Google+ Badge

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

«Τα έργα αυτονομούνται από τον συγγραφέα τους»,η Ελένη Χαβιαρά στην Έφη Μαρίνου, ΕΦΣΥΝ, 7.10.17


xaviara.jpg

Ελένη ΧαβιαράH θεατρική συγγραφέας Ελένη Χαβιαρά | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
Νομίζω ότι εξακολουθούν να αντέχουν στη σκηνή επειδή κρύβουν πολλή δουλειά, έχουν δομές. Το γράψιμο είναι μια εσωτερική ανάγκη έκφρασης. Υπάρχουν πράγματα βαθιά κρυμμένα μέσα μας που αγνοούμε. Αν επιτρέψεις την αναζήτησή τους, αν αποφασίσεις να απαλλαγείς από στεγανά, άμυνες που σε κρατούν, απελευθερώνεσαι, βρίσκεις πατήματα προσέγγισης ενός χαρακτήρα. Η μόνη άμυνά μου ήταν απέναντι σε κάθε τι αυτοβιογραφικό. Ούτε ο Δημήτρης το επιχείρησε ποτέ
• Πώς ήταν να γράφετε μαζί;
Δεν υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ μας, ποιος είπε ή σκέφτηκε κάτι. Αν δεν του άρεσε κάτι, εγώ δεν το συζητούσα και αντιστρόφως. Εχοντας εμπιστοσύνη στο κριτήριο του άλλου, δεν χάναμε χρόνο για να υποστηρίξουμε προσωπικές απόψεις, αναζητούσαμε λύσεις δραματουργικές σε προβλήματα που παρουσιάζονταν σχεδόν σε καθημερινή βάση, στην εξέλιξη της υπόθεσης, στη λειτουργία των χαρακτήρων συγκεκριμένες στιγμές. Αν εντοπίζαμε ότι κάτι δεν πηγαίνει, το αφήναμε.
Σβήναμε και γράφαμε εκατοντάδες σελίδες. Μια ιδέα τη δοκιμάζαμε με αυτοσχεδιασμούς, απομαγνητοφωνούσαμε το υλικό και το επεξεργαζόμαστε. Δεν ήταν εύκολη διαδικασία. Για να μπεις στον χαρακτήρα πάσχει όλο σου το κορμί. Δεν αντέχαμε πάνω από 2-3 ώρες. Στο «Με δύναμη από την Κηφισιά» όλες οι σκηνές έχουν παραχθεί μετά από πολλές ώρες μεγάλης εσωτερικής έντασης. Στο πανεπιστήμιο μπορούσα να δουλέψω μελέτες ακόμα και για 14 ώρες, στο θέατρο δεν αντέχεις, κινητοποιούνται η ψυχή, το σώμα από τα νύχια ώς την κορφή.
Δεν είναι κάτι εγκεφαλικό, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν προϋποθέτει σκέψη, συνοχή, προβληματισμό. Στο «Δάφνες και πικροδάφνες» μας πήρε κάποιους μήνες για να βρούμε πώς αρχίζει η δεύτερη πράξη. Θυμάμαι την πρώτη ανάγνωση του έργου στο Θέατρο Τέχνης.
Τότε λειτουργούσαν αλλιώς τα πράγματα. Ο συγγραφέας διάβαζε το έργο μπροστά στον Κουν, στους ηθοποιούς που θα έπαιζαν στην παράσταση, αλλά και στους υπόλοιπους. Οταν τελείωσε του είπα: «Κάτι δεν πάει καλά σ’ ένα σημείο στη δεύτερη πράξη». Το είχε αντιληφθεί κι εκείνος διαβάζοντας. Ζήτησε από τον Κουν χρόνο για αλλαγές. Οι ηθοποιοί έλεγαν «μην το πειράξετε», ο Δημήτρης επέμενε. Ο Κουν συμφώνησε. Κάναμε τις αλλαγές σε δεκαπέντε μέρες και βέβαια το έργο βγήκε πολύ καλύτερο.
• Στα έργα σας «κινούνται» πρόσωπα απόντα σκηνικά. Στη «Βέρα», στο «Τάβλι», στο «Δάφνες και πικροδάφνες».
Και στο «Με δύναμη από την Κηφισιά» απουσιάζουν όλοι οι άντρες. Η Μελίνα Μερκούρη είχε ενθουσιαστεί με την απούσα Νόρα στο «Δάφνες και πικροδάφνες». Την ενδιέφερε ένα έργο πάνω σ’ αυτό το πρόσωπο. Ο Δημήτρης είχε πει τότε στον Ντασσέν: «Η Νόρα ως απούσα έχει άλλο μυστήριο, άλλη λάμψη. Αν τη φέρεις στη σκηνή, θα είναι ένα άλλο πρόσωπο».
• Το «Με δύναμη από την Κηφισιά» αφορά τη γυναικεία ψυχολογία. Ούτε εδώ διαφωνήσατε με τον Δ. Κεχαΐδη;
Εχοντας γράψει αρκετά για άντρες, αποφασίσαμε να γράψουμε κάτι με γυναίκες. Το ξεκινήσαμε και η ολοκλήρωσή του μας πήρε τέσσερα χρόνια. Πρέπει να σας πω ότι ο Δημήτρης ήξερε αρκετά καλά τη γυναικεία ψυχολογία - είχε περισσότερες γυναίκες φίλες απ’ ό,τι άντρες. Είχε θαυμάσια επικοινωνία μαζί τους. Οταν γράφαμε τις «Δάφνες», στους αυτοσχεδιασμούς που κάναμε, ο Δημήτρης είχε σκέψεις και αντιδράσεις για τους άντρες που εγώ δεν θα μπορούσα να έχω.
Το ίδιο συνέβη αντιστρόφως στο «Με δύναμη από την Κηφισιά». Εβλεπα ότι κάποια πράγματα δεν θα ταίριαζαν στην ψυχολογία της ηρωίδας. Ομως αυτή η διαφορά στην προσέγγιση δεν είναι βιολογική, είναι κοινωνική, αφορά τον τρόπο που έχουμε διαπαιδαγωγηθεί άντρες και γυναίκες. Αρχικά είχαμε τις ηρωίδες να μένουν στο Ν. Ψυχικό. Ξαφνικά έπεσε αυτή η ιδέα για τίτλο και το προσαρμόσαμε. Είχε σημασία ο κοινωνικός χώρος όπου κινούνταν αυτές οι γυναίκες.
• Είχατε συζητήσει με τον Λευτέρη Βογιατζή στο πρώτο ανέβασμα του έργου;
Μας έδωσε μια συμβουλή την οποία ακούσαμε: να αντικαταστήσουμε το κομμάτι από την «Τραβιάτα» που είχαμε να ακούγεται στην αρχή. Ο Λευτέρης, γνώστης και λάτρης της όπερας, μας πρότεινε το «La forza del destino» ως πιο συμβατό με το κείμενο.
Το αλλάξαμε. Πήγαινα τακτικά στις πρόβες. Κάποια στιγμή του είπα: μήπως να αφαιρέσουμε αυτή τη σκηνή; «Οχι» μου απάντησε «προετοιμάζει την επόμενη». Ο Λ. Βογιατζής κυνηγούσε το όραμα που είχε εξαρχής για το έργο, ξένο ή ελληνικό. Εψαχνε τρόπους πραγμάτωσής του βάζοντας και τους ηθοποιούς βαθιά μέσα στη διαδικασία επίμονης αναζήτησης.
• Με τον Δημήτρη Καραντζά μιλήσατε για το έργο;
Δυο κουβέντες είπαμε. Εχοντας παρακολουθήσει παραστάσεις του, είμαι περίεργη να δω τι θα κάνει με το έργο. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι η παράσταση να επικοινωνεί με το κοινό. Είναι δικό του θέμα πώς θα το κάνει. Αν ο συγγραφέας επιθυμεί να συναντάει στη σκηνή το έργο που έγραψε, έχει πρόβλημα – δεν θα το συναντήσει ποτέ. Η οπτική όποιου καταπιάνεται μ’ αυτό πάντα διαφέρει.
• Πώς βλέπετε το σύγχρονο θεατρικό έργο;
Πάντα πίστευα ότι το σημαντικό δεν είναι ο τάδε συγγραφέας αλλά το καλό έργο που έχει γράψει. Δεν είμαι πολύ ενημερωμένη ώστε να έχω ξεκάθαρη άποψη. Νομίζω ότι το σύγχρονο ελληνικό έργο ψάχνεται, αναζητάει ένα στίγμα. Εχουν αλλάξει οι συνθήκες. Κάποτε, θέατρα όπως το Τέχνης, η Στοά είχαν στόχο την ανάδειξη, τη στήριξη του ελληνικού έργου.
Ετσι βγήκαν συγγραφείς. Το Εθνικό Θέατρο έχει βέβαια υποχρέωση να ανεβάζει ελληνικά έργα, δεν αποτελεί όμως κεντρικό στόχο του. Ούτε ο Λευτέρης Βογιατζής είχε τέτοιο στόχο, όμως έδινε αξία στα έργα που επέλεγε εξαιτίας του τρόπου ανεβάσματος, των εξαιρετικών παραστάσεων. Ξέρω ότι σήμερα δύσκολα παρουσιάζονται έργα υψηλού κόστους. Γι’ αυτό βρίσκω αξιοθαύμαστη τη σκληρή δουλειά των καλλιτεχνών σε μια παράσταση, κάποτε μάλιστα πετυχαίνουν ένα ωραίο αποτέλεσμα.
• Η τεχνική πόσο ρόλο παίζει στο γράψιμο;
Είναι πολύ σημαντικό ο συγγραφέας να τιθασεύει την αυτοπεποίθησή του, να μην είναι τόσο σίγουρος ότι γράφει το αριστούργημα, ότι το κείμενο δεν επιδέχεται βελτίωση. Να επιμένει πάνω σ’ αυτό δουλεύοντας κι άλλο. Το θέατρο είναι συμπύκνωση ιδεών, απαιτεί και τεχνική. Ακούω κάποιους συγγραφείς να λένε ότι δεν θέλουν να ξέρουν βασικές τεχνικές γραφής, στο όνομα της αντισυμβατικότητας, της ανάγκης να μην μπουν σε καλούπια, να αφεθούν ελεύθεροι. Κατά την άποψή μου αυτό δεν βοηθάει.
Αν «το έχεις», σε τίποτα δεν θα εμποδίσει η γνώση της τεχνικής. Νομίζω ότι η προϋπόθεση για να παραβιάσεις τις συμβάσεις είναι η γνώση αυτών των τεχνικών. Οι συγγραφείς που βγήκαν εκείνη την εποχή δεν είχαν παιδεία συγγραφικής τέχνης, τους καθοδηγούσε κυρίως το ένστικτο. Υπάρχουν πράγματα που, αν δεν σου βγουν κάποια στιγμή τυχαία, για να τα βρεις χρειάζεται πολύς χρόνος, κι αυτό μπορεί να είναι ένα τόσο δα μικρό μυστικό τεχνικής.
• Σήμερα ο συγγραφέας έχει χάσει την εξουσία του στη σκηνή.
Τα έργα μας πρωτοπαίχτηκαν σε άλλες κοινωνικές συνθήκες, ήταν διαφορετική η αντίληψη των ανθρώπων του θεάτρου για το έργο, τον δημιουργό. Ναι, ο συγγραφέας είχε μια πρωτοκαθεδρία. Ο ρόλος του σταδιακά αποδομήθηκε. Το κενό κάλυψε η εξουσία του σκηνοθέτη. Οι σκηνοθέτες δεν νοιάζονται πολύ για τη σκέψη του συγγραφέα πάνω στα κείμενα, καινούργια ή κλασικά. Ενδιαφέρονται για το πώς θα εκφραστούν εκείνοι μέσω του έργου.
Μου έχει συμβεί να ψάχνω να βρω το κείμενο σε μια παράσταση και να μπερδεύομαι γιατί η σκηνοθετική συμβολή είναι καταλυτική. Αυτά δεν τα λέω ως κριτική, διατυπώνω απλώς μια παρατήρηση, άλλωστε η εξέλιξη είναι αναπόφευκτη, αν κάτι ακινητοποιηθεί, σημαίνει πως πεθαίνει. Ο Κουν πάσχιζε να αποδώσει τα έργα όπως τα αντιλαμβανόταν. Ο Βογιατζής με παιδεία, καλλιέργεια, είχε την ικανότητα να συνδιαλέγεται παθιασμένα με το κείμενο. Του ήταν αδιανόητο να μην αναμετριέται με το τέλειο…
• Οι σκηνοθέτες ενδιαφέρονται να συζητήσουν μαζί σας για το έργο;
Συμβαίνει να παίζονται τα έργα και να μην το ξέρω καν... Σπάνια θα ζητήσουν να κουβεντιάσουμε - ο Σταμάτης Φασουλής θυμάμαι ήθελε να μιλήσουμε, να δούμε πρόβα, να ακούσει μια άποψη. Τώρα δεν νομίζω ότι τους νοιάζει.
Τα έργα αυτά γεννήθηκαν μέσα σε μια διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα. Κάποιοι άνθρωποι είχαν το κίνητρο να παιδευτούν πολύ γράφοντας θέατρο. Ο,τι γράψαμε με τον Δημήτρη είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Κείμενα άρτια δομημένα κρύβουν πράγματα υποστήριξης που δεν λέγονται -εμείς τα ξέραμε- και ποίηση στον λόγο. Αν πνίξεις την ποίηση, δεν έχει κανένα ενδιαφέρον η παράσταση.
• Εχει συμβεί να το νιώσετε σε ανέβασμα έργου σας; Κι αν ναι, μετανιώσατε που δώσατε την άδεια;
Ναι και τότε βαριέμαι. Αλλά δεν μετάνιωσα ποτέ. Τα έργα πρέπει να παίζονται. Κάποιοι σκηνοθέτες θέλουν να αναμετρηθούν μαζί τους, με τους χαρακτήρες.
• Αυτονομούνται τα έργα;
Ακόμα και τη στιγμή της γραφής αναζητούν αυτονομία. Οταν το έργο τελειώσει, πρέπει να το αφήσεις να έχει την πορεία του. Η διαφορά του θεατρικού έργου με το λογοτεχνικό είναι ότι κάθε φορά που ανεβαίνει στη σκηνή αλλάζει, γίνεται κάτι άλλο. Παρεμβάλλονται άνθρωποι, η συμμετοχή τους επηρεάζει. Παίζει τεράστιο ρόλο η επιλογή των ηθοποιών, η οπτική του σκηνοθέτη, ακόμα και ο σκηνικός χώρος. Αρα έχει ενδιαφέρον να βλέπεις κάθε φορά ένα διαφορετικό έργο.
• Τι σας οδηγεί σ’ έναν τρόπο έκφρασης που σήμερα σπανίζει: «νομίζω», «κατά τη γνώμη μου», «δεν είμαι σίγουρη»…
Μου φαίνεται δογματικό να ονομάζω λάθος κάτι με το οποίο τυχαίνει να μη συμφωνώ. Εχω πια κατορθώσει -το προσπαθούσα πάντα- να κατανοώ γιατί οι άνθρωποι συμπεριφέρονται διαφορετικά από εμένα. Αν καταλάβεις τους λόγους, όσο κι αν έχεις άλλη άποψη, ησυχάζεις. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, το να κατανοείς τους άλλους δεν σημαίνει ότι εξουδετερώνεσαι, ότι δεν υπάρχεις.
Οι ανθρώπινες σχέσεις προϋποθέτουν την αναγνώριση της ανεξαρτησίας του φίλου ή συντρόφου, την αποδοχή του δικαιώματός του να υπάρχει αυτόνομα, χωρίς βέβαια να παραβιάζονται τα προσωπικά σου όρια.
Πώς αλλιώς θα έχεις σχέση λειτουργική; Θυμάμαι την απάντηση του Δημήτρη όταν τον ρώτησαν αν συμπαθεί τους χαρακτήρες στο «Δάφνες και πικροδάφνες»: «Μα πώς μπορείς να αντιπαθήσεις έναν άνθρωπο ενώ ξέρεις ότι θα πεθάνει;»… Η συνείδηση αυτής της οριστικής αναχώρησης διαμορφώνει την οπτική σου για τον κόσμο, την ποιότητα της σχέσης με τον Αλλον.

Ο Κεχαΐδης δεν ενδιαφερόταν για τιμητικά αφιερώματα

• Τι άνθρωπος ήταν ο Δημήτρης Κεχαΐδης;
Μυαλό πολύπλοκο, πολυσύνθετο, αλλά όχι αναλυτικό. Μια φράση του περιέκλειε πράγματα που άντεχαν ανάλυση σε δέκα σελίδες. Είχε μια ιδιαίτερη οπτική πάνω στη ζωή που έβγαινε στα κείμενα. Δεν τον ενδιέφερε καθόλου η υστεροφημία, να υπάρξει το έργο μετά απ’ αυτόν.
Κάποτε του ζητούσαν από τα Τρίκαλα ή τον Βόλο -δεν θυμάμαι ακριβώς- να οργανώσουν τιμητικά αφιερώματα, να δώσουν το όνομά του σε δρόμο. Ούτε που το συζητούσε. Τον ενδιέφερε το πώς βίωνε την πραγματικότητα. Γι’ αυτό είμαι αμήχανη σε σχέση μ’ ένα αρχείο που υπάρχει. Νιώθω μια ευθύνη για την τύχη του, εκείνος δεν θα είχε καμία...
• Πώς διαχειριστήκατε την απώλεια μιας τόσο συντροφικής σχέσης, συνεργασίας, συνεννόησης 41 χρόνων;
Μου πήρε πάρα πολλά χρόνια να μάθω να ζω χωρίς τον Δημήτρη. Ακόμα και σήμερα συμβαίνουν πράγματα κι αναρωτιέμαι πώς θα αντιδρούσε. Είχαμε διαφορετικές κοινωνικές δεξιότητες. Δεν είχε πρόβλημα να σου τηλεφωνήσει ρωτώντας τα νέα σου. Ηταν επικοινωνιακός με ξεχωριστό τρόπο, τον θαύμαζα. Εγώ δεν είμαι σαν εκείνον, δυστυχώς. Δεν μπορώ να σηκώσω τηλέφωνο, δεν ζητάω εύκολα κάτι. Εχω πρόβλημα...
• Γιατί δεν συνεχίσατε το γράψιμο;
Δεν νομίζω ότι θα ήταν κατάλληλο για την εποχή. Είναι εποχή μεταβατική, δεν ξέρεις προς τα πού πηγαίνει, τα πράγματα εξελίσσονται με ταχύτητα που υπερβαίνει τον βηματισμό σου...
• Η πολιτική ιδεολογία επηρέασε τη γραφή σας;
Η στάση μας ήταν εναντίον των μηνυμάτων. Χωρίς να είμαστε κομματικοποιημένοι, είχαμε μια πολιτική συνείδηση, κάποιες αξίες συνδεδεμένες με την πολιτική πραγματικότητα όπως αυτή εξελισσόταν στην Ελλάδα. Τελευταία έχουν μπερδευτεί τα πράγματα.
Εχω γνωρίσει ανθρώπους που συστήνονται ως αριστεροί και λειτουργούν σαν να μην είναι. Κι άλλους που χωρίς να το δηλώνουν η στάση ζωής τους είναι υιοθετημένη από τις ιδέες της Αριστεράς. Σήμερα είναι δύσκολο να προσδιορίσεις πού είναι η Αριστερά. Ολα είναι ρευστά, υπό διαμόρφωση.
• Πιστεύετε ότι στην εποχή μας το «μαζί» μπορεί να κινητοποιήσει αλλαγές;
Η ελληνική κοινωνία εδώ και δεκαετίες διαμορφώθηκε ως οικογενειοκεντρική. Ο Ελληνας ενδιαφέρεται περισσότερο για το σπίτι του, για τους πολύ δικούς του ανθρώπους. Δεν έχει συνείδηση της συνύπαρξης, της συμβολής, του ρόλου που μπορεί να παίξει στην απόκτηση του κοινωνικού αγαθού. Στην αμερικανική κοινωνία παρατηρείς ότι ο πολίτης, ενώ κινείται ατομοκεντρικά, συγχρόνως συμβάλλει στην εξέλιξη, τη βελτίωση του συνόλου.
Εμείς, δυστυχώς, δεν ξέρουμε να συνεργαζόμαστε. Θυμάμαι όταν δίδασκα εισαγωγή στη λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο, δοκίμασα να χωρίσω τους φοιτητές σε ομάδες, να συνεργαστούν σε μια ομαδική εργασία. Αρχισαν να σφάζονται μεταξύ τους όχι μόνο οι ομάδες αλλά και μέλη της ίδιας ομάδας. Είδα κι έπαθα να τους βοηθήσω να ισορροπήσουν. Δεν έχουμε εκπαιδευτεί στο «μαζί» ούτε από τις οικογένειες ούτε από το σχολείο. Ο Δημήτρης κι εγώ, ναι, ξέραμε να συνεργαζόμαστε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου