Google+ Badge

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Βιστωνίτης, Α, Μίλενα Γέσενκα: Με τους χτύπους της καρδιάς της, το βημα, 21.2.16


Τη γνωρίσαμε από τα γράμματα του Κάφκα. Για τον μεγάλο συγγραφέα ήταν η «ζωηρή φωτιά». Η ηρωίδα μιας «ανάξιας εποχής» όπως την παρουσιάζει η Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόιμαν, μέσα από την κοινή ζωή τους στο στρατόπεδο του Ράβενσμπουργκ, μεταξύ 1940 και 1945. Και ταυτόχρονα όψεις ενός τεράστιου εγκλήματος
Μίλενα Γέσενκα: Με τους χτύπους της καρδιάς της
  

Μαργκαρέτε Μποϋμπερ-Νόυμαν
Μίλενα από την Πράγα
Μετάφραση Τούλα Σιετή.
Επιμέλεια - επίμετρο Αδριανή Δημακοπούλου.
Θεώρηση κειμένων Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη.
Εκδόσεις Κίχλη και Τα πράγματα, 2015,
σελ. 516, τιμή 20 ευρώ

«Στις 21 Οκτωβρίου 1940 έλαβα το πρώτο γράμμα από τη Μίλενα, ένα σημείωμα που μου βάλανε στο χέρι κρυφά στη Λάγκερστρασε. Γνωριζόμασταν μόλις λίγες μέρες. Αλλά τι σημασία έχουν οι μέρες όταν ο χρόνος δεν μοιράζεται πια σε ώρες και σε λεπτά αλλά μετριέται με τους χτύπους της καρδιάς».

Ετσι αρχίζει το χρονικό της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόιμαν, όπου περιγράφει τη ζωή στο ναζιστικό στρατόπεδο του Ράβενσμπουργκ από το 1940 ως το 1945 και τη φιλία της με τη Μίλενα Γέσενσκα, που τη γνωρίζουμε κυρίως από τα γράμματα του Κάφκα, με τον οποίο είχε μια ρομαντική σχέση. «Ζωηρή φωτιά» την είχε αποκαλέσει ο Κάφκα σε επιστολή του στον Μαξ Μπροντ. Αλλά τα γράμματα που της είχε στείλει, όπως αντίστοιχα και εκείνα στη Φελίτσε, είναι στην ουσία διάλογος του Κάφκα με τον εαυτό του, όπως παρατηρεί ο Ελίας Κανέτι.

Η Μίλενα, η πρώτη που μετέφρασε έργα του Κάφκα από τα γερμανικά στα τσεχικά, είχε μια προσωπικότητα πολύ εντονότερη εκείνης που μας παραδόθηκε από τον συγγραφέα τηςΔίκης. Το αγωνιστικό της φρόνημα, η δίψα της για ζωή και η συντροφικότητά της αναδεικνύονται από την Μπούμπερ-Νόιμαν με αναμφισβήτητη αμεσότητα. Και με την ίδια αμεσότητα η συγγραφέας περιγράφει τη ζωή στο κολαστήριο του Ράβενσμπουργκ: τη βαρβαρότητα και τη χυδαιότητα της ζωής σε ένα στρατόπεδο εργασίας που μετατράπηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, την απάνθρωπη - αλλά όχι πάντοτε - συμπεριφορά του προσωπικού και τα μαρτύρια των κρατουμένων που όμως δεν τις αγιοποιεί.

Παράλληλες ιστορίες
Η Μίλενα, που είχε περάσει από το κομμουνιστικό κόμμα της χώρας της και διαγράφηκε το 1937, είχε να αντιμετωπίσει πολλές αντιπάθειες από τις κρατούμενες. Οι Τσέχες την έβλεπαν με καχυποψία γιατί είχε καλές σχέσεις με τις Γερμανίδες. Οι Γερμανίδες γιατί ήταν Τσέχα. Οι κομμουνίστριες επειδή είχε καταγγείλει το σοβιετικό καθεστώς. Και οι καθολικές γιατί δεν ήταν πιστή καθολική. Παρά ταύτα εκείνη η «ζωηρή φωτιά» κατάφερνε να τους ενισχύει το ηθικό και την πίστη στη ζωή και να τις βοηθά να επιβιώσουν.

Η Μίλενα ήταν μια γυναίκα με απίστευτο θάρρος. Και στη ζωή της και στα δημοσιογραφικά της κείμενα. Παρέμεινε στην κατεχόμενη Πράγα όταν οι φίλοι της την προέτρεπαν να φύγει συνεχίζοντας να δημοσιογραφεί εναντίον των κατακτητών, στην αρχή σε νόμιμα και κατόπιν σε παράνομα έντυπα. Συνελήφθη στο τέλος του 1939 και στάλθηκε στο Ράβενσμπουργκ.

Η ιστορία της Μπούμπερ-Νόιμαν ήταν διαφορετική. Μαζί με τον σύζυγό της Χάιντς Νόιμαν, υψηλόβαθμο στέλεχος (δεύτερο τη τάξει) του κομμουνιστικού κόμματος Γερμανίας, κατέφυγαν στη Σοβιετική Ενωση το 1933, με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία.

Τον Απρίλιο του 1937 ο Νόιμαν συλλαμβάνεται κατηγορούμενος για φραξιονισμό και σύντομα εκτελείται. Αργότερα συλλαμβάνεται και η ίδια, και το 1939 εκτοπίζεται και μεταφέρεται στο στρατόπεδο της Καραγκάντα. Το 1940 (έχει προηγηθεί την προηγούμενη χρονιά το σύμφωνο Μόλοτοφ-Ρίμπεντροπ) οι Σοβιετικοί την παραδίδουν στους Γερμανούς που τη μεταφέρουν στο Ράβενσμπουργκ, όπου συνδέεται με τη Μίλενα με βαθιά φιλία.

Καθρέφτης της εποχής
Η Μπούμπερ-Νόιμαν προτάσσει σε κάθε κεφάλαιο και ένα μικρό απόσπασμα από επιστολές του Κάφκα είτε προς τη Μίλενα είτε προς άλλους. Αρκετές παραπομπές στον Κάφκα υπάρχουν επίσης στο κυρίως κείμενο. Η επιμελήτρια Αδριανή Δημακοπούλου φρόντισε να εφοδιάσει το βιβλίο με τις αναγκαίες, για τον έλληνα αναγνώστη, υποσημειώσεις, όπως και με τα βιογραφικά σημειώματα προσώπων που ο ρόλος τους ήταν σημαντικός εκείνη την εποχή αλλά αρκετά από αυτά έχουν ξεχαστεί σήμερα. Το χρονικό, έτσι, αποκτά πληρότητα και λειτουργεί ως καθρέφτης της εποχής. Αλλά και τούτα δεν θα επαρκούσαν αν δεν συνοδεύονταν από το εκτενές δοκίμιό της «Ερως φιλότητος», ένα κείμενο εξαίρετο και διεισδυτικό που περιέχει πλήθος σημαντικών πληροφοριών για τις δύο «πρωταγωνίστριες» του χρονικού, οι οποίες είχαν αποφασίσει πως αν επιζούσαν θα έγραφαν ένα βιβλίο για το Ράβενσμπουργκ από κοινού. Ο τίτλος του δοκιμίου παραπέμπει στον ερωτισμό που υπήρχε στη σχέση Μίλενα - Μαργκαρέτε, ο οποίος δεν συνεπάγεται φυσικά ότι η σχέση είχε και σεξουαλικό χαρακτήρα, αν και η Μπούμπερ-Νόιμαν αναφέρεται αρκετά στις ομοερωτικές σχέσεις κάποιων από τις κρατούμενες στο Ράβενσμπουργκ.

Η ζωή και το έργο της Μίλενα στην Τσεχοσλοβακία παρέμειναν θέματα απαγορευμένα ως την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Αλλά και πολλά περιστατικά από τον βίο της ακόμη και στη Δύση παρέμεναν άγνωστα, όπως λ.χ. η ερωτική της ζωή. (Η Μίλενα είχε αρκετούς εραστές, ορισμένοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι ανάμεσά τους υπήρχαν και γυναίκες.)  

Η Μίλενα πέθανε στο στρατόπεδο το 1945 από νεφρική ανεπάρκεια. Το βιβλίο θα το έγραφε η φίλη της, στην οποία λίγο προτού πεθάνει είπε: «Ξέρω πως εσύ τουλάχιστον δεν θα με ξεχάσεις. Θα πεις στον κόσμο ποια ήμουν, θα είσαι ο επιεικής κριτής μου».

Η Μπούμπερ-Νόιμαν έζησε ως το 1989. Ηταν η πρώτη, μαζί με τον Βικτόρ Σερζ, που έγραψε εκτενώς για τα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αλλά συμμετείχε ενεργά και σε κινήσεις που αποσκοπούσαν στην καταγγελία του σοβιετικού ολοκληρωτισμού. Ετσι, το 1950 συμμετείχε στο λεγόμενο Συνέδριο για την πολιτισμική ελευθερία, το οποίο για μεγάλο διάστημα ήταν από τους πλέον πολυδάπανους διεθνείς πολιτιστικούς οργανισμούς. Ωσπου το 1966 οι New York Times αποκάλυψαν πως τις εκδηλώσεις του τις χρηματοδοτούσε μέσω ιδρυμάτων-βιτρίνας η CIA.

Το βιβλίο της Μπούμπερ-Νόιμαν για τη Μίλενα εξεδόθη το 1963 στα γερμανικά και τρία χρόνια αργότερα στα αγγλικά με πρόλογο του Αρθουρ Κέσλερ. Εκτοτε επανεκδίδεται συνεχώς. Από λογοτεχνικής πλευράς δεν μπορεί να συγκριθεί βεβαίως με τα αντίστοιχα βιβλία του Πρίμο Λέβι ή του Χόρχε Σεμπρούν, αλλά παραμένει ένα σημαντικό - και πολύ συγκινητικό - χρονικό που φωτίζει αρκετές πλευρές ενός τεράστιου εγκλήματος και μιας ανάξιας εποχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου