Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2020

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ, Αμίλητα, βαθιά, ιεράΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ Διηγήματα εκδ. Καστανιώτη, σελ. 172, ef. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ, Αμίλητα, βαθιά, ιερά


ΕΤΙΚΕΤΕΣ:


Νεράιδες κλεισμένες σε κορμούς δέντρων αρδεύουν με δάκρυα τον φλοιό, θρηνώντας δυστυχισμένους έρωτες. Μια νύμφη που αστραποβολεί ασημένια σαν τη σελήνη εγκαταλείπει, αλλοπαρμένη από εφήμερο ίμερο, την ιερή μαντική πηγή της για να σμίξει με έναν θνητό, έναν ποιμένα. Οταν τον απαρνείται η θεία ερωμένη του, ο βοσκός μεταμορφώνεται από τη λύπη του σε ποταμό, γνωστό «ως το ποτάμι της ερωτικής λησμονιάς». Μια «ραγισματιά σαν ρεματιά» σε έναν τοίχο απλώνεται με νωχέλεια υδάτινης γραμμής, μουσκεύοντας τον σοβά, ήδη νωπό από το αίμα των σκοτωμένων και τα κλάματα των λησμονημένων. Σε μια έρημη αυλή σχολείου οι βρύσες έμειναν ανοιχτές από το τελευταίο παιχνίδι και τα φαντάσματα των παιδιών αναβλύζουν ολόχαρα μέσα από τα νερά. «Νίβονται όλη μέρα στο νερό της βρύσης για να μην ακούνε το αμείλικτο ρολόι», που χρονομετρεί τη συντριβή τους.
Η Ρέα Γαλανάκη αναβιώνει έναν μυθικό χωροχρόνο, βαθιά ριζωμένο, όμως, στο χώμα της πραγματικότητας. Οπως γράφει σε ένα από τα έντεκα διηγήματα του βιβλίου, το χώμα και καθετί που φύεται από μέσα του είναι «το ανάγλυφο είδωλο» του λαβυρίνθου του έναστρου ουρανού. Ο αρχαίος, ουράνιος χρόνος μεταφυτεύεται στο τώρα προκειμένου ο χρόνος να διατηρεί τη μνήμη της διπλής του φύσης, της διχοστασίας του ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν. Η Γαλανάκη υπενθυμίζει επίμονα πως γύρω μας κινείται ένας άυλος κόσμος, «που ανέκαθεν μας “βάραινε” χωρίς να φαίνεται ότι μας βαραίνει». Τα παλιά γεννούν τα τωρινά. Η μυσταγωγική γλώσσα ιχνηλατεί έναν κόσμο παλίμψηστο, όπου εγκιβωτίζονται άχρονοι θρύλοι, απέθαντες τελετουργίες, αιώνιες αγωνίες, απαράγραπτα κρίματα και επικοί πόθοι.
Τα ύδατα, καθαρτήρια και ιαματικά, που διαρρέουν τα διηγήματα, αφαιρούν από τις μορφές τα περιγράμματά τους, μεταμορφώνοντάς τες σε εξώκοσμα πλάσματα, που ενοικούν σε εκτός χρόνου παραμύθια. Είναι παραμύθια που ξεδιπλώνονται σαν διάφεγγο παραπέτασμα μπροστά στην πραγματικότητα. Δεν την κρύβουν, αλλά τη διηθούν μέσα από μια υποβλητική φωτοχυσία. Οι μυθοπλασίες της Γαλανάκη επινοούν επάλληλες μεταλλάξεις του περασμένου χρόνου. Μοιάζει να στήνουν μια διελκυστίνδα ανάμεσα στο απώτατο τότε και στο ασύλληπτο, ρέον σαν νερό, τώρα. Τα πάντα περνούν γοργά και με βία, «σαν λάμψη μαχαιριού κοντά στο αίμα». Οταν η συγγραφέας συναντά τον Ισμαήλ Φερίκ πασά, τον Λουί ή Ανδρέα Ρηγόπουλο και την Ελένη Αλταμούρα-Μπούκουρα, τους βλέπει ονειροπαρμένους. «Σαν όνειρο [...] τους εφαινόταν πια η ζωή που είχανε ζήσει, σαν στιγμιαίο όνειρο κάποιου άχρονου ύπνου». Σε εκείνη τη συνάντηση τους πρόσφερε γεύμα στο παιδικό της σερβίτσιο, γιατί «ο συγγραφέας είναι ένα μικρό παιδί, που παίζει, παίζει, παίζει ασταμάτητα».
Βέβαια, στην περίπτωση της Γαλανάκη πρόκειται για παιχνίδι υψηλότατης τεχνικής. Η γλώσσα, με άκρα εκλέπτυνση αρθρωμένη, υποδηλώνει τη δισυπόστατη φύση της. Από τη μία, είναι αμιγώς λογοτεχνική, με έναν τρόπο εξαίσιο, από την άλλη, η πρόδηλη στοχαστικότητά της φανερώνει ακαδημαϊκό τρόπο σκέψης. Η Γαλανάκη γράφει λογοτεχνικά, αλλά σκέφτεται επιστημονικά. Μολονότι αγαπά έως παραφοράς το συναίσθημα, δεν του εκχωρεί το μυαλό της. Σε αυτή τη διφυΐα της γραφής οφείλεται η μοναδικότητα της συγγραφικής της ιδιοπροσωπίας.
Από τη συνάθροιση των ήδη δημοσιευμένων πεζών, που συνιστούν εκλεκτά παραπληρώματα σε ένα κατά βάση μυθιστορηματικό έργο, με συγκινεί ιδιαίτερα το «Μαυρόασπρο», όπου η μνήμη μετουσιώνεται σε μύχια μυθολογία. Περιδιαβαίνοντας το γενέθλιο Ηράκλειο, η Γαλανάκη αποτείνει έναν φορτισμένο φόρο τιμής στους ίσκιους που αφυπνίζει ο τελετουργικός της περίπατος. Η ευλαβική περιφορά της μνήμης διαχέει στον πολυδιάβατο τόπο το θυμίαμα που αναθάλλει από το μαύρο μελάνι όταν νοτίζει το λευκό χαρτί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου