Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

28 Οκτωβρίου 2011: Η περιπέτεια των παρελάσεων

        Εβδομήντα ένα χρόνια μετά την απίστευτη υπέρβαση του ελληνικού λαού, τότε που όρθωσε το ανάστημά του στον ιταλικό και αργότερα στον γερμανικό φασισμό.Υπερασπίστηκε την τιμή και την εθνική του αξιοπρέπεια. Στην ηγεσία της χώρας ήταν τότε ο Ι.Μεταξάς,ένας σφετεριστής του δημοκρατικού πολιτεύματος. Εκείνη την ώρα όμως μετρούσε το εθνικό συμφέρον. Όλοι συστρατεύτηκαν. Έκτοτε, η επέτειος του ΟΧΙ ταυτίστηκε με την αντίσταση.Με την υποχρέωση της προάσπισης της εθνικής κυριαρχίας. Ήταν η συνέχεια του αντιστασιακού πνεύματος που σφυρηλατήθηκε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821.Ένα πνεύμα αντίστασης που έγινε το προζύμι για την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης(1941-1944).
      Εβδομήντα ένα χρόνια μετά άστραψε και βρόντηξε ο τηλεοπτικός λόγος  για εκείνους που εευτέλισαν την εθνική μας επέτειο, που δε σεβάστηκαν τους νεκρούς της εποποιΐας 1940-41.
     Τι έγινε λοιπόν στη Θεσσαλονίκη και στην πλατεία Συντάγματος;Τι έγινε στις πλατείες και τους κεντρικούς δρόμους πολλών πόλεων της χώρας; Είναι οι ολίγιστοι, κατά την έκφραση κάποιων πολιτικών, που επέβαλαν τη θέλησή τους;Είναι η δικτατορία της μειοψηφίας, κατά τον Δήμαρχο Θεσσαλονίκης;Είναι «αποβράσματα», όπως κάποιος βουλευτής δήλωσε, όσοι πρωταγωνίστησαν στις διαδηλώσεις , τις αποδοκιμασίες, στις προσπάθειες να απομακρύνουν τους εκπροσώπους του πολιτικού συστήματος από την εξέδρα των επισήμων;Είναι ιερόσυλοι; Ασελγούν στη μνήμη των νεκρών;Έχουν ασθενή ιστορική μνήμη μη αντιλαμβανόμενοι ότι η επέτειος είναι ημέρα ενότητας του ελληνικού λαού(Άδωνις Γεωργιάδης);
      Αναπόφευκτα, σε στιγμές έντασης λέγονται υπερβολές. Ασφαλώς, ο ρόλος των τελετουργιών, των γιορτών, είναι να ανανεώσουν τους συνεκτικούς δεσμούς ανάμεσα στα μέλη μιας ομάδας φρεσκάροντας την ιστορική μνήμη. Οι ιστορικές επέτειοι, είν’ αλήθεια, έχουν ισχυρό φορτίο ιδεολογικό. Σκοπεύουν-αυτή είναι τουλάχιστον η πρόθεση- να φτιάξουν μια κοινή μνήμη, να καλλιεργήσουν την εθνική συνείδηση, την ταυτότητα μιας ομάδας.
      Για το θέμα αυτό έχουν γραφτεί πολλά. Αρκετοί όμως αμφισβητούν τη μονολιθικότητα του ιδεολογικού στίγματος των εθνικών επετείων προτείνοντας ακόμη και την κατάργηση των παρελάσεων.
       Είναι σεβαστές οι απόψεις. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που οι εθνικές γιορτές γίνονται αφορμή για διάφορες πληθυσμιακές ομάδες να εκφράσουν ένα διαφορετικό λόγο. Στο παρελθόν ήταν οι αγωνιστές της εθνικής αντίστασης που ήθελαν να παρελάσουν διεκδικώντας διεύρυνση της πολιτικής βάσης των παρελάσεων.Αργότερα, ήταν όσα έγιναν με τους σημαιοφόρους στα σχολεία που δεν είχαν ελληνική καταγωγή.
      Σ’όλες όμως τις περιπτώσεις υπήρχε ένα κοινό σημείο.Η αμφισβήτηση του νοήματος της εθνικής επετείου. Θα έλεγα, η ανανέωση του περιεχομένου της εθνικής συνείδησης, ο εμπλουτισμός της νεοελληνικής ταυτότητας.
       Εβδομήντα ένα χρόνια μετά λοιπόν χρειάζεται αυτοσυγκράτηση από τους εκπροσώπους του πολιτικού μας συστήματος. Να αναλάβουν τις ευθύνες τους.Δεν ευτελίζεται η εθνική επέτειος. Αναδεικνύεται αντίθετα η αναντιστοιχία ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και τους πολίτες. Ανάμεσα στους «ιεροφάντες» των τελετουργιών και στον απλό λαό που παρακολουθεί . Αυτή είναι η ουσία των διαδηλώσεων και των αποδοκιμασιών. Είναι ο μετασχηματισμός της παθητικότητας σε δράση για αλλαγή του πολιτικού περιεχομένου της εθνικής γιορτής.            Αυτό συμβαίνει με όλες τις γιορτές όταν το πολιτικό καθεστώς βρίσκεται σε κρίση.
     Ουδείς αμφισβητεί την κρίση.Βρισκόμαστε σ’ έναν οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό στροβιλισμό που δεν ξέρουμε πού θα μας βγάλει. Οι πολίτες ανησυχούν περισσότερο, γιατί δεν έχουν εμπιστοσύνη στους πολιτικούς μας ταγούς, δεν πιστεύουν στη συνέπεια λόγων και έργων τους.
      Όταν υπάρχει πολιτική και κοινωνική κρίση οι τελετουργίες μένουν μετέωρες. Δεν ολοκληρώνονται γιατί το τελετουργικό(η παρουσία δηλαδή όσων χρεώνονται την κρίση) και το νόημα που υπόρρητα αποδίδεται στην τελετουργία βρίσκεται σε δυσαρμονία με τα αισθήματα και τις απόψεις αυτών που υφίστανται την κρίση. Αυτοί θέλουν μια νέα προοπτική, την αποκατάσταση της ιστορικής συνέχειας, όχι τη συσκότισή της.Όταν οι τελετουργίες μετεωρίζονται δημιουργούν προστριβές. Αναδεικνύουν με ένταση τα στοιχεία σύγκρουσης. Το πολιτικό σύστημα τότε έχει πρόβλημα, χρειάζεται να εξαλειφθούν τα σημεία εκείνα που δημιουργούν την ένταση. Η ευθύνη του πολιτικού προσωπικού είναι να κοιτάξει κατάματα το πρόβλημα αναλαμβάνοντας τις δικές του ευθύνες. Η δαιμονοποίηση των αντιδράσεων δεν είναι δημοκρατική προσέγγιση.
     

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

Μια λοξή ματιά στην Ήπειρο του Κώστα Μπαλάφα


 







       Ένα από τα ερωτήματα που βρίσκεται συνεχώς στην επικαιρότητα είναι η σχέση της τέχνης με τη ζωή, με ό,τι συνιστά την παρουσία του ανθρώπου αλλά και το γεωγραφικό ανάγλυφο. Με την πραγματικότητα, θα μπορούσε  να προσθέσει κανείς.
       Πρόκειται για μια σχέση διαμεσολαβημένη, όπου αποτυπώνεται η επιθυμία, η οπτική δηλαδή του δημιουργού, αλλά και η ‘μεταφορά’, οι τεχνικές δηλαδή που χρησιμοποιούνται για τη μορφοποίηση της οπτικής του δημιουργού[1]. Δεν είναι στις προθέσεις μου, όμως,  να αναφερθώ στις φωτογραφικές τεχνικές του Μπαλάφα. Το πράττουν οι ειδικοί. Δικός μου στόχος είναι να ιχνηλατήσω την επιθυμία του δημιουργού και πώς αυτή αναπαριστάται στο τελικό καλλιτεχνικό προϊόν. Όλα αυτά εντάσσονται στη γενικότερη συζήτηση για το ρόλο της τεχνολογίας στην αναπαράσταση του ερεθίσματος. Αν σήμερα η απάντηση είναι εύκολη, καθώς η τεχνολογία έχει εξελιχθεί τόσο πολύ, ώστε να είναι εύκολα αναγνώσιμος ο καθοριστικός της ρόλος στη δημιουργία ενός άλλου κόσμου, ενός δικού της κόσμου που απλώς χρησιμοποιεί τη ζωή ως μοντέλο, στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, στη διάρκεια των οποίων ο Μπαλάφας ανέπτυξε την καλλιτεχνική του δραστηριότητα, η κατάσταση ήταν διαφορετική, ιδίως για την τέχνη της φωτογραφίας. Για τους πολλούς φωτογραφία σήμαινε απεικόνιση, σχεδόν νατουραλιστική. Το μόνο έργο του φωτογράφου ήταν να πατήσει το κουμπί και να πάρει τη φωτογραφία.
       Το έργο του Μπαλάφα διαψεύδει αυτή την απλουστευτική αντίληψη και ενισχύει την άποψη ότι η λαϊκή τέχνη δεν είναι μια απλή απεικόνιση, αλλά εγγράφεται στο καλλιτεχνικό δημιούργημα η ματιά του δημιουργού. Ονόμασα την τέχνη του λαϊκή, γιατί έτσι μπορεί να γίνει κατανοητό ότι ο Μπαλάφας κουβαλάει τη σοφία των μαστόρων της Ηπείρου, που χωρίς πολλά γράμματα-με λίγα κολυβογράμματα, θα προσέθετα-δημιούργησαν έργα , τα οποία θαυμάζονται για την τεχνική και μορφολογική τους αρτιότητα. Αναφέρω το παράδειγμα του Κώστα Μπέκα, του οποίου το θαυμαστό έργο, το γεφύρι της Πλάκας, υμνείται ως συμπύκνωση της λαϊκής τέχνης. Ο Μπαλάφας γνωρίζει και θεωρεί απαράμιλλη τη μαστορική των γεφυριών. «Αλλά τα ομορφότερα όσο και τα δυσκολότερα έργα, στην κατασκευή, ήταν τα πέτρινα τοξωτά γεφύρια»[2]. Στο λεύκωμά του για την Ήπειρο περιλαμβάνεται σημείωμά του, όπου κάνει αναφορά στη λαϊκή τέχνη, ιδίως στα δημιουργήματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Διαβάζοντας, λοιπόν, τα σχόλιά του και εστιάζοντας στον τρόπο που βλέπει τα πράγματα, μπορώ, χωρίς κανένα δισταγμό, να πω ότι ο Μπαλάφας είναι ένας λαϊκός τεχνίτης, που διδάχτηκε από τη σοφία των σπουδαίων μαστόρων[3]. Τα έργα τους ήταν η μαθητεία του. Με όπλο τη φυσική του οξυδέρκεια και τη χαρισματική διεισδυτική σκέψη  κατάφερε να οδηγήσει τη φωτογραφική του τέχνη σε ύψη ζηλευτά, γεγονός που τον κατατάσσει στη χορεία των μεγάλων μαστόρων της Ηπείρου.
       Ο Μπαλάφας δε σπούδασε. Δεν έμαθε τεχνικές σε οργανωμένη εκπαιδευτική βαθμίδα. Η αφήγηση για το πώς συναντήθηκε με τη φωτογραφία θυμίζει ιστορίες για το πώς άλλοι τεχνίτες μυήθηκαν στην τέχνη τους. «Στο αφεντικό μου αυτό είχαν έρθει κάτι συγγενείς του από την Αμερική, ομογενείς, και θεώρησε υποχρέωσή του να τους ξεναγήσει σε διάφορα μέρη. Μια μέρα σκέφτηκαν να ανέβουν στην Πάρνηθα. είπανε, μάλιστα, να πάρουν και μιαν αναμνηστική φωτογραφία. Τότε ήταν τα κουτάκια αυτά τα Brownie της Kodak που στοίχιζαν πολύ φτηνά, ήταν εύκολα στη χρήση, γιατί είχαν aplanar φακό και δεν είχε απαιτήσεις για ειδικούς χειρισμούς. Κάποιος θα έπρεπε όμως να κρατάει αυτό το κουτί για να φωτογραφηθούν αυτοί, και αγγάρεψαν εμένα. Όταν είδα εγώ ότι αυτό που βλέπω μπροστά μου μπορώ να το αποτυπώσω στο χαρτί, με μάγεψε»[4].
       Αυτό ήταν. Μίλησε η κλίση και η μαγεία της καινούργιας τεχνολογίας. Όμως, η ενασχόλησή του με τη νέα λαϊκή τέχνη υποστηρίζεται από τις εικόνες του παρελθόντος, από το πολιτισμικό κεφάλαιο που κληρονόμησε από τους προγόνους μαστόρους. Δεν είχε επίσημη εκπαίδευση. Κουβαλούσε, όμως, τη σοφία της λαϊκής τέχνης, που του καλλιέργησε την ανθρωποκεντρικότητα στο έργο του και την αναζήτηση βαθύτερων αισθημάτων. Συχνά, η λαϊκή τέχνη αντιμετωπίζεται ως μια φωτογραφική απεικόνιση της πραγματικότητας. Αυτό είναι μέγα λάθος. Δεν συμβαίνει πουθενά. Ούτε στο δημοτικό τραγούδι ούτε στην παροιμία και το αίνιγμα ή στη λαϊκή αρχιτεκτονική. Συνήθως, οι εγγράμματοι αδυνατούν να κατανοήσουν το βάθος της λαϊκής τέχνης και το φιλοσοφικό υπόστρωμα που την υποστηρίζει. Ο Μπαλάφας είναι ένα ξεχωριστό παράδειγμα λαϊκού τεχνίτη, που ενισχύει αυτό το επιχείρημα. «Ότι θέλω να φωτογραφίσω, γίνεται στη φαντασία μου πρώτα και μετά το παίρνω. Δεν παίρνω στην τύχη φωτογραφίες, τακ, τακ τακ, ετούτο το άλλο. Παίρνω ορισμένες λειτουργικές ενότητες που με εντυπωσιάζουν , αλλά που έχουν και κάποιο βαθύτερο νόημα»[5].
       Ο Μπαλάφας μας ανοίγει την πόρτα στην κουζίνα της τέχνης του. Μας εξιστορεί τον τρόπο που δημιουργεί. Δεν είναι ένας απλός χειριστής της τεχνολογίας. Αξιοποιεί τα εργαλεία και τα εντάσσει στη λαϊκή κοσμολογία, που σμίλευσε τον τρόπο σκέψης, την αντίληψή του για τον στόχο της τέχνης.
       Παράλληλα, είναι δημιούργημα της στερημένης Ελλάδας, της άγονης γραμμής. «Γεννήθηκα σ’ ένα κακοτράχαλο ηπειρώτικο χωριό που λες πως και το ίδιο γεννήθηκε για αγώνες πρώτα με την ίδια τη φύση, για να μπορέσει να επιβιώσει στην κακοτράχαλη γη που γεννήθηκε. Και ένα μεγάλο μαράζι ήταν ο ξενιτεμός»[6]. Ο Μπαλάφας με αδρές γραμμές σκιαγραφεί το προσωπικό του κάδρο. Ο λόγος του λιτός  μα λαξεμένος σαν την πέτρα στα σπίτια, τις εκκλησιές και τα γεφύρια. Τα ίδια γνωρίσματα έχει και η φωτογραφία του: λιτή μα λαξεμένη. Είναι λιτή σαν το ηπειρωτικό τοπίο με τις λαγκαδιές και τις κορυφογραμμές, τους ανθρώπους που βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, έτοιμοι να δώσουν τον αγώνα της επιβίωσης σ’ αυτό το τοπίο το αρμολογημένο από πέτρα και πουρνάρι. Είναι όμως και λαξεμένη, καθώς ο Μπαλάφας έχει πλήρη συνείδηση ότι το μάτι του είναι μάτι των ανθρώπων του τόπου του που διεκδικούν το δικό τους μερτικό στη ζωή, που αγωνίζονται και με τα θηρία ακόμη προκειμένου να μετατρέψουν στη στέρηση σε δύναμη. Γνωρίζει πως η οπτική του ακουμπάει στο πολιτισμικό κεφάλαιο που κληρονόμησε.
       Σ’ αυτές τις συνθήκες έμοιαζε προδιαγεγραμμένη η οπτική του Μπαλάφα. Βάδισε στα χνάρια όλων των άλλων τεχνιτών, που έθεσαν την τέχνη τους στην υπηρεσία του ανθρώπου. Ύμνησαν τη φύση και τον αγώνα του ανθρώπου. Αναμετρήθηκαν με τα ποτάμια και τις χαράδρες. Υπηρέτησαν τις μεταφυσικές τους ανάγκες με εκκλησιές και εικονίσματα που συνέδραμαν την ανάγκη να οικειοποιηθούν τον τόπο αλλά και να τον ξεπεράσουν.
       Η φωτογραφική τέχνη λοιπόν του Μπαλάφα είναι η συνέχεια του μοιρολογιού, του τραγουδιού της ξενιτιάς, των γεφυριών. Είναι ύμνος στον αγωνιζόμενο άνθρωπο που στέκει όρθιος σ’ όλες τις αντιξοότητες. Δεν έχει αφετηρία τη μιζέρια. Είναι αντίθετα δοξαστικό στη λαϊκή κοσμολογία. «Εμένα, σ’ όλη μου τη δουλειά, κεντρικός άξονας της θεματολογίας μου είναι ο άνθρωπος και οι αντιδράσεις του στη ζωή. ο αγώνας του για επιβίωση, και περισσότερο οι άνθρωποι του πόνου, γιατί έχουμε σχηματίσει κακή ιδέα για τον πόνο. Ο πόνος είναι σύμμαχός μας, είναι φίλος μας, μας ειδοποιεί πως αν το χέρι μας πονάει, κάτι συμβαίνει εκεί πέρα , και πρέπει να το δούμε. Έπειτα και στην ίδια τη ζωή, ο άξονας της ζωής κινείται μεταξύ πόνου και ανίας»[7].
       Το απόσπασμα αυτό είναι η προγραμματική διακήρυξη του καλλιτέχνη Μπαλάφα, εμπεριέχει την καλλιτεχνική του συνείδηση, η οποία ζυμώθηκε σε αντίξοες, γεωγραφικές και οικονομικές συνθήκες αλλά και φέρει τα σημάδια μιας κοινωνικής θέσης απέναντι στο φωτογραφικό του πεδίο, γεγονός που συμβάλλει στη λάξευση της λοξής του ματιάς προς ό,τι στοχεύει η φωτογραφική του μηχανή. Δεν ενδιαφέρεται να προβάλει και να αποθεώσει την ομορφιά του τοπίου ως μια αυτόνομη οντότητα. Για τον Μπαλάφα προτεραιότητα έχει ο άνθρωπος, οπότε το τοπίο αποτελεί συστατικό στοιχείο της λαϊκής κοσμολογίας. Είναι αυτό που διαμορφώνει την οικονομία, την κοινωνική και πολιτισμική συμπεριφορά. «Το ηπειρώτικο τοπίο το συνθέτουν βουνά με πανύψηλες κορφές, βαθιές χαράδρες και απότομες βουνοπλαγιές που του δίνουν μια σπάνια φυσική ομορφιά και υποβλητική στιβαρότητα» σχολιάζει ο ίδιος[8].
       Παρά την δοξολογία του φυσικού τοπίου, ούτε στα γραφτά του ούτε στις φωτογραφίες του αναδεικνύει το τοπίο ως αυτοσκοπό για περιδιάβαση στη φυσική ομορφιά. Τον ενδιαφέρει ο εσωτερικός διάλογος της φύσης με τον άνθρωπο και γι’ αυτό, συνήθως, τα τοπία χρησιμεύουν ως εισαγωγή στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Τον απασχολεί το πώς η υποβλητική στιβαρότητα του τοπίου απεικονίζεται στα πρόσωπα και τα σώματα των ανθρώπων που φωτογραφίζει. Τα πρόσωπα(τσελιγκάδες, κτηνοτρόφοι, υλοτόμοι, ψαράδες, μεροκαματιάρηδες στα Γιάννενα,παιδιά) είναι εμποτισμένα στη στιβαρότητα του τοπίου. Δεν υπάρχει πουθενά παράπονο. Κούραση, ναι. Πολλοί αποκάμνουν στο τέλος της ημέρας. Το βασικό αίσθημα, ωστόσο, είναι μια υπόρρητη αισιοδοξία που αναδύεται από την κίνηση των σωμάτων κόντρα στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες(χιόνι) ή το στερημένο, θαμπό τοπίο της πόλης. Τα σώματα, κατά κανόνα, αντιστέκονται, έχουν την τάση να ορθώνονται, ακόμη κι όταν είναι ζαλικωμένα. Είναι πρόθεση-αλλά και η πίστη του δημιουργού-να υπογραμμίσει το διαρκή αγώνα του Ηπειρώτη. Σ’ ένα περιβάλλον που δεν ευνοεί τη ζωή του αυτός επιμένει να υπερβαίνει τις αντιξοότητες.
       Ο Μπαλάφας φωτογραφίζει εργαζόμενους, ανθρώπους δηλαδή την ώρα της δουλειάς ή του διαλείμματος. Είναι σπάνιες οι φωτογραφίες που αναφέρονται σ’ αυτό που ονομάζουμε ελεύθερο χρόνο. Ακόμη και τότε, όπως στην περίπτωση των γερόντων στην πλατεία και τους δρόμους του Μετσόβου, πρόκειται για κινήσεις ενταγμένες στην κοινωνική δομή του χώρου. Είναι οι κυριακάτικες συναντήσεις, που δίνουν τη δυνατότητα στους γερόντους να σχολιάσουν αλλά και να αναπαράξουν την κυρίαρχη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία του Μετσόβου.
Προβολή εικόνας πλήρους μεγέθους
       Καρτερικότητα και αποφασιστικότητα εκπέμπουν τα πρόσωπα του Μπαλάφα. Αυτό φαίνεται και στις γυναικείες φιγούρες, που έχουν σημαντικό μερίδιο στην προτίμησή του. Γράφει «Ήταν οι σταυρωμένες της ηπειρώτικης κοινωνίας, που ανδρώσαν οικογένειες με ήθος, ιδανικά και αξιοπρέπεια»[9]. Ο Μπαλάφας έχει σαφές, κοινωνικό και ιδεολογικό περίγραμμα, που  καθοδηγεί τη φωτογραφική του μηχανή. Οι «γυναίκες» του, πράγματι, εκφράζουν αυτό που γράφει, αυτό που ξέρουμε για την ηπειρώτισσα. Είναι παντού, κάθε στιγμή, σε κάθε οικογενειακή και κοινωνική δραστηριότητα. Κανακεύουν τα παιδιά, παλεύουν μαζί με το σύντροφό τους και τους συγγενείς στο  κοπάδι και το χωράφι. Πρωτοστατούν στην εκπλήρωση των μεταφυσικών αναγκών της οικογένειας και του σογιού με τα μνημόσυνα. Θα έλεγα ότι οι «γυναίκες» του Μπαλάφα είναι γήινες, απαλλαγμένες από την υπερβολή της οπτικής γωνίας. Καθημερινές γυναίκες, με εμφανή τα ίχνη του χρόνου και της ταλαιπωρίας στο κορμί τους. Γυναίκες , όμως, που ορθώνουν το κορμί τους και το προσφέρουν στήριγμα στην κοινωνία της Ηπείρου. Θυμίζουν  τα μεσιανά δοκάρια, που αναλαμβάνουν να στηρίξουν όλο το σπίτι. Κάτι τέτοιο αποπνέουν οι «γυναίκες» του Μπαλάφα. Λιπόσαρκες αλλά και με αίσθηση του ρόλου τους που τους οπλίζει με δύναμη, η οποία εκπλήσσει. Γυναίκες ζαλικωμένες με τα παιδί, με γεννήματα στην αγορά, γυναίκες στο ετήσιο ανεβοκατέβασμα στα βουνά, αρχόντισσες του Μετσόβου που φροντίζουν να δηλώσουν υπαινικτικά την κοινωνική τους θέση αλλά και γυναίκες του κάματου. Όμως, όσο κι αν η βιοτή λυγίζει το ασθενικό κορμί και οι κοινωνικές συνθήκες φορτώνουν τις πλάτες τους με ευθύνες δεν υπάρχει παράπονο στον τρόπο που κοιτάζουν. Μπορεί να βγάζει πόνο η ζαλικωμένη και διπλωμένη γερόντισσα, όμως δεν επιτρέπει τη λύπηση. Πρόκειται για αγέρωχες φιγούρες, οι οποίες δηλώνουν την αποφασιστικότητα και την καρτερικότητά τους, καθώς γυρίζουν το κεφάλι στο φακό, ενώ συνεχίζουν την πορεία τους στο χιονιά. Είναι εντυπωσιακή η φλόγα που βγάζουν τα «γυναικεία μάτια» του Μπαλάφα. Ο ίδιος αφιερώνει, σε μήνυμά του που διαβάστηκε σε τιμητική εκδήλωση στο Μουσείο Μπενάκη, όλα όσα έγιναν εκείνη την ημέρα στην ηπειρώτισσα γυναίκα. «Σε αυτές που παρ’ όλη τους τη φτώχεια και την ανέχεια είχαν τη δύναμη να ζήσουν και να δημιουργήσουν και να κρατήσουν στον τόπο τη ζωή. Σε μια γη κακοτράχαλη, ματωμένη και περήφανη που θαρρείς πως από τη φύση της γεννήθηκε για αγώνες(…)Αυτές οι γυναίκες μόνες, σε δύσκολους καιρούς, καλλιεργούσαν με το τσαπί τη στέρφα γη, θαρρείς πως στύβαν’ με τα δυο τους χέρια το λιγοστό τους χώμα και το πότιζαν με ιδρώτα για να το κάμουν να καρπίσει. Μάνες υπέροχες, μια ολάκερη ζωή να παλεύουν με την πέτρινη μοίρα τους»[10].
       Ένα άλλο πεδίο, στο οποίο εστιάζει το φακό του ο δημιουργός, είναι  η κτηνοτροφία και η  υλοτομία , δευτερευόντως, που αποτελούν συστατικά στοιχεία της Ηπείρου. της οικονομίας και της κοινωνίας της. Είναι εκεί που συγκροτείται η κοσμολογία του Ηπειρώτη, κατά τον Μπαλάφα. Ακόμη και στα πρόσωπα υπάρχει μια σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον αστικό και τον ορεινό χώρο. Στην πόλη των Ιωαννίνων, από την οποία αντλεί θέματα του αστικού χώρου(μεροκαματιάρηδες στην αγορά και στα εργαστήρια), η ομίχλη δημιουργεί μια θολή ατμόσφαιρα που συχνά τα ανθρώπινα σώματα και η ανθρώπινη βούληση εμφανίζονται παγιδευμένα. Αντίθετα προς την πόλη, τα πρόσωπα του βουνού είναι βουτηγμένα στο φως και το αγνάντιο της βουνοκορφής. Αυτό αποτυπώνεται και στην ψυχική τους διάθεση. Οι τσομπαναραίοι νιώθουν να κυριαρχούν στο χώρο τους, ενώ οι οικογένειες που ανεβοκατεβαίνουν στα χειμαδιά εκφράζουν τη συλλογική ευθύνη.
       Δεν είναι εύκολο να ολοκληρωθεί η αναφορά στο έργο του Μπαλάφα. Υπάρχουν πολλά ακόμη που μπορεί να πει κανείς. Όμως, θα έλεγα ότι ο Μπαλάφας επιχειρεί με τις φωτογραφίες του να αναπαραστήσει τη δική του Ήπειρο. Αυτή σχετίζεται με τον κόσμο του βουνού, που είναι κυρίαρχος. Είναι η καρδιά της Ηπείρου. Ακόμη, ένα άλλο σημείο της Ηπείρου του Μπαλάφα είναι τα Γιάννενα, το κατεξοχήν αστικό κέντρο που συμβολικοποίησε την υπέρβαση των αντιξοοτήτων από τους Ηπειρώτες και την ανάπτυξη ενός ενδιαφέροντα ανθρωποκεντρικού πολιτισμού. Ένα τρίτο σημείο είναι τα πρόσωπά του, οι εμβληματικές φυσιογνωμίες της φωτογραφικής του τέχνης, που λειτουργούν ως φορείς της λαϊκής κοσμολογίας. Όλα αυτά αναγορεύουν τον Μπαλάφα σε συνεχιστή και κληρονόμο των παλιών μαστόρων, που έσωσαν αλλά και αποτύπωσαν το πολιτισμικό ήθος της Ηπείρου.
     


[1] Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου. 2008. Homo Americanus. Αθήνα : Καστανιώτης, σ.24.
[2] Κώστας Μπαλάφας. 2003. «Ήπειρος. Ο τόπος και η παράδοσή του», στο λεύκωμα: Ήπειρος. Αθήνα: Ποταμός/Μουσείον Μπενάκη, σ. 15.
[3][3][3] Σ’ αυτό συγκλίνουμε με την άποψη του      Ηρακλή Παπαϊωάννου, παρόλο που η αφετηρία είναι διαφορετική. «Ο Κώστας Μπαλάφας είναι ένας γνήσια λαϊκός καλλιτέχνης, αφενός γιατί ο λαός είναι ο βασικός πρωταγωνιστής των φωτογραφιών του, αφετέρου γιατί σ’ αυτόν κυρίως απευθύνεται αυτό το έργο». Κώστας Μπαλάφας. 2003. Φωτογραφικές μνήμες από τη σύγχρονη Ελλάδα. Αθήνα: Μουσείο Μπενάκη/Φωτογραφικό Αρχείο, σ.8.
[5] Ό.π., σ.2.
[6] Ό.π., σ.1.
[7] Ό.π., σ.2.
[8] Κώστας Μπαλάφας. 2003. «Ήπειρος. Ο τόπος και η παράδοσή του», στο λεύκωμα: Ήπειρος. Αθήνα: Ποταμός/Μουσείον Μπενάκη, ό.π., σ.10.
[9] Ό.π., σ.17.
[10] Γιώργος Καρουζάκης, «Αφιέρωσε τη δικιά του μέρα στις Ηπειρώτισσες μανάδες», εφημ. Ελευθεροτυπία, 21 Μαΐου 2008, σ.25.
Προβολή εικόνας πλήρους μεγέθους

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΠΡΕΒΕΖΑΣ 1912.Το παρελθόν στο μέλλον της πόλης μας

Στις 21 Οκτωβρίου 1912 η Πρέβεζα απλευθερώνεται και γίνεται μέρος του νεοελληνικού κράτους. 99 χρόνια μετά η δημοτική αρχή της πόλης μού εζήτησε να μιλήσω για τα γεγονότα.Το κείμενο που ακολουθεί είναι αυτό που διάβασα την περασμένη Παρασκευή(21/1/2011) στο Πολιτιστικό Κέντρο της Πρέβεζας(πρώην κινηματογράφος ΟΑΣΙΣ)

       Είμαστε ένα βήμα, ένα χρόνο πριν να φτάσουμε στα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης μας.Νιώθω ιδιαίτερη χαρά αλλά και ευθύνη για την τιμή που μου γίνεται, μια και είναι η πρώτη εορταστική εκδήλωση που οργανώνεται από τον καποδιστριακό πλέον δήμο. Ακόμη, η τιμή και η ευθύνη αυξάνονται από το γεγονός ότι το χορό των πανηγυρικών ξεκίνησε το 1913  μια πολύ σπουδαία προσωπικότητα της εκπαιδευτικής ιστορίας αλλά και γενικότερα της τοπικής μας ιστορίας , ο Χρήστος Κοντός, φιλόλογος τότε και αργότερα γυμνασιάρχης στο εδώ γυμνάσιο(Καράμπελας,97). Ανήκει σ’ εκείνες τις σεπτές μορφές που πάντα χρειαζόμαστε, ιδιαίτερα στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε έχουμε ανάγκη από ανθρώπους που ενσάρκωσαν, έδωσαν νόημα στο αξίωμα «καλός καγαθός» του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.
       Τα τελευταία είκοσι χρόνια  δεν είχα την ευκαιρία να βρίσκομαι αυτές τις ημέρες στην πόλη. Ωστόσο, με συνόδευαν οι γυμνασιακές μου μνήμες, η συμμετοχή δηλαδή με το γυμνάσιο στην τελετή που γινόταν στον Άη Γιάννη, στα υψώματα της Νικόπολης εκεί που έπεσε η αυλαία των στρατιωτικών επιχειρήσεων στις 20 Οκτωβρίου 1912. Εμείς, δηλαδή η εκπαιδευτική μας κοινότητα, δεν κάναμε τίποτε άλλο από το να βαδίσουμε στα ίχνη ενός άλλου σημαντικού πρεβεζάνου εκπαιδευτικού, του διευθυντή εκείνη την εποχή του ημιγυμνασίου της πόλης που στεγαζόταν στο ξενοδοχείο του Πατίκου, του Ευκλείδη Τσακαλώτου(Καράμπελας,97). «Εγώ τότε(1913) πήρα του μαθητές του ημιγυμνασίου και με τα πόδια, κρατώντας στεφάνους και την σημαία επήγαμε στην Νικόπολη, στον Αϊ-Γιάννη.Εκεί καταθέσαμε τους στεφάνους εις μνήμην των πεσόντων Ελευθερωτών και επεστρέψαμε πάλι με τα πόδια στην Πρέβεζα».Ως εκπαιδευτικός, επιτρέψτε μου, με την ευκαιρία, να αφιερώσω την αποψινή μου ομιλία, σ’ αυτούς τους δυο σπουδαίους πρεβεζάνους εκπαιδευτικούς αλλά και μέσω αυτών σ’ όλους εκείνους τους συναδέλφους που φώτισαν τα βήματα-και τα δικά μου- της πρεβεζάνικης νεολαίας όλα αυτά τα ενενήντα εννιά(99) χρόνια.
       Κάθε γιορτή  είναι ασφαλώς ευκαιρία να αποδοθούν τιμές στους πρωταγωνιστές.Κυρίως όμως είναι ένας τρόπος να θυμηθούν οι νεώτεροι, να φρεσκάρουν τη συλλογική τους μνήμη, να ανανεώσουν την τοπική τους ταυτότητα, να την εκσυγχρονίσουν προσαρμόζοντάς την στο παρόν αλλά και τις ανάγκες του μέλλοντος. Ταυτόχρονα είναι ένας τρόπος να αποκατασταθεί η επικοινωνία με το παρελθόν, χωρίς το οποίο καμιά κοινωνία δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της.  Στις μέρες μας έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη να στρέψουμε τη μνήμη μας στο παρελθόν. Δεν πρόκειται για στρουθοκαμηλισμό, για κίνηση δηλαδή που στοχεύει να κλείσουμε τα μάτια μπρος στην οδυνηρή πραγματικότητα αλλά για μια αναγκαία προϋπόθεση ώστε να διαβάσουμε την ιστορία πιο ώριμα για  να βγούμε νικητές από το τέλμα του παρόντος και να σχεδιάσουμε το μέλλον. Όλα αυτά ακούγονται, θα σημείωνε κάποιος καλοπροαίρετος, ωραία αλλά πρόκειται για κουβέντες που ταιριάζουν σε πανηγυρικούς. Το ξέρω.Πλέον όλοι μας ακούμε με καχυποψία τα λόγια. Όμως, αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να ρίξουμε στη λησμονιά, στον κάδο του ιστορικού περιθωρίου τα «εικονίσματα» της τοπικής μας ιστορίας. Είναι λοιπόν η ομιλία μου ένα κερί στη μνήμη, μια οφειλόμενη τιμή στους συμπατριώτες που πότισαν με αίμα και ιδρώτα αυτό τον τόπο. Ακόμη, είναι μια προσπάθεια να παραθέσω τη δική μου οπτική , τον δικό μου τρόπο ανάγνωσης της ιστορίας στηριζόμενος στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κάθε εποχή διαβάζει και χρησιμοποιεί με τον δικό της τρόπο τα ιστορικά γεγονότα. Ακόμη, η ομιλία τρέφει την ελπίδα ότι μπορεί κάποια από όσα θα ειπωθούν μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για να προβληματιστούμε και να συζητήσουμε για τις δικές μας ευθύνες απέναντι στο μέλλον της ιστορίας του τόπου μας.
       Το 1912 είναι μια σημαντική χρονιά.Είναι η τελευταία φάση ανάπτυξης της Μεγάλης Ιδέας πριν αυτή βουλιάξει στη θάλασσα της Σμύρνης το 1922 μέσα σε σκοτωμούς, οιμωγές, κραυγές, πόνο και αίμα αλλά και κατάρες για τα συντρίμμια ενός μακραίωνα πολιτισμού. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1912 τα Βαλκανικά κράτη(Βουλγαρία, Ελλάδα, Μαυροβούνιο και Σερβία) συμμάχησαν αποστέλλοντας τελεσίγραφο στην Τουρκία για σεβασμό  της αυτονομίας των εθνικών μειονοτήτων τους, που ζούσαν στο έδαφός της. Η Τουρκία απέρριψε το αίτημα κι έτσι μια βδομάδα μετά (9 Οκτωβρίου) τα δύο μέρη βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Η απελευθέρωση της Πρέβεζας γίνεται περίπου δυο βδομάδες μετά.
       Αυτό που μπορεί κάποιος να παρατηρήσει στα γεγονότα που έλαβαν χώρα είναι η παρουσία μιας ισχυρής εθνικής πολιτικής ηγεσίας που έχει τη δυνατότητα να διαβάζει το ευρωπαϊκό περιβάλλον, τους πολιτικούς συσχετισμούς  αλλά και να τους αξιοποιεί ενισχύοντας τη θέση της χώρας στην πολιτική σκακιέρα όπως αποδεικνύεται από την εδαφική επέκταση της ελληνικής επικράτειας στις επονομασθείσες νέες χώρες(Ήπειρος, Μακεδονία). Είναι ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ένας οξυδερκής πολιτικός που είχε την ικανότητα να διαβλέπει το μέλλον. Είναι αυτός που δεν έπεσε στην παγίδα των Τούρκων οι οποίοι του πρότειναν να αποσύρει την Ελλάδα από τη Βαλκανική συμμαχία με αντάλλαγμα την Κρήτη.
       Το κλίμα που έχει διαμορφωθεί στην διπλωματική σκηνή, ευνοϊκό για την Ελλάδα, εκτός των άλλων οφείλεται και στο επαναστατικό κίνημα του 1909 που  έκλεισε τον κύκλο της εσωστρέφειας και της πολιτικής και εθνικής κρίσης επισημαίνοντας την ανάγκη να ανοίξει μια νέα σελίδα. Αυτή η προοπτική ενσαρκώθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο που αναπτέρωσε το ηθικό του ελληνικού λαού ενώ ταυτόχρονα αξιοποίησε με τον καλύτερο δυνατό  τρόπο τις πολιτικές ισορροπίες στην Ευρώπη. Επιμένω στην αλλαγή του κλίματος και της ψυχολογίας γιατί χωρίς ηγέτες εμπνευσμένους και χωρίς ανάταση ψυχική και πίστη τόσο στους ηγέτες όσο και στους στόχους δεν μπορεί να κατακτηθούν οι στόχοι, όποιοι κι αν είναι αυτοί.
      Ένα τρίτο σημείο που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας αφορά την κατάσταση στα υπολείμματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία είχε συρρικνωθεί αρκετά ενώ έπνεε τα λοίσθια μετά και την Επανάσταση των  Νεοτούρκων το 1908.
       Μετά λοιπόν το τελεσίγραφο των βαλκανικών κρατών αρχίζουν οι ετοιμασίες για τον πόλεμο. Έτσι, οι κινήσεις τακτικής και διαμόρφωσης ευμενών συνθηκών για την τελική επίθεση και απελευθέρωση της Πρέβεζας ξεκίνησαν στις αρχές Οκτωβρίου, πριν από την έναρξη του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση ήταν πολύτιμη η συνεισφορά του πολεμικού ναυτικού. Με την ευκαιρία οφείλω να εξάρω τη συστηματική προσέγγιση και ανάδειξη του θέματος από τον Νίκο Καράμπελα στο βιβλίο του «Η απελευθέρωση της Πρέβεζας 21 Οκτωβρίου 1912», εκδομένο το 1992.
       Κατά κανόνα, τα ονόματα που ταυτίζονται με την απελευθέρωση της πόλης μας είναι ο στρατηγός Σαπουντζάκης ως διοικητής του στρατού  της Ηπείρου, οι ταγματάρχες Σπηλιάδης και Δούλης που ήταν επικεφαλής των μάχιμων στρατιωτικών τμημάτων, ιδίως ο δεύτερος,  αλλά και ο αρχηχός του σώματος των  Κρητών οπλαρχηγός  Μάνος. Όλοι αυτοί έχουν τιμηθεί με οδούς αλλά και κάθε φορά γίνεται αναφορά στα ονόματά τους. Ωστόσο, δεν έχει αποδοθεί η δέουσα τιμή στον πλοίαρχο Ιωάννη Δαμιανό, διοικητή της μοίρας του Αμβρακικού,  πρωτίστως όμως  στον υποπλοίαρχο Νικόλαο Μακά, διοικητή των δύο κανονιοφόρων που κατάφεραν να διεισδύσουν στον Αμβρακικό κόλπο τις πρώτες  ώρες της 4ης Οκτωβρίου 1912. «Ο είσπλους ημών εν τω Αμβρακικώ κόλπω, ως και τα μέτρα άτινα εν αυτώ ελάβομεν εξησφάλισαν τελείως από πάσης εκ θαλάσσης επιθέσεως την δια ξηράς διηνεκή συγκοινωνίαν εφοδιασμού και επισιτισμού του εν Ηπείρω στρατού ενεργουμένην εκ του Κέντρου, δια της μόνης υπαρχούσης οδού της διερχομένης παραλλήλως και πλησίον της ακτής κάτωθι του Μακρυνόρους και απέτρεψαν πάσαν απόπειραν προσβολής των ανωτέρω εχθρικών σκαφών κατά των πέντε εμπορικών ατμοπλοίων, άτινα αδιακόπως περιέφερον την Ελληνικήν σημαίαν ανά τα παράλια του κόλπου»(Καράμπελας 23).
        Ο Μακάς είναι διαφωτιστικός. Χωρίς το ναυτικό θα υπήρχε πρόβλημα επισιτισμού για τις χερσαίες δυνάμεις του Σαπουντζάκη, αλλά και για τα επιβατηγά πλοία που εκτελούσαν αυτήν την αποστολή. Δεν χρειάζονται περισσότερα για να φανεί πόσο βοήθησε το ναυτικό.Ο Μακάς και ο Δαμιανός πρέπει να συμπεριληφθούν στην πινακοθήκη των στρατιωτικών-απελευθερωτών της πόλης μας. Αν δε η πόλη έχει καθυστερήσει να δώσει τα ονόματά τους σε κάποιο δρόμο οφείλει να το πράξει άμεσα, ως τον εορτασμό της εκατονταετηρίδας, αίροντας μιαν ιστορική αδικία.
       Αφού λοιπόν ο στρατός εξασφάλισε τα νοτιοδυτικά του πλευρά και διασφάλισε τον επισιτισμό του,  ήταν έτοιμος για την τελική στρατιωτική αναμέτρηση. Ήταν η 20η Οκτωβρίου 1912. Του αγίου Γερασίμου.Ο καιρός πρεβεζάνικος.  «Υπό καιρόν ακατάστατον και συνεχή βροχήν εξεκίνησεν ο Ελληνικός στρατός κατά της Πρεβέζης το παρελθόν Σάββατον περί ώραν 3ην πρωινήν» , γράφει ο απεσταλμένος της εφημερίδας ΕΣΠΕΡΙΝΗ(Καρ.83). Ο υποπλοίαρχος Μακάς περιγράφει τον ίδιο καιρό στον Αμβρακικό. «Την  5ην π.μ. της 20ης Οκτωβρίου 1912 απεπλεύσαμεν εκ Βονίτσης μετά της κανονιοφόρου ‘Δ’(…)Ο καιρός ήτο συννεφώδης, από της νυκτός δε έπνεε νότιος σφοδρός άνεμος και κατά διαλείμματα έβρεχεν»(Καράμπελας 73).
       Αυτές λοιπόν ήταν οι συνθήκες μέσα στις οποίες έγινε η μάχη της Νικόπολης. Ήταν η μέρα η κρίσιμη που σφράγισε την απελευθέρωση. Τα όσα συνέβησαν το βράδυ της ίδιας ημέρας, αλλά κυρίως την 21η Οκτωβρίου με την παράδοση της πόλης, ανήκουν στη στρατιωτική και διπλωματική ιστορία και στις κινήσεις κείνες που αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν τόσο την ασφάλεια των παραδιδομένων όσο και την ομαλή παράδοση της εξουσίας.
       Ωστόσο, δεν θα σταθώ στα στρατιωτικά γεγονότα. Έχουν γραφτεί πολλά. Να υπογραμμίσω μόνο πως θύμα ων στρατιωτικών επιχειρήσεων ήταν ο Κώστας Μπάλκος, γόνος μιας από τις γνωστές πρεβεζάνικες οικογένειες, ενώ στις στρατιωτικές επιχειρήσεις συμμετείχε ο μετέπειτα βουλευτής Πρέβεζας Θεόδωρος Χαβίνης.
       Έχει όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ψυχολογία των αμάχων που βρίσκονται στην πόλη. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος αφηγείται πως ήταν πολύ λίγες οι πληροφορίες που αγνοούσαν τι ακριβώς συνέβαινε. Ακόμη και τον κρότο από τους βομβαρδισμούς, «ο κόσμος νόμισε ότι ήταν μπουμπουνητά γιατί η μέρα ήταν συννεφιασμένη»(Καρ 96). Ο Ιωάννης Ρέντζος δημογέροντας και μετέπειτα δήμαρχος αποδίδει συνοπτικά το συναισθηματικό φορτίο των κατοίκων. «Εορτάζομεν την μνήμην του πολιούχου της νήσου Κεφαλληνίας Αγίου Γερασίμου του θαυματουργού. Από πρωίας(τουρκική ώρα 2.30) ηκούοντο πυροβολισμοί και ολίγον κατ’ολίγον επεκτείνοντο.Οι πυροβολισμοί προήρχοντο εκ των υψωμάτων της Νικοπόλεως.Διεδόθη λοιπόν ότι ο πόλεμος ήρξατο και αστραπιαίως η αγορά ερημώθη.Οι μεν χριστιανοί κατέφευγον  εις τας οικίας των, οι δε Οθωμανοί οι δυνάμενοι να φέρωσιν όπλα έτρεχαν εις το πεδίον του πολέμου»(Καρ.94-95).Η γιορτή του αγίου Γερασίμου ήταν οικεία για την Πρέβεζα τόσο λόγω του παρεκκλησίου του όσο και της αξιοπρόσεκτης παροικίας Κεφαλλήνων που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην πόλη.
       Αντιλαμβάνεστε λοιπόν την ψυχολογία των κατοίκων. Για τους χριστιανούς ο φόβος μήπως αποτύχει η στρατιωτική επιχείρηση και υποστούν τις συνέπειες ενδεχόμενης εμπλοκής τους στα δρώμενα. «Μέσα στην Πρέβεζα οργανωμένος τουρκικός στρατός δεν υπήρχε, αλλά Αλβανοί άτακτοι, οπλισμένοι, που τρομοκρατούσαν τον κόσμο», εξιστορεί ο Τσακαλώτος. Από την άλλη ήταν και η ελπίδα που ενισχυόταν από τις φήμες και το θετικό κλίμα που υπήρχε εκείνη την εποχή.
       Πιο έντονη όμως ήταν η συναισθηματική κατάσταση των μουσουλμάνων κατοίκων. Αντιγράφω από  τον Αθανάσιο Τριγονίδη που έγραψε βιβλίο με τίτλο «Η μάχη της Νικοπόλεως και η Άλωσις της Πρεβέζης(εν Αθήναις 19`14, οίκος Γεωργίου Φέξη, αντιγραφή από Γ. Κούρτη, σελ.24-25). «Οι κάτοικοι της Πρεβέζης, ιδιαιτέρως δε οι μουσουλμάνοι από των πρώτων πρωινών ωρών οπότε είχεν αρχίσει η μάχη εις την Νικόπολιν και ηκούετο ο ζωηρός κρότος των ντουφεκιών και ο βαρύς των πυροβόλων κατείχοντο από σφοδράν αγωνίαν…Αι αφηγήσεις των Τούρκων τραυματιών της Κιάφφας, αξιωματικών και οπλιτών, έπεισαν αυτούς ότι κάθε αντίστασις εις την ορμήν της ελληνικής λόγχης ήτο μοιραία. Και εννοούντες το αποτέλεσμα της μάχης της Νικοπόλεως, ήρχισαν να ζητούν από του Τούρκου ταγματάρχου και στρατιωτικού διοικητού της Πρεβέζης την παράδοσιν της πόλεως εις τον Ελληνικόν σττρατόν.Συγχρόνως αι μουσουλμανικαί οικογένειαι κατέφευγον εις τας φιλικάς των χριστιανικάς οικογενείας και παρεκάλουν να τους σώσουν αυτοί από κάθε χειροδικίαν των Ελλήνων στρατιωτών και ιδία των κρητών ανταρτών. Αι χριστιανικαί οικογένειαι της Πρεβέζης, χωρίς να διατηρούν καμμίαν μνησικακίαν δια τα φοβερά μαρτύρια που υπέφερον οι Έλληνες….από την τουρκικήν και αλβανικήν  αγριότητα, προσέφερον το άσυλον της στέγης τους»(κούρτης 218-9).
       Το απόσπασμα αυτό από το πόνημα του Τριγονίδη είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ψυχολογία των μουσουλμάνων. Ανησυχούν, τρομοκρατούνται, αγωνιούν για το επερχόμενο. Είναι συναισθήματα που βιώνουν όλοι όσοι ηττώνται. Η πιο αξιοπρόσεκτη διάσταση σ’αυτό  το απόσπασμα όμως είναι η σχέση χριστιανών και μουσουλμάνων και η συμπεριφορά των ελλήνων κατοίκων της πόλης. Ο Τριγονίδης πάντως δεν χρησιμοποιεί τον εθνολογικό χαρακτηρισμό Έλληνας ή Τούρκος όταν αναφέρεται στις δύο πληθυσμιακές ομάδες.Περιορίζεται στη θρησκευτική πίστη. Οι χριστιανοί της Πρέβεζας είναι γενναιόδωροι στους συμπολίτες τους μουσουλμάνους.Στους γειτόνους και τους γνωστούς τους. Δεν τους ενδιέφερε η συμπεριφορά των στρατιωτικών σωμάτων, τουρκικών και αλβανικών. Είναι και οι δυο ομάδες, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, Πρεβεζάνοι που μοιράστηκαν την καθημερινότητα για πολλά χρόνια. Έζησαν μαζί. Θεωρώ τη συμπεριφορά των χριστιανών εξόχως ανθρωπιστική αλλά και αποκαλυπτική για την ιδιότητα του Πρεβεζάνου, για την οποία πολύς λόγος έχει γίνει όλα αυτά τα χρόνια.
       Η πόλη επίσημα εντάσσεται στο νεοελληνικό κράτος στις 21    Οκτωβρίου 1912. Αμέσως αναλαμβάνει το ρόλο της πύλης εισόδου και εξόδου από τη δυτική Ελλάδα για το νεοελληνικό κράτος πλέον. Ως το 1912 το ρόλο αυτό εξυπηρετούσε το λιμάνι της Κόπραινας. Για πενήντα περίπου χρόνια η Πρέβεζα στηρίζει την οικονομική και κοινωνική της οργάνωση στο λιμάνι. Στη δεκαετία του 1960 όμως  μετατοπίζεται ο άξονας από το λιμάνι στον ελαιώνα, ο οποίος ξεριζώνεται για να τροφοδοτήσει είτε την αγορά διαμερίσματος στην Αθήνα από την παροικία Πρεβεζάνων που συγκροτείται στη μεταπολεμική Αθήνα είτε τη νέα καλλιέργεια, τα οπωροκηπευτικά που αποτέλεσαν τον νέο πυλώνα της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής  φυσιογνωμίας της πόλης για  μισό περίπου αιώνα. Στην πρώτη περίπτωση η κρίσιμη πληθυσμιακή ομάδα ήταν οι λιμενεργάτες αλλά και τα άλλα επαγγέλματα που αντλούσαν ευεξία και κύρος από το λιμάνι. Με βάση το λιμάνι διαμορφώθηκαν κοινωνικές τάξεις, επαγγέλματα, πολιτισμικές συμπεριφορές. Στην περίοδο των οπωροκηπευτικών(ως το τέλος του 20ου αιώνα) είναι οι παραγωγοί  που λειτουργούν ως το βαρόμετρο της οικονομικής δραστηριότητας.
       Και στις δυο περιπτώσεις η Πρέβεζα είχε μια συγκεκριμένη φυσιογνωμία. Ξέρουμε τα χαρακτηριστικά της. Ήταν ευδιάκριτος ο ρόλος της στον ευρύτερο εθνικό χώρο. Σήμερα, 99 χρόνια μετά, το αίτημα είναι να ξαναποκτήσει η πόλη ένα καθαρό στίγμα. Τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του παρελθόντος έχουν υποχωρήσει. Η ντάπια πλέον έχει μείνει μόνο στις αφηγήσεις των μεγαλυτέρων/. Το λιμάνι έχει χάσει τον κυριαρχικό του ρόλο στη βορειοδυτική Ελλάδα. Η θάλασσα, ο Αμβρακικός κόλπος, κινδυνεύει από ασφυξία. Εκπέμπει σήμα κινδύνου.Πιστεύω ότι η Πρέβεζα διανύει την Τρίτη περίοδο της μετα-απελευθερωτικής της ιστορίας. Η πόλη έχει αλλάξει ριζικά. Ακόμη και η δική μου «Πρέβεζα» που μελέτησα στη διδακτορική μου διατριβή απέχει πολύ από τη σημερινή. Έχει διπλασιαστεί. Αυτό δεν είναι κακό από μόνο του.Αντίθετα έφερε νέους πληθυσμούς προσδίδοντας νέο δυναμισμό στην πόλη.  Αυτό όμως που προβληματίζει είναι ότι  εκπέμπει ένα ασθενές σήμα όσον αφορά την ταυτότητά της. Τι πόλη είναι και πού πηγαίνει; Συνεχίζει-και είναι η μόνη πόλη της Ηπείρου-να βρίσκεται έξω από οδικούς άξονες. Αυτό σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει με μειονέκτημα. Μπορεί όμως  να μετατραπεί σε συγκριτικό πλεονέκτημα. Για να γίνει αυτό, ωστόσο, χρειάζεται να μπούνε επικεφαλής οι «δημογέροντες» της πόλης και η πνευματική της ηγεσία. Το 1912 ήταν ο Ρέντζος, ο Κοντός, ο Τσακαλώτος, ο Τόλιας, ο Γερογιάννης, ο Κοντογιάννης αυτοί που παρέστησαν στη συνάντηση τουρκικής διοίκησης και χριστιανών κατοίκων της πόλης με θέμα την παράδοση της πόλης. ΄Ηταν παραμονή της 21ης , στο παλιό λιμεναρχείο, εκεί όπου έχει ανεγερθεί το Δημαρχείο της πόλης.
      Καθώς η πόλη ετοιμάζεται να εισέλθει στον δεύτερο αιώνα της ελεύθερης ζωής της  οι πάσης φύσης  ηγέτες της πόλης οφείλουν να κοιτάζουν πάντα στο παρελθόν αναζητώντας εικόνες και παραδείγματα που θα τους συνοδεύσουν στα καθήκοντά τους .Οι «δημογέροντες» του 21ου αιώνα οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να επιδείξουν αυταπάρνηση. Βεβαίως, υπάρχει το εθνικό πλαίσιο, το περιφερειακό, το ευρωπαϊκό, το διεθνές. Οι ηγέτες της πόλης, με μπροστάρηδες τη δημοτική αρχή και όλους τους εκπροσώπους των παραγωγικών, επιστημονικών και επαγγελματικών φορέων, καλούνται  να οραματιστούν , να σχεδιάσουν και να αγωνιστούν για την Πρεέβεζας της δεύτερης εκατονταετηρίδας.. Έχουμε χρέος να παραδώσουμε στα παιδιά μας μια νέα πόλη που θα έχει συνείδηση του παρελθόντος αλλά και σχέδιο-στο μέτρο του δυνατού-για το μέλλον.
       Η περίοδος των Βαλκανικών πολέμων –αν μη τι άλλο-, έχει να μας διηγηθεί για την αξία της συλλογικότητας και της πίστης στο στόχο. Είναι αξίες που έχουν ξεθωριάσει στην εποχή μας. Καιρός να συνομιλήσουμε και πάλι μαζί τους. Ας αφήσουμε τα βαρίδια του παρελθόντος. Η πόλη χρειάζεται καθαρό αέρα. Έχει ανάγκη από ένα νέο όραμα που θα εμπνεύσει τους πολίτες της. Ο Τριγονίδης αλλά και ο τρόπος που φέρθηκαν οι Πρεβεζάνοι στους συντοπίτες τους μουσουλμάνους δείχνει πως η πόλη μας ήταν πάντα ένα νέο χωνευτήρι νέων πληθυσμών , που ανανέωνε συνεχώς την έννοια του Πρεβεζάνου. Αυτό είναι μια σημαντική κληρονομιά που μας αφήνουν οι παλιοί Πρεβεζάνοι. Ας το αξιοποιήσουμε
       Ανήμερα της απελευθέρωσης οι Πρεβεζάνοι του 1912 βγήκαν στους δρόμους της πόλης για να προϋπαντήσουν τον απελευθερωτή ελληνικό στρατό, τον άγγελο μιας νέας εποχής. Έναν αιώνα μετά η σκέψη μας είναι κοντά τους καταθέτοντας την ευγνωμοσύνη μας για όσα έκαναν αλλά και προσδοκώντας να μας μεταγγίσουν τη ζωτικότητά τους, την πίστη τους, τη δίψα για κάτι καινούργιο.

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011

Η Δημοκρατία και το παραμορφωτικό της είδωλο


Η χώρα αγκομαχεί. Οι Έλληνες αγωνιούν, ανησυχούν, αγανακτούν, διαδηλώνουν, διεκδικούν. Ζούμε μια περίοδο γενικευμένης κρίσης. Οι πολιτικοί συγκεντρώνουν τα πυρά όλων. Όλοι μιλούν για κρίση του πολιτικού συστήματος, όπως αυτό οικοδομήθηκε στη μεταπολιτευτική μας ιστορία.Κι έχουν δίκιο.
      Από τα ερείπια όμως αυτού του οικοδομήματος ακούγονται κάποιες φωνές για την ανάγκη ενός δικτάτορα που θα δώσει λύση αποκαθιστώντας την πολιτική ηρεμία. Προφανώς, η νοσταλγία της δικτατορίας του 1967 επανέρχεται όταν αντιμετωπίζουμε προβλήματα και οι Έλληνες νιώθουν δυσφορία για τη δυσλειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Όμως, ό,τι ζήσαμε στη χώρα μας δεν είναι το καθαρό είδωλο της Δημοκρατίας. Αυτό που μετράει δεν είναι το Σύνταγμα και οι νόμοι. Είναι πρωτίστως η πρακτική, η υλοποίηση των δημοκρατικών κανόνων. Αυτό στη χώρα μας περιορίστηκε στις δηλώσεις, στις διακηρύξεις των κομμάτων. Στην πράξη η δημοκρατική λειτουργία ήταν το είδωλο ενός παραμορφωτικού καθρέφτη. Ο κομματισμός ανέδειξε την αρρωστημένη πλευρά του δημοκρατικού πολιτεύματος.Έβαλε στο περιθώριο την ισονομία και την ισοπολιτεία. Την αξιοκρατία. Όλα έμπαιναν στο κρεβάτι του νέου Προκρούστη, του κομματισμού. Είσαι δικός μας , άρα διορίζεσαι, εκλέγεσαι, προωθείσαι σε διοικητικά συμβούλια, οργανισμούς. Είσαι δικός μας, άρα έχεις την ανοχή μας, το ακαταδίωκτο. Και το χειρότερο είναι που η νοοτροπία αυτή πότισε όλη την Ελλάδα. Η ψήφος έγινε ανταλλακτικό μέσο. Ο πολίτης έγινε πελάτης. Η υποχρέωση μεταβλήθηκε σε πλεονέκτημα για μια καλύτερη κοινωνική, επαγγελματική θέση.Όσο περισσότεροι οι ψήφοι τόσο πιο πολύ  αυξανόταν η διαπραγματευτική θέση του ψηφοφόρου.
       Αποτέλεσμα; Η απαξίωση. Ο πολιτικός λοιδωρείται. Πολλοί απ’ αυτούς δίνουν δικαιώματα. Περισσεύει, ακόμη και σήμερα, ο υποκριτικός λόγος. Δυστυχώς, όσο απαξιώνονται οι πολιτικοί τόσο πολλαπλασιάζονται οι πολίτες που νοσταλγούν εξωθεσμικές παρεκτροπές. Η νοσταλγία, δυστυχώς, στρογγυλεύει τα πράγματα. Εξαλείφει τα οδυνηρά. Εστιάζει σ’ αυτό που λείπει.
       Οι μεγάλοι ηγέτες φαίνονται στις δύσκολες μέρες Ας αναλάβουν λοιπόν τις ευθύνες τους. Ας κάνουν σεβαστό το δημοκρατικό πολίτευμα. Καιρός να κονιορτοποιηθούν όλες οι δικτατορίες, πολιτικές και οικονομικές. Μόνο την καταστροφή φέρνουν. Η δικτατορία του 1967 έπεσε μέσα σε εθνικό ορυμαγδό. Οι δικτάτορες άνοιξαν τους ασκούς του Αιόλου για την Κύπρο.  Η κρίση είναι μια ευκαιρία για όλους. Να αλλάξουν ρότα. Ενδεχομένως να παραδώσουν τη σκυτάλη.Να δώσουν το παράδειγμα του σεβασμού στην πράξη.

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Ο Κίτσος Μακρής και το Πήλιο

 Ο Κίτσος Μακρής υπήρξε συστηματικός ερευνητής και συλλογέας του λαϊκού πολιτισμού στο Πήλιο.Μόλο που δεν είχε συστηματική εκπαίδευση στο συγκεκριμένο αντικείμενο, η αγάπη και η αφοσίωσή του σ' αυτό τον ανέδειξαν σε κορυφαία μορφή ερευνητή, ισάξιο με άλλους κορυφαίους λαογράφους(π.χ. Λουκόπουλο, Φραγκάκι, Χατζημιχάλη, κ.λπ.). Το κείμενο αυτό εκφωνήθηκε στην Τσαγκαράδα στα μέσα της δεκαετίας του 2000, σε διημερίδα που διοργάνωσε ο δήμος της περιοχής.



  Η απόφασή μου να αναφερθώ τον Κίτσο Μακρή είναι προέκταση του ενδιαφέροντός μου να συνδεθεί το πανεπιστήμιο με την τοπική κοινωνία, απότοκος της πεποίθησής μου ότι η περιοχή στην οποία εδράζεται το πανεπιστήμιο, δεν μπορεί να είναι απλώς και μόνο ο χώρος που φιλοξενείς τις εγκαταστάσεις. Οφείλουν να αναληφθούν πρωτοβουλίες κι από τα δύο μέρη, ώστε οι ανταγωνισμοί που αναπτύσσονται να είναι δημιουργικοί. Ακόμη, οφείλουν να εμπεδώσουν μια σχέση που θα είναι επωφελής και για τις δυο πλευρές, όπου η συνύπαρξη δεν θα είναι αναγκαστική, αλλά θα προκαλεί ποιοτικές συνεργασίες. Ένας τέτοιος εταίρος του πανεπιστημίου είναι η τοπική αυτοδιοίκηση, που έτσι κι αλλιώς διερμηνεύει τις ανάγκες και τις επιθυμίες του τοπικού πληθυσμού με τον πιο άμεσο τρόπο.
  Στο πλαίσιο των όσων προανέφερα, ο Κίτσος Μακρής αποτελεί ένα εφαρμοσμένο παράδειγμα της συνάντησης του πανεπιστημίου με την τοπική κοινωνία. Όπως γνωρίζετε, το σπίτι του παραχωρήθηκε στο πανεπιστήμιο μαζί με τους κόπους της ζωής του. Το πανεπιστήμιο έχει σκύψει πάνω στους πηλιορείτικους θησαυρούς του Μακρή και σύντομα θα μπορούν οι ερευνητές να έχουν πρόσβαση στο αρχείο του.
   Ο Κίτσος Μακρής, όμως, αναπόφευκτα οδηγεί στο Πήλιο, που αγάπησε, περπάτησε, φρόντισε και μάζεψε τα κομμάτια της ψυχής του. «Πάντοτε έλεγε πως τα έργα του δεν τα πουλάει μα τα χαρίζει» σημείωνε για το Θεόφιλο στο έργο του «Ο Ζωγράφος Θεόφιλος στο Πήλιο»(1996:18). Ίσως η πράξη του να χαρίσει το έργο της ζωής του, την ίδια του τη ζωή, στο πανεπιστήμιο να είναι και μια πράξη συνέπειας προς τα γραφτά του, αλλά και μια πρόδρομη δήλωση για τον τρόπο που ονειρευόταν το πανεπιστήμιο. Φανταζόταν ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει απιθώνοντας την καρδιά του ο καθένας, πέρα από υστεροβουλίες.
  Στόχος μου, λοιπόν, είναι να μιλήσω για το λαϊκό πολιτισμό, για τη λαϊκή τέχνη, για το περιβάλλον του Πηλίου όπως τα είδε ο Κίτσος Μακρής και με την ευκαιρία αυτή να προσδιορίσουμε τη θέση που βρισκόμαστε κάποιες δεκαετίες μεταγενέστερα.
  Ο Κίτσος Μακρής είναι, πάνω απ’ όλα, ένας πρωτοπόρος μελετητής, μια φωτεινή προσωπικότητα που η βαθιά γνώση, συνοδευόμενη από μια εγγενή οξύνοια, του επέτρεψε να εγκύψει στη λαϊκή τέχνη, να μαγευτεί απ’ αυτήν, να περισυλλέξει πολλά αντικείμενα από τους σκουπιδοτενικέδες του νεοέλληνα της μεταπολεμικής περιόδου που αγωνιούσε να συμβαδίσει με τα νέα καταναλωτικά και αισθητικά πρότυπα, να γνωρίσει τον πολιτισμό του πλαστικού, κι αυτόν τον έκανε να αντιμετωπίσει με αδιαφορία ή με περιφρόνηση τα είδη της λαϊκής τέχνης.
  «Υπάρχει παρανόηση και για το χαρακτήρα της λαϊκής μας τέχνης. Πολλοί νομίζουν πως η λαϊκή μας τέχνη ασκούνταν από αδέξιους τεχνίτες και απευθύνονταν μόνο σ’ ένα κοινό με μειωμένες απαιτήσεις από την τέχνη. Έτσι κάθε αδιεξιότητα και κακοτεχνία την ανάγουν σε λαϊκή τέχνη. Λάθη και τα δύο. Οι λαϊκοί μας τεχνίτες δεν είναι αυτοδίδακτοι και κατέχουν μια καταπληκτική, πολλές φορές, τεχνική»(Βήματα, 52).
  Ο Μακρής τα γράφει αυτά το 1960, σε μια εποχή που έπιπλα και οι κατσαρόλες, τα κιλίμια και οι βελέντζες, οι φορεσιές και άλλα περιφρονήθηκαν μέσα από τον πυρετό της νέας εποχής, που τα θεώρησε κατώτερα μπρος στην παραγωγή της βιομηχανίας. Ο ίδιος πονούσε με ό, τι έβλεπε και προσπαθούσε ν’ αλλάξει τα μυαλά των ανθρώπων, δεν ήταν όμως εύκολο για εκείνη την εποχή. Ενδεχομένως, τα λόγια του για την αξία της λαϊκής τέχνης ακούγονται κούφια και στη σημερινή εκπαιδευτική πραγματικότητα, όπου η μαστορική δε βρίσκει χώρο, όλοι θέλουν να μάθουν γράμματα, να γίνουν σπουδαίοι.
  Μ’ αυτό το τελευταίο, την υποτίμηση διαφωνεί ο Μακρής που πιστεύει ότι η μελέτη των δημιουργημάτων της λαϊκής τέχνης συνιστά σπουδαία μαθητεία για όλους. Η λαϊκή τέχνη είναι ύμνος στην ανθρώπινη επινοητικότητα, καθώς συνδυάζει το χρηστικό με το όμορφο. Φαντάζομαι ότι αν όσοι ασχολούνται με το περιβάλλον, την κατασκευή σπιτιών, την οργάνωση των δημοσίων χώρων μελετούσαν τα έργα των λαϊκών τεχνιτών θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν την εμπειρία τους και να δώσουν λύσεις που θα σέβονταν την αρμονία φύσης και ανθρώπου.
    Ο λαϊκός πολιτισμός για το Μακρή οργανώνεται γύρω απ’ αυτή την αρμονία. Στο πλαίσιο αυτό κατανοεί τη λαϊκή τέχνη ως ένα σύνολο πραγμάτων που εμπεριέχει αυτή την αρμονία. «Αρχοντικά και εκκλησίες, βρύσες και γεφυρούλες, φιδωτά καλντερίμια και τρεχούμενα νερά συνθέτουν την ομορφιά της Μακρινίτσας»(Βήματα, 124). Εντοπίζει τη μαγεία της λαϊκής τέχνης, τη δύναμή της, στη δυνατότητα να δημιουργεί μορφολογικές αρμονίες. Οι εκκλησιές, οι γέφυρες, τα ρέματα, η φύση όλη είναι στατικά στοιχεία ενός όλου που ο ίδιος εκλαμβάνει ως λαϊκή τέχνη. Η μελέτη ξεχωριστά αυτών των μορφών διευκολύνουν την προσπάθειά του να διεισδύσει στην ουσία των προϊόντων της λαϊκής τέχνης. Τον βοηθούν ακόμη να κατανοήσει την «αγάπη του Ρωμιού προς τη μορφή» που ουσιαστικά ικανοποιεί την αγάπη του στην ομορφιά. Πολύ νωρίς μελέτησε μορφές λαϊκής τέχνης στις οποίες οι πιο πολλοί δεν έδιναν σημασία. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι βρύσες του Πηλίου, που έχουν ποικίλες μορφές ανάλογα με τον κατασκευαστή, τον κτήτορα και την περιοχή. Η μορφή, λοιπόν, για τον Κίτσο Μακρή γίνεται αφορμή να εξετάσει τη λαϊκή τέχνη στο πλαίσιο συγκεκριμένων ιστορικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών συνθηκών. «Η λαϊκή τέχνη δημιουργήθηκε στις μικρές πολιτιστικές και οικονομικές ενότητες στις οποίες ήταν καταμερισμένος ο ελληνικός χώρος(…)Ο εθνοτοπικός χαρακτήρας της είναι συμφυής με την ύπαρξή της»(Βήματα, 126). Μελετώντας τις μορφές αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να πάει πέρα από αυτό που βλέπει, να ασχοληθεί δηλαδή με την οικονομία και την κοινωνία, να μελετήσει  το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον ως ένα σύνολο. Αυτό κάνει όταν προσπαθεί να κωδικοποιήσει και να ταξινομήσει τη χωροταξική οργάνωση των χωριών του Πηλίου(απλός, σύνθετος και επίνειο. Μαγνησία. Το χρονικό ενός πολιτισμού, 183). Εκεί, προβάλλει τη μορφή του χωριού ως συνισταμένη επιμέρους μορφών(πλατεία, αγορά, εκκλησία, βρύσες, καλντερίμια, χωράφια, κ.λπ) που αποτελεί απάντηση στις γεωμορφολογικές συνθήκες. «Η σύντομη αυτή ιστορική και τοπογραφική περιγραφή μας εξηγεί και το χαρακτήρα της λαϊκής τέχνης του Τρικεριού. Νησιώτες που μετακομίζουν συφφάμελα στο βουνό, σε τόπο άδεντρο και άνυδρο μεταφέρουν πολλά από τα στοιχεία της ζωής τους στη νέα τους εγκατάσταση. Προσαρμόζονται, όμως, στο καινούριο τους περιβάλλον καθώς και στο πνεύμα της τέχνης και στην τεχνική των μαστόρων της εποχής»(Βήματα, 165).
  Ακόμη, η μορφή τον οδηγεί στο λαϊκό τεχνίτη. Ο Μακρής είναι βαθύτατα ανθρωποκεντρικός και παράλληλα, πέρα από τις αντικειμενικές συνθήκες(είδος υλικών, γεωμορφολογία), εστιάζει στον πρωταγωνιστή της λαϊκής τέχνης που είναι «ο τεχνίτης και όχι ο ιδιοκτήτης», όπως παρατηρεί σ’ ένα κείμενό του για τα αρχοντικά του Πηλίου(Βήματα, 71).Στο σημείο αυτό ο Μακρής αναδεικνύεται πρωτοπόρος μελετητής, γεγονός που οφείλεται και στη γνώση του πηλιορείτικου πολιτισμού. Για το Μακρή η κατανόηση της λαϊκής τέχνης δεν μπορεί ν’ αφήσει απ’ έξω το λαϊκό τεχνίτη. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να δίνονται αυθαίρετες ερμηνείες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σάτυρου που βρέθηκε στα χαλάσματα του αγίου Γεωργίου Νηλείας μετά τους σεισμούς του 1955. Πρόκειται για ανάγλυφο «που φοράει γνήσια πηλιορείτικη βράκα ως το γόνατο κι από εκεί και κάτω προβάλλουν γυμνά τα τραγοπόδαρα»(Βήματα, 277). Κάποιοι άλλοι θα επιχειρούσαν να ανακαλύψουν διάφορους συμβολισμούς και να θεωρητικολογήσουν. Ο Μακρής προτάσσει την πρωτοβουλία του μάστορα. «Η περίπτωση μας αναγκάζει να ξανακοιτάξουμε το ρόλο της προσωπικότητας μέσα σε μια ομαδική και παραδοσιακή τέχνη, όπως η λαϊκή. Ποτέ δεν πρέπει να φανταζόμαστε τους τεχνίτες σαν ουδέτερους φορείς(…)Ο πηλιορείτης σάτυρος θα μορφάζει ειρωνικά κάθε φορά που θα θέλουμε να αγνοήσουμε περιπτώσεις σαν τη δική του»(Βήματα, 278).
  Πέρα απ’ αυτά, ο Μακρής έχει πλήρη συνείδηση ότι ζει σε μια μεταβατική εποχή όπου η λαϊκή τέχνη, όπως την ήξερε, χάνεται, γεγονός που ενεργοποιεί προσπάθειες για τη διάσωση μορφών πολιτισμού με τη δημιουργία μουσείων ή με την εμπορευματική αξιοποίηση διάφορων μορφών για τουριστικούς λόγους. Και τα δύο προξενούν- ή πρέπει- προβληματισμό, ακόμη και σήμερα.
  Όσον αφορά την τουριστική αξιοποίηση, εισάγει σ’ ένα κείμενό του τον όρο «μερεμέτια ημίσπατων»(Βήματα, 324), που ο ίδιος αναλαμβάνει να εξηγήσει. «Ημίσπαστος σημαίνει μισοξεκολλημένος, μισογκρεμισμένος» και συνεχίζει. «Πρόκειται για μερικούς μοργανατικούς γάμους ανάμεσα στην παλιά λαϊκή αρχοντιά και στο μίζερα χρησιμοθηρικό μικροαστισμό μας. Το φαινόμενο είναι ευρύτερο. Η βέβηλη επέμβαση σε πόλεις, χωριά και τοπία, που τη συναντούμε τόσο συχνά, έπαψε πια να μας προκαλεί αγανάκτηση. Μιθριδατισμός της ασκήμιας»(Βήματα, 324). Υπάρχει ένας τέτοιος μιθριδατισμός στο Πήλιο; Θα χρησιμοποιούσα πιο ήπια έκφραση , για να περιγράψω την κατάσταση που διαμορφώθηκε ως απότοκος τουρισμού. Έτσι, κι αλλιώς εκείνο που αξίζει σήμερα είναι να μετρήσουμε τη συμφωνία μας σε αρχές και σε διάθεση για μια άλλη αντίληψη στη διαχείριση του περιβάλλοντος και της κληρονομιάς μας. Ο Μακρής στηλιτεύει τον εξωτισμό στην αντιμετώπιση της λαϊκής τέχνης. Πιστεύει ότι αυτό είναι μια ασκήμια όταν προσπαθούμε να συνταιριάσουμε αταίριαστα πράγματα. Αν έγραφε λίγο αργότερα θα χαρακτήριζε το φαινόμενο αυτό φολκλορισμό που έχει προκαλέσει μεγάλη συζήτηση. Όμως με αφορμή τις παρατηρήσεις του Μακρή, θα ήθελα να αναφερθώ στη νεοπαραδοσιακότητα που είναι εμφανής και στο Πήλιο. Παντού, βλέπουμε πινακίδες με την ένδειξη «παραδοσιακός φούρνος, παραδοσιακή ταβέρνα, παραδοσιακό καφενείο, παραδοσιακά γλυκά», «είδη λαϊκής τέχνης», κ.λπ. Βεβαίως, όλα αυτά είναι μέρος του εξωτισμού στον οποίο αναφερόταν ο Μακρής. Εγκλωβίσαμε την παραδοσιακή ζωή σε μικρές συσκευασίες και την πουλάμε για να μαλακώσουμε τον πόνο για κάτι που ο κάτοικος του αστικού κέντρου το έχει απολέσει. Το ζήτημα είναι αν  η παραδοσιακότητα διασώζεται στο Πήλιο και σε άλλες τουριστικές περιοχές ή απλώς εισάγεται από αλλού(Ταϊβάν, π.χ.). Το Πήλιο έχει όλες τις προϋποθέσεις ώστε  η παραδοσιακότητα να μην είναι μόνο λόγια αλλά και ουσία τόσο όσον αφορά την ποιότητα όσο και τις τιμές, μια και η παραδοσιακότητα δεν απευθύνεται πλέον στους απλούς ανθρώπους, στους μεροκαματιάρηδες. Αυτοί δεν μπορούν να αγοράσουν «παραδοσιακότητα», είναι ακριβή. Προορίζεται για αυτούς που μπορούν να πληρώσουν για να αγοράσουν παραδοσιακό χρόνο.
  Επιπλέον, ο Μακρής θίγει το θέμα της ίδρυσης μουσείων και νομίζω ότι οι απόψεις του είναι επίκαιρες. «Τοπικό μουσείο λαϊκής τέχνης στη Μακρινίτσα!Η είδηση δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες του Βόλου. Να χειροκροτήσουμε την ωραία πρωτοβουλία μα και να σταθούμε με κάποια περίσκεψη μπροστά της»(Βήματα, 24). Ο Μακρής υποστήριζε τη σύσταση μουσείων σε πόλεις, για να αποφευχθεί η «άσκοπη διασπορά υλικού» και για να «μην έχουμε απλώς μιαν αποθήκη λαϊκών καλλιτεχνημάτων». Δεν θα συμφωνήσω με το Μακρή για τη δημιουργία ενός μόνο μουσείου. Ωστόσο, η βασική του προβληματική είναι σωστή. Αν αυτά έγραφε το 1959 που τα μουσεία ήταν λιγοστά, μπορεί κανείς να υποθέσει ποιες θα ήταν οι απόψεις του με την πολυδιάσπαση που παρατηρείται, καθώς είναι πολλά τα μουσεία που ουσιαστικά είναι αποθήκες, χωρίς τη δυνατότητα έκθεσης αλλά και συντήρησης.
  Είναι ανάγκη σήμερα να υπάρξει συντονισμός των μουσείων και μουσειακών συλλογών στο Πήλιο. Οι μεμονωμένες ενέργειες που ικανοποιούν την ανάγκη της συλλογής του υλικού και ενίσχυσης της τοπικότητας, δεν μπορούν να έχουν δυναμικά αποτελέσματα αν δεν υπάρξει δίκτυο για τη διαχείριση των μουσειακών διαδρομών.
  Θεωρώ ότι η μελέτη του Μακρή μπορεί να βοηθήσει τους Πηλιορείτες να τοποθετήσουν τη διαφορετικότητά τους στο πλαίσιο μιας ιστορικής και πολιτισμικής συλλογικότητας.
 
 
 

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Youth Subcultures

University of Thessaly
Department of History, Archaeology, and Social Anthropology
Academic year 2011-1012
Winter semester

Course: Youth Subcultures

a.Summary
This  course is structured around two main axes:
    1.Introduction to the concept of youth subculture. Theories having been developed since 1950s up to nowdays will be dealt with:
Ø      Center for Cultural Studies in Birmingham, uk
Ø      New wave, USA
Ø      New             approaches
Ø      Feminism
     Main points of teaching are:
Ø      Beatniks
Ø      Hippies
Ø      Mods
Ø      Punk
Ø      Hip-hop
Ø      Hooligans
Ø      Girls’Subcultures
Ø      Hegemony and Style

      2.Each student presents two(2) articles in the class and writes  a paper for the final assessment as well.


b.suggested readings

1.      Hall, Stuart and Tony Jefferson (eds) 1998 [1975]. Resistance through Rituals: Youth Subcultures in Post-War Britain. London, UK: Routledge.
2.       Hebdige, Dick 1979. Subculture: The Meaning of Style. London, UK: Routledge
  1. J. Patrick Williams, ‘Youth-Subculture Studies: Sociological Traditions and Core Concepts’, Sociology Compass 1 (2007): 572–93, 10.1111/j.1751-9020.2007.000043.x

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Introduction to The Folk/Popular Studies

This course aims at introducing students into understanding historical, social and political conditions in the 19th century which brought to the fore a turn to studying folk culture. So it focuses firstly on how folk culture is  related to the process of forming nation-state and crystalizing national identity. Secondly it projects the national theme on the global stage of this period. Thirdly it is concerned with the changes in the Second World war period , mainly explores how attention shifts from the folk culture to the popular one.
   So the main points of this course are:
1.      Defining culture
2.      Enlightment, colonization and Social Anthropology
3.      Romanticism and Folklore
4.      English Folklore and German Volkskunde
5.      Folklore and USA in the late  19th  century
6.      Fallmerayer, Great Idea, Newly-established nation-state and Greek Folklore Studies(Laographia)
7.       Theory of continuity and  methodology
8.      The founder of Greek   Folklore Studies:N.Politis
9.      Stilpon Kyriakidis and N. Politis: a comparative approach
10.  Folklore Studies after the Second World War: relationships with social anthropology
11.  From folk to popular culture