Σάββατο 23 Μαΐου 2020

ΤΗΣ ΕΛΕΝΑΣ ΧΟΥΖΟΥΡΗ ΡΑΫΜΟΝΔΟΣ ΑΛΒΑΝΟΣ, Σλαβόφωνοι και πρόσφυγες - Κράτος και πολιτικές ταυτότητες στη Μακεδονία του μεσοπολέμου, εκδόσεις Επίκεντρο, σελ. 272, εφ. Αυγή, 19 Μαϊου 2020




Κάτοικοι περιοχής της Καστοριάς είχαν ρωτήσει τον Ραϋμόνδο Αλβανό, καθώς εκείνος συγκέντρωνε στοιχεία και μαρτυρίες για την μελέτη του σχετικά με τους σλαβόφωνους και τους πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία: «Εσύ είσαι ιστορικός. Πες μας. Τελικά εμείς τι είμαστε; Είμαστε Έλληνες;». Μια φαινομενικά παρόμοια κατ’ αναλογία ερώτηση από Έλληνα αρβανίτη αυτή τη φορά καταγράφει ο Αντώνης Λιάκος στο πρόσφατο μνημειώδες έργο του «Ο ελληνικός 20ός αιώνας» (Πόλις). Όταν ο αρβανίτης αυτός άκουσε τους τότε αφιχθέντες Αλβανούς οικονομικούς μετανάστες, να μιλούν τη γλώσσα τους και αναγνώρισε κοινά στοιχεία με την παραδομένη αρβανίτικη δική του, διατύπωσε το αγωνιώδες ερώτημα, τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την αδιαφιλονίκητη ελληνική του ταυτότητα. Παραθέτω τις δύο αυτές περιπτώσεις για να επισημάνω -όπως και ο Ραϋμόνδος Αλβανός- ότι, ενώ κανείς δεν ασχολήθηκε ποτέ αρνητικά με την γλώσσα των αρβανιτών, των βλάχων ή των τουρκόφωνων Ποντίων, και ως εκ τούτου δεν αμφισβήτησε την ελληνική τους ταυτότητα, το αντίθετο συνέβη με τους σλαβόφωνους της ελληνικής Μακεδονίας.
Ο ιστορικός Ραϋμόνδος Αλβανός επιχειρεί να προσεγγίσει την πολύπαθη, πολύπλευρη και τραυματική αυτή πλευρά της ελληνικής ιστορίας, ακολουθώντας μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα οδό, προτείνοντας διαφορετικές αναγνώσεις, μακριά από οποιεσδήποτε ακραίες απόψεις σχετικά με το ζήτημα των σλαβόφωνων της ελληνικής Μακεδονίας. Δεν είναι ο πρώτος βέβαια που προσπαθεί να φωτίσει αυτήν την έως πριν την δεκαετία του 1980 αποσιωπημένη πλευρά της ελληνικής ιστορίας. Ο Ραϋμόνδος Αλβανός, ωστόσο, επέλεξε να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο με κυρίαρχη την προσπάθεια να κατανοήσει πώς σκέφτονταν και ένιωθαν οι σλαβόφωνοι και οι πρόσφυγες στην περιοχή της Καστοριάς και της Φλώρινας, την περίοδο του μεσοπολέμου. Μαρτυρίες λοιπόν κατοίκων της περιοχής, τοπικός τύπος, υπηρεσιακά έγγραφα, αρχεία, το υλικό του. Βασικός άξονας της μελέτης του το ερώτημα, ποιος είναι ο ρόλος του κράτους στην προσπάθεια ένταξης των σλαβόφωνων και των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία κατά τον Μεσοπόλεμο και πώς το κοινοβουλευτικό σύστημα επηρέασε τη συγκρότηση εθνικών και πολιτικών ταυτοτήτων στη μεσοπολεμική Μακεδονία;
Ο συγγραφέας επιλέγει τον μεσοπόλεμο διότι τότε το ελληνικό κράτος εφαρμόζει μια εντυπωσιακή παρεμβατική πολιτική με μια βεντάλια μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς με επίκεντρο τη διανομή γαιών σε σλαβόφωνους και πρόσφυγες. Έτσι οι σλαβόφωνοι από κολίγοι σε οθωμανικά τσιφλίκια πριν από το 1912 και πριν την αποχώρηση των μουσουλμάνων το 1923, μετατρέπονται σε μικροϊδιοκτήτες γης, γεγονός καθοριστικό για την πολιτική τους συμπεριφορά και την δημιουργία πολιτικής εθνικής ταυτότητας. Ωστόσο η διανομή των γαιών σε σλαβόφωνους και πρόσφυγες σηματοδοτεί και την απαρχή των ρήξεων ανάμεσα τους διότι αμφότεροι και προπαντός οι δεύτεροι εμφανίζονται παραπονούμενοι έναντι του ελληνικού κράτους, διεκδικώντας, αφενός περισσότερη γη σε σχέση με τους ντόπιους , ως γνήσιοι Έλληνες, αφετέρου αποζημιώσεις για τις απώλειες των περιουσιών που άφησαν στις χαμένες πατρίδες τους. Ως εκ τούτου διαφοροποιούνται και οι πολιτικές συμπεριφορές των δύο ομάδων. Ο συγγραφέας βασιζόμενος στα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων 1926, 1928, 1929,1932, 1933, καταδεικνύει ότι οι μεν σλαβόφωνοι υποστηρίζουν κυρίως τους βενιζελικούς, οι δε πρόσφυγες τους λαϊκούς.
Ιδιαίτερη βαρύτητα για την διαμόρφωση της πολιτικής εθνικής ταυτότητας των σλαβόφωνων δίνει ο συγγραφέας στα αποκαλούμενα από τον ίδιο πολιτικά δίκτυα παρουσιάζοντας μιαν άλλη πλευρά των γνωστών μας πελατειακών σχέσεων. Υποστηρίζει ότι οι τοπικοί κομματάρχες μεσολαβούσαν πολλές φορές ανάμεσα στους σλαβόφωνους και στα κεντρικά κυβερνητικά κλιμάκια προς όφελος των ντόπιων,, δημιουργώντας έτσι σ’ αυτούς σχέσεις εμπιστοσύνης προς το ελληνικό κράτος. Η μεσολάβηση μάλιστα των τοπικών πολιτευτών άμβλυνε και περιόριζε ακραίες εχθρικές συμπεριφορές χαμηλόβαθμων διοικητικών υπαλλήλων ή χωροφυλάκων απέναντι στους σλαβόφωνους. Οι υπάλληλοι αυτοί ήταν νοτιοελλαδίτες τοποθετημένοι στην Μακεδονία και οι συμπεριφορές τους υπέκρυπταν πολλές φορές ιδιοτελή κίνητρα ενδεδυμένα την... λεοντή του εθνικισμού. Ο Ραυμόνδος Αλβανός ανασκευάζοντας τις, έως σήμερα απόψεις, περί της απαγορευμένης γλώσσας των σλαβόφωνων, καταδεικνύει ότι κατά τον μεσοπόλεμο και έως την δικτατορία του Μεταξά, η σλαβομακεδονική ή μακεδονική γλώσσα κάθε άλλο παρά ήταν απαγορευμένη. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις και οι πρόσφυγες αναγκάζονταν να συνεννοούνται με τους ντόπιους στη σλαβομακεδονική γλώσσα. Ο συγγραφέας αναφέρει ως παράδειγμα την δημιουργία εκ μέρους του ελληνικού κράτους του Abecadar, του λεξικού της σλαβομακεδονικής γλώσσας με σκοπό την διδασκαλία των σλαβόφωνων μαθητών και τελικά την απόσυρση του μετά από τις σφοδρές αντιδράσεις της Βουλγαρίας αλλά και της Σερβίας και λιγότερο ελληνικών εθνικιστικών κύκλων.
Γενικότερα, ο συγγραφέας στέκεται ιδιαίτερα στην στάση της Βουλγαρίας και πριν το 1912 και τις επόμενες δεκαετίες. Το σκηνικό όμως της ήπιας κρατικής πολιτικής έναντι των σλαβοφώνων και την δημιουργία σταδιακά εκ μέρους τους πολιτικών εθνικών ταυτοτήτων -επισημαίνεται ότι ο συγγραφέας δεν δέχεται μόνον τον αυτοπροσδιορισμό ως στοιχείο δημιουργίας ταυτότητας- μεταλλάσσεται άρδην με την δικτατορία του Μεταξά. Από δω και πέρα ξεκινά ένα ανηλεές κυνήγι μαγισσών με κυρίαρχη την πλήρη απαγόρευση της σλαβομακεδονικής γλώσσας, καθώς και μια σειρά παρόμοιων ακραίων εθνικιστικών και ρατσιστικών πολιτικών που θα οδηγήσουν τον σλαβόφωνο μακεδονικό πληθυσμό στον αποκλεισμό, την περιθωριοποίηση και θα του προκαλέσουν μια βαθιά τραυματική εχθρότητα απέναντι στην Ελλάδα και τους μηχανισμούς της.

* Η Έλενα Χουζούρη είναι συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου