Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2019

Κουζέλη Λαμπρινή, Τα προσωπεία της γραφής Ενας άγνωστος συγγραφέας της ελληνιστικής εποχής, μια έκδοση που δεν έγινε, ένα φιλολογικό μυστήριο και ένας ύμνος στη γλώσσα είναι τα συστατικά του τελευταίου βιβλίου του Γιώργη Γιατρομανωλάκη , εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 28.08.2019, 09:58


Eνας έλληνας κλασικός φιλόλογος και συγγραφέας και έμπειρος εκδότης αρχαίων ελληνικών και νεοελληνικών κειμένων γίνεται αποδέκτης ενός φωτοτυπημένου κώδικα που περιέχει δεκαοχτώ άγνωστα αρχαιοελληνικά κείμενα. Του τον στέλνει ο παλαιός συμφοιτητής του Stephan Markevil, γνωστός παπυρολόγος, ο οποίος ετοιμάζει την πρώτη έντυπη έκδοση των κειμένων, την editio princeps, στη διάσημη παπυρολογική εκδοτική σειρά «The Oxyrhynchus Papyri» του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Ο Markevil όμως πεθαίνει, τα σχέδια για την έκδοση πιθανόν αναστέλλονται και ο έλληνας φιλόλογος αποφασίζει να πραγματοποιήσει την παλιά επιθυμία του φίλου του, να εκδώσει τα κείμενα αυτά σε νεοελληνική μετάφραση/μεταγραφή.
Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο καθοδηγούμαστε να διαβάσουμε τα δεκαοκτώ κείμενα που εκδίδει ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης, και με όλα τα εργαλεία της φιλολογικής του σκευής, με εισαγωγή και σχόλια, δηλώνει χάσματα με τα απαραίτητα sigla, επεξηγεί χωρία στις σημειώσεις, ταυτίζει παραθέματα άλλων που βρίσκουν τον δρόμο τους και εισέρχονται στο κείμενο. Από τα εκ των ων ουκ άνευ της εκδοτικής είναι βέβαια η χρονολόγηση και η πατρότητα ενός κειμένου. Παρότι δεν υπάρχουν θρησκευτικές, ιστορικές και πολιτικές αναφορές στο κείμενο που να βοηθούν τον μελετητή να το τοποθετήσει χρονικά, χρονολογείται στα τέλη της ελληνιστικής εποχής, αρχές ή μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα, σύμφωνα με την έρευνα του Markevil. Ο συγγραφέας, άγνωστος, ήταν κάποιος από τους «Ελληνες ή ελληνόγλωσσους litterati της Αυτοκρατορικής Εποχής, με έμμονες ιδέες για την τέχνη της γραφής και γενικότερα τη λογοτεχνία», ίσως κάποτε υπάλληλος στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, που τώρα ζει απομονωμένος στην έρημο. Για τη γνησιότητα του κειμένου αποδείξεις δεν υπάρχουν, ωστόσο ο Markevil ήταν πεπεισμένος για τη γνησιότητά του. Την υπόθεση συσκοτίζει η εξαφάνιση του Markevil, του περίφημου παπυρολόγου που δεν έχει αφήσει ίχνη στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία, όχι μόνο από τη ζωή, αλλά και στον χώρο του Διαδικτύου ος τα πανθ’ ορά…
Σπαράγματα γραφής
Οι ιστορίες του «συγγραφέα του Ζαά», όπως ονόμασε τον κώδικα ο Markevil, από το όνομα του αιγύπτιου εργάτη που τον ανακάλυψε, είναι οι ιστορίες ενός γραμματιζούμενου και γραφέα, ένα ιδιότυπο ημερολόγιο της ζωής του στην αμμώδη απομόνωση. Εκεί τον επισκέπτονται οράματα, της μητέρας του που του έχει διδάξει τη γλώσσα, του φίλου του Στ… από τον Κάτω Κόσμο, αλλά και γυναίκες, ερωτικές, θελκτικές και προκλητικές, κι ένας τραγικός ταλαίπωρος εραστής που του ζητεί να γράψει μια επιστολή για την αγαπημένη του. Η γλώσσα αυτού του γραφέα, όπως μεταφέρεται στη μετάφραση/διασκευή του Γιατρομανωλάκη, είναι ιδιόρρυθμη, εκκεντρική, πεποιημένη, ακραία εξεζητημένη, σπασμένη, με κενά, χάσματα, κατακερματισμένη στα όρια της αποσύνθεσης, αλλά ταυτόχρονα παράξενα γοητευτική. Η ελληνιστική κοινή της εποχής, με παραθέματα από τον Ομηρο, τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, ένα μωσαϊκό όπου χωρούν αποχρώσεις της εκκλησιαστικής γλώσσας και της κρητικής διαλέκτου, παιδικές λέξεις, λέξεις χωρίς νόημα, άναρθροι φθόγγοι: «η[…]ον η[…]ν <***> (desunt verba quaedam) και εισέβην ετότες εις τον εμόν οίκον του χώμ[ατος] (;). Μεσημβρίας ούσης. Εισελθών δε είδα κατά γης εσπαραγμένα τα εγεγραμμένα μου άπαντα. Ερειπιώδη όλα. Και τα σκεύη της γραφής συντετριμμένα αγχ[…]α. Συντεθλα[σμένος] ο κάλαμος ο εμού ο εμός, ο γράφων και ο ομιλών μετ’ εμού. Ράκη τα βύβλ[ινα]. Ερείπια οι μεμβράνες. […] Θρύψαλλα δ’ ομοίως [και] τα φωνήεντα γραμμένα τα λόγϊα. Κατεσχισμένα τα εις έτη ιζ’ τα γεγραμμένα μου. Ολα».
Εξομολόγηση αγνώστου
Γι’ αυτή την καταστροφή που συμβαίνει αναίτια μια μέρα, παρηγορεί τον γραφέα το φάσμα της μητέρας του, και τον εμψυχώνει να δράσει. Αναζητεί δουλειά ως γραφέας σε πανδοχεία και δικαστήρια ώσπου να μαζέψει τα χρήματα για να αγοράσει ξανά τα χρειαζούμενα για τα γραψίματά του. Και τότε επιστρέφει στην απομόνωσή του.
«Επορεύτηκα οπίσω». Και μιλώντας στον εαυτό του, πράγμα που κάνει συχνά στη διάρκεια της μοναχικής συγγραφής, τον προστάζει: «»Γράφε! Γραφεύ!» Ειπά μου [τω]. «Γράφε και χαίρου εν λύπη»». Ανταποκρίνεται ευθύς στην προσταγή: «Και με επήκουσεν ο εμός του εμού ο άνθρωπος. Ευθύς. Ο μόνος μετ’ εμού άνθρωπος ζων. Κι ενωτισάμενος ήρχισα. Πάλιν γράφων ήρχισα τα γραφτά τα γραφόμενα. Πάλιν τα ράκη του νοός μου έγραφα. Τα πολυτελή μου τα ράκη και τα συντετριμμένα των φωτ[…]ων(;) Καταξέσχιστοι φθόγγοι και λέξεις. Ε και; Καταξεσχισμέναι πλην έκλαμπρες αι φλόγες των ρημάτων και των ρηματίων. Οτι τας έσω φωνάς των γραμμάτων κατέγραφα. Ατελών μεν ναι, λελαμπρυσμένων δε ναι, <***> (desunt fortasse plurima verba) ων[…]ερει νωμε νααιπιερε (;) Πλην τα έγραφα δ’ όλα σωστά».
Είναι οπωσδήποτε μια εξομολόγηση. Του άγνωστου συγγραφέα; Του έλληνα διασκευαστή; Πρόσωπα και προσωπεία μπερδεύονται σ’ αυτό το ιδιαίτερο, απαιτητικό, κοπιώδες και παιγνιώδες κείμενο που στέκεται ως φόρος τιμής στη γλώσσα, στην τέχνη της γραφής αλλά και στη φιλολογία, στην επιστήμη της αποκατάστασης των κειμένων, της αποκατάστασης της γλώσσας ως σώματος, και του νοήματος.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΙΘΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ Παρουσίαση: Παύλος Μεθενίτης (συγγραφέας, δημοσιογράφος), Φεστιβαλ ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας




ΑΙΘΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ
FAIR LITERATURE AFTERNOONS

Παρουσίαση: Παύλος Μεθενίτης (συγγραφέας, δημοσιογράφος)

Presentation: Pavlos Methenitis (writer, journalist)


ΔΕΥΤΕΡΑ 16/9

* «Οδός Οφθαλμιατρείου» (μυθιστόρημα) -  Ευάγγελος Αυδίκος (εκδόσεις Εστία, 2019)
 «Ofthalmiatriou street» (novel)  -Evangelos Avdikos (Hestia Publications,
2019)

*«Αφόρετα θαύματα» (ποίηση) –Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου (εκδόσεις Κέδρος , 2017)
 « Unworn wonders» (poetry) –Eftichia Alexandra Loukidou (Κedros, 2017)


ΤΡΙΤΗ 17/9

*«O άγνωστος Βιτσώρης» (βιογραφία) – Νίκος Θεοδοσίου (αυτοέκδοση, 2019)
«Τhe unknown Georges Vitsoris» (biography) –Nikos Theodosiou (self-published, 2019)

*«Κάτι κλαίει ακόμα» (διηγήματα) –Στέργια Κάββαλου  (εκδόσεις Ο Μωβ Σκίουρος, 2018)
«Something is still crying» (short stories) –Stergia Kavvalou (Mov Skiouros Publications, 2018)


ΤΕΤΑΡΤΗ 18/9

*Παρουσίαση Εκδόσεων Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. O Βασίλης Καρδάσης, πρόεδρος του ΕΑΠ, θα μιλήσει για τα βιβλία: «Πρωτόγονη Επανάσταση -Αρματολοί και Κλέφτες (18ος -19ος αι.) του Σπύρου Ασδραχά (2019) και «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα»  του Νίκου Σαραντάκου (2019).
Presentation of “Hellenic Open University Press” (HOUP). Vasilis Kardasis, President & CEO, will be the speaker for Sp. Asdrahas’s book: «Primitive Revolution, Armatoli and Klefti (18th-19th century)» and «N. Sarantakos’s book: Myths and fallacies in the Greek language».



*«Kαινούργια μέρα » (μυθιστόρημα) –Νίκος Χρυσός (Eκδόσεις Καστανιώτη, 2018)
«New Day» (novel) –Nikos Chryssos (Kastaniotis Editions, 2018)



ΠΕΜΠΤΗ 19/9

*«Χωρίς μαγνητόφωνο. Συναντήσεις με σύγχρονους έλληνες λογοτέχνες» (δοκίμιο) –Σταυρούλα Παπασπύρου (εκδόσεις Πόλις, 2018)
« Without recorder. Encounters with contemporary Greek writers» (essay) – Stavroula Papaspyrou (Polis Publishers, 2018)

*«Αναψηλάφηση» (μυθιστόρημα)  -Βασίλης Γκουρογιάννης (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2019).
«Judicial review » (novel) – Vassilis Gkourogiannis (Metaichmio Publications, 2019)


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ  20/9

*«Ελαφρά ελληνικά τραγούδια» (μυθιστόρημα) – Αλέξης Πανσέληνος  
 (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2018). Ομιλητής/speaker: Γιάννης Μπασκόζος/ Giannis N. Baskozos
 «Popular Greek songs» (novel) – Alexis Panselinos  (Metaichmio Publications,  
   2018)



Δυο φίλοι, ο Ο Πάνος Μποντίνας και ο Μπάμπης Τσόκας


Εθνολογικό Συνέδριο Καραγκούνηδων, Καρδίτσα, 5-7 Σεπτεμβρίου 2019


Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

Ευάγγελος Αυδίκος, Η εκπαίδευση και ο φούρνος του Χότζα, EFSYN, 4/9/19


Το φετινό καλοκαίρι ήταν πυκνό. Η πολιτική είχε το μεγαλύτερο μερτικό σ’ αυτή την αίσθηση. Σ’ αυτή την πυκνότητα διεκδίκησε κι ο ελληνικός Αύγουστος τη θέση του, ίσως για να διαψεύσει τον Ουμπέρτο Εκο. Οταν ο Εκο είπε ότι τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις, δεν μπορούσε να σκεφτεί πως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα γίνονταν πλατφόρμα για τους πολιτικούς.

Τα σμαρτφόουν είναι τελικά μεγάλη εφεύρεση. Γίνονται γέφυρα για να ενώσουν την πολιτική με την παραλία και την ξεκούραση. Οι διακοπές δεν είναι χρόνος απομόνωσης και ανανέωσης μόνο. Πρωτίστως, για ένα μέρος της πολιτικής κοινότητας είναι ευκαιρία να ενισχύσουν την πολιτική τους προσωπικότητα.
Ομως, υπάρχει ένα σταθερό νήμα που διατρέχει όλο το καλοκαίρι. Είναι οι εξετάσεις για τα ΑΕΙ. Τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης επανέρχονται συνεχώς στο θέμα, με προβλέψεις για τις βάσεις. Για την ελληνική κοινωνία, τους υποψηφίους/ες, τους γονείς τους, το συγγενικό τους περιβάλλον το Πανεπιστήμιο συνεχίζει να αποτελεί έναν πόθο. Μια καταξίωση, ακόμη κι αν η σύνδεση με την επαγγελματική προοπτική είναι ασθενής.
Πέτυχα, αναφωνεί ο υποψήφιος/α. Πετύχαμε, διατυμπανίζουν προς κάθε κατεύθυνση οι γονείς. Και δεν έχουν άδικο που διεκδικούν μερίδιο στην επιτυχία. Και δεν είναι μόνο η στενή συναισθηματική σχέση. Κυρίως, οι γονείς επωμίζονται το κόστος της προετοιμασίας.
Η φετινή ανακοίνωση των αποτελεσμάτων συμπίπτει με ακόμη μία εκπαιδευτική αλλαγή. Η εκπαίδευση τελικά έχει, διαχρονικά, κοινά στοιχεία με τον φούρνο του Χότζα. Καθένας/μία υπουργός τού αλλάζει θέση.
Ωστόσο, αυτή η συζήτηση θυμίζει γαϊτανάκι ατομικό. Τα πολιτικά κόμματα δεν έχουν καταφέρει να βρουν σημεία σύγκλισης, πέρα από τις διαφορές τους. Ενα τέτοιο σημείο θα μπορούσε να ήταν οι διετείς κύκλοι σπουδών, που διευκόλυναν την επαγγελματική κατάρτιση πολλών αποφοίτων της τεχνικής εκπαίδευσης. Ηταν αναμφισβήτητα μια θετική πράξη του προηγούμενου υπουργού Παιδείας. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη πως οι φοιτώντες στα Τεχνικά Λύκεια δεν ανήκουν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Η ιδιωτική εκπαίδευση είναι πολυδάπανη και ενδεχομένως η κατάργηση των διετών κύκλων να αποτρέψει κάποιους να συνεχίσουν τις σπουδές τους.
Και σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται, διαχρονικά, η παθογένεια της εκπαίδευσης. Δεν υπάρχει τεχνική εκπαίδευση. Αν εξαιρέσουμε τις τεχνικές σχολές που όντως ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες του τόπου, η εξέλιξη δεν ήταν ανάλογη. Από τα Τεχνικά Λύκεια εκδοτήρια τίτλων σπουδών, ώστε οι κάτοχοι να τακτοποιηθούν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στην επαγγελματική εκπαίδευση που αγκομαχούσε να βρει τη σύνδεσή της με τις ανάγκες της οικονομίας.
Απουσιάζει η δημόσια έγνοια για την τεχνική εκπαίδευση. Απουσιάζει το όραμα για την Ελλάδα του μέλλοντος. Καλά τα μεγάλα λόγια για τα ΑΕΙ. Χωρίς όμως τεχνική εκπαίδευση δεν μπορεί να δημιουργηθεί η μέση, πάνω στην οποία ακουμπά το κεφάλι.

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ, Επιχείρηση διάσωσης του αρχείου του Θεάτρου Τέχνης, εφ.Καθημερινή


Μελίνα Μερκούρη, Ζυλ Ντασσέν και Γιώργος Λαζάνης σε ένα από τα στιγμιότυπα που φιλοξενούνται στο λεύκωμα «Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν, Επίδαυρος 1985-1998».
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:Σκηνές
«Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας», έγραφε τον Αύγουστο του 1943 ο Κάρολος Κουν. Μέσα στη γερμανική κατοχή γεννήθηκε το Θέατρο Τέχνης το 1942 και στα χρόνια που ακολούθησαν έγινε ένα θεατρικό φυτώριο, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν εξαιρετικοί ηθοποιοί, πρωτοπαρουσιάστηκαν νέοι συγγραφείς (Γ. Σεβαστίκογλου, Α. Σολωμός, Δημ. Κεχαΐδης, Ιάκ. Καμπανέλλης, Λ. Αναγνωστάκη, Γ. Σκούρτης, Μ. Ευθυμιάδης, Γ. Αρμένης, Ε. Χαβιαρά κ.ά.). Ομως στο Θ.Τ., το ελληνικό κοινό γνώρισε και ξένους συγγραφείς (Ουίλιαμς, Μίλερ, Λόρκα, Μπρεχτ, Αραμπάλ, Μπέκετ, Γκομπρόβιτς, Ζενέ, Στράους, Μπέρνχαρντ, Κολτές κ.ά.). 
Στους χώρους του γεννήθηκαν παραστάσεις που ταρακούνησαν το ελληνικό θέατρο, άλλες ταξίδεψαν σε διεθνή φεστιβάλ, έμειναν στην Ιστορία, ενώ οι συντελεστές του (ηθοποιοί και σκηνοθέτες) δίπλα στον Κουν έμαθαν τι σημαίνει αυταπάρνηση. Αλλά οι καιροί άλλαζαν…
Το 2017 ο ηθοποιός και σκηνοθέτης του Θεάτρου Τέχνης Κωστής Καπελώνης, στην προσπάθειά του να αφυπνίσει το κοινό για τον πλούτο του Θεάτρου Τέχνης που κινδύνευε από τον χρόνο, ετοίμασε μια μικρή έκθεση στη «ΣΤΟart Κοραή» με κοστούμια από το βεστιάριο του θεάτρου καθώς και  τμήματα σκηνικών, έργα των Τσαρούχη, Μόραλη, Μυταρά, Φωτόπουλου κ.ά. Στην ουσία, ήθελε να μας ταρακουνήσει. Κυρίως να ευαισθητοποιήσει κοινό, φορείς και πολιτεία.
Τώρα, ο Κ. Καπελώνης ετοίμασε ένα λεύκωμα με τίτλο «Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν, Επίδαυρος 1985-1998», έκδοση του θεάτρου και των εκδόσεων Αιγόκερως. Θα  κυκλοφορήσει στην έκθεση του βιβλίου στο Ζάππειο, έπειτα στα βιβλιοπωλεία και όλα τα έσοδα θα διατεθούν υπέρ της διάσωσης του αρχείου του Θεάτρου Τέχνης. Νέα προβλήματα;
«Το πρόβλημα του Θεάτρου Τέχνης είναι διπλό», λέει στην «Κ» ο Κωστής Καπελώνης. «Το ένα είναι το αρχείο του θεάτρου που πρέπει να ψηφιοποιηθεί και σίγουρα είναι πιο εύκολο από το δεύτερο πρόβλημα, το οποίο αφορά σκηνικά, αντικείμενα φροντιστηρίου και ενδύματα, τα οποία πρέπει να διασωθούν. Για την καταγραφή και τη συντήρησή τους απαιτείται πάνω από 1 εκατ. ευρώ. Προς το παρόν, φυλάσσονται σε δύο αποθήκες και η αλήθεια είναι πως τα πιο ευπαθή σκηνικά τα έχουμε μεταφέρει σε ασφαλέστερο χώρο, στην προσπάθειά μας να τα προστατέψουμε από την υγρασία. Βλέπετε και οι αποθήκες που στεγάζουν αυτό τον πλούτο, επειδή δεν είχαμε χρήματα, δεν είναι οι καλύτερες που επιλέχθηκαν. Γίνεται μια προσπάθεια και του προέδρου του Δ.Σ. του θεάτρου, του Θέμου Χαραμή, να απευθυνθούμε σε μεγάλους χορηγούς μήπως και κάποιος μας βοηθήσει».
Ετσι αρχίζει η συζήτησή μας, η οποία γρήγορα στρέφεται στην έκδοση που θα κυκλοφορήσει στις 6 Σεπτεμβρίου, αλλά και στην ψηφιοποίηση του αρχείου που είναι επιτακτική ανάγκη. «Για την ψηφιοποίηση απαιτείται μια βάση δεδομένων καθώς και 200.000 ευρώ για να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα. Γίνεται μια συνεργασία με φοιτητές του Θεατρολογικού Τμήματος και χρειαζόμαστε μικρά ποσά για τις ανάγκες της αρχειοθέτησης και ψηφιακά μέσα. Η Εθνική Ασφαλιστική μάς έδωσε χορηγία 7.000 ευρώ για την αγορά υλικών, τριών σκάνερ και ενός σέρβερ, ώστε να διευκολυνθεί και η εργασία των φοιτητών, οι οποίοι κάνουν την πρακτική τους διασώζοντας το αρχείο».
Ο Κωστής Καπελώνης ήταν πτυχιούχος μαθηματικός όταν άφησε τους αριθμούς και τις πράξεις για την ποίηση του θεάτρου. Εργάστηκε ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, σχεδιαστής φωτισμών και συγχρόνως αποτύπωσε με τον φακό του στιγμές της θεατρικής διαδικασίας. «Το έκανα από ανάγκη, γιατί έπρεπε να φωτογραφίζουμε πρόβες και γενικές δοκιμές για το αρχείο του θεάτρου. Επιπλέον, μου άρεσε η τέχνη της φωτογραφίας. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να γίνει μια έκδοση όχι μόνο για την ευαισθητοποίηση του κοινού, αλλά και τη γνωριμία αυτής της θεατρικής ιστορίας με το νεότερο ηλικιακά κοινό το οποίο, ίσως, την αγνοεί». Στην Επίδαυρο ο ίδιος έπαιξε για πρώτη φορά το 1979 στον χορό των «Ιππέων», σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη. Ηταν πρωτοετής σπουδαστής της Δραματικής Σχολής και έκτοτε συμμετείχε σε όλες τις παραστάσεις στο αργολικό θέατρο, ως ηθοποιός αλλά και ως βοηθός στους φωτισμούς, στη σκηνοθεσία... «Τον Αύγουστο του 1985 άρχισα τη φωτογραφική καταγραφή της παρουσίας του Θ.Τ. στην Επίδαυρο, σε αναλογικά φιλμ. Συνέχισα, κάθε χρόνο, έως τον Ιούλιο του 1998. Δηλαδή από τον έβδομο μέχρι τον εικοστό πρώτο χρόνο, που συμμετείχα στις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης. Συνολικά έκανα 3.199 κλικ, σε 101 φιλμ· ασπρόμαυρα, έγχρωμα και slides», γράφει στο εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης «Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν, Επίδαυρος 1985-1998».
Εξηγεί ακόμη πως αυτή η «ερασιτεχνική» ενασχόλησή του οφείλεται στον αδελφό του, τον Γιώργη, «που ως χημικός, και όχι μόνο, ασχολιόταν τότε –και τώρα– πιο σοβαρά από μένα με τη φωτογραφία και με μύησε στην τεχνική της. Μετά στον φίλο μου τον Διαμάντη τον Κούκουτσα, που το 1985 μου “δάνεισε” την πρώτη μου σοβαρή φωτογραφική μηχανή, μια Nikon F με δύο φακούς, τον θρυλικό Nikkor 105mm f/2.5 κι έναν Nikkor 300mm f/4.5, που όπως φάνηκε ήταν ένας φακός απολύτως κατάλληλος για το θέμα. Το θέμα: “Το Θεάτρο Τέχνης στο Φεστιβάλ Επιδαύρου, μετά τις 7 το απόγευμα”. Το θέμα καθόρισε, εν πολλοίς, και την αγορά του μετέπειτα φωτογραφικού εξοπλισμού, που αναφέρεται στα στοιχεία που συνοδεύουν τις φωτογραφίες. Από τους φακούς των φωτογραφικών μηχανών πέρασαν, σε 14 χρόνια, τριάμισι λεπτά πραγματικού χρόνου, δηλαδή 3.199 φωτογραφίες (με μέση ταχύτητα λήψης, ας πούμε, 1/15 του δευτερολέπτου), δηλαδή 213 δευτερόλεπτα. (…)
Οι συνθήκες του φωτισμού απαιτούσαν υψηλές ευαισθησίες, που υποχρέωναν σε πουσαρίσματα των φιλμ στην εμφάνιση. Εξ ου και ο έντονος κόκκος, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, που χρησιμοποιήθηκε ένα φιλμ ασπρόμαυρο, της Kodak, EASTMAN 35, χωρίς αρίθμηση καρέ, υψηλής ευαισθησίας, που τραβήχτηκε συνήθως στα 1600 ASA· ένα φιλμ κατά πάσαν πιθανότατα κινηματογραφικό, που ο Μπομπουγατσόγλου πούλαγε χύμα σε κουτιά 15μετρα. Παράλληλα τα κλασικά ILFORD ΗΡ5-400, Kodak TMAX-400 και ένα TURA 2671, τραβηγμένα κι αυτά στα 1600 ή στα 3200 ASA».
Η έκδοση περιέχει όλες τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που τραβήχτηκαν τότε, ακόμη και κάποιες με τεχνικά προβλήματα, που όμως έχουν και αυτές την αξία του ντοκουμέντου.  

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

H επιστροφή του Κώστα Κρυστάλλη (της Σταυρούλας Τσούπρου), περιοδικό ο αναγνώστης,https://www.oanagnostis.gr/h-epistrofi-toy-kosta-krystalli-tis-stayroylas-tsoyproy/, 1 Σεπτ 2019



16
της Σταυρούλας Τσούπρου (*)

Από τις Ηπειρωτικές (γιατί όχι Ηπειρώτικες;) εκδόσεις «Πέτρα» κυκλοφόρησε την περασμένη χρονιά, υπό τον τίτλο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή. 150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018) και με την επιμέλεια του Πανεπιστημιακού ερευνητή και Δασκάλου, αλλά και πεζογράφου, Ευάγγελου Αυδίκου, μία συλλογή κριτικών κειμένων, άρθρων και μελετών, παλαιότερων και νεότερων συγγραφέων, γύρω από τον βίο και το έργο τού Συρρακιώτη ποιητή και πεζογράφου, η οποία πράγματι κατορθώνει, μέσω του συγκεντρωμένου υλικού της, να χρίσει τον τίτλο της ως επιτελεστικό, με την έννοια ότι η προεξαγγελόμενη «Επιστροφή» διανύεται βήμα βήμα στην διάρκεια της ίδιας τής ανάγνωσης των κειμένων. Εάν, δε, ο αναγνώστης/ η αναγνώστρια αντιμετωπίσουν την έκδοση συνολικά ως σπονδυλωτό αφήγημα, θα διαπιστώσουν ότι τους προσφέρεται η δυνατότητα, πέρα από την απόκτηση των γνώσεων, να δοκιμάσουν μία μεγάλη κλίμακα συναισθημάτων, που κυμαίνονται ανάμεσα στην μεγάλη συγκίνηση – χαρά και λύπη –, από την μία πλευρά, και την οργή, από την άλλη, καθώς μόνον μια τέτοια αντίδραση θα μπορούσε να προκληθεί σε έναν υγιή νου από μία κρίση σαν την ακόλουθη του Άλκη Θρύλου (Ελένη Νεγρεπόντη – Ουράνη) στην Νέα Εστία το 1933: «Συμπαθούμε τον άνθρωπον που υπέφερε και απέθανε νεώτατος, αλλά δεν μπορούμε να μην αναγνωρίζομε ότι ο θάνατος υπήρξε φιλεύσπλαχνος προς την λογοτεχνικήν του προσωπικότητα».
Δεν ήταν, βέβαια, μόνον η συγκεκριμένη κριτική απορριπτική ως προς το έργο τού Κώστα Κρυστάλλη (ανάμεσα στους παλαιούς αρνητές, διότι υπάρχουν και νεότεροι, όπως μας πληροφορεί και στο εισαγωγικό και, κυρίως, στο καταληκτήριο κείμενο του τόμου ο Ευάγγελος Αυδίκος, συγκαταλέγονται ο «αφοριστικός» Κ. Θ. Δημαράς και ο «επικριτικότατος» Γιάννης Αποστολάκης)[1] αλλά, οπωσδήποτε, ήταν η μόνη που έφθασε «στα όρια της εμπάθειας»[2]. Ωστόσο, ο Κώστας Κρυστάλλης και το έργο του αγαπήθηκαν από τους πολλούς, από τον απλό κόσμο, ο οποίος, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Ευάγγελος Αυδίκος,[3] βιβλιοθήκες μπορεί να μην είχε, Κρυστάλλη, όμως, είχε. Και, βέβαια, τον ποιητή αναγνώρισαν κορυφαίοι εκπρόσωποι του χώρου των Γραμμάτων, όπως, πρώτα απ’ όλα, ο Κωστής Παλαμάς (του οποίου η εκτενής Ομιλία στο φιλολογικό μνημόσυνο του «Παρνασσού», στις 7 Μαΐου 1894, συμπεριλαμβάνεται στον τόμο, ενώ ο ίδιος δικαίως χαρακτηρίζεται από τον επιμελητή ως «εμβληματική μορφή τής ελληνικής λογοτεχνίας»)[4], αλλά και ο Λίνος Πολίτης, ο οποίος χαρακτήρισε τον στίχο τού Κρυστάλλη «αδρό» και «εύτονο» και απεφάνθη, αποκρούοντας τις σχετικές επικρίσεις, ότι «δεν αποτελεί δουλική μίμηση του δημοτικού τραγουδιού» αλλά «πλάθεται με πολλή τέχνη προσωπική»[5].
Η ύλη τού ανά χείρας τόμου κατανέμεται, πέραν των δύο εισαγωγικών κειμένων (του εκδότη και του επιμελητή, αντίστοιχα), σε τέσσερα Μέρη, τιτλοφορημένα ως ακολούθως: «Μια ζωή σαν φωτοβολίδα», «Η ποίηση και η φύση», «Η δημώδης γλώσσα και το δημοτικό τραγούδι», «Η πεζογραφία». Το πρώτο κείμενο του Πρώτου Μέρους, γραμμένο από τον Λέανδρο Βρανούση, φιλόλογο/ ιστορικό, Διευθυντή τού Κέντρου Έρευνας του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού τής Ακαδημίας Αθηνών και δημοσιευμένο αρχικά (1954) στην «Βασική Βιβλιοθήκη», αποτελεί ένα εκτενές και πλούσιο εργοβιογραφικό άρθρο, που εξετάζει συνολικά και, κατά το δυνατόν, διεξοδικά το αντικείμενό του. Από τις λοιπές σε αυτό το Μέρος, προσωπικές κυρίως, προσεγγίσεις, είτε σε πεζό είτε και σε στίχο (όπως τα ποιήματα των Χρήστου Χρηστοβασίλη και Κωστή Παλαμά), θα σταθούμε στην συγκινητική Ομιλία[6]τού, ομότεχνου, Βασίλη Γκουρογιάννη, η οποία δικαιολογεί τον τίτλο της, «Όταν το ποιητικό σώμα γίνεται αύρα», απευθυνόμενη, μάλιστα, στον θανόντα συγγραφέα, ως εξής: «Μάθε κυρίως για το λογοτεχνικό έργο σου ότι είναι έξω από τους προκρούστειους κανόνες των τεχνοκριτικών, είναι ελεύθερο από αισθητικούς κανόνες, έγινε αύρα, φυσάει και δροσίζει. Οι Ηπειρώτες, εγγράμματοι αλλά και απλοί άνθρωποι, κράτησαν την ποίησή σου σαν παλιό καλό σπόρο στις ψυχές τους, ανθίζει εκ νέου και καρπίζει. […] θέλουμε να ξέρεις ότι έδωσες στις νεότερες γενιές των Ηπειρωτών λογοτεχνών το θάρρος να προτάσσουν στο έργο τους την ψυχή τους και λιγότερο την τεχνική […] Δεν ξεχνιέσαι»[7].
Στο Δεύτερο Μέρος, ο αναγνώστης/ η αναγνώστρια έχουν την μεγάλη τύχη να μπορούν να διαβάσουν τρία εξαιρετικά, παλαιά και, ταυτόχρονα, τόσο φρέσκα, προικισμένα με την δροσιά τής ευφυΐας, άρθρα, γραμμένα (το πρώτο τον Ιούνιο του 1891 και τα άλλα δύο τον Μάρτιο του 1893) από την πλευρά τής μαχητικής και μετά παρρησίας υπεράσπισης του Κώστα Κρυστάλλη και, πιο συγκεκριμένα, από τους Μιχαήλ Μητσάκη, Βλάση Γαβριηλίδη και Μποέμ/ Δημήτριο Χατζόπουλο. Ειδικότερα τα δύο πρώτα περιέχουν φράσεις και χαρακτηρισμούς «ανθολογίας», όπως θα λέγαμε σήμερα, αναφερόμενα σε εκείνους που εκφράστηκαν αρνητικά για τον Συρρακιώτη ποιητή. Και μόνον για την εύκολη πρόσβαση που μας παρέχουν σε τέτοια λαμπρά κείμενα, οι συντελεστές τής έκδοσης αξίζουν αναμφισβήτητα τις θερμές ευχαριστίες μας.
Στο Τρίτο Μέρος δεσπόζει, βέβαια, το κείμενο «Το έργον τού Κρυστάλλη», τού Κωστή Παλαμά (δημοσιευμένο στον Τύπο τον Μάιο του 1894 σε τρεις συνέχειες), ο οποίος, θεωρώντας, όπως γράφει, ότι «ο τάφος τού ποιητού δεν είνε θρήνων τόπος, αλλά βωμός», συνθέτει μία ολοκληρωμένη κριτική αντιμετώπιση τόσο των πλεονεκτικών όσο και των μειονεκτικών σημείων τού εν λόγω καλλιτεχνικού έργου, με αποτέλεσμα αυτή η μελέτη να απαντά σε όλες τις εγειρόμενες ενστάσεις με νηφαλιότητα και, παράλληλα, να ανάγει τις δικές της θέσεις σε καθολικότερες έννοιες (αλλά και να εγγίζει, χάρη στην κριτική πείρα και την διορατικότητα του Κ. Παλαμά, θεωρητικές ορίζουσες πολύ μεταγενέστερες, όπως εκείνη τής πρόσληψης), εγκαθιδρύοντας με αυτόν τον τρόπο την επιχειρηματολογία της ως υποχρεωτικό πεδίο αναφοράς για κάθε μεταγενέστερο μελετητή. Από το ίδιο υπερασπιστικό όσο και νηφάλιο πνεύμα εκκινούν και τα άρθρα των Παύλου Νιρβάνα και Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, ενώ η κατακλείδα τού δεύτερου, όπου ο Κρυστάλλης χαρακτηρίζεται ως «ζηλευτός» για τη δύναμη που είχε ώστε «να μη γεμίσει τους στίχους του με γογγυσμούς από την τραγική ζωή του»[8] έρχεται να συναντήσει τον συνταρακτικά λιτό λυγμό τού αφιερωμένου στον Κώστα Κρυστάλλη ποιήματος (1946) της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, που ακολουθεί στις επόμενες σελίδες, παρατεθειμένο από τον εκδότη Ανδρέα Ρίζο.
Στο Τέταρτο Μέρος παρατίθεται πρώτο εκείνο το κείμενο που προκάλεσε, σε εμένα τουλάχιστον, την μεγαλύτερη κατάπληξη, αν όχι έναν γνήσιο θαυμασμό: πρόκειται για το άρθρο τού Γρηγορίου Ξενόπουλου (δημοσιευμένο στην εφημερίδα Το Άστυ, στις 30 Ιανουαρίου 1894) με τον τίτλο «Πεζογραφήματα», το οποίο, μετά την αξιοπρόσεκτη διατύπωση του χαρακτηρισμού τού ποιητή Κρυστάλλη ως «μιμητή αξιομίμητου» των πρωτογενών δημοτικών τραγουδιών, αναφέρεται στην έτερη πλευρά τού συγγραφέα, η οποία προεξαγγέλεται από τον τίτλο του, με έναν τόσο αφοπλιστικά ευθύ και μεθοδικό τρόπο (αναμενόμενο, άλλωστε, από έναν, παρ’ ολίγον, μαθηματικό), ώστε κερδίζει αμέσως την συμμετοχή των αναγνωστών/ αναγνωστριών, καθώς περνά από την δυσπιστία σε ό,τι αφορά τα «πεζογραφήματα των ποιητών» εν γένει, στην, εξαναγκαστικά στην αρχή, προσεκτικότερη και, μάλιστα, επανειλημμένη ανάγνωση των πρώτων, ανοίκειων (κυρίως λόγω τού γλωσσικού ιδιώματος), σελίδων των διηγήσεων του Κρυστάλλη, μέχρις ότου η επιφύλαξη (αν όχι η άρνηση) να μετατραπεί, χάρη στην εξοικείωση πια με το ιδιαίτερο ύφος τού πεζογράφου και την συνακόλουθη αναγνώριση των αρετών τής «φυσικής και γνήσιας», «βαθυτάτης» τέχνης[9] τής γραφής του, σε πλήρη αποδοχή και, τελικά, στα «αληθινά δάκρυα της καλλιτεχνικής συγκινήσεως», στον έπαινο.[10] Αυτή ήταν ίσως η πρώτη, αλλά όχι και η τελευταία φορά (δεν ξεχνάμε την παρουσίαση του Κ. Π. Καβάφη στο αθηναϊκό/ ελλαδικό κοινό με το εκτενέστατο άρθρο στο περιοδικό Παναθήναια στις 30 Νοεμβρίου 1903) που ο Γρηγόριος Ξενόπουλος εισηγείτο την (πολύ) θετική υποδοχή τού έργου (εδώ του πεζογραφικού) ενός συγγραφέα, το οποίο ήταν εν πολλοίς άγνωστο ή/ και υποτιμημένο. Παρόμοιες κινήσεις αποδεικνύουν, ασφαλώς, παράλληλα με τις αρετές τού κρινόμενου και τις αρετές τού κριτή.
Στο καταληκτήριο μελέτημα, που φέρει τον τίτλο «Η ουρανογείτων ταξιδιωτική πεζογραφία τού Κώστα Κρυστάλλη», ο Ευάγγελος Αυδίκος, κρατώντας ουσιαστικά το παραδοθέν πριν 128 χρόνια νήμα από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο (οι ενδιάμεσες σχετικές κριτικές αναφορές είναι ελάχιστες και επισημαίνονται επίσης από τον μελετητή), φωτίζει την, σκιασμένη από την ποίηση, «δευτερογενή ύπαρξη» των πεζών τού Κ. Κρυστάλλη, δίνοντας έτσι και μία επιπρόσθετη νοηματική απόχρωση στην «Επιστροφή» τού γενικού τίτλου τής έκδοσης και, στην πραγματικότητα, προτείνοντας την συνολική επαναξιολόγηση[11] της πεζογραφίας τού Συρρακιώτη δημιουργού. Πέρα από την λεπτομερή καταγραφή των πρώτων δημοσιεύσεων και των διαφορετικών, κατά καιρούς, ταξινομήσεων των πεζογραφημάτων τού Κώστα Κρυστάλλη, ο Ευάγγελος Αυδίκος προβαίνει σε τρεις εισηγητικές ενέργειες: α) εντάσσει στην κατηγορία «πεζογραφήματα» όλα τα πεζά (Διηγήματα, Ηπειρώτικες Αναμνήσεις, Κλέφτικες Ιστορίες και Λαογραφικά) του Κρυστάλλη, τεκμηριώνοντας (και θεωρητικά) την επιλογή του, β) δηλώνει, ως ειδήμων άλλωστε, διαφωνώντας με αντίστοιχους στερεοτυπικούς χαρακτηρισμούς, παλαιότερους και νεότερους, την πεποίθησή του ότι ο Κρυστάλλης δεν είχε «λαογραφική συνείδηση», καθώς αντιμετώπιζε τα δημοτικά τραγούδια, επί παραδείγματι, όχι ως υλικό προς συλλογή αλλά ως «μέρος του πολιτισμικού του κεφαλαίου» και γ) αποσπά (και παραθέτει) ένα μέρος από το ταξιδιωτικό ιστορικό πεζογράφημα του Κώστα Κρυστάλλη «Οι Βλάχοι τής Πίνδου» (και την Ενότητα «Μαλακάσι» εκεί) και, δίνοντάς του τον τίτλο «Η γάνωσις», το αναδεικνύει σε αυτόνομο διήγημα με αναμφισβήτητες ψυχογραφικές αρετές.
Από μιαν άλλη πλευρά, τώρα, η ψυχική/ πνευματική εγγύτητα του Ευάγγελου Αυδίκου με τον Κώστα Κρυστάλλη ήταν, θεωρώ, εκείνη που έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο ως κίνητρο, προκειμένου ο Συρρακιώτης δημιουργός να γίνει, με την σειρά του, αντικείμενο ψυχογράφησης (με έναν, όμως, διαφορετικό τρόπο) από τον νεότερο ομότεχνό του. Διότι ο Κώστας Κρυστάλλης ή, σωστότερα, η σκιά τού Κώστα Κρυστάλλη κινείται ανάμεσα (και, βέβαια, όχι μόνον) στις γραμμές τής συντριπτικής πλειοψηφίας των σελίδων τού πρόσφατου μυθιστορήματος του Ευάγγελου Αυδίκου, Οδός Οφθαλμιατρείου, το οποίο, ήδη από τον τίτλο, προδίδει το μυστικό του στους γνώστες τού βίου τού Κ. Κρυστάλλη (για όσους πάλι δεν γνωρίζουν υπάρχει το λαλίστατο Δελτίου Τύπου στο οπισθόφυλλο). Ο Ευάγγελος Αυδίκος, αν και με την ιδιότητα του λογοτέχνη αυτήν την φορά, προκειμένου να συνθέσει την πνευματική/ ψυχική φυσιογνωμία τού Συρρακιώτη συγγραφέα, εκμεταλλεύθηκε (με την καλύτερη έννοια αυτού του όρου) όλες τις επιστημονικές πηγές βιοεργογραφικού και βιβλιογραφικού υλικού που διαθέτει ως εμβριθής μελετητής τού έργου τού Κώστα Κρυστάλλη. Ενσωματώνει, έτσι, είτε στην τριτοπρόσωπη παντογνωστική αφήγηση είτε στην πρωτοπρόσωπη, που είναι μοιρασμένη, κυρίως, ανάμεσα, αφ’ ενός, στον κεντρικό εικοσιπεντάχρονο ήρωα Χρήστο Σούλτις ή αλλιώς (και διόλου τυχαία – ούτε το επώνυμο, άλλωστε, είναι τυχαίο) Κρυστ (με ύψιλον/ το οποίο, όμως, δεν διατηρείται πάντα – δυστυχώς, το βιβλίο δεν στάθηκε καθόλου τυχερό στην τυπογραφική του επιμέλεια) και, αφ’ ετέρου, στην σκιά τού θανόντα «τραγουδιστή» (σε αυτόν ανήκει και η φράση – τίτλος τού παρόντος άρθρου)[12], ένα πλήθος, άλλοτε ανώνυμων και άλλοτε σηματοδοτημένων, παραπομπών/ παραθεμάτων με τα οποία τον εφοδίασαν τόσο το έργο και ο βίος τού Κ. Κρυστάλλη, όσο και οι κριτικές και τα μελετήματα παλαιότερων και σύγχρονων ανθρώπων των Γραμμάτων για αυτόν. Αναπόφευκτα, βέβαια, ο Ευάγγελος Αυδίκος συναντά ανάμεσα στους τελευταίους και τον εαυτό του, με τον οποίο, επίσης, συνομιλεί, καθώς, επί παραδείγματι, εντός τού μυθιστορήματος αναπλάθει, μεταξύ πολλών άλλων (ακόμα και επιστολών τού Κ. Κρυστάλλη), και το «διήγημα» (με τον ψευδότιτλο «Η γάνωσις»), για το οποίο έγινε εδώ λόγος νωρίτερα. Εξάλλου, όπως προδιαγράφεται και από τα παραπάνω, η διακειμενική επαφή των δύο εδώ παρουσιαζόμενων βιβλίων είναι συνεχής και δεν περιορίζεται, φυσικά, στα γραφόμενα από τον ίδιο τον Ευάγγελο Αυδίκο, ο οποίος, πάντως, βρίσκει την ευκαιρία να διοχετεύσει, μέσω κάποιας από τις ποικίλες αφηγηματικές οδούς που έχει στην διάθεσή του ως μυθιστοριογράφος, προσωπικές του απόψεις και ερωτήματα· όπως: το γιατί δεν υπάρχουν δείγματα από το έργο τού Κ. Κρυστάλλη στα σχολικά βιβλία ή το ότι η σύγχρονη κριτική έχει καταχωνιάσει το έργο του στο βασίλειο της αδιαφορίας ή ακόμη το ότι ο Κρυστάλλης – ποιητής αδίκησε τον Κρυστάλλη – πεζογράφο.
Ως αφήγηση συνολικά, το Οδός Οφθαλμιατρείου έχει το χάρισμα της απρόσκοπτης σχεδόν ροής και προσφέρει την ευκαιρία τής μέθεξης, ενώ διαθέτει μετρημένο αλλά πολύ εύστοχο χιούμορ. Επειδή, όμως, πρόκειται, ταυτόχρονα, και για το βιβλίο ενός επιστήμονα – ερευνητή, δεν εκπλησσόμαστε από το γεγονός ότι το μυθοπλαστικό/ λογοτεχνικό συγκείμενο συνοδεύεται από δύο παρακειμενικά συμπληρώματα. Το πρώτο επιγράφεται «Σημειωματάριο» και περιλαμβάνει, εκτός από την εξήγηση ιδιωματικών λέξεων, μία σειρά από πρόσθετες πληροφορίες όπως και αποσαφηνίσεις ορισμένων προσδιορισμών, κωδικοποιημένων από τον ίδιο τον Ευάγγελο Αυδίκο. Το δεύτερο παρακειμενικό συμπλήρωμα επιγράφεται: «Το μυθιστόρημα συνομιλεί με τους:» και λειτουργεί ως υπόμνημα για την ταυτοδότηση των εμφανέστερων, προαναφερθέντων και εδώ νωρίτερα, διακειμενικών επαφών τού λογοτεχνικού συγκειμένου.
Τα δύο ανά χείρας βιβλία, ωστόσο, συνδέονται και με ένα άλλο (το βασικότερο, μάλλον, όλων) κοινό χαρακτηριστικό: εκκινούν από την αγάπη και τον σεβασμό των συμμετεχόντων για την προσωπικότητα και το έργο τού Συρρακιώτη Κώστα Κρυστάλλη, ο οποίος ήρθε ο καιρός να ξαναγαπηθεί από έναν στερημένο και γι’ αυτό διψασμένο για την δροσιά και την αλήθεια των στίχων του κόσμο.
Info:1) Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή.150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018),Επιμέλεια – Εισαγωγή: Ευάγγελος Αυδίκος,<Σειρά: Εξ Ηπείρου> Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα», 2018
2) Ευάγγελος Αυδίκος, Οδός Οφθαλμιατρείου,Βιβλιοπωλείον τής “Εστίας”, 2019
Σημειώσεις
[1] Οι χαρακτηρισμοί προέρχονται από το κείμενο του Παντελή Μπουκάλα, «Η «βουνίσια Μούσα» τού Κώστα Κρυστάλλη», στο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή. 150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018), Επιμέλεια – Εισαγωγή: Ευάγγελος Αυδίκος, <Σειρά: Εξ Ηπείρου> Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα», 2018, σσ. 173-182/ εδώ, σσ. 181, 178. Το εν λόγω κείμενο αποτέλεσε την Ομιλία τού Παντελή Μπουκάλα στην Ημερίδα «2018, έτος Κώστα Κρυστάλλη. 150 χρόνια από τη γέννησή του», η οποία έλαβε χώρα στο Συρράκο, στις 21 Ιουλίου 2018 και από την οποία προέρχονται και τα αντίστοιχα κείμενα των Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και Βασίλη Γκουρογιάννη. Σε υποσημείωση των «Εισαγωγικών Σχολίων» του (ό.π., σ. 14) ο Ευάγγελος Αυδίκος αναφέρει και τις τρεις εκδηλώσεις που είχαν τότε (2 Αυγούστου 2018) ήδη γίνει ή προγραμματιστεί για το 2018.
[2] Βλ. στο μελέτημα του Ευάγγελου Αυδίκου, «Η ουρανογείτων ταξιδιωτική πεζογραφία τού Κώστα Κρυστάλλη», στο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή, ό.π., σσ. 199-242/ εδώ, σ. 215.
[3] Βλ. σχετικά στην μελέτη τού Ευάγγελου Αυδίκου, «Πολιτισμικός δυϊσμός στο έργο τού Κρυστάλλη: Ο κάμπος και το βουνό», ό.π., σσ. 101-112/ εδώ, σ. 101.
[4] Για τα προηγηθέντα, βλ. στο Κωστή Παλαμά, «Το έργον τού Κρυστάλλη», ό.π., σσ. 121-146/ εδώ, σ. 146.
[5] Βλ. στο Λίνου Πολίτη, Ιστορία τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, 41985, σσ. 219-221.
[6] Βλ. σχετικά στην Σημ. 1 εδώ.
[7] Βλ. στο Βασίλη Γκουρογιάννη, «Όταν το ποιητικό σώμα γίνεται αύρα», στο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή, ό.π., σσ. 61-64/ εδώ, σ. 63.
[8] Βλ. στο Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, «Κώστας Κρυστάλλης», ό.π., σσ. 153-168/ εδώ, σσ. 167-168.
[9] Βλ. στο μελέτημα του Ευάγγελου Αυδίκου, «Η ουρανογείτων ταξιδιωτική πεζογραφία τού Κώστα Κρυστάλλη», ό.π., σ. 210, όπου ο μελετητής αντλεί από ένα κατά δύο χρόνια μεταγενέστερο άρθρο τού Γρηγορίου Ξενόπουλου για τον διηγηματογράφο Κώστα Κρυστάλλη.
[10] Για τα προηγηθέντα, βλ. στο Γρ. Ξενόπουλου, «Πεζογραφήματα», στο Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή, ό.π., σσ. 185-191.
[11] Βλ. στο «Η ουρανογείτων ταξιδιωτική πεζογραφία τού Κώστα Κρυστάλλη», ό.π., σ. 237.
[12] Βλ. στο Ευάγγελος Αυδίκος, Οδός Οφθαλμιατρείου, Βιβλιοπωλείον τής “Εστίας”, 2019, σ. 45.



(*)H Σταυρούλα Γ. Τσούπρου είναι Καθηγήτρια – Σύμβουλος στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο