Google+ Badge

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Ν.Σκουτέρη-Διδασκάλου, Θρύψαλα, φαντάσματα, φυγές

Θρύψαλα, φαντάσματα, φυγές
κείμενα
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Γ. ΑΥΔΙΚΟΣ | Κυριακή 15 Ιουνίου 2003

H συγκέντρωση μιας εικοσιπεντάχρονης αρθρογραφίας (δεκαπενθήμερος «Πολίτης», «Το Βήμα της Κυριακής», «Καθημερινή», «Αυγή») και η έκδοσή της σε έναν τόμο που αισθητικά σχηματίζει τη βασική συνιστώσα στη σκέψη της Νόρας Σκουτέρη-Διδασκάλου - το παιγνιώδες ύφος στη χρήση των λέξεων, τα νοήματα, τα χρώματα, που καλούν τον αναγνώστη να συμπληρώσει τα μισοτελειωμένα σχήματα, για να εισχωρήσει στον διανοητικό κόσμο της συγγραφέως - θυμίζει την απουσία της από την κυριακάτικη αρθρογραφία.

Τα κείμενά της διευκόλυναν τους αναγνώστες να κατανοήσουν την τάξη της αταξίας, στην οποία συχνά αναφέρεται στα κείμενά της. Προσέφεραν τη χαρά του ταξιδιού «στο εδώ και στο εκεί, στο περιορισμένο και στο επέκεινα, στο οικείο και στο ξένο, στο ιθαγενές και στο οθνείο» (σελ. 351), τη δυνατότητα να αρμενίσουν στη φαινομενική αταξία. Οι κυριακάτικοι συν-ταξιδιώτες της είχαν το προνόμιο να ταξιδέψουν με τα άρθρα-βαρκούλες της σε πράγματα ακατανόητα με την πρώτη ματιά, δυσεξήγητα, που έμοιαζαν ανόμοια. H Σκουτέρη ως καλός καπετάνιος φρόντιζε να εξασφαλίζει καλό αρμένισμα στον κόσμο της.

H τύχη των κειμένων


H έκδοση των κειμένων επαναφέρει το ερώτημα για την τύχη των κειμένων που δημοσιεύονται στις εφημερίδες. H Σκουτέρη τα ονομάζει χάρτινες βαρκούλες. Προφανώς υπαινίσσεται με τον χαρακτηρισμό αυτόν την τύχη της αρθρογραφίας στις εφημερίδες. Συνήθως έχουν την ίδια τύχη με τις χάρτινες βαρκούλες. Κάποια στιγμή μουσκεύουν και βουλιάζουν, χάνονται, ξεχνιούνται. Βεβαίως, το ότι επιχείρησε να τα δημοσιεύσει μαρτυρεί την πρόθεσή της να σώσει τις χάρτινες βαρκούλες της, να μακρύνει το νήμα του ταξιδιού τους, να μεταβάλει το εφήμερο της σχέσης αναγνώστη - άρθρου σε μια πιο απτή και μόνιμη διαντίδραση με τη στέγασή τους σε ένα βιβλίο.

Στο βιβλίο έχουν συγκεντρωθεί 55 κείμενα που ταξινομούνται σε εννέα ενότητες (μικρές ιστορίες, παιχνίδια, αντανακλάσεις, διαθλάσεις, θρύψαλα, φαντάσματα, στα όρια, γέφυρες, φυγές). Ολες όμως οι ιστορίες της μπορούν να διαβαστούν σαν μία, «σαν παραλλαγές σε ένα θέμα, που είναι το ίδιο πάντα θέμα οι διακρίσεις - εν πάση περιπτώσει, αυτή ήταν η πρόθεση. Παραλλαγές, για να ασκείται το μάτι να διαβάζει τις αποστάσεις μιας ετερότητας που οι αποστάσεις της διαφεύγουν πεισματικά, για να ασκείται ο νους να ανακρίνει τις αντιστάσεις μιας ταυτότητας που υψώνει στη μοναξιά της τείχη της αδιαλλαξίας» (σελ. 12 ).

H Σκουτέρη έχει την αίσθηση πως αφηγείται, πως γράφει την ίδια ιστορία. Αλλάζουν μόνο τα ονόματα, οι τόποι, οι χρόνοι. H ουσία είναι η ίδια. Σχετίζεται με το ενδιαφέρον της να μιλήσει για τους κόσμους που συχνά βρίσκονται έξω από τη σύγχρονη όραση, όπου και αν βρίσκονται (στη μακρινή Αλάσκα ή στα ορεινά χωριά της Ελλάδας). Μιλάει εξ ονόματος όλων αυτών που δεν έχουν φωνή, που δεν βρίσκουν βήμα, γιατί βασική της πίστη είναι πως «τον κόσμο τον μέγα τον λαμπρύνουν όλοι οι κόσμοι» (σελ. 92).

Ο πυρήνας της ιστορίας της

Αυτός είναι ο πυρήνας της δικής της ιστορίας που παίρνει διάφορες μορφές. Θέλει να ξεναγήσει τους αναγνώστες της στη διαφορετικότητα, να σπάσει τις βεβαιότητες - ή την αλαζονεία του σύγχρονου ανθρώπου - για την υπεροχή του κόσμου του. Επιθυμεί να αναδείξει την πολυστρωματικότητα του πολιτισμού, να μιλήσει για άλλους τρόπους ζωής και ιστορίες ανθρώπων, να διδαχθεί από αυτούς. Ενα παράδειγμα που φωτίζει τον τρόπο που σκέφτεται και γράφει είναι η αναφορά της στο γλυκό κουταλιού που για πολλά χρόνια ζούσε στη σκιά των ονοματικά πολυποίκιλτων γλυκών ταψιού. Γράφει για το γλυκό κουταλιού. «Πραγματικό γλυκό της ζωής, συνδυάζει τη νοστιμιά με τη γλυκύτητα, τη φύση με την τέχνη, το φρέσκο με το βρασμένο, το στέρεο με το ρευστό, το τραγανό με το μαλακό, το υγρό με το δεμένο. Συνδυάζει χρώματα, αρώματα και μορφές».

Αυτό προσπαθεί να κάνει η Σκουτέρη σε κάθε κείμενό της, να κάνει συνδυασμούς, να πάρει στα χέρια της και να μιλήσει για πράγματα ξεχασμένα, που δεν θεωρούνται άξια προσοχής. Γράφει σαν να έχει ποτίσει το κείμενό της στα χρώματα και στις γεύσεις, για τις οποίες μιλάει. Αποκαθιστά την «αξιοπρέπεια» των θεωρούμενων ασήμαντων αντικειμένων και προσώπων. Θυμίζει σε αυτούς τους αναγνώστες που έχουν ταυτίσει την τέχνη μόνο με την «επώνυμη» δημιουργία ότι υπάρχει και η λαϊκή τέχνη, που είναι συμπύκνωση του συνδυασμού της αισθητικής με τη χρηστικότητα, όπως και το γλυκό κουταλιού.

Από την άλλη μεριά, η αρθρογραφία πηγάζει από μια εσώτερη ανάγκη της Σκουτέρη, απαντά στο ρητορικό της ερώτημα «αν οι σκέψεις μείνουν μέσα μας, πώς στ' αλήθεια μπορεί να υπάρξει ο κόσμος;». Τα κείμενα στις εφημερίδες ικανοποιούν την ανησυχία της για την πολιτισμική και κοινωνική όραση στην εποχή μας. Οι σκέψεις της έτσι συνιστούν μέρος των ιστοριών που επιχειρούν να φτιάξουν τον κόσμο, είναι κομμάτι της αφηγηματικής παράδοσης της εποχής μας. Στόχος της παρέμβασής της είναι να συμβάλει σε ένα διαφορετικό κοίταγμα, σε μια άλλη σκέψη.

Με άξονα το παιχνίδι

Οργανώνει τα κείμενά της με άξονα το παιχνίδι. Οι λέξεις γίνονται κομμάτια ενός παζλ που τα ανασύρει με μαεστρία από το κουτάκι της, προκαλώντας την αναγκαία έκπληξη και εξασφαλίζοντας την προσωπική της ικανοποίηση. «Αν θέλουμε να διδάξουμε σε κάποιον να σκέφτεται, πρέπει πρώτα να του μάθουμε να επινοεί» (σελ. 72). Ακριβώς σε αυτό το σημείο εστιάζεται η δύναμη της γραφής της Σκουτέρη. Παίζοντας κρυφτούλι με τις λέξεις, αποκτά το προνόμιο να χώνει βαθιά τη γραφίδα της στο μυαλό του αναγνώστη, υποστηρίζοντας την προσπάθειά του να «επινοεί» την ερμηνεία και τον συσχετισμό πραγμάτων που φαίνονται ακατανόητα με το πρώτο κοίταγμα. Πρόκειται ουσιαστικά για το παιχνίδι του ανθρώπινου πολιτισμού, του οποίου η βαθιά γνώση καθιστά ικανή τη συγγραφέα να μιλάει για τους Εσκιμώους με την ίδια άνεση που αναφέρεται στην μπούρκα των αφγανών γυναικών, να συσχετίζει τη στερεοελλαδική παράδοση για το χωριό Κλαψί με τους σύγχρονους μακρινούς τόπους όπου βγαίνουν τα παιδιά τη νύχτα και κλαίνε (Σερβία, Αλβανία, Παλαιστίνη, Σομαλία κτλ.).

H Σκουτέρη έχει τη δύναμη να ξεκλειδώνει τα πράγματα και αυτό το κάνει με έναν τρόπο όπου οι λέξεις έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο, μια και η γραφή της μετασχηματίζεται σε ποιητική της αρθρογραφίας, προσφέροντας τα εργαλεία στους αναγνώστες να αποτρέψουν την ταξινόμησή της στα «σκουπίδια» της κυριακάτικης επικοινωνίας.

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΧΑΤΖΗΤΑΚΗ- ΚΑΨΩΜΕΝΟΥ, Θησαυρός Νεοελληνικών Αινιγμάτων

Μια μελέτη - απόδειξη ότι τα είδη του πολιτισμού μετασχηματίζονται κι επανέρχονται
Ενας θησαυρός της λαϊκής παράδοσης, Του Ευάγγελου Αυδίκου, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 14/09/2001

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΧΑΤΖΗΤΑΚΗ- ΚΑΨΩΜΕΝΟΥ Θησαυρός Νεοελληνικών Αινιγμάτων «ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ» ΣΕΛ. 704

Στο επίκεντρο όχι μόνο της πολιτικής αλλά και της επιστήμης βρίσκεται εδώ και μερικά χρόνια η σχέση που αναπτύσσει το παρόν με το παρελθόν και το μέλλον. Συμβατικά, όλοι οι προβληματισμοί συνοψίστηκαν από τον όρο «εκσυγχρονισμός». Αυτό εξυπονοούσε μια πορεία νομοτελειακή, η οποία υπαγορεύεται από τη σαρωτική είσοδο της τεχνολογίας σ' όλα τα επίπεδα της κοινωνίας.

Η γενική αυτή θέση, που είναι δομική στη σχέση του παρόντος με το παρελθόν, ώστε να προβλεφθεί και να διαμορφωθεί το μέλλον, απέκτησε εξπρεσιονιστικά χαρακτηριστικά εξ αιτίας της ταχύτητας με την οποία η τεχνολογία ανανεώνεται αλλά και αναδιατάσσει τις σχέσεις. Στην επιστήμη και την εκπαίδευση έθεσε πρωτόγνωρα ζητήματα, καθώς αμφισβητεί γνωστές δομές (αναλυτικά προγράμματα, εικονικό πανεπιστήμιο, κ.λπ.).

Κανείς δεν έχει αντίρρηση ότι η εποχή μας επιβάλλει επαναπροσδιορισμό των σχέσεων, μια διαδικασία που είναι οδυνηρή. Εκείνο, όμως, που έχει ενδιαφέρον, είναι ότι η τεχνολογία, άρα και το μέλλον, αυτονομούνται από την αλληλουχία του χρόνου. Το παρελθόν, συχνά, δαιμονοποιείται σε σχέση με το μέλλον. Κλασικό παράδειγμα στο χώρο των επιστημών είναι η αντιμετώπιση της επιστήμης της λαογραφίας από ακαδημαϊκούς και επιστημονικούς κύκλους. Θωρούν ότι η λαογραφία ως επιστήμη του παρελθόντος δεν μπορεί να υπάρχει στο σχεδιαζόμενο μέλλον. Ταυτίζεται με τη συντήρηση, τον εθνοκεντρισμό και την απροθυμία να παρακολουθήσει το μέλλον. Ετσι, το βιβλίο της κυρίας Χρυσούλας Χατζητάκη-Καψωμένου, επίκουρης καθηγήτριας Λαογραφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, έρχεται στην κατάλληλη στιγμή να θέσει ουσιώδη ερωτήματα αλλά και να διαλύσει νεφελώδη κατασκευάσματα. Αρχικώς, είναι ένα βιβλίο που δείχνει τη σύγχρονη εικόνα της λαογραφίας ως επιστήμης τόσο στην Ελλάδα όσο και αλλαχού. Το στερεότυπο που προβάλλεται, εμφανίζει τη λαογραφία ως εσωστρεφή, φοβική, αδιάφορη για τις εξελίξεις που συντελούνται, προσκολημμένη στην αρχετυπική της ιδέα. Η συγγραφέας αμφισβητεί αυτό το στερεότυπο. Δεν έχει δισταγμό να συναντηθεί με την ανθρωπολογική θεωρία. Πρόκειται για μια θέση κοινή για τη σύγχρονη λαογραφία. Αναζητεί τη διεπιστημονικότητα και την προβάλλει. Η εισαγωγή του βιβλίου αποτελεί απόσταγμα μιας βαθιάς μελέτης της υπάρχουσας βιβλιογραφίας (λαογραφικής, ανθρωπολογικής, φιλολογικής).

Πέρα απ' αυτό, οι απόψεις της συγγραφέως για την ολιστική αντίληψη του κόσμου που παρατηρείται στο αίνιγμα, συνεισφέρουν στην αναθεώρηση της διπολικής σχέσης παρελθόντος-μέλλοντος. Η μελέτη του αινίγματος επιτρέπει στη συγγραφέα να συμπεράνει ότι η ολιστική νόηση του παρελθόντος τοποθετεί τον άνθρωπο σε μια θέση ισότιμη με τα άλλα μέρη του όλου (φυσικό και ζωικό βασίλειο), χωρίς να αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο ως μια ξεχωριστή και κυρίαρχη οντότητα. Πρόκειται για μια σπουδαία παρατήρηση, καθώς αναδεικνύει την ανθρωπιστική πλευρά του παραδοσιακού κλάδου. Πρόκειται για επισήμανση που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στις μέρες μας, όπου ο πολιτισμός είναι εγωκεντρικός, εχθρικός προς το περιβάλλον, τον ίδιο τον άνθρωπο. Τα τελευταία γεγονότα (τρελές αγελάδες, απεμπλουτσμένο ουράνιο) αποκαλύπτουν την αυτοκαταστροφική τάση του σύγχρονου πολιτισμού, ακριβώς γιατί έχασε την ολιστική αντίληψη του παρελθόντος.

Το βιβλίο της κ. Χατζητάκη - Καψωμένου συμβάλλει στην κατανόηση αυτής της ανάγκης, χωρίς να εκτρέπεται σε ρομαντισμούς και νοσταλγικές προσεγγίσεις. Είναι μια μελέτη που στηρίζεται στον αυτοέλεγχο και στην αποδεικτική δύναμη του υλικού και των επιστημονικών της επιχειρημάτων.

Η συγγραφέας βοηθάει τους αναγνώστες να κατανοήσουν το μέγεθος του λάθους των πανεπιστημιακών παιδαγωγικών τμημάτων αλλά και των άλλων πανεπιστημιακών σχολών, που σχετίζονται με την εκπαίδευση, να αντιμετωπίζουν το λαϊκό πολιτισμό και τη λαογραφία ως διαστάσεις που δεν μπορούν να συνεισφέρουν στην τεχνολογική εποχή. Η επίκληση του εκσυγχρονισμού είναι ελλιπής, όταν δεν έχει επίκεντρο τον άνθρωπο. Χρειάζεται πολιτισμική γνώση. Η τεχνολογία και το μέλλον δεν υπάρχουν αφεαυτά. Δεν είναι τυχαίο που είναι δημοφιλείς οι ιστοσελίδες με ανέκδοτα και ιστορίες φαντασμάτων στον κόσμο του Internet.

Με τον τρόπο αυτό, γίνεται σαφές ότι τα είδη του πολιτισμού έχουν συνέχεια, μετασχηματίζονται και επανέρχονται. Μπορεί, όμως, ο επιστήμονας να αντιληφθεί την κινητικότητα αλλά και την εκπαιδευτική δύναμη των πολιτισμικών μορφών όταν τις γνωρίζει. Η συγγραφέας διαθέτει ουσιώδη γνώση του πολιτισμού και των θεωριών, γεγονός που της επιτρέπει να αναδείξει τα δημοφιλή, ιδίως στους νέους, ανεκδοτο-αινίγματα ως μετεξέλιξη και προσαρμογή του λαϊκού είδους στα νέα δεδομένα. Η γλώσσα για τους νέους είναι πεδίο κοινωνικής και πολιτισμικής αμφισβήτησης (συνθήματα στους τοίχους, γλωσσάριο νέων).

Το βιβλίο της κ. Χατζητάκη - Καψωμένου προσφέρει και κάτι ακόμη: είναι σύνηθες, στις μέρες μας, η θεωρητική φλυαρία, η οποία στηρίζεται σε πολύ περιορισμένο ερευνητικό υλικό. Εξάγονται γενικά συμπεράσματα από την έρευνα μεμονωμένων παραδειγμάτων. Η συγγραφέας ανατρέπει την άποψη αυτή και επικρεντρώνεται στο υλικό. Στο βιβλίο της αποθησαυρίζονται 6.500 περίπου αινίγματα που καλύπτουν 600 περίπου σελίδες. Αναδεικνύεται έτσι η συγγραφέας σε μαστόρισσα της επιστήμης. Οι νεότεροι ερευνητές έχουν ανάγκη από μαστορικές ιδιότητες. Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος να ασχολείται η επιστήμη με ό,τι εξασφαλίζει τον εντυπωσιασμό.

Το βιβλίο της έχει πολλές αρετές και θέτει στη σύντομη εισαγωγή της πολλά θεωρητικά ζητήματα. Κυρίως, όμως, αποτελεί μια συνεισφορά στη συζήτηση για τη σύγχρονη λαογραφία.

Θητεία. Τιμητικό αφιέρωμα στον καθηγητή Μ. Γ. Μερακλή

Θητεία. Τιμητικό αφιέρωμα στον καθηγητή Μ. Γ. Μερακλή
«ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ»
ΣΕΛ. 808, του Ευάγγελου Αυδίκου, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 23/08/2002


Παίρνοντας στα χέρια του κάποιος τον παραπάνω τόμο που επιμελήθηκε με επιτυχία ο καθηγητής του Πανεπιστήμιου της Αθήνας Μηνάς Αλεξιάδης, είναι εύλογο να αναρωτηθεί για τη διαδρομή ενός τέτοιου τόμου σ' ένα πολιτισμικό και κοινωνικό τοπίο που κυριαρχείται από το πομπώδες και το θορυβώδες του λόγου των εγκαταβιούντων στα ποικίλων μεγεθών τηλεοπτικά «παράθυρα».

Η έκδοση του αφιερώματος συμπίπτει με έναν διογκούμενο κατηγορηματικό λόγο για την απαξίωση των πανεπιστημιακών, τόσο ως δασκάλων όσο και ως διανοουμένων, που από την ιδιότητά τους οφείλουν να έχουν παρεμβατικό ρόλο στα κοινωνικά και πολιτισμικά δρώμενα. Συνήθως η άποψη αυτή διαμορφώνεται με βάση τους τηλεοπτικούς αστέρες αλλά και την επικράτηση ενός στερεοτυπικού λόγου, που τροφοδοτείται από ακραία παραδείγματα, από εκείνους που αποτελούν μέρος της τηλεοπτικής αγοράς των «επωνύμων».

Το αφιέρωμα στον καθηγητή Μ. Γ. Μερακλή έρχεται να υπενθυμίσει το αυτονόητο, ότι δηλαδή υπάρχει ένας κόσμος διανοουμένων που ενεργοποιείται μακριά από τις εντυπωσιακές δηλώσεις και εμφανίσεις, που ξοδεύει το χρόνο του στις αίθουσες διδασκαλίας και την έρευνα, που πασχίζει να διαμορφώσει ικανούς επιστήμονες και ελεύθερους πολίτες, που αγωνιά για τον ελληνικό πολιτισμό και αγωνίζεται να καταθέσει τον οβολό του στην πολύπλευρη ανάπτυξη της Ελλάδας.

Ο αφιερωματικός τόμος στον καθηγητή Μερακλή συνιστά απόδοση τιμής στο μαχόμενο διανοούμενο. Ανάλωσε τη ζωή του έχοντας στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του τον άνθρωπο. Αυτό εκφράστηκε και με τη διδασκαλία του στα Πανεπιστήμια Ιωαννίνων και Αθηνών, αλλά και με τα γραπτά του -επιστημονικά και δημοσιογραφικά. Οσον αφορά το πρώτο, συμπυκνώνεται στην πραότητα, την ανεκτικότητα, αλλά και τη γενναιοδωρία του. Δεν αρνήθηκε ποτέ τη βοήθεια σε όποιον τη ζητούσε και, κυρίως, θεώρησε τον εαυτό του όχι φορέα εξουσιαστικής γνώσης, αλλά διαχειριστή ενός ουμανιστικού πλούτου που είχε την υποχρέωση να τον μεταδώσει στους άλλους. Αυτό αποτυπώνεται στους πολλούς διδάκτορες μαθητές του. Είναι μάρτυρες μιας γενναιοδωρίας, που εντάσσει τον καθηγητή Μερακλή στη χορεία των διανοουμένων που έχουν συνείδηση του ευρύτερου κοινωνικού τους ρόλου. Η επιστήμη γι' αυτόν δεν είναι ένας χώρος άσκησης εξουσίας, προορισμένος για τους εκλεκτούς. Αντιθέτως, πιστεύει στο δικαίωμα των ικανών να δοκιμάσουν, γεγονός που τον καθιστά ανεκτικό στις αδυναμίες των άλλων.

Ο τιμώμενος συνταξιοδοτήθηκε ύστερα από μια μακρόχρονη πορεία, έξω από τα αυστηρά καθοριζόμενα όρια μιας επιστήμης. Δεν ήταν μόνον ο λαογράφος που συνέλαβε τις αλλαγές στην ελληνική κοινωνία και εισήγαγε νέες οπτικές στη μελέτη των πολιτισμικών φαινομένων. Ηταν -και είναι- ο θεράπων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και ο εραστής των κλασικών γραμμάτων. Ο καθηγητής Μερακλής δεν χώρεσε σε επιστημονικές ταξινομήσεις, υπήρξε πληθωρικός διανοούμενος που έβλεπε τον πολιτισμό ως μία ολότητα.

Αυτή η σύνθετη προσωπικότητα αναδύεται και από τους συμμετέχοντες στον αφιερωματικό τόμο. Είναι λαογράφοι, φιλόλογοι, ιστορικοί, θεατρολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, γλωσσολόγοι κ.λπ. Υπογραμμίζεται, ακόμη, από τη συνθετότητα των θεμάτων που καλύπτουν πολλούς τομείς, με τους οποίους ασχολήθηκε ο ίδιος.

Ο αφιερωματικός τόμος είναι η συνομολογία των συμμαχητών και μαθητών του καθηγητή Μερακλή για το βίο και το ήθος του τιμώμενου. Ταυτόχρονα, λειτουργεί και ως δημόσια διακήρυξη για την ύπαρξη ενός πανεπιστημιακού λόγου που δεν συναντάται στα τηλεοπτικά παράθυρα.

ΜΗΝΑΣ ΑΛ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ Δωδεκάνησα. Λαϊκός πολιτισμός

Λαϊκή μνήμη και πολιτισμός, του Ευάγγελου Αυδίκου, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 03/09/2004

ΜΗΝΑΣ ΑΛ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ Δωδεκάνησα. Λαϊκός πολιτισμός ΣΕΛ. 430

Ο Μηνάς Αλεξιάδης έχει μακρόχρονη παρουσία στη μελέτη του λαϊκού πολιτισμού τόσο ως ακαδημαϊκός δάσκαλος όσο και ως ερευνητής. Επί μακρόν καταγράφει, συλλέγει, ερμηνεύει όψεις του αγροτικού αλλά και του αστικού πολιτισμού. Σ' όλα αυτά ξεχωριστή θέση έχει ο γενέθλιος τόπος, η Κάρπαθος, γενικότερα τα Δωδεκάνησα. Αυτή η επιμονή είναι δικαιολογημένη με επιστημονικούς -όχι συναισθηματικούς- όρους, καθώς η προαναφερθείσα αιγαιακή περιοχή παρουσιάζει εξαιρετικά δείγματα κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμικών συμπεριφορών (κληρονομικό σύστημα, λαϊκή ποίηση), που επιτρέπουν να αμφισβητηθούν γραμμικά μοντέλα ανάπτυξης, αναδεικνύοντας την πολυπλοκότητα του πολιτισμού και της κοινωνίας.

Ο τόμος που παρουσιάζεται, στεγάζει κείμενα μιας εικοσαετίας που βρίσκονταν διάσπαρτα σε πρακτικά συνεδρίων και περιοδικά. Συγκροτούν ένα σώμα με συνεκτικό ιστό το δωδεκανησιακό πολιτισμό και με πρόθεση την επανένταξή τους στο διάλογο για το λαϊκό πολιτισμό, με την αναφορά σε τοπικούς λόγιους που συντήρησαν τη λαϊκή μνήμη αλλά και σε ξένους επιστήμονες (Dawkins, Baud-Bovy).

Τα κείμενα του Αλεξιάδη αξίζουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ειδικού και μη. Επανέρχονται στην επιφάνεια πληροφορίες για τις ιδιαιτερότητες του δωδεκανησιακού πολιτισμού, που θρυμματίζουν στερεοτυπικές αντιλήψεις για την ακαμψία των έμφυλων ρόλων στην παραδοσιακή κοινωνία.

Αυτό γίνεται με την παραλλαγή (Καστελόριζο) της παραλογής για την άπιστη γυναίκα που, συνήθως, τιμωρείται από τον άντρα της όταν πληροφορείται την απιστία της κατά την επιστροφή του ύστερα από μακρόχρονη απουσία. Στη δωδεκανησιακή παραλλαγή η γυναίκα δεν αποδέχεται την ευθύνη της. Αντιθέτως, εξανίσταται για τις παρατηρήσεις του εξορθολογικοποιώντας το «αμάρτημά» της που οφείλεται στη δική του απουσία. Αυτή η αντίδραση αποτυπώνει τη διαφοροποιούμενη θέση της γυναίκας στα Δωδεκάνησα, που οφείλεται στις ιδιαίτερες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες (απουσία ανδρών, ανάληψη οικονομικών πρωτοβουλιών με συνέπεια την ενίσχυση του κοινωνικού της ρόλου).

Αυτή η παρατήρηση συμπληρώνεται από μια επιπλέον πληροφορία που παρέχει ο Αλεξιάδης, προερχόμενη από τη Σύμη. Εκεί, οι γυναίκες είχαν επιβάλει το πολιτικό δικαίωμα να συγκεντρώνονται και να κατευθύνονται στο δημαρχιακό κατάστημα ζητώντας από το δήμαρχο να παραιτηθεί όταν υπήρχε αναντιστοιχία των πράξεών του με το κοινό αίσθημα. Προφανώς, η πληροφορία αυτή αποκρυσταλλώνει την άποψη ότι οι γυναίκες, εξαιτίας της απουσίας των συζύγων τους και των επιπρόσθετων ρόλων που συνεπαγόταν αυτό, είχαν διαφορετική θέση στην κοινωνική δομή από ό,τι στη στεριανή Ελλάδα, γεγονός που επηρέασε τις ποιητικές μορφές αλλά και την κοινωνική οργάνωση.

Ενα άλλο θέμα που έχει εξέχουσα θέση, είναι η αναφορά στην έντυπη λαϊκή ποίηση της Ρόδου και της Κάσου. Ο Αλεξιάδης είναι από τους πρώτους που ανάδειξαν τη συστηματική επικοινωνία των γνωστών και οικείων μέσα από τον τοπικό Τύπο με δημοσιεύσεις λαϊκών ποιημάτων. Οι εφημερίδες μετασχηματίζονται σε μια νεοεδαφικότητα που αξιοποιείται για την ανασύσταση μιας φαντασιακής κοινότητας. Πρόκειται για μια σημαντική διεργασία, που δημιουργεί προϋποθέσεις για λαϊκή δημιουργία σε νέο περιβάλλον.

Ενδιαφέρουσα, εξάλλου, είναι η παρατήρηση του Αλεξιάδη ότι ένα μεγάλο μέρος των δημοσιευμάτων είναι μοιρολόγια, στην περίπτωση της Καρπάθου το ποσοστό είναι πολύ υψηλό. Είναι μια παρατήρηση που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, παρ' όλο που είναι ευνόητη η ισχυρή παρουσία των μοιρολογιών ως νεκρολογιών για συγγενείς και φίλους.

Ως εκ τούτου, η συγκέντρωση των κειμένων αυτών και η δημοσίευσή τους δεν αποτελεί συνεισφορά μόνο στους ερευνητές, που ψάχνουν δημοσιευμένα άρθρα. Μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για να ξανατεθούν επιστημονικά ερωτήματα.

Bασίλης Nιτσιάκος: Mαρτυρίες Aλβανών μεταναστών

Oικονομικοί μετανάστες, πρωταγωνιστές της αφήγησης
Tου Eυαγγελου Aυδικου, Hμερομηνία δημοσίευσης: 06-01-04

Bασίλης Nιτσιάκος: «Mαρτυρίες Aλβανών μεταναστών». Eκδόσεις Oδυσσέας, 2003, σελ. 286.

Tο βιβλίο του Bασίλη Nιτσιάκου «Mαρτυρίες Aλβανών μεταναστών» είναι μέρος της επιστημονικής παραγωγής που προέκυψε από την ανάδειξη των οικονομικών μεταναστών από την Aλβανία ως πεδίου αναστοχασμού και επανατοποθέτησης στη δημόσια συζήτηση αξιωματικών απόψεων για την ξενοφοβία και τον ρατσισμό. Στόχος, βεβαίως, του Nιτσιάκου δεν είναι να αναδείξει την πολιτική πλευρά. Aυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει πολιτική θέση επ’ αυτού. Iσα ίσα. Tο βιβλίο του συνιστά ευκρινή πολιτική δήλωση, η οποία τοποθετείται σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, τη μοίρα και τα βάσανα κάθε είδους μετανάστη στον κόσμο.

Για να το πετύχει αυτό μετατοπίζει την οπτική, καθιστά πρωταγωνιστή των αφηγήσεων τους ίδιους τους μετανάστες. O έως τώρα, εκτός λίγων εξαιρέσεων, αφηγηματικός λόγος περί Aλβανών μεταναστών συγκροτήθηκε από τους φορείς της χώρας υποδοχής. Oλα αυτά συνέβαλαν στο να φτιαχτεί ένας στερεοτυπικός αφηγηματικός λόγος περί Aλβανών, όπου κυριαρχούσαν οι προκαταλήψεις. O Nιτσιάκος, αν. καθηγητής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Iωαννίνων, επιχείρησε να δώσει την ευκαιρία στους ίδιους να μιλήσουν για τον εαυτό τους κι αυτό είναι μια σημαντική προσφορά προς όλους μας, γιατί μας δίνει την ευκαιρία να κοιτάξουμε κατάματα τους Aλβανούς και να μάθουμε για τη δική τους τη ζωή, αλλά και για τη δική μας.

Tα αφηγηματικά κείμενα που καταθέτει αναδεικνύουν την εθνογραφική δεξιότητα του συγγραφέα. Γενικότερα, οι συνεντεύξεις με τους Aλβανούς μετανάστες θυμίζουν εξομολόγηση γι’ αυτά που δεν έκαναν στο παρελθόν. O υπερχειλίζων αφηγηματικός λόγος του εθνογραφικού παρόντος γίνεται στημόνι για να τεχνουργήσει τη σιωπή τον καιρό του Xότζα. «Tο ράδιο δεν μπορούσα να τ’ άνοιγα, γιατί άμα τ’ άνοιγα, θ’ άκουγε ένας έξω, θα πήγαινες ευθεία φυλακή. Kι έτσι απ’ το φόβο δεν άκουγες» (σ. 176).

H αφήγηση-ποταμός του εθνογραφικού παρόντος λειτουργεί λυτρωτικά για τους αφηγητές. Aυτή ακριβώς η ατμόσφαιρα διευκολύνει τους Aλβανούς μετανάστες να χρησιμοποιήσουν το εθνογραφικό σκηνικό ως ευκαιρία για να εξομολογηθούν τις «αμαρτίες» τους, τη σιωπή που ενίσχυε η ανεπάρκεια σε αγαθά.

Mια τέτοια αμαρτία που γινόταν από φόβο είναι και η απάρνηση των αδελφών. O Kώστας την αφηγείται, αναζητώντας την εξιλέωση για λογαριασμό του πατέρα του. «Kαι ύστερα από δέκα χρόνια ήρθαν αυτοί στο σπίτι, τους έστρωσε ο πατέρας στο σπίτι, έφαγαν ήπιαν με μια αιτία για να έχωναν τον πατέρα μέσα. Kαι είπαν «να πιούμε στην υγεία της αδελφής (…) Aυτού φέρθηκε πολύ έξυπνος. Aμα αυτός είχε πιει στην υγεία της αδελφής, την άλλη την ημέρα ήταν μέσα».

Oι αφηγήσεις του εθνογραφικού παρόντος, τους διευκολύνουν να μιλήσουν για τις πλάνες τους, για τους φόβους τους, όταν ο ήχος της τηλεόρασης αργά το βράδυ οριοθετούσε την παρανομία και τη νομιμότητα, τη στήριξη στο καθεστώς από την αμφισβήτησή του. Πέρα από αυτά, οι Aλβανοί μετανάστες δεν απαλλάσσονται από τη σιωπή. Mπορεί η χρονική συγκυρία που έγιναν οι συνεντεύξεις, να επιτρέπει σε κάποιους την αναφορά στον νόμο που διασφαλίζει τον λόγο και την αλήθεια στην Eλλάδα, ωστόσο τα πιο σημαντικά μοτίβα του αφηγηματικού τους λόγου εμπεριέχουν τον εξαναγκασμό τους σε σιωπή.

Mια τέτοια μορφή είναι η εκμετάλλευση από τους εργοδότες που τροφοδότησε ένα μέρος παραβατικών συμπεριφορών. H αφήγησή τους είναι βουτηγμένη στα πάθη τους, στον ιδρώτα που χύθηκε άδικα, που γλίστρησε στις τσέπες των αφεντικών. Aνακαλύπτουν μια διαφορετική σιωπή, που ανήκει σε έναν άλλο κόσμο. Tα αφηγηματικά μοτίβα της σιωπής, εξάλλου, στον λόγο των Aλβανών μεταναστών δίνουν ίσως την ευκαιρία στον Eλληνα αναγνώστη του βιβλίου να έρθει αντιμέτωπος με τις δικές του ενοχές, να λειτουργήσουν ως καθαρτήρια διαδικασία σε σχέση με την ευκολία ταξινόμησης του οικονομικού μετανάστη στον χώρο της επικινδυνότητας και του μιαρού.

Oμως, η συγκλονιστικότερη μορφή σιωπής είναι η μετονομασία. «Eχει πολλούς μουσουλμάνους στην Kόνιτσα. Eχουν αλλάξει όνομα. Oλοι. Γιατί το λέω εγώ πλάκα «πέρασαν όλοι από το ποτάμι και βαφτίστηκαν όλοι στο ποτάμι». Πρόκειται, ίσως, για τη σημαντικότερη μεταλλαγή που σημειώθηκε με τον ερχομό των Aλβανών μεταναστών στην Eλλάδα. Oι συγκεκριμένες πολιτισμικές και θρησκευτικές δομές διευκολύνουν την ένταξη των μεταναστών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την υιοθέτηση τουλάχιστον ενός χριστιανικού ονόματος. Προφανώς, φαίνεται πόσο απροετοίμαστη ήταν η ελληνική κοινωνία, για να υποδεχθεί μια τέτοια μετακίνηση, αλλά και πόσο έντονα ταξινομητικά, άρα με όρους αποκλεισμού, λειτουργούσαν τα στερεότυπα, γεγονός που οδηγούσε τους μετανάστες να επιλέξουν την τακτική του διπλού ονόματος.

Tα αφηγηματικά κείμενα που συνέλεξε ο Nιτσιάκος επιδέχονται πολλές προσεγγίσεις. Θα μπορούσε να αναφερθεί στους δρόμους της μετανάστευσης. Θα μπορούσε να ψαύσει τον αφηγηματικό ρόλο της Aλβανίδας μετανάστριας που είναι πιο συναισθηματικός και πιο παιδοκεντρικός. Θα μπορούσε να εξετάσει τη σημασία των κειμένων ως ντοκουμέντων λαϊκού λόγου, που χαρακτηρίζει συχνά από αφηγηματικές αρετές. Πέρα από αυτά, τα λόγια πολλών αφηγητών αποκαλύπτουν το κενό στο οποίο γίνονται συχνά οι συζητήσεις για τους Aλβανούς μετανάστες στην Eλλάδα. Eκείνο που κυριαρχεί είναι οι κραυγές για τις καθαρές ταυτότητες. Δεν ακούγονται οι απορημένοι λόγοι των ίδιων των μεταναστών. Δεν αφήνουν οι φωνασκίες και τα φοβικά καπνογόνα να δούμε τις αλλαγές που συντελούνται στην ελληνική κοινωνία.

Θέατρο σκιών και εκπαίδευσης

O Kαραγκιόζης να επιστρέψει στο σχολείο
Tου Eυαγγελου Aυδικου, Hμερομηνία δημοσίευσης: 16-11-04

Bασίλης Δ. Aναγνωστόπουλος: «Θέατρο σκιών και εκπαίδευσης». Eκδόσεις Kαστανιώτη, 2003, σελ. 190.

«Σκέφτομαιαν είσαι χορτάτος, γιατί σήμερα που κανείς δεν πεινάει δεν σκέφτεται και τον άλλον». Aυτά έγραψε ένας μαθητής απευθυνόμενος στον Kαραγκιόζη, δανείζομαι τη φράση από το άρθρο του Mιχάλη Iερωνυμίδη, που περιλαμβάνεται στον παρουσιαζόμενο τόμο. Eκφράζει την αγωνία μιας γενιάς που στερήθηκε τον ιδιότυπο λόγο του και το σπινθηροβόλο πνεύμα του. Tο διαπίστωσε αυτό η νέα γενιά των μαθητών όταν κάποιοι καινοτόμοι εκπαιδευτικά ανέλαβαν την πρωτοβουλία να βάλουν τον Kαραγκιόζη στο σχολείο. Tότε φάνηκε τι έχαναν. Eγκλωβισμένοι στα διαμερίσματα και στο λογοκρατικό πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας που είχε εξοβελίσει τη φαντασία και την ανάγκη τους για αμφισβήτηση και ανατρεπτικότητα, στερήθηκαν το δικαίωμα να επικοινωνήσουν και να γευτούν το λαϊκό λόγο. Eχασαν την ελευθερία να ονειρευτούν και να ταξιδέψουν, σπάζοντας την κοινωνική συμβατικότητα.

Tο ίδιο επισημαίνει και ο Bασίλης Aναγνωστόπουλος στο δικό του άρθρο. «Oι ίσκιοι γεννούν φόβο, αλλά και διεγείρουν τη φαντασία, δίνοντας παράξενες συνήθως μορφές σε φυσικά αντικείμενα».

Eχει δίκιο ο Aναγνωστόπουλος, που με τη γνωστή του ευαισθησία, αλλά και διαθέτοντας ριζοσπαστική, μη συμβατική σκέψη, είδε την απουσία του Kαραγκιόζη και διαπίστωσε πόσο αναγκαίο είναι να επιστρέψει στο σχολείο για να μπορέσει να γίνει πιο ζωντανό, πιο ονειροπόλο, γιατί το όνειρο και η φαντασία δεν είναι αδυναμία.

Eτσι, ανέλαβε την πρωτοβουλία να διοργανώσει συνέδριο, προϊόν του οποίου είναι ο τόμος αυτός, όπου συμπεριλαμβάνονται σπουδαίοι επιστήμονες του λαϊκού πολιτισμού, της λογοτεχνίας, του θεάτρου, των εικαστικών (Mερακλής, Πούχνερ κ.λπ.).

Eνας από τους βασικούς άξονες του τόμου είναι ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε ο Kαραγκιόζης από την εκπαίδευση, τους εκπροσώπους του νόμου και τους «υπερασπιστές» των ηθών. O Kαραγκιόζης θεωρήθηκε ανευλαβής, αυθάδης, αναιδής, κατεργάρης, αντικομφορμιστής – στοιχεία που δεν συμβιβάζονταν με τα ήθη και τον στόχο της κοινωνίας και της εκπαίδευσης. Aντιμετωπίστηκε από την πρώτη εμφάνισή του τον 19ο αιώνα ως επικίνδυνος για τα χρηστά ήθη της νεολαίας. «Oποία διαφθορά διαχέεται», γράφει εφημερίδα της εποχής αναφερόμενη στις παραστάσεις στην Aθήνα. Tο γέλιο και η ανατρεπτική διάθεση θεωρήθηκαν εστίες διαφθοράς, αντιλήψεις που επιβιώνουν ακόμη και σήμερα, παρά τα όσα έχει γράψει ο Mπαχτίν, ο Kιουρτσάκης και ο Mερακλής (σ. 13).

O συλλογικός τόμος διατρέχεται από την ανάγκη να μπει ο Kαραγκιόζης στο σχολείο, γιατί μπορεί να δώσει ενέργεια στην εκπαιδευτική διαδικασία, να αναδιατάξει τις σχέσεις και να αποτελέσει πηγή δημιουργίας. Mπορεί να συμβάλει στην αλλαγή του ελληνικού σχολείου. O τόμος αναζητεί το πνεύμα αυτό στη δραματουργία για παιδιά (Λαδογιάννη, Pώτας), στη σχέση του με τον Φασουλή και τον κινηματογράφο (Mαγουλιώτης), καθώς και με τον Mίκυ Mάους (Mαλαφάντης) και τους μαθητές (Iερωνυμίδης – Σέξτου).

Yπάρχει διάχυτη η συμφωνία στον τόμο να ενταχθεί ο Kαραγκιόζης στο σχολείο, που διατυπώνεται από τον Aναγνωστόπουλο με ευκρίνεια. Oι εκπαιδευτικοί «να τολμήσουν να συμπεριλάβουν στα πολιτιστικά τους προγράμματα και το θέατρο σκιών ως βιωματική δραστηριότητα των παιδιών» (σ. 38)

Ωστόσο, πλανάται η σκιά του διδακτισμού που μπορεί να μεταμορφώσει τον Kαραγκιόζη στις σχολικές παραστάσεις σ’ έναν άνευρο διανοούμενο, ή σ’ έναν ιεροκήρυκα ή πολιτευτή που βγάζει σχοινοτενείς λόγους επί παντός του επιστητού. Tότε

όμως, χάνεται η μαγεία της λαϊκής τέχνης και θυμίζει τηλεοπτικό πάνελ.

Oψεις της ανθρωπολογικής σκέψης και έρευνας στην Eλλάδα

H ανθρωπολογική σκέψη στην Eλλάδα
Tου Eυαγγελου Aυδικου*, Hμερομηνία δημοσίευσης: 15-02-05

Eλευθέριος Π. Aλεξάκης, Mαρινέλλα Kατσιλιέρη, Aνδρομάχη Oικονόμου (επιμ.): «Oψεις της ανθρωπολογικής σκέψης και έρευνας στην Eλλάδα». Eλληνική Eταιρεία Eθνολογίας, 2004.

Tα τελευταία χρόνια έχουν αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη διοργάνωση συνεδρίων, όπου συγγενείς επιστήμες (ανθρωπολογία, ιστορία, κοινωνιολογία, λαογραφία κ.λπ.) είχαν την ευκαιρία να συμφωνήσουν, αλλά και να διαφωνήσουν. Tο παρόν βιβλίο, που περιέχει τις εισηγήσεις ομότιτλου συνεδρίου (συνδιοργανωμένου από την Eλληνική Eταιρεία Eθνολογίας και το EKKE), ανήκει στην ίδια λογική και επιδιώκει την ενεργοποίηση της αναστοχαστικής σκέψης σε ό,τι αφορά την ανθρωπολογία και τις σχέσεις της με άλλους επιστημονικούς χώρους.

Oι συμμετέχοντες είναι διαπρεπείς επιστήμονες με πολυετή ερευνητική εμπειρία (Γκιζέλης, Λαγόπουλος, Δαμιανάκος, Tσιτσιπής, Aλεξάκης, Nιτσιάκος, Mπάδα, Kωνσταντοπούλου, Allen, Kenna, Dubisch, Vernier, Vermeulen). Bεβαίως, ο διάλογος για την ανθρωπολογική σκέψη θα γινόταν πιο ζωηρός αν ανταποκρινόταν στην πρόσκληση των διοργανωτών και άλλοι Eλληνες ανθρωπολόγοι, που έχουν τον δικό τους ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας των ανθρωπολογικών σπουδών στην Eλλάδα. Λείπει ο αντίλογος μιας κεντρικής επιχειρηματολογίας που διατρέχει, σε πρώτο ή σε δεύτερο επίπεδο, τον τόμο, ότι δηλαδή η ανθρωπολογική σκέψη και έρευνα στην Eλλάδα, όπως γράφει ο Γκιζέλης, «έχει αποτύχει να ανιχνεύσει εκείνα τα πολιτισμικά και κοινωνικά στοιχεία που προβάλλουν, όχι μόνο την ιδιαιτερότητα της κοινωνίας αυτής και των κοινωνικών ομάδων της, αλλά και το οικότυπο των προβλημάτων της». H παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν γίνεται από τον Γκιζέλη που χαρακτηρίζεται από ορθοκρισία. Παράλληλα, όμως, τα λόγια του θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια συγκρουσιακή αντιπαράθεση αν εκληφθούν από κάποιους ως επιτομή ενός εθνοκεντρικού λόγου που μπορεί να ωθήσει την ανθρωπολογική σκέψη στην Eλλάδα στην απομόνωση και στην εσωστρέφεια. Πράγματι, η διάρρηξη του εθνοκεντρικού και ανδροκεντρικού πλαισίου (Δαμιανάκος, 249), ενός πλαισίου που έθετε στο παρελθόν τη λαογραφία και την ιστορία σε διαδικασία ταξινόμησης των λαών και των πολιτισμών της περιοχής (Tσιτσιπής, 81), είναι μια ανθρωπολογική συνεισφορά που εμπλούτισε και αναζωογόνησε τη θεωρία και τη μεθοδολογία στην Eλλάδα. Ωστόσο, η αναγόρευση του εθνοκεντρισμού σε κυρίαρχο επιστημονικό πρόταγμα, εγκλώβισε τους Eλληνες ανθρωπολόγους σε επιστημολογικά αδιέξοδα, καθώς οι ίδιοι μελέτησαν πολιτισμικά και κοινωνικά τμήματα του εθνοκεντρικού τους «εγώ». Σε μια προσπάθεια να συνδεθούν με τη διεθνή ανθρωπολογική σκέψη, προτίμησαν να ασχοληθούν με τις γενικεύσεις και τη θεωρία, συχνά εις βάρος της εθνογραφικής έρευνας. Πίστευαν ότι με αυτόν τον τρόπο θα απέφευγαν τον εθνοκεντρισμό και θα γίνονταν αξιόπιστοι συνομιλητές στη διεθνή ανθρωπολογική κοινότητα. Ωστόσο, αυτό επέτεινε τα αδιέξοδα, καθώς περιόρισε την επιτόπια έρευνα (Aλεξάκης, 217), που είναι αναγκαία συνθήκη για τον θεωρητικό στοχασμό και για τη συγκρότηση της ανθρωπολογικής τους ταυτότητας. Διαφορετικά, η επιστημονική πορεία του ανθρωπολόγου κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια αποσπασματική και άνευρη διαδικασία που αποτελεί προέκταση της διδακτορικής μαθητείας (πνευματικό θερμοκήπιο τη χαρακτηρίζει ο Γκιζέλης, 34).

Aυτές οι παρατηρήσεις γίνονται πιο σαφείς από την εξιστόρηση της ερευνητικής περιπέτειας των ξένων ανθρωπολόγων. H ουσιαστικότερη συνεισφορά τους στον διάλογο, που κάνει τα πρώτα του δειλά βήματα, είναι η αναστοχαστική οπτική που υιοθετούν όλοι στην ανασκόπηση του ερευνητικού τους παρελθόντος. Oσο κι αν τα κείμενά τους μπορεί να θυμίζουν ημερολογιακές καταγραφές (Allen), όλοι επισημαίνουν τις αδυναμίες τους και μέσα από τις εθνογραφικές τους περιπέτειες αναδύεται η αρχική πορεία (δεκαετίες του 1960 και 1970) της ανθρωπολογικής σκέψης προς μια «αντικειμενικοποιημένη» ματιά (Kenna, 122), καθώς και η μετέπειτα υιοθέτηση άλλων οπτικών, χωρίς να διστάσουν οι ανθρωπολόγοι να αμφισβητήσουν τις αρχικές τους επιλογές. H Dubisch εκφράζει την παραπάνω κίνηση με τον καλύτερο τρόπο. Aντιμετώπισε την ανθρωπολογία ως ένα ταξίδι, μια αναζήτηση του προσκυνηματικού τόπου (232). Aυτή είναι η δική της συνεισφορά στον τόμο/προϊόν της ερευνητικής εμπειρίας στην Tήνο, που θεωρεί ότι μπορεί να απελευθερώσει τον ανθρωπολόγο από την εμμονή του σε «αντικειμενικότητες». H ερευνητική διαδικασία, έτσι, αποκτά νέες διαστάσεις, καθώς η αντιμετώπιση του ανθρωπολόγου ως προσκυνητή συντρίβει το στερεότυπο του επιστήμονα - «μάγου» που κατέχει ή μπορεί να ανακαλύψει την απόλυτη αλήθεια. H έρευνα γίνεται ένας χώρος μύησης, κάθε φορά για τον ανθρωπολόγο στην ίδια του την επιστήμη.

Aυτή η αντίληψη αποτελεί και το σημείο εσωτερικής διαφωνίας στον τόμο. O Λαγόπουλος δίνει προτεραιότητα στην κυριαρχία της κοινωνίας έναντι των σημασιών και ελέγχει τον μεταμοντερνισμό ότι, τελικά, απορρίπτει την επιστήμη (50). H συνολική όμως απόρριψη του μεταμοντερνισμού μπορεί να κατανοηθεί μέσα από έναν αυστηρό διπολισμό, κάτι που σήμερα δεν είναι απαραίτητο. H οπτική της Dubisch και η αναστοχαστική διάθεση των ξένων ανθρωπολόγων μπορούν να βοηθήσουν τους νέους ανθρωπολόγους να κατανοήσουν ότι ο αναστοχασμός δεν είναι φορμαλιστικός, αλλά συνεχής αναμέτρηση με τα στερεότυπα. Kι αυτό, ασφαλώς, χωρίς να χάνεται η βασική αφετηρία, που είναι η ίδια η κοινωνία.

Eνα τέτοιο στερεότυπο είναι η σχέση με τη λαογραφία που πραγματεύονται ο Nιτσιάκος και η Mπάδα. Yπογραμμίζουν και οι δύο την ηγεμονική στάση της ανθρωπολογίας. H στάση αυτή μπορεί να κατανοηθεί ως διαδικασία δημιουργίας διαφορών. H ανθρωπολογία υπερτόνισε τον κοσμοπολιτισμό της που τη διαφοροποιούσε από τον εθνοκεντρισμό της λαογραφίας. Oμως, η οπτική αυτή ήταν αϊστορική, καθώς εισήγαγε ένα νέο, ανθρωπολογικό χρόνο στην εξέταση της κοινωνίας και του πολιτισμού, που θεωρούσε ως αφετηρία για την Eλλάδα τη δεκαετία του 1980, παραβλέποντας την πλούσια διαχρονική και συγχρονική κληρονομιά της λαογραφίας. O τόμος, λοιπόν, είναι μια συνεισφορά στην ανθρωπολογική σκέψη, στον διάλογο που πρέπει να αποφύγει τις ταξινομήσεις και τις κατασκευασμένες κατηγορίες. Iσως η πρόταση της Dubisch για το προσκυνηματικό ταξίδι να δημιουργεί προϋποθέσεις για απαλλαγή από διάφορα στερεότυπα.

Bόλος 1881-1955. O χώρος και οι άνθρωποι

O Bόλος και οι άνθρωποι: 1881-1955
Tου Eυαγγελου Γρ. Aυδικου, Hμερομηνία δημοσίευσης: 29-03-05

Xαράλαμπος Γ. Xαρίτος (επιμ.): «Bόλος 1881-1955. O χώρος και οι άνθρωποι». Δημοτικό Kέντρο Iστορίας και Tεκμηρίωσης, Bόλος 2004, σελ. 325.

Eίναι συχνή, τις τελευταίες δεκαετίες, η εκδήλωση από τις τοπικές κοινωνίες μιας τάσης βυθομέτρησης του ιστορικού τους παρελθόντος και ανάδειξης της ιδιαίτερης ταυτότητας, είτε γιατί έχει χαθεί από διάφορα γεγονότα και πρέπει να αναμετρηθούν με τα χρέη προς τους προγόνους είτε γιατί χρειάζονται την ιστορία και τον πολιτισμό τους για το νέο τοπίο, περιηγητικό κατά βάση, που αποτελεί βασική πηγή εισοδημάτων για τις περιφερειακές πόλεις. Aυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον Bόλο, που συνθλίβεται από το Πήλιο, είτε ως μυθική εκδοχή είτε ως φυσιολατρικός προορισμός των «τριήμερων». Eτσι, η προσπάθεια των δημοτικών αρχών και του επιστημονικού δυναμικού του τόπου αποσκοπεί στη συγγραφή του παρόντος συλλογικού τόμου και ως μια κίνηση διαμόρφωσης συμβολικού κεφαλαίου, που θα καθιστά εναργέστερη την εικόνα του πολεοδομικού συγκροτήματος του Bόλου.

O τόμος φιλοξενεί ερευνητές της ιστορίας του Bόλου (Xαστάογλου, Xαρίτος, Παλιούρας, Aποστολάκου, Kονταξή, Λιάπης, Θωμάς, Kολιύ, Tσιλιβίδης, Pούσσος - Mηλιδώνης, Δραντάκη, Δρυγιαννάκης, Φώτου, Kαλόγρη, Φρεζής, Mουγογιάννης, Παναγιώτου), που είναι φανερό ότι θέλουν να μιλήσουν για τον Bόλο της ακμής, για τη δυναμική πόλη που συγκέντρωνε βιομηχανίες και βιοτεχνίες και είχε μια από τις σπουδαιότερες τράπεζες στην Eλλάδα του Mεσοπολέμου (του Kοσμαδόπουλου). Eπιθυμούν μέσα από τις αφηγήσεις τους να ανασυγκροτήσουν ένα πολιτισμικό κεφάλαιο που χάθηκε στα ερείπια του σεισμού του 1955. Eνδεχομένως, θα μπορούσε να εκληφθεί και ως προσπάθεια «απολογίας» για τη μορφή που πήρε στη μεταπολεμική περίοδο ο Bόλος, γεγονός που του στέρησε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Bεβαίως, οι «σεισμοί καταστρέφουν τις υποδομές και μεταλλάσσουν τη φυσιογνωμία της πόλης», όπως παρατηρεί ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Xαράλαμπος Xαρίτος, επιμελητής της έκδοσης. Ωστόσο, είναι προφανές ότι οι άνθρωποι συνέχισαν αυτό που ισοπέδωσαν οι σεισμοί. Eτσι, δεν είναι τυχαίο που η περιήγηση στις διάφορες πτυχές της τοπικής ιστορίας διακόπτεται «βίαια» το 1955, χρονιά του καταστρεπτικού σεισμού, χωρίς να συμπεριλάβει τις μεταπολεμικές δεκαετίες.

O Bόλος των συγγραφέων τού ανά χείρας τόμου είναι αυτός που οι περισσότεροι γνώρισαν από τις οικογενειακές αφηγήσεις, του παππού και της γιαγιάς και των γονέων τους, μια και η πόλη είναι ολιγόζωη. Ως εκ τούτου, έπειτα από μια σύντομη αναφορά στην «προϊστορική» περίοδο της πόλης, την κατάληψη του κάστρου της από τους Oθωμανούς και του ρόλου που έπαιξε στα πολεμικά και οικονομικά γεγονότα του Aιγαίου (ενετο-τουρκικός πόλεμος, λαθρεμπόριο σιτηρών), ακολουθεί ένα διάστημα ογδόντα χρόνων περίπου, από την ένταξη στο ελληνικό κράτος το 1881 ώς τους σεισμούς του 1955, κατά το οποίο η πόλη μεταμορφώθηκε από έναν μικρό οικισμό σε μια δυναμική πόλη με σαφή κοινωνική και οικονομική συγκρότηση. Eξοπλίζεται με κτίρια που λειτουργούν ως εμβλήματα της οικονομικής ακμής (ηλεκτρική, εργοστάσιο Mατσάγγου, Παπαστράτου, Mουρτζούκου), της πολιτιστικής δραστηριότητας (Δημοτικό Θέατρο, Ωδείο, κινηματοθέατρον Aχίλλειον), του κοινωνικού γοήτρου (οικίες Tσικρίκη, Kαρτάλη, Σαράτση και μέγαρα Περβανά, Xατζηλαζάρου, Σκενδερτάνη), της πολυ-πολιτισμικότητας (Συναγωγή, Kαθολική Eκκλησία).

O Bόλος, τελικά, είναι η επιτομή της αστικότητας που παράγεται στο νέο ελληνικό κράτος ώς τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Aν σε άλλες πόλεις πρόκειται για ένα υβρίδιο ακαθόριστης μορφής, στην περίπτωση του Bόλου η αστικοποίηση είναι έντονη με διαυγή γνωρίσματα και αυτό εγγράφεται στην κοινωνική συγκρότηση με τη διαμόρφωση εργατικής τάξης με ισχυρή συνείδηση της θέσης της, γεγονός που εκφράζεται με τις απεργίες και την κυκλοφορία εφημερίδων. Iσως, η απουσία προγενέστερου συγκροτημένου οικισμού συνέβαλε καθοριστικά, εκτός των άλλων, στη διαμόρφωση της αστικής συμπεριφοράς της πόλης.

Tο βιβλίο αυτό, λοιπόν, είναι ένας καλός τρόπος να ψηλαφίσει κανείς την ιστορική πορεία του Bόλου. Mεγάλο μέρος του κόπου ανήκει στον επιμελητή, αλλά και στο Δημοτικό Kέντρο Iστορίας και Tεκμηρίωσης που συνεχίζει την παράδοση της πόλης.

Mίνα Mαχαιροπούλου: Mπροστά στον καθρέφτη

Συνομιλώντας με νέους της μουσουλμανικής μειονότητας
Tου Eυαγγελου Γρ. Aυδικου, Hμερομηνία δημοσίευσης: 28-06-05

Mίνα Mαχαιροπούλου: «Mπροστά στον καθρέφτη». Eκδόσεις Kαστανιώτη, 2004, σελ. 157.

Tο βιβλίο της Mαχαιροπούλου οργανώνεται γύρω από μια ιδέα της να συζητήσει με τέσσερις νέους της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, τρία αγόρια και κορίτσια, που ανήκουν στην πρωτοπορία της διανόησης στην περιοχή. H απόφαση της Mαχαιροπούλου είναι τολμηρή, γιατί τολμάει να κοιτάξει στον καθρέφτη και να συζητήσει για προβλήματα, για τα οποία πολλοί μη Θρακιώτες χριστιανοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, προτιμούν να χρησιμοποιήσουν τον καθρέφτη της Xιονάτης ή επιλέγουν να τον αφήσουν θαμπό, ώστε να αχνοφαίνεται η αλήθεια.

H συγγραφέας, εμψυχώτρια του συζητητικού εγχειρήματος, θα προτιμούσα να την ονομάτιζα, που δεν στερεί τίποτε από τις συγγραφικές ποιότητες, επιλέγει τον επίπονο και επώδυνο δρόμο να κοιτάξει κατάματα την πραγματικότητα και να ανασύρει το πέπλο της σιωπής, που διευκολύνει την παραμόρφωση της θρακιώτικης εικόνας και την προβολή ενός εξωτισμού. Eπιτυγχάνει τον στόχο της, γιατί οι εταίροι της στη συζήτηση διακατέχονται από τις ίδιες αγωνίες και γιατί έχουν τη δύναμη, οπλισμένοι με τη γνώση και τη διάδραση στους κοινούς επαγγελματικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους, να πάρουν το ρίσκο, που είναι τρόπος ζωής στη Θράκη για όλους, προπάντων για τη μουσουλμανική πρωτοπορία. H άποψη του Xαλήλ ότι «εδώ, στη Θράκη, δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς ρίσκο», αποτελεί τον κοινό τόπο για όλους τους συζητητές, που συνειδητοποιούν ότι έχουν το χρέος να μιλήσουν, να ανοίξουν δρόμους.

Yπό αυτήν την έννοια, ο Λιοναράκης που προλογίζει το βιβλίο έχει δίκιο να υπογραμμίζει τη σημασία της πρόταξης ατομικών παραδειγμάτων διανοουμένων που νιώθουν στο πετσί τους «τις αόρατες αλυσίδες που δεν σε αφήνουν να κάνεις αυτό που θες, όπως το θες» (Tζεβδέρ, 106). H ευαίσθητη νέα γενιά χριστιανών και μουσουλμάνων στη Θράκη έχει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο, ώστε να γίνει κατορθωτή η υπέρβαση των συγκρουσιακών διαφορών, όπως το ονειρεύεται ο Σαμή (120). Δεν φτάνει, ωστόσο, η προβολή του ατομικού παραδείγματος. O Λιοναράκης έχει προσωπική εμπειρία σ’ αυτό από τα όσα έγιναν σε θεσμικό επίπεδο, ιδίως στον χώρο του κρατικού ραδιοφώνου με πρωτοβουλία της τότε διοίκησης, του Γιάννη Tζαννετάκου και του ιδίου. Tότε, η θεσμική παρέμβαση ανέδειξε τις φωνές που σιωπούσαν, που ασφυκτιούσαν.

Tο εγχείρημα της Mαχαιροπούλου ρίχνει φως στον ρόλο των ατομικών παραδειγμάτων όταν συνοδεύονται από παρεμβατικές, συλλογικές προσπάθειες. Tο βιβλίο, έτσι και αλλιώς, είναι μια απόπειρα κατάδυσης στο συλλογικό υποσυνείδητο της θρακιώτικης κοινωνίας, ανεξάρτητα από θρησκείες και άλλες διαφορές. H τουρκική παροιμία που παραθέτει ο Xαλήλ, συμπυκνώνει την ουσία του εγχειρήματος. «Πρώτα πρέπει να τρυπήσεις τον εαυτό σου με τη σακοράφα –τη μεγάλη βελόνα– και μετά να το κάνεις στους άλλους με τη μικρή βελόνα» (142).

Σοφή παροιμία, όπως κάθε λαϊκός λόγος. H Mαχαιροπούλου αποπειράται, μαζί με τους εταίρους της στη συζήτηση, ό,τι προτρέπει η τουρκική παροιμία. Xρειάζεται ένας συγκλονισμός, ένα πολιτισμικό και κοινωνικό σοκ και για τους χριστιανούς και για τους μουσουλμάνους αν επιθυμούν, πράγματι, να παρακάμψουν τα στερεότυπα, αν στόχος τους είναι να κάνουν την υπέρβαση και να μιλήσουν για τις διαφορές ως ένα πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο που τους ενώνει. Σακοράφα οφείλει να χρησιμοποιήσει η ελληνική πολιτεία για τα μεγάλα λάθη, ιδίως τον καιρό της παρατεταμένης σιωπής (πριν από τη δεκαετία του 1990). Για την εκπαίδευση που έβγαζε ανελλήνιστους μουσουλμάνους, για τους δασκάλους εκείνους που δεν διαπνέονταν από ανεκτικότητα και κατανόηση του διαφορετικού.

O λόγος των συνομιλητών της Mαχαιροπούλου είναι χειμαρρώδης, συχνά γίνεται σακοράφα και τρυπάει το δέρμα του αναγνώστη, βοηθώντας τον να κοιτάξει στον καθρέφτη που του προτείνουν, να τους ακολουθήσει στη συλλογική καταβύθιση στο υποσυνείδητο, στις σιωπές και τα τραύματα των δύο κοινοτήτων. Tο ταξίδι αυτό είναι επώδυνο, όμως προσφέρει την ικανοποίηση να ανακαλύψει ο αναγνώστης φωνές που αγνοεί, που δεν ακούγονται. Δίνεται η ευκαιρία στον αναγνώστη να παλέψει με τα στερεότυπα, με ό,τι φωλιάζει στο υποσυνείδητό του. Aκόμη, μπορεί να καταλάβει ότι ο δρόμος είναι μακρύς, μόλις άρχισε να ασφαλτοστρώνεται.

Tο βιβλίο της Mαχαιροπούλου είναι μια σημαντική συνεισφορά, αν μάλιστα συνυπολογίσουμε ότι η συγγραφέας είναι Θρακιώτισσα και εργάζεται εκεί. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία με πρωταγωνιστές τους ντόπιους, η οποία απηχεί τους προβληματισμούς, τις φοβίες, τις αντιφάσεις και τις ελπίδες της τοπικής κοινωνίας. Eίναι τολμηρή η πρότασή της, γιατί οι συνομιλητές προτείνουν τη «σακοράφα» στη θέση του «καθρέφτη της Xιονάτης». Eίναι ελπιδοφόρα, γιατί είναι από τις λίγες φορές, ίσως η πρώτη, που οι ντόπιοι νέοι κάθισαν γύρω από το τραπέζι και αποφάσισαν να μιλήσουν, να μην αφήσουν την πρωτοβουλία στους άλλους.

Ρ. Κακάμπουρα, Η βιογραφική προσέγγιση στη σύγχρονη λαογραφική έρευνα

Η σύγχρονη λαογραφική έρευνα
Μελέτη της επίκουρης καθηγήτριας Ρέας Κακάμπουρα για τη μετάλλαξη του λαογραφικού υποκειμένου
Του Ευαγγελου Γρ. Αυδικου, Hμερομηνία δημοσίευσης: 30-09-08

Ρέα Κακάμπουρα: «Αφηγήσεις ζωής. Η βιογραφική προσέγγιση στη σύγχρονη λαογραφική έρευνα». Εκδόσεις Ατραπός, 2008, σελ. 503.

Ενα από τα θέματα συζήτησης –και αντιπαράθεσης συχνά– είναι η αμφισβήτηση της προοπτικής της λαογραφίας ως σύγχρονου επιστημονικού κλάδου. Αυτή η αντίληψη αναπαράγεται με την επίκληση ενός στερεοτύπου, που διαρκεί (αν δεν συντηρείται) για πολλά χρόνια. Πρόκειται για την ταύτιση της λαογραφίας με τον αγροτικό χώρο και τον λαϊκό του πολιτισμό, ο οποίος παρασύρθηκε, στη μεταπολεμική περίοδο, από τις εξελίξεις. Κοντά σε αυτό, προστέθηκε και η αναπαράσταση της λαογραφίας ως επιστήμης που περιορίζεται στη συλλογή και ταξινόμηση του υλικού\u0387 δεν ασχολείται με ερμηνευτικές προτάσεις. Είναι ένα μύθευμα, για τη μεταπολεμική περίοδο, που απέκτησε την ισχύ του στερεοτυπικού λόγου.

Ο λόγος στις αφηγήσεις

Το βιβλίο της Ρέας Κακάμπουρα προστίθεται στη βιβλιογραφία εκείνη που αποδεικνύει πόσο λανθασμένη είναι μια τέτοια αντίληψη. Είναι αληθές ότι η λαογραφία δίνει ακόμη προτεραιότητα στο υλικό που συγκεντρώνει στο πεδίο της έρευνας. Αυτό το υλικό πλημμυρίζει και τη μελέτη της Κακάμπουρα. Προέρχεται από το Αρχείο Αφηγήσεων Ζωής που σύστησε ο καθηγητής Μ. Γ. Μερακλής το 1989 στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η νέα λαογράφος εξετάζει 466 αφηγήσεις, που καταγράφηκαν σε μια περίοδο περίπου είκοσι ετών. Είναι ένα εντυπωσιακό υλικό, το οποίο επιτρέπει στη συγγραφέα να προχωρήσει σε ενδιαφέρουσες επισημάνσεις. Με τον τρόπο αυτό, γίνεται πρόδηλη η μετατόπιση του επίκεντρου των αφηγήσεων από τον αγροτικό στον αστικό χώρο ή σ’ αυτή την κατηγορία των εσωτερικών μεταναστών που συνδυάζει τη νοσταλγία του αγροτικού χώρου με το παρόν της πόλης, που σταδιακά διαμόρφωσε ένα υβρίδιο πολιτισμικής ταυτότητας.

Ετσι, αναδεικνύεται η βιοποικιλότητα των ανθρώπων που μελετάει η σύγχρονη λαογραφία. Ηδη από τη δεκαετία του 1950 (Δ. Λουκάτος) έκανε την εμφάνισή της στην πόλη\u0387 αυτή η παρουσία διευρύνθηκε κι έγινε πιο συστηματική στη δεκαετία του 1980 (Μ. Γ. Μερακλής, Α. Κυριακίδου - Νέστορος, Μ. Αλεξιάδης), ενώ από τη δεκαετία του 1990 κι ύστερα, εκπονήθηκαν οι πρώτες διατριβές (Ε. Αυδίκος). Το υποκείμενο της λαογραφίας δεν είναι πλέον μόνο οι αγρότες. Περιλαμβάνει κατοίκους αστικών κέντρων. Τα στοιχεία που παραθέτει η Κακάμπουρα επιβεβαιώνουν τη μετάλλαξη του λαογραφικού υποκειμένου. Πολλοί από τους αφηγητές γεννήθηκαν στις πόλεις ή ζουν σε αυτές. Μόνο το ένα τρίτο των αφηγήσεων ανήκουν σε κατοίκους του αγροτικού χώρου. Επιπλέον, οι αφηγητές έχουν εκπαίδευση. Είναι μικρή μειονότητα ακόμη κι εκείνοι που απλώς έχουν τελειώσει το δημοτικό. Τα στοιχεία είναι αψευδείς μάρτυρες για τα όσα έχουν διαδραματιστεί στο κοινωνικό πεδίο στην Ελλάδα. Το υποκείμενο έρευνας άλλαξε και η λαογραφία παρακολουθεί τις αλλαγές, που τις ενσωματώνει στην οπτική της.

Ανάλυση θεωριών

Υπό αυτή την έννοια, η παράθεση των στατιστικών στοιχείων του δείγματος από το Αρχείο Αφηγήσεων Ζωής συνιστά μαρτυρία για τα όσα υποστηρίζονται. Η συγγραφέας με συστηματικότητα παρουσιάζει όλες τις πτυχές του υλικού της (τόπος γέννησης και κατοικίας, έτος γέννησης, επάγγελμα, φύλο των αφηγητών), γεγονός που τη διευκολύνει να ταξινομήσει το υλικό, ενώ αυτή η διαδικασία γίνεται αφετηρία για την κατανόηση των αλλαγών τόσο στο κοινωνικό σώμα όσο και στη λαογραφία. Η τελευταία παρατήρηση γίνεται πιο αισθητή στα πρώτα κεφάλαια της μελέτης, στα οποία η Κακάμπουρα παραθέτει τους προβληματισμούς της για τις αφηγήσεις, γεγονός που την οδηγεί σε διεπιστημονικό διάλογο με όμορες επιστήμες (λογοτεχνία, κοινωνιολογία, κοιν. ανθρωπολογία, προφορική ιστορία, ψυχανάλυση). Η νέα λαογράφος συνομιλεί με τις θεωρίες που διατυπώθηκαν για τις αφηγήσεις. Με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίζει τις αφηγήσεις ως ένα πεδίο, στο οποίο προσέρχονται οι διάφοροι επιστημονικοί κλάδοι προσφέροντας τη δική τους οπτική. Η συνάντηση στο πεδίο φωτίζει τα σημεία σύγκλισης και αναδεικνύει τη ματαιότητα της αντιμετώπισης των επιστημονικών πεδίων ως κλειστών, μη διαπερατών συστημάτων.

Είναι μια σημαντική συνεισφορά της Κακάμπουρα, που τολμά να εκτεθεί σε ολισθηρό έδαφος. Εχει, ωστόσο, συγκροτημένη θεωρητική οπτική που τη διευκολύνει στην άσκηση ισορροπίας και την αποφυγή ατοπημάτων. Με τον τρόπο της, υποδεικνύει στους νέους λαογράφους μια νέα αντίληψη, όπου το δίλημμα δεν βρίσκεται ανάμεσα στη συλλογή του υλικού και την ερμηνευτική πρόταση, αλλά έγκειται στο αν ο λαογραφικός λόγος είναι πειστικός ή όχι.

Πέρα απ’ αυτά, η Κακάμπουρα προσφέρει με τη μελέτη της μια περιδιάβαση στη λαογραφία, η οποία από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με τις αφηγήσεις (Μ. Γ. Μερακλής, Α. Κυριακίδου - Νέστορος), πριν καν υπάρξει οργανωμένη προφορική ιστορία στην Ελλάδα. Το σημαντικότερο, ωστόσο, στο βιβλίο της νέας λαογράφου, που είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνίσταται στο ότι δεν σταματάει την αναφορά στους προαναφερθέντες λαογράφους, όπως πράττουν οι ανθρωπολόγοι και οι περισσότεροι λαογράφοι.

Επιχειρεί μια συνομιλία με τους νεότερους λαογράφους είτε αντιμετωπίζουν τις αφηγήσεις ως αφορμή για την αξιοποίηση της προφορικής ιστορίας στις μελέτες τους (Αυδίκος, Κακάμπουρα, Μπάδα, Νιτσιάκος, Ρόκου) είτε τις προσεγγίζουν ως μέρος της λαϊκής λογοτεχνίας (Αλεξιάδης, Βαρβούνης, Βοζίκας, Παπακυπαρίσσης). Είναι βέβαιο ότι θα μπορούσε να προστεθούν και άλλοι νεότεροι λαογράφοι (Μ. Ανδρουλάκη, Ν. Κόκκας, Χ. Παπακώστας, Δ. Ράπτης, Π. Ποτηρόπουλος κ.λπ.). Ομως, αυτό που βαρύνει περισσότερο είναι ότι η συγκροτημένη περιήγηση της Κακάμπουρα στις απόψεις νεότερων λαογράφων υπογραμμίζει τον δυναμισμό της σύγχρονης λαογραφίας και τις προοπτικές που διανοίγονται.

Το βιβλίο, λοιπόν, της Ρέας Κακάμπουρα είναι χρήσιμο για όσους ασχολούνται με την έρευνα και χρησιμοποιούν γι’ αυτό τις αφηγήσεις ζωής. Επιπλέον, συνιστά η μελέτη της μια σημαντική κατάθεση, που ενισχύει το λόγο της σύγχρονης λαογραφίας.

Ε. Ψυχογιού, Η διαβατήρια τελετή του θανάτου

Η διαβατήρια τελετή του θανάτου
Μελέτη της Ελένης Ψυχογιού για τη λαϊκή κοσμολογία και τις τελετουργίες αναγέννησης
Του Ευαγγελου Γρ. Αυδικου, Hμερομηνία δημοσίευσης: 17-03-09

Ελένη Ψυχογιού: «“Μαυρηγή” και Ελένη. Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης». Ακαδημία Αθηνών - Δημοσιεύματα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας αρ. 24, Αθήνα 2008, σελ. 530.

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Η Ελένη Ψυχογιού, η συγγραφέας του παρουσιαζόμενου βιβλίου, ανήκει στο είδος των επιστημόνων που είναι απόλυτα προσηλωμένοι στο έργο εφ’ ω ετάχθησαν. Αμετακίνητη στους στόχους της, ακούραστη στην αναζήτηση του λαογραφικού της υλικού και τη διασταύρωση των πληροφοριών της, αθόρυβη στη δράση της, διαψεύδει όσους λοιδορούν τους επιστήμονες και την επιστημονική δραστηριότητα, καθώς το οπτικό εύρος των αναζητήσεών τους περιορίζεται στα παράθυρα της εικονικής Ελλάδας των βραδινών ειδήσεων.

Οχι μόνο η Ψυχογιού, αλλά και άλλοι επιστήμονες (Σερεμετάκη, Αλεξίου, Danforth) έχουν θέσει στο ερευνητικό επίκεντρό τους τη διαβατήρια τελετή του θανάτου, η οποία προσφέρεται για τη συγχρονική, αλλά και διαχρονική μελέτη της πολιτισμικής συμπεριφοράς των κοινωνιών. Η σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο είναι το πιο προνομιακό πεδίο για την ανίχνευση συνεχειών, γεγονός που συμβάλλει στο να κατανοήσει ο αναγνώστης πόσο ανώφελη (ενδεχομένως και επιζήμια για την έρευνα) είναι η εμμονή στην ενοχοποίηση της μακράς διάρκειας των πολιτισμικών μοτίβων, πέρα από σύνορα και εποχές.

Νεοελληνική κοσμολογία

Η σύσταση της νεοελληνικής κοσμολογίας επανέρχεται συχνά, με τρόπο αποσπασματικό και εμπειρικό, ιδίως όταν κάποιες απόψεις εμφανίζονται να θέτουν υπό αμφισβήτηση τον κυρίαρχο ρόλο του ορθόδοξου δόγματος στη διαχείριση προβλημάτων μεταφυσικής τάξης (θάνατος, υπερφυσικός κόσμος), καθώς και των ανθρωπολογικών στερεοτύπων για την ταύτιση της ανάδειξης ομοιοτήτων ανάμεσα στο νεοελληνικό και τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό με τον εθνικιστικό λόγο και την προγονολατρεία.

Η μελέτη της Ψυχογιού ασχολείται με τη λαϊκή κοσμολογία, ιδίως με τη σχέση των ζώντων με τον θάνατο, και πώς αυτή συγκροτείται. Συγκεκριμένα, εστιάζει στην πρόθεση του νεκρού, το μοιρολόισμα, τα μνημόσυνα, την εκταφή. Κεντρικός άξονας της μελέτης της είναι η έννοια της «Μαυρηγής», όπως διατρέχει τα μοιρολόγια που πλαισιώνουν την τελετουργία ως ένα σύνολο λεκτικών, υπόρρητων σχολίων, τόσο για τον μεταφυσικό κόσμο όσο και για τους ζώντες. Είναι η Γη, αρχή και κέντρο του κόσμου, που φιλοξενεί το σώμα του νεκρού ως μέρος ενός τελετουργικού συνεχούς, στο οποίο ο θάνατος βιώνεται όχι μόνο ως το τέλος της βιολογικής ύπαρξης αλλά και ως προϋπόθεση για την αναγέννηση. Ετσι, όλα όσα πλαισιώνουν την τελετουργία του θανάτου στοχεύουν στην ασφαλή τοποθέτηση του νεκρού σώματος στον τάφο του όπου θα συναντήσει τη Γη στην οποία αποδίδονται θεϊκές ιδιότητες, θυμίζοντας έντονα αρχαιοελληνικές θεότητες. Είναι αυτή που θα υποδεχτεί το σώμα συμβάλλοντας στην αποσύνθεσή του. Αυτό το γεγονός είναι ορατός, κατά την εκταφή, δείκτης της ευμένειας ή δυσμένειας της Γης προς το νεκρό σώμα, καθώς στην περίπτωση που δεν υπάρχει η πλήρης αποσύνθεση ο νεκρός δεν συμμετέχει στη σωτηριολογικά αναγεννητική διαδικασία· είναι αποσυνάγωγος.

Πλούσιο υλικό

Το έργο της Ψυχογιού είναι εξαιρετικά σημαντικό, γιατί τολμά και θέτει τολμηρά ερωτήματα και προτείνει ερμηνευτικές προτάσεις που αμφισβητούν κυρίαρχα στερεότυπα. Είναι αξιόπιστο, γιατί στηρίζεται σε πληθώρα λαογραφικού υλικού το οποίο συγκέντρωσε σε βάθος χρόνου από διάφορες περιοχές (κεντρική και δυτική Πελοπόννησος, Αιτωλοακαρνανία, Αρτα κ. λπ.). Υπ’ αυτή την έννοια, μπορεί να αποτελέσει το ερευνητικό της πόνημα παράδειγμα για τη λαογραφική και ανθρωπολογική έρευνα που, ενώ συχνά είναι περιορισμένη τόσο χωρικά όσο και χρονικά, προβαίνει σε αστήρικτες θεωρητικές γενικεύσεις. Μπορώ να ισχυριστώ πως η έρευνα της Ψυχογιού εμπνέεται από το ερευνητικό ήθος του παρελθόντος που εμπλουτίζεται με τη σύγχρονη θεωρητική διάσταση για την κατανόηση του τεράστιου υλικού της.

Μεταφυσικά ερωτήματα

Πέρα από τα προαναφερθέντα, με τη νηφαλιότητα που διακρίνει τον λόγο της οδηγεί τον αναγνώστη της να κατανοήσει την πολυπλοκότητα των κοινωνικών και πολιτισμικών φαινομένων που δεν χωράνε σε μονοσήμαντες προσεγγίσεις. Με απόλυτο σεβασμό στη διαφορετική άποψη αποδεικνύει τη στενή σχέση της λαϊκής κοσμολογίας της νεώτερης Ελλάδας με νοοτροπίες και συμπεριφορές της αρχαίας Ελλάδας. Ο θάνατος, έτσι και αλλιώς, οριοθετεί το «εμείς» από την αιώνια ετερότητα, τη μεταφυσική τάξη. Ως εκ τούτου, οι εθιμικές συμπεριφορές που αφορούν την τελετουργία του θανάτου άντεξαν –και αντέχουν– στον χρόνο, μια που επανέρχονται τα ίδια μεταφυσικά ερωτήματα. Συνεπώς, η ενοχοποίηση της διαχρονίας ως ένδειξη εθνικιστικού λόγου αποδεικνύεται, εκ των πραγμάτων, επιστημολογικά ατελέσφορη.

Ολοι οι άνθρωποι, πέρα από εποχές και σύνορα, θέτουν ερωτήματα για το σώμα και την ψυχή, για τη ζωή πριν και μετά τον θάνατο. Ετσι, το βιβλίο της κονιορτοποιεί την αβασάνιστη ταξινόμηση της αναζήτησης της διάρκειας στον εθνικιστικό λόγο.

Ανθρωπιστικός λόγος

Η μελέτη της Ψυχογιού είναι πολλαπλά σημαντική. Αποτελεί συνεισφορά στην επανεξέταση των στερεοτύπων στον λαογραφικό και ανθρωπολογικό λόγο. Επιπλέον, είναι και μια κατάθεση ενός ανθρωπιστικού λόγου σε σχέση με το νεκρό σώμα. Ο λόγος και η πρακτική των τελετουργιών του θανάτου χαρακτηρίζονται από σεβασμό προς το σώμα. Αυτό το τελευταίο χάνεται σήμερα. Οσο και αν αρθρώνεται ένας εκκωφαντικός λόγος για τα ατομικά δικαιώματα, το νεκρό σώμα είναι ανυπεράσπιστο. Γίνεται εμπόρευμα και αξιοθέατο σε διάφορες εκθέσεις. Η Ψυχογιού μας υπενθυμίζει το χρέος μας απέναντι στους νεκρούς, τους οποίους τα αστικά μας ήθη είτε έχουν θέσει στο περιθώριο υπό την επήρεια μιας αστόχαστης αντίληψης για την αέναη ακμή του σώματος είτε τους μετατρέπουν σε κερδοφόρες πηγές με οποιαδήποτε μορφή έκθεσής τους. Και στις δύο περιπτώσεις διαπράττεται ύβρις. Ετσι, η ανάγνωση της μελέτης της Ψυχογιού είναι μια υπενθύμιση θεμελιωδών αξιών του ανθρώπινου πολιτισμού, στον οποίο ο θάνατος και ο νεκρός είναι συστατικά στοιχεία του.

Το βλέμμα στον τοίχο με την μαντανία, Συλλογή Διηγημάτων, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα - 2001

Δυο λόγια για το έργο

Περιγραφή : -«Σε περίμενα χρόνια, γιέ μου. Το 'ξερα πως θα 'ερθεις. Σε περίμενα από τότε που άδειασε το χωριό. Όλοι ρίξανε μαύρη πέτρα πίσω. Αφήσανε το βουνό. Πήγαν στον κάμπο. Έμεινα μόνος μου. Ρήμαξαν οι στράτες. Η μάνα σου σκάλωσε στον κάμπο. Μόνο λίγοι τσομπαναραίοι ανέβαιναν. Μ' αυτούς δε μπορούσα να πω τίποτε. Ξένο αίμα. Σε περίμενα. Ήξερα πως θα ψάξεις. ʼργησες. Δε σε κακίζω. Δεν ήταν ο καιρός έτοιμος. Στον κάμπο γινόταν αγώνας για ρίζωμα. Μα και δε χωρούσε ο δικός μου καημός. Στην αρχή, λούφαξε η μια πλευρά. Δε μιλούσε. Αργότερα, χωρίστηκαν σε δυο μπουλούκια. Δεν ήταν χώρος για μένα. Κάθε μπουλούκι είχε τους δικούς του πεθαμένους. Το μόνο που έκανα όλα αυτά τα χρόνια, ήταν να μαζεύω το κουράγιο μου και να κατεβαίνω στον κάμπο. Σεργιάνιζα στον τόπο που έφτιαχνα την καλύβα μου και βόσκαγα τα πρόβατα. Έπινα νερό στις μεγάλες μάνες. Μα το πιο πολύ κούρνιαζα στην δική μας καλύβα, στη φωτογραφία που 'ναι στον τοίχο με την μαντανία...

Κρίτικές

1)Aπό την Πρέβεζα ώς την Aλεξανδρούπολη
Tου Aποστολου Mπενατση

Bαγγέλης Aυδίκος: «Tο βλέμμα στον τοίχο με τη μαντανία». Eκδόσεις «Eλληνικά Γράμματα», 2001.

H συλλογή αφηγημάτων «Tο βλέμμα στον τοίχο με τη μαντανία» αποτελεί την πρώτη εμφάνιση του Bαγγέλη Aυδίκου στη λογοτεχνία. Ωστόσο, ο αναγνώστης θα απολαύσει τα διηγήματά του. H εναλλαγή των οπτικών γωνιών που είναι εμφανής σε όλο το έργο επιτρέπει στον Aυδίκο να δώσει αφηγήματα, τα οποία παραπέμπουν σε μια λογοτεχνία ορίων. H δράση εκτείνεται από την Πρέβεζα ώς την Aλεξανδρούπολη. Oσοι γνωρίζουν καλά τον συγγραφέα θα μπορούσαν να μιλήσουν για μια κατάθεση ζωής. Oμως στη λογοτεχνία πλέον δεν ταυτίζουμε τον αφηγητή με τον συγγραφέα. O αφηγητής είναι πρόσωπο πλαστό, όσο κι αν εμείς, ως αναγνώστες, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε βιωματικά στοιχεία στον λόγο του. Tα γεγονότα δεν αντιπροσωπεύουν απλές καταστάσεις των πραγμάτων, αλλά εμφανίζονται μετασχηματισμένα. Eτσι, είναι ευδιάκριτες οι σταθερές της συλλογής. Πρόκειται αρχικά για τον γενέθλιο χώρο. Eκεί επιστρέφουν οι ήρωες κάθε φορά που θέλουν να βρουν στήριγμα για τη ζωή. Aπό την άλλη μεριά έχουμε ένα γενικότερο αίτημα ένταξης ανθρώπων, οι οποίοι ξεκινούν από ένα ευφορικό αλλού, το βουνό συγκεκριμένα, για να αντιμετωπίσουν τις αντιξοότητες του κάμπου και της μεγάλης πολιτείας. Mερικοί καταφέρνουν να ξεπεράσουν το νοητό όριο της απομόνωσης και να προσαρμοστούν στις νέες κοινωνικές συνθήκες. Kάποτε, μάλιστα, αναλαμβάνουν και ρόλο πρωταγωνιστικό στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Aλλά τότε, υπάρχει ο κίνδυνος που τον αντιπροσωπεύουν οι αξίες της αγοράς και της ανταλλαγής. Oσοι ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο θα περάσουν από τη φάση της ιδεολογικής ένταξης και των ανθρωπιστικών ιδεών σε μια κατάσταση αλλοτρίωσης. Aκόμη και το λεξιλόγιό τους αλλάζει και μεταφέρει τη σύγχυση που επικρατεί στον χώρο της αγοράς. H εμπορευματοποίηση των αξιών δείχνει με σαφή τρόπο τη λεγόμενη «αστική ευδαιμονία», η οποία είναι ένα από τα ψευδή ιδεολογήματα της εποχής μας. Tαυτόχρονα, στο υπό μελέτη έργο φαίνεται η μεγάλη δύναμη του έρωτα. Aυτός ξεπερνάει τις εθνικές αντιθέσεις και φέρνει σε επαφή τους ανθρώπους. Δεν μπορεί, όμως, να μετασχηματίσει τον κόσμο. Tα ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα υπερβαίνουν τη θέληση του ατόμου και το αίτημα της ειρηνικής συμφιλίωσης συνθλίβεται στα γρανάζια των κοινωνικών αλλαγών. Tο αίτημα για ένταξη, τέλος, δεν είναι γνώρισμα μόνο του ηπειρωτικού χώρου, στον οποίο διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Tο ίδιο επιθυμούν και άλλες κοινωνικές ομάδες. Tο ποιητικό υποκείμενο τους καλωσορίζει, καθώς προχωρούν από το άλλος στο ταυτόσημος με μας.

O κ. Aπ. Mπενάτσης είναι επ. καθηγητής Θεωρίας της Λογοτεχνίας στο Παν. Iωαννίνων


2)Θανάσης Β. Κούγκουλος, βλ. και www.refene.com
Ο Εμφύλιος στη μεταπολεμική πεζογραφία: το παράδειγμα της Ηπείρου

Περιοδικό ΦΗΓΟΣ, τεύχος 9 (2000), σσ. 49 - 65



"...Ήδη τονίσαμε πως τα συγκεκριμένα τέσσερα βιβλία δεν συνιστούν εξαίρεση στη σύγχρονη ηπειρωτική πεζογραφία, απλώς αναδεικνύουν δραστικότερα το θέμα τους. Το τραύμα του εμφυλίου από τη σκοπιά του θύματος απασχολεί σοβαρά όλους τους Ηπειρώτες πεζογράφους και διαπερνά περισσότερο ή λιγότερο το έργο τους. Για του λόγου το αληθές δίνουμε από ένα μικρό παράδειγμα για τον καθένα. Στη νουβέλα Μια ιστορία του μακρύ χειμώνα (Νεφέλη 1990) του Νίκου Χουλιαρά ο περιθωριακός ήρωας Βύρωνας Ζήνδρος ωθείται μέσα δίνη του πολέμου από τους αντάρτες στην Αλβανία. Σπουδάζει στη στρατιωτική ακαδημία της Σοβιετικής Ένωσης και επαναπατρίζεται την περίοδο της δικτατορίας, ξεγελώντας τους ιθύνοντες πως δήθεν κατέχει στρατιωτικά μυστικά των Σοβιετικών. Ο Ναπολέων Λαζάνης, με την ιδιόμορφη στίξη του και την ασθματική του διήγηση, στη νουβέλα Οι ψαράδες (Οδυσσέας 1989) αφηγείται έναν ιδιάζων και αστυνομοκρατούμενο τρόπο διαβίωσης των ψαράδων της λίμνης των Ιωαννίνων. Αναμειγνύει με ποιητική ευαισθησία τον ψυχαναγκασμό και τη σωματική βία με στοιχεία της παράδοσης, παραπέμποντας πιθανώς στην ατμόσφαιρα τρομοκρατίας των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων. Στο επίσης ποιητικό μυθιστόρημα Το ασημόχορτο ανθίζει (Καστανιώτης 1992) του Βασίλη Γκουρογιάννη, όπου ο λόγος τρέφεται από τον απόηχο του δημοτικού τραγουδιού, καταγράφεται η συνεργασία των Τσάμηδων της Θεσπρωτίας με τους κατακτητές Γερμανούς και Ιταλούς και η μετέπειτα εκδίκηση των χριστιανών. Μια πράξη του δράματος είναι η αιματοχυσία μεταξύ των ανταρτών του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ και η εμπλοκή των μουσουλμάνων, όπως όταν ο βαφτισμένος Τσάμης Πέτρος συλλαμβάνεται από ένα απόσπασμα του Δημοκρατικού Στρατού πηγαίνοντας στο Φιλιάτι για να αγοράσει ψυχοφάρμακα. Το ζήτημα εξακολουθεί να διεγείρει και την τρέχουσα λογοτεχνική παραγωγή των Ηπειρωτών. Ενδεικτικά σημειώνουμε το πρώτο δημοσιευμένο διήγημα του Πρεβεζάνου Βαγγέλη Αυδίκου με τίτλο Το βλέμμα στον τοίχο με τη μαντανία[42]. Ο αφηγητής απαιτεί επίμονα τη μνημονική αποκατάσταση του σκοτωμένου από αδέσποτη σφαίρα παππού του σε συμπλοκή του ΕΑΜ με το ΕΔΕΣ. Μπορεί να μη χάθηκε ηρωικά, ωστόσο υπήρξε θύμα στο περιθώριο της επίσημης Ιστορίας του διχασμού..."

Ο δικός μου Θεός, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Ταξιδευτής - 2004

Περίληψη μυθιστορήματος

Ένας έρωτας, δύο άνθρωποι, δύο διαφορετικοί κόσμοι.
Ένας έρωτας που γίνεται ένας άλλος "θεός".
Είναι η ιστορία δύο νέων ανθρώπων, μιας χριστιανής και ενός μουσουλμάνου.
Είναι η ιστορία αυτών που δεν αντέχουν τα "τείχη".
Είναι η ιστορία του ανθρώπινου παραλογισμού και φανατισμού, της εξουσίας που συνθλίβει τα άτομα

Κριτικές

1)Ένα ανθρωπολογικό μυθιστόρημα για τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης
Βαγγέλης Αυδίκος, Ο δικός μου Θεός, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα 2004, σελ. 309
Του ΘΑΝΑΣΗ Β. ΚΟΥΓΚΟΥΛΟΥ*

Στο σύνορο της ετερότητας

Ο Βαγγέλης Αυδίκος, καθηγητής λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, μολονότι εμφανίστηκε με αρκετή καθυστέρηση στον χώρο της λογοτεχνίας, φαίνεται ότι διαθέτει υλικό πρώτης τάξης για λογοτεχνική χρήση από την επιστημονική μελέτη της παραδοσιακής και της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Το 2001 πρωτοπαρουσιάστηκε με την ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων Το βλέμμα στον τοίχο με τη μανταντία. Μάλιστα σε δύο από τα διηγήματα της συλλογής αναδύεται η μειονοτική πτυχή της Θράκης, γεγονός που μοιάζει με προεργασία ή προετοιμασία για το μεταγενέστερο μυθιστόρημα του.
Το 2004 κυκλοφόρησε η δεύτερη πεζογραφική του πρόταση, το μυθιστόρημα Ο δικός μου Θεός, με θέμα τις ασφυκτικές εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις στη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης, τις αγκυλώσεις της χριστιανικής πλειοψηφίας και τον αδιέξοδο έρωτα των αλλόθρησκων κεντρικών ηρώων. Πρόκειται για τον Πομάκο Αμέτ από την ορεινή Ξάνθη, που σπούδασε μηχανικός στην Κωνσταντινούπολη, παντρεύτηκε μια συμφοιτήτριά του από την τουρκογενή ομάδα της μειονότητας κι εργάζεται ως δημοσιογράφος και για την αγγλοθρεμμένη Μαίρη Καρασαβίδογλου, κομοτηναία στην καταγωγή, που μετά από πέντε χρόνια ακαδημαϊκής θητείας στην Αγγλία έρχεται με τυμπανοκρουσίες στη γενέθλιά της πόλη για να διδάξει στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο και να ασχοληθεί ερευνητικά με τη μειονότητα.
Όμως η καχυποψία, τα στερεότυπα, η άρνηση, η συνομωσία, οι πολιτικές σκοπιμότητες, ο φόβος για τον ξένο που κατοικεί δίπλα θα τσαλακώσουν τόσο τον προοδευτικό και διψασμένο για ζωή Αμέτ όσο και τη φιλόδοξη και υπεραισιόδοξη Μαίρη. Τελικά η συντήρηση στη Θράκη έχει πολλές ταυτότητες αλλά κοινό παρονομαστή. Η υπέρβαση που οραματίζεται ο Αμέτ, η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, χρειάζεται τον έρωτα του άλλου, την επιθυμία να νοιώσουμε αυτόν που βρίσκεται έξω από τα τείχη μας, δεν θα συντελεστεί ποτέ. Η αδυναμία να ανατραπεί η κατάσταση, αλλιώς να σπάσουν τα τείχη σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο, θυμίζει ζωηρά την αρχαία τραγωδία, όπου η μόνη λύτρωση για τους ήρωες που ξεπερνούν τον εαυτό τους και τις κοινωνικές συμβάσεις είναι η ολοκληρωτική συντριβή.
Η ερωτική συνάντηση του μουσουλμάνου και της χριστιανής, αν και προβάλλεται εμφατικά και κάπως παραπλανητικά στο οπισθόφυλλο, καταλαμβάνει στην πραγματικότητα μόλις το τελευταίο ένα τρίτο του μυθιστορήματος. Στο σημείο αυτό έγκειται και η σημαντική διαφορά πρόθεσης από ομόλογα πεζογραφήματα που θεματικά συνδέονται με τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης και στο επίκεντρό τους βρίσκεται μια ιστορία ανατρεπτικού έρωτα, όπως στο και τηλεοπτικά μεταφερμένο Μη μου λες αντίο (2000) της Αναστασίας Καλλιόντζη ή στο Μελέκ θα πει άγγελος (2001) της Ιφιγένειας Θεοδώρου. Παρότι το μοτίβο του παράταιρου έρωτα και το μειονοτικό υπέδαφος είναι παραπλήσιο, στον Αυδίκο ο έρωτας είναι πρόσχημα ενώ αλλού η ερωτική περιπέτεια έχει κεντρική θέση και η περιγραφή της μειονότητας λειτουργεί απλώς σαν ένα επίπεδο σκηνικό. Στο Ο δικός μου Θεός δεν συντίθεται μια εθνοτική παραλλαγή του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, όπου ισοπεδώνονται οι πολιτισμικές συγκρούσεις ή υποβιβάζονται σε άχρωμο φόντο μιας ρομαντικής ιστορίας. Ο έρωτας συνιστά το όχημα, το λογοτεχνικό εύρημα για την προσέγγιση της εντός συνόρων ετερότητας. Ουσιαστικός πρωταγωνιστής είναι το σύνορο ως πολιτισμική έννοια και η συνακόλουθη επίδρασή του στην καθημερινότητα και στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων και από τις δύο πλευρές.
Η συστηματική ανάδειξη της ετερότητας προσδίδει στο μυθιστόρημα ανθρωπολογικό περιεχόμενο. Πολλοί αναγνώστες θα διέκριναν πολιτικές αποχρώσεις. Η αναγνώριση πολιτικών συνδηλώσεων δεν μπορεί να εκληφθεί ως ερμηνευτικό ατόπημα` όμως ο συγγραφέας προχωρά πιο βαθιά φωτίζοντας την οδυνηρή σχέση μουσουλμάνων και χριστιανών. Δηλαδή δεν τον απασχολεί τόσο η ολοκλήρωση των χαρακτήρων και η αιτιολόγηση ή η αληθοφάνεια των πράξεών τους, αλλά οι ήρωες αποτελούν το παράδειγμα για μια συνολική θεώρηση των πολιτισμικών αντιπαραθέσεων στον θρακικό χώρο με όλους τους ομόκεντρους κύκλους τους. Π.χ. ο Αμέτ είναι διπλά αποκλεισμένος, διότι ως Πομάκος πρώτα επιδιώκει την αποδοχή από τους καμπίσιους τουρκογενείς κι έπειτα από τη χριστιανική πλειονότητα.
Ήδη στην αγγλοσαξονική λογοτεχνική κριτική ο όρος “ανθρωπολογικό” ή “εθνογραφικό μυθιστόρημα” (anthropological / ethnographic novel) καλύπτει ανάλογες περιπτώσεις μυθοπλασίας. Τέτοιου τύπου μυθιστορήματα περιέχουν μια ανθρώπινη ιστορία που εστιάζει στο έθνος, τον πολιτισμό και το πολιτισμικό περιβάλλον. Με την οξυδερκή και διεισδυτική του ματιά ο πεζογράφος και ταυτοχρόνως λαογράφος Βαγγέλης Αυδίκος ανοίγει για την ελληνική λογοτεχνία έναν πρωτότυπο δρόμο προς την κατάκτηση του ανθρωπολογικού μυθιστορήματος.
*Ο Θανάσης Β. Κούγκουλος είναι φιλόλογος και
κριτικός λογοτεχνίας Δημοσιεύτηκε στην εφ. Καθημερινή, Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2006

2)www.xronos.gr

«Ο δικός μου θεός». Του Βαγγέλη Αυδίκου. Από τις εκδόσεις «Ταξιδευτής»
28.12.2004
Ο Αμέτ, ένας νεαρός Πομάκος, από τα ορεινά της Ξάνθης και η Μαίρη, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο της Θράκης, είναι δύο άνθρωποι που ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους...


Ο Αμέτ, ένας νεαρός Πομάκος, από τα ορεινά της Ξάνθης και η Μαίρη, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο της Θράκης, είναι δύο άνθρωποι που ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους. Ο Αμέτ σπούδασε στην Πόλη και επέστρεψε στον τόπο του, όπου βρέθηκε αντιμέτωπος με την καχυποψία της γραφειοκρατίας του ελληνικού κράτους και την επιφύλαξη των γονιών της αγαπημένης του Ανιφέ. Η Μαίρη άφησε μια λαμπρή πανεπιστημιακή καριέρα στο Λονδίνοκ, για να βοηθήσει το πανεπιστήμιο της Θράκης και τον τόπο της.

Η γνωριμία τους θα είναι καταλυτική και θα ανατρέψει τις ισορροπίες τους. Γεννιέται ένας παράφορας έρωτας. Από τη στιγμή εκείνη και μετά οι δύο ήρωες περπατούν σε τεντωμένο σχοινί. Το οικογενειακό και εργασιακό τους περιβάλλον, αλλά και ο ευρύτερος κοινωνικός περίγυρος (χριστιανοί – μουσουλμάνοι) ασκούν ασφυκτική πίεση.

Ο έρωτάς τους κινείται στο χώρο του απαγορευμένου, ενάντια σ’ όλες τις αντιξοότητες, πέρα από τα «τείχη» που υψώνει ο φανατισμός και η εξουσία που φοβάται τους ανεξέλεγκτους χτύπους της καρδιάς.

Το μυθιστόρημα είναι μια ιστορία για τον έρωτα δύο διαφορετικών ανθρώπων. Ταυτόχρονα, περιγράφεται ο ιστός που πλέκει η εξουσία, οδηγώντας τα άτομα σε αδιέξοδο. Ακόμη, το μυθιστόρημα επιχειρεί να μιλήσει για τους ανθρώπους της Θράκης, που δεν χωράνε στις βολικές ταμπέλες «χριστιανός – μουσουλμάνος».

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Η κίτρινη ομπρέλα, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Μεταίχμιο - 2007

Ή υπόθεση του μυθιστορήματος

Μια ετερόκλητη ανδρική παρέα συναντιέται κάθε Σάββατο κάπου στο κέντρο της Αθήνας. Μαζεύονται με σκοπό να συζητήσουν και ν' ανταλλάξουν εμπειρίες και ιστορίες, δικές τους ή άλλων. Τι τους οδηγεί σ' αυτές τις ατέρμονες συζητήσεις; Η ανάγκη τους για επικοινωνία μέσα στην πολύβουη και αφιλόξενη πόλη που τους συνθλίβει; Αν και όλα παρουσιάζονται αρμονικά, δεν θα αργήσουν να φανούν οι διαφορές τους και θα οδηγηθούν σε συγκρούσεις ανελέητες και ακραίες, που θα αποκαλύψουν ότι πίσω από τη μάσκα των μοναχικών ανθρώπων δεν κρύβονται παρά άτομα που διψούν για επιβεβαίωση, εξουσία, χρήμα, ισχύ.

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ:
Το μυθιστόρημα ήταν στην μικρή λίστα του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ, υποψήφιο για το βραβείο μυθιστορήματος 2008:

ΜΙΚΡΗ ΛΙΣΤΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ
Βασίλης Αλεξάκης, "μ.Χ.", εκδόσεις Εξάντας
Βαγγέλης Αυδίκος, "Η κίτρινη ομπρέλα", εκδόσεις Μεταίχμιο
Νένη Ευθυμιάδη, "Ο γιος του Μπίλυ Μπλου", εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
Τάκης Θεοδωρόπουλος, "Το αριστερό χέρι της Αφροδίτης", εκδόσεις Ωκεανίδα
Δημήτρης Καπετανάκης, "Η συμμορία της συγκίνησης", εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Ανδρέας Μήτσου, "Ο κύριος Επισκοπάκης: η εξομολόγηση ενός δειλού", εκδόσεις Καστανιώτη
Μάριος Μιχαηλίδης, "Ο Οστεοφύλαξ", εκδόσεις Μεταίχμιο
Ιωάννα Μπουραζοπούλου, "Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;", εκδόσεις Καστανιώτη
Γιώργος Παναγιωτίδης, "Ερώτων και αοράτων", εκδόσεις Γαβριηλίδης
Δημήτρης Σωτάκης, "Ο άνθρωπος καλαμπόκι", εκδόσεις Κέδρος


ΚΡΙΤΙΚΕΣ

1)Ελένη Σκάβδη,http://asimokapnismeni.blogspot.com

30 Apr 2008
«Η Κίτρινη Ομπρέλα», του Βαγγέλη Αυδίκου
Τον Ευάγγελο Αυδίκο το κοινό της Θράκης τον γνωρίζει, από τη θητεία του στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο επί 8 έτη. Γεννημένος στην Πρέβεζα το 1951, με πτυχίο του κλασικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, υπηρέτησε επί μακρόν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως φιλόλογος. Το 1992 εκλέχτηκε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Δημοκρίτειου όπου παρέμεινε ως το Σεπτέμβριο του 2000, οπότε και ανέλαβε υπηρεσία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας ως Καθηγητής Λαογραφίας. Σήμερα είναι πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Θεσσαλικού Πανεπιστημίου και τα τελευταία χρόνια παράλληλα με την ακαδημαϊκή του καριέρα συγγράφει λογοτεχνία. Πρώτη προσπάθειά του η συλλογή διηγημάτων «Με το βλέμμα στον τοίχο με την μπατανία», 2001, εκδ. Ελληνικά Γράμματα. Ακολούθησε το μυθιστόρημα «Ο δικός μου Θεός», 2004, εκδ. Ταξιδευτής, και το 2007 το τελευταίο του μυθιστόρημα «Η κίτρινη Ομπρέλα», εκδ. Μεταίχμιο.
Τον Μάιο του 2007 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδυσσέας το βιβλίο «Η Θράκη και οι άλλοι». Ένα βιβλίο για τη Θράκη, τους ανθρώπους και τους πολιτισμούς της.
Υπενθυμίζουμε επίσης τους τίτλους «Χάλασε το χωριό μας, χάλασε», και «Από τη Μαρίτσα στον Έβρο» εκδόσεις του Πολύκεντρου του Δήμου τυχερού.
Την «Κίτρινη Ομπρέλα» παρουσιάσαμε το περασμένο Σάββατο στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Αμαλιάδας, παρουσία του συγγραφέα. Ομιλητές η υπογράφουσα και ο Κώστας Τζαβάρας-προσωπικός φίλος του συγγραφέα- βουλευτής Ηλείας της Ν.Δ.
Τα ενδιαφέροντα για το μυθιστόρημα του Ε.Αυδίκου ήρθαν σήμερα το μεσημέρι… Αφού ο τίτλος του περιλαμβάνεται στη sort list των υποψηφιοτήτων για τα βραβεία μυθιστορήματος του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ για το 2008.
Φιλοξενούμε σήμερα με αφορμή όλα τα παραπάνω μια εκτεταμένη παρουσίαση της «Κίτρινης Ομπρέλας», που αποτελεί και τη συμβολή μου στην εκδήλωση της Αμαλιάδας…



Η κίτρινη ομπρέλα
Μία αντροπαρέα, στο κέντρο της Αθήνας. Παρέα που σχηματίσθηκε από τυχαίες συναντήσεις στα καθημερινά της μεγάλης πόλης, με τον κατακερματισμό που τη συνέχει…Εκεί που οι άνθρωποι συναντιούνται απρόσωπα… στο χάος των 4.000.000 πολιτών…
Οι άνθρωποι εκεί, συνομιλούν μονάχα με τον περιπτερά, τον κουρέα, τους συναδέλφους τους στον στενό εργασιακό χώρο, και τους εξαρτημένους αυτόν, ίσως και με το έτερον ήμισυ, και σπανίως ή τυχαία με κάποιον φίλο από τα παιδικά χρόνια…
Η παρέα έχει συμφωνήσει να συναντιέται σε καφενείο του Κολωνακίου κάθε Σάββατο για να ανταλλάσσει ιστορίες.
Καθώς «όλοι ζούμε με δανεικές ιστορίες», όπως υποστηρίζει ο Ε.Α, η συνοχή της ομάδας δοκιμάζεται στην άμυλα της αφήγησης. Ποιος θα πει την πιο ενδιαφέρουσα –πιπεράτη- ελκυστική ιστορία…
Της παρέας ηγείται ένας Αρχηγός, δημοσιογράφος γύρω στα 50, άρτι διαζευγμένος…Δίπλα ο Εισαγγελέας, που επιδίδεται σε αφηγήσεις του δικαστικού ρεπορτάζ, ένας καφετζής από την Κρήτη, ο Μιχάλης , που μεταφέρει στην παρέα ό,τι συναντά στο πολυσύχναστο καφενείο που διατηρεί στο ΚΤΕΛ Κηφισού. Μαζί και ο Σωτήρης, ο Περιπτεράς, σε κάποια γωνία του Κολωνακίου, που τον έφερε στην παρέα ο Εισαγγελέας. Ένας κουρέας με στριφτό μουστάκι από τη Φλώρινα, ο Κλαψομανουράκιας-δημοσιογράφος τηλεοπτικής εκπομπής γύρω στα 35, ο Παρδαλός, Τζόρζ ή Ζορζέτα, που τον έφερε στην παρέα ο καφετζής και ένας πενηντάρης επίσης χωρισμένος συγγραφέας best-seller σε κάμψη όμως τα τελευταία χρόνια που δεν μπορεί να γράψει και ψάχνει εναγωνίως να βρει θέματα.
Το σκηνικό του μυθιστορήματος στήνεται σχεδόν τηλεοπτικά. Ένα τραπέζι και γύρω του οι «συνδιηγητές»-όρος του Αυδίκου-καθώς αυτό που συνέχει τους ομοτράπεζους δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι ιστορίες. Το story όπως λέγεται τηλεοπτικά, ένα story με ήρωες οποιουσδήποτε εκτός παρέας, που για να πάρει «καλό βαθμό» οφείλει να έχει σασπένς, πρωτοτυπία, σεξ, περιθώριο, βία. Για την τήρηση των κανόνων της συνδιήγησης φροντίζει με αυστηρότητα ο αρχηγός. Έπεται το ξετύλιγμα των σεναρίων που αφορούν τις περιπέτειες κάποιων δεύτερων ηρώων, ανάμεσά τους και ξεχωριστές γυναίκες, η Κάθριν, η Ιρένε, η Λειλά, ή Σούζυ, η πολυπρόσωπη Καλλιόπη, η Κωνσταντίνα. Ήρωες ενταγμένοι στο σύστημα από τη μια, με τον κυνισμό που αυτό απαιτεί για την διάσωσή τους και από την άλλη οι κρυμμένοι στο περιθώριο, ένα μοναδικό περιθώριο. Όλοι βγαλμένοι κατευθείαν από το background της μεγαλούπολης. Επτά συνολικά τα κεφάλαια-ιστορίες που αφηγείται ο συγγραφέας ετεροβαρείς και ετερόκλητες θα έλεγα, με ένα βασικό στοιχείο να τις συνέχει. Τους ρόλους που έχουν ανατεθεί στα πρόσωπα, για να υπηρετήσουν την τάξη των πραγμάτων…

Οι δεύτεροι αυτοί ήρωες του συγγραφέα παρεισφρέουν στην παρέα ως συνοδοί του συστήματος που οργανώνουν οι καφενόβιοι του Σαββάτου, πάνω από όλα όμως σαν αντίγραφο της ζωής που ζουν, του τρόπου που ξέρουν να ζουν, το μοντέλο που αποδέχονται ως θεατές και μαζί ως συνένοχοι μετέχοντες.
Και δω υπάρχει ένα σημαντικό εύρημα του Αυδίκου, που δένει την αφήγηση, κατά την άποψή μου, με το ιδεολόγημά του. Ο συγγραφέας-ήρωας-της παρέας αφηγείται ιστορίες με πρόσωπα άγνωστα στους συνδιηγητές. Όσο προχωρά όμως αποκαλύπτονται πολλά. Κυρίως όμως αποκαλύπτεται ότι οι πρωταγωνιστές των ωραίων ιστοριών του είναι και οι ομοτράπεζοί του, τα μέλη δηλαδή της παρέας. Κάποτε ο αρχηγός, ο δημοσιογράφος δηλαδή, ο υποταγμένος, κι αυτός και η γραφή του και οι ιδέες του, στις εντολές του εκδότη, άλλοτε ο καθωσπρέπει εισαγγελέας, μπλεγμένος σε μία γαργαλιστική ιστορία με τρελούς έρωτες και άφθονο σεξισμό, μετά ο Παρδαλός που διάγει βίον έκκλητον στο περιθώριο της Συγγρού.

Τι ακριβώς υπονοεί ο Αυδίκος; Νομίζω ότι θέλει να μας πει με καθαρό τρόπο, πως όσο και αν βγάλουμε την ουρά μας έξω από τις ιστορίες άλλων, είμαστε εντός, όχι ως guest αλλά και επί της ουσίας. Όσο και να βολευόμαστε με τον εγωκεντρισμό του παρόντος, μετέχουμε δρωμένων που τα θεωρούμε πάθη των άλλων. Γιατί αυτό που ορίζουμε πάντα ως κοινωνία, συνέχεται μέσω του συλλογικού εγώ παρά τον κατακερματισμό και την απομόνωση.
Από την άλλη, το ζήτημα αξιολόγησης της κάθε ιστορίας, από τους ακροατές της παρέας ανοίγει το δεύτερο πεδίο ανάγνωσης του μυθιστορήματος, που αποκαλύπτεται σιγά-σιγά, καθώς αρτιώνεται η αφήγηση. Τα κριτήρια για την ελκυστικότητα των ιστοριών επαφύονται στις αισθητικές αξίες των μετεχόντων, στο σύστημα ιδεών που κυριαρχεί στην τηλεοπτική μας «δημοκρατία» αλλά και με βάση τα δεδομένα της σωρηδόν παραγόμενης λογοτεχνίας του παρόντος… Οι πρόδηλες πολιτικές νύξεις του Αυδίκου, για το εποικοδόμημα, θα έλεγα το σύστημα πολιτικών και πολιτιστικών αξιών που κυριαρχεί, μας παραθέτουν αυτό που ακριβώς πλείστοι Έλληνες πολίτες διαγιγνώσκουν αλλά … δεν ομολογούν…Απλά αφήνονται-αφηνόμαστε να μας παρασύρει…Βράζουμε στο ίδιο καζάνι που τα τελευταία χρόνια έχει πια και ένα κλείστρο στην κορυφή του.

Όλα αυτά, μέσα από τον λόγο του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος του 50άρη συγγραφέα που ξεκινά με τα παθήματα του ρόλου του ως υπηρέτη του λόγου και της γραφής, που ψάχνει εναγωνίως υλικό καθώς έχει αναλάβει υποχρέωση να ολοκληρώσει σύντομα ένα μυθιστόρημα. Μέσα στην ιστορία του εμπλέκεται όλο το σύστημα και οι μηχανισμοί που παράγουν σήμερα πολιτισμό και ταυτόχρονα πολιτική. Διανοητές και δημοσιογραφία, ΜΜΕ, δικαστική εξουσία, περιθώριο, ομοφυλοφιλία, ρατσισμός, μετανάστες, περιβάλλον, η ελληνική επαρχία, ο έρωτας, η μοναξιά των ανθρώπων της μεγαλούπολης, η επικοινωνία εν πολλοίς, οι «έξω ιστορίες» και οι «μέσα ιστορίες», των ανθρώπων.
Μέσα από όλα αυτά ο Αυδίκος βασανίζεται και μας βασανίζει για το ρόλο της λογοτεχνίας σήμερα, και της λογοτεχνικής παραγωγής εν τέλει. Τι έχουμε να πούμε για όλα αυτά ως αναγνώστες;
Σήμερα που όλοι γράφουν, οι περισσότεροι αντιγράφουν θα έλεγα, τα πράγματα μας φέρνουν αντιμέτωπους με τη νέα πραγματικότητα, την εικονική. Μύθοι ξετυλίγονται με την τεχνική του ξεπέτα . Ο ένας κλέβει τις ιστορίες του άλλου, οι γραφές παράγονται κατά κόρον στην Μεγαλούπολη, που μοιάζει να έχει στερέψει από αληθινές ιστορίες, αναπαράγοντας την αισθητική των σχέσεων που αυτή δημιούργησε. Ποιος είναι λοιπόν ο ρόλος του Λογοτέχνη σήμερα;
Κατ’ αρχήν θα έλεγα ότι δικαιούται να ζήσει αλλιώς, να πει ότι η ζωή είναι αλλιώς, για να αποκτήσει πάλι βλέμμα, ακοή, αφή, μυρωδιές. Με αυτά τα αισθητήρια μπορεί ξανά να βουτήξει στο πέλαγος της αφήγησης.
Της αφήγησης που σήμερα δοκιμάζεται δραματικά, καθώς μάθαμε να ακούμε από την οθόνη μονοσήμαντα, που αναπαράγει τοπία χωρίς μυρωδιές, αγγίγματα, γεύσεις…
Και ο Αυδίκος εν τέλει μας λυτρώνει καθώς ο ήρωας του, ο συγγραφέας αποχωρεί από την παρέα, έχοντας αποκαλύψει με την ιστορία του, τους ρόλους των συνενόχων στο σύστημα, την παρέα … του Κολωνακίου.
Ο παρακμιακός συγγραφέας, που λέει ως εδώ…και φεύγει με την αγαπημένη του από το καφενείο, αφήνοντας πίσω την εικονική συντροφιά αλλά και τους ήρωες της αφήγησής του, που εμφανίζονται μαυροντυμένοι στο καφενείο σαν «από μηχανής θεοί» πάνω από το τραπέζι των συνδιηγητών.
Ως κατακλείδα θα χρησιμοποιήσω παράγραφο από μια κριτική προσέγγιση που βρήκα για το μυθιστόρημα σε blog στο διαδίκτυο., στις «ιχνηλασίες».

«Η επιλογή του Αυδίκου αποτελεί απάντηση στο κεντρικό ερώτημα. Και δεν αφορά μόνο τον ίδιο το Συγγραφέα. Αφορά όσους εμπλεκόμαστε ως αναγνώστες ή συγγραφείς με τη λογοτεχνία. Εν ολίγοις: ο κόσμος της λογοτεχνίας θα διατηρείται ψευδαισθησιακός, θα συνεχίζει να αυτοευνουχίζεται και να αυτοχειριάζεται, θα επιμένει να αναπαράγει τα αδιέξοδα στα οποία υποτίθεται ότι δίνει λύση, όσο παραμένει περίκλειστος στον εαυτό του, όσο αρνείται να γονιμοποιηθεί από την αληθινή ζωή, όσο συμβιβάζεται μ’ ό,τι αρνείται την αληθινή ζωή.
Η αξία του βιβλίου του Αυδίκου έγκειται στο ότι έθιξε το πρόβλημα της σημερινής λογοτεχνίας χωρίς περιστροφές….επιχείρησε να δώσει απαντήσεις. Και το πιο σημαντικό είναι ότι οι απαντήσεις αυτές περιέχουν αλήθειες που θα έπρεπε να ειπωθούν. Και καλώς ειπώθηκαν.»
Ελ.Σκάβδη

2)Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, http://ixnilasies.blogspot.com

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2008
"Η κίτρινη ομπρέλα", Βαγγέλης Αυδίκος, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο 2007, σελ. 234

Από πού αναβλύζει η λογοτεχνική γραφή και από ποια αδιόρατη ανάγκη τροφοδοτείται ο πίδακάς της; Πώς οργανώνεται η κοίτη και τι είναι αυτό που ορίζει την κατεύθυνση του χειμάρρου της; Πώς μπορείς να βουτάς στα ολοκάθαρα νερά της και την ίδια στιγμή να ρίχνεις πετονιά από την όχθη στα πλούσια αλιεύματά της;
Ρομαντικές φαντασιοκοπίες, θα έλεγε ο Αυδίκος. Λογοτεχνικές ομφαλοσκοπήσεις όσων ζουν από, μέσα και για τη λογοτεχνία και λησμονούν ότι δεν είναι η ζωή που ζει από, μέσα και για τη λογοτεχνία αλλά η λογοτεχνία που ζει από, μέσα και για τη ζωή. Ή τουλάχιστον θα έπρεπε να ζει. Έστω και αν τις πιο πολλές φορές αυτό δε συμβαίνει. Το γιατί αποτελεί το κεντρικό ερώτημα που απασχολεί το συγγραφέα του μυθιστορήματος «Η κίτρινη Ομπρέλα».
Τι φταίει λοιπόν;
Μήπως η ωραιοπάθεια της γραφής και ο υφέρπων ναρκισσισμός της; Μήπως πάλι η εξ ανάγκης απόσταση από τα πράγματα με το άλλοθι της πρισματικής θέασής τους; Μήπως τέλος πάντων η θεόπνευστη αλαζονεία της εκ του μηδενός αναδημιουργίας του κόσμου; Πιθανώς να ’ναι κι έτσι. Απ’ την άλλη όμως δεν είναι δυνατόν να ’ναι μόνο έτσι. Γιατί τέτοιες λογοτεχνικές γητειές υπήρχαν πάντα, αλλά η λογοτεχνική μαγγανεία σήμερα μόνο γίνεται πια κανόνας.
Το ερώτημα συνεπώς παραμένει.
Κεντρικό πρόσωπο της πολυφωνικής αφήγησης του Αυδίκου είναι ο Συγγραφέας. Φτασμένος πεζογράφος, με μια φήμη την οποία καλείται να διαχειριστεί, με έναν εκδότη τον οποίο οφείλει να ευχαριστεί και με ένα συμβόλαιο το οποίο δεσμεύεται να εκτελέσει. Βαρύ φορτίο τελικά η επιτυχία. Πολύ βαρύ. Πέφτει απάνω του και τον πλακώνει. Λέξη δεν μπορεί να σταυρώσει. Λευκή σελίδα, άγραφη, παραμένουν οι γραφές του. Τον πιάνει ο πανικός. Αναζητεί την έμπνευση στις ερωτικές εμπειρίες μιας φίλης του, υποδύεται τον υποψήφιο γαμπρό σε ένα γραφείο συνοικεσίων, γίνεται συνεργάτης μιας κουτσομπολίστικης τηλεοπτικής εκπομπής. Πουθενά όμως δε βρίσκει την ιστορία που θα τον απογειώσει. Στο τέλος καταλήγει στην παρέα.
Η παρέα είναι ένα ετερόκλητο σύνολο ανθρώπων, αντιπροσωπευτικό της ελληνικής κοινωνίας (ο καταξιωμένος δημοσιογράφος, ο εισαγγελέας, ο φέρελπις τηλεπαρουσιαστής, ο Κρητικός καφετζής, ο περιπτεράς, ο εκδιδόμενος της Συγγρού) με ένα και μόνο ενοποιό στοιχείο: την ανάγκη της προφορικής αφήγησης. Μιας αφήγησης που αποπνέει την αύρα άλλων εποχών, ανακαλεί τις ιστορίες της γιαγιάς, θυμίζει το παρακάθι των Ποντίων, ανασύρει το κουτσομπολιό του χωριού και αναβιώνει την ατμόσφαιρα του ελληνικού καφενείου. Θα μπορούσε λοιπόν και να μοιάζει με ένα ιδιότυπο αντάρτικο λόγου στη μιλημένη σιωπή της σημερινής επικοινωνίας, στις μεταλλαγμένες αφηγήσεις των μεσημεριανών εκπομπών, στην ασθματική διεκπεραίωση της τηλεφωνικής κλήσης. Μια γλωσσική χειρονομία ανθρωπιάς και αλληλεγγύης, μορφή άμυνας κι αυτή απέναντι στη μοναξιά.
Και πράγματι τέτοια είναι η αρχική αίσθησή της: πρόσωπα διαφορετικής κοινωνικής τάξης, επαγγελματικής ιδιότητας, γεωγραφικής προέλευσης, μορφωτικού επιπέδου συγκεντρώνονται σε καθιερωμένη σαββατιάτικη σύναξη μόνο και μόνο για την ανάγκη της αφήγησης. Παραπέμπει στην ψυχαναλυτική συνεδρία ο χαρακτήρας της αφήγησης αυτής, μόνο που ελλείψει προσωπικού υλικού προς ανακοίνωση ασκείται μέσα από τις δάνειες ιστορίες της ζωής των άλλων, αλλά ακόμη και έτσι προσφέρει την ανακουφιστική εμπειρία του λόγου, δημιουργεί την εντύπωση μιας επικοινωνίας, συγκροτεί το τυχαίο σύνολο σε οργανωμένη ομάδα.
Γρήγορα όμως αποκαλύπτεται η αλήθεια. Η κοινωνική πραγματικότητα αρδεύει από τις εναλλακτικές νησίδες κάθε στοιχείο διαφορετικότητας, κάθε διάθεση πειραματισμού, κάθε προσπάθεια αντίστασης για να αφήσει πίσω της έρημες βραχονησίδες. Κυρίως γιατί όσοι παίρνουν μέρος στο εγχείρημα της οργάνωσής τους δεν παύουν να είναι κοινωνικά διαμορφωμένα πρόσωπα, που φέρουν κοινωνικά διαμορφωμένες ιδεολογίες, σχέσεις, ιδιότητες, εμμονές, άρα κουβαλούν μαζί τους ό,τι υποτίθεται ότι θέλουν να αποφύγουν.
Στην περίπτωση λοιπόν της σαββατιάτικης παρέας του Αυδίκου η αυταξία της αφηγημένης ιστορίας παράγει υπεραξία που ανάλογα με τη διατίμησή της μεταφράζεται σε ανώτερη, στάσιμη ή κατώτερη θέση στην ιεραρχία της ομάδας. Υπάρχει ο Αρχηγός, το αντίπαλο δέος, οι υπόγειες συμμαχίες, τα χτυπήματα κάτω από τη μέση. Οι σχέσεις διατηρούνται τυπικές, ψυχρές, ανταγωνιστικές. Η συγκρότηση της παρέας αποδεικνύεται λόγος για την εκφορά της αφήγησης και όχι σκοπός της. Η μοναξιά που υπάρχει πριν από τη σύναξη, συνεχίζει να υπάρχει και μετά την ολοκλήρωσή της. Ακόμη χειρότερα, ενυπάρχει και εντός της αφήγησης, αποκαλύπτεται στο δάνειο υλικό της, καταφαίνεται στον τρόπο συλλογής του.
Παράξενο στα αλήθεια. Γιατί αν πέρα απ’ την όποια αισθητική τέρψη, έχει κάθε λογής αφήγηση μια υπαρξιακή αξία αυτή αφορά τη δυνατότητα μέθεξης του εγώ στο εσύ μέσα από χαραματιές νέας οπτικής, βίωσης, εμπειρίας και ζωής. Το είπε και ο Ουμπέρτο Έκο: μέσα από την αφήγηση ζούμε περισσότερο, γιατί ζούμε τις ζωές των άλλων, τις ζωές που δε θα μπορούσαμε οι ίδιοι να ζήσουμε. Αυτό εξάλλου δεν κάνει και η λογοτεχνία; Ή τουλάχιστον αυτό θα έπρεπε να κάνει. Το σίγουρο όμως είναι ότι κάτι τέτοιο εδώ δε συμβαίνει. Η αφήγηση της ζωής των άλλων φτωχαίνει τη ζωή των αφηγητών. Η αφήγηση της ζωής των άλλων μεγαλώνει την απόσταση των αφηγητών από τη δική τους ζωή. Η αφήγηση της ζωής των άλλων ενισχύει το αίσθημα της ματαίωσης για τη ζωή των αφηγητών.
- Γιατί οι ήρωες του Αυδίκου διαθέτουν τη ζωή τους στη συλλογή των ιστοριών από τη ζωή των άλλων.
- Γιατί οι ήρωες του Αυδίκου προσπαθούν να δώσουν αξία στη ζωή τους μέσα από την αφήγηση της ζωής των άλλων.
- Γιατί οι ήρωες του Αυδίκου ζουν τη ζωή τους μέσα από τη ζωή των άλλων.
Επομένως, η αφήγηση των ηρώων του Αυδίκου ασκεί τη λειτουργία της αφαίμαξης και όχι της αιμοδοσίας, της στείρωσης και όχι της γονιμοποίησης, του λεκτικού αυνανισμού και όχι της πνευματική μέθεξης. Καταργείται, γιατί έχει λόγο να εκφέρεται αλλά όχι σκοπό. Μορφή αλλά όχι περιεχόμενο. Πρόθεση αλλά όχι πράξη. Οι φορείς της επιστρέφουν στη μοναξιά, στην ακατοίκητη από ανθρώπους, αισθήματα, νόημα και ζωή ζωή τους. Η παρέα τελικά διαλύεται. Διασώζονται μόνο όσοι προτιμούν την αληθινή ζωή από την ανούσια λεκτική αναπαραγωγή της, ώστε να δώσουν στο εξής πράξη, περιεχόμενο και σκοπό στις αφηγήσεις τους.
Ανάμεσά τους και ο Συγγραφέας. Τάσσεται, όπως ο Παπασωτηρίου επισήμανε στην κριτική του για το βιβλίο, στο πλευρό των από κάτω, «παίρνει θέση, τη θέση και την οπτική των αφανών, των αδικημένων». Η επιλογή του αποτελεί απάντηση στο κεντρικό ερώτημα. Και δεν αφορά μόνο τον ίδιο το Συγγραφέα. Αφορά όσους εμπλεκόμαστε ως αναγνώστες ή συγγραφείς με τη λογοτεχνία. Εν ολίγοις: ο κόσμος της λογοτεχνίας θα διατηρείται ψευδαισθησιακός, θα συνεχίζει να αυτοευνουχίζεται και να αυτοχειριάζεται, θα επιμένει να αναπαράγει τα αδιέξοδα στα οποία υποτίθεται ότι δίνει λύση, όσο παραμένει περίκλειστος στον εαυτό του, όσο αρνείται να γονιμοποιηθεί από την αληθινή ζωή, όσο συμβιβάζεται μ’ ό,τι αρνείται την αληθινή ζωή.
Η αξία του βιβλίου του Αυδίκου έγκειται στο ότι έθιξε το πρόβλημα της σημερινής λογοτεχνίας χωρίς περιστροφές. Προσπερνώ κάποιες επιμέρους αδυναμίες. Νομίζω ότι αρκεί και με το παραπάνω το ότι επιχείρησε να δώσει απαντήσεις. Και το πιο σημαντικό είναι ότι οι απαντήσεις αυτές περιέχουν αλήθειες που θα έπρεπε να ειπωθούν. Και καλώς ειπώθηκαν.

3)ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 22/08/2008


Κάτω από την ομπρέλα του αφηγητή χωράνε πολλοί


Διασταυρούμενες αφηγήσεις για τεμνόμενες ζωές


ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΥΔΙΚΟΣ
Η κίτρινη ομπρέλα
«ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ»
ΣΕΛ. 234, ευρώ 14

Η αφήγηση δεν αποτελεί προνόμιο των συγγραφέων. Ως τρόπος εξιστόρησης είναι άμεση πραγμάτωση της ανθρώπινης γλώσσας και χρησιμοποιείται από πάμπολλους μη επαγγελματίες, που στηρίζουν την επιτυχία των σκοπών τους στη λεκτική πράξη, η οποία είναι συχνά εξίσου αποτελεσματική με οποιαδήποτε άλλη ενέργεια: από την αρχετυπική γιαγιά που μαγεύει τα πιτσιρίκια με τη φαρέτρα των παραμυθιών της μέχρι τους αρχαϊκούς αοιδούς που τραγουδούσαν κλέα ανδρών, κι από τον μάρτυρα που αφηγείται στο δικαστήριο τη δική του εκδοχή των γεγονότων ώς τους ανταποκριτές των τηλεοπτικών σταθμών, που εξιστορούν τα συμβάντα αναπαριστώντας τα για χάρη των τηλεθεατών.

Τα μέλη της ανδροπαρέας του Β. Αυδίκου, μιας ετερόκλιτης συντροφιάς από ευυπόληπτους και ανυπόληπτους πολίτες, συγκεντρώνονται κάθε Σάββατο στο στέκι τους, παρατώντας τις άλλες ενασχολήσεις τους για να απολαύσουν την αφήγηση, είτε είναι οι ίδιοι οι πομποί της είτε είναι ακροατές και σχολιαστές όλων όσα ακούνε από τους άλλους. Η παρέα αυτή, ιεραρχημένη και οργανωμένη με κοινωνικούς όρους, φαινομενικά συνέχεται μόνο πάνω στον άξονα «αφηγητής - αποδέκτες», πάνω στην απόλαυση του διηγείσθαι, όπως τα εγγόνια που κοιτάνε έκπληκτα τον παππού γύρω από το τζάκι να απλώνει την πολύχρωμη βεντάλια των ταξιδιών του. Σταδιακά αποκαλύπτεται ότι δεν είναι μόνο αυτό που συνδέει τις φυγόκεντρες ζωές τους.

Ο εγκιβωτισμός της καθημερινότητας

Συνήθως η τεχνική του εγκιβωτισμού, της ένθεσης δηλαδή μέσα στο σώμα της κεντρικής αφήγησης μιας μικρότερης αφήγησης, τις περισσότερες φορές από διαφορετικό αφηγητή, χρησιμοποιείται ήδη από τον Ομηρο, προκειμένου να συμπληρώσει κενά της ιστορίας, να φέρει στο προσκήνιο στιγμές μιας άλλης εμπειρίας, να δημιουργήσει αναλογίες με τα γεγονότα του βασικού κορμού, να λειτουργήσει σαν παρένθεση σ' αυτόν, να του προσδώσει πολυπλοκότητα και να τον απελευθερώσει από τα δεσμά του χρόνου και του τόπου.

Ο Αυδίκος, αντίθετα, δεν αραδιάζει απλώς μια πλειάδα παρένθετων ιστοριών, σαν ένα κομπολόι από ασύνδετα διηγήματα που με το πρόσχημα της σαββατιάτικης συντροφιάς συναποτελούν ένα χαλαρό στη δομή μυθιστόρημα. Οι πολλαπλοί εγκιβωτισμοί του βιβλίου σχηματίζουν ένα πυκνό δίχτυ αλληλοτεμνόμενων γεγονότων, καθώς στην ιστορία του ενός πρωταγωνιστούν απρόσμενα κάποιοι από τους άλλους και τανάπαλιν. Το πλέγμα αυτό -σαν χαρτοπαίγνιο με λέξεις- μοιράζει τον ρόλο της μάνας και των παιχτών διαδοχικά σε όλους, που μιλάνε και ακούνε για τον εαυτό τους από τους άλλους· ακριβώς γι' αυτό όλοι, λίγο-πολύ, εναλλάσσονται στους ρόλους του αφηγητή, του ακροατή, του πρωταγωνιστή, του κομπάρσου, του θύτη και του θύματος των «αληθινών» τους βιωμάτων.

Ο εισαγγελέας της παρέας, σοβαρός και συντηρητικός, φέρεται να έχει απολαύσει την περιπέτεια της ζωής του με μια αιθέρια ύπαρξη· ένας συγγραφέας, που αναζητούσε θέμα για το επόμενο βιβλίο του, θέμα που θα τον βγάλει από το τέλμα, ζει ερωτικά τρίγωνα με την αιθέρια ύπαρξη, την οποία μοιράστηκε για ένα διάστημα με τον εισαγγελέα, αλλά στο τέλος τον πρόδωσε ...γράφοντας η ίδια το βιβλίο και κερδίζοντας τη δόξα του μπεστ-σέλερ· ένας φιλόσοφος, που θέλει να ζήσει στην πράξη τον έρωτα και να φιλοσοφήσει πάνω στην ύπαρξη και την υπόσταση του φαινομένου, κάνει πιάτσα στη Συγγρού και συναντά -μεταξύ άλλων- μερικά από τα μέλη της ομήγυρης. Καθένας από αυτούς έχει να καταθέσει είτε προσωπικές εμπειρίες είτε ιστορίες που άκουσε από άλλους, όπως ο καφετζής στο καφενείο των ΚΤΕΛ, ο κουρέας στο μπαρμπέρικό του ή ο περιπτεράς στα ενδότερα του Κολωνακίου.

Μεταξύ αλήθειας και φαντασίας

Εξαιτίας της συγγραφικής σκοπιμότητας δεν είναι ξεκάθαρο αν όλα όσα ακούγονται είναι πραγματικά ή πλαστά, αν αποτελούν δηλαδή βιώματα της τρικυμιώδους ζωής των αφηγητών ή αποκυήματα των ευφάνταστων εγκεφάλων τους. Ο αναγνώστης μπαίνει κι αυτός στο παιχνίδι, αφού ούτως ή άλλως είναι στην ίδια μοίρα με τους ενδοκειμενικούς ακροατές, κι όλοι μαζί αναρωτιούνται για την αξιοπιστία των λεγομένων και ταυτόχρονα μαγεύονται από την πιθανότητα να ακούνε την επινοημένη ιστορία που ξεπερνά την ανθρώπινη ζωή. Το μυθιστόρημα του Αυδίκου κάνει σε πρώτη φάση θέμα του την ίδια την αφηγηματική πράξη, την ίδια τη διαδικασία μετατροπής των εμπειριών της ζωής σε αφήγηση ή της δημιουργίας νέων ιστοριών.

Μέσω των ιστοριών του κάθε μέλος της συντροφιάς κερδίζει την εκτίμηση ή μακροπρόθεσμα υποβαθμίζεται, γεγονός που δείχνει την απόδοση στις αφηγήσεις ανταλλακτικής αξίας. Οι λεκτικές πράξεις γίνονται το χαρτί στα χέρια -ή μάλλον στο στόμα- του καθενός, μέσω των οποίων θαμπώνει, εξιτάρει, ξαφνιάζει, αποστομώνει ή αφήνει ερωτήματα στους άλλους. Το παιχνίδι του πραγματικού και του φανταστικού κάνει ακόμα πιο μυστηριώδη την όλη διαδικασία, καθώς οι ακροατές άλλοτε ταυτίζουν τον ήρωα με τον αφηγητή κι άλλοτε αναρωτιούνται πώς έμαθε την ιστορία του, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους αναγνώστες των βιβλίων.

Το ίδιο κάνει και η τηλεόραση με την αναγωγή αληθινών ιστοριών σε βορά τηλεθεατών και ηδονοβλεψιών, αλλά εκεί το «δόγμα είναι η υπερβολή κι αυτό την ξεστρατίζει από το γνήσιο», όπως λέει ένας από τους αφηγητές. Εν τέλει, ζούμε σ' έναν κόσμο που ψοφάει να λέει και να ακούει ιστορίες -αδιάφορο αν πρόκειται για πραγματικές ή πλασματικές- κι έτσι εξηγούνται οι ατελείωτοι μονόλογοι σε παρέες φίλων ή οι τηλεοπτικές εκμυστηρεύσεις προσωπικών τραγωδιών, όσο κι αν εξευτελίζουν τον εξομολογούμενο.

Φυσικά, πολλοί από τους χαρακτήρες ξεχνάνε ότι η ίδια η ιστορία, αν δεν μετατραπεί σε έντεχνη αφήγηση, δεν αξίζει παρά λίγα πράγματα. Η κλοπή ιδεών και συμβάντων δεν είναι τόσο επώδυνη όσο παρουσιάζεται, αφού πρωτότυπα θέματα και πρωτοποριακές ιδέες που να ξενίζουν σε υπέρτατο βαθμό ελαχιστοποιούνται συνεχώς. Η αξία του αφηγητή έγκειται κυρίως στην ικανότητά του να ντύνει λεκτικά τα τεκταινόμενα και να δραματοποιεί την εξέλιξή τους· ειδάλλως, οι ιστορίες ενίοτε φαντάζουν κοινότοπες, όσο κι αν είναι αντλημένες από τα άδυτα των δικαστικών φακέλων ή τις περιπτώσεις υποψήφιων νυφών από γραφεία συνοικεσίων. Ισως ο Αυδίκος θα έπρεπε να μετριάσει ακόμα περισσότερο την προβεβλημένη προτεραιότητα της ιστορίας έναντι της αφήγησης (όσο κι αν μέσα στο βιβλίο αφήνονται χαραμάδες για την αντίθετη άποψη), καθώς μια τέτοια αντίληψη είναι αυταπάτη· τα πάντα πλέον δεν είναι από μόνα τους άξια λόγου, αφού πρώτιστα αποτελούν γλωσσικές κατασκευές και μόνο ως αφηγηματικές συνθέσεις καταξιώνονται ως αξιάκουστες υποθέσεις.

4)Στέφανος Κουλάκης, http://foitorio.blogspot.com

Είναι ικανό ένα μυθιστόρημα να αποκαλύψει την πηγή της λογοτεχνικής δημιουργίας; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό φαντάζει δύσκολη. Ωστόσο ο Βαγγέλης Αυδίκος απαντά, μέσα από το μυθιστόρημά του Η Κίτρινη ομπρέλα, με άνεση και στιλ. Σ’ αυτό το ενδιαφέρον μυθιστόρημα παρουσιάζονται αριστοτεχνικά οι πειραματισμοί του συγγραφέα, ως προς την αναζήτηση και εύρεση λογοτεχνικού υλικού. Οι «πειραματισμοί» βέβαια δεν έλειψαν ούτε από την καριέρα του Β. Αυδίκου στον χώρο της εκπαίδευσης: εργάστηκε για μεγάλο διάστημα ως φιλόλογος, μετά ως νηπιαγωγός και στη συνέχεια δίδαξε ως Καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Σήμερα είναι πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας - Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του θεσσαλικού Πανεπιστημίου.

Στο κυνήγι της ιδανικής ιστορίας

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε επτά κεφάλαια, τα οποία περιέχουν ιστορίες που τελικά συνδέουν τους ήρωες. Εκτός από την πολυφωνική, όπως θα δούμε παρακάτω, αφήγηση υπάρχουν και κάποιες εγκιβωτισμένες ιστορίες, που έχουν άμεση σχέση με την πλοκή του έργου.
Κάθε Σάββατο μια ιδιόρρυθμη αντρική παρέα συναντιέται σε μια καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας. Τα μέλη της παρέας συζητούν και ανταλλάσσουν ιστορίες δικές τους ή ιστορίες που έχουν ακούσει από άλλους. Σκοπός όλων αυτών των αφηγητών είναι η εξιστόρηση της καλύτερης ιστορίας.
Εκείνος που επιβάλλει τους κανονισμούς των σαββατιάτικων συναντήσεων είναι ο Αρχηγός. Ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου και το αυστηρό του ύφος δεν αφήνει κανένα περιθώριο οικειότητας. Δεύτερος στην ιεραρχία και αντίζηλος του Αρχηγού είναι ο Εισαγγελέας, ο οποίος ονομάστηκε έτσι λόγω της «ηθικοπλαστικής του διάθεσης». Βέβαια, όπως αποδεικνύεται αργότερα, αυτό ήταν και το πραγματικό του επάγγελμα. Επίσης υπάρχει ο Περιπτεράς, ο οποίος διατηρεί ένα περίπτερο και αρέσκεται να ανταλλάσσει ιστορίες με τους πελάτες του. Στις συζητήσεις συμμετέχει και ο Καφετζής, κρητικός στην καταγωγή, κι έχει ως πηγή των ιστοριών του το καφενείο του. Ο ίδιος πιστεύει ότι θα πεθάνει αν τελειώσουν οι ιστορίες, καθώς αποτελούν όλη του την ζωή. Στις συναντήσεις λαμβάνει μέρος κι ένας τραβεστί-φιλόσοφος της ζωής, ο Παρδαλός, που περνάει τα βράδια του αναζητώντας πελατεία στην λεωφόρο Συγγρού. Πολλοί τον πληρώνουν όχι για να τους προσφέρει τις υπηρεσίες του, αλλά για να κουβεντιάσουν και να ανταλλάξουν ιστορίες μεταξύ τους. Επίσης μέλος της παρέας και αποδεκτός από όλους είναι ο Κουρέας, του οποίου οι ιστορίες πηγάζουν από τις συζητήσεις των πελατών στο κουρείο του. Θέση στο τραπέζι των σαββατιάτικων συναντήσεων έχει κι ένας ξεχασμένος Συγγραφέας best-seller που προσπαθεί να γράψει ένα εντυπωσιακό έργο, για να επανέλθει στο προσκήνιο. Τέλος υπάρχει και ο Κλαψομανουράκιας, ένας δημοσιογράφος που ψάχνει τα κατάλληλα θέματα, ώστε να ανεβάσει τα ποσοστά τηλεθέασης της εκπομπής του.
Κυνηγημένοι από την ανία της καθημερινότητας, όλοι τους ζουν για το Σάββατο. Τις υπόλοιπες μέρες δίνουν τον αγώνα τους, ώστε να βρουν την ιστορία που θα προκαλέσει την έκπληξη στην συνάντηση του Σαββάτου. Μερικοί από αυτούς δείχνουν ικανοί να πατήσουν επί πτωμάτων για να φτάσουν στον στόχο τους: ο Αρχηγός, ο Εισαγγελέας, ο Κλαψομανουράκιας. Άλλοι πάλι διακρίνονται για την ψυχική τους αγνότητα: ο Καφετζής, ο Κουρέας, ο Παρδαλός.
Όλα τα παραπάνω πρόσωπα κατέχουν εξίσου σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα του Β. Αυδίκου. Αν έπρεπε όμως να ορίσουμε κάποιον ως κεντρικό ήρωα, αυτός θα ήταν ο Συγγραφέας. Ο Συγγραφέας επιδιώκει να γράψει το best-seller, αλλά πρέπει πρώτα να βρει την κατάλληλη ιστορία που θα αποτελέσει τον κορμό του έργου. Έτσι παρευρίσκεται στις συναντήσεις του Σαββάτου, επισκέπτεται γραφεία συνοικεσίων, διαβάζει στήλες γνωριμιών, ενώ συμμετέχει ακόμα και σε ένα ερωτικό τρίγωνο. Η κατάληξη όμως δεν είναι εκείνη που επιθυμεί. Η πρωταγωνίστρια του ερωτικού τριγώνου, η Κάθριν, κλέβει τις ιδέες του και εντέλει γράφει η ίδια ένα βιβλίο, το οποίο γίνεται best-seller.
Ένα Σάββατο η παρέα κλονίζεται, καθώς τα μέλη της έρχονται αντιμέτωποι με φοβερές αποκαλύψεις: πίσω από κάθε ιστορία που έχει ακουστεί στο τραπέζι των συναντήσεων, εμπλέκονται ορισμένοι από τους παρευρισκόμενους, οι οποίοι αποδεικνύονται τελικά διπρόσωποι. Ανάμεσα σε αυτούς, και ο Αρχηγός. Αυτό προκαλεί διαπληκτισμούς και τίθεται πλέον θέμα αρχηγίας. Σιγά σιγά αποχωρούν ο Καφετζής, ο Κουρέας και ο Παρδαλός, καθώς, όπως αναφέρουν, δεν έκαναν τις φιλίες που αναζητούσαν παίρνοντας μέρος στις σαββατιάτικες συζητήσεις. Στην συνέχεια εισέρχονται μέσα στην καφετέρια πέντε άντρες με δερμάτινα, οι οποίοι αυτοαποκαλούνται Ομάδα για τα Δικαιώματα του Ανώνυμου Πολίτη, και επιτίθενται λεκτικά στα εναπομείναντα μέλη της παρέας για την κενοδοξία και την ιδιοτέλειά τους. Μαζί τους μπαίνουν και τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στις εγκιβωτισμένες ιστορίες (Κάθριν, Ιρένε κ.ά), ένας μετανάστης από την Αλβανία κι ένας ηλικιωμένος. Όλοι τους είναι θύματα της παρέας…

Ένα μυθιστόρημα-εικόνα της κοινωνίας

Οι κοινωνικές ανησυχίες του Β. Αυδίκου φαίνονται ξεκάθαρα στην Κίτρινη ομπρέλα. Τα κοινωνικά ζητήματα που θίγει είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Καταρχάς υπάρχει το ζήτημα της τρίτης ηλικίας, η οποία εμφανίζεται παραμελημένη. Αυτό παρουσιάζεται μέσα από τα λόγια του ηλικιωμένου, ο οποίος χαρακτηριστικά τονίζει ότι η τρίτη ηλικία είναι ανεπιθύμητη όχι μόνο από τους συγγενείς, αλλά ακόμα και στις ιστορίες του Σαββάτου.
Ο συγγραφέας επίσης εκφράζει τον προβληματισμό του για τον ρατσισμό που επικρατεί στις μέρες μας, κυρίως μέσω της συγκινητικής αφήγησης του αλβανού μετανάστη για τις δυσκολίες που έχει περάσει κατά την περίοδο παραμονής του στην Ελλάδα.
Ένα άλλο θέμα που φαίνεται να απασχολεί τον Β. Αυδίκο είναι η αποξένωση που παρατηρείται στις μεγαλουπόλεις. Στην Κίτρινη ομπρέλα προβάλλεται με ρεαλιστικό και ιδιαίτερα επιτυχημένο τρόπο η εικόνα της σημερινής αστικής κοινωνίας: η δίψα για χρήμα και για διάκριση προκαλεί πολύ εύκολα την εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου. Όλα θυσιάζονται στον βωμό του χρήματος και της εξουσίας. Ο άνθρωπος διακατέχεται από ζωώδη ένστικτα και υποβλέπει συνεχώς τον συνάνθρωπό του. Επιστροφή στον πρωτογονισμό; Μετάβαση σε ένα νέο είδος απολίτιστου πολιτισμού; Πιθανότατα. Γεγονός είναι ότι οι άνθρωποι, αν και μέλη της κοινωνίας, συμπεριφέρονται αντικοινωνικά. Δεν μιλάνε, δεν νοιάζονται για τον άλλο, δεν ζουν. Απλώς υπάρχουν. Με λίγα λόγια μια απρόσωπη κοινωνία από άτομα και όχι πρόσωπα.

Το τερπνόν μετά του ωφελίμου

Κλείνοντας το βιβλίο μάς μένει μια γλυκόπικρη γεύση αλλά και μια απογοήτευση. Η απογοήτευση θα απουσίαζε αν ο Β. Αυδίκος δεν προχωρούσε σε ένα τόσο ατυχές τέλος. Η εμφάνιση των πέντε αντρών με τα δερμάτινα ως από μηχανής θεών οδηγεί ναι μεν σε ένα απρόσμενο τέλος, ωστόσο αποτελεί υπερβολή, αφού θυμίζει εικόνα παρμένη από τις οθόνες των σινεμά.
Παρ’ όλα αυτά Η Κίτρινη ομπρέλα είναι ένα αξιόλογο μυθιστόρημα, καθώς αποτελεί μια πηγή ευχαρίστησης αλλά και διδαχής. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να μην μνημονευτεί η ειλικρινής προσπάθεια του Β. Αυδίκου να αποδώσει την προβληματική εικόνα της σημερινής κοινωνίας, μέσα από μια ασυνήθιστη αλλά ιδιαίτερα απολαυστική ιστορία. Μέσω αυτού του ευρηματικού έργου ο συγγραφέας αναδεικνύει την σπουδαιότητα των ιστοριών. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη τις ιστορίες για να ξεχαστεί, να αποφύγει την ανία και να ξεπεράσει το άγχος που δημιουργεί η εποχή που ζούμε. Τελικά το καίριο ερώτημα που πλανάται είναι το εξής: μήπως «όλοι ζούμε με δανεικές ιστορίες»; Κι αν όχι, μήπως θα έπρεπε να ζούμε μ’ αυτές;

5)Πιθάρι η ψυχή του ανθρώπου 27/04/2008, Εφημερίδα Αυγή
Του Παναγιώτη ΝΟΥΤΣΟΥ

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΥΔΙΚΟΣ, |Η κίτρινη ομπρέλα|, εκδόσεις Μεταίχμιο


Ι. Εισαγωγή

Το είδος του βιβλίου που παρουσιάζουμε σήμερα, δηλαδή το περιεχόμενό του και η διπλή ιδιότητα του συγγραφέα του, επιβάλλουν κάποιες παρατηρήσεις, τόσο γενικότερες όσο και ειδικές για την |Κίτρινη ομπρέλα|. Θα επιχειρήσω να μορφοποιήσω δέκα οχτώ συνολικά παρατηρήσεις μ' αυτήν την οπτική.


ΙΙ. Μυθιστορίες πανεπιστημιακών (πραγμάτων/δασκάλων)

1) Ανά την Ελλάδα και την Κύπρο, για να συμπεριλάβω (βλ. και |Κόμβους|~ 2006: 262) και τον Στ. Κρητιώτη, ξεφυτρώνουν τελευταία κάποια δείγματα του "campus novel", με άνιση αξία ως προς τα "ευρήματα" και την αφήγησή τους.

2) Για να μην πάω μακριά: Ένας ένας ξεθάρρεψαν οι συνάδελφοι της Φιλοσοφικής και των Παιδαγωγικών Τμημάτων: Γιάννης, Γιώργος, Θανάσης, Λάκης, Ιωάννης, Βάσω, και από το Μαθηματικό ο Παναγιώτης ή από την Ιατρική ο Νικήτας [=Κώστας]. Ως "σύγχρονοι Ηπειρώτες ποιητές" εμφανίζονται, δυο φορές το χρόνο, στο περιοδικό |Ηπειρωτικά Γράμματα|, για να υμνήσουν τη "γένους θηλυκού" Παμβώτιδα και να προβλέψουν ότι "θα σηκωθεί τη νύχτα η Κυρά Φροσύνη".

3) Λίγες είναι οι περιπτώσεις συναδέλφων που διαθέτουν "διπλή" ιδιότητα, δηλαδή όσων στο campus ενεργοποιούν δικλείδες διαφυγής προς το πεδίο της λογοτεχνίας, έστω με την επίγνωση ότι από τη "Σχολή στη σχόλη το παυσίπονο αργεί" (|Η των αισθήσεων|, 36) και με την αίσθηση ότι τους υποβλέπει -ή απλώς ότι τίθενται υπό το διπλό βλέμμα του "άλλου"- τόσο το γένος των λογοτεχνών όσο και το συνάφι των πανεπιστημιακών.

4) Οι περιπτώσεις αυτές επιβάλλεται να ενθαρρύνονται, εφόσον καλωσορίζουν τον λόγιο και όχι τον κερδώο Ερμή, σε μια εποχή γενικευμένης διεμβολής του Πανεπιστημίου από τους θεούς της αγοράς και συνάμα με την αναγωγή του Εφιάλτη σε κοινό "πρότυπο" και όχι σε δακτυλοδεικτούμενη "εξαίρεση".

5) Ειδικότερα, τόσο οι νέοι όσο και οι παλαιότεροι συνάδελφοι χρήσιμο είναι να υποβοηθούνται, χωρίς καμιά διάθεση πατρωνείας, στην αντιμετώπιση του "πεδίου εντάσεων" ("Spannungsfeld") που συχνά εμφανίζεται στο campus, επαληθεύοντας τη διάγνωση του Freud για τον "ναρκισσισμό των μικρών διαφορών".

6) Αυτή λοιπόν η συναδελφική στάση καθίσταται αυτονόητη λόγω του είδους και του θέματος αυτών των βιβλίων, το οποίο επιτρέπει μια αβίαστη συνομιλία μαζί του, ακόμη κι όταν στήνει κανείς το παρατηρητήριό του σε διαφορετική θέση και με ετερογενή υλικά το διακοσμεί.

7) Μέσα από ορισμένα σημεία αυτών των βιβλίων εδραιώνεται η υποψία ότι επιχειρείται μια άλλη εκδοχή του "πανεπιστημιακού μυθιστορήματος" ("campus novel"), με διακριτικό τρόπο, αντιπαραθέτοντας τον αρχαίο δάσκαλο στους σημερινούς χρήστες της "τηβέννου".

8) Συνολικά, αυτού του είδους η διττή συγγραφική πρακτική μπορεί να αντιπαρατίθεται προς τη στενότητα του "συναφιού", τόσο του λογοτεχνικού όσο και του ακαδημαϊκού, εξοπλίζοντας τους φορείς της με μια σεμνότητα διανοουμένων που έχουν επίγνωση των ορίων τους.

9) Με την προϋπόθεση ότι δεν μπερδεύονται οι ρόλοι και από τις δύο πλευρές: ούτε ο λογοτέχνης να εμφανίζεται επιστημονίζων και ιδίως ούτε ο επιστήμονας να αναλίσκεται σε λογοτεχνίζουσες επιδόσεις. Με ένα παράδειγμα πρόσφατης κοπής: άλλο είναι η ποίηση που πατάει στην ιστορία και άλλο η ομιχλώδης και ρευστή "ποιητική της ιστορίας"...


ΙΙΙ. Για την παρούσα μυθιστορία

Θα προβώ σε άλλες τόσες επισημάνσεις ως προς την |Κίτρινη ομπρέλα|:

1) Αν λοιπόν μια "ετερόκλητη ανδρική παρέα συναντιέται κάθε Σάββατο κάπου στο κέντρο της Αθήνας", στη "Μουριά" των Εξαρχείων ή στον "Κοραή" της Σκουφά, τι ακριβώς σημαίνει αυτή η μέρα της εβδομάδας για όσους "μαζεύονται με σκοπό να συζητήσουν και ν' ανταλλάξουν εμπειρίες και ιστορίες, δικές τους ή άλλων" Από μια άποψη ισχύει κι εδώ ό,τι επισημαίνει ο Wittgenstein: έχουμε το Σάββατο για να "κοιτάμε την εργασία μας" ή την ιστορία μας "όχι μονάχα από μέσα αλλά κι απ' έξω" (|Πολιτισμός|, 120).

2) Έτσι στήνεται ο χρόνος και ο τόπος των αφηγήσεων, δηλαδή εκεί όπου οικοδομείται η ανταλλαγή "εμπειριών και ιστοριών" και επομένως εκεί όπου εναλλάσσονται οι αφηγήσεις της "ανδρικής παρέας", τις οποίες ο συγγραφέας ως παντογνώστης αφηγητής τις τακτοποιεί με ένα πρίσμα "διπλής ερμηνευτικής", για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Anthony Giddens, σύμφωνα με την οποία τελείται η ερμηνεία ως πράξη γνωριμίας των ερμηνειών. Στην περίπτωση μάλιστα των διαδοχικών αφηγήσεων ανακατασκευάζονται οι τρόποι κατανόησης που επιδέχεται το κείμενο, μέσα από μια ταυτόχρονη ανακατασκευή του αφηγούμενου υποκειμένου (βλ. |Κόμβους|~ 2007: 255).

3) Η δομή της μυθιστορίας εδράζεται βέβαια στην "ανάγκη για επικοινωνία μέσα στην πολύβουη και αφιλόξενη πόλη που τους συνθλίβει", με τη φροντίδα μάλιστα του συγγραφέα να μην ξεχαστεί τίποτε από τα "στέκια" των Αθηνών, δηλαδή από το "Φίλιον" και τη "Στοά του Βιβλίου" ή το "Ιντεάλ" ώς το ξενοδοχείο "Τιτάνια" και το "Γκαστόνε" ή το "Da Capo". Όμως κι εδώ ο παντογνώστης αφηγητής επιτρέπει στον αφηγούμενο και κατ' επέκταση στον αναγνώστη του να συμφωνεί με τον Wittgenstein: δηλαδή κατανοώ ένα "ομιλιακό ενέργημα" ή μια ιστορία, δική μου ή "δανεική", όταν γνωρίζω "το τι κάνει αποδεκτό" (βλ. |Στην αυγή|~ 2002: 113).

4) Στο πλαίσιο αυτής της αφήγησης ο λαογράφος ενισχύει (χωρίς να ποδηγετεί) τον λογοτέχνη: εννοώ την αξιοποίηση των "βιοαφηγήσεων" των "αυτοβιογραφούμενων" μελών της "ανδρικής παρέας" που εκτίθεται με τις "ιστορίες ζωής", ανοίγοντας μονοπάτια επικοινωνίας με την "oral history" που χρησιμοποιούν (βλ. |Στην αυγή|~ 2002: 414).

5) Ο αφηγητής φροντίζει για τη δυνατότητα "επικοινωνιακής επάρκειας", οργανώνοντας τα ανακλαστικά της "παρέας" και καθορίζοντας ρόλους ως προς την ιεράρχησή της, δηλαδή με τον "Αρχηγό", τον "Αριστόδημο" που ήταν ο "καλύτερος": αυτός πάντα έφερνε καινούργιες ιστορίες, τα θέματά του γέμιζαν δύο σελίδες, μάλιστα οι πιο πολλές απ' τις αφηγήσεις του αφορούσαν προσωπικά του βιώματα" (10). Ο δημοσιογράφος, αν και "εγκρατής και σοβαρός στη δουλειά του", διέθετε την "ικανότητα να μεταμορφώνεται σ' έναν γοητευτικό αφηγητή, που άλλαζε συνέχεια τα ονόματα, τους τόπους, τους πρωταγωνιστές, προσαρμόζοντας τις ιστορίες, ανάλογα με την εποχή, στην ανάγκη να σπάσει τη βαριεστημάρα από την επανάληψη των ίδιων θεμάτων" (15).

6) Οι όροι συνέχειας και ασυνέχειας ανάμεσα στον εργάσιμο και στον υπό διάθεση χρόνο ή ανάμεσα στο αντικείμενο και στην πράξη της αφήγησης δοκιμάζονται στο συγκεκριμένο τόπο της καφετέριας. Δηλαδή σε ένα σαββατιάτικο "στέκι", όπου όσοι συγκροτούσαν την "ανδρική παρέα" ως "συνδιηγητές" (29) έδιναν "μεγάλη σημασία στο πλέξιμο της ξόβεργας", επωφελούμενοι από τις "αλλιώτικες ιστορίες" που μπορούσαν να τους "ξανανιώσουν για έξι μήνες τουλάχιστον" (16).

7) Σ' αυτή λοιπόν την καφετέρια, όπου και ο καφετζής ξεχνούσε τους πελάτες του, μια και οι "ιστορίες ήταν η πρέζα του" (18), το περίγραμμα της αφήγησης δεν παρέκαμπτε το |Tractatus| (6.43): ο "κόσμος του ευτυχισμένου ανθρώπου είναι διαφορετικός από τον κόσμο του δυστυχισμένου" (βλ. |Στην αυγή|, 188). Για τούτο οι τελευταίοι ζουν με "δανεικές ιστορίες", τραβώντας την "κουρτίνα ενός κόσμου" που δεν ξέρουν, χωρίς να εξαιρείται και ο "νεαρός φιλόσοφος" με τις ιδιαιτερότητες του φύλου του που "ψηλαφούσε την ηδονή" στη Συγγρού (32, 55, 37, 50-66).

8) Αυτή η μετάπλαση του χρόνου της αναγκαιότητας σε χρόνο εκτόνωσης, με τους "αλιείς της μοναξιάς" (99) που φορούν και "μάσκες για να ψαρέψουν ανθρώπινες ιστορίες" (167), θα μπορούσε να εκληφθεί ως "θητεία στην εφήμερη διασημότητα" (202) ή κάποτε ως "μορφή αντίστασης της ψυχής στον οδοστρωτήρα της καθημερινότητας" (212).

9) Αν grosso modo αυτές είναι οι κυριότερες συνιστώσες του σημαινομένου, από την άλλη πλευρά η διακριτική φροντίδα για το σημαίνον της μυθιστορίας αποτυπώνεται στην τιτλοφόρηση των επιμέρους ενοτήτων της (όπως συμβαίνει με τα ποιήματα), στις κοφτές στιχομυθίες όσων εκθέτουν οι "συνδιηγητές" και στα ονόματά τους ("Αριστόδημος", "Κλαψομανουράκιας", "Παρδαλός", "Καρπόφλουδος") καθώς επίσης στην αξιοποίηση της επικαιρότητας (όπως είναι η προκήρυξη των Τζουμερκιωτών για τον Άραχθο ή η "ιστορία του Αλβανού εργάτη~ 153, 226) και των κοινότοπων εκφράσεων ("άρχισα τις φιλοσοφίες"~ 202, 203).


IV. Επιμύθιο

Ανακεφαλαιώνοντας, μέσα από μια τέτοια συζυγία σημαίνοντος και σημαινομένου ή μέσα από την αναζήτηση των ορίων της "ηδονής που προσφέρει η συζήτηση" (212, 214, 216) διαπιστώνεται για μιαν ακόμη φορά η περιπέτεια της γραφής. Τουτέστιν, "πιθάρι η ψυχή του ανθρώπου. Οι ιστορίες είναι μέσα στο πιθάρι, Συγγραφέα. Βάλε το χέρι σου εκεί, ψάξε και θα τις βρεις" (44). Άλλωστε, μετά την τελική αποχώρηση και του Συγγραφέα στην "καφετέρια είχε μείνει μόνο ο Αρχηγός με το κεφάλι του ακουμπισμένο στο τραπέζι" (233/ 234)...


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Νούτσος, Π., |Η των αισθήσεων αγάπησις|, Αθήνα 1993

--|Στην αυγή του νέου αιώνα|, Αθήνα 2002

--|Κόμβοι στη συζήτηση για το έθνος|, Αθήνα 2006

Wittgenstein, L., |Πολιτισμός και αξίες|, μτφρ. Μ. Δραγώνα?Μονάχου και Κ. Κωβαίος, Αθήνα 1986
Ο Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει Κοινωνική και Πολιτική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


6)ΤΡΙΤΗ ΑΠΟΨΗ Η ανακύκλωση ως ανανέωση
Η εναλλαγή των προσώπων στην εξουσία
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2002


Σύντροφοι της παιδικής μου ηλικίας δεν ξέρω αν μπορώ να σας αποκαλέσω φίλους πλέον

Βαγγ. Αυδίκου, Το βλέμμα στον τοίχο με τη μαντανία

Μπλέξαμε άσχημα. Από τη μια θέλουν να εγκαθιδρύσουν «σοσιαλιστική κοινωνία» τρομοκράτες που επί 27 χρόνια κρύβανε το πρόσωπο του λαϊκού αγωνιστή μέσα σε κουκούλες και πίσω από 45άρια αδιάκριτης βίας. Από την άλλη, επαγγελματίες (χαμηλής) πολιτικής επιβίωσης στοχεύουν να καθεστοποιήσουν ένα «σοσιαλιστικό κόμμα» χωρίς σοσιαλιστές αξιωματούχους αλλά με σοσιαλ-αιθεροβάμονες πολίτες.

Άντε να βγάλεις άκρη. Τους μεν πρώτους σφετεριστές των αριστερών οραμάτων εύκολα τους απορρίπτεις καθώς - ανάμεσα στα τόσα εγκλήματα και τα λάθη τους - ευτέλισαν (και ευτελίζουν) έννοιες πολιτικές, όπως η εξέγερση, η αμφισβήτηση, οι κοινωνικοί αγώνες, το λαϊκό κίνημα, ακόμα και η παραδοσιακή ένοπλη πάλη.

Με τους άλλους όμως έχεις «υπαρξιακό πρόβλημα» για το πώς θα τους απο-δείξεις ότι λαθεύουν, ότι ξεστράτισαν, ότι δεν σ' εκφράζουν πλέον, χωρίς να κάνεις ζημιά στον (εναπομείναντα) προοδευτικό χώρο.

Μπορεί η πολιτική να ορίζεται ως η τέχνη του εφικτού αλλά - αν το εφικτό δεν είναι παρά μια πολιτική επιλογή - τότε η πολιτική ταυτίζεται με την τέχνη των πολιτικών ν' ασκούν πολιτική. Γύρω - γύρω όλοι.

Βαφτίζουν και ονοματίζουν όπως θέλουν ό,τι και όποιον θέλουν. Τα πάντα μπορούν να ισχύουν. Όπως και τ' αντίθετά τους.

* «Κομμένοι» και χαμένοι πολιτικοί αναβαθμίζονται σε φορείς δημοτικής αναγέννησης (στις δηλώσεις βέβαια διότι στις ψήφους μετράνε άλλες προτεραιότητες).

* Αποτυχημένοι «τεχνοκράτες» του οικονομικού και επαγγελματικού (διάβαζε: κοσμικού) περιβάλλοντος μετακινούνται από θέση σε θέση (χωρίς κανείς ποτέ να αναλαμβάνει την πραγματική ευθύνη για τις σίγουρες νέες γκάφες τους).

* Πανεπιστημιακοί της ευελιξίας, της ευκαμψίας και της εξυπηρέτησης τιμούνται με δεκάδες θέσεις και εισπράττουν παρανόμως αντίστοιχους μισθούς (καλυπτόμενοι εν ανάγκη και με νομοθετική αθλιότητα και ανηθικότητα όπως αυτή του άρθρου 1394 του Ν. 3016/02).

* Συνδικαλιστές, μέλη κοινωνικών ομάδων και κινήσεων, γίνονται δέκτες υποσχέσεων και διευκολύνσεων, εφόσον βεβαίως έχουν προηγουμένως παίξει σωστά τον ρόλο τους στον οικείο χώρο (να υποστηρίζουν δηλαδή άκριτα τις όποιες αποφάσεις του όποιου υπουργού).

* Καλλιτέχνες, πνευματικοί άνθρωποι, σύρονται και διασύρονται συμπράττοντας (άθελά τους; ανιδιοτελώς;) σ' ένα παιχνίδι «ομίλων» που κινούν παραπολιτικά κέντρα (προς επίτευξη μη-πνευματικών φιλοδοξιών).

Ένας ολόκληρος λαός - και όχι μόνον οι ψηφοφόροι του κυβερνώντος κόμματος - περιστρέφεται κυκλικά γύρω από τα κέντρα εξουσίας και συναλλάσσεται. Ανακυκλώνουν αιτήματα και δέχονται αναπαλαιωμένες διαβεβαιώσεις. Με αντάλλαγμα την ψήφο, την υποστήριξη, την ανοχή, ο διαψευσμένος και ματ(αι)ωμένος Έλληνας πολίτης γυρνάει γύρω - γύρω από τους (κρυφούς και φανερούς) παράγοντες αυτού του τόπου ζητώντας καλύτερη μοίρα, ίση μεταχείριση, δικαιοσύνη.

Και αυτές οι πενήντα οικογένειες που μας κυβερνούν επί πενήντα χρόνια τι κάνουν; Πρώτον, ανακυκλώνουν τα πρόσωπα στην εξουσία. Από πατέρα σε γιο ή κόρη. Από θείο σε ανιψιό. Από τον σύζυγο στη σύζυγο. Και όχι μόνον αυτό. Μας ζητούν να ψηφίσουμε τον απόγονο διότι (μόνον;) έτσι «δικαιώνεται» ο γεννήτορας. Κατά δεύτερο, χαρακτηρίζουν - μέσω κρατικοδίαιτων κονδυλοφόρων - τη διαδικασία αυτή ανανέωση για την οποία πρέπει να είμαστε υπερήφανοι, καθώς μια νέα γενιά πολιτικών προέκυψε (διά κλωνοποιήσεως;).

Τρίτον, αφού είναι νέοι και ανανεωμένοι, ζητούν πίστωση χρόνου για να ενημερωθούν υπεύθυνα, ώστε να χειριστούν τα προβλήματά μας αποτελεσματικά.

Έτσι αυτοί εγκαθίστανται μόνιμα στη ζωή μας και εμείς ξεχνάμε - με το διάβα του χρόνου - τόσο τα - πάντα δίκαια αλλά δυσεπίλυτα - αιτήματά μας όσο και την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας μας.

Ελλάδα. Η χώρα της αιώνιας επιστροφής των παλίμψηστων πολιτικών πολλαπλών χρήσεων.

Συναλλασσόμενη δημοκρατία. Συναλλασσόμενοι πολιτικοί.

Συναλλασσόμενη κοινωνία.

Οι εκτός συναλλαγής είναι άχρηστοι. Ίσως και «επικίνδυνοι».

Τόσο για τον εαυτό τους όσο και για τους γύρω τους.

Ο Γιάννης Πανούσης είναι καθηγητής της Εγκληματολογίας στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

7) Μιχάλης Μερακλής, Η κίτρινη ομπρέλα, Περιοδικό "Η λέξη", τχ. 203, Ιανουάριος-Ιούνιος 2010

8) Εύη Καρκίτη, Οι ζωές των άλλων, "Αγγελιοφόρος", 6.4.2008

9) Κώστας Κατσουλάρης, ΚΟΝΤΡΑ διάβασμα, Περιοδικό "Διαβάζω", τχ. 483, Μάρτιος 2008

10)Γιώργος Παπασωτηρίου, Λογοκλέπτες και οφθαλμοσκόποι, "Βραδυνή", 9.2.2008