Google+ Badge

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Ποίηση και Πολεμική-Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα » Α.Βογιατζόγλου Εκδόσεις Κίχλη Δεκέμβριος 2015 σελ.495 (Η έκδοση επιχορηγήθηκε από την Περιφέρεια Ηπείρου και τον Μ/Φ Σύλλογο «Σκουφάς»)

Η Ήπειρος είναι και ήταν φτωχός τόπος .Δύσκολες οι συνθήκες ζωής. Μίζερο το μεροκάματο και δεν έφτανε τα παλιά χρόνια να χορτάσουν τόσα στόματα τη φαμίλια. Οι δύσκολες συνθήκες ζωής ενεργοποιούν όμως τον άνθρωπο. Ό,τι δε  μας δίνεται εύκολα μας αναγκάζει να ψάξουμε, να επινοήσουμε, να ανακαλύψουμε, να εφεύρουμε. Έτσι στα πλοκάμια της σκέψης καταλαγιάζει η επινοητική λειτουργία. Το πνεύμα γίνεται πιο γόνιμο. Ευκαιρίες θέλει. Κι αυτές , αν δεν τις βρίσκει στην Ήπειρο, οπότε δρασκελίζει τα διάσελα, πηγαίνει σε άλλα μέρη, γκιζεράει σε άλλες πολιτείες, σε άλλους κόσμους. Στον ορεινό όγκο της Πίνδου το μάτι αγνάντευε μακριά και το πνεύμα αφηνόταν λεύτερο να συλλάβει, να ελέγξει, να παράγει έργο. Εκεί πάνω στα σκληροτράχηλα βουνά μας, στα Τζουμέρκα ,ο νους διαφεντεύει , δεν διαφεντεύεται. Η Ήπειρος  για καιρούς πολλούς έκανε εξαγωγή …φτώχιας και πνεύματος. Ένα  φτωχό αλλά φωτισμένο τέκνο της Ηπείρου ήταν και ο Γιώργος Κοτζιούλας.
« Αν έχετε ακουστά για κάποιον ποιητή/πόχει απ ΄τ’ απόμακρα Τζουμέρκα φανιστεί,/Γιώργο τον βάφτισαν , του Κωσταντή Κοτζιούλα,/γεννήθηκε, κοντά στις δάφνες, στην Τζουμούλα/για αυτόν που αθάρρευτος , σαν όλοι απ΄ τα βουνά, μπήκε στην πολιτεία με τα πολλά στενά/και μοσκοτρώγοντας καρβέλι αντίς μπομπότα/παιδεύτηκε πολύ για γράμματα, για φώτα,/νυχτοδουλεύοντας χρόνια μισοτιμής,/πρόθυμος για δουλειές , στο πάρσιμο ατζαμής,/αλλά και βαρετός κοντεύοντας να γίνει/με την αδύναμη κείνη ντροπαλωσύνη,/κι έτσι που δείχνονταν μη βλέποντας καλό,/τον άκακον αφού τον παίρνουν για λωλό,/σαν είδε κι έπαθε χωρίς να διαφορέψει/ (μόνο που τα μαλλιά του πέσαν απ’ τη σκέψη),/στα τριάντα τόσα του γύρισε στο χωριό/για λάχανα της γης βελάνια των κλαριών/και από το φόβο του ξεβγήκε καπετάνος,/αυτός ο από καιρό μισοάρωστος γραφιάνος….»
 Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956), ο πολυδιαβασμένος και πολύγλωσσος  ποιητής της ευάνδρου Ηπείρου. Ο Ηπειρώτης Γιώργος Κοτζιούλας, ο μεγάλος αδικημένος των γραμμάτων μας. Το έργο του είχε περιθωριοποιηθεί και μεγάλο μέρος του, ακόμα και σήμερα, παραμένει ανέκδοτο. Η περιθωριοποίησή του οφειλόταν στο ότι ήταν παραδοσιακός ποιητής, επαρχιώτης , φτωχός και αριστερός. Ο Γιώργος Κοτζιούλας  αντιστασιακός , αγωνιστής , αριστερός, παραδοσιακός  ποιητής της προπολεμικής και μεταπολεμικής εποχής. Ένας σημαντικός λαϊκός ποιητής και πεζογράφος, ένας ευαίσθητος κριτικός , χαλκέντερος μεταφραστής και ένας ακέραιου ήθους αριστερός στοχαστής. Ένας από τους πιο προικισμένους Έλληνες ποιητές, που έγραψε το απαράμιλλης ειλικρίνειας έργο του, με το αίμα του. Ο ποιητής ο ζυμωμένος με τη φύση των Τζουμέρκων και της Πεντέλης , ο μαρτυρικός κάτοικος της Αθήνας, ο ηρωικός αντάρτης του βουνού, που αγωνίστηκε για τα δίκαια του λαού και τη διατήρηση των ηπειρωτικών παραδόσεων.  Αμετακίνητα πιστός στον Άρη Βελουχιώτη. Η περίπτωση του Γ.Κοτζιούλα  παραπέμπει στο φαινόμενο, καπεταναίοι κι οπλαρχηγοί της επανάστασης του 1821, να έχουν μαζί τους τους «ραψωδούς» τους.
 Ο Γιώργος Κοτζιούλας ήταν ένας αυτοεξόριστος στην πρωτεύουσα προλετάριος του πνεύματος. Η ποίηση υπήρξε το όπλο και η άμυνά του σε όλη τη διάρκεια του αντίξοου βίου του. Η Ποίησή του ήταν αντιστασιακή, λυρική,  πικρή, ερωτική, αστική , φυσιολατρική, αυτοβιογραφική, ηθογραφική  και οξύτατα καταγγελτική .
Ο Γιώργος Κοτζιούλας γεννήθηκε το 1909 στην Πλατανούσα των Τζουμέρκων και έτυχε να έχει δάσκαλο τον φωτισμένο ποιητή και ζωγράφο Γιώργο Αράπη. Δεκατριών ετών το 1922, φοίτησε στο Γυμνάσιο Άρτας. Πνευματικό κέντρο για τους νεαρούς σπουδαστές στην Άρτα τότε , ήταν το πρακτορείο εφημερίδων, που τους έφερε σε επαφή με το πρώτο περιοδικό ποικίλης ύλης του Μεσοπολέμου ,το διάσημο «Μπουκέτο». Στα 17 του χρόνια , λίγες ημέρες μετά την πτώση της Δικτατορίας του Πάγκαλου στις 22 Αυγούστου 1926, ο Κοτζιούλας βρέθηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει . Μένει σε παράγκες και η υγεία του κλονίζεται(ήταν φυματικός από το 1934) .Έζησε μια ζωή γεμάτη κακουχίες και στερήσεις. Λόγω της φτώχιας, της πείνας, της φυματίωσης  και τις ταλαιπωρίας, το πτυχίο της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, το πήρε μετά από 11 χρόνια, το 1938. Συμμετείχε στη λογοτεχνική ζωή του Μεσοπολέμου. Σύχναζε «στα ιερά Πάνδημης Φιλολογίας», δηλαδή στο απάνω και κάτω «Μπάγκειο», όπου εισχωρεί στους λογοτεχνικούς  κύκλους της Αθήνας.    Ο ποιητής βρέθηκε στο προσκήνιο της λογοτεχνικής ζωής της Αθήνας μόνο τη δεκαετία το ‘ 30 .Την δεκαετία του ‘ 40 τον ποιητή ρούφηξε η δίνη της ιστορίας : απομακρύνθηκε για τέσσερα χρόνια από την πρωτεύουσα και συμμετείχε στο αντάρτικο πλάι στον Βελουχιώτη .Από το 1944 έως το 1948,  είχε μια πενταετή εκρηκτική παραγωγικότητα στην ποίηση, στην πεζογραφία, στην κριτική και αρθρογραφία.  Την ίδια εποχή αφιερώνει αρκετά ποιήματα στην Εμορφία Κηπουρού (αδελφή του Κώστα Κηπουρού του καπετάν Μετσοβίτη) με την οποία παντρεύτηκε το 1950 στη Νέα Σμύρνη. Η ζωή του ήταν γεμάτη αντιξοότητες , μετακινήσεις , κινδύνους, φτώχια, προβλήματα υγείας . Ήταν απρόθυμος να βολευτεί σε κάποιο επάγγελμα και είχε ασυμβίβαστο κριτικό ήθος. Η προσχώρηση του Κοτζιούλα στο αντάρτικο, το 1943, και τα όσα έζησε μέχρι τον αφοπλισμό, τον Ιανουάριο του 1945, υπήρξαν η κορυφαία εμπειρία της ζωής του. Δημιούργησε το Θέατρο του βουνού. Το πρώτο του μονόπρακτο ήταν το «Το καινούργιο Εικοσιένα»  και παίχτηκε στο Βουλγαρέλι. Ο περιοδεύων θίασος που πήρε το όνομα «Λαϊκή σκηνή», ανήκε στην 8η μεραρχία και  πέρασε τη διετία 1943-44,από τριάντα χωριά των Τζουμέρκων και έκανε πάρα πολλές παραστάσεις. Άλλα θεατρικά του έργα είναι : «Ο ακατάδεχτος»,  «Το πρόστιμο του δασικού», «Ξύπνα ραγιά!», «Ο αστυνόμος» , «Ρημαγμός» , «Ηπειρώτισσες» «Ο Σταχτιάρης» κ.α. Αντάρτες Ηθοποιοί ήταν : Γιώργος Παπαδόπουλος («Μπισκοτέν»), Βασίλης Ντέτσικας, Δέσποινα Ντέτσικα, Ι.Λαμπράκης,Α.Λαμπράκης,Π. Αλέτρας,Δ.Παπανικολάου,Νίκος Καραβασίλης, Ηλέκτρα Ζαχαρή, Β.Αναγνωστοπούλου, Δ.Παπανικολάου,Γιάννης Γεωργοκώστας ,Νίκος Μ.Δημητριάδης («Πρωτεργάτης»-ηθοποιός-σκηνικά-κιθαρωδός),Γρηγόρης Βαφιάς, Αγνή Κομπορόζου (Πρωταγωνίστρια), Χρ.Ζώης(«Ροβεσπιέρος»),Δήμος Γούλας (Υποβολέας). Σε μερικές παραστάσεις παίζανε και πολίτες.

«Όταν , έγινε η παράσταση  , πάλι με χιόνι, με άθλιο καιρό, σε ένα ακατοίκητο σπίτι σαν αχερώνα, σα χάνι, έπειτα από το καθεαυτού έργο παίχτηκε και το δικό μου «Το καινούργιο εικοσιένα». Νόμιζα πώς οι θεατές , στριμωγμένοι σε κάτι παλιοσάνιδα, άλλοι καθιστοί, άλλοι όρθιοι, ανάμεσα σε τσιγάρα και λάμπες που κάπνιζαν, νόμιζα πώς δε θα χαν υπομονή να καθίσουν όλοι ως το τέλος. Η πρόχειρη εκείνη σκηνή μου τους είχε κινήσει την προσοχή, με τη γλώσσα, το τοπικό χρώμα., κι εγώ δεν ξέρω με τι. Απάνω σ’ αυτό ακούω μια φωνή, πολλές φωνές:
 -Το συγγραφέα!...Το συγγραφέα!..
Ποιος δαίμονας τους είχε σφυρίξει αυτήν τη λέξη στ’ αυτί ; Πού ήξεραν αυτοί οι ορεσίβιοι από πρεμιέρες θεάτρων!!»

Ο συμπατριώτης μας Γιώργος Κοτζιούλας ,που αν και βιολογικά θα μπορούσε να ενταχθεί στη γενιά του ’30 , ιδεολογικά και αισθητικά διαφοροποιείται από αυτήν , καθώς μένει πιστός στις αισθητικές αξίες που διαμορφώθηκαν από τη γενιά του ’20. Οι ποικίλες ποιητικές του επιδράσεις που δέχτηκε από τον Χάινε, τον Βερλαίν, τον Πόε, τον Γιεσένιν , ως τον Βάρναλη, τον Κρυστάλλη, τον Καρυωτάκη, τον Γρυπάρη, τον Άγρα,  τον Καβάφη, τον Φιλύρα , συγχωνεύονται και αφομοιώνονται σε μια ποίηση έντονα προσωπική. Οι δε πεζογραφικές επιδράσεις του ήταν από τον Ουγκώ, Χάμσουν, Ντοστογιέφσκι, Γκόρκι, Πιραντέλο, Μπούνιν, Λώρενς,Ντίκενς,Ρίλκε, Απολλιναίρ, Ζιντ κ.α. Δέχτηκε επιδράσεις και από το δημοτικό τραγούδι. Τρεις είναι παράγοντες στους οποίους ο Κοτζιούλας αποδίδει την ώθησή του προς την ποιητική δημιουργία:  η κληρονομικότητα (ο παππούς τραγουδιστής, ο πατέρας χαρισματικός αφηγητής), ο «χωριάτικός πολιτισμός»(πανηγύρια, τραγούδια της Αποκριάς, παιδικά τραγούδια) και η ψυχοσύνθεσή του («Ήμουν αντελικάτο παιδί, λίγο μυγιάγγιχτο από τότε, το κλίμα μου ήταν η ευπάθεια»).
Υπηρέτησε την ποίηση, την πεζογραφία, το θέατρο (θέατρο στα βουνά-αντιστασιακά μονόπρακτα), την αυτοβιογραφία, τη λαογραφική μελέτη , τα οδοιπορικά , τον κριτικό δοκιμιακό λόγο και έγραψε και δυο μοιρολόγια. Ανέδειξε με ρεαλισμό τις ιδιαιτερότητες και τις ομορφιές της ζωής της υπαίθρου, τις παθογένειες των κατοίκων της επαρχίας και του χωριού και τα βάσανα της βιοπάλης, τον σταδιακό μετασχηματισμό της επαρχιακής Ελλάδας, τη μετάβαση από το χωριό στην Αθήνα και τις ανυπέρβλητες δυσκολίες προσαρμογής στο άστυ, διεκδίκησε τη διατήρηση, στον λόγο της λογοτεχνίας, της τοπικής ιδιαιτερότητας( και πρωτίστως των γλωσσικών ιδιωμάτων) και αποτύπωσε τη νοσταλγία του ξενιτεμένου από τον γενέθλιο τόπο και ενίοτε εξιδανίκευσε έναν οριστικά χαμένο ειδυλλιακό χρονότοπο. Μετά τον Εμφύλιο φτάνει στο απόγειο της ποιητικής του ωρίμανσης .Σε ορισμένα από τα ποιήματα αυτά έδωσε τον καλύτερο εαυτό του, όπως και όταν έγραφε , λίγα χρόνια νωρίτερα , για τους νεκρούς , τους εξόριστους και τους φυλακισμένους οπλαρχηγούς της Αντίστασης και τους παροπλισμένους Μαυροσκούφηδες. Αυτός ο ανυποχώρητος ιδεολόγος , ο σκληρός μαχητής στα πεδία της λογοτεχνίας και της πολιτικής έγραψε τους ισχυρότερους στίχους του ( αλλά και τα καλύτερα κριτικά κείμενά του) υμνώντας όσους χάθηκαν, πενθώντας για όσα χάθηκαν…
Ο κριτικός Κοτζιούλας χαρακτηρίζεται από εγρήγορση φιλολογική συνείδηση, ασκημένο βλέμμα στα λογοτεχνικά κείμενα και υφολογική ζωντάνια. Η γλώσσα του Κοτζιούλα στα ποιήματα , είναι η απλή, αψεγάδιαστη δημοτική της εποχής του, μπολιασμένη με πολλές ηπειρώτικες λέξεις. Στα πεζά του το ιδιωματικό στοιχείο είναι ακόμη εντονότερο, ίσως επειδή τα περισσότερα είναι βιογραφικά και εκτυλίσσονται στην Ήπειρο. Ο Κοτζιούλας ήξερε άριστα τη γραμματική , το συντακτικό και την ορθογραφία της ελληνικής γλώσσας, της αρχαίας , της καθαρεύουσας  και της δημοτικής . Ήταν ένας πολύγλωσσος , παθιασμένος μεταφραστής της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ένας δεινός φιλόλογος. Η μεταφραστική του δραστηριότητα δεν ήταν πάρεργο αλλά βασική πηγή βιοπορισμού και ταυτόχρονα μια από τις προσφιλέστερες ενασχολήσεις του .Γνώριζε Αγγλικά, Γαλλικά ( τα έμαθε στο Γυμνάσιο της Άρτας) και Ρωσικά. Πέθανε το 1956 σε ηλικία 47 ετών.
Οι πολιτισμικές καταβολές του Κοτζιούλα , η ιδιοσυγκρασιακή προσήλωσή του στις παραδοσιακές μορφές, ο ενισχυμένος από τη στιβαρή κλασική παιδεία ορθολογισμός του, το αριστερής καταγωγής αίτημά του για μια τέχνη κατανοητή από τους πολλούς τον έθεταν στον αντίποδα του μοντερνισμού και τον έκαναν να είναι εναντίον εκείνου που θεωρούσε ως κυριαρχία του αστικού κόσμου στο πεδίο της τέχνης. Μένει πάντα πιστός στους «παρακμιακούς» Καρυωτάκη και Καβάφη. Λογοτέχνες που σχετίστηκαν με τον Γ.Κοτζιούλα ήταν :  ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο Μάρκος Αυγέρης, η Λιλίκα Νάκου, ο Βασίλης Ρώτας, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Κώστας Βάρναλης, ο Κωστής  Μπαστιάς, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Καββαδίας, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Μήτσος Παπανικολάου,  ο Σταύρος Τσακίρης, η Έλλη Αλεξίου , ο Στρατής Μυριβήλης, ο Αριστομένης Προβελέγγιος, ο Νίκος Εγγονόπουλος , ο Θράσος Καστανάκης, ο Γιώργος Κατσίμαπλης, ο Χαρίλαος Παπαντωνίου, ο αρχιτέκτονας            Πάνος Τζελέπης κ.α. Ανήκε και στον κύκλο των πιστών της Πολυδούρη , όταν η ποιήτρια νοσηλευόταν ετοιμοθάνατη στο σανατόριο «Σωτηρία».
«Τζουμέρκα –Αθήνα , αυτή ήταν όλη/που χάραξα , όλη μου η γραμμή./Κίνησα απέκει μ’ ένα τσόλι,/μου’ λειψε εδώ και το ψωμί…».
«Μεγάλωσα μέσα στις δάφνες (..) ήταν απ’ το γνήσιο είδος-«δάφνη η απολλωνία»(…).Τότε που ήμουν άγουρος βοσκός μασούσα και δαφνόφυλλα, μην έχοντας τι άλλο να κάνω εκεί στην ερημιά μου(…).Δεν ήξερα ακόμα πώς το ίδιο έκανε πριν από αιώνες κι η Πυθία στο μουσείο των Δελφών….».
«Οι στίχοι γράφονται με ταραχή,/δεν είναι παίξε γέλασε η ψυχή./Μια σκέψη για να πιάσεις ή μια λέξη,/μπορείς να καρτερείς όσο να φέξει…. Στο ποίημα θα ‘ ναι η ίδια σου η καρδιά/που θα ξοφλά πρωτότυπα το κρίμα/δεμένη σαν κατάδικη στη ρίμα…».
Τα «Ηπειρωτικά» είναι μια συλλογή που περιέχει ορισμένα από τα ισχυρότερα ποιήματά του.  Άλλες ποιητικές  συλλογές και ποιήματά του είναι : «Δεύτερη ζωή », «Γρίφος», «Σιγανή φωτιά», «Εφήμερα», «Τσουράπια από τη μάνα μου», «Φεγγάρι» «Κομμάτι εξοχής», «Ο Άρης», «Δειλός εγώ ; »,  «Φυγή στη φύση»(η ποίηση της ήττας του Κοτζιούλα), «Στου γέρου μας το ξόδι», «Ο πεθαμός του Καταχνιά» , «Μονάχα», «Είνορα» (ποίημα για τους μαυροσκούφηδες), «Τσάρλι Τσάπλιν», «Ελληνόπουλα», «Καραϊσκάκηδες», σονέτο «Οι πρώτοι του αγώνα», αφηγήματα διάπλασης: «Από μικρός στα γράμματα», «Παλιά μου τέχνη», αφηγήματα  «Όταν ήμουν με τον Άρη», «Ιστορία ενός θιάσου», το αυτοβιογραφικό αφήγημα «Πικρή ζωή» , η συλλογή διηγημάτων «Το κακό συναπάντημα  κι άλλα διηγήματα» κ.α.
Έκανε  κριτική  ,διόρθωση , διασκευή, μετάφραση στα περιοδικά : Ελληνικά Γράμματα, Ελεύθερα  Γράμματα, Ρυθμός, Νέα Εστία, Νεοελληνικά Γράμματα, Μπουκέτο, Νέος Νουμάς, Νέοι σταθμοί, Ρομάντζο, ηπειρωτικό περιοδικό Ελλοπία και στις εφημερίδες :  Ηπειρωτική Ηχώ, Δημοκρατία, Μακεδονικές Ημέρες,  Ρίζος της Δευτέρας, Ριζοσπάστης κ.α.
Μετάφρασε : τους Αθλίους, τις Μεγάλες προσδοκίες, την Παναγία των Παρισίων, τον Μπεν –Χουρ , τους Τρεις σωματοφύλακες, τα Πανεπιστήμιά μου, τις  Γυναίκες στον έρωτα, την  Μαρία Στιούαρτ, τα Δύσκολα χρόνια, κ.α.
Το 1954 έχουμε ανθολόγηση της ποίησης του Κοτζιούλα στην τρίτομη ποιητική ανθολογία του Αρτινού Μιχάλη Περάνθη. Να αναφέρουμε ότι ο πρώτος τόμος των Απάντων του Κοτζιούλα , εκδόθηκε το 1956 χάρη στη χορηγία του συντοπίτη, φίλου του ποιητή και βουλευτή , τότε, της κεντρώας παράταξης στον Νομό Άρτας Πέτρου Γαρουφαλιά.
 «Σέρνονταν με τη βαρυγκόμια στην ψυχή, με το μαράζι(…)ώσπου απ’ τις άδειες το υπουργείο τον πέταξε στην μπάντα, μεσοκομμένον, με κομμένη σύνταξη, μισή, να μασουλάει ένα ξερό κομμάτι σαν σκυλί και να βλογάει, ευκές να δίνει στο δημόσιο. Πάει ο καφές, πάει και το λάδι, ως να του κατέβει το φαρμάκι το φαϊ; Δεν υποφέρνεται άλλο, θα τραβήξει θαρετός εκεί που’ ν’ αρτυμή νηστίσιμη, στον κάμπο, θα κουβαλήσει τα παλιά του σύνεργα, πολέμαρχος, που ζώνεται ξανά στα γερατιά του άρματα νιού, να πολεμήσει. - Μα φοβάμαι πώς αυτό τ’ άντρεισμα το παράκαιρο θα ’ναι καθώς του αρώστου που ξανακυλάει».
 «Δεύτερος βάρδος δεν θα υπάρχει στην  Ελλάδα/που να’ χει τιμηθεί απ’ τον αρχηγό παρόμοια,/πολέμαρχο ακριβόν στο να μοιράζει εγκώμια/-και αυτό καθόλου για του στίχου την αξιάδα…» .
Ο Κοτζιούλας υπήρξε ο μόνος νεοέλληνας ποιητής που έζησε και έγραψε πλάι στους αντάρτες. Υπήρξε ο μοναδικός νεοέλληνας λογοτέχνης που έζησε και έγραψε για τόσο μεγάλο διάστημα στη μαχόμενη Ελλάδα και τα βιβλία του αποτελούν βασικό αποτύπωμα της «ιστορίας» τη στιγμή που ακόμη διαδραματιζόταν. Ο Γιώργος  Κοτζιούλας έζησε στην εποχή του όσο λίγοι. Ήταν ένας γνήσιος ποιητής από το μέταλλο των μεγάλων, ήταν μια αμόλυντη αξία , αλλά  βρέθηκε σε εποχή που σκοτώνει τους ποιητές…

Η  Καθηγήτρια Φιλολογία Ιωαννίνων, Αθηνά Βογιατζόγλου, παρουσιάζει σε αυτό το βιβλίο σύγχρονες απόψεις και καινούργια δεδομένα για τη ζωή και τη συγγραφική δραστηριότητα του Γιώργου Κοτζιούλα , αυτού του επίμονου και ασυμβίβαστου ιδεολόγου της ζωής και της τέχνης. Στόχος της συγγραφέως  είναι να αποτιμηθεί ο Γιώργος Κοτζιούλας, να επανεκτιμηθεί και να τύχη μιας ευρύτερης αναγνώρισης. Πρόκειται για μια άριστη μελέτη. Διαβάστε τη.
Η Αθηνά Βογιατζόγλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1966.Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και εκπόνησε το  διδακτορικό της στο Kings College   του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Δίδαξε στα Τμήματα Φιλολογίας των πανεπιστημίων Κρήτης και Πάτρας και το 2001 εξελέγη λέκτορας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων , όπου σήμερα υπηρετεί ως αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Άλλα έργα της είναι « Η μεγάλη Ιδέα του λυρισμού .Μελέτη  του Προλόγου στη ζωή του Άγγελου Σικελιανού» και  «Η γένεση των πατέρων. Ο Σικελιανός ως διάδοχος των εθνικών ποιητών». Επίσης , επιμελήθηκε την έκδοση του μυθιστορήματος του Α.Λεβέντη «Η Τασσώ», καθώς και το βιβλίο του Γ.Π.Σαββίδη «Λυχνοστάτες για τον Σικελιανό».
                                                    Ο Κώστας Τραχανάς




ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΟ ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ «ΟΙ ΠΟΜΑΚΟΙ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ: ΠΟΛΥΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ»


      Όπως ήδη σας έχουμε ενημερώσει, το Εργαστήριο Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και το Εργαστήριο Ανθρωπολογίας του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης διοργανώνουν τριήμερο διεθνές επιστημονικό συνέδριο με τίτλο: «Οι Πομάκοι της Θράκης: Πολυεπιστημονικές και διεπιστημονικές προσεγγίσεις», το οποίο θα πραγματοποιηθεί στην Κομοτηνή, από 17 ως 19 Μαρτίου του 2017, στις εγκαταστάσεις του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.
      Στόχος του συνεδρίου είναι η πολυεπιστημονική (λαογραφία, ανθρωπολογία, ενδυματολογία, ιστορία, γλωσσολογία, αρχαιολογία, δημογραφία, γεωγραφία, οικολογία) και διεπιστημονική  μελέτη της παρουσίας και προέλευσης των Πομάκων στον ευρύτερο χώρο της Θράκης, διαχρονικά και συγχρονικά. Στο συνέδριο θα εξεταστούν αντικείμενα όπως: ιστορία, αρχαιολογία, εθνογενετικά χαρακτηριστικά και μοριακή βιολογία, γεωγραφία και περιβάλλον, γλώσσα, λαογραφία (όλα τα θέματα της λεγόμενης «παραδοσιακής» και της σύγχρονης Λαογραφίας, διαχρονικά ή συγχρονικά), θρησκεία, και θα περιληφθούν επίσης εθνοαρχαιολογικές και ανθρωπολογικές προσεγγίσεις της ταυτότητας και της ετερότητας (Εμείς και οι Άλλοι) των Πομάκων. Επισημαίνεται ότι τα εκπαιδευτικά ζητήματα της μειονοτικής εκπαίδευσης αποτελούν άλλη θεματική ενότητα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν το θέμα ενός ξεχωριστού συνεδρίου και έτσι δεν θα συμπεριληφθούν στο παρόν συνέδριο.
      Οι εισηγήσεις θα έχουν διάρκεια 15 λεπτών, κατά ανώτατο όριο, και μπορούν να γίνουν στα ελληνικά ή στα αγγλικά. Οι εισηγητές θα πρέπει να στείλουν τον τίτλο και περίληψη κατά ανώτατο όριο 300 λέξεων, της εισήγησής τους στην ηλεκτρονική διεύθυνση nantia.macha@gmail.com.  Η προθεσμία δήλωσης παρατείνεται έως 31 Δεκεμβρίου 2016.
Για την Οργανωτική και την Επιστημονική Επιτροπή
Καθηγητής Μ. Γ. Βαρβούνης
Αναπλ. Καθηγητής Αντ. Μπαρτσιώκας


ΣΤΟ ΛΙΚΝΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ: Για τον ηλικιωμένο ως συνεχιστή της προφορικής παράδοσης και την θέση του σήμερα. Παρέμβαση στην Παγκόσμια Ημέρα των Ηλικιωμένων , 1η Οκτωβρίου . Του Θάνου Μιχαλά ( Ανθρωπολόγου του Πολιτισμού, Σκηνοθέτη και Ειδικού σε θέματα Ανάπτυξης μέσω Πολιτιστικών Ενεργειών).



«Η Ελλάδα χρόνο με το χρόνο μικραίνει γερνώντας», δηλώνεται πανταχόθεν
Σε χώρα γερόντων μετατρέπεται η χώρα μας, καθώς το ποσοστό άνω των 65 ετών είναι σήμερα πέρα του 17,1%. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ όταν το ποσοστό αυτό ξεπερνά το 7%, τότε αυτή η χώρα χαρακτηρίζεται γερασμένη: (στοιχεία του 2007) Παράλληλα ο πληθυσμός μέχρι 14 ετών φτάνει το 14%. Που σημαίνει όχι μόνο ότι γερνάμε και περιθωριοποιούμαστε ως χώρα με ό,τι συνεπάγεται, και από αυτήν τη σκοπιά, αλλά και ότι   μελλοντικά θα μειωθεί σημαντικά  περεταίρω  ο πληθυσμός μας.     ⃰    
Όπως επισημάνθηκε, η ανάπτυξη υπηρεσιών και δομών για ηλικιωμένους γίνεται πλέον επιτακτική και επείγουσα. Ο σεβασμός στην αξιοπρέπεια των ηλικιωμένων αποτελεί τον δείκτη του επιπέδου όλου του συνόλου των σχέσεων, όχι μόνο των οικονομικών, καθορίζοντας αυτές την ζωτικότητα ή την απονέκρωση όλων των  συνάψεων. Στις ανεπτυγμένες χώρες υπάρχουν κρεβάτια που αντιστοιχούν στο 11% του αριθμού των ηλικιωμένων, που είναι το ποσοστό εκείνων που χρειάζονται προστατευμένη διαμονή ή παροχή νοσηλευτικών και άλλων υπηρεσιών. Δηλαδή η Ελλάδα σήμερα θα έπρεπε να έχει σήμερα 165,000 προστατευμένα κρεβάτια. Οι αντίστοιχες όμως δομές υποβαθμίστηκαν τα τελευταία 30 χρόνια, τουλάχιστον. Η ειδική εκπαίδευση, επίσης, στελεχών στη γηριατρική, τη γεροντολογία, και την ψυχοπνευματική ενασχόληση θα προσέθετε λύσεις στα παραπάνω ζωτικά και κύρια προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας όμως ούτε η ικανή εκπαίδευση  υπάρχει.
Να πούμε δε ότι οι ηλικιωμένοι, από τη στιγμή που θεοποιείται αποκλειστικά η αγορά και το κέρδος (το οικονομικό), αντιμετωπίζονται χειρότερα από στυμμένες λεμονόκουπες, πολύ περισσότερο από τις υπόλοιπες ηλικίες. Εξάλλου δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι εδώ και συγκεκριμένα χρόνια και στην πατρίδα μας εξαφανίστηκε από το λεξιλόγιο πολιτικών και ΜΜΕ.με την αγαστή σύμπλευση τεχνοκρατών και διανοουμένων, η λέξη «εργασία» και υπο-καταστάθηκε από την «απασχόληση» (όπως, καληώρα, λέγανε παλαιότερα οι γονείς στους εργοδότες: Απασχόλησε λίγο κάπου το παιδί μου στις διακοπές και πλήρωσε το όσο-όσο…».
Οι νεοέλληνες της αγοράς -  εχθρικοί στη λειτουργία της ως τόπου του αγορεύειν συμμετοχικά – πάντα υπερφίαλα περήφανοι για τους προγόνους τους καθώς επίσης και τους απογόνους τους αλλά όχι βαθύτερα και για τον εαυτό τους ,έχουν αποκτήσει πια εδώ και συγκεκριμένα χρόνια πρόσωπα φθαρμένα, μάσκες στεγνές από κάθε φρεσκάδα, όψεις γερασμένες όχι από τον χρόνο που περνάει αλλά από  την έπαρση την απληστία και την αλαζονεία. Η προετοιμασμένη κρίση επισφράγισε αυτά τα χαρακτηριστικά. 2007: Πρόσωπα φουσκωμένα από το φαί και την απάθεια, σημαδεμένα από την άνευ όρων προσχώρηση στη σύγχρονη φιλοσοφία του ευδαιμονισμού, του σινιέ, του παχυλού τραπεζικού λογαριασμού, του σκάφους, της πισίνας, της γκλαμουριάς και των δημοσίων , μόνον, σχέσεων (μιλάμε για τους προνομιούχους που παίρνουν τις αποφάσεις και όσους τούς μαϊμουδίζουν βεβαίως.,. Αυτός λοιπόν ο ανθρωπολογικός /πολιτισμικός/ και ηθικός ανθρωπότυπος που γενικευμένα κυριάρχησε, π ώ ς  να ενδιαφερθεί για το περιθώριο  στο οποίο έχει κατατάξει και τους ηλικιωμένους .όπως και για το σημαντικό κοινωνικό ρόλο – καθώς θα μιλήσουμε στη συνέχεια – που ο απόμαχος και έμπειρος ζωής και βιωμάτων είναι σε θέση να παίξει;
-            Λοιπόν, θα πρέπει ,λες, να « σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν»; ρωτάει κάποιος χρησιμοποιώντας τον τίτλο της  ομώνυμης  εξαίρετης ταινίας.
-          Μα τα άλογα παλιώνουν με αξιοπρέπεια που τους ομορφαίνει το βλέμμα, δεν λαπαδιάζουν πλουτίζοντας, φυγοπονώντας  ή παθητικά απαντάμε.
Πώς λοιπόν ο νεοέλληνας – και όχι μόνο αυτός – να εκτιμήσει τον ηλικιωμένο αφού ψυχοπνευματικά ο ίδιος έχει προ πολλού γεράσει πριν την ηλικία του; Και τούτο βεβαίως το απεχθάνεται μαζί  και τον ίδιο του τον καθρέφτη – τον πατέρα του και αποστρέφει το βλέμμα. Στο πρόσωπο του γέρου, βλέπεις, αντικρίζει τον ίδιο τον χειρότερο εσωτερικό εαυτό του που ζει « σ΄ ένα όνειρο που τρίζει σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας» για να θυμηθούμε μεταφορικά ή κυριολεκτώντας εδώ… τον στίχο του Δ. Σαββόπουλου « και ο χρόνος ο αληθινός σαν μικρό παιδί είναι ε ξ ό ρ ι σ τ ο ς»φυσικά…………………………………………………………………………..
Ασφυκτιά ανυπόφορα ο προαναφερόμενος κύριος ή κυρία στην άσφαλτο του κέρδους, τρέχοντας και  προσδοκώντας νέες διαπλοκές. Ασφυκτιά και πνίγεται  διότι το αεράκι της ουσίας δεν έχει όργανα ενεργά για να το ανασάνει, ο έρμος ο έχων και κατέχων.   Ο άλλος, ο απέναντι κοινωνικά, δεν προλαβαίνει, δεν έχει πλέον τη δύναμη για τίποτα από την αδυναμία και τη στέρηση και την ανεργία. Δεν υπάρχει το αεράκι και το οξυγόνο για ζωή στη διακεκαυμένη ζώνη των ανθρώπινων σχέσεων, είναι ανεπαρκές και, έτσι, παράγωγο κανιβαλισμού. Έχει «αναπτύξει» ο νεοέλλην- νεοευρωπαίος  ό,τι υλιστικό, χρησιμοθηρικό, εύκολο μόνο, ισοπεδώνοντας ακυρώνοντας -  και οικοπεδοποιώντας εντός του τα όντως σημαντικά και ζωτικά , σαν μία χώρα  με την  έρημο   να εξαπλώνεται ερημοποιώντας τον ενδότερα . Αυτή είναι η νίλα του.
Όμως ένα από τα πιο σημαντικά σ΄αυτή την ενδοχώρα και σ΄αυτή τη διακεκαυμένη ζώνη είναι το «δ έ ν τ ρ ο», ακόμη κ εκείνο που ίσως δεν μπορεί να παράγει πλέον  καρπούς αλλά σου προσφέρει αυτό ακριβώς που απουσιάζει: τη σκιά και το οξυγόνο του! Και τη γενναιοδωρία  της αγκαλιάς του.:Αυτό. ως δική του  φυσική υπόμνηση. Ένα παρόμοιο πολύτιμο και αναπλήρωτο δέντρο είναι και ο ηλικιωμένος της νέας, ιδιαίτερα,τάξης πραγμάτων. Για τούτο το οξυγόνο, γι αυτήν την μονάκριβη και πολύτιμη  σκιά γεμάτη από τα κελαιδίσματα των πουλιών της μνήμης της ζωής, μιλάμε στη συνέχεια εξετάζοντας  μία μόνο βασική παράμετρο:
«Ας ξεκινήσουμε κι εμείς κάπως με τον τρόπο που άρχιζαν οι παλιές ιστορίες . Στον τόπο μας τα βράδια, μετά τον κάματο της ημέρας και της δουλειάς εμφανίζονταν στο στόμα και τον λόγο, κυρίως των ηλικιωμένων, οι εξιστορήσεις οι αναμνήσεις και τα αρχετυπικά βιώματα. Τότε η αφήγηση αποκτούσε όλη τη λαμπρότητα της. Η φαντασία της ομήγυρης κάλπαζε. Εκείνες τις ώρες η επικοινωνία ήταν παρούσα σε μία από τις δυνατές στιγμές της ιστορίας της στον τόπο μας». (Γ. Σταματόπουλος)
Ας θυμηθούμε λόγου χάρη στην Κρήτη εκείνες τις αποσπερίδες και τις παλιές βεγγερες. Εκείνες τις στιγμές οι αναπνοές και οι ψυχές γύρω από τον αυτοσχέδιο αφηγητή σιγά- σιγά ημέρευαν,  ισορροπούσαν και « αλφαδιάζονταν» με άξονα την προφορική ψυχοδιανοητική και φαντασιακή κατάθεση του εξιστοριτή. Που πολλές φορές όταν δεν αρκούσε ή δεν άντεχε να σηκώσει μονάχα ο λόγος την εξιστόρηση  του, τότε οι λέξεις από – γειώνονταν και γίνονταν ρυθμός και τραγούδι, προσωπικό στην αρχή και στην εξέλιξη ομαδικό / συμμετοχικό  με κορυφαίο τον αφηγητή και αντ - αποκριτές τον κύκλο των παρισταμένων. Συσφίγγοντας δια μιας πανάρχαιας τέχνης και τεχνικής της τους ανθρώπινους δεσμούς και σε ένα ευρύτερο επίπεδο τον κοινωνικό ιστό επίσης  της «κοινότητας» των ανθρώπων. Το φαντασιακό δε επίπεδο που αναπτυσσόταν μέσα από αυτούς τους πολυάριθμους ανεπίσημους θύλακες συνειδήσεων και ψυχών, γύμναζε και διεύρυνε όλα τα όρια της αντίληψης του κοινού, συμβάλλοντας και στην ευρυθμία της κοινότητας και στο άνοιγμα καινούριων πνευματικών οριζόντων στην κοσμοαντίληψη τους γύρω από τους κανόνες και τους ρυθμούς των λειτουργιών στην Πόλιν και τα ευρύτερα κοινωνικά σύνολα. Μέσα από τα μονοπάτια τα ζωτικώς ανεπίσημων αυτών διαδικασιών, διαπλάθονταν πολίτες , από τους αρχαίους Μινωίτες  έως τις συντροφιές  στην Ήπειρο,  την παλαιά Αττική τα Επτάνησα. Αυτό δε το αρχιτεκτόνημα στηριζόταν στον ηλικιωμένο αφηγητή και αφηγήτρια, το κέντρο του κύκλου. ‘Ώσπου στη συνέχεια  έπαιρνε σειρά  για μια μεστή κατάθεση του λόγου του ο επόμενος αυτοσχέδιος αφηγητή ,παρακινούμενος διά του παραδείγματος να παραδώσει κι αυτός προφορικά, από ψυχής και μνήμης τον παλμό του δικού του λόγου διαδεχόμενος τον προηγούμενο με θαυμαστή συνήθως δεξιοτεχνία, οικονομία λόγου, ρυθμού και έκφρασης, λιτότητα μέσων και σεβασμό του ομαδικού συλλογικού ρυθμού, υποβάλλοντας την σύμπνοια και την ενότητα στο συμμετέχον κοινό τους, το οποίο διέθετε το ορμέμφυτο της συλλογικής έκφρασης και της μη μετατροπής του σε απλό άθροισμα θεατών, αλλά σε κοινό γινόμενο μέσα από όλη αυτή τη βράση της υπόστασης τους. Η αίσθηση αυτής της ολότητας υπο-στήριζε την ανάγκη, την ενεργό βούληση  και την δυναμική τής σύνθεσης  με κάθε επιφάνεια της ζωής δια μέσου της δημιουργικής – επομένως γόνιμης διασύνδεσης των μερών -  τροφοδοτώντας τη μεγάλη βάση των συνεκτικών τελετουργικών δεσμών μεταξύ των μελών της ανθρώπινης κοινότητας - κοινωνίας
Σήμερα η προφορικότητα με τους αντένες τροφοδότησης της και η ιστόρηση που στύλωνε την ψυχή,  ξεθωριάζουν και απομυζούνται στους τοίχους της κοσμοαντίληψης των αγορών (και δεν πρόκειται εδώ για αφορμή μιας νέας ιερεμιάδας ακόμη). Και αυτά συντελούνται επί των λαών όχι τυχαία, όχι ως φυσικά φαινόμενα όπως  μας επιβάλλεται  να εσωτερικοποιήσουμε. Δεν αποτελούν φυσική εξέλιξη του τεχνικού πολιτισμού με όποιο θετικό αυτός στον άνθρωπο κομίζει. Η επιλογή – επιβολή της μονόπλευρης αντίληψης είναι το μέγα πρόβλημα. Η μη διασύνδεση και το επιθετικά αντισυνδιαστικό πρόταγμα της σύνθεσης του κάθε αριστερού και δεξιού εγκεφαλικού ημισφαιρίου σε όλα τα πεδία:. Τούτη η εξέλιξη όμως αποτελεί μία ενσυνείδητη διάπλαση ανθρώπινων τύπων προς τη σκλαβιά όλων των ειδών , αποτελεί μια τυφλή πλοήγηση προς το δ ο ύ λ ι ο ν   ή μ α ρ, διότι η πολύμορφη πάλη της ζωτικής μνήμης  εναντίον της απάθειας στη λήθη είναι ο αγώνας ο αόρατος και φανερός της ελευθερίας ενάντια στη σκλαβιά κάθε μορφής και χρώματος ( Μιλαν Κούντερα ): μέσα από όποιον ξύλινο ή γυάλινο λόγο εκβάλλεται η εθελοδουλία και πίσω από όσα στερεοτυπικά χαμόγελα και ψόφιες χειραψίες και αν επισφραγίζεται αυτή.
…………………………………………………………………………………………. Επι – κοινωνία, δηλαδή «κοινωνία» επί της ουσίας σημαίνει πράξη/ ενέργεια μεταληπτικής τάξεως, δηλαδή τελετουργική / ιερουργική ( αυτό το γνωρίζουν και το γεύονται εις βάθος όλα τα σεβαστά παρεάκια στην ενδοχώρα της Ελλάδας ) : Μεταλαμβάνω του Λόγου της λέξης και της μνήμης μέσω του αφηγητή – αφηγήτριας στη συγκεκριμένη εκδοχή. Και βρίσκονταν ε κ ε ί    το λίκνο του λόγου  εντός του τοποίου ανασαίνανε και ζούσανε με ανοιχτά μάτια έκστασης  σε ομόκεντρο κύκλο γύρω από τον ηλικιωμένο, κατά τα συνήθη ,αφηγητή . μαζί με τους μεγάλους και τα παιδιά επί ίσοις όροις, εισπνέοντας με αυτόν τον τρόπο στον πυρήνα του  τον τελεστικό κοινωνικό/ ψυχοπαιδαγωγικό / πολιτικό κώδικα, την ολική περιρρέουσα  ατμόσφαιρα  και διαμορφώνοντας έτσι ως κτήμα αναπαλωτρίοτο  και πλούτο τους  τις αξίες  της δημιουργικής  συνεκτικότητας,  δηλαδή της αληθινής συλλογικότητας και ομαδικότητας συγχρόνως:  Αθλούμενοι έτσι στο  αλώνι του κέντρου της προφορικότητας και της συνείδησης του συνόλου.
Για αιώνες και χιλιετίες συντηρήθηκε ,αναδείχθηκε ως κέντρο παιδευτικό – πολιτικό , ανδρώθηκε και αντρείεψε μέσα από  τη μεθοδολογία  αυτού του Τρόπου  ο μυθικός λόγος και ο μύθος του λόγου  ο κραταιός,  συγχρόνως με την βούληση – ανάγκη και την πνευματικότητα της τέχνης του καταθέτειν δημοσίως με ταλέντο και παρρησία, δηλαδή του παρεμβαίνειν στα κοινά  διά της κοινο- Ποίησης του ως  πολιτικού  ανθρώπου.    Υπερβαίνοντας και διαπερνώντας  όχι μόνο το έρκος – σώμα των αντιπροσώπων, Συμβάλλοντας άμεσα σε ό,τι   θαυμαστό και εξηγήσιμο  πλάστηκε ως  ελληνική - αθηναϊκή δημοκρατία. ……………………………………………………………………………………………………………………………………….
Ας σημειώσουμε ότι σε άλλες χώρες υπήρχαν και υπάρχουν εδώ και αρκετές δεκαετίες προσωπικότητες και φορείς που έχουν την ευαισθησία και δημιούργησαν λειτουργούντα αδιαλείπτως  Κέντρα Προφορικής Παράδοσης και Δημιουργίας ,προάγοντας όσα και πλείστα άλλα προαναφέραμε  καθώς και αυθεντικούς αφηγητές ως δασκάλους, φέρνοντας τους σε επικοινωνία με το πλατύτερο κοινό και τοποθετώντας τους στο κέντρο του ενδιαφέροντος ξανά αποδίδοντας σε αυτούς την αξία που τους αρμόζει, και τονώνοντας ταυτόχρονα  τους κοινωνικούς – ψυχικούς ιστούς των περιοχών και των φορέων. Το κοινό προσέρχεται σ αυτές τις διαδικασίες και τις παρουσιάσεις -  ή και παραστάσεις ενίοτε  -ολοένα και πολυπληθέστερο με μια δίψα που δυναμώνει την τελευταία εικοσαετία ως αντίβαρο βεβαίως στην παντοκρατορία της εικόνας  και του  εύπεπτου και αναλώσιμου
λόγου που κυριαρχεί . Προσέρχεται  το κοινό σε έναν πολιτισμικό αντίποδα σθεναρό , δυναμικό αντίπαλο του light και του  soft τιμώντας την αξία της Μνημοσύνης. Της μούσας των αρχαίων ελλήνων  ραψωδών και αοιδών,  των εξιστοριτών  με προεξάρχοντα τον μεγαλύτερο ποιητή -  αφηγητή που εκπαίδευσε την Ελλάδα , την Ευρώπη και άλλον κόσμο,   τον  Όμηρο  και που όσο αντέχει αυτός τότε αντέχει και η ποίηση και η μνήμη, όπως έλεγε ο H.L BORHES ……………………………………………………………………………………………………………………………………………
Εν κατακλείδι οι ηλικιωμένοι και ο αφηγηματικός τους λόγος είναι ο βασικός δίαυλος μιας απρόσκοπτης και αναγκαίας διατήρησης και εξέλιξης της  συλλογικής εμπειρίας ενός τόπου και ενός έθνους ( ναι, το τέλος της ιστορίας, βλέπεις, δεν διαφαίνεται....
Αλλά τώρα περιθωριοποιημένοι οι ίδιοι οι ηλικιωμένοι, έχοντας υποβαθμιστεί άρα ακυρωθεί και εξοβελιστεί – σχεδόν ως αποσυνάγωγοι  μαζί με άλλες κατηγορίες ανθρώπων,  σωπαίνουν στο απόλυτο περιθώριο.
Η ιστορική και πολιτική διαδικασία της  κοινωνικής/ πνευματικής /υπαρξιακής Λήθης επέρχεται ως Η αποστέρηση των ανθρώπων μιας χώρας αυτού του πρωταρχικού και φυσικού «μυελού»  στοιχειοθετεί τον ελλείποντα κρίκο της διαδικασίας  μπολιάσματος  των ηλικιών άρα και της γόνιμης δύναμης σύνθεσης μεταξύ ανθρώπινων  κατηγοριών, δυνάμεων και δυνατοτήτων για την ανάταξη   μιας χώρας.  Συντελείται έτσι η ενδυνάμωση ενός φαινομένου που κάλλιστα μπορεί να αποκαλεστεί πολιτισμική σχιζοφρένεια και άκρατος ρατσισμός,(  ηλικιακός ,ως  αποτέλεσμα αυτού του ενδιάμεσου κενού, της αφύσικης ασυνέχειας και της απουσίας συνεκτικής, εξελικτικής/εκλεκτικής πορείας της διαχρονικής συλλογικής μνήμης και της λειτουργικής παιδευτικής χρήσης, αξιοποίησης και μετάπλασής της. Αυτό αποτελεί και το υπόβαθρο της ανυποληψίας με την οποία επιχειρείται – επιτυχώς;- να αντιμετωπισθεί η τρίτη ηλικία.
Θα μου πεις, άλλη δυνατότητα είχε η εξιστόρηση δίπλα στο τζάκι και άλλη… δίπλα στο φούρνο των μικροκυμάτων. Όση αλήθεια κι αν κρύβει αυτό, μην επιχειρώντας να προσάψουμε, από πάνω, μομφή στην πρόοδο του τεχνικού πολιτισμού, δεν παύει να πιστεύουμε ότι η βασική κοινωνική, πολιτική αιτία βρίσκεται στο πεδίο  που προηγουμένως περιγράφηκε.
Εδώ πρέπει να προσθέσουμε  όμως ένα νέο δυναμικό στοιχείο:
Δεν ήταν – η είναι ακόμη – μόνο οι ηλικιωμένοι που έχουν το χάρισμα να αφηγούνται, όσο και αν αποτελούν την κύρια πηγή της αφηγηματικής τέχνης και τεχνικής ως κοινωνικής λειτουργίας, αλλά συμβάλλουν επαξίως σ ΄ αυτή τη διαδικασία και άνθρωποι που έχουν την ικανότητα, όλων των ηλικιών.  Αρδεύοντας «το χάσμα που άνοιξε ο σεισμό» για να γεννηθούν μια μέρα ή μια νύχτα νέα άνθη Δ,Σολωμος.
                                                                                                             Αθήνα 30/9/2016
                                                                                                                       Θ.Μ

Εκδοχή του κειμένου εκφωνήθηκε την 1η Οκτωβρίου 2007 στην εκδήλωση του φιλανθρωπικού Ιδρύματος Καλοκαιρινού στο Ηράκλειο Κρήτης. Πιστεύουμε ότι περιέχει  και στοιχεία των χαρακτηριστικών που προετοίμαζαν την κατάσταση της χώρας και κραύγαζαν με την εμφάνιση τους.

Ενημερωτικό δελτίο Οκτώβριος 2016 στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού


Ξεναγήσεις

Τετάρτη 5 και Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016 στις 12.00 | Ένα έκθεμα διηγείται
Δωρεάν θεματικές ξεναγήσεις, με το εισιτήριο εισόδου, με τίτλο «Η πόλη, η οικουμένη και ο άγιος» από αρχαιολόγο του Μουσείου. Της ξενάγησης προηγείται ολιγόλεπτη προβολή για το θέμα στο αμφιθέατρο "Μελίνα Μερκούρη".
Διάρκεια ξενάγησης 60΄. Μέγιστος αριθμός ατόμων: 20 (θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας).

Κάθε Τετάρτη στις 11.00
Ξενάγηση στην περιοδική έκθεση «Στο περιθώριο του πολέμου: Η Θεσσαλονίκη της Κατοχής (1941-1944) μέσα από τη φωτογραφική συλλογή Βύρωνα Μήτου» από τους επιμελητές της έκθεσης. Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.
Είσοδος ελεύθερη.

Διαλέξεις

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016 στις 20.00 |Αμφιθέατρο «Μελίνα Μερκούρη»
Αφιέρωμα στον καθηγητή Δ. Λυπουρλή.
Η εκδήλωση εντάσσεται στον κύκλο «ΒΡΑΔΙΝΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ» που οργανώνεται από τον Σύλλογο Αποφοίτων Φιλοσοφικής  Σχολής Α.Π.Θ. «Φιλόλογος»
Το Μουσείο είναι υποστηρικτής της εκδήλωσης.

Tρίτη 18 Οκτωβρίου στις 20.00|Αμφιθέατρο «Μελίνα Μερκούρη»
Διάλεξη του Νίκου Παπαμανώλη, καθηγητή της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης με τίτλο "Περιβαλλοντική και ενεργειακή συμπεριφορά των μνημείων".
Οργάνωση: Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού
Είσοδος ελεύθερη.

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016 στις 20.00 |Αμφιθέατρο «Μελίνα Μερκούρη»

Διάλεξη της Ελένης Παπαβασιλείου, αρχαιολόγου στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου με τίτλο «Η ιστορική πορεία του Καστελλόριζου ανά τους αιώνες: το μεγαλείο ενός μικρού νησιού στην άκρη του Αιγαίου».
Η παραπάνω ομιλία οργανώνεται από το Σωματείο των Φίλων του Μ.Β.Π.
Το Μουσείο είναι υποστηρικτής της εκδήλωσης.
Είσοδος ελεύθερη.

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016 στις 20.00 |Αμφιθέατρο «Μελίνα Μερκούρη»

Διάλεξη του Χ. Μπακαλάκου με τίτλο «Το δημοτικό τραγούδι, μια βιωματική προσέγγιση».
Η εκδήλωση εντάσσεται στον κύκλο «ΒΡΑΔΙΝΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ» που οργανώνεται από τον Σύλλογο Αποφοίτων Φιλοσοφικής  Σχολής Α.Π.Θ. «Φιλόλογος»
Το Μουσείο είναι υποστηρικτής της εκδήλωσης.
Είσοδος ελεύθερη.

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016 στις 20.00 |Αμφιθέατρο «Μελίνα Μερκούρη»

Αφιέρωμα στον Ηλία Σπυρόπουλο.
Η εκδήλωση εντάσσεται στον κύκλο «ΒΡΑΔΙΝΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ» που οργανώνεται από τον Σύλλογο Αποφοίτων Φιλοσοφικής  Σχολής Α.Π.Θ. «Φιλόλογος»
Το Μουσείο είναι υποστηρικτής της εκδήλωσης. Είσοδος ελεύθερη.

Περιβάλλον και Πολιτισμός 2016. «Παντέχνου πυρός σέλας – Λαμπερές ιστορίες φωτιάς»

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016 στις 10.00
Εκπαιδευτικό πρόγραμμα για μαθητές και μαθήτριες Γ΄ και Δ΄ δημοτικού με τίτλο «Σπίθα, φλόγα, φωτιά!»
Προβολή ταινίας στο χώρο υποδοχής του Μουσείου με τίτλο "Lux in Vitro", Μια περιήγηση στο φωτισμό του παρελθόντος.
Θεματικό φυλλάδιο για ελεύθερη επίσκεψη στο Μουσείο.

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016 στις 10.00
Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα για μαθητές Εκπαιδευτικό πρόγραμμα για μαθητές και μαθήτριες Γ΄ και Δ΄ δημοτικού με τίτλο «Σπίθα, φλόγα, φωτιά!»
Προβολή ταινίας στο χώρο υποδοχής του Μουσείου με τίτλο "Lux in Vitro", Μια περιήγηση στο φωτισμό του παρελθόντος.
Θεματικό φυλλάδιο για ελεύθερη επίσκεψη στο Μουσείο.

Σάββατο 22 και Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016 στις 11.00
Θεματικές ξεναγήσεις για ενήλικες από αρχαιολόγο του Μουσείου (θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας).
Προβολή ταινίας στο χώρο υποδοχής του Μουσείου με τίτλο "Lux in Vitro", Μια περιήγηση στο φωτισμό του παρελθόντος.
Θεματικό φυλλάδιο για ελεύθερη επίσκεψη στο Μουσείο.

Θεατρικές παραστάσεις

Σάββατο 1 και Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016 στις 20.00|αίθουσα 6 
«Ελένη» του Ευριπίδη. Θεατρική παράσταση για εφήβους και νέους από την θεατρική ομάδα «Μικρός Βορράς», σε διασκευή – σκηνοθεσία Τάσου Ράντζου. 
Είσοδος ελεύθερη

Στρογγυλή τράπεζα

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016 στις 20:00 |Αμφιθέατρο «Μελίνα Μερκούρη»
Στρογγυλή τράπεζα με τίτλο «Η Γερμανική Κατοχή μέσα από τη Λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης».
Συμμετέχουν: Σ. Σταυρακοπούλου, αν. καθηγήτρια Φιλολογίας ΑΠΘ, Μ. Μώρος, φιλόλογος, Π. Σφυρίδης, λογοτέχνης.
Οργάνωση: Μουσείο βυζαντινού Πολιτισμού. Στο πλαίσιο της περιοδικής έκθεσης: «Στο περιθώριο του πολέμου: Η Θεσσαλονίκη της Κατοχής (1941-1944) μέσα από τη φωτογραφική συλλογή Βύρωνα Μήτου»
Είσοδος ελεύθερη

Συνέδρια – Ημερίδες

Πέμπτη 6 και Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016 | Αμφιθέατρο «Μελίνα Μερκούρη» στις 9.00
Επιστημονική συνάντηση των μεταπτυχιακών φοιτητών και υποψήφιων διδακτόρων του τομέα ΜΝΕΣ του τμήματος Φιλολογίας.
Το Μουσείο είναι υποστηρικτής της εκδήλωσης.

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016, 19.00 | Αμφιθέατρο «Στέφανος Δραγούμης»
Διεθνής Ημερίδα με θέμα «Η Τέχνη της Χάραξης μέσα από τις Συλλογές Θρησκευτικών Χαρακτικών του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού και του Κρατικού Μουσείου Ιστορίας της Θρησκείας  (Αγία Πετρούπολη). Παράδοση και Ανανέωση». Οργάνωση: Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού.
Στο πλαίσιο της περιοδικής έκθεσης: «Χάρτινες εικόνες, οδός επικοινωνίας Ελλάδας - Ρωσίας».
Είσοδος ελεύθερη

Νέες περιοδικές εκθέσεις

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016 στις 20.00
Εγκαίνια περιοδικής έκθεσης με τίτλο «Μνημεία υπό την προστασία της UNESCO στη Βουλγαρία» σε συνεργασία με το Γενικό Προξενείο της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στον χώρο υποδοχής (φουαγιέ).
Είσοδος ελεύθερη

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016, στις 20.00
Εγκαίνια περιοδικής έκθεσης με τίτλο «Χάρτινες εικόνες, οδός επικοινωνίας Ελλάδας - Ρωσίας» σε συνεργασία του με το Κρατικό Μουσείο της Ιστορίας της Θρησκείας της Αγίας Πετρούπολης στην πτέρυγα περιοδικών εκθέσεων «Κυριάκος Κρόκος». Διάρκεια της έκθεσης έως τις 11 Δεκεμβρίου 2016.
Η έκθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των πολιτιστικών εκδηλώσεων του 2016, Έτους της Ελλάδας στη Ρωσία και της Ρωσίας στην Ελλάδα.
Είσοδος ελεύθερη

Συνεχίζονται οι περιοδικές εκθέσεις

«Στο περιθώριο του πολέμου: Η Θεσσαλονίκη της Κατοχής (1941-1944) μέσα από τη φωτογραφική συλλογή Βύρωνα Μήτου» στην αίθουσα Πολλαπλών Χρήσεων «Ευτυχία Κουρκουτίδου-Νικολαΐδου».
Διοργάνωση: Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού.
Είσοδος: Ελεύθερη

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

SIEF2017 13th Congress: Göttingen, Germany 26-30 March 2017


Call for posters and papers

The call for papers and posters for SIEF2017 is now open and closes at midnight on November 7th, 2017. Before you propose a paper, a workshop contribution or a poster, please read the theme of the congress, the rules and guidelines on the congress homepage, and then browse the list of panels.
The accepted panels of SIEF2017 have been divided into thematic streams: Archives; Bodies, Affects, Senses, Emotions; Food; Gender and sexuality; Heritage; Home; Migration; Narrative; Religion; Rural; Urban; Work. The specific streams are complemented by a “Sui generis” stream that includes panels that address the conference theme from thematic angles unique to the panel. There is also the Audiovisual stream for films and other contributions of AV media, and a poster stream.
Read more at http://www.siefhome.org/congresses/sief2017/cfp.shtml – Any queries with the above please email .

 

Theme: Ways of Dwelling: Crisis - Craft - Creativity

To have a roof over your head, keep house, feel at home, settle down, hang up your hat, put down roots – we use many phrases to mark different ways of dwelling. We can rent or own, squat, build, remodel, we can be hosted, institutionalized, interned; we can reside firmly in place or make a home on wheels or water. Some live in luxury, others flee and find temporary refuge in tents or in the protection that rocks, trees or other bodies provide, carrying with them shards of memories of home in sites ravaged by war or catastrophe. History and present illustrate time and again that dwelling contains its opposite: inhabitants turn into refugees, habitus gives way to improvisation. 
We invite ethnologists, folklorists and scholars in related fields to look afresh at classic topics in our fields’ history -- from craft to house, from narrative to ritual, from homelands to home-work – and uncover the rich opportunities in looking at central areas of present-day research through the lens of dwelling. How are the challenges occasioned by ever changing understandings of good, efficient, economical, compatible, or ecological homes intertwined with questions of building and safety, hospitality and boundary-drawing, ownership and sharing? How do craftsmen and designers, architects, planners and policy makers maintain and transform urban spaces and the countryside? What kinds of co-operations and oppositions emerge between the planned and the do-it-yourself search for adequate housing?  How does heritage interact with notions of home and belonging, with past structures and ways of life brought into the present? How are these represented in the museum and the archive? How is dwelling marked from daily repasts to ritual feasting?
Home is a place of proliferating imaginations, an object of conflicting desires and constant shortcomings, of valuations that range from the domestic to the political, from the religious to real estate. Narrating in word and image is a powerful way to evoke dwellings that once were as well as homes that might or should be. Stories may reveal homes as a space of instability and violence – from the enslaved fairytale figure to the personal narratives of victims of domestic abuse. From oral, printed to mass mediated entertainment the home oscillates between the haunted and idyllic, a zone at once of comfort and ennui. Desires to flee from home and live differently generate narratives questioning the ways we think we should live and dwell, and striving for innovation from the ethical to the material. Old stories can be partnered with new ones, inspire ethnographies of ways of dwelling as well as co-operations with dreamers and creators drafting and building concrete alternative options. 
Dwelling is a verb as well as a noun. It captures the home and its making, the material and immaterial along with the knowledge and practices needed to craft and experience space and place. Dwelling is a set of embodied skills -- social and physical, creative and critical -- that bring forth landscape. That landscape, in turn, is a product of how others, including non-humans, have dwelt. To dwell is to make sense of the world with the body, the head and the heart, turning place into home, however temporary. 
Historically, the fusion of home with nation has been a winning proposal -- and a losing game. Home is a relational concept; it shelters some and excludes others. In the transition from finding to living in hovel, house, or mansion, boundaries are drawn between inside and outside, gendered spheres of activity arise, solidify or are challenged over time and manifest in countless commodities attesting to lifestyle and its aesthetic expression. All of which may be destroyed in one air strike or one tsunami.  
The 13th SIEF congress opens up to investigation the myriad ways of dwelling. We invite delegates to join this conversation, deepen it fruitfully for our disciplines and explore cooperation with areas of practice and art, present their research, listen, debate, and work out differences, hatch projects, and cultivate friendships within the professional dwelling space of the congress and the scholarly society.
The local Göttingen congress team is composed of staff and students of the Institute of Cultural Anthropology/European Ethnology at Göttingen University and colleagues in further departments; the institute also trains in visual anthropology and thus we hope that the theme will attract also submission in a variety of audiovisual formats.

Ηλίας Κεφάλας, Λεζάντες για τ' αόρατα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016



Από δέντρο σε δέντρο τρέχει ο ουρανός
Για να κατέλθει  μέσα μου φιλτραρισμένος
Από φλοιό σε φλοιό και από άνθος σε άνθος
Και από παλιά βροχή σε νέα τρέχει να με συναντήσει
Πυροδοτώντας τ' ανεστραμμένα είδωλα των νερών

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Ηλίας Κεφάλας: «Τα λιλιπούτεια / Poèmes lilliputiens» κριτική της Ελένης Χωρεάνθη

Από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης κυκλοφορούν τα Λιλιπούτεια, μια τρισχαριτωμένη «λιλιπούτεια» δίγλωσση (ελληνικά, γαλλικά) συλλογή ολιγόστιχων ποιημάτων του γνωστού Τρικαλινού ποιητή, πεζογράφου, κριτικού και δοκιμιογράφου Ηλία Κεφάλα. Μοιάζει με πολυεπίπεδο, έξυπνο, αθώο παιγνίδι ποιητικής τράπουλας που ο ποιητής παίζει σε ώρες ραστώνης, ωστόσο και περισυλλογής με την πραγματικότητα, την οποία βιώνει απομονωμένος στο «λιλιπούτειο» βασίλειό του, διαλεγόμενος άλλοτε σιωπηρά κι άλλοτε φανερά με μικρά καθημερινά πράγματα, όπως και με πρόσωπα και καταστάσεις που δημιουργούν οι διανθρώπινες και διαπροσωπικές σχέσεις του περιβάλλοντός του και με εκείνη που βρίσκεται στο πίσω μέρος του μυαλού του.
Τα «λιλιπούτεια» είναι μικροί πίνακες ζωγραφικής, σχεδιασμένοι με χρώματα και σχήματα που η φύση, η κυκλική, «καμπυλόγραμμη» μούσα του, γυναίκα, πραγματικότητα, η όποια θηλυκή οντότητα προσφέρει καθημερινά στον ποιητή. Είναι, άλλωστε, δηλωτικό των προθέσεών του τόσο το χαρακτηριστικό σχέδιο/κόσμημα του εξωφύλλου, όσο και το πρώτο «λιλιπούτειο» ποίημα της συλλογής στον απόηχο: «Άνδρα μοι έννεπε, μούσα, πολύτροπον…»
ΧΑΙΡΕ
Χαίρε ω καμπυλόγραμμη
Υψιπετώ μαζί σου
Και φλέγομαι
Επειδή δεν αφήνεις να σβήσει καμία πνοή,
Είναι στιγμές, λαλιές, φωνές, μιλήματα, χρώματα και αρώματα, χαρές και λύπες, οράματα και θάματα που πρόλαβε να αρπάξει από το καθημερινό γίγνεσθαι και να αποτυπώσει με σοφία, ειλικρίνεια και βαθιά γνώση σε ποιητικά μικρά σύνολα απλά, ευανάγνωστα, τρυφερά, συνθέτοντας την «οδύσσεια» της δικής του κάθε μέρας όχι ως διανοούμενος, αλλά ως απλός καθημερινός άνθρωπος ριζωμένος στα άγια χώματα της γης του:
ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ
Βρέχει αργά και βασανιστικά
Εκατοντάδες άνθρωποι με τα αδιάβροχά τους
Και τις φωνές τους ν’ αχνίζουν σαν κάστανα
Στην πυρωμένη φουφού του λάρυγγά τους
Γεμίζουν την πολύβουη αγορά
Αμέτρητες πολύχρωμες ομπρέλες
Αμέτρητες σκοτεινές μελαγχολίες
Στο σύνολό τους τα διακρίνει τρυφερή, φιλοσοφημένη μελαγχολία, ένας πόνος συγκρατημένος δικός του για την απώλεια της ζωής, για ό,τι χάνεται, για ό,τι χρωστούμενο επιστρέφει στη γη, στο χώμα: «Χους ει…», στον οποίο συμμετέχει και η φύση:
Η ΚΛΑΙΟΥΣΑ ΙΤΙΑ
Η κλαίουσα κρέμασε τα μαλλιά της
Ως τη γη
Λες και ψάχνει
Τον νεκρό πατέρα μου
Πατέρα και για κείνη
Ζώντας την καθημερινή απλή, ζωντανή πραγματικότητα βιώνει τις απλές μικρές γλυκόπικρες αλήθειες της. Κι αυτά τα συναισθήματά του τα μετουσιώνει σε λαγαρή ποίηση με τα στοιχεία που τη ζωοποιούν και της δίνουν πνοή διάρκειας. Προσέχει και αξιοποιεί τις ασήμαντες, φαινομενικά, σημαντικές ωστόσο λεπτομέρειες από την απλή καθημερινότητα των ανθρώπων τής –βουτηγμένης σε συχνή φθινοπωρινή ηδυπάθεια και αισθησιασμό– γης του Μέλιγου Τρικάλων:
ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ
Κάθε φορά που ένας νεκρός ξυπνάει
Απ’ το βαθύ του λήθαργο
Ένα λουλούδι ανθίζει
Στους εγκαταλειμμένους κήπους
Καθένα από τα 140 «λιλιπούτεια» είναι μια μικρή, χαριτωμένη και συχνά γλυκόπικρη ιστορία, που δημιουργεί χαρμολύπη, είναι μια πέρλα στο περιδέραιο των μηνυμάτων που δέχεται ο ποιητής από τον κύκλο της καθημερινής συμβίωσης με τον κόσμο που τον περιβάλλει, ένα ιντερμέδιο στην ποιητική μετάπλαση της λανθάνουσας ποιητικής ευαισθησίας του που μας προτρέπει:
ΠΡΟΤΡΟΠΗ
Παρακαλώ γελάτε
Τα φύλλα θα μας παρασύρουν
Στην κατήφεια του φθινοπώρου
Θα μας εγκλωβίσουν ασφυκτικά
Στη μεγάλη κατωφέρεια
Του χρόνου
Στα Λιλιπούτεια, μιλάει ο ποιητής που γύρισε στον τόπο του ξέροντας «Οι Ιθάκες τι σημαίνουν», μιλάει ο μύστης με την ίδια λαϊκότροπη θυμοσοφία, που θυμίζει τον τρόπο σκέψης ποιητών της βαθιάς Ανατολής και καταλήγει στην αμφιβολία αφήνοντας να αιωρείται στην υγραμένη ποιητική ατμόσφαιρα μια χαρμολύπη ηδυσμένη με την ευωδιά του φρεσκοβρεγμένου χώματος:
ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣ
Δεν ξέρω αν ήρθα ή αν έφυγα
Ωστόσο βλέπω τα πόδια μου
Στον δρόμο
Όσοι με βλέπετε στην εικόνα
Τι λέτε επ’ αυτού;
Έρχομαι ή φεύγω;
Εμείς τι λέμε «επ’ αυτού»; Θαρρώ πως όλοι σταματάμε στο ερωτηματικό.

Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος, Μία νουβέλα σε 11 μικρές και μεγάλες ιστορίες.Γραφομηχανή, Αθήνα 2015



Η νουβέλα του Τριαντάφυλλου Η. Κωτόπουλου συναπαρτίζεται από 11 Μικρές και μεγάλες ιστορίες. Είναι οι μεγάλες ιστορίες περιπέτειες ολόκληρες που θα βρουν τον δρόμο τους. Κι είναι οι Μικρές ολόκληρα μυθιστορήματα, που μένει να γραφτούν από έναν άλλο Τριαντάφυλλο ή έναν Ηλία, έναν Γιώργο, έναν Βασίλη...


Το σαλόνι είχε πλημμυρίσει από επισκευές στην ταράτσα τον προηγούμενο χειμώνα, το ξύλο είχε φουσκώσει και στα περισσότερα σημεία είχε ανοίξει. Έπρεπε να γνωρίζεις τα περάσματα για να μην τα αναποδογυρίζεις. Και γελούσανε με την Ελένη που μπερδευότανε. Οι τρεις τους ξέρανε πολύ καλά αυτά τα περάσματα από το ξύλο στη μουσική και στην ψυχή τους.
"H Νάνσυ"

-Κάποια μέρα θα μας κάνω στίχο, της έλεγε συχνά. Γιατί η ποίηση, όπως τα λέει κι ο Μόντης, "κοιτά ψηλά, όταν όλα, ακόμα και ο πεζογράφος, κοιτούν χάμω". Σήμερα όμως ένιωθε πολύ κουρασμένη για να τη συνεπάρει κάτι τέτοιο. Κάτι άλλαζε μέσα της. Μπορεί να μην ήταν κάποια από τις συγκλονιστικές αλλαγές που ο Αντώνης οραματιζόταν για το κοινό, το δημόσιο, το παγκόσμιο συμφέρον, αλλά σίγουρα θα τράνταζε μια και καλή την ιδιωτική του ζωή.
"Ο μικρός Ηλίας"

Τα πολιτιστικά κέντρα και ο κινηματογράφος ως δημόσιο αγαθό [ Ευάγγελος Αυδίκος / Ελλάδα / 27.09.16 ]



Τον τελευταίο καιρό το κεντρικό θέμα στον δημόσιο διάλογο είναι η τύχη της δημόσιας περιουσίας. Στο παρελθόν υπήρχε ακραία σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαμετρικά αντίθετες πολιτικές κοσμοθεωρίες. Από τη μια μεριά είναι η άποψη της Αριστεράς που θεωρούσε πως υποχρέωση του κράτους ήταν να έχει στην κατοχή του όλα τα δημόσια αγαθά. Από την άλλη βρισκόταν η οπτική εκείνη που αντιδρούσε με σφοδρότητα στην κρατική ιδιοκτησία και διαχείριση των κοινωνικών αγαθών. Τα τελευταία χρόνια, τόσο πριν από την κρίση αλλά πρωτίστως με αφορμή αυτή, η απαίτηση για υποχώρηση του κράτους σε ρόλο επιτηρητή της αγοράς, που θα ρύθμιζε την τύχη των δημοσίων αγαθών, ενισχύθηκε. Σε κάποιες δε περιπτώσεις έχει διεισδύσει και στους χώρους της Αριστεράς προκαλώντας ιδεολογικές αναταράξεις αλλά και σύγχυση όσον αφορά την πολιτική πρακτική.
     Ο προβληματισμός για τα θέματα αυτά αναδύεται και στις τοπικές κοινωνίες για τη μορφή που θα αποκτήσει η διαχείριση των δημοσίων πόρων, όπως είναι τα πνευματικά κέντρα. Ένα τέτοιο θέμα απασχολεί και την πόλη της Πρέβεζας με τη διαφαινόμενη πρόθεση -ή συζήτηση που γίνεται- για την παραχώρηση του πολιτιστικού κέντρου της πόλης της Πρέβεζας σε ιδιώτη για τη λειτουργία χειμερινού κινηματογράφου. Ο προβληματισμός που αναπτύσσεται στη δημοτική αρχή δεν είναι αβάσιμος- σε μια πρώτη ανάγνωση. Η ζωή μας στροβιλίζεται στους ρυθμούς της αγοράς και της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, η οποία εμφανίζεται ως πανάκεια για όλες τις δυσλειτουργίες.
     Ωστόσο, η λογική της αγοράς που είναι ελκυστική στις μέρες μας δεν είναι  που μπορεί να διαχειριστεί τα δημόσια αγαθά προς όφελος των δημοτών. Δεν είναι μακρινή η περίοδος που η ιδιωτική επιχειρηματικότητα θεώρησε μη κερδοφόρα την επένδυση στον πολιτισμό. Όλοι οι κινηματογράφοι έκλεισαν και οι πόλεις ανά την Ελλάδα αφέθηκαν στα κινηματογραφικά  υποπροϊόντα της αγοράς.
     Ήταν οι κινηματογραφικές λέσχες που ανέλαβαν την ανάταξη των δημοσίων θεαμάτων. Το ίδιο έκαναν και οι εκάστοτε δημοτικές αρχές που φρόντισαν να δώσουν υπόσταση στο αίτημα για δημοτικούς πολιτιστικούς πόρους δημιουργώντας το πολιτιστικό κέντρο.
    Η δημοτική αρχή πριν να πάρει τις οριστικές αποφάσεις της ίσως οφείλει να συνομιλήσει με την παράδοση της πόλης. Η Κινηματογραφική Λέσχη έχει δοκιμαστεί. Είναι ένας αξιόπιστος φορέας που έχει δημιουργήσει μια κινηματογραφική όαση μια φορά τη βδομάδα. Ίσως δεν θα ήταν άσχημη η ιδέα να συνεργαστεί ο δήμος μαζί της.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

ANNE DHU MCLUCAS GRADUATE STUDENT FELLOWSHIP/Society for American Music Deadline: November 1, 2016




The Society for American Music is pleased to announce the establishment of a new fellowship for graduate students in honor of the late Anne Dhu McLucas. McLucas was a brilliant polymath with wide-ranging interests in all things musical, a wonderful teacher, a gifted and supportive mentor, and a path-breaking scholar. The fellowship honors Prof. McLucas’ primary areas of scholarly interest by providing support to a graduate student conducting research (archival or fieldwork) on traditional music (music in the oral tradition) or Native American/First Nations music. The fellowship is open to students currently enrolled in a graduate program in Ethnomusicology, Musicology, Folklore, Anthropology, or other relevant discipline. The fellowship may support research expenses, including but not limited to travel, lodging, media resources, and duplication expenses. The maximum award is $1,000.00.
Interested applicants should submit: a one-page letter of application with contact information; a narrative of three-to-five pages (double-spaced) that describes the scope of the project and the need for funding; a current CV; a one-page budget for the project; and one letter of reference from a scholar who is familiar with your work (the letter should be sent separately by your recommender to the committee chair). Application materials should be submitted electronically to Paul F. Wells (paul.wells@mtsu.edu), Chair of the McLucas Fellowship Committee. Deadline for submissions is November 1, 2016.
A one-page budget and final report are to be submitted by the recipient to the Executive Director of the Society no more than one year after the award is presented.
Information about the fellowship is also available on the SAM website: http://www.american-music.org/awards/McLucasFellowship.php

Global Irish Diaspora, Int'l Congress, August 2017,




August 15-19, 2017
University College Dublin
First Call for Papers
Archaeology * History * Anthropology * Folklore * Art, Music, Literature
This is the inaugural congress in a triennial series that examines the histories, cultures, heritages and identities of Irish communities beyond Ireland's shores.
More than 70 million people worldwide can claim descent from Irish emigrants. For many decades there has been considerable scholarly interest in the history of emigration from Ireland, from its beginnings in the middle ages (to Britain and parts of Europe) through the eighteenth and nineteenth centuries (to all corners of the globe), and in how 'Irishness' has been and continues to be maintained and expressed by descendant communities. However, the sheer scale of the Irish diaspora has created obstacles to an international conversation and exchange of ideas. Comparative perspectives will greatly enhance our worldwide research on subjects such as the many causes of Irish migration, the types of people who migrated, the shared or divergent experiences of the migrants in different places and times, the material remains of diaspora, the impact of migrations on host populations and cultures, and relationships between diasporic communities and Ireland.
This congress provides a stage for this long-needed, international exchange and discussion. Researchers from many fields and from every corner of the world are invited to Dublin to attend four days of plenaries and parallel sessions, where they can present their work, meet fellow-researchers, exchange ideas, and establish research networks within and across disciplinary boundaries.
Proposals are invited for Research Papers, Sessions, and/or Posters.
Contributions may be of an empirical nature, or may address such themes as migration, transnationalism, colonialism, postcolonialism, and all perspectives from all disciplines are welcome. There are no restrictions on subject-content as we explore creating new disciplinary alliances and intellectual synergies in the field of Irish diaspora research.
The Early Bird conference registration fee (until March 31, 2017) for four days is 200 Euros, and 100 Euros for students, and can be paid online, starting in October. Accommodation will be available on campus for those who wish to stay in UCD for the duration of the congress, and further details will be posted on the conference web site.
To submit a proposal, please fill in the form available at http://www.diaspora.illinois.edu/IrishDiaspora/GlobalIrishDiasporaCFP.doc
Your proposal will be considered within five days of submission. Please note that you will have an opportunity to fine-tune your title and abstract before it is published on the congress web-site, so a provisional title and abstract can be submitted, provided they remain close to the final version. Please send your completed form and any questions or comments via email to Globalirishdiaspora2017@ucd.ie.
International advisory committee: Stephen Brighton, University of Maryland; Dominic Bryan, Queen's University Belfast; Heather Burke, Flinders University; Malcolm Campbell, University of Auckland; Christopher C. Fennell, University of Illinois; Pedro Paulo A. Funari, University of Campinas; Martin Gibbs, University of New England; Dianne Hall, Victoria University; Liam Kennedy, University College Dublin; Kevin Kenny, Boston College; Donal McCracken, University of KwaZulu-Natal; Mark McGowan, University of Toronto; Guillermo MacLoughlin, Univ. Nacional de La Plata; Kerby Miller, University of Missouri; Bill Mulligan, Murray State University; Gearóid Ó hAllmhuráin, Concordia University; Tadhg O'Keeffe, University College Dublin; Charles E. Orser Jr., Vanderbilt University; Celeste Ray, University of the South (Sewanee); Deborah Rotman, University of Notre Dame; Regina Uí Chollatáin, University College Dublin; Clair Wills, Princeton University; and David Wilson, University of Toronto.