Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2019

Μεθενίτης: «Οδός Οφθαλμιατρείου», μυθιστόρημα του Ευάγγελου Αυδίκου, εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας» 2Ο19


 Ο Ανδρέας ο Εμπειρίκος, στο κείμενό του με τίτλο «Του Αιγάγρου», που συμπεριλαμβάνεται στην «Οκτάνα», μιλά για «Τὰ κρύσταλλα ποὺ μαζώχθηκαν καὶ φτιάξαν τὸν Κρυστάλλη». Αυτά τα κρύσταλλα του Εμπειρίκου, αυτή η διαφάνεια, η καθαρότητα, η μουσικότητα και η δροσιά, εμφορούν, διαπνέουν το μυθιστόρημα του Ευάγγελου Αυδίκου, την «Οδό Οφθαλμιατρείου», από τις εκδόσεις του «Βιβλιοπωλείου της Εστίας».
Το βιβλίο δεν είναι η μυθοποιημένη βιογραφία του Ηπειρώτη ποιητή Κώστα Κρυστάλλη, που έσβησε απ’ το χτικιό, τη φτώχεια και την κακοπάθεια το 1894, σε ηλικία μόλις είκοσι έξι ετών…Είναι ένας φόρος τιμής, είναι ένα ρέκβιεμ, μια ελεγεία για εκείνο τον φλεγόμενο άνθρωπο, που πλημμύρισε τα Ελληνικά Γράμματα με αυτόν το άσβεστο πόθο για την ελευθερία των βουνών, γι’ αυτή την ορεινή ψυχή, που στύλωνε στα πόδια τους τούς απανταχού ξεριζωμένους, ώστε να αντέξουν την ξενιτιά, και την μπόχα του κάμπου.
Ο Κρυστάλλης έγινε το σύμβολο όλων των ξεριζωμένων και γι’ αυτό τιμήθηκε, όσο κανείς άλλος με αγάλματα και δρόμους. Ήταν αυτός που τραγούδησε το βουνό και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων που η μοίρα τους έφερε στον κάμπο», λέει κάπου ο συγγραφέας, ενώ κάπου αλλού, επαναλαμβάνει, σαν προσευχή, σαν μάντραμ διαλογισμού, σαν πολεμική κραυγή αν θέλετε, τους αθάνατους στίχους του Κρυστάλλη: «Για χαμηλώσου λίγο, Σταυραετέ, και πάρε με μαζί σου. Πάρε με απάνω στα βουνά, τί θα με φάει ο κάμπος…»
Όλος ο Κρυστάλλης είναι μέσα σ’ αυτούς τους στίχους, και ο Βαγγέλης ο Αυδίκος, αρωμάτισε μ’ αυτόν όλο το βιβλίο του, δίνοντάς του μία μορφή ποιητική.  Εγώ το διάβασα σαν ένα μεγάλο αφηγηματικό πεζοτράγουδο, που περιγράφει τη διαδρομή ενός ελληνοαμερικανού νεαρού, ηπειρώτικης καταγωγής, ο οποίος έχοντας μια μακρινή συγγενική σχέση με την οικογένεια Κρυστάλλη, αφήνει μια πολλά υποσχόμενη σταδιοδρομία, ή μάλλον τη βάζει στο σταντ μπάϊ, για να βαδίσει στα βήματα του ποιητή, του Κώστα του Κρυστάλλη, στην Ελλάδα, και μάλιστα στην Αθήνα.
Αυτό, όπως είπα, είναι το πλαίσιο, το γενικό context, εντός του οποίου ο Αυδίκος λέει το δικό του το τραγούδι για τον Κρυστάλλη. Σαν να είναι ο μυθιστορηματικός του ήρωας το ισοκράτημα, για να μπει η φωνή του Αυδίκου και να ψάλει τα εγκώμια του ποιητή. Εκείνου του ποιητή, που τόλμησε να γράψει όχι μόνο στη δημοτική, μιλάμε τώρα πριν από 130 χρόνια, αλλά σε μιαν ιδιόλεκτο ημπειρώτικη, βουνίσια, που ξένισε όσους είχαν την γλωσσική ευπρέπεια περί πολλού. Ο Αυδίκος ξόμπλιασε με το μεστό, σγουρό, ποιητικό του λόγο εκείνον τον ποιητή που είχε το θάρρος να γράψει κάτι τέτοιο:
«Ἤθελα νἄμουν σταυραητός, νὰ πέταγα τ᾿ ἀψήλου,
ν᾿ ἀνέβαινα στὴ Λιάκουρα, κατάκορφα στὴ ράχη,
νἄριχνα ἐκεῖθε μία ματιά, ν᾿ ἀγνάντευα τὸν Πίνδο,
νὰ ἰδῶ πῶς μοῦ τὸν ἔκαμαν τὰ χρόνια κ᾿ ἡ σκλαβιά του.
Ποιὸς λέει δὲν κλαῖνε τὰ βουνά; Ποιὸς λέει πὼς δὲν γεράζουν;…
Χιόνια καὶ κρούσταλλα παλιά, γεράματα γιομάτα,
σκεπάζουνε τὸν Πίνδο μου, καὶ καταχνιὲς τὸν πνίγουν·
κι ἀκούγω, ἀκούγω ἀπὸ μακρυά, ἀκούγω ἀπὸ τὰ ξένα
τῆς γερατειᾶς του τὸ σκουσμό, τὸ κλάμμα τῆς σκλαβιᾶς του.»
     Ο  Ευάγγελος Αυδίκος, ένας μάχιμος, μπαρουτοκαπνισμένος δάσκαλος, έγραψε με σπαραγμό για τη μεγάλη λαχτάρα του Κώστα του Κρυστάλλη, που δεν τον άφησε, όσο ζούσε και δούλευε στην Αθήνα: να σπουδάσει ήθελε, και να έχει μιαν οικονομική βάση για να αφοσιωθεί απερίσπαστος στην ποίησή του. Όμως, ούτε το ένα κατάφερε, ούτε το άλλο – στο μέτρο που τα ποθούσε δηλαδή. Αναγκάστηκε να δουλεύει σε τυπογραφείο για να ζήσει, με συνέπεια την ραγδαία επιδείνωση της έτσι κι αλλιώς κλονισμένης υγείας του, ενώ η αυτομόρφωση του έτρωγε και τις ελάχιστες ώρες ύπνου και ξεκούρασης. Ο Κρυστάλλης ξενυχτούσε διαβάζοντας και γράφοντας, χωρίς να καταφέρει να βρει ένα μαικήνα, ένα πλούσιο ομογενή, ένα χορηγό, που θα λέγαμε και σήμερα, που θα του εξασφάλιζε μια στοιχειώδη βάση, μια υποτροφία, ένα μικρό επίδομα, ώστε να μπορέσει να μεταφέρει ανέγνοιαστος στο χαρτί κι άλλες ανάσες από τα βουνά της πατρίδας του, κι άλλες κραυγές από τους αετούς που τα κατοικούσαν, κι άλλη δροσιά από τις βρύσες που τα άρδευαν, σαν φλέβες και αρτηρίες.
    Ο Αυδίκος κατόρθωσε να φτάσει στην ίδια την εσώτερη ουσία του ποιητή, στο αιθερικό του σώμα, που ήταν αυτό που εμψύχωσε τελικά τις σελίδες του.  Μιλώ για το εσωτερικό τοπίο του Κώστα του Κρυστάλλη, που αχνοφαίνεται πίσω από τα εξωτερικά, τα ηπειρώτικα τοπία που περιγράφει.  Κι όλα αυτά τα κατάφερε ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας με μαεστρία τον επιστολικό λόγο: πολλές επιστολές περιλαμβάνονται στο βιβλίο του, πολλών αποστολέων, με πολλούς αποδέκτες, χαρίζοντας στο γραφτό εκείνη την αμεσότητα της οικειότητας – ακόμα και τα ψέματα που γράφουμε σε ανθρώπους κοντινούς μας έχουν μια τρυφερότητα, μια αθωότητα.
Τι κι αν τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς έτσι όπως τα περιγράφουμε; Εάν το γράμμα, η επιστολή μας αφηγείται μια ωραία ιστορία, το κείμενο δεδικαίωται. Αυτό συμβαίνει και με την «οδό Οφθαλμιατρείου». Πολλά τα χωρία που θα μπορούσα να παραθέσω, αλλά θέλω να μνημονεύσω, τελικά, μόνο ένα, που συμπυκνώνει, κατά τη γνώμη μου, τις γενεσιουργές αιτίες της ποίησης του Κρυστάλλη.
Αυτή η ιστορία με τον πρώτο έρωτα του Κρυστάλλη στο δημοτικό, με την Αλεξάνδρα, είναι μία από τις ωραιότερες του βιβλίου. Ο Κώστας, θυμοειδής και ασυγκράτητος, τη φιλάει στη βρύση. Θα το πω στον δάσκαλο, του λέει αυτή. Πράγματι τον μαρτυράει, και ο μικρός Κρυστάλλης δέχεται αγόγγυστα την απίστευτη τιμωρία της δημόσιας διαπόμπευσης γιατί φίλησε ένα κορίτσι στη βρύση χωρίς τη θέλησή του, γιατί το προσέβαλε…
Και ποιά είναι η τιμωρία; Στην αρχή η κοπελίτσα του ζωγραφίζει το πρόσωπο με μελάνι, του κάνει μουστάκια και μούσια και του ζωγραφίζει ήλιους και φεγγάρια στα μάγουλα, και μετά όλο το σχολείο περνάει από εμπρός του και τον φτύνει! Ο ίδιος ο ποιητής λέει, με την πένα του Αυδίκου, πως ένα από τα πιο όμορφα ποιήματά του, που έχει να κάνει με το κέντημα ενός μαντιλιού, το χρωστάει στην Αλεξάνδρα, αυτόν τον αξέχαστο πρώτο του έρωτα, που του κέντησε το πρόσωπο με το μελάνι, ενώπιον της σχολικής κοινότητας, που γιουχάιζε και λοιδορούσε τον Κώστα τον Κρυστάλλη…
       Διαβάστε, λοιπόν, το βιβλίο αυτού του ένθερμου Ηπειρώτη, του Βαγγέλη του Αυδίκου, και μετά, αναζητείστε την ίδια την…  κρυσταλλική ποίηση. Ναι, το ξαναλέω, κρυσταλλική: γιατί είναι διάφανη, είναι φωτεινή, αρμονική, και καθάρια. Γιατί, εάν το πέταγμα ενός σταυραετού πάνω από τις κορφές του Πίνδου έμπαινε σε λέξεις, κάπως έτσι θα ηχούσε: σαν αργυρόηχο θρόισμα από κρύσταλλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου