Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2019

H επιστροφή του Κώστα Κρυστάλλη (της Σταυρούλας Τσούπρου), περιοδικό ο αναγνώστης,https://www.oanagnostis.gr/h-epistrofi-toy-kosta-krystalli-tis-stayroylas-tsoyproy/, 1 Σεπτ 2019



16
της Σταυρούλας Τσούπρου (*)

Από τις Ηπειρωτικές (γιατί όχι Ηπειρώτικες;) εκδόσεις «Πέτρα» κυκλοφόρησε την περασμένη χρονιά, υπό τον τίτλο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή. 150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018) και με την επιμέλεια του Πανεπιστημιακού ερευνητή και Δασκάλου, αλλά και πεζογράφου, Ευάγγελου Αυδίκου, μία συλλογή κριτικών κειμένων, άρθρων και μελετών, παλαιότερων και νεότερων συγγραφέων, γύρω από τον βίο και το έργο τού Συρρακιώτη ποιητή και πεζογράφου, η οποία πράγματι κατορθώνει, μέσω του συγκεντρωμένου υλικού της, να χρίσει τον τίτλο της ως επιτελεστικό, με την έννοια ότι η προεξαγγελόμενη «Επιστροφή» διανύεται βήμα βήμα στην διάρκεια της ίδιας τής ανάγνωσης των κειμένων. Εάν, δε, ο αναγνώστης/ η αναγνώστρια αντιμετωπίσουν την έκδοση συνολικά ως σπονδυλωτό αφήγημα, θα διαπιστώσουν ότι τους προσφέρεται η δυνατότητα, πέρα από την απόκτηση των γνώσεων, να δοκιμάσουν μία μεγάλη κλίμακα συναισθημάτων, που κυμαίνονται ανάμεσα στην μεγάλη συγκίνηση – χαρά και λύπη –, από την μία πλευρά, και την οργή, από την άλλη, καθώς μόνον μια τέτοια αντίδραση θα μπορούσε να προκληθεί σε έναν υγιή νου από μία κρίση σαν την ακόλουθη του Άλκη Θρύλου (Ελένη Νεγρεπόντη – Ουράνη) στην Νέα Εστία το 1933: «Συμπαθούμε τον άνθρωπον που υπέφερε και απέθανε νεώτατος, αλλά δεν μπορούμε να μην αναγνωρίζομε ότι ο θάνατος υπήρξε φιλεύσπλαχνος προς την λογοτεχνικήν του προσωπικότητα».
Δεν ήταν, βέβαια, μόνον η συγκεκριμένη κριτική απορριπτική ως προς το έργο τού Κώστα Κρυστάλλη (ανάμεσα στους παλαιούς αρνητές, διότι υπάρχουν και νεότεροι, όπως μας πληροφορεί και στο εισαγωγικό και, κυρίως, στο καταληκτήριο κείμενο του τόμου ο Ευάγγελος Αυδίκος, συγκαταλέγονται ο «αφοριστικός» Κ. Θ. Δημαράς και ο «επικριτικότατος» Γιάννης Αποστολάκης)[1] αλλά, οπωσδήποτε, ήταν η μόνη που έφθασε «στα όρια της εμπάθειας»[2]. Ωστόσο, ο Κώστας Κρυστάλλης και το έργο του αγαπήθηκαν από τους πολλούς, από τον απλό κόσμο, ο οποίος, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Ευάγγελος Αυδίκος,[3] βιβλιοθήκες μπορεί να μην είχε, Κρυστάλλη, όμως, είχε. Και, βέβαια, τον ποιητή αναγνώρισαν κορυφαίοι εκπρόσωποι του χώρου των Γραμμάτων, όπως, πρώτα απ’ όλα, ο Κωστής Παλαμάς (του οποίου η εκτενής Ομιλία στο φιλολογικό μνημόσυνο του «Παρνασσού», στις 7 Μαΐου 1894, συμπεριλαμβάνεται στον τόμο, ενώ ο ίδιος δικαίως χαρακτηρίζεται από τον επιμελητή ως «εμβληματική μορφή τής ελληνικής λογοτεχνίας»)[4], αλλά και ο Λίνος Πολίτης, ο οποίος χαρακτήρισε τον στίχο τού Κρυστάλλη «αδρό» και «εύτονο» και απεφάνθη, αποκρούοντας τις σχετικές επικρίσεις, ότι «δεν αποτελεί δουλική μίμηση του δημοτικού τραγουδιού» αλλά «πλάθεται με πολλή τέχνη προσωπική»[5].
Η ύλη τού ανά χείρας τόμου κατανέμεται, πέραν των δύο εισαγωγικών κειμένων (του εκδότη και του επιμελητή, αντίστοιχα), σε τέσσερα Μέρη, τιτλοφορημένα ως ακολούθως: «Μια ζωή σαν φωτοβολίδα», «Η ποίηση και η φύση», «Η δημώδης γλώσσα και το δημοτικό τραγούδι», «Η πεζογραφία». Το πρώτο κείμενο του Πρώτου Μέρους, γραμμένο από τον Λέανδρο Βρανούση, φιλόλογο/ ιστορικό, Διευθυντή τού Κέντρου Έρευνας του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού τής Ακαδημίας Αθηνών και δημοσιευμένο αρχικά (1954) στην «Βασική Βιβλιοθήκη», αποτελεί ένα εκτενές και πλούσιο εργοβιογραφικό άρθρο, που εξετάζει συνολικά και, κατά το δυνατόν, διεξοδικά το αντικείμενό του. Από τις λοιπές σε αυτό το Μέρος, προσωπικές κυρίως, προσεγγίσεις, είτε σε πεζό είτε και σε στίχο (όπως τα ποιήματα των Χρήστου Χρηστοβασίλη και Κωστή Παλαμά), θα σταθούμε στην συγκινητική Ομιλία[6]τού, ομότεχνου, Βασίλη Γκουρογιάννη, η οποία δικαιολογεί τον τίτλο της, «Όταν το ποιητικό σώμα γίνεται αύρα», απευθυνόμενη, μάλιστα, στον θανόντα συγγραφέα, ως εξής: «Μάθε κυρίως για το λογοτεχνικό έργο σου ότι είναι έξω από τους προκρούστειους κανόνες των τεχνοκριτικών, είναι ελεύθερο από αισθητικούς κανόνες, έγινε αύρα, φυσάει και δροσίζει. Οι Ηπειρώτες, εγγράμματοι αλλά και απλοί άνθρωποι, κράτησαν την ποίησή σου σαν παλιό καλό σπόρο στις ψυχές τους, ανθίζει εκ νέου και καρπίζει. […] θέλουμε να ξέρεις ότι έδωσες στις νεότερες γενιές των Ηπειρωτών λογοτεχνών το θάρρος να προτάσσουν στο έργο τους την ψυχή τους και λιγότερο την τεχνική […] Δεν ξεχνιέσαι»[7].
Στο Δεύτερο Μέρος, ο αναγνώστης/ η αναγνώστρια έχουν την μεγάλη τύχη να μπορούν να διαβάσουν τρία εξαιρετικά, παλαιά και, ταυτόχρονα, τόσο φρέσκα, προικισμένα με την δροσιά τής ευφυΐας, άρθρα, γραμμένα (το πρώτο τον Ιούνιο του 1891 και τα άλλα δύο τον Μάρτιο του 1893) από την πλευρά τής μαχητικής και μετά παρρησίας υπεράσπισης του Κώστα Κρυστάλλη και, πιο συγκεκριμένα, από τους Μιχαήλ Μητσάκη, Βλάση Γαβριηλίδη και Μποέμ/ Δημήτριο Χατζόπουλο. Ειδικότερα τα δύο πρώτα περιέχουν φράσεις και χαρακτηρισμούς «ανθολογίας», όπως θα λέγαμε σήμερα, αναφερόμενα σε εκείνους που εκφράστηκαν αρνητικά για τον Συρρακιώτη ποιητή. Και μόνον για την εύκολη πρόσβαση που μας παρέχουν σε τέτοια λαμπρά κείμενα, οι συντελεστές τής έκδοσης αξίζουν αναμφισβήτητα τις θερμές ευχαριστίες μας.
Στο Τρίτο Μέρος δεσπόζει, βέβαια, το κείμενο «Το έργον τού Κρυστάλλη», τού Κωστή Παλαμά (δημοσιευμένο στον Τύπο τον Μάιο του 1894 σε τρεις συνέχειες), ο οποίος, θεωρώντας, όπως γράφει, ότι «ο τάφος τού ποιητού δεν είνε θρήνων τόπος, αλλά βωμός», συνθέτει μία ολοκληρωμένη κριτική αντιμετώπιση τόσο των πλεονεκτικών όσο και των μειονεκτικών σημείων τού εν λόγω καλλιτεχνικού έργου, με αποτέλεσμα αυτή η μελέτη να απαντά σε όλες τις εγειρόμενες ενστάσεις με νηφαλιότητα και, παράλληλα, να ανάγει τις δικές της θέσεις σε καθολικότερες έννοιες (αλλά και να εγγίζει, χάρη στην κριτική πείρα και την διορατικότητα του Κ. Παλαμά, θεωρητικές ορίζουσες πολύ μεταγενέστερες, όπως εκείνη τής πρόσληψης), εγκαθιδρύοντας με αυτόν τον τρόπο την επιχειρηματολογία της ως υποχρεωτικό πεδίο αναφοράς για κάθε μεταγενέστερο μελετητή. Από το ίδιο υπερασπιστικό όσο και νηφάλιο πνεύμα εκκινούν και τα άρθρα των Παύλου Νιρβάνα και Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, ενώ η κατακλείδα τού δεύτερου, όπου ο Κρυστάλλης χαρακτηρίζεται ως «ζηλευτός» για τη δύναμη που είχε ώστε «να μη γεμίσει τους στίχους του με γογγυσμούς από την τραγική ζωή του»[8] έρχεται να συναντήσει τον συνταρακτικά λιτό λυγμό τού αφιερωμένου στον Κώστα Κρυστάλλη ποιήματος (1946) της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, που ακολουθεί στις επόμενες σελίδες, παρατεθειμένο από τον εκδότη Ανδρέα Ρίζο.
Στο Τέταρτο Μέρος παρατίθεται πρώτο εκείνο το κείμενο που προκάλεσε, σε εμένα τουλάχιστον, την μεγαλύτερη κατάπληξη, αν όχι έναν γνήσιο θαυμασμό: πρόκειται για το άρθρο τού Γρηγορίου Ξενόπουλου (δημοσιευμένο στην εφημερίδα Το Άστυ, στις 30 Ιανουαρίου 1894) με τον τίτλο «Πεζογραφήματα», το οποίο, μετά την αξιοπρόσεκτη διατύπωση του χαρακτηρισμού τού ποιητή Κρυστάλλη ως «μιμητή αξιομίμητου» των πρωτογενών δημοτικών τραγουδιών, αναφέρεται στην έτερη πλευρά τού συγγραφέα, η οποία προεξαγγέλεται από τον τίτλο του, με έναν τόσο αφοπλιστικά ευθύ και μεθοδικό τρόπο (αναμενόμενο, άλλωστε, από έναν, παρ’ ολίγον, μαθηματικό), ώστε κερδίζει αμέσως την συμμετοχή των αναγνωστών/ αναγνωστριών, καθώς περνά από την δυσπιστία σε ό,τι αφορά τα «πεζογραφήματα των ποιητών» εν γένει, στην, εξαναγκαστικά στην αρχή, προσεκτικότερη και, μάλιστα, επανειλημμένη ανάγνωση των πρώτων, ανοίκειων (κυρίως λόγω τού γλωσσικού ιδιώματος), σελίδων των διηγήσεων του Κρυστάλλη, μέχρις ότου η επιφύλαξη (αν όχι η άρνηση) να μετατραπεί, χάρη στην εξοικείωση πια με το ιδιαίτερο ύφος τού πεζογράφου και την συνακόλουθη αναγνώριση των αρετών τής «φυσικής και γνήσιας», «βαθυτάτης» τέχνης[9] τής γραφής του, σε πλήρη αποδοχή και, τελικά, στα «αληθινά δάκρυα της καλλιτεχνικής συγκινήσεως», στον έπαινο.[10] Αυτή ήταν ίσως η πρώτη, αλλά όχι και η τελευταία φορά (δεν ξεχνάμε την παρουσίαση του Κ. Π. Καβάφη στο αθηναϊκό/ ελλαδικό κοινό με το εκτενέστατο άρθρο στο περιοδικό Παναθήναια στις 30 Νοεμβρίου 1903) που ο Γρηγόριος Ξενόπουλος εισηγείτο την (πολύ) θετική υποδοχή τού έργου (εδώ του πεζογραφικού) ενός συγγραφέα, το οποίο ήταν εν πολλοίς άγνωστο ή/ και υποτιμημένο. Παρόμοιες κινήσεις αποδεικνύουν, ασφαλώς, παράλληλα με τις αρετές τού κρινόμενου και τις αρετές τού κριτή.
Στο καταληκτήριο μελέτημα, που φέρει τον τίτλο «Η ουρανογείτων ταξιδιωτική πεζογραφία τού Κώστα Κρυστάλλη», ο Ευάγγελος Αυδίκος, κρατώντας ουσιαστικά το παραδοθέν πριν 128 χρόνια νήμα από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο (οι ενδιάμεσες σχετικές κριτικές αναφορές είναι ελάχιστες και επισημαίνονται επίσης από τον μελετητή), φωτίζει την, σκιασμένη από την ποίηση, «δευτερογενή ύπαρξη» των πεζών τού Κ. Κρυστάλλη, δίνοντας έτσι και μία επιπρόσθετη νοηματική απόχρωση στην «Επιστροφή» τού γενικού τίτλου τής έκδοσης και, στην πραγματικότητα, προτείνοντας την συνολική επαναξιολόγηση[11] της πεζογραφίας τού Συρρακιώτη δημιουργού. Πέρα από την λεπτομερή καταγραφή των πρώτων δημοσιεύσεων και των διαφορετικών, κατά καιρούς, ταξινομήσεων των πεζογραφημάτων τού Κώστα Κρυστάλλη, ο Ευάγγελος Αυδίκος προβαίνει σε τρεις εισηγητικές ενέργειες: α) εντάσσει στην κατηγορία «πεζογραφήματα» όλα τα πεζά (Διηγήματα, Ηπειρώτικες Αναμνήσεις, Κλέφτικες Ιστορίες και Λαογραφικά) του Κρυστάλλη, τεκμηριώνοντας (και θεωρητικά) την επιλογή του, β) δηλώνει, ως ειδήμων άλλωστε, διαφωνώντας με αντίστοιχους στερεοτυπικούς χαρακτηρισμούς, παλαιότερους και νεότερους, την πεποίθησή του ότι ο Κρυστάλλης δεν είχε «λαογραφική συνείδηση», καθώς αντιμετώπιζε τα δημοτικά τραγούδια, επί παραδείγματι, όχι ως υλικό προς συλλογή αλλά ως «μέρος του πολιτισμικού του κεφαλαίου» και γ) αποσπά (και παραθέτει) ένα μέρος από το ταξιδιωτικό ιστορικό πεζογράφημα του Κώστα Κρυστάλλη «Οι Βλάχοι τής Πίνδου» (και την Ενότητα «Μαλακάσι» εκεί) και, δίνοντάς του τον τίτλο «Η γάνωσις», το αναδεικνύει σε αυτόνομο διήγημα με αναμφισβήτητες ψυχογραφικές αρετές.
Από μιαν άλλη πλευρά, τώρα, η ψυχική/ πνευματική εγγύτητα του Ευάγγελου Αυδίκου με τον Κώστα Κρυστάλλη ήταν, θεωρώ, εκείνη που έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο ως κίνητρο, προκειμένου ο Συρρακιώτης δημιουργός να γίνει, με την σειρά του, αντικείμενο ψυχογράφησης (με έναν, όμως, διαφορετικό τρόπο) από τον νεότερο ομότεχνό του. Διότι ο Κώστας Κρυστάλλης ή, σωστότερα, η σκιά τού Κώστα Κρυστάλλη κινείται ανάμεσα (και, βέβαια, όχι μόνον) στις γραμμές τής συντριπτικής πλειοψηφίας των σελίδων τού πρόσφατου μυθιστορήματος του Ευάγγελου Αυδίκου, Οδός Οφθαλμιατρείου, το οποίο, ήδη από τον τίτλο, προδίδει το μυστικό του στους γνώστες τού βίου τού Κ. Κρυστάλλη (για όσους πάλι δεν γνωρίζουν υπάρχει το λαλίστατο Δελτίου Τύπου στο οπισθόφυλλο). Ο Ευάγγελος Αυδίκος, αν και με την ιδιότητα του λογοτέχνη αυτήν την φορά, προκειμένου να συνθέσει την πνευματική/ ψυχική φυσιογνωμία τού Συρρακιώτη συγγραφέα, εκμεταλλεύθηκε (με την καλύτερη έννοια αυτού του όρου) όλες τις επιστημονικές πηγές βιοεργογραφικού και βιβλιογραφικού υλικού που διαθέτει ως εμβριθής μελετητής τού έργου τού Κώστα Κρυστάλλη. Ενσωματώνει, έτσι, είτε στην τριτοπρόσωπη παντογνωστική αφήγηση είτε στην πρωτοπρόσωπη, που είναι μοιρασμένη, κυρίως, ανάμεσα, αφ’ ενός, στον κεντρικό εικοσιπεντάχρονο ήρωα Χρήστο Σούλτις ή αλλιώς (και διόλου τυχαία – ούτε το επώνυμο, άλλωστε, είναι τυχαίο) Κρυστ (με ύψιλον/ το οποίο, όμως, δεν διατηρείται πάντα – δυστυχώς, το βιβλίο δεν στάθηκε καθόλου τυχερό στην τυπογραφική του επιμέλεια) και, αφ’ ετέρου, στην σκιά τού θανόντα «τραγουδιστή» (σε αυτόν ανήκει και η φράση – τίτλος τού παρόντος άρθρου)[12], ένα πλήθος, άλλοτε ανώνυμων και άλλοτε σηματοδοτημένων, παραπομπών/ παραθεμάτων με τα οποία τον εφοδίασαν τόσο το έργο και ο βίος τού Κ. Κρυστάλλη, όσο και οι κριτικές και τα μελετήματα παλαιότερων και σύγχρονων ανθρώπων των Γραμμάτων για αυτόν. Αναπόφευκτα, βέβαια, ο Ευάγγελος Αυδίκος συναντά ανάμεσα στους τελευταίους και τον εαυτό του, με τον οποίο, επίσης, συνομιλεί, καθώς, επί παραδείγματι, εντός τού μυθιστορήματος αναπλάθει, μεταξύ πολλών άλλων (ακόμα και επιστολών τού Κ. Κρυστάλλη), και το «διήγημα» (με τον ψευδότιτλο «Η γάνωσις»), για το οποίο έγινε εδώ λόγος νωρίτερα. Εξάλλου, όπως προδιαγράφεται και από τα παραπάνω, η διακειμενική επαφή των δύο εδώ παρουσιαζόμενων βιβλίων είναι συνεχής και δεν περιορίζεται, φυσικά, στα γραφόμενα από τον ίδιο τον Ευάγγελο Αυδίκο, ο οποίος, πάντως, βρίσκει την ευκαιρία να διοχετεύσει, μέσω κάποιας από τις ποικίλες αφηγηματικές οδούς που έχει στην διάθεσή του ως μυθιστοριογράφος, προσωπικές του απόψεις και ερωτήματα· όπως: το γιατί δεν υπάρχουν δείγματα από το έργο τού Κ. Κρυστάλλη στα σχολικά βιβλία ή το ότι η σύγχρονη κριτική έχει καταχωνιάσει το έργο του στο βασίλειο της αδιαφορίας ή ακόμη το ότι ο Κρυστάλλης – ποιητής αδίκησε τον Κρυστάλλη – πεζογράφο.
Ως αφήγηση συνολικά, το Οδός Οφθαλμιατρείου έχει το χάρισμα της απρόσκοπτης σχεδόν ροής και προσφέρει την ευκαιρία τής μέθεξης, ενώ διαθέτει μετρημένο αλλά πολύ εύστοχο χιούμορ. Επειδή, όμως, πρόκειται, ταυτόχρονα, και για το βιβλίο ενός επιστήμονα – ερευνητή, δεν εκπλησσόμαστε από το γεγονός ότι το μυθοπλαστικό/ λογοτεχνικό συγκείμενο συνοδεύεται από δύο παρακειμενικά συμπληρώματα. Το πρώτο επιγράφεται «Σημειωματάριο» και περιλαμβάνει, εκτός από την εξήγηση ιδιωματικών λέξεων, μία σειρά από πρόσθετες πληροφορίες όπως και αποσαφηνίσεις ορισμένων προσδιορισμών, κωδικοποιημένων από τον ίδιο τον Ευάγγελο Αυδίκο. Το δεύτερο παρακειμενικό συμπλήρωμα επιγράφεται: «Το μυθιστόρημα συνομιλεί με τους:» και λειτουργεί ως υπόμνημα για την ταυτοδότηση των εμφανέστερων, προαναφερθέντων και εδώ νωρίτερα, διακειμενικών επαφών τού λογοτεχνικού συγκειμένου.
Τα δύο ανά χείρας βιβλία, ωστόσο, συνδέονται και με ένα άλλο (το βασικότερο, μάλλον, όλων) κοινό χαρακτηριστικό: εκκινούν από την αγάπη και τον σεβασμό των συμμετεχόντων για την προσωπικότητα και το έργο τού Συρρακιώτη Κώστα Κρυστάλλη, ο οποίος ήρθε ο καιρός να ξαναγαπηθεί από έναν στερημένο και γι’ αυτό διψασμένο για την δροσιά και την αλήθεια των στίχων του κόσμο.
Info:1) Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή.150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018),Επιμέλεια – Εισαγωγή: Ευάγγελος Αυδίκος,<Σειρά: Εξ Ηπείρου> Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα», 2018
2) Ευάγγελος Αυδίκος, Οδός Οφθαλμιατρείου,Βιβλιοπωλείον τής “Εστίας”, 2019
Σημειώσεις
[1] Οι χαρακτηρισμοί προέρχονται από το κείμενο του Παντελή Μπουκάλα, «Η «βουνίσια Μούσα» τού Κώστα Κρυστάλλη», στο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή. 150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018), Επιμέλεια – Εισαγωγή: Ευάγγελος Αυδίκος, <Σειρά: Εξ Ηπείρου> Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα», 2018, σσ. 173-182/ εδώ, σσ. 181, 178. Το εν λόγω κείμενο αποτέλεσε την Ομιλία τού Παντελή Μπουκάλα στην Ημερίδα «2018, έτος Κώστα Κρυστάλλη. 150 χρόνια από τη γέννησή του», η οποία έλαβε χώρα στο Συρράκο, στις 21 Ιουλίου 2018 και από την οποία προέρχονται και τα αντίστοιχα κείμενα των Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και Βασίλη Γκουρογιάννη. Σε υποσημείωση των «Εισαγωγικών Σχολίων» του (ό.π., σ. 14) ο Ευάγγελος Αυδίκος αναφέρει και τις τρεις εκδηλώσεις που είχαν τότε (2 Αυγούστου 2018) ήδη γίνει ή προγραμματιστεί για το 2018.
[2] Βλ. στο μελέτημα του Ευάγγελου Αυδίκου, «Η ουρανογείτων ταξιδιωτική πεζογραφία τού Κώστα Κρυστάλλη», στο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή, ό.π., σσ. 199-242/ εδώ, σ. 215.
[3] Βλ. σχετικά στην μελέτη τού Ευάγγελου Αυδίκου, «Πολιτισμικός δυϊσμός στο έργο τού Κρυστάλλη: Ο κάμπος και το βουνό», ό.π., σσ. 101-112/ εδώ, σ. 101.
[4] Για τα προηγηθέντα, βλ. στο Κωστή Παλαμά, «Το έργον τού Κρυστάλλη», ό.π., σσ. 121-146/ εδώ, σ. 146.
[5] Βλ. στο Λίνου Πολίτη, Ιστορία τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, 41985, σσ. 219-221.
[6] Βλ. σχετικά στην Σημ. 1 εδώ.
[7] Βλ. στο Βασίλη Γκουρογιάννη, «Όταν το ποιητικό σώμα γίνεται αύρα», στο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή, ό.π., σσ. 61-64/ εδώ, σ. 63.
[8] Βλ. στο Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, «Κώστας Κρυστάλλης», ό.π., σσ. 153-168/ εδώ, σσ. 167-168.
[9] Βλ. στο μελέτημα του Ευάγγελου Αυδίκου, «Η ουρανογείτων ταξιδιωτική πεζογραφία τού Κώστα Κρυστάλλη», ό.π., σ. 210, όπου ο μελετητής αντλεί από ένα κατά δύο χρόνια μεταγενέστερο άρθρο τού Γρηγορίου Ξενόπουλου για τον διηγηματογράφο Κώστα Κρυστάλλη.
[10] Για τα προηγηθέντα, βλ. στο Γρ. Ξενόπουλου, «Πεζογραφήματα», στο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή, ό.π., σσ. 185-191.
[11] Βλ. στο «Η ουρανογείτων ταξιδιωτική πεζογραφία τού Κώστα Κρυστάλλη», ό.π., σ. 237.
[12] Βλ. στο Ευάγγελος Αυδίκος, Οδός Οφθαλμιατρείου, Βιβλιοπωλείον τής “Εστίας”, 2019, σ. 45.



(*)H Σταυρούλα Γ. Τσούπρου είναι Καθηγήτρια – Σύμβουλος στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου