Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ, Επιχείρηση διάσωσης του αρχείου του Θεάτρου Τέχνης, εφ.Καθημερινή


Μελίνα Μερκούρη, Ζυλ Ντασσέν και Γιώργος Λαζάνης σε ένα από τα στιγμιότυπα που φιλοξενούνται στο λεύκωμα «Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν, Επίδαυρος 1985-1998».
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:Σκηνές
«Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας», έγραφε τον Αύγουστο του 1943 ο Κάρολος Κουν. Μέσα στη γερμανική κατοχή γεννήθηκε το Θέατρο Τέχνης το 1942 και στα χρόνια που ακολούθησαν έγινε ένα θεατρικό φυτώριο, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν εξαιρετικοί ηθοποιοί, πρωτοπαρουσιάστηκαν νέοι συγγραφείς (Γ. Σεβαστίκογλου, Α. Σολωμός, Δημ. Κεχαΐδης, Ιάκ. Καμπανέλλης, Λ. Αναγνωστάκη, Γ. Σκούρτης, Μ. Ευθυμιάδης, Γ. Αρμένης, Ε. Χαβιαρά κ.ά.). Ομως στο Θ.Τ., το ελληνικό κοινό γνώρισε και ξένους συγγραφείς (Ουίλιαμς, Μίλερ, Λόρκα, Μπρεχτ, Αραμπάλ, Μπέκετ, Γκομπρόβιτς, Ζενέ, Στράους, Μπέρνχαρντ, Κολτές κ.ά.). 
Στους χώρους του γεννήθηκαν παραστάσεις που ταρακούνησαν το ελληνικό θέατρο, άλλες ταξίδεψαν σε διεθνή φεστιβάλ, έμειναν στην Ιστορία, ενώ οι συντελεστές του (ηθοποιοί και σκηνοθέτες) δίπλα στον Κουν έμαθαν τι σημαίνει αυταπάρνηση. Αλλά οι καιροί άλλαζαν…
Το 2017 ο ηθοποιός και σκηνοθέτης του Θεάτρου Τέχνης Κωστής Καπελώνης, στην προσπάθειά του να αφυπνίσει το κοινό για τον πλούτο του Θεάτρου Τέχνης που κινδύνευε από τον χρόνο, ετοίμασε μια μικρή έκθεση στη «ΣΤΟart Κοραή» με κοστούμια από το βεστιάριο του θεάτρου καθώς και  τμήματα σκηνικών, έργα των Τσαρούχη, Μόραλη, Μυταρά, Φωτόπουλου κ.ά. Στην ουσία, ήθελε να μας ταρακουνήσει. Κυρίως να ευαισθητοποιήσει κοινό, φορείς και πολιτεία.
Τώρα, ο Κ. Καπελώνης ετοίμασε ένα λεύκωμα με τίτλο «Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν, Επίδαυρος 1985-1998», έκδοση του θεάτρου και των εκδόσεων Αιγόκερως. Θα  κυκλοφορήσει στην έκθεση του βιβλίου στο Ζάππειο, έπειτα στα βιβλιοπωλεία και όλα τα έσοδα θα διατεθούν υπέρ της διάσωσης του αρχείου του Θεάτρου Τέχνης. Νέα προβλήματα;
«Το πρόβλημα του Θεάτρου Τέχνης είναι διπλό», λέει στην «Κ» ο Κωστής Καπελώνης. «Το ένα είναι το αρχείο του θεάτρου που πρέπει να ψηφιοποιηθεί και σίγουρα είναι πιο εύκολο από το δεύτερο πρόβλημα, το οποίο αφορά σκηνικά, αντικείμενα φροντιστηρίου και ενδύματα, τα οποία πρέπει να διασωθούν. Για την καταγραφή και τη συντήρησή τους απαιτείται πάνω από 1 εκατ. ευρώ. Προς το παρόν, φυλάσσονται σε δύο αποθήκες και η αλήθεια είναι πως τα πιο ευπαθή σκηνικά τα έχουμε μεταφέρει σε ασφαλέστερο χώρο, στην προσπάθειά μας να τα προστατέψουμε από την υγρασία. Βλέπετε και οι αποθήκες που στεγάζουν αυτό τον πλούτο, επειδή δεν είχαμε χρήματα, δεν είναι οι καλύτερες που επιλέχθηκαν. Γίνεται μια προσπάθεια και του προέδρου του Δ.Σ. του θεάτρου, του Θέμου Χαραμή, να απευθυνθούμε σε μεγάλους χορηγούς μήπως και κάποιος μας βοηθήσει».
Ετσι αρχίζει η συζήτησή μας, η οποία γρήγορα στρέφεται στην έκδοση που θα κυκλοφορήσει στις 6 Σεπτεμβρίου, αλλά και στην ψηφιοποίηση του αρχείου που είναι επιτακτική ανάγκη. «Για την ψηφιοποίηση απαιτείται μια βάση δεδομένων καθώς και 200.000 ευρώ για να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα. Γίνεται μια συνεργασία με φοιτητές του Θεατρολογικού Τμήματος και χρειαζόμαστε μικρά ποσά για τις ανάγκες της αρχειοθέτησης και ψηφιακά μέσα. Η Εθνική Ασφαλιστική μάς έδωσε χορηγία 7.000 ευρώ για την αγορά υλικών, τριών σκάνερ και ενός σέρβερ, ώστε να διευκολυνθεί και η εργασία των φοιτητών, οι οποίοι κάνουν την πρακτική τους διασώζοντας το αρχείο».
Ο Κωστής Καπελώνης ήταν πτυχιούχος μαθηματικός όταν άφησε τους αριθμούς και τις πράξεις για την ποίηση του θεάτρου. Εργάστηκε ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, σχεδιαστής φωτισμών και συγχρόνως αποτύπωσε με τον φακό του στιγμές της θεατρικής διαδικασίας. «Το έκανα από ανάγκη, γιατί έπρεπε να φωτογραφίζουμε πρόβες και γενικές δοκιμές για το αρχείο του θεάτρου. Επιπλέον, μου άρεσε η τέχνη της φωτογραφίας. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να γίνει μια έκδοση όχι μόνο για την ευαισθητοποίηση του κοινού, αλλά και τη γνωριμία αυτής της θεατρικής ιστορίας με το νεότερο ηλικιακά κοινό το οποίο, ίσως, την αγνοεί». Στην Επίδαυρο ο ίδιος έπαιξε για πρώτη φορά το 1979 στον χορό των «Ιππέων», σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη. Ηταν πρωτοετής σπουδαστής της Δραματικής Σχολής και έκτοτε συμμετείχε σε όλες τις παραστάσεις στο αργολικό θέατρο, ως ηθοποιός αλλά και ως βοηθός στους φωτισμούς, στη σκηνοθεσία... «Τον Αύγουστο του 1985 άρχισα τη φωτογραφική καταγραφή της παρουσίας του Θ.Τ. στην Επίδαυρο, σε αναλογικά φιλμ. Συνέχισα, κάθε χρόνο, έως τον Ιούλιο του 1998. Δηλαδή από τον έβδομο μέχρι τον εικοστό πρώτο χρόνο, που συμμετείχα στις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης. Συνολικά έκανα 3.199 κλικ, σε 101 φιλμ· ασπρόμαυρα, έγχρωμα και slides», γράφει στο εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης «Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν, Επίδαυρος 1985-1998».
Εξηγεί ακόμη πως αυτή η «ερασιτεχνική» ενασχόλησή του οφείλεται στον αδελφό του, τον Γιώργη, «που ως χημικός, και όχι μόνο, ασχολιόταν τότε –και τώρα– πιο σοβαρά από μένα με τη φωτογραφία και με μύησε στην τεχνική της. Μετά στον φίλο μου τον Διαμάντη τον Κούκουτσα, που το 1985 μου “δάνεισε” την πρώτη μου σοβαρή φωτογραφική μηχανή, μια Nikon F με δύο φακούς, τον θρυλικό Nikkor 105mm f/2.5 κι έναν Nikkor 300mm f/4.5, που όπως φάνηκε ήταν ένας φακός απολύτως κατάλληλος για το θέμα. Το θέμα: “Το Θεάτρο Τέχνης στο Φεστιβάλ Επιδαύρου, μετά τις 7 το απόγευμα”. Το θέμα καθόρισε, εν πολλοίς, και την αγορά του μετέπειτα φωτογραφικού εξοπλισμού, που αναφέρεται στα στοιχεία που συνοδεύουν τις φωτογραφίες. Από τους φακούς των φωτογραφικών μηχανών πέρασαν, σε 14 χρόνια, τριάμισι λεπτά πραγματικού χρόνου, δηλαδή 3.199 φωτογραφίες (με μέση ταχύτητα λήψης, ας πούμε, 1/15 του δευτερολέπτου), δηλαδή 213 δευτερόλεπτα. (…)
Οι συνθήκες του φωτισμού απαιτούσαν υψηλές ευαισθησίες, που υποχρέωναν σε πουσαρίσματα των φιλμ στην εμφάνιση. Εξ ου και ο έντονος κόκκος, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, που χρησιμοποιήθηκε ένα φιλμ ασπρόμαυρο, της Kodak, EASTMAN 35, χωρίς αρίθμηση καρέ, υψηλής ευαισθησίας, που τραβήχτηκε συνήθως στα 1600 ASA· ένα φιλμ κατά πάσαν πιθανότατα κινηματογραφικό, που ο Μπομπουγατσόγλου πούλαγε χύμα σε κουτιά 15μετρα. Παράλληλα τα κλασικά ILFORD ΗΡ5-400, Kodak TMAX-400 και ένα TURA 2671, τραβηγμένα κι αυτά στα 1600 ή στα 3200 ASA».
Η έκδοση περιέχει όλες τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που τραβήχτηκαν τότε, ακόμη και κάποιες με τεχνικά προβλήματα, που όμως έχουν και αυτές την αξία του ντοκουμέντου.  

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

H επιστροφή του Κώστα Κρυστάλλη (της Σταυρούλας Τσούπρου), περιοδικό ο αναγνώστης,https://www.oanagnostis.gr/h-epistrofi-toy-kosta-krystalli-tis-stayroylas-tsoyproy/, 1 Σεπτ 2019



16
της Σταυρούλας Τσούπρου (*)

Από τις Ηπειρωτικές (γιατί όχι Ηπειρώτικες;) εκδόσεις «Πέτρα» κυκλοφόρησε την περασμένη χρονιά, υπό τον τίτλο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή. 150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018) και με την επιμέλεια του Πανεπιστημιακού ερευνητή και Δασκάλου, αλλά και πεζογράφου, Ευάγγελου Αυδίκου, μία συλλογή κριτικών κειμένων, άρθρων και μελετών, παλαιότερων και νεότερων συγγραφέων, γύρω από τον βίο και το έργο τού Συρρακιώτη ποιητή και πεζογράφου, η οποία πράγματι κατορθώνει, μέσω του συγκεντρωμένου υλικού της, να χρίσει τον τίτλο της ως επιτελεστικό, με την έννοια ότι η προεξαγγελόμενη «Επιστροφή» διανύεται βήμα βήμα στην διάρκεια της ίδιας τής ανάγνωσης των κειμένων. Εάν, δε, ο αναγνώστης/ η αναγνώστρια αντιμετωπίσουν την έκδοση συνολικά ως σπονδυλωτό αφήγημα, θα διαπιστώσουν ότι τους προσφέρεται η δυνατότητα, πέρα από την απόκτηση των γνώσεων, να δοκιμάσουν μία μεγάλη κλίμακα συναισθημάτων, που κυμαίνονται ανάμεσα στην μεγάλη συγκίνηση – χαρά και λύπη –, από την μία πλευρά, και την οργή, από την άλλη, καθώς μόνον μια τέτοια αντίδραση θα μπορούσε να προκληθεί σε έναν υγιή νου από μία κρίση σαν την ακόλουθη του Άλκη Θρύλου (Ελένη Νεγρεπόντη – Ουράνη) στην Νέα Εστία το 1933: «Συμπαθούμε τον άνθρωπον που υπέφερε και απέθανε νεώτατος, αλλά δεν μπορούμε να μην αναγνωρίζομε ότι ο θάνατος υπήρξε φιλεύσπλαχνος προς την λογοτεχνικήν του προσωπικότητα».
Δεν ήταν, βέβαια, μόνον η συγκεκριμένη κριτική απορριπτική ως προς το έργο τού Κώστα Κρυστάλλη (ανάμεσα στους παλαιούς αρνητές, διότι υπάρχουν και νεότεροι, όπως μας πληροφορεί και στο εισαγωγικό και, κυρίως, στο καταληκτήριο κείμενο του τόμου ο Ευάγγελος Αυδίκος, συγκαταλέγονται ο «αφοριστικός» Κ. Θ. Δημαράς και ο «επικριτικότατος» Γιάννης Αποστολάκης)[1] αλλά, οπωσδήποτε, ήταν η μόνη που έφθασε «στα όρια της εμπάθειας»[2]. Ωστόσο, ο Κώστας Κρυστάλλης και το έργο του αγαπήθηκαν από τους πολλούς, από τον απλό κόσμο, ο οποίος, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Ευάγγελος Αυδίκος,[3] βιβλιοθήκες μπορεί να μην είχε, Κρυστάλλη, όμως, είχε. Και, βέβαια, τον ποιητή αναγνώρισαν κορυφαίοι εκπρόσωποι του χώρου των Γραμμάτων, όπως, πρώτα απ’ όλα, ο Κωστής Παλαμάς (του οποίου η εκτενής Ομιλία στο φιλολογικό μνημόσυνο του «Παρνασσού», στις 7 Μαΐου 1894, συμπεριλαμβάνεται στον τόμο, ενώ ο ίδιος δικαίως χαρακτηρίζεται από τον επιμελητή ως «εμβληματική μορφή τής ελληνικής λογοτεχνίας»)[4], αλλά και ο Λίνος Πολίτης, ο οποίος χαρακτήρισε τον στίχο τού Κρυστάλλη «αδρό» και «εύτονο» και απεφάνθη, αποκρούοντας τις σχετικές επικρίσεις, ότι «δεν αποτελεί δουλική μίμηση του δημοτικού τραγουδιού» αλλά «πλάθεται με πολλή τέχνη προσωπική»[5].
Η ύλη τού ανά χείρας τόμου κατανέμεται, πέραν των δύο εισαγωγικών κειμένων (του εκδότη και του επιμελητή, αντίστοιχα), σε τέσσερα Μέρη, τιτλοφορημένα ως ακολούθως: «Μια ζωή σαν φωτοβολίδα», «Η ποίηση και η φύση», «Η δημώδης γλώσσα και το δημοτικό τραγούδι», «Η πεζογραφία». Το πρώτο κείμενο του Πρώτου Μέρους, γραμμένο από τον Λέανδρο Βρανούση, φιλόλογο/ ιστορικό, Διευθυντή τού Κέντρου Έρευνας του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού τής Ακαδημίας Αθηνών και δημοσιευμένο αρχικά (1954) στην «Βασική Βιβλιοθήκη», αποτελεί ένα εκτενές και πλούσιο εργοβιογραφικό άρθρο, που εξετάζει συνολικά και, κατά το δυνατόν, διεξοδικά το αντικείμενό του. Από τις λοιπές σε αυτό το Μέρος, προσωπικές κυρίως, προσεγγίσεις, είτε σε πεζό είτε και σε στίχο (όπως τα ποιήματα των Χρήστου Χρηστοβασίλη και Κωστή Παλαμά), θα σταθούμε στην συγκινητική Ομιλία[6]τού, ομότεχνου, Βασίλη Γκουρογιάννη, η οποία δικαιολογεί τον τίτλο της, «Όταν το ποιητικό σώμα γίνεται αύρα», απευθυνόμενη, μάλιστα, στον θανόντα συγγραφέα, ως εξής: «Μάθε κυρίως για το λογοτεχνικό έργο σου ότι είναι έξω από τους προκρούστειους κανόνες των τεχνοκριτικών, είναι ελεύθερο από αισθητικούς κανόνες, έγινε αύρα, φυσάει και δροσίζει. Οι Ηπειρώτες, εγγράμματοι αλλά και απλοί άνθρωποι, κράτησαν την ποίησή σου σαν παλιό καλό σπόρο στις ψυχές τους, ανθίζει εκ νέου και καρπίζει. […] θέλουμε να ξέρεις ότι έδωσες στις νεότερες γενιές των Ηπειρωτών λογοτεχνών το θάρρος να προτάσσουν στο έργο τους την ψυχή τους και λιγότερο την τεχνική […] Δεν ξεχνιέσαι»[7].
Στο Δεύτερο Μέρος, ο αναγνώστης/ η αναγνώστρια έχουν την μεγάλη τύχη να μπορούν να διαβάσουν τρία εξαιρετικά, παλαιά και, ταυτόχρονα, τόσο φρέσκα, προικισμένα με την δροσιά τής ευφυΐας, άρθρα, γραμμένα (το πρώτο τον Ιούνιο του 1891 και τα άλλα δύο τον Μάρτιο του 1893) από την πλευρά τής μαχητικής και μετά παρρησίας υπεράσπισης του Κώστα Κρυστάλλη και, πιο συγκεκριμένα, από τους Μιχαήλ Μητσάκη, Βλάση Γαβριηλίδη και Μποέμ/ Δημήτριο Χατζόπουλο. Ειδικότερα τα δύο πρώτα περιέχουν φράσεις και χαρακτηρισμούς «ανθολογίας», όπως θα λέγαμε σήμερα, αναφερόμενα σε εκείνους που εκφράστηκαν αρνητικά για τον Συρρακιώτη ποιητή. Και μόνον για την εύκολη πρόσβαση που μας παρέχουν σε τέτοια λαμπρά κείμενα, οι συντελεστές τής έκδοσης αξίζουν αναμφισβήτητα τις θερμές ευχαριστίες μας.
Στο Τρίτο Μέρος δεσπόζει, βέβαια, το κείμενο «Το έργον τού Κρυστάλλη», τού Κωστή Παλαμά (δημοσιευμένο στον Τύπο τον Μάιο του 1894 σε τρεις συνέχειες), ο οποίος, θεωρώντας, όπως γράφει, ότι «ο τάφος τού ποιητού δεν είνε θρήνων τόπος, αλλά βωμός», συνθέτει μία ολοκληρωμένη κριτική αντιμετώπιση τόσο των πλεονεκτικών όσο και των μειονεκτικών σημείων τού εν λόγω καλλιτεχνικού έργου, με αποτέλεσμα αυτή η μελέτη να απαντά σε όλες τις εγειρόμενες ενστάσεις με νηφαλιότητα και, παράλληλα, να ανάγει τις δικές της θέσεις σε καθολικότερες έννοιες (αλλά και να εγγίζει, χάρη στην κριτική πείρα και την διορατικότητα του Κ. Παλαμά, θεωρητικές ορίζουσες πολύ μεταγενέστερες, όπως εκείνη τής πρόσληψης), εγκαθιδρύοντας με αυτόν τον τρόπο την επιχειρηματολογία της ως υποχρεωτικό πεδίο αναφοράς για κάθε μεταγενέστερο μελετητή. Από το ίδιο υπερασπιστικό όσο και νηφάλιο πνεύμα εκκινούν και τα άρθρα των Παύλου Νιρβάνα και Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, ενώ η κατακλείδα τού δεύτερου, όπου ο Κρυστάλλης χαρακτηρίζεται ως «ζηλευτός» για τη δύναμη που είχε ώστε «να μη γεμίσει τους στίχους του με γογγυσμούς από την τραγική ζωή του»[8] έρχεται να συναντήσει τον συνταρακτικά λιτό λυγμό τού αφιερωμένου στον Κώστα Κρυστάλλη ποιήματος (1946) της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, που ακολουθεί στις επόμενες σελίδες, παρατεθειμένο από τον εκδότη Ανδρέα Ρίζο.
Στο Τέταρτο Μέρος παρατίθεται πρώτο εκείνο το κείμενο που προκάλεσε, σε εμένα τουλάχιστον, την μεγαλύτερη κατάπληξη, αν όχι έναν γνήσιο θαυμασμό: πρόκειται για το άρθρο τού Γρηγορίου Ξενόπουλου (δημοσιευμένο στην εφημερίδα Το Άστυ, στις 30 Ιανουαρίου 1894) με τον τίτλο «Πεζογραφήματα», το οποίο, μετά την αξιοπρόσεκτη διατύπωση του χαρακτηρισμού τού ποιητή Κρυστάλλη ως «μιμητή αξιομίμητου» των πρωτογενών δημοτικών τραγουδιών, αναφέρεται στην έτερη πλευρά τού συγγραφέα, η οποία προεξαγγέλεται από τον τίτλο του, με έναν τόσο αφοπλιστικά ευθύ και μεθοδικό τρόπο (αναμενόμενο, άλλωστε, από έναν, παρ’ ολίγον, μαθηματικό), ώστε κερδίζει αμέσως την συμμετοχή των αναγνωστών/ αναγνωστριών, καθώς περνά από την δυσπιστία σε ό,τι αφορά τα «πεζογραφήματα των ποιητών» εν γένει, στην, εξαναγκαστικά στην αρχή, προσεκτικότερη και, μάλιστα, επανειλημμένη ανάγνωση των πρώτων, ανοίκειων (κυρίως λόγω τού γλωσσικού ιδιώματος), σελίδων των διηγήσεων του Κρυστάλλη, μέχρις ότου η επιφύλαξη (αν όχι η άρνηση) να μετατραπεί, χάρη στην εξοικείωση πια με το ιδιαίτερο ύφος τού πεζογράφου και την συνακόλουθη αναγνώριση των αρετών τής «φυσικής και γνήσιας», «βαθυτάτης» τέχνης[9] τής γραφής του, σε πλήρη αποδοχή και, τελικά, στα «αληθινά δάκρυα της καλλιτεχνικής συγκινήσεως», στον έπαινο.[10] Αυτή ήταν ίσως η πρώτη, αλλά όχι και η τελευταία φορά (δεν ξεχνάμε την παρουσίαση του Κ. Π. Καβάφη στο αθηναϊκό/ ελλαδικό κοινό με το εκτενέστατο άρθρο στο περιοδικό Παναθήναια στις 30 Νοεμβρίου 1903) που ο Γρηγόριος Ξενόπουλος εισηγείτο την (πολύ) θετική υποδοχή τού έργου (εδώ του πεζογραφικού) ενός συγγραφέα, το οποίο ήταν εν πολλοίς άγνωστο ή/ και υποτιμημένο. Παρόμοιες κινήσεις αποδεικνύουν, ασφαλώς, παράλληλα με τις αρετές τού κρινόμενου και τις αρετές τού κριτή.
Στο καταληκτήριο μελέτημα, που φέρει τον τίτλο «Η ουρανογείτων ταξιδιωτική πεζογραφία τού Κώστα Κρυστάλλη», ο Ευάγγελος Αυδίκος, κρατώντας ουσιαστικά το παραδοθέν πριν 128 χρόνια νήμα από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο (οι ενδιάμεσες σχετικές κριτικές αναφορές είναι ελάχιστες και επισημαίνονται επίσης από τον μελετητή), φωτίζει την, σκιασμένη από την ποίηση, «δευτερογενή ύπαρξη» των πεζών τού Κ. Κρυστάλλη, δίνοντας έτσι και μία επιπρόσθετη νοηματική απόχρωση στην «Επιστροφή» τού γενικού τίτλου τής έκδοσης και, στην πραγματικότητα, προτείνοντας την συνολική επαναξιολόγηση[11] της πεζογραφίας τού Συρρακιώτη δημιουργού. Πέρα από την λεπτομερή καταγραφή των πρώτων δημοσιεύσεων και των διαφορετικών, κατά καιρούς, ταξινομήσεων των πεζογραφημάτων τού Κώστα Κρυστάλλη, ο Ευάγγελος Αυδίκος προβαίνει σε τρεις εισηγητικές ενέργειες: α) εντάσσει στην κατηγορία «πεζογραφήματα» όλα τα πεζά (Διηγήματα, Ηπειρώτικες Αναμνήσεις, Κλέφτικες Ιστορίες και Λαογραφικά) του Κρυστάλλη, τεκμηριώνοντας (και θεωρητικά) την επιλογή του, β) δηλώνει, ως ειδήμων άλλωστε, διαφωνώντας με αντίστοιχους στερεοτυπικούς χαρακτηρισμούς, παλαιότερους και νεότερους, την πεποίθησή του ότι ο Κρυστάλλης δεν είχε «λαογραφική συνείδηση», καθώς αντιμετώπιζε τα δημοτικά τραγούδια, επί παραδείγματι, όχι ως υλικό προς συλλογή αλλά ως «μέρος του πολιτισμικού του κεφαλαίου» και γ) αποσπά (και παραθέτει) ένα μέρος από το ταξιδιωτικό ιστορικό πεζογράφημα του Κώστα Κρυστάλλη «Οι Βλάχοι τής Πίνδου» (και την Ενότητα «Μαλακάσι» εκεί) και, δίνοντάς του τον τίτλο «Η γάνωσις», το αναδεικνύει σε αυτόνομο διήγημα με αναμφισβήτητες ψυχογραφικές αρετές.
Από μιαν άλλη πλευρά, τώρα, η ψυχική/ πνευματική εγγύτητα του Ευάγγελου Αυδίκου με τον Κώστα Κρυστάλλη ήταν, θεωρώ, εκείνη που έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο ως κίνητρο, προκειμένου ο Συρρακιώτης δημιουργός να γίνει, με την σειρά του, αντικείμενο ψυχογράφησης (με έναν, όμως, διαφορετικό τρόπο) από τον νεότερο ομότεχνό του. Διότι ο Κώστας Κρυστάλλης ή, σωστότερα, η σκιά τού Κώστα Κρυστάλλη κινείται ανάμεσα (και, βέβαια, όχι μόνον) στις γραμμές τής συντριπτικής πλειοψηφίας των σελίδων τού πρόσφατου μυθιστορήματος του Ευάγγελου Αυδίκου, Οδός Οφθαλμιατρείου, το οποίο, ήδη από τον τίτλο, προδίδει το μυστικό του στους γνώστες τού βίου τού Κ. Κρυστάλλη (για όσους πάλι δεν γνωρίζουν υπάρχει το λαλίστατο Δελτίου Τύπου στο οπισθόφυλλο). Ο Ευάγγελος Αυδίκος, αν και με την ιδιότητα του λογοτέχνη αυτήν την φορά, προκειμένου να συνθέσει την πνευματική/ ψυχική φυσιογνωμία τού Συρρακιώτη συγγραφέα, εκμεταλλεύθηκε (με την καλύτερη έννοια αυτού του όρου) όλες τις επιστημονικές πηγές βιοεργογραφικού και βιβλιογραφικού υλικού που διαθέτει ως εμβριθής μελετητής τού έργου τού Κώστα Κρυστάλλη. Ενσωματώνει, έτσι, είτε στην τριτοπρόσωπη παντογνωστική αφήγηση είτε στην πρωτοπρόσωπη, που είναι μοιρασμένη, κυρίως, ανάμεσα, αφ’ ενός, στον κεντρικό εικοσιπεντάχρονο ήρωα Χρήστο Σούλτις ή αλλιώς (και διόλου τυχαία – ούτε το επώνυμο, άλλωστε, είναι τυχαίο) Κρυστ (με ύψιλον/ το οποίο, όμως, δεν διατηρείται πάντα – δυστυχώς, το βιβλίο δεν στάθηκε καθόλου τυχερό στην τυπογραφική του επιμέλεια) και, αφ’ ετέρου, στην σκιά τού θανόντα «τραγουδιστή» (σε αυτόν ανήκει και η φράση – τίτλος τού παρόντος άρθρου)[12], ένα πλήθος, άλλοτε ανώνυμων και άλλοτε σηματοδοτημένων, παραπομπών/ παραθεμάτων με τα οποία τον εφοδίασαν τόσο το έργο και ο βίος τού Κ. Κρυστάλλη, όσο και οι κριτικές και τα μελετήματα παλαιότερων και σύγχρονων ανθρώπων των Γραμμάτων για αυτόν. Αναπόφευκτα, βέβαια, ο Ευάγγελος Αυδίκος συναντά ανάμεσα στους τελευταίους και τον εαυτό του, με τον οποίο, επίσης, συνομιλεί, καθώς, επί παραδείγματι, εντός τού μυθιστορήματος αναπλάθει, μεταξύ πολλών άλλων (ακόμα και επιστολών τού Κ. Κρυστάλλη), και το «διήγημα» (με τον ψευδότιτλο «Η γάνωσις»), για το οποίο έγινε εδώ λόγος νωρίτερα. Εξάλλου, όπως προδιαγράφεται και από τα παραπάνω, η διακειμενική επαφή των δύο εδώ παρουσιαζόμενων βιβλίων είναι συνεχής και δεν περιορίζεται, φυσικά, στα γραφόμενα από τον ίδιο τον Ευάγγελο Αυδίκο, ο οποίος, πάντως, βρίσκει την ευκαιρία να διοχετεύσει, μέσω κάποιας από τις ποικίλες αφηγηματικές οδούς που έχει στην διάθεσή του ως μυθιστοριογράφος, προσωπικές του απόψεις και ερωτήματα· όπως: το γιατί δεν υπάρχουν δείγματα από το έργο τού Κ. Κρυστάλλη στα σχολικά βιβλία ή το ότι η σύγχρονη κριτική έχει καταχωνιάσει το έργο του στο βασίλειο της αδιαφορίας ή ακόμη το ότι ο Κρυστάλλης – ποιητής αδίκησε τον Κρυστάλλη – πεζογράφο.
Ως αφήγηση συνολικά, το Οδός Οφθαλμιατρείου έχει το χάρισμα της απρόσκοπτης σχεδόν ροής και προσφέρει την ευκαιρία τής μέθεξης, ενώ διαθέτει μετρημένο αλλά πολύ εύστοχο χιούμορ. Επειδή, όμως, πρόκειται, ταυτόχρονα, και για το βιβλίο ενός επιστήμονα – ερευνητή, δεν εκπλησσόμαστε από το γεγονός ότι το μυθοπλαστικό/ λογοτεχνικό συγκείμενο συνοδεύεται από δύο παρακειμενικά συμπληρώματα. Το πρώτο επιγράφεται «Σημειωματάριο» και περιλαμβάνει, εκτός από την εξήγηση ιδιωματικών λέξεων, μία σειρά από πρόσθετες πληροφορίες όπως και αποσαφηνίσεις ορισμένων προσδιορισμών, κωδικοποιημένων από τον ίδιο τον Ευάγγελο Αυδίκο. Το δεύτερο παρακειμενικό συμπλήρωμα επιγράφεται: «Το μυθιστόρημα συνομιλεί με τους:» και λειτουργεί ως υπόμνημα για την ταυτοδότηση των εμφανέστερων, προαναφερθέντων και εδώ νωρίτερα, διακειμενικών επαφών τού λογοτεχνικού συγκειμένου.
Τα δύο ανά χείρας βιβλία, ωστόσο, συνδέονται και με ένα άλλο (το βασικότερο, μάλλον, όλων) κοινό χαρακτηριστικό: εκκινούν από την αγάπη και τον σεβασμό των συμμετεχόντων για την προσωπικότητα και το έργο τού Συρρακιώτη Κώστα Κρυστάλλη, ο οποίος ήρθε ο καιρός να ξαναγαπηθεί από έναν στερημένο και γι’ αυτό διψασμένο για την δροσιά και την αλήθεια των στίχων του κόσμο.
Info:1) Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή.150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018),Επιμέλεια – Εισαγωγή: Ευάγγελος Αυδίκος,<Σειρά: Εξ Ηπείρου> Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα», 2018
2) Ευάγγελος Αυδίκος, Οδός Οφθαλμιατρείου,Βιβλιοπωλείον τής “Εστίας”, 2019
Σημειώσεις
[1] Οι χαρακτηρισμοί προέρχονται από το κείμενο του Παντελή Μπουκάλα, «Η «βουνίσια Μούσα» τού Κώστα Κρυστάλλη», στο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή. 150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018), Επιμέλεια – Εισαγωγή: Ευάγγελος Αυδίκος, <Σειρά: Εξ Ηπείρου> Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα», 2018, σσ. 173-182/ εδώ, σσ. 181, 178. Το εν λόγω κείμενο αποτέλεσε την Ομιλία τού Παντελή Μπουκάλα στην Ημερίδα «2018, έτος Κώστα Κρυστάλλη. 150 χρόνια από τη γέννησή του», η οποία έλαβε χώρα στο Συρράκο, στις 21 Ιουλίου 2018 και από την οποία προέρχονται και τα αντίστοιχα κείμενα των Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και Βασίλη Γκουρογιάννη. Σε υποσημείωση των «Εισαγωγικών Σχολίων» του (ό.π., σ. 14) ο Ευάγγελος Αυδίκος αναφέρει και τις τρεις εκδηλώσεις που είχαν τότε (2 Αυγούστου 2018) ήδη γίνει ή προγραμματιστεί για το 2018.
[2] Βλ. στο μελέτημα του Ευάγγελου Αυδίκου, «Η ουρανογείτων ταξιδιωτική πεζογραφία τού Κώστα Κρυστάλλη», στο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή, ό.π., σσ. 199-242/ εδώ, σ. 215.
[3] Βλ. σχετικά στην μελέτη τού Ευάγγελου Αυδίκου, «Πολιτισμικός δυϊσμός στο έργο τού Κρυστάλλη: Ο κάμπος και το βουνό», ό.π., σσ. 101-112/ εδώ, σ. 101.
[4] Για τα προηγηθέντα, βλ. στο Κωστή Παλαμά, «Το έργον τού Κρυστάλλη», ό.π., σσ. 121-146/ εδώ, σ. 146.
[5] Βλ. στο Λίνου Πολίτη, Ιστορία τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, 41985, σσ. 219-221.
[6] Βλ. σχετικά στην Σημ. 1 εδώ.
[7] Βλ. στο Βασίλη Γκουρογιάννη, «Όταν το ποιητικό σώμα γίνεται αύρα», στο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή, ό.π., σσ. 61-64/ εδώ, σ. 63.
[8] Βλ. στο Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, «Κώστας Κρυστάλλης», ό.π., σσ. 153-168/ εδώ, σσ. 167-168.
[9] Βλ. στο μελέτημα του Ευάγγελου Αυδίκου, «Η ουρανογείτων ταξιδιωτική πεζογραφία τού Κώστα Κρυστάλλη», ό.π., σ. 210, όπου ο μελετητής αντλεί από ένα κατά δύο χρόνια μεταγενέστερο άρθρο τού Γρηγορίου Ξενόπουλου για τον διηγηματογράφο Κώστα Κρυστάλλη.
[10] Για τα προηγηθέντα, βλ. στο Γρ. Ξενόπουλου, «Πεζογραφήματα», στο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή, ό.π., σσ. 185-191.
[11] Βλ. στο «Η ουρανογείτων ταξιδιωτική πεζογραφία τού Κώστα Κρυστάλλη», ό.π., σ. 237.
[12] Βλ. στο Ευάγγελος Αυδίκος, Οδός Οφθαλμιατρείου, Βιβλιοπωλείον τής “Εστίας”, 2019, σ. 45.



(*)H Σταυρούλα Γ. Τσούπρου είναι Καθηγήτρια – Σύμβουλος στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο


Σάββατο 31 Αυγούστου 2019

University of Chicago, Stevanovich Institute on the Formation of Knowledge 2020-22 Postdoctoral Researcher at the Rank of Instructor

Institution Logo


Institution Type:  College / University
Location:  Illinois, United States
Position:  Post-Doctoral Fellow

Position Description

The Stevanovich Institute on the Formation of Knowledge at the University of Chicago invites applications for two-year Postdoctoral Researchers at the Rank of Instructor, to begin on July 1, 2020. Postdocs will join a community of leading scholars from across the university to study the process of knowledge formation and transmittal from antiquity to the present day and to explore how this history and culture shapes our modern world.
We are particularly interested in applicants working at the intersection of areas such as, but not limited to, technology, public policy, and ethics. We also invite applicants working on the Institute’s 2020-22 research theme of artificial intelligence. Postdocs will conduct individual research and may collaborate on topics including the current research theme.
The position is non-renewable and brings with it two years of salary at $65,000 per year, benefits, office space, pedagogical training, reimbursement of up to $2,500 for moving expenses, and a research allowance of $3,000 per year.
Stevanovich Institute postdocs are expected, at the minimum, to:
  • conduct their own research towards a book or other project;
  • teach two 10-week courses per year (UChicago is on the quarter system) designed to appeal to a wide group of students; depending on teaching needs these courses may be graduate, undergraduate, team-taught, or in the Core;
  • hone and document their teaching skills through engagement with the Chicago Center for Teaching (CCT);
  • hone interview and job skills with UChicagoGRAD, an on-campus resource focused on guiding postdocs and graduate students toward professional satisfaction in academia;
  • participate in the year-long Institute workshop series on Comparing Practices of Knowledge and present their work in one of the workshop sessions;
  • submit an article based on research conducted during their Institute fellowship to KNOW: A Journal on the Formation of Knowledge; and
  • Write a one-page post for the Institute blog, connecting your research to current affairs.
The Institute will arrange for a faculty mentor and opportunities to forge personal and academic relationships across the University. Successful candidates will be appointed at the Institute in addition to being affiliated with a relevant academic department(s). An office space will be provided and there is an expectation that it will be actively utilized and postdocs will participate in the life of the Institute.

Qualifications

Applicants must demonstrate current research interests that are related to the formation of knowledge and straddle multiple fields. We will evaluate applicants on the quality and quantity of publications, strength of writing sample, teaching, recommendations, and a demonstrated ability to work beyond disciplinary constraints. The successful candidate must have a PhD before the start of the appointment, and must have received the PhD in the last 6 years.

Application Instructions

Please submit the following application materials online at http://apply.interfolio.com/67063:
(1) a one-page cover letter explaining how your research transcends individual disciplines and listing three examples of M.A./Ph.D. courses that you would be most interested to teach,
(2) an up-to-date c.v.,
(3) a writing sample consisting of a chapter, essay, or article, and
(4) the names and contact information of three references, at least one of whom should be able to attest to the quality of your teaching.
Recommendation letters will be requested from the references of short-listed candidates. Letters of reference will be solicited by the SIFK after the search committee has reviewed the initial applications.
The reference list and application materials must be submitted by midnight on October 15, 2019.Candidates who make the shortlist will be interviewed via Skype, and candidates can expect to receive notice of the decision in February.

Equal Employment Opportunity Statement

The University of Chicago is an Affirmative Action/Equal Opportunity/Disabled/Veterans Employer and does not discriminate on the basis of race, color, religion, sex, sexual orientation, gender identity, national or ethnic origin, age, status as an individual with a disability, protected veteran status, genetic information, or other protected classes under the law. For additional information please see the University's Notice of Nondiscrimination.
Job seekers in need of a reasonable accommodation to complete the application process should call 773-702-1032 or email equalopportunity@uchicago.edu with their request.

ΕΝ ΝΙΚΟΠΟΛΕΙ ΑΚΤΙΑ 2019, Σάββατο και Κυριακή, Πρέβεζα


Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019

Η Αλέκα της ΓΚΟΥΡΑΣ χορεύει στην Γκούρα

Ο Ευάγγελος Αυδίκος στην «ΠτΚ»: «Καιρός να διαβάσουμε τον Κρυστάλλη χωρίς προκαταλήψεις, εφ.Πελοπόννησος, pelop.gr

Ο Ευάγγελος Αυδίκος στην «ΠτΚ»: «Καιρός να διαβάσουμε τον Κρυστάλλη χωρίς προκαταλήψεις»



Συνέντευξη στην ΚΡΙΣΤΥ ΚΟΥΝΙΝΙΩΤΗ
Στην «Οδό Οφθαλμιατρείου» (εκδ. Εστία), μας συστήνει με έξοχο τρόπο τον ηπειρώτη ποιητή και πεζογράφο Κώστα Κρυστάλλη. Ο καθηγητής λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Ευάγγελος Αυδίκος μιλάει στην «ΠτΚ» για το νέο του μυθιστόρημα.
Τι υπαγόρευσε την απόφασή σας να ζωντανέψετε τον Κρυστάλλη μέσω της γραφής σας;
Αφετηριακή μου σκέψη ήταν να γράψω, με αφορμή τον Κρυστάλλη, ένα μυθιστόρημα που θα θέσει καίρια ζητήματα σε σχέση με τη διαδικασία της γραφής αλλά και να συνομιλήσω με τις εποχές. Μπορεί να με επηρέασε υποδόρια η κοινή καταγωγή (Συρράκο), ωστόσο δεν αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα. Δεν ήθελα να γράψω μια μυθιστορηματική βιογραφία, που θα απέτρεπε την αξιοποίηση του Κρυστάλλη ως ενός λογοτεχνικού μύθου, απολεπισμένου από κυρίαρχα στερεότυπα. Ως εκ τούτου, δεν στόχευα στη λογοτεχνική αποκατάσταση του ποιητή και πεζογράφου. Μ' ενδιέφερε να παρακάμψω το αυστηρό δίπολο παρελθόν-παρόν, παραδοσιακό-μοντέρνο. Η οπτική αυτή ταξινομεί αυστηρά πρόσωπα και πράγματα, γεγονός που αποτρέπει τη συνομιλία με τη λογοτεχνική παράδοση. Ο Κρυστάλλης ως μύθος προσφερόταν για αναίρεση των αυστηρών διχοτομήσεων. Προκάλεσε αντιφατικά συναισθήματα και κρίσεις, ενώ αναδείχθηκε σε σύμβολο ενός κόσμου που αγωνιζόταν να προσαρμοστεί σε καινούργια περιβάλλοντα. Οσο κι έχει κανείς διαφωνίες για το ύψος της ποιητικής και πεζογραφικής του δημιουργίας, ουδείς μπορεί να κλείσει τα μάτια μπροστά σε μια πραγματικότητα: Λατρεύτηκε από τον κόσμο της υπαίθρου αλλά και από τους φυσιολατρικούς συλλόγους στην πόλη. Καιρός είναι να διαβάσουμε τον Κρυστάλλη απαλλαγμένοι από οποιεσδήποτε παραναγνώσεις και προκαταλήψεις.

Ο Κρυστ (Χρήστος) Σούλτις, κοντά στην ηλικία που πέθανε ο Κρυστάλλης, αφήνει μια εξαιρετική δουλειά στην Αμερική για να αναζητήσει τα χνάρια του ποιητή που τον έχει αιχμαλωτίσει σε σημείο να γίνει «χάντρα στο κομπολόι του». Πώς γεννήθηκε ο κεντρικός σας ήρωας;
Πράγματι, ο νεαρός ήρωας βρίσκεται σε μια κρίση ταυτότητας. Δεν είναι ικανοποιημένος από την εργασία, την καθημερινότητά του, την ερωτική του ζωή. Αποφασίζει, λοιπόν, να αναζητήσει τον εαυτό του. Ανακαλύπτει τον Κρυστάλλη, κάνει ένα μικρό διάλειμμα στη ζωή του, που μπορεί να γίνει αλλαγή σελίδας, και επιστρέφει στην Ελλάδα. Το ταξίδι αυτό είναι μια καταβύθιση διπλή. Στη ζωή του ποιητή και πεζογράφου αλλά και τη δική του. Η μία καταβύθιση προκαλεί την άλλη. Μπορεί να κατανοηθεί αυτή η σχέση με τους όρους που εξιστορεί ο Καμύ στο έργο του «Η πτώση». Οδηγείται ο Κρυστ σε αμφισβήτηση όσων είχε ως αναπαλλοτρίωτα ως τότε, κάτι που είναι απαραίτητο για να ανασάνει με τον δικό σου τρόπο, κι όχι ακολουθώντας τις συνταγές των άλλων. Γι' αυτόν ο Κρυστάλλης είναι η ευκαιρία να αναμετρηθεί με τις επιλογές του, να καταβυθιστεί στον εαυτό του, αφού πρώτα συντριβεί. Προσδοκά μια διαφορετική ζωή.

Μέσα από τις σελίδες σας, αντηχεί ο καημός του Κρυστάλλη για «τη στέρηση της σπουδής», ενώ, «κραυγάζει» η αγωνία του να τον «δεχτούν (οι κριτές) ως έναν ποιητή. Οχι ως μαϊμού του δημοτικού τραγουδιού». Αυτός ο Γολγοθάς, που γινόταν ακόμα πιο ανηφορικός με τον αγώνα για την επιβίωση, στην αφιλόξενη Αθήνα, πώς λειτουργούσε σε σχέση με τη δημιουργικότητά του;
Οντως, ο «καημός» του Κρυστάλλη είναι να γίνει αποδεκτός στον ελληνικό «Παρνασσό». Να αναγνωριστεί ως ποιητής. Θαρρώ πως αυτός είναι ο «καημός» όλων όσων δημιουργούν, με ό,τι κι αν ασχολούνται. Αυτός ο στόχος γίνεται ο Γολγοθάς του. Εργάζεται σκληρά και παλεύει με το δηλητηριώδες αντιμόνιο στο τυπογραφείο, όλη μέρα. Αγωνίζεται να επιβιώσει, τίποτε δεν είναι δεδομένο στην Αθήνα. Και μετά το τέλος της εξαντλητικής δουλειάς, έρχεται η ώρα της δημιουργίας. Να μάθει και να γράψει. Να διαβάσει βιβλία και να σπουδάσει. Να μάθει μια ξένη γλώσσα. Οι επιστολές του, κυρίως προς τον φίλο του Αλεξόπουλο, είναι διάστικτες απ' αυτή την επιθυμία και την αγωνία. Είναι τιτάνιος ο αγώνας του αλλά και η βούλησή του να τα καταφέρει. Αυτά τα δύο γνωρίσματά του τον έκαναν να αντέξει τη φτώχεια αλλά και να εκφράζει φωναχτά την ανάγκη του. Αναμφίβολα, τα πενιχρά μέσα ανέκοψαν τη δυναμική του. Δεν είχε την ευκαιρία και τα μέσα να διαβάσει ξένη ποίηση, να μυηθεί στα καινούργια ρεύματα. Ακόμη, το ταλαιπωρημένο σώμα του τον πρόδωσε νωρίς. Οσον αφορά την έμπνευση, ο Κρυστάλλης δεν άντλησε θέματα απ' αυτό τον αγώνα. Ενδεχομένως, θα το έπραττε αργότερα.

Καλοζωισμένος, αντίθετα, ο Κρυστ, ο οποίος «ξαφνικά πήρε την απόφαση να γίνει ποιητής», αναρωτιέται αν μπορούν να γράψουν οι χορτασμένοι. Η άποψή σας;
Προφανώς και οι χορτασμένοι από υλικά αγαθά μπορούν να γράψουν. Αν ρίξουμε μια ματιά στη νεοελληνική λογοτεχνία, θα διαπιστώσουμε του λόγου το αληθές. Οι σημαντικότεροι ποιητές μας (Σολωμός, Κάλβος, Σεφέρης, Ελύτης) είχαν οικονομική ευρωστία. Δεν ήταν χορτασμένοι όμως πνευματικά. Είχαν το σαράκι της ανησυχίας που κατέτρωγε τα σωθικά τους. Η γραφή έρχεται εκεί που υπάρχει η ανάγκη για αναμέτρηση με σημαντικά οντολογικά ζητήματα. Η δημιουργία τότε γίνεται η απάντηση στο μαύρο του θανάτου και του αδιεξόδου.



Δύο ερωτικοί άνθρωποι

Το θέμα έρωτας παιδεύει τους Κρυστάλλη και Κρυστ, και κάπου εκεί, εμπλέκεται και ο Παπαδιαμάντης με τα ερωτικά του διηγήματα. Θα μας πείτε;
Υπάρχει η εντύπωση πως και οι δύο απήλθαν ανέραστοι και η μη ικανοποίηση αυτού του ενστίκτου λειτούργησε ως κινητήριος μοχλός για τη γραφή τους. Δεν συμφωνώ απολύτως με την άποψη της ερωτικής στέρησης. Είναι και οι δύο ερωτικοί άνθρωποι, αυτό μαρτυρούν τα γραπτά τους και η συνύπαρξή τους στο μυθιστόρημα αναδεικνύει την ύπαρξη αφηγηματικής συγγένειας. Ο υπολανθάνων ερωτισμός τους, έτσι κι αλλιώς, μεταστοιχειώνεται σε γραφή.

«Η Ελλάδα θα σε πληγώσει […] Οι άνθρωποι λένε εύκολα μεγάλα λόγια. Υπόσχονται πολλά» λέει ο πατέρας του στον Κρυστ για να αποτρέψει την επιστροφή του. «Τρέμω με τα μεγάλα λόγια. Με τις μεγάλες υποσχέσεις. […] Είμαι παθός. Ποια πατρίδα; Δεν είναι ίδια η πατρίδα. Για όλους. Αλλοι θυσιάζονται κι άλλοι θερίζουν» εκμυστηρεύεται ο Κρυστάλλης στον Κρυστ. Ιδια άποψη με διαφορά ενός αιώνα. Είναι, λέτε, οι μεγαλοστομίες διαχρονικό κουσούρι μας;
Η ιστορία αυτό διδάσκει. Πρόκειται για χαρακτηριστικό στοιχείο κάθε εξουσίας, που αποκτά μεγάλη διάσταση στη χώρα μας. Η εξουσία ξεχνάει και βυζαίνει μόνο όσους υποτάσσονται άφωνοι.

Στο βιβλίο σας, η πραγματικότητα αναμιγνύεται με τη μυθοπλασία, το σήμερα μπλέκεται με το χθες, άνθρωποι των γραμμάτων ανταμώνουν με τον δημιουργό του «Σταυραετού»… Πώς βιώσατε αυτή τη δημιουργική περιπέτεια;
Κάθε γραφή είναι επώδυνη. Είναι μια γέννα. Κουβαλάς όλους τους ήρωες, πέρα από τις αφηγηματικές τεχνικές. Ωστόσο, απόλαυσα αυτή την περιπέτεια της παλινδρομικής κίνησης ανάμεσα σε πρόσωπα και εποχές. Μου έδωσε τη δυνατότητα να κάνω ένα ταξίδι.

Στην εποχή των κινητών, τάμπλετ κ.λπ., υπάρχουν αφτιά δεκτικά στη γλώσσα του Κρυστάλλη;
Δεν είναι εύκολη υπόθεση κι ούτε ο στόχος είναι να υιοθετήσουμε αυτή τη γλώσσα. Μπορούμε όμως να δανειστούμε λέξεις προσθέτοντας ποιητικότητα στη γραφή. Κι αυτό γίνεται στην εποχή μας από πολλούς συγγραφείς, απαλλαγμένους πια από το υφέρπον στίγμα του ηθογράφου.

Αφού βάλατε την τελευταία τελεία, τι γεύση σάς άφησε η συνάντηση μαζί του;
Χάρηκα με τη συνάντηση. Νιώθω ικανοποίηση, γιατί με βοήθησε να απαλλαγώ από στερεότυπα. Που έγινε αιτία να δω την ψευδεπίγραφη ταξινόμηση παλιού και καινούργιου.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

7ο Θερινό Σχολείο Τζουμέρκων, 30 Αυγούστου 2019