Μόλις κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Δήμου Χλωπτσιούδη με τον τίτλο «LAISSEZ PASSER» (εκδόσεις Μανδραγόρας). Πρόκειται για την τέταρτη ποιητική συλλογή του ιδίου.
Αν κι έχουν περάσει μόνο τρία χρόνια από το προηγούμενο ποιητικό του βιβλίο («ακατάλληλο», Μανδραγόρας, 2016), ο Δήμος Χλωπτσιούδης έχει διανύσει μια αξιόλογη πορεία στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα. Ενώ στην προηγούμενη συλλογή συμπεριλαμβάνονται ποιήματα πιο προσωπικά, ή ερωτικά ποιήματα πλάι στη νοσταλγία της παιδικής ηλικίας, τώρα πια τα ποιήματα είναι αποκλειστικά με κοινωνικό–πολιτικό περιεχόμενο. Μοναδική εξαίρεση το «Ισμήνη» –μια τρυφερή εικόνα, αφιέρωμα στην κόρη του, στην οποία αντανακλάνε οι ανησυχίες για το μέλλον, μα κι η πατρική στοργή του ποιητή.
Ακολουθώντας την ισχυρή λογοτεχνική παράδοση στα κοινωνικά θέματα, ο Χλωπτσιούδης δίνει τη δική του πινελιά. Βάζει το δικό του πετραδάκι στο συλλογικό αυτό οικοδόμημα, μια αξιόλογη προσφορά που δεν μπορεί να μείνει απαρατήρητη. Η βασική διαφορά με τους «κλασικούς» αυτής της ποίησης εντοπίζεται στο ποίημα «Η μεταγλώσσα της ποίησης». Διαβάζοντάς το αντιλαμβανόμαστε μια σημαντική αλλαγή στο αντικείμενο αυτής της θεματολογίας. Ενώ πριν οι ποιητές περιγράφανε τους εργαζόμενους που γυρίζουν απ’ την δουλειά τους με ένα ζεμπίλι σταφύλια –στον Ρίτσο– ή πηγαίνανε στην υπόγεια την ταβέρνα –στον Βάρναλη– κ.τ.λπ., για πρώτη φορά στον Χλωπτσιούδη οι εκπρόσωποι αυτής της τάξης δεν επιστρέφουν από πουθενά, μένουν σπίτι τους, επειδή είναι άνεργοι! Έχουμε για πρώτη φορά ένα άνεργο προλεταριάτο!
Οι καταστάσεις είναι πρωτόγνωρες, τουλάχιστον για την ελληνική λογοτεχνία, κι αυτές ήδη πυροδοτούν την θεματολογία του Χλωπτσιούδη. Αν πρέπει να την προσδιορίσουμε με δύο λέξεις αυτές είναι «κοινωνική αδικία» και «αγώνας». Ο Χλωπτσιούδης γράφει ποίηση κοινωνικής αγωνίας. Τον απασχολούν όλα τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου: η κρίση, η ανεργία, οι πρόσφυγες, η έλλειψη προοπτικής, η πυρκαγιά στο Μάτι και φυσικά οι αγώνες για το καλύτερο μέλλον.
Στα ποιήματά του μπορεί να βρει κανείς νωπή την οργή από τα πρώτα χρόνια της κρίσης, όταν γέμιζαν οι πλατείες με απεγνωσμένους πολίτες. Ο Δήμος Χλωπτσιούδης συνεχίζει να βιώνει έντονα αυτόν τον θυμό. Γι’ αυτόν τα προβλήματα δεν είναι μόνο οικονομικά, υπάρχει και το ηθικό σκέλος, που είναι και πολύ πιο σοβαρό.
Τέτοια ποιήματα είναι «Με πόσα ρο γράφεται το δάκρυ», «πεινασμένοι κλέφτες ηλιαχτίδων», «Η μεταγλώσσα της ποίησης».
Το συγκεκριμένο ποίημα είναι κάτι σαν μανιφέστο της ποιητικής του Χλωπτσιούδη. Στο πρώτο μέρος δίνει απάντηση στην ερώτηση «τι είναι ποίημα», και το προσδιορίζει ως εξής:
«Ποίημα είναι η άνεργη μάνα που έγινε νοικοκυρά
Και φοβάται μην γίνει σαν την μάνα της,
Ποίημα είναι ο άνεργος πατέρας
που κρύβει την ανέχεια από τα παιδιά του
Ποίημα είναι το παιδί που ρωτά στο αυτί
Αν φτάνουν τα λεφτά για μια σοκολάτα…»
Τελικά ποίημα είναι η προσπάθεια για αξιοπρέπεια, που σε ένα άλλο ποίημα του «Αστικό οδοπορικό» γίνεται «αξιοπρέπεια τυλιγμένη σε μερίδες συσσιτίου»
Το δεύτερο μέρος του θεωρητικού ερωτήματος «τι είναι ποίημα» βρίσκουμε το Πιστεύω του Χλωπτσιούδη:
«Πιστεύω σε έναν
άνθρωπο ιδεολόγο…
που… κάθε μέρα σκαρφαλώνει
να κάψει στις φλόγες της εξέγερσης
και να σκαλίσει στον Λόγο
νέες ιδέες σε πλάκες χρυσές»
Και συνεχίζει:
«προσεύχομαι σε έναν
άνθρωπο σύσιφο
που κάθε μέρα στο νταμάρι του χρόνου
σπάει τους βράχους του στιγματισμού.
προσκυνώ τον άνθρωπο Προμηθέα
που στην έκτρωση του ρατσισμού
χαρίζει φως σε πούστηδες, πρεζάκια και πουτάνες
υμνώ τον άνθρωπο ποιητή και παντοκράτορα
που αμόλυντος και λεύθερος
χλευάζει σύνορα και πρέπει, κανόνες και στερεότυπα».
Στο «Αστικό οδοιπορικό» , συνεχίζει να περιγράφει την εξαθλίωση του σήμερα. Το κάθε ένα από τα τέσσερα μέρη του είναι και μια θλιβερή ανθρώπινη ιστορία, ατόμων που έχουν φτάσει στην απόγνωση: «Θυμάσαι τον Μάκη, που βούτηξε τρεις ορόφους;» «Το άστατο γραφείο του Νίκου, όπως το άφησε όταν οι λογαριασμοί δεν του βγαίναν». Μέχρι και οι άστεγοι παραχωρούν το παγκάκι τους για να έχει που να κλάψει ο ποιητής τους νεκρούς του.
Στις γειτονιές της Δυτικής Θεσσαλονίκης μάς μεταφέρει το ποίημά του «Μικροαστοί». Αν και κάποιες από αυτές, μόλις έχουν αναβαθμιστεί, όπως ο Εύοσμος ή το Κορδελιό και βιώνουν επιτέλους το μικροαστικό, καταναλωτικό τους όνειρο, δεν παύουν να είναι οι συνοικίες που πάντα… κάπου αλλού είναι η γιορτή. Εκεί –στην Σταυρούπολη, στον Εύοσμο και στην Ηλιούπολη- «ξεχειμωνιάζει η Περσεφόνη» κι ως γνωστόν η Περσεφόνη πέρναγε τους χειμωνιάτικους μήνες στον Άδη… Σ’ αυτές τις συνοικίες μπορείς να φτάσεις στοιβαγμένος/στοιβαγμένη με τους άλλους συνεπιβάτες στο αστικό και την ασφυκτική πολυκοσμία μέσα. Τα παράθυρα είναι πάντα ανοιχτά –χειμώνα και καλοκαίρι, όχι γιατί ζεσταίνονται, μα για να φεύγουν οι δυσάρεστες οσμές, η μπόχα της μιζέριας, της κοινωνικής αποτυχίας, της κακομοιριάς.
Ένας από τους δείκτες για την υποβάθμιση κάποιας συνοικίας στην Αμερική είναι ο αριθμός των λευκών που την εγκαταλείπουν για να πάνε να μείνουν σε καλύτερη γειτονιά. Αν και στην Ελλάδα δεν είναι τόσο εύκολο να φύγεις από ένα σπίτι που κόστιζε τους κόπους μιας ζωής έχουμε κι εδώ παρόμοιο δείκτη εσωτερικής μετανάστευσης. Στους Αμπελόκηπους (που αναφέρετε στο ίδιο ποίημα) ήδη εγκαταλείπουν τις καταδικασμένες γειτονιές. Πρώτοι που φεύγουν είναι οι ντόπιοι, οι αυτόχθονες, που στα οικόπεδα των παππούδων τους χτίστηκαν με αντιπαροχή οι γερασμένες πια πολυκατοικίες. Φεύγουν ανατολικά. Στα σπίτια τους θα εγκατασταθούν παλιννοστούντες από την πρώην ΕΣΣΔ, αλβανοί μετανάστες και τώρα τελευταία όλο και περισσότεροι πρόσφυγες. Και βέβαια εκεί μένουν και ξεχασμένα από όλους γερόντια. Η πληθυσμιακή σύσταση αλλοιώνεται. Δεν πρόκειται μόνο για δημογραφική αλλαγή, μα για ταξική. Οι γειτονιές υποβαθμίζονται και στις θέσεις των κάπως πιο εύπορων μικρομεσαίων μεροκαματιάρηδων, έρχεται το άνεργο, είτε ημιαπασχολούμενο προλεταριάτο, που ζει με πενιχρούς μισθούς, ή με τα επιδόματα της πρόνοιας. Οι γειτονιές υποβαθμίζονται. Όλα αυτά υπάρχουν στους στίχους του Χλωπτσιούδη.
Η αγανάκτηση θεριεύει και βγαίνει στους δρόμους. Έχει αρχίσει η «περίοδος των συνθημάτων» -όπως λέει στο ομώνυμο ποίημα.
«μέσα από τις καταστραμμένες βιτρίνες
τραγουδούν την ά – πορία
μιας γενιάς που βυθίζεται
στον μηδενισμό και τις ταυτίσεις»
(με ένα λογοπαίγνιο ανάμεσα στην απορία ως ερώτηση και την απορία ως έλλειψη πόρων).
Και ο ίδιος ο ποιητής συμμετέχει στους αγώνες, οι περιγραφές του είναι άμεσες και ζωντανές:
«στις πορείες στέκομαι
πάντα στο μέσο
εκεί που χτυπούν οι μπάτσοι
εκεί που βλέπεις τον γνήσιο διαδηλωτή
δίχως χαμόγελο, γεμάτο οργή»
Ο ρόλος ενός ποιητή είναι να δίνει το παρόν σε όλα τα συμβάντα, όχι μόνο για να συλλέγει παραστάσεις και να νιώθει τα συναισθήματα των άλλων, μα για να συμπάσχει ζώντας τη ζωή τους από πρώτο χέρι:
«μεταμφιεσμένος παρατηρώ τον κόσμο
κυκλοφορώ ανάμεσα στους ανθρώπους
στα λεωφορεία σαν πρόσφυγας
στις βόλτες της παραλιακής
σαν παράνομος μικροπωλητής…»

Δεν είναι τυχαίο πως η πιο συχνά χρησιμοποιημένη λέξη στο βιβλίο του είναι η λέξη «όνειρο»∙ εντοπίζεται γύρω στις 20 φορές, ενώ σε κάποια ποιήματα την χρησιμοποιεί και δύο φορές. Τα όνειρα υπάρχουν και στους τίτλους των ποιημάτων: «Παρατηρητής ονείρων» και «Χάρτινα όνειρα». Βέβαια με την λέξη «όνειρο», δεν εννοεί πάντα το ίδιο πράμα: διαφορετικό είναι το όνειρο του μικροαστού, ο ποιητής το ονομάζει «καταναλωτικό όνειρο», άλλο της νυχτερινής πεταλουδίτσας, άλλο του μετανάστη. Υπάρχουν όνειρα «νοθευμένα» και «όνειρα που πεθαίνουν κάθε μέρα» και τα «ψαρεύουν ποιητές κωφάλαλοι» στο ποίημα «Σε μέλλοντα εσχατολογικό». Άλλωστε λέει πως τα όνειρα «δεν έχουν πατρίδα και φυλή».
Υπάρχει και το όνειρο του ποιητή∙ στο τελευταίο μπορούμε να μιλήσουμε πια για όραμα. Πρόκειται για το ποίημα «υδρόγειος σφαίρα» όπου λέει:
«Όταν ήμουν παιδί έπαιζα με την
υδρόγειο σφαίρα, έφτιαχνα κράτη
δίχως αστυνομία και καταργούσα
τα σύνορα για να ταξιδεύουν
ελεύθερα οι άνθρωποι, έβαζα ποτάμια
στις ερήμους να φύγει η ξηρασία,
να πίνουν τα παιδιά, θάλασσες
στα βουνά, να παίζουν
και νησιά να ξαποσταίνουν
οι βάρκες των αμάχων»
Σε ένα άλλο σημείο αναφέρει πως «το δώρο του Προμηθέα δεν ήτανε η φωτιά, μα το «όνειρο». Υπάρχει όμως κι η απογοήτευση και η κούραση. Στο «χέρσα γη» διαβάζουμε:
«σε χέρσα γη καλλιεργήσαμε όνειρα
και φύτρωσαν
αυταπάτες με αγκάθια»
Ακόμη τα όνειρα:
«βιάστηκαν να ενηλικιωθούν
πριν βρουν τον δρόμο για τα σύννεφα…»
Και τέλος για τα όνειρα:
«τελικά είμαστε δυο κόσμοι:
όσοι επιλέγουν την ασφάλεια
κλωτσώντας την ελευθερία
και
οι χαμάληδες που μεταφέρουμε
κιβώτια γεμάτα όνειρα
και χανόμαστε σε εργατικά ατυχήματα»
Με την πρώτη ματιά μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως περιεχόμενο και φόρμα είναι αλληλένδετα. Στην πραγματικότητα δεν βρίσκουμε ούτε ένα κεφαλαίο γράμμα∙ μέχρι και κύρια ονόματα όπως ο Σίσυφος είναι γραμμένα με μικρά, με εξαίρεση τον Προμηθέα και την λέξη Λόγο. Δεν υπάρχουν σημεία στίξης εκτός από κάποια κόμματα κι άνω τελείες –καθαρά λειτουργικά για να μην χάνει το νόημα κι αποσυντονίζεται ο αναγνώστης.
Ωστόσο, στο ποίημα –που δίνει και τον τίτλο της συλλογής, το «Laissez passer» (=αφήστε να περάσουν)– έρχεται η απάντηση, σαν να λέει ο ποιητής «αφήστε να περάσουν τα όνειρα, οι πρόσφυγες και τα πουλιά! Αφήστε να περάσουν τα «ενδεή πεζά!». Αντί για την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων (πρόκειται για τον οικονομικό όρο) ο ποιητής οραματίζεται:
«μια γραμματική στην οποία τα κεφαλαία (σσ τα γράμματα) θα ταξιδεύουν
ελεύθερα
πέρα από τις τελείες
θα διακινούνται ελεύθερα
από ποιητές
και θα μοιράζονται ανάλογα με τις ανάγκες
σε όλες τις λέξεις
ως δίχτυ αλληλεγγύης»
Βέβαια ο υπαινιγμός είναι για το μαρξιστικό αξίωμα του σοσιαλισμού «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του» που αποτελεί.
Η συλλογή είναι χωρισμένη σε ενότητες, ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν μικρά άτιτλα ποιήματα των 4 μέχρι 8 στίχων, με πλάγια γραφή, που είτε συνοψίζουν είτε δίνουν κατευθύνσεις για τα επόμενα ποιήματα.
Ο Χλωπτσιούδης δεν έχει για αυτοσκοπό να θαμπώσει τον αναγνώστη με φανταχτερές παρομοιώσεις, αλληγορίες ή μεταφορές. Προτιμάει την σαφήνεια σε συνδυασμό με αυτό που ο ίδιος συχνά γράφει (για άλλους) ως συναισθηματική κλιμάκωση. Εκεί όμως που το ίδιο το ποίημα τις απαιτεί, τις προσφέρει γενναιόδωρα και λειτουργικά:
«από το ράφι κατέβασα
κάτι σκονισμένα Χριστούγεννα
είχαν ξεχαστεί ανάμεσα σε
πυρωμένα στολίδια εξέγερσης»
Ή
«ηλίανθος το όνειρο
κοιτά πάντα προς την ουτοπία»
Ή το:
«σκουριασμένα όνειρα
ξέβρασε η θάλασσα
που άνθισαν σαν σωσίβια στα βράχια»
Το προτελευταίο ποίημα της συλλογής περιέχει στίχους γραμμένους με κανονική κι άλλους με πλάγια γραφή. Σ’ αυτές, τις γραμμένες με πλάγια γραμμή σειρές, για άλλη μια φορά δηλώνει το πιστεύω του και δίνει τον ορισμό του για την ποίηση. Γράφει για τον τρελό που έμεινε με την γριά και «διακοσμούσε τα μισογκρεμισμένα μας όνειρα». Όταν όμως ο τρελός πεθαίνει:
«οι παπάδες δίχως φέρετρο
θυμιάτισαν
και αντί για κηδειόχαρτο
κόλλησαν μια γνωμάτευση:
ο ασθενής πάσχει από οξύ ποιητικό
διπολισμό, όταν αισθάνεται ποιητής
θέλει να αλλάξει τον κόσμο…»
Και λίγο μετά τελειώνει με πικρό χιούμορ:
«Δεν τον έθαψαν ιερείς, μα κριτικοί
Που τον λιβάνισαν πριν τον ξεχάσουν»
Η συλλογή των 30 ποιημάτων τελειώνει με το ποίημα «Ποιητής» όπου ανακεφαλαιώνει όλα όσα λέχτηκαν νωρίτερα δίνοντας την απαραίτητη βαρύτητα στις έννοιες ποιητής, όνειρο κι επανάσταση:
«εμένα με έστειλαν σχολείο
Για να μην πετάξω
Ήταν επικίνδυνο να φαντάζομαι, να ονειρεύομαι..»
Και λίγο πιο κάτω:
«μα η δικαιοσύνη στρέφει αλλού το βλέμμα
γιατί αλλιώς το όνειρο θα γίνει ποίηση
έτσι βάφτισαν ποιητές
όσους ονειρεύονται
το επαναστάτες βλέπεις απειλεί την ευταξία…»