταν από διάφορες πηγές (ένας από τους χρηματοδότες ήταν και ο Χο Τσι Μινχ), είχε σκοπό να πληροφορήσει και να αφυπνίσει την κοινή γνώμη. Οι αντίπαλοί του θεώρησαν τις δίκες ως ένα είδος σόου. Εν τούτοις, τα ερωτήματα που έθεταν οι διοργανωτές για πρώτη φορά ετίθεντο σε διεθνές επίπεδο, μολονότι ο πόλεμος βρισκόταν ακόμη στις αρχές του.

Τα εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν θα τα αποκάλυπτε, ωστόσο, η ερευνητική δημοσιογραφία, στις ΗΠΑ κυρίως, κινητοποιώντας τον γενικό πληθυσμό σε απανωτές διαδηλώσεις. Το Δικαστήριο Ράσελ επομένως, που υπήρξε το πρότυπο για να δημιουργηθούν κι άλλα, μικρότερης σημασίας παρόμοια δικαστήρια, ήταν σε μεγάλο βαθμό ευρωπαϊκή υπόθεση. Αν σήμερα εξετάζεται κατά κύριο λόγο από ιστορική σκοπιά είναι γιατί στον «Πρώτο Κόσμο» τουλάχιστον οι κινητοποιήσεις είναι πολύ λιγότερες και το κίνημα για την ειρήνη και τον αφοπλισμό, ιδίως μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, έχει ξεφτίσει, ενώ άλλες μορφές κινητοποίησης αναπτύσσονται, κυρίως με τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Βεβαίως, δεν υπάρχει πλέον το κύρος των διανοουμένων και των πολιτικών προσωπικοτήτων σαν αυτές των μελών του Δικαστηρίου Ράσελ. Ακόμη και η λέξη «διανοούμενος» μοιάζει να έχει χάσει μεγάλο μέρος από την αίγλη που είχε παλαιότερα. Το παράδειγμα όμως έχει τη σημασία του. Η θέση του Μπέρτραντ Ράσελ στην παγκόσμια ιστορία των μαθηματικών και της φιλοσοφίας, ουσιαστικών γνωρισμάτων της λεγόμενης υψηλής κουλτούρας, βρίσκεται πάντα πολύ ψηλά. Ο πολιτικός Ράσελ είναι μια φωνή από το παρελθόν. Αλλά ανεξαρτήτως από ποια απόσταση και με τι διαθέσεις την ακούει κανείς, έχει ακόμη να μας πει πολλά και για τη δική μας εποχή.

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2019

Κουζέλη Λαμπρινή, Τα προσωπεία της γραφής Ενας άγνωστος συγγραφέας της ελληνιστικής εποχής, μια έκδοση που δεν έγινε, ένα φιλολογικό μυστήριο και ένας ύμνος στη γλώσσα είναι τα συστατικά του τελευταίου βιβλίου του Γιώργη Γιατρομανωλάκη , εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 28.08.2019, 09:58


Eνας έλληνας κλασικός φιλόλογος και συγγραφέας και έμπειρος εκδότης αρχαίων ελληνικών και νεοελληνικών κειμένων γίνεται αποδέκτης ενός φωτοτυπημένου κώδικα που περιέχει δεκαοχτώ άγνωστα αρχαιοελληνικά κείμενα. Του τον στέλνει ο παλαιός συμφοιτητής του Stephan Markevil, γνωστός παπυρολόγος, ο οποίος ετοιμάζει την πρώτη έντυπη έκδοση των κειμένων, την editio princeps, στη διάσημη παπυρολογική εκδοτική σειρά «The Oxyrhynchus Papyri» του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Ο Markevil όμως πεθαίνει, τα σχέδια για την έκδοση πιθανόν αναστέλλονται και ο έλληνας φιλόλογος αποφασίζει να πραγματοποιήσει την παλιά επιθυμία του φίλου του, να εκδώσει τα κείμενα αυτά σε νεοελληνική μετάφραση/μεταγραφή.
Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο καθοδηγούμαστε να διαβάσουμε τα δεκαοκτώ κείμενα που εκδίδει ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης, και με όλα τα εργαλεία της φιλολογικής του σκευής, με εισαγωγή και σχόλια, δηλώνει χάσματα με τα απαραίτητα sigla, επεξηγεί χωρία στις σημειώσεις, ταυτίζει παραθέματα άλλων που βρίσκουν τον δρόμο τους και εισέρχονται στο κείμενο. Από τα εκ των ων ουκ άνευ της εκδοτικής είναι βέβαια η χρονολόγηση και η πατρότητα ενός κειμένου. Παρότι δεν υπάρχουν θρησκευτικές, ιστορικές και πολιτικές αναφορές στο κείμενο που να βοηθούν τον μελετητή να το τοποθετήσει χρονικά, χρονολογείται στα τέλη της ελληνιστικής εποχής, αρχές ή μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα, σύμφωνα με την έρευνα του Markevil. Ο συγγραφέας, άγνωστος, ήταν κάποιος από τους «Ελληνες ή ελληνόγλωσσους litterati της Αυτοκρατορικής Εποχής, με έμμονες ιδέες για την τέχνη της γραφής και γενικότερα τη λογοτεχνία», ίσως κάποτε υπάλληλος στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, που τώρα ζει απομονωμένος στην έρημο. Για τη γνησιότητα του κειμένου αποδείξεις δεν υπάρχουν, ωστόσο ο Markevil ήταν πεπεισμένος για τη γνησιότητά του. Την υπόθεση συσκοτίζει η εξαφάνιση του Markevil, του περίφημου παπυρολόγου που δεν έχει αφήσει ίχνη στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία, όχι μόνο από τη ζωή, αλλά και στον χώρο του Διαδικτύου ος τα πανθ’ ορά…
Σπαράγματα γραφής
Οι ιστορίες του «συγγραφέα του Ζαά», όπως ονόμασε τον κώδικα ο Markevil, από το όνομα του αιγύπτιου εργάτη που τον ανακάλυψε, είναι οι ιστορίες ενός γραμματιζούμενου και γραφέα, ένα ιδιότυπο ημερολόγιο της ζωής του στην αμμώδη απομόνωση. Εκεί τον επισκέπτονται οράματα, της μητέρας του που του έχει διδάξει τη γλώσσα, του φίλου του Στ… από τον Κάτω Κόσμο, αλλά και γυναίκες, ερωτικές, θελκτικές και προκλητικές, κι ένας τραγικός ταλαίπωρος εραστής που του ζητεί να γράψει μια επιστολή για την αγαπημένη του. Η γλώσσα αυτού του γραφέα, όπως μεταφέρεται στη μετάφραση/διασκευή του Γιατρομανωλάκη, είναι ιδιόρρυθμη, εκκεντρική, πεποιημένη, ακραία εξεζητημένη, σπασμένη, με κενά, χάσματα, κατακερματισμένη στα όρια της αποσύνθεσης, αλλά ταυτόχρονα παράξενα γοητευτική. Η ελληνιστική κοινή της εποχής, με παραθέματα από τον Ομηρο, τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, ένα μωσαϊκό όπου χωρούν αποχρώσεις της εκκλησιαστικής γλώσσας και της κρητικής διαλέκτου, παιδικές λέξεις, λέξεις χωρίς νόημα, άναρθροι φθόγγοι: «η[…]ον η[…]ν <***> (desunt verba quaedam) και εισέβην ετότες εις τον εμόν οίκον του χώμ[ατος] (;). Μεσημβρίας ούσης. Εισελθών δε είδα κατά γης εσπαραγμένα τα εγεγραμμένα μου άπαντα. Ερειπιώδη όλα. Και τα σκεύη της γραφής συντετριμμένα αγχ[…]α. Συντεθλα[σμένος] ο κάλαμος ο εμού ο εμός, ο γράφων και ο ομιλών μετ’ εμού. Ράκη τα βύβλ[ινα]. Ερείπια οι μεμβράνες. […] Θρύψαλλα δ’ ομοίως [και] τα φωνήεντα γραμμένα τα λόγϊα. Κατεσχισμένα τα εις έτη ιζ’ τα γεγραμμένα μου. Ολα».
Εξομολόγηση αγνώστου
Γι’ αυτή την καταστροφή που συμβαίνει αναίτια μια μέρα, παρηγορεί τον γραφέα το φάσμα της μητέρας του, και τον εμψυχώνει να δράσει. Αναζητεί δουλειά ως γραφέας σε πανδοχεία και δικαστήρια ώσπου να μαζέψει τα χρήματα για να αγοράσει ξανά τα χρειαζούμενα για τα γραψίματά του. Και τότε επιστρέφει στην απομόνωσή του.
«Επορεύτηκα οπίσω». Και μιλώντας στον εαυτό του, πράγμα που κάνει συχνά στη διάρκεια της μοναχικής συγγραφής, τον προστάζει: «»Γράφε! Γραφεύ!» Ειπά μου [τω]. «Γράφε και χαίρου εν λύπη»». Ανταποκρίνεται ευθύς στην προσταγή: «Και με επήκουσεν ο εμός του εμού ο άνθρωπος. Ευθύς. Ο μόνος μετ’ εμού άνθρωπος ζων. Κι ενωτισάμενος ήρχισα. Πάλιν γράφων ήρχισα τα γραφτά τα γραφόμενα. Πάλιν τα ράκη του νοός μου έγραφα. Τα πολυτελή μου τα ράκη και τα συντετριμμένα των φωτ[…]ων(;) Καταξέσχιστοι φθόγγοι και λέξεις. Ε και; Καταξεσχισμέναι πλην έκλαμπρες αι φλόγες των ρημάτων και των ρηματίων. Οτι τας έσω φωνάς των γραμμάτων κατέγραφα. Ατελών μεν ναι, λελαμπρυσμένων δε ναι, <***> (desunt fortasse plurima verba) ων[…]ερει νωμε νααιπιερε (;) Πλην τα έγραφα δ’ όλα σωστά».
Είναι οπωσδήποτε μια εξομολόγηση. Του άγνωστου συγγραφέα; Του έλληνα διασκευαστή; Πρόσωπα και προσωπεία μπερδεύονται σ’ αυτό το ιδιαίτερο, απαιτητικό, κοπιώδες και παιγνιώδες κείμενο που στέκεται ως φόρος τιμής στη γλώσσα, στην τέχνη της γραφής αλλά και στη φιλολογία, στην επιστήμη της αποκατάστασης των κειμένων, της αποκατάστασης της γλώσσας ως σώματος, και του νοήματος.

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2018

Καρασαρίνης Μάρκος, Oι αναρτήσεις του Παλαμά «Ο άνθρωπος των γραμμάτων, ποιητής, πεζογράφος, ιστορικός, χρονογράφος, φιλόσοφος, εμπειρικός, θεωρητικός, ρητορικός, σιβυλλικός, δε μιλεί· γράφε. TO BHMA, .





  • Ο Κωστής Παλαμάς σε νεαρή ηλικία
    Kωστής Παλαμάς
    Σημειώματα στο περιθώριο Ο ποιητής μιλά για τη ζωή και την τέχνη
    Επιμέλεια – εισαγωγή – σημειώσεις Μάρα Ψάλτη
    Εκδόσεις Πατάκη, 2018
    τιμή 12,20 ευρώ
    «Ο άνθρωπος των γραμμάτων, ποιητής, πεζογράφος, ιστορικός, χρονογράφος, φιλόσοφος, εμπειρικός, θεωρητικός, ρητορικός, σιβυλλικός, δε μιλεί· γράφει. Τότε είναι εκείνος που είναι· στο στοιχείο του και στο βασίλειό του. […] Από τον άνθρωπο των γραμμάτων μη του ζητήσετε να σας μιλήση. Ενενήντα εννιά φορές στις εκατό, αν τον σέβεται φανατικά τον εαυτό του, θα σας στείλη στο διάβολο. Θα την ειπή από μέσα του κι ανίσως δεν τη μεγαλοφωνήση τη σκέψη του: Δε μιλώ. Γράφω». Ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός της λογοτεχνίας, ο κατεξοχήν άνθρωπος των γραμμάτων που δέσποσε επί δεκαετίες ως όνομα και μορφή, ο Κωστής Παλαμάς (1859-1943) πράγματι γράφει ακατάπαυστα. Αψευδής μάρτυρας του γεγονότος αυτού η νέα κριτική έκδοση των «Απάντων» του που προγραμματίζεται να ολοκληρωθεί σε βάθος πενταετίας από το Ιδρυμα Κωστή Παλαμά σε 50 τόμους: ποίηση, διηγήματα, θέατρο, μετάφραση, κριτική, αλληλογραφία. Ψηφίδα από το τεράστιο εύρος αυτού του έργου αποτελούν τα «Σημειώματα στο περιθώριο», αποσπάσματα από την παλαμική αρθρογραφία στα περιοδικά «Νουμάς», «Οι Νέοι», «Καλλιτεχνία» και «Παντογνώστης» κατά την περίοδο 1909-1923. Πρόκειται όμως για ψηφίδα σημαντική, μια και τα marginalia αυτά αφενός αποτελούν προεκτάσεις των αναγνώσεων του ίδιου του Παλαμά, όπως υπαινίσσεται και ο τίτλος που τους είχε δώσει, αφετέρου συνιστούν για τον σημερινό αναγνώστη κλίμακα διασύνδεσης ποιητικής και ζωής, τέχνης και καθημερινότητας.  

    Ποίηση και κοινωνία

    «Εντέλει, με ποιον Παλαμά μας φέρνουν σε επαφή τα «Σημειώματα στο Περιθώριο»;» γράφει η επιμελήτρια του τόμου Μάρα Ψάλτη στην εξαιρετικά αναλυτική και περιεκτική εισαγωγή της. «Διαβάζοντάς τα κανείς αναγνωρίζει το πολύτροπο της προσωπικότητας ενός ποιητή ευρωπαϊκού διαμετρήματος, τον ενθουσιώδη δέκτη ενός πλήθους πνευματικών ερεθισμάτων (λογοτεχνικών, επιστημονικών, φιλοσοφικών), τον ευλαβή και μανιώδη, πλην κριτικό, αναγνώστη». Ο διάλογος με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία είναι διαρκής – από τα κείμενα περνούν σκέψεις, κρίσεις, αποφάνσεις για τον Δάντη, τον Σαίξπηρ, τον Γκαίτε, τον Χάινε, τον Σέλλεϋ, τον Τέννυσον, τον Φλωμπέρ, τον Ουγκώ, με τρόπο άμεσο και συμπυκνωμένο: «Η δύναμη του γκαιτικού: μια θεία γαλήνη. Η δύναμη του βυρωνικού: το σατανικό πείσμα. Η αδυναμία του πρώτου: μια κρυάδα. Η αδυναμία του δεύτερου: γλίστρημα στη ρητορική». Τα προβλήματα της μίμησης και της πρωτοτυπίας, της έμπνευσης και της τεχνικής, του αυθορμητισμού και της επεξεργασίας, τον απασχολούν συχνά. Για τον ίδιο ο ποιητής είναι πιο πολύ «δουλευτής» παρά «θεόπνευστος» – «αισθάνομαι […] γεμάτος από μια θεία ξένη πνοή […] μονάχα την ώρα που κάθομαι και γράφω κάποια μου γράμματα». Ζωηρά ενδιαφερόμενος για την επιστήμη, ο Παλαμάς φροντίζει να επισημάνει τα πρώτα μικρά ίχνη «που άφησεν η ιδέα του δαρβινικού ξεπολιτισμού στη νεότερη ποίηση», στίχους του Αλφρεντ Τέννυσον, του Συλί Πρυντόμ, της Μαίρης Ρόμπινσον.
    Ευαίσθητος δέκτης των ρευμάτων της εποχής του, αποτυπώνει σε ένα κείμενο που δημοσιεύεται τον Σεπτέμβριο του 1911 την αίσθηση του fin de siècle που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια του μακρού 19ου αιώνα: «Ο πόλεμος των ιδεών. Μύριες ιδέες και δυνάμεις πολεμάνε στις Ευρώπες και στις Αμερικές για τη νίκη και για την επικράτηση». Οπαδοί της επιστήμης και της θρησκείας, φιλόσοφοι και πολιτειολόγοι, σοσιαλιστές, επαναστάτες του δυναμίτη και του λόγου, δαρβινιστές, λαμαρκιστές και οι αντίπαλοί τους συνθέτουν ένα μωσαϊκό ελπίδας και αμφιβολίας. Σε έναν από τους κρισιμότερους καιρούς της παγκόσμιας ιστορίας «όλες οι αξίες αναποδογυρίζονται και νέες ζυγαριές μαστορεύονται για το ζύγι τους». Μέσα σε αυτόν τον ασταθή κόσμο, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε αναζήτηση θεμελιωδών εννοιών («ακόμη πολεμάμε για ν’ αποχτήσουμε το όργανο που ξυπνά την έγνοια τούτων όλων: το Λόγο»), θεσμών και κατευθύνσεων. Ο Παλαμάς σκιαγραφεί το πλαίσιο του γλωσσικού ζητήματος, κάνει νύξεις για πολιτικά προβλήματα, θίγει το ζήτημα του ορθού πατριωτισμού με αφορμή ένα δημοσίευμα της «Ακρόπολης» από το καλοκαίρι του 1908 που καταδικάζει τις «αστόχαστες και πρόστυχες και ανάξιες» διαδηλώσεις Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης κατά βουλγάρων ταξιδιωτών καταγγέλλοντας παράλληλα «την κατάντια του δικού μας στρατού». Η ευστοχία της κριτικής του συνοψίζεται στη γνωστή διεισδυτική παρατήρηση για την ιστοριογραφία της Ελληνικής Επανάστασης: «Το Εικοσιένα. Εχουμε ως την ώρα την ιστορία του; Φοβάμαι πως όχι. Τη μυθολογία του; Φοβάμαι πως ναι».

    Βίσμαρκ και Πλατούτσας

    Είναι ενδιαφέρον ωστόσο να προσέξει κανείς ότι το βλέμμα του Παλαμά δεν περιορίζεται στην ποίηση, στην κριτική, στην ιδεολογία. Από τη ματιά του δεν ξεφεύγει η «χοντρονοικοκυρά» που ξεφωνίζει στην παραλία «τι ωραία η θάλασσα!» ούτε ο κόσμος που «χοντροκάθεται» στα λεγόμενα «Δαρδανέλλια» της οδού Πανεπιστημίου, τα ζαχαροπλαστεία «Βασιλικόν» και «Maison-Dorée» – επικρίνει μάλιστα τον ελιτισμό που ψέγει όσους προτιμούν ένα «μέρος χωρίς ορίζοντα» από τη φύση: «κι ένα προσωπάκι όμορφο να ξανοίξεις εκεί με δυο μάτια από κείνα, να και η φύση, να και οι ορίζοντες!». Ενα ελάχιστο δοκίμιο για την πολιτική ως εφαρμογή του νόμου της «κυριαρχίας του δυνατότερου» (που, παρεμπιπτόντως, δείχνει πόσο διαδεδομένος είναι στη σκέψη της εποχής ο κοινωνικός δαρβινισμός) επενδύεται με μια πινελιά χιούμορ: «Και τα φυσικά πολιτεύονται σαν τον Βίσμαρκ και σαν τον Πλατούτσα» – όπου ο «σιδηρούς καγκελάριος» της ένωσης της Γερμανίας συναντά το πολιτικό μέγεθος ενός βαφτισιμιού του Θεόδωρου Δηλιγιάννη.
    Παρόμοια έργα είναι κατά κανόνα απαιτητικά, μια και για να κατανοηθούν αποτελεσματικά χρειάζονται τη συμπλήρωση με ένα πληροφοριακό πλαίσιο της εποχής. Αν η αξία των «Σημειωμάτων» αναδεικνύεται με σαφήνεια σε αυτή τους την έκδοση, αυτό οφείλεται στην εξαίρετη εισαγωγή και στις λεπτομερείς σημειώσεις με τις οποίες υπομνηματίζει το βιβλίο η Μάρα Ψάλτη. Ορθά, τέλος, επισημαίνει η επιμελήτρια τον μοντέρνο χαρακτήρα των αποσπασμάτων του Παλαμά: το εύρος της θεματικής, η υφολογική απλότητα, η συντομία και η δηκτικότητα των κειμένων θυμίζουν, τηρουμένων των αναλογιών πάντοτε, αντίστοιχα χαρακτηριστικά του σημερινού λόγου των διαδικτυακών μπλογκ. Κατάθεση ενός σημαντικού διανοουμένου της εποχής του, αυτά τα σημειώματα αποβαίνουν αναρτήσεις με πολύτιμα ρεπορτάζ από έναν περασμένο αιώνα.

    Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

    Βιστωνίτης Αναστάσης, Μια άλλη ζωή για τις γυναίκες του ελληνικού μύθου Δεν είναι πρωτοφανές το φαινόμενο, TO BHMHA7 Σεπτεμβρίου 2018,



    Μια άλλη ζωή  για τις γυναίκες του ελληνικού μύθου | tovima.gr
    Η Ρόουζ Μπάιρν στον ρόλο της Βρισηίδας στην ταινία «Τροία» (2004) του Βόλφγκανγκ Πίτερσεν
    Δεν είναι πρωτοφανές το φαινόμενο. Τα ομηρικά έπη, η μυθολογία και οι τραγωδίες ασκούσαν ανέκαθεν – δηλαδή σε κάθε γενιά – μεγάλη γοητεία και τροφοδοτούσαν ποικιλοτρόπως τη λογοτεχνία, ιδίως την πεζογραφία. Τα τελευταία δύο χρόνια ωστόσο, κυρίως στον αγγλόφωνο κόσμο, παρατηρείται μια διακριτή τάση επιστροφής στις δραματουργικές σταθερές του αρχαιοελληνικού κόσμου. Πώς εξηγείται άραγε αυτό; Τον τόνο πάντως δίνουν οι νεότερες γυναίκες συγγραφείς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απουσιάζουν οι άντρες. Ο,τι ακολουθεί είναι ενδεικτικό και, ασφαλώς, όχι εξαντλητικό στο πεδίο που μπορεί άνετα να ονομαστεί «Αρχαιότητα και φεμινισμός».
     
    Ολοι θυμόμαστε τη συγκεκριμένη σκηνή από την Ιλιάδα, όταν ο συντετριμμένος Πρίαμος ικετεύει τον Αχιλλέα να του δώσει το νεκρό σώμα του Εκτορα ώστε να το θάψει με τις πρέπουσες τιμές. «Κάνω αυτό που κανένας άνθρωπος δεν έκανε πριν από μένα, φιλάω τα χέρια του άντρα που σκότωσε τον γιο μου» λέει, κοντολογίς, ο γέρος βασιλιάς της Τροίας. «Κι εγώ κάνω αυτό που αμέτρητες γυναίκες εξαναγκάστηκαν να κάνουν πριν από μένα, ανοίγω τα πόδια μου στον άντρα που σκότωσε τον σύζυγό μου και τ’ αδέρφια μου». Αυτά είναι τα παραπονεμένα λόγια της Βρισηίδας, της νεαρής πριγκίπισσας της Λυρνησσού, την οποία είχε πάρει ο Αχιλλέας, εάν θυμάστε, ως πολεμικό λάφυρο για το κρεβάτι του. Οσο όμως κι αν τα αναζητήσετε στο πρωτότυπο της Ιλιάδας δεν θα τα βρείτε. Γιατί; Διότι η ίδια δεν είναι ιδιαιτέρως ομιλητική στο ομηρικό έπος ή, για να το θέσουμε κι αλλιώς, δεν βρέθηκε κάποιος να ζητήσει τη γνώμη της για όσα φοβερά συντελούνταν τότε, τα οποία, εδώ που τα λέμε, την αφορούσαν κιόλας…

    Μια φεμινιστική Ιλιάδα;

    Ωσπου η Πατ Μπάρκερ αποφάσισε να γράψει μια «φεμινιστική Ιλιάδα» (αυτός ο μάλλον υπερβολικός χαρακτηρισμός ανήκει στην Εμιλι Γουίλσον, την πρώτη γυναίκα που μετέφρασε την Οδύσσεια στην αγγλική γλώσσα), να δώσει φωνή στη Βρισηίδα και να την κάνει πρωταγωνίστρια του νέου της μυθιστορήματος, το οποίο κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες με τον εξόχως χαρακτηριστικό τίτλο «Η σιωπή των κοριτσιών» (The Silence of the Girls).
    Η 75χρονη αγγλίδα συγγραφέας – το 1995 είχε τιμηθεί με το Βραβείο Booker για τον «Δρόμο των φαντασμάτων», το τελευταίο μέρος της περίφημης τριλογίας της για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο – αφηγείται την πτώση της Τροίας και επικεντρώνεται στη μοίρα των γυναικών που βρίσκονται πλέον αιχμάλωτες στα στρατόπεδα των Αχαιών, έρμαια των σεξουαλικών τους ορέξεων. Μέσα ακριβώς από τη δική τους οπτική γωνία αναπλάθεται το γνωστό έπος, με ειρωνική ευελιξία και μοντέρνο ύφος. Αναρωτηθήκαμε άραγε ποτέ τι θα έλεγε λ.χ. η Ανδρομάχη για όσα τράβηξε; Η κεντρική ηρωίδα, πάντως, είναι η Βρισηίδα επειδή, σύμφωνα με την Πατ Μπάρκερ, «αντιπροσωπεύει την πλέον τραγική ιστορία στην Ιλιάδα», καθότι «είναι κυριολεκτικά βασίλισσα τη μία ημέρα, και την επομένη γίνεται σκλάβα».
     
    Η έμπειρη πεζογράφος, η οποία γνωρίζει άριστα τις εμπόλεμες εμπειρίες και έχει παρακολουθήσει με το έργο της τις εσώτερες ψυχικές περιπέτειες των γυναικών, δήλωσε ότι η Ιλιάδα ήταν το βιβλίο που άλλαξε τη ζωή της. «Οπως είχε γράψει και ο Φίλιπ Ροθ στο «Ανθρώπινο στίγμα», ολόκληρη η ευρωπαϊκή λογοτεχνία αρχίζει εδώ, με δύο πανίσχυρους άντρες, τον Αχιλλέα και τον Αγαμέμνονα, να φιλονικούν για μια μικρή κοπέλα την οποία απήγαγαν στη διάρκεια των μαχών. Η ίδια δεν λέει τίποτα. Επομένως, αν είσαι άντρας, όλα αρχίζουν με μια διαμάχη. Αν όμως είσαι γυναίκα, όλα αρχίζουν με τη σιωπή» υπογράμμισε σε μια πρόσφατη συνέντευξή της η Πατ Μπάρκερ. Οταν μάλιστα πρωτοδιάβασε την Ιλιάδα, η σιωπή αυτή την άφησε εμβρόντητη, της προκάλεσε αλγεινή εντύπωση αυτή η ευφράδεια των αντρών και, συγχρόνως, η απόλυτη σιωπή των γυναικών που αποτελούν το αντικείμενο του διαγκωνισμού τους. «Είμαι σίγουρη ότι ακόμα κι ένα καλοπροαίρετο αγόρι μπορεί να διαβάσει το επίμαχο απόσπασμα αλλά να μην προσέξει καν αυτή τη σιωπή. Οι άντρες δεν ακούν τις σιωπές των γυναικών… Οι ήρωες, από τις μυθικές αρχαιοελληνικές φιγούρες μέχρι τους υπερήρωες των σημερινών κινηματογραφικών ταινιών, καταλαμβάνουν υπερβολικό χώρο, δύσκολα διακρίνονται οι γυναίκες ανάμεσά τους».
     
    Η Πατ Μπάρκερ δεν έγραψε το βιβλίο ούτε για να αντικαταστήσει την Ιλιάδα, ούτε για να πει ότι ο Ομηρος ήταν «μισογύνης» και ο Αχιλλέας «χασάπης». Το έγραψε για να ενσταλάξει στο έπος τη θηλυκή ευαισθησία που αδιαμφισβήτητα του λείπει και να αποδείξει ότι εξακολουθεί να μας αγγίζει κατά τρόπο άμεσο, σε μια περίοδο που η επικαιρότητα δίνει δυσοίωνα τις αφορμές της, από τα σκλαβοπάζαρα των γυναικών στον τρίτο κόσμο ή την εσχάτως αιματοβαμμένη Συρία λ.χ. μέχρι τις καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση των γυναικών στον δυτικό κόσμο.

    Το κακό κορίτσι της Οδύσσειας

    Η 45χρονη Μάντλιν Μίλερ, μολονότι ανήκει σε διαφορετική γενιά από την Πατ Μπάρκερ, έχει ανάλογους προβληματισμούς. Η αμερικανίδα συγγραφέας μπήκε στον λογοτεχνικό χάρτη το 2011 με το πρώτο της μυθιστόρημα, το «Τραγούδι του Αχιλλέα», που απέσπασε το Women’s Prize for Fiction 2012. Επρόκειτο, ουσιαστικά, για μια ανάπλαση της Ιλιάδας με αφηγητή τον Πάτροκλο. Τον περασμένο Απρίλιο κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο της με τίτλο «Κίρκη» (Circe).
    Αν η Πηνελόπη είναι το «καλό κορίτσι» της Οδύσσειας, η Κίρκη είναι σίγουρα το «κακό κορίτσι». Αυτό που επιχειρεί η Μίλερ – αναμφίβολα μια ταλαντούχα αφηγήτρια, η οποία έχει στο ενεργητικό της κλασικές σπουδές και ξέρει καλά το υπόβαθρο της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας – είναι να εισχωρήσει στην ψυχολογία μιας παρεξηγημένης γυναίκας. Η Κίρκη, για να μην επεκταθούμε, ήταν μια μάγισσα που ζούσε σε νησί. Από τη στιγμή που είδε την τιμωρία του Προμηθέα, άρχισε να συμπονά περισσότερο τους θνητούς. Στην Οδύσσεια, ως γνωστόν, μεταμορφώνει τους συντρόφους του πολυμήχανου ηγέτη σε χοίρους. Από τον Ομηρο ποτέ δεν μαθαίνουμε τον λόγο ή τους λόγους της. Αλλά γιατί το κάνει αυτό η Κίρκη; Από κακία; Από εκδικητικότητα; ‘Η μήπως επειδή ακόμα προσπαθεί να βρει την ιδανική ισορροπία ανάμεσα στην εμπιστοσύνη που μπορεί να δείξει προς τους άλλους και την αναγκαιότητα να προστατεύσει τον εαυτό της;

    Το έπος μιας γυναίκας

    Για την κατοπινή της κακή φήμη πάντως, επισημαίνει η Μίλερ, δεν φταίει ο Ομηρος. Από την άλλη μεριά ωστόσο, από όπου και να σταθούμε, δεν ακούμε την Κίρκη. Η συγγραφέας πάσχισε όχι μόνο να βρει τη φωνή της βασικής ηρωίδας του μυθιστορήματός της αλλά και τον σωστό τόνο. «Οι θεοί στην αρχαία ελληνική μυθολογία είναι φρικτά πλάσματα. Εγωιστές, απολύτως προσηλωμένοι στις δικές τους επιθυμίες και εντελώς ανίκανοι να ενδιαφερθούν για τους άλλους. Η Κίρκη, ωστόσο, έχει εξ αρχής την τάση να βοηθάει τους άλλους. Με απασχολούσε πώς είναι να προσπαθείς να γίνεις ένα καλό άτομο τη στιγμή που δεν έχεις κανένα τέτοιο πρότυπο.
    Πώς κατασκευάζεις μια ηθική αντίληψη για τον κόσμο όταν προέρχεσαι από ένα ανήθικο περιβάλλον; Η Κίρκη προσπαθεί να βγάλει άκρη με όλα αυτά. Η ίδια είναι μια συναρπαστική προσωπικότητα, συνετή και έξυπνη, η οποία όμως έχει σημασία μόνο στον βαθμό που εξυπηρετεί την ιστορία του Οδυσσέα» σημείωσε η Μίλερ σε μια συνέντευξή της. Η ίδια, στον αντίποδα, θέλησε να γράψει «μια επική ιστορία για τη ζωή μιας γυναίκας», η οποία «είναι η πρώτη μάγισσα της δυτικής λογοτεχνίας» και «ενσαρκώνει την ανησυχία που προκαλεί η γυναικεία δύναμη». Κι αν κάποιος τη ρωτήσει για το είδος της λογοτεχνίας που υπηρετεί, θα απαντήσει περιπαικτικά «μυθολογικός ρεαλισμός».

    Εξοδος από την «άδικη αφάνεια»

    Τον Μάιο του 2017 η Νάταλι Χέινς, γεννημένη το 1974 στο Μπέρμιγχαμ, δημοσίευσε το μυθιστόρημά της «The Children of Jokasta» (Τα παιδιά της Ιοκάστης). Το βιβλίο της βασίζεται σε δύο αρχαίες τραγωδίες του Σοφοκλή, τον Οιδίποδα Τύραννο και την Αντιγόνη. Εδώ σε πρώτο πλάνο έρχονται η Ιοκάστη και η Ισμήνη, δηλαδή μια μάνα με τη νεότερη κόρη της. Στόχος της συγγραφέως, όπως εξηγεί στον επίλογό της, ήταν να διασώσει αυτές τις δευτερεύουσες ηρωίδες από την «άδικη αφάνεια». Αφηγείται, λοιπόν, τις παράλληλες ιστορίες τους σε εναλλασσόμενα κεφάλαια, δομώντας την πλοκή της με τα εργαλεία της αγωνίας. Αφενός έχουμε τη δεκαπεντάχρονη Ιοκάστη που τη στέλνουν να παντρευτεί τον Λάιο, τον ηλικιωμένο βασιλιά της Θήβας. Αφετέρου έχουμε τη δεκαπεντάχρονη Ισμήνη η οποία αίφνης αντιλαμβάνεται ότι στο παλάτι, ένα μέρος που θεωρούσε το ασφαλές σπίτι της, κάποιος προσπαθεί να τη σκοτώσει.
    Στο μυθιστόρημα της Χέινς δεν είναι οι θεοί που προκαλούν τον πόνο και τα βάσανα, όπως συμβαίνει στις αρχαίες τραγωδίες, αλλά η αναπόδραστη αβεβαιότητα και η αμφισημία της ανθρώπινης συνθήκης, η αμφιβολία και ενίοτε ο πανικός που πλακώνει την ύπαρξη των θνητών. Ο τραγικός πυρήνας αυτής της πολύπλοκης υπόθεσης, σύμφωνα πάντα με τη Χέινς, εντοπίζεται περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο βιώνει τη μητρότητα η Ιοκάστη, η οποία υπέφερε την απώλεια από πολύ νωρίς στη ζωή της και στο τέλος, έχοντας πλήρως εξαπατηθεί από τους θεούς, αυτοκτονεί.
    Τον Αύγουστο του 2017 η 44χρονη Καμίλα Σάμσι, γεννημένη και μεγαλωμένη στο Καράτσι του Πακιστάν, η οποία όμως γράφει στα αγγλικά και ζει πλέον μόνιμα στο Λονδίνο, εξέδωσε το μυθιστόρημά της «Home Fire», εμπνευσμένο από την Αντιγόνη. Με το βιβλίο αυτό (που αναμένεται με τον ελληνικό τίτλο «Κρυφή φωτιά» από τις εκδόσεις Ψυχογιός) κέρδισε το Women’s Prize for Fiction 2018. Η δική της Αντιγόνη λέγεται Ανίκα. Ο δίδυμος αδερφός της, ο Παρβέζ, όταν ανακαλύπτει ότι ο τζιχαντιστής πατέρας του πέθανε καθώς τον μετέφεραν στο Γκουαντάναμο, φεύγει για να δουλέψει στον ενημερωτικό βραχίονα του Ισλαμικού Κράτους κάπου στη Μέση Ανατολή. Η μεγαλύτερη αδερφή τους, η Ισμα (Ισμήνη), τα αποκαλύπτει όλα στις αστυνομικές αρχές. Η Ανίκα την κατηγορεί για προδοσία. Στην πορεία εμφανίζεται ο Εϊμον (Αίμων), ο γιος ενός πανίσχυρου πολιτικού, στο πρόσωπο του οποίου τα δύο κορίτσια θα αναζητήσουν την ευκαιρία να ερωτευτούν αλλά και τον τρόπο να σώσουν τον αδερφό τους, ο επαναπατρισμός του οποίου καθίσταται όλο και πιο σύνθετος. «Η ιδέα για το μυθιστόρημα μού ήρθε όταν ένας σκηνοθέτης του θεάτρου μού πρότεινε να διαβάσω την Αντιγόνη και να σκεφτώ την πιθανότητα να ξαναγράψω το αρχαίο έργο εγγράφοντάς στο σημερινό πλαίσιο» ανέφερε η Σάμσι σε μια συνέντευξή της. Το αποτέλεσμα; Μια μουσουλμάνα Αντιγόνη τοποθετημένη στη σύγχρονη πολυπολιτισμική Μεγάλη Βρετανία. Θέλησε να συνδέσει την τραγωδία του Σοφοκλή με την επικαιρότητα, τις ιστορίες νεαρών βρετανών μουσουλμάνων και τη δύσκολη σχέση τους με το βρετανικό κράτος.
    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ