Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2020

Southern Cultures: The Imaginary South Guest Editor: Zandria F. Robinson Call for Papers

Southern Cultures, the award-winning, peer-reviewed quarterly from UNC’s Center for the Study of the American South, encourages submissions from scholars, writers, and artists for a special issue, The Imaginary South, to be published Winter 2020. We will accept submissions for this issue through March 30, 2020, at https://southerncultures.submittable.com/Submit
In The Imaginary South, we seek work about an unbounded South, one that explores from all possible vantage points—above and below, back, middle, side, and inside—to share Souths unseen (by some), unknown (to some), or unmade (according to some). Souths unseen are those deliberately ignored by those in power that flash in the recesses of the southern psyche, like the multi-generational violence at the US–Mexican border, or the symbolism of a severed goat head left in the backseat of Alabama singer-songwriter Brittany Howard’s father’s car. They are also those deliberately hidden, by rivers, behind eyes, and where High John the Conqueror root grows, those Souths of traditional African religion that keep the score and the balance. These Souths unknown exist behind our various curtains of segregation, where the black and Latinx Texarkana cowboys and Mississippi cockfighters who prefigure Lil’ Nas X reign, or in the raves and clubs and homes-turned-clubs where queer southerners organize. Souths un-made include these Souths that exist and are dismantled, maliciously or carefully, their absences marked by the outlines they leave behind.
We aim to examine the South’s shadows, high and low, as they populate a robust and fantastical space where the material and the speculative vibrate and collide. By speculative, we mean any work that speculates about the alternative (not this, but that), probable (if this, then that), and the possible (it could be this). We call upon science fiction work, like southern other-worlds where power arrangements are differently connected to ancestry than they are now; engagements with the dystopian present, like the realities of climate change in the region; Afrofuturism, including work on Black presents, pasts, and futures in the South in the tradition of the Black imaginary and conjuring; and work on virtual, gaming, streaming, and play spaces, from world-making in games to new ways to entertain ourselves and mark and interrogate ideas about the region.
It is through the imagination—Africans in bondage imagining freedom in the face of enslavement or their descendants imagining the equal right to public space in the context of segregation—that new possibilities for our lives together in this region and on this earth are tested, contested, formed, and deployed.
What is being imagined here now, and through what means, so that we might mobilize artistic, spiritual, emotional, archival, and material practices toward a free future in which we are responsible to one another and the earth?
How might the imaginary South—its spatial, visual, sonic, and corporeal recesses—help us outline future possibilities for a place where we can engender balance and subvert and overthrow systems that inhibit rigorous care of people and planet? How can space be organized, in cities, in our cognitive maps, in unincorporated towns, to facilitate freedom? What visual practices would need to come to the fore to help us see the South from all sides? What new ways can bodies move in the South we conjure? And what might that South sound like?
Southerners have imagined the region’s best and worst, and in our art, music, and literature, we are familiar with both the grotesque and the beautiful. In the realm of the southern grotesque, we are variously haunted, hunted, and hunting each other, violent specters of repression against expansive legacies of living, marked in signs, flags, laws, songs, and words. In this special issue, we are interested in work that conjures, imagines, and locates this and other imaginary Souths, illuminating the ephemeral, the moving, and the purposely obscured. We’ll share the imaginary South as it breathes in this moment, breaking up the power of traditional narrative and organizational structures by which the region has been understood in the past.

Submissions can explore any topic or theme related to the imaginary South, and we welcome explorations of the region in the forms Southern Cultures publishes: scholarly articles, memoir, interviews, surveys, photo essays, and shorter feature essays. We hope that submitters will interpret the idea of the imaginary South broadly.
Possible topics and questions to explore might include (but are not limited to):
  • The blurry boundaries between the “real” and “imagined,” the “material” and “speculative”
  • Methodologies and processes of imagination and speculation, and what they say about our values, desires, and fears
  • Historical moments/processes in the South in which imagination pushed the outcomes toward freedom, or such moments/processes where limited imagination kept us trapped
  • Imagining ways out of intersecting systems of oppression through our southern inheritances
  • The worship, ritual, and religious practices hidden under or in plain sight alongside dominant traditions
  • Imaginary/speculative Souths as spaces of liberation for particular groups
  • The intersection of the social South and the natural South, i.e., climate, plant life, weather, animals, water
  • Continued recovery and re-purposing of southern mythologies and legends
  • Regional (and national and global) psychoanalysis of the subconscious, shadow South
  • Distinctly southern uses of the imagination in art or traditional research practice
  • Re-imaginings of our conceptions of time, or imagined southern time(s)

As we also publish a digital edition, we are able to supplement print materials with video, audio, and interactive visual content. We encourage creativity in coordinating print and digital materials in submissions and ask that authors submit any potential digital materials with their essay or introduction/artist’s statement.
We encourage authors to gain familiarity with the tone, scope, and style of our journal before submitting. Those whose institutions subscribe to Project Muse can read past issues for free via http://muse.jhu.edu/journals/southern_cultures/ . To read our current issue, access our submission guidelines, or browse our content, please visit us online at SouthernCultures.org.

Η Ελένη Σκούρτη και το προλόγισμά της στην Άπειρο Χώρα στα Βριλήσσια

Λίγο ετεροχρονισμένο αλλά το οφείλω στο Βαγγέλη.
Στην παρουσίαση του βιβλίου του για τον Κρυστάλλη στην Άπειρο χώρα του κυρίου Παντούλα ,βιβλιοπωλείο στα Βριλήσσια είχα το συντονισμό και στην εισήγησή μου αφού ανέφερα το βιογραφικό σημείωμα του Β.Α.συνέχισα:Με το Βαγγέλη μας συνδέουν κοινά πράγματα:η Ήπειρος ,κοινή πατρίδα.
Η μεγαλειώδης ομορφιά της μικρής πατρίδας,του Συρράκου ,τόπος καταγωγής εκείνου,του Παπίγκου γενέτειρα δική μου.
Μας συνδέει η κοινή πορεία στα χρόνια τα φοιτητικά στη σχολή στα Γιάννενα ,δυο τμήματα τότε ,στο κλασσικό εκείνος στο ΜΝΕΣ εγώ.
Μας συνδέουν κοινά ακούσματα σπουδαίων δασκάλων : του Φάνη Κακριδή,του Χρήστου Φράγκου ,του Σπύρου Κυριαζόπουλου.
Αλλά και η συμφοίτηση με κάποιους νέους τότε ανθρώπους,συμφοιτητές που αγωνίστηκαν στα σκοτεινά εκείνα χρόνια της δικτατορίας ,θα σταθώ ,τιμητικά,σε δύο που έφυγαν νωρίς ,το Νίκο το Ράπτη και την Πόπη τη Βουτσινά .
Η αγάπη του Β.Α.για τον τόπο καταγωγής του το Συρράκο ,την ιστορία του,τον ιδιότυπο πολιτισμό του ,τους ανθρώπους του ,την παράδοσή του εκδηλώνεται και στη στήριξη που παρέχει εδώ και 7 χρόνια στη λειτουργία του θερινού σχολείου που γίνεται στο χωριό του με μεγάλη πάντα επιτυχία,δικής του ιδέας .
Τέλος αξίζει να αναφερθώ και σε κάτι άλλο: παρακολουθώντας τον Β.Α.σε ιστοσελίδες και εφημερίδες όπου αρθρογραφεί έχω να επισημάνω τον σοβαρό, ευγενικό ,ψύχραιμο λόγο του σε θέματα κοινωνικά,πολιτικά,ιστορικά ,της τρέχουσας πραγματικότητας.Σε μια εποχή που γράφονται πολλά με λόγο οχι πάντα ωραίο και ενίοτε χυδαίο.
Για τον Κ.Κρυστάλλη αντί βιογραφικού του επέλεξα να διαβάσω το εισαγωγικό σημείωμα της φιλολόγου Αλεξάνδρας Μπουφέα σε εργασία που εκπόνησε μαζί με ομάδα μαθητών της στο γυμνάσιο Πεντέλης για τον ποιητή.
"Ο Κρυστάλλης το μικρό αθώο παιδί με τη φλόγα στην ψυχή του και τον πόθο στα μάτια βρέθηκε άθελά του 18 χρονών στη " βρωμοαθήνα"του 1888 εξόριστος απο το ειδυλλιακό του χωριό όταν μαθητής ακόμα στα πρώτα του ποιήματα με πατριωτικό ζήλο προσπάθησε να ξεσηκώσει του Ηπειρώτες συμπατριώτες του ενάντια στον τουρκικό ζυγό και κινδύνεψε με σύλληψη.
Κι όμως δεν παρασύρθηκε από τις σειρήνες της μεγάλης πόλης ,δεν ναυάγησε στα κύματα του εξευρωπαϊσμού ,στόνα το λουστρίνι ,στ' άλλο το τσαρούχι.Επέλεξε "όρθιος και μόνος στην ερημία του πλήθους" τη γνησιότητα,την ομορφιά,την ακένωτη πηγή της ελληνικής παράδοσης όχι ως ανάμνηση και επιστροφή στο παρελθόν αλλά ως φωτεινό μέλλον και διαχρονική συνθετότητα.Και όταν χτυπήθηκε από τη μάστιγα της εποχής τη φυματίωση η λαχτάρα του φούντωσε τού έγινε καϋμός αγιάτρευτος.Μέσα σε πέντε χρόνια μέχρι το θάνατό του το 1894 σε ηλικία 26 ετών έδωσε έργο ποιοτικό και ποσοτικό που πολλοί δημιουργοί θα ζήλευαν.Πάνω από όλα όμως,δεν συνεμορφώθη και δεν υπέκυψε σε ψευτοδιλήμματα.Ένας διάττοντας αστέρας που παρά το γρήγορο πέρασμά του άφησε στη νεοελληνική λογοτεχνία ένα άρωμα λεβέντικης και αγέρωχης ψυχής ενώ με τον " σταυραητό του" γαλούχησε γενιές υψιπετών Ελλήνων καθώς έγινε σύμβολο του αιώνιου πόθου του ανθρώπου να πετάξει έστω και με σπασμένα φτερά προς την ελευθερία,όπως θα γράψουν ο Καρυωτάκης και ο Σαχτούρης συνεχίζοντας εν πολλοίς τον Κ.Κρυστάλλη.
Και κλείνει με την παρατήρηση πως η εργασία αυτή να γίνει αφορμή να γνωρίζουν οι συμπολίτες μας τον Κρυστάλλη και οι μαθητές να δώσουν μία απάντηση στο βασανιστικό ερώτημα του Χαίντερλιν "και οι ποιητές τι χρειάζονται σε έναν μικρόψυχο κόσμο;" : Μα για να τον κάνουν μεγαλόψυχο."
Όπως μεγαλόψυχα μας παρουσιάζει τον ποιητή μέσα από την οδό του Οφθαλμιατρείου ο Βαγγέλης Αυδίκος ,δική μου η επισήμανση.

Πσντελής Μπουκάλας, Κόκκιν' αχείλι φίλησα

Χένρυ Τζαίημς, Η υπέροχη γωνια, Εκδόσεις Ερατώ

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2020

Ευάγγελος Αυδίκος, Εκπαιδεύοντας τους γονείς και το κράτος, ΕΦΣΥΝ,27 ΙΑΝ.2020

Καιρός στη χώρα της εκπαίδευσης ομιχλώδης. Και να μην είχαμε λάβει τα μηνύματα! Πως η ομίχλη έχει δημιουργήσει προβλήματα στον εντοπισμό του εκπαιδευτικού οράματος. Τα δείγματα είναι πολλά.
Καιρό τώρα παλεύω να κατανοήσω τις έννοιες. Είχα αυτό το κουσούρι από παλιά, ήρθε και ο Αμερικανός μυθιστοριογράφος Ντελίλο («Zero K», Εστία) να μου αυξήσει το πείσμα για την ουσία των λέξεων αλλά και τη σύγχυση. Αναζήτησε τον ορισμό, είναι μια κραυγή ενδοσκόπησης, να κατανοήσει τον κόσμο του. Θεωρεί πως οι άνθρωποι, ο πολιτισμός τους, είναι οι λέξεις. Αυτές που ορίζουν τις κοινωνικές σχέσεις. Εκείνες που δίνουν μορφή στην καθημερινότητά μας και σχήμα στον οραματισμό του μέλλοντος.
Δεν ξέρω τι θα έλεγε αν επέστρεφε σήμερα στη χώρα. Αν του ζητούσαμε να δώσει τους ορισμούς στη λέξη «αριστεία» και στη φράση «εξίσωση πτυχίων κολεγίων». Είναι βέβαιο πως θα εγκατέλειπε την προσπάθειά του εκφράζοντας τη λύπη του που εσπευσμένα αναγκάζεται να αναχωρήσει από την όμορφη Ελλάδα.
Αν δε του είχαμε προτείνει να δώσει τον ορισμό της ελληνικής τηλεόρασης και τινων πολιτικών μας, θα βρισκόταν σε δεινή θέση. Πώς να ορίσει κανείς αυτό που γίνεται. Τον στρουθοκαμηλισμό της πολιτείας και τη ρηχότητα της συζήτησης. Ολα γίνονται ώστε να μη μας καταλάβουν. Να μη δώσουμε όπλα στον πολιτικό αντίπαλο. Δυστυχώς η παρουσία κάποιων βουλευτών αλλά και κομματικών στελεχών υπονομεύει την πολιτική τους υπόσταση. Αναλαμβάνουν τον ρόλο της γάτας που επιχειρεί να σκεπάσει, με ρηχό τρόπο είν’ αλήθεια, τις ακαθαρσίες της.
Αυτή την αίσθηση είχα παρακολουθώντας τη συζήτηση με αφορμή τη φραστική επίθεση του μαθητή στην καθηγήτριά του. Πέτρα του «σκανδάλου», το αίτημα του νέου να σβηστεί μια απουσία του. Μα τόσος θόρυβος για μια απουσία! Μα τόσος θόρυβος που δίνεται η ίδια ευκαιρία σ’ όλους τους νέους να διεκδικήσουν μια θέση στον ήλιο του μέλλοντος! Αποπαίδια είναι όσοι σπούδασαν στα κολέγια;
Χώρα των αντιφάσεων και του «είπα-ξείπα». Χώρα όπου οι ταγοί δεν θεωρούν ατόπημα να είναι ασυνεπείς στα υπεσχηθέντα. Ολα για την ψήφο. Χώρα που νοιάζεται για τη βιτρίνα. Ανθρωποι που νοιάζονται για το μικροσυμφέρον τους και γαία πυρί μειχθήτω.
Μα για μια απουσία τόσο κακό! Κι όμως αυτή η απουσία είναι ο φερετζές της υποκρισίας μας. Που μας αφορά όλους. Εκείνους τους γονείς που δεν βάζουν τα όρια στα παιδιά τους. Που συχνά είναι πιο ανώριμοι απ’ αυτά. Οσους εκπαιδευτικούς προτάσσουν άλλες δραστηριότητες ή σιωπούν από συναδελφική αλληλεγγύη. Την πολιτεία που ενδιαφέρεται για την επικοινωνιακή πολιτική και τα συμφέροντα των πελατών της.
Κι όμως η εκπαίδευση δημιουργεί φως. Χρειάζεται μόνο οι πολλοί να δοκιμάσουν τη φωνή τους.

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2020

Γιάννης Κιουρτσάκης: Ο Καραγκιόζης είναι μια γνήσια πολιτισμική δημοκρατία απο τα κάτω,Συνέντευξη Κρημνιώτη Πόλυ, εφ. Αυγή, 26 ΙΑΝ.2020

Ερευνώντας επί δεκαετίες τον λαϊκό πολιτισμό στις διάφορες εκφάνσεις του ο Γιάννης Κιουρτσάκης αναζητά τα ίχνη και το στίγμα της πολιτισμικής διαδρομής σφυρηλατώντας το πορτραίτο της σύγχρονης Ελλάδας και του Νεοέλληνα.
«Η μεγάλη παρεξήγηση στη μετεπαναστατική Ελλάδα», λέει, «είναι ότι ο λαϊκός πολιτισμός δεν αντιμετωπίστηκε καθεαυτόν, αλλά ως αποδεικτικό στοιχείο της καταγωγής μας από τους αρχαίους, όπως είδαμε στην περίπτωση Φαλμεράιερ. Αυτό θόλωσε τα νερά, με αποτέλεσμα να περιφρονηθεί ο λαϊκός πολιτισμός από όλη τη λογιοσύνη».
Ο ίδιος μέσα από το καινούριο βιβλίο του «Ένα αστόπαιδο στο σχολείο του Καραγκιόζη» (Εκδόσεις Πατάκη), ανακαλώντας μια πνευματική πορεία μισού αιώνα, ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για τον λαϊκό πολιτισμό, που θα ολοκληρωθεί σε επόμενες εκδόσεις. Ταυτόχρονα διατρέχει όλη τη διαδρομή της μελέτης του για τον Καραγκιόζη, εξηγώντας πώς ένα αστόπαιδο, βγαίνοντας από το πανεπιστήμιο, στάθηκε για εκείνο η Ευρώπη, ένιωσε την ανάγκη να σπουδάσει στο ταπεινό σχολείο του Καραγκιόζη για να εμπλακεί στην έρευνα και τη μελέτη του λαϊκού μας πολιτισμού. Την ίδια ώρα που εξηγεί πώς αγνοήθηκε ο λαϊκός πολιτισμός, υπογραμμίζει με νόημα ότι «ο Καραγκιόζης είναι μια γνήσια πολιτισμική δημοκρατία από τα κάτω». Και μας εντάσσει στη γοητεία αυτού του γκροτέσκου λαϊκού ήρωα αλλά και στην ανάγκη για μια «ολιστική ανθρωπολογική προσέγγιση» του λαϊκού πολιτισμού.
Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη

* Πώς ένα αστόπαιδο ενεπλάκη με τον Καραγκιόζη και εν γένει με τον λαϊκό πολιτισμό;
Όλα ξεκινούν από τη Χούντα, που ήταν για μένα ένας υπαρξιακός σεισμός. Φεύγω ξανά στο Παρίσι, όπου είχα σπουδάσει, ενώ ετοιμαζόμουν να εισαχθώ στο ΣτΕ για το οποίο ήμουν πανέτοιμος και ξαφνικά όλα έχουν καταρρεύσει. Πρώτα απ' όλα η επίσημη Ελλάδα, η οποία οδήγησε στη Χούντα. Μετά από δύο χρόνια άσκοπης περιπλάνησης εγκαταλείπω το νομικό ντοκτορά και γυρίζω στην Ελλάδα το 1969 με το αγωνιώδες υπαρξιακό ερώτημα «γιατί πέσαμε τόσο χαμηλά;» που σημαίνει ποιοι είμαστε εμείς οι Νεοέλληνες. Τότε ακριβώς ανακαλύπτω την άλλη, την ανεπίσημη Ελλάδα και τον λαϊκό της πολιτισμό και λίγο - λίγο φτάνω στον Καραγκιόζη, που είναι η πλησιέστερη σε μας εκδοχή του λαϊκού πολιτισμού, μαζί με το ρεμπέτικο, δημιουργήματα που ήταν ακόμα ζωντανά στα αστικά κέντρα και είχαν αγνοηθεί παντελώς από την ακαδημαϊκή λαογραφία.

* Πώς ορίζουμε τον λαϊκό πολιτισμό;
Ας κοιτάξουμε το ζήτημα διαχρονικά και οικουμενικά. Δεν θα υπήρχε Όμηρος, αρχαίο δράμα, Δάντης, Θερβάντες, Σαίξπηρ, Μολιέρος, Ραμπελαί χωρίς λαϊκό πολιτισμό. Για τον ελληνικό κόσμο, αρχαίο και νέο, το μόνο νήμα συνέχειας, ένα νήμα πολύ λεπτό αλλά και πολύ στέρεο, είναι η γλώσσα μας. Αν δείτε ένα αρχαίο ελληνικό λεξικό, τα 99% από τα λήμματά του είναι ζωντανά στη σημερινή μας μιλιά. Από το ήθος αυτής της γλώσσας και όχι απλώς από τους τύπους της ή από τα επιβιώματα αρχαίων εθίμων θα μπορούσε να ξεκινήσει μια φιλόδοξη ανθρωπολογική προσέγγιση του ελληνισμού στη μεγάλη διάρκειά του. Η μεγάλη παρεξήγηση στη μετεπαναστατική Ελλάδα είναι ότι ο λαϊκός πολιτισμός δεν αντιμετωπίστηκε καθεαυτόν αλλά ως αποδεικτικό στοιχείο της καταγωγής μας από τους αρχαίους, όπως είδαμε στην περίπτωση Φαλμεράιερ. Αυτό θόλωσε τα νερά, με αποτέλεσμα να περιφρονηθεί ο λαϊκός πολιτισμός από όλη τη λογιοσύνη. Αυτό δεν το κατάλαβε ούτε ο Κοραής ούτε ο Παπαρηγόπουλος, ακόμα και ο Νικόλαος Πολίτης τον αντιμετώπισε στατικά, στην αγροτική του εκδοχή. Ο μόνος που τον ένιωσε σε βάθος, ξεκινώντας από τη γλώσσα, ήταν ο Σολωμός. Ο Λάκης Προγκίδης έχει γράψει ότι η Ελλάδα δεν έχει απλώς έναν σημαντικό λαϊκό πολιτισμό, αλλά ότι ο ίδιος ο νεοελληνικός πολιτισμός είναι στον πυρήνα του λαϊκός.

* Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτή την άποψη;
Για μένα, η απάντηση εντοπίζεται καταρχάς στο ότι πρώτα - πρώτα ο αστικός μας πολιτισμός υπήρξε εξαρχής επίσακτος και άρα ρηχός. Έπειτα γιατί ο λαϊκός προφορικός πολιτισμός έχει ένα απίστευτο ιστορικό και υπαρξιακό βάθος κι έτσι έθρεψε στη νεότερη Ελλάδα ένα πλήθος σπουδαία δημιουργήματα, από τον Σολωμό έως τον Παπαδιαμάντη και από τον Σικελιανό έως τον Σεφέρη, τον Ελύτη και τον Ρίτσο.

* Στον σημερινό ψηφιακό κόσμο μας τι θέση έχει ο λαϊκός πολιτισμός;
Ο λαϊκός πολιτισμός, που ήταν στην αφετηρία του προφορικός, όπως το δημοτικό τραγούδι ή ο Καραγκιόζης, έχει παρακμάσει. Μια σημερινή παράσταση Καραγκιόζη δεν μπορεί πια να είναι η λαϊκή τελετουργία που ήταν στο παρελθόν. Όμως μένει η μαγιά μιας λαϊκής κουλτούρας, η οποία είναι διακριτή στην καθημερινή ζωή και στη λαλιά μας, στο ξεχωριστό της ήθος, που μας διακρίνει από τους Δυτικοευρωπαίους και δικαιώνει την ξεχωριστή μας ύπαρξη στον σημερινό κόσμο. Μιλάω για την εμπειρία της οικειότητας, της φιλοξενίας, της παρέας, του ενικού αριθμού με τον οποίο συχνά απευθυνόμαστε στον άλλο. Παμπάλαιες λέξεις, όπως απαντώ, που σημαίνει και αποκρίνομαι και συναντώ, όπως παρουσία, ανάσταση, οικονομία, που σημαίνει νόμος του οίκου, δημοκρατία, που σημαίνει κράτος του δήμου, λειτουργία, που σημαίνει έργο λαού, πρόσωπο και άλλες πάμπολλες, διέσχισαν τη ζωή δύο πολιτισμών, αρχαιοελληνικού και χριστιανικού και γεφύρωσαν την αντιπαλότητά τους όσο φορτίζονταν με νέες σημασίες. Αυτά τα αναγνωρίζουν σε μας οι ξένοι, πολλές φορές καλύτερα από μας τους ίδιους. Δεν θα πετύχουμε ποτέ μια ολιστική ανθρωπολογική προσέγγιση του νεοελληνικού πολιτισμού όσο οι έρευνές μας μένουν στενά ιστορικές, κοινωνιολογικές, πολιτικές, δημογραφικές, λαογραφικές κ.λπ. Αυτό μας λείπει σήμερα για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε και τον ψηφιακό μας κόσμο και να λειτουργήσουμε εντός του.

* Απ' όσα λέτε γίνεται προφανές γιατί ασχοληθήκατε με τον Καραγκιόζη. Τι είναι αυτό που σας γοητεύει σ' αυτόν τον γκροτέσκο λαϊκό ήρωα;
Το ότι με βοήθησε να λύσω πάρα πολλά υπαρξιακά ερωτήματα που με βασάνιζαν. Πρώτα - πρώτα αυτό το θέατρο δεν έχει αρχαίες περγαμηνές. Έγινε ελληνόφωνο μόνο μετά την ανεξαρτησία, ερχόμενο από την Τουρκία, την Κωνσταντινούπολη.

* Πώς έγινε τόσο Έλληνας ο Καραγκιόζης;
Το κλειδί βρίσκεται στην προφορική δημιουργία. Ο Καραγκιόζης δεν ήρθε στην Ελλάδα ως ετοιμοπαράδοτο προϊόν, όπως έρχεται ας πούμε ένα CD. Ήρθε σαν μια ανοιχτή πρόταση δημιουργίας, χρειάστηκε πρώτα απ' όλα να μιλήσει ελληνικά, να προσαρμοστεί στις ανάγκες και τα γούστα ενός καινούργιου κοινού, να εμφανίσει στον μπερντέ πρόσωπα που θα άγγιζαν αυτόν το κοινό. Και όλα αυτά προφορικά. Χρειάστηκε δηλαδή να επαναφορτίζεται συνεχώς και άρα να αναδημιουργείται από τη μια παράσταση στην άλλη και από τον έναν καραγκιοζοπαίχτη στον άλλο. Κι αυτό γινόταν μόνο με την άμεση συμμετοχή του ακροατηρίου, που βρισκόταν σε διαρκή συνομιλία με τον Καραγκιοζοπαίχτη, με τον οποίο συμμεριζόταν την ίδια ταξική καταγωγή και τις ίδιες αξίες. Αυτό ακριβώς τον κατέστησε μια γνήσια ομαδική δημιουργία. Έτσι όπως ο Καραγκιοζοπαίχτης μιλάει πίσω από τον καραγκιόζη, πίσω από τον καραγκιοζοπαίχτη μιλάει η φωνή ενός συλλογικού σώματος. Νά τι καθιστά τον Καραγκιόζη μια γνήσια πολιτισμική δημοκρατία από τα κάτω ή, για να θυμηθούμε τον Λίνκολν, μια δημιουργία του λαού από τον λαό για τον λαό.

* Γράφετε ότι ο Καραγκιόζης είναι εθνικός και πολυεθνικός ταυτόχρονα. Πώς συναντιέται με τον "άλλο";
Είπα ότι η μήτρα του ελληνικού Καραγκιόζη είναι ο οθωμανικός Κάραγκιοζ, αλλά δεν είναι η μόνη. Τέτοιοι λαϊκοί γελωτοποιοί βρίσκονται σε όλα σχεδόν τα λαϊκά θέατρα και θεάματα του κόσμου. Η δεξαμενή αυτής της γκροτέσκας αντίληψης του κόσμου είναι γιορτές καρναβαλικού τύπου με παμπάλαιες ρίζες, οι οποίες έχουν διαμορφώσει μέσα στους αιώνες μιαν ιδιαίτερη κωμική κουλτούρα όπως το έδειξε ο Μιχαήλ Μπαχτίν. Αυτή η κουλτούρα είναι η βάση της γλώσσας που μιλούν όλα αυτά τα θεάματα. Το ζήτημα είναι πώς συναντάει τον κάθε λαό. Ένα παράδειγμα είναι ο ρόλος του φαγητού σ' αυτή την παράδοση. Ξέρουμε ότι όλοι αυτοί οι κωμικοί ήρωες είναι πεινασμένοι γιατί είναι φτωχοί. Η πείνα τους εκφράζει κατ' αρχάς τη διαμαρτυρία τους για την κοινωνική αδικία. Όμως σ' αυτή την κωμική γλώσσα το φαγητό παίρνει και μια άλλη σημασία, πολύ πιο θετική και αισιόδοξη, γιατί εκφράζει τη νίκη της ζωής επί του θανάτου. Ιδού τώρα πώς αυτός ο συμβολισμός μπολιάζεται από την ελληνική παράδοση και τον ελληνικό μύθο. Στα ηρωικά έργα του ελληνικού θεάτρου σκιών ο Καραγκιόζης, που είναι ο ακόλουθος του Διάκου με τον τρόπο που ο Σάντσο ακολουθεί τον Δον Κιχώτη, όταν ξεσπά η μάχη, χώνεται μες στην κουζίνα και τρώει το καταπέτασμα, ενώ τα παλικάρια σκοτώνονται. Είναι αυτό κυνισμός, αμοραλισμός; Όχι, είναι το χαρμόσυνο μήνυμα ότι ο Καραγκιόζης, αυτή η εξατομικευμένη ενσάρκωση του συλλογικού σώματος, όταν σκοτώνει, όπως λέει κωμικά, τον καπετάν - Φραντζόλα ή τον καπετάν - Κανταΐφι, δεν παύει να νικάει τον θάνατο με τη ζωή κι ότι επομένως αυτό το συλλογικό σώμα θα δικαιωθεί.

* Πώς απεικονίζεται η νεοελληνική πραγματικότητα και ο Νεοέλληνας στον Καραγκιόζη;
Με πάρα πολλούς τρόπους. Όταν μιλάει καθαρεύουσα, μας δείχνει συγχρόνως πώς ο λαϊκός δημιουργός μπορεί να αλλοτριώνεται από την επίσημη γλώσσα της εξουσίας, την οποία ζηλεύει αλλά συγχρόνως απομυθοποιεί, πιθανώς υποσυνείδητα, και να την γελοιοποιεί ριζικά. Άλλο παράδειγμα είναι οι παλιές παραστάσεις του Καραγκιόζη που αναφέρονταν στις εκλογές. Εδώ τα πρότυπα ήταν συνήθως έργα του λόγου θεάτρου, όμως τα πρότυπα αυτά ο Καραγκιόζης τα ξεπερνάει ακριβώς χάρη στην αισθητική του γκροτέσκου, η οποία γελοιογραφεί τα πολιτικά ήθη, πελατειακό σύστημα, καλπονοθεία, διαφθορά εξουσίας και ψηφοφόρων, με έναν ασύγκριτα πιο δραστικό τρόπο. Σε ένα “νεωτεριστικό” φυλλάδιο του Αντώνη Μόλλα που φέρει τον τίτλο “Η αρπαγή της Ωραίας Ελένης” βλέπουμε τη συνονόματη όμορφη χωριατοπούλα να την πολιορκούν δύο επίδοξοι γαμπροί, ο γιος του Τούρκου πασά κι ένας Εγγλέζος ναύαρχος. Τελικά, με τη συνέργεια του Καραγκιόζη, που παίζει το ρόλο διπλού πράκτορα, η Ελένη διαλέγει, χωρίς καν να γνωρίζει πού θα πέσει, τον ναύαρχο. Αυτό το ανώδυνο εργάκι συνοψίζει το μετεπαναστατικό νεοελληνικό δράμα της ελληνικής ταυτότητας. Τέλος, η παράγκα του Καραγκιόζη, πέρα από τον προφανή συμβολισμό της διπολικότητα πλούτου και φτώχειας, εξουσίας και υπηκόων, ενσαρκώνει πολύ ευρύτερα μια κοινωνία η οποία είναι διαρκώς ετοιμόρροπη και πάντα ανθεκτική.

* Ο Καραγκιόζης, η προφορική παράδοση, ο λαϊκός πολιτισμός, η προσωπική τέχνη, η ευρωπαϊκή και νεοελληνική κουλτούρα, η σημερινή κρίση του πολιτισμού είναι το νήμα που συνδέει τα νοήματα αυτού του βιβλίου. Κοινό ζητούμενο, όπως γράφετε, είναι το πέρασμα από την κοινωνία της απρόσωπης παραγωγής και κατανάλωσης σε μια κοινωνία δημιουργίας, ικανής να θεμελιώσει τον αυριανό οικουμενικό πολιτισμό. Πόσο αισιόδοξος είστε ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί;
Όλα αυτά τα θέματα θα αναπτυχθούν διεξοδικότερα σε μια σειρά βιβλίων που ξεκινάει με το παρόν. Πρόκειται για μια διαρκή αναζήτηση, η οποία δεν έχει τέλος. Δεν μπορώ να πω ότι είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος αλλά ως πνευματικός άνθρωπος αισθάνομαι ότι το λογοτεχνικό και ανθρώπινο χρέος μου είναι να συνεχίσω αυτή την αναζήτηση. Όπως έλεγε ο Καμύ, πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.

Η μεγάλη παρεξήγηση στη μετεπαναστατική Ελλάδα είναι ότι ο λαϊκός πολιτισμός δεν αντιμετωπίστηκε καθεαυτόν, αλλά ως αποδεικτικό στοιχείο της καταγωγής μας από τους αρχαίους, όπως είδαμε στην περίπτωση Φαλμεράιερ. Αυτό θόλωσε τα νερά, με αποτέλεσμα να περιφρονηθεί ο λαϊκός πολιτισμός από όλη τη λογιοσύνη

Στα ηρωικά έργα του ελληνικού θεάτρου σκιών ο Καραγκιόζης, που είναι ο ακόλουθος του Διάκου με τον τρόπο που ο Σάντσο ακολουθεί τον Δον Κιχώτη, όταν ξεσπά η μάχη, χώνεται μες στην κουζίνα και τρώει το καταπέτασμα, ενώ τα παλικάρια σκοτώνονται. Είναι αυτό κυνισμός, αμοραλισμός; Όχι, είναι το χαρμόσυνο μήνυμα ότι ο Καραγκιόζης, αυτή η εξατομικευμένη ενσάρκωση του συλλογικού σώματος, όταν σκοτώνει, όπως λέει κωμικά, τον καπετάν-Φραντζόλα ή τον καπετάν-Κανταΐφι, δεν παύει να νικάει τον θάνατο με τη ζωή κι ότι επομένως αυτό το συλλογικό σώμα θα δικαιωθεί

Πάνος Μπαΐλης-Σάμμυ Βαρσάνο, Σαουλίκο. Εκδόσεις Ισνάφι, Ιωάννινα 2012, σελ.205.

Το βιβλίο Σαουλίκο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και θα ξεκινήσω με τρεις επισημάνσεις.
1.                             Ο τίτλος ανήκει σε όνομα ταβέρνας στη Θεσσαλονίκη, που οργανώνει και διχοτομεί το χρόνο του αφηγητή σε δυο περιόδους. α.πριν από τη μεταφορά στο Άουσβιτς. β. Στο Άουσβιτς.
2.                             Το βιβλίο χαρακτηρίζεται στο εσωτερικό του ως μυθιστόρημα. Ανεξάρτητα από την ταξινόμησή του, το βιβλίο αντλεί υλικό από δυο περιοχές. Η μία είναι η μνήμη ενός πρωταγωνιστή. Του νεαρού Ρόμπυ, που παρουσιάζει , με τη συμβολή των συγγραφέων, τον γολγοθά του από τη στιγμή της σύλληψης, τη μεταφορά στο Άουσβιτς, την απελευθέρωση και την επιστροφή στη Θεσσαλονίκη. Η δεύτερη δεξαμενή άντλησης του ελληνικού είναι η μεταπολεμική διαχείριση της μνήμης αλλά και των θυτών από τις ελληνικές κυβερνήσεις.
3.                             Η συνεργασία δύο συγγραφέων. Έτσι κι αλλιώς η συνύπαρξη δύο συγγραφέων σε μια μυθιστορηματική βιογραφία είναι αξιοσημείωτη. Ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη τη σιωπή που επικράτησε στην ελληνική πολιτική σκηνή αλλά και στην επιστημονική και λογοτεχνική εργογραφία για το ολοκαύτωμα και τις ελληνο-εβραϊκές σχέσεις στη μεταπολεμική περίοδο, η συνεργασία αυτή εντάσσεται στην αλλαγή του κλίματος που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια.

   Όσον αφορά το πρώτο μέρος, ο νεαρός Ρόμπυ αφηγείται τα πάθη του αφ’ ης στιγμής οδηγήθηκε στο νοσοκομείο του Χιρς στη Θεσσαλονίκη που χρησιμοποιήθηκε ως προσωρινό στρατόπεδο συγκέντρωσης για τους Εβραίους της πόλης  έως ότου προωθηθούν στο Άουσβιτς. Η εξιστόρηση οργανώνεται σε κύκλο παραπέμποντας στο βασικό στοιχείο της αφήγησης του Ρόμπυ: τον κύκλο. Ο τρόμος των κρατουμένων ήταν ο κύκλος. Αν θα συνεχίσουν να ανήκουν στον κύκλο των ζώντων, ή αν θα αλλάξουν. «Χωρίς να τον κοιτάξει του έδειξε το καρότσι και του ψιθύρισε στα γρήγορα ότι στους φούρνους έκλεινε ο κύκλος του Εβραίου(…)Άρπαξε το καρότσι και το πήγε με πολύ δύναμη προς την αυλή. Το άδειασε και γύρισε στο μικρό νταμάρι που είχαν φτιάξει και άρχισε να λιώνει τις πέτρες με τόση οργή που μικρά κομμάτια έφυγαν με δύναμη..»(105).
        Η εξιστόρηση του Ρόμπυ οργανώνεται γύρω από την έννοια του πένθους.  Με άλλα λόγια, γύρω από την πάλη ανάμεσα στη λήθη και τη μνήμη. Παλεύει να κρατήσει ζωντανό το παρελθόν του. Έχει ανάγκη, μέσα στον ορυμαγδό της ναζιστικής θηριωδίας, να κρατήσει όρθια τη μνήμη του. Είναι ο μόνος τρόπος να σταθεί όρθιος. Να αντέξει και να επιβιώσει. Πενθώ για τον Ρόμπυ σημαίνει θυμάμαι. Μάχεται ενάντια στους βασανιστές του. Αντιμάχεται τη φιλοσοφία του ναζισμού που σκοπεύει στη μετάλλαξή του. Στη μετάπτωσή του σε ζωώδη κατάσταση απεκδυόμενες από βασικές ανθρώπινες ιδιότητες.  Να παραδοθεί στις οζώδεις προθέσεις των ναζιστών παραιτούμενος από τα ιερά και τα όσια της ιστορικής του μνήμης.
     Κορυφαία έκφραση αυτής της ενστικτώδους επιλογής είναι  η συνήθειά του να πηγαίνει στους κορμούς στο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Ήδη  έχει αρχίσει να αποδέχεται την πιθανότητα ότι τα αγαπημένα του πρόσωπα μπορεί και να μη ζουν. «Εκεί, πίσω από τα ξύλα, σε ένα μεγάλο κορμό είχε χαράξει με ένα σπασμένο γυαλί τα ονόματα της μάνας του, του πατέρα του, του αδελφού του και της γλυκιάς Εσθήρ, με μεγάλα καθαρά γράμματα. Εκεί πήγαινε όταν έβρισκε χρόνο, όταν πονούσε το κορμί του, όταν έθαβε νεκρούς. Κρυβόταν εκεί και τους μιλούσε. Μιλούσε με τα γράμματα που είχε χαράξει και ήταν σα να τους είχε όλους εκεί, πιστός προστάτης»(σ.120).
    Στο απόσπασμα αυτό είναι διάχυτο το πένθος και η συνακόλουθη διαδικασία της μνήμης που συνιστά εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για τη ζωή. Ιδίως για την αίσθηση τόσο της ατομικής όσο και της συλλογικής οντότητας. Πρόκειται για μια μνημονική διεργασία που απορρέει από το πένθος και τη συνειδητοποίηση της απουσίας, η οποία επιχειρείται να αντισταθμιστεί με την οργάνωση  τελετουργιών και αναπαραστάσεων. Η πράξη του νεαρού Ρόμπυ ανασύρεται από τη συλλογική εμπειρία, που , με διάφορες εκδοχές, εμφανίζεται σ’ όλους τους λαούς. Αντλείται από τη μεταφυσική εμπειρία για τη σχέση ζώντων και νεκρών που συγκροτούν έναν ενιαίο κύκλο. Το άτομο αποτελεί συστατικό στοιχείο του κύκλου αυτού. Συνεπώς οι ζωντανοί νιώθουν  φορείς και εκφραστές αυτής της παράδοσης, γεγονός που εξισορροπεί τη θλίψη για την απώλεια.
   Για τον νεαρό Ρόμπυ οι νεκροί του και η επίσκεψη στα ‘ξύλα’ αποτελούν μέρος της διαδικασίας για την ανασυγκρότηση του οικογενειακού του κύκλου, στον οποίο συμμετέχουν και τα νεκρά πλέον αγαπημένα του πρόσωπα. Αυτή η αίσθηση ενεργοποιεί τις σωματικές-πρωτίστως τις ψυχικές-αντοχές του όταν φτάνει στα όριά του. Όταν κινδυνεύει να ηττηθεί, να βγει έξω από τον κύκλο των ζωντανών κλείνοντας τον δικό του κύκλο στους φούρνους. Σκέφτεται, μετά την επιστροφή του στη Θεσσαλονίκη. «Και τώρα, αυτός τώρα έπρεπε να ζήσει για όλους. Να κρατήσει το όνομα. Να κρατήσει στη μνήμη του όλη την ιστορία της οικογένειάς του».
       Θα μπορούσε να πει πολλά κανείς για τα όσα βίωσε ο ήρωας του βιβλίου στο Άουσβιτς. Η εξιστόρηση των παθών, του αγώνα στο μεταίχμιο των κύκλων ζωής και θανάτου, είναι ισχυρό ράπισμα σ’ όσους σήμερα ανιστόρητα προπαγανδίζουν ναζιστικές, ρατσιστικές αντιλήψεις. Η δαιμονοποίηση ανθρώπων και λαών αντιστρατεύεται τις ανθρωπιστικές αξίες και συχνά μπορεί να οδηγήσει σε πράξεις βίας και ανθρωποθυσιών.
      Το Σαουλίκο θέτει αναπόφευκτα  ευρύτερα πολιτικά ζητήματα.
  1. Τι είναι αυτό που μετασχηματίζει τα θύματα σε θύτες; Διαβάζοντας την ιστορία εντυπωσιάστηκα από τη δύναμη της σκηνή μιας μάνας που κρατάει το νεκρό παιδί  στην αγκαλιά της, στο τραίνο που τους οδηγεί  στο Άουσβιτς. «Μια άλλη κραυγή, μια γυναικεία κραυγή, τους ξέσκισε αυτή τη φορά τις σάρκες(…)Το παιδί της, ένα τρίχρονο αγοράκι, είχε πεθάνει στην αγκαλιά της. Από την δίψα, την πείνα, την έλλειψη αέρα(….)Πέθανε στην αγκαλιά της μάνας του. Και εκείνη το κρατούσε με τόσο τρυφεράδα. Και ήταν σα να το κρατούσαν όλοι μαζί»(σ.83). Διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα ήρθε στο νου μου η εικόνα από τη Γάζα, που δημοσιεύτηκε σε κάποια εφημερίδα. Μια παλαιστίνια μάνα κρατούσε στην αγκαλιά της το τετράχρονο παιδί της, θύμα των βομβαρδισμών της Γάζας από το κράτος του Ισραήλ. Θύμα της βίας που υποκινείται από γεωπολιτικά συμφέροντα. Και στις δυο περιπτώσεις και τα δυο παιδιά-θύματα απάνθρωπων συμπεριφορών είναι παιδιά όλων των λαών. Όλων μας. Όλων αυτών που δεν έχουν δηλητηριαστεί από φανατισμούς κάθε είδους, από συμφέρονται που αντιμετωπίζουν τις ανθρώπινες ζωές ως παράπλευρες απώλειες. Είναι θύματα μιας διαδικασίας δαιμονοποίησης αυτού που αποκαλείται ετερότητα. Του διαφορετικού δηλαδή που αναλαμβάνει του ρόλου οχήματος για γεωπολιτικές στρατηγικές.
  2. Τι συνέβη στη Θεσσαλονίκη;
Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα ανασύρει στην επιφάνεια το πολύ σοβαρό θέμα  των  σχέσεων Ελλήνων και Εβραίων αλλά και της ευθύνης της ίδιας  της ομάδας των Εβραίων. Με άλλα  λόγια , με μισόλογα παλιότερα, πιο έντονα τελευταία τίθεται το θέμα της ευθύνης των Ελλήνων για τη μη προστασία των Εβραίων από τους χριστιανούς συμπολίτες τουςΗ κρυφή ενοχή αποκαλύπτεται με τη σιωπή, γράφει ο Άγγλος ποιητής  Τζον Ντράυντεν (John Dryden, 1631-1700).  Έχει απόλυτο δίκιο ο ποιητής και αυτή η επισήμανση αποτέλεσε το πεδίο για την ωρίμανση νέων μελετών , που επικεντρώθηκαν στο δίδυμο ‘λήθη και μνήμη’, ιδίως σε ό,τι αφορά το ολοκαύτωμα των Εβραίων-και όχι μόνο. Το αίμα ήταν πολύ , η ανθρωπιστική κρίση απίστευτη και η συνειδητοποίηση της διάστασης όσων συνέβησαν προκάλεσε αμηχανία, πόνο, οργή. Ωστόσο, τα συναισθήματα αυτά δεν κατέληξαν σ’ ένα δημόσιο διάλογο που θα συνεισέφερε στην κάθαρση των παθών και την περιθωριοποίηση των ενόχων.
Ο Ρόμπυ αποδίδει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Αναφέρεται με τρυφερότητα και ευγνωμοσύνη στον κύριο Βεργόπουλο, τον φίλο του πατέρα του που του συμπαραστάθηκε από την πρώτη στιγμή. Κάνει υπαινιγμούς για τη δυνατότητα σωτηρίας των Εβραίων μέσω της στράτευσης στον ΕΛΑΣ. Ταυτόχρονα όμως, αποδίδει έμμεσα ευθύνες και σε μια ομάδα ανθρώπων που λεηλάτησαν το σπίτι του. Όταν επισκέφτηκε το σπίτι του «κοίταξε γύρω του και είδε με τρόμο ότι όλη η αυλή ήταν σκαμμένη(…)Οι τοίχοι σκαμμένοι και αυτοί. Το πάτωμα ξεχαρβαλωμένο, τα έπιπλα έλειπαν»(46). Αναμφίβολα η γενίκευση είναι μέγα λάθος. Πολλοί Έλληνες, επίσημοι(αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός) και απλοί άνθρωποι β’ήθησαν πολλούς Εβραίους συμπολίτες τους. Ωστόσο, η γενίκευση αυτών των περιπτώσεων συνιστά πολιτικό ατόπημα και στρέβλωση της λογικής. Υπήρχαν και εκείνοι οι Έλληνες που είτε στη χειρότερη περίπτωση κατέδωσαν Εβραίους προσβλέποντας στην ιδιοποίηση της περιουσίας τους-είναι οι μαυραγορίτες και οι κουκουλοφόροι της αντίστασης που έστειλαν πολλούς Έλληνες στα εκτελεστικά αποσπάσματα των κατακτητών-είτε στην πιο ήπια εκδοχή από φόβο ή εθνοτική εμπάθεια έκλεισαν τα παραθυρόφυλλα όταν τους ζητήθηκε βοήθεια. Οφείλω να υπογραμμίσω, σ’ αυτό το σημείο, ότι η Πρέβεζα συγκαταλέγεται στις πόλεις εκείνες στις οποίες οι χριστιανοί φρόντισαν να βοηθήσουν τους συμπολίτες τους Εβραίους. Αντίθετα στα Γιάννενα, με αφορμή τα εκατόχρονα από την απελευθέρωσε , επανήλθαν οι ψίθυροι για την αδιάφορη στάση κάποιων χριστιανών κατοίκων απέναντι στους Εβραίους.
   Πέρα από τα προαναφερθέντα, ο Αντώνης Μόλχο, σε μια βιβλιοκρισία του βιβλίου της Οντέτ Βαρών, αναζητεί τις επιφυλάξεις που εκδήλωσαν οι χριστιανοί απέναντι στην περιπέτεια των Εβραίων, στον τρόπο που συγκροτήθηκε το νεοελληνικό κράτος.
«Θα αναζητούσα την αρχή του νήματος στην ιστορία της οργανικής σχέσης του ελληνικού έθνους με το ελληνικό κράτος. Αυτή η σχέση εξηγεί, νομίζω, την περιθωριοποίηση των Εβραίων όπως και των μελών άλλων μειονοτήτων, καθώς επίσης την πολύ δύσκολη και βραδεία ανάδυση της μνήμης του Ολοκαυτώματος στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, αλλά παρόμοια με άλλες χώρες της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της όπως το Ισραήλ, η Τουρκία και κάποια αραβικά κράτη, τα μέλη της κυρίαρχης εθνικής η θρησκευτικής ομάδας χαίρουν μιας προνομιούχας ιστορικής θέσης. Είναι ευκολότερο –στην πραγματικότητα είναι το πιθανότερο– οι υπόλοιποι  (Εβραίοι,, Μουσουλμάνοι, μέχρι πρότινος ακόμη και οι Καθολικοί) να αγνοηθούν όταν γίνεται λόγος για την ιστορία της Ελλάδας και της μοίρας της. Όπως και οι Παλαιστίνιοι ισραηλινοί υπήκοοι βρίσκονται στο περιθώριο της ισραηλινής κοινωνίας, έτσι και  οι Έλληνες Εβραίοι βρίσκονταν για πολύ καιρό στο περιθώριο της ελληνικής κοινωνίας».  
  1. Γιατί λοιπόν αποσιωπήθηκε για μεγάλο διάστημα το ολοκαύτωμα;
Ο Μόλχο έθεσε το γενικό πλαίσιο. Το βιβλίο όμως εξειδικεύει την ευθύνες ανατέμνοντας την πολιτική ζωή στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1950 . Χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την περίπτωση του Μαξ Μέρτεν, Μέρντεχ για τους συγγραφείς, που υπέγραψε τη σύλληψη και μετακίνηση 50 χιλιάδων Εβραίων της Θεσσαλονίκης στο Άουσβιτς. Χρωστάμε στον Ρόμπυ ότι υπήρξε ο άνθρωπος που αναγνώρισε τον Μέρτενς όταν επέστρεψε ως υψηλόβαθμο στέλεχος του Υπουργείου Δικαιοσύνης της τότε Δυτικής Γερμανίας-για ποιο λόγο άραγε; Μήπως για να πάρει το θησαυρό των Εβραίων που είχε διαγουμίσει; Οι συγγραφείς εστιάζουν τη μυθιστορηματική τους ανάπλαση στη διάρθρωση του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα αμέσως μετά τον Εμφύλιο. Πρόκειται για δομές και συμπεριφορές που  ήρθαν και πάλι  στην επιφάνεια με ένταση λόγω της κρίσης που βιώνει η χώρα μας, καθώς και της ατολμίας των συν-κυβερνώντων να ορθώσουν το πολιτικό τους ανάστημα απέναντι στους ολετήρες της ελληνικής κοινωνίας. Ο Μαξ Μέρτενς συλλαμβάνεται αλλά οι μαυραγορίτες και οι συνεργάτες των Γερμανών τρέμουν. Και τότε και τώρα ο αυταρχισμός του δυνατού απέναντι στον αδύναμο. Οι Εβραίοι ξεσηκώνονται, οι πολίτες διαμαρτύρονται και αγανακτούν, η αντιπολίτευση( Κ. Μητσοτάκης, Η. Τσιριμώκος, ΕΔΑ) καταδικάζει την ενδοτική στάση απέναντι στον ισχυρό βραχίονα της τότε Ευρώπης. Η κυβέρνηση, παρόλα αυτά, μεθοδεύει, δια μέσου της παραπομπής σε δίκη, την απαλλαγή της από μια φωνή που μπορεί να γίνει ενοχλητική, αν όχι να ενοχλήσει κορυφαίους συντηρητικούς πολιτικούς εκείνης της περιόδου για τη σχέση τους με τις δυνάμεις κατοχής. Τα κιτάπια της Γερμανικής Γκεστάπο και των Ες Ες είναι χρήσιμα και για την προσπάθεια της κοινοβουλευτικής Δυτικής Γερμανίας να προστατεύσει όσους υπηρετούν τα συμφέροντά της-όπως ο Μέρτενς-, ανεξάρτητα από το ναζιστικό τους παρελθόν. Το ίδιο συνέβη και 60 χρόνια με τον Χριστοφοράκο, που αφέθηκε να φύγει από την Ελλάδα.           Η δύναμη των αρχείων είναι τεράστια. Μπροστά τους λυγίζουν τη μέση πολλοί απ’ αυτούς που υψώνουν τη φωνή τους με σκοπό να παραπλανήσουν. Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή αδυνατούσε να αντισταθεί στις πιέσεις των Γερμανών, οι οποίοι εκβίαζαν επισείοντας τον κίνδυνο να χάσει η Ελλάδα την οικονομική βοήθεια. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα. Η συγκυβέρνηση εμφανίζεται λεκτικώς γενναία στο εσωτερικό προσδοκώντας να παραπλανήσει κάποιους εύπιστους και ευσυγκίνητους. Σ       τα φόρα όμως τα ευρωπαϊκά ή στις συναντήσεις με την τρόικα η τάξη αποκαθίσταται. Η συγκυβέρνηση συνεχίζει την ίδια άτολμη στάση που είχε και η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή. Ο ομφάλιος λώρος της εξάρτησης από αδιαφανή οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα κρατάει σε χαμηλές πτήσεις την Ελλάδα. Χρειάζεται τόλμη. Σαν αυτό που επέδειξε ο γεννημένος στο Θεσπρωτικό συμπατριώτης μας Ανδρέας Τούσης, αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου , που δε δίστασε να παραπέμψει τον γερμανό μακελάρη, παρά την αντίδραση της πολιτικής εξουσίας και την πίεση που του άσκησε ο ίδιος ο Καραμανλής.

     Χρειαζόμαστε γενναίους λειτουργούς όπου κι αν ανήκουν. Χρειαζόμαστε τολμηρούς πολιτικούς , χωρίς δεσμεύσεις και εξαρτήσεις που να προχωρήσουν σε ρήξεις. Έτσι, το βιβλίο των Βαρσάνο-Μπαϊλη είναι μια ευκαιρία να ξαναδούμε την ελληνική ιστορία και να διαβάσουμε και το παρόν με καθαρό μυαλό.

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

Τάκης Χατζής, Μουργκάνα 2016(1948)

Η Πίτα του Ηπειρώτη, ΣΕΦ,Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2020, ώρα 10.30

Αθήνα 20-11-2019

Τους Δήμους Περιφέρειας Ηπείρου
Τα Διοικητικά Συμβούλια
α. των Ηπειρωτικών Σωματείων (μελών της ΠΣΕ)
β. των Ηπειρωτικών Πολιτιστικών Οργανώσεων

Αγαπητοί Συμπατριώτες,
Σας γνωρίζουμε ότι η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος θα πραγματοποιήσει την εκδήλωση «ΠΙΤΑ ΤΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΗ 2020» την Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2020 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.
Σας παρακαλούμε, εάν επιθυμείτε να συμπεριληφθείτε στο πρόγραμμα και να συμμετάσχει στην εκδήλωση η χορευτική σας ομάδα, να συμπληρώσετε και να μας αποστείλετε την συνημμένη Δήλωση Συμμετοχής μέχρι 20-12-2019.
Παρακαλούμε οι δηλώσεις να αποστέλλονται στο emailinfo@panepirotiki.com ή στο fax: 210-3243822 και να επιβεβαιώνετε την αποστολή στο τηλ.: 210-3241137. Το πρόγραμμα της εκδήλωσης και ο κανονισμός συμμετοχής θα σας σταλεί μετά τις δηλώσεις ενδιαφέροντος.
Σημείωση: Σας γνωρίζουμε, ότι για την καλύτερη ροή του προγράμματος, να μας γνωστοποιήσετε τον ακριβή αριθμό συμμετοχής των χορευτών (ανδρών – γυναικών). Δηλώσεις συμμετοχής μετά την παρέλευση της ημερομηνίας θα συμμετάσχουν στο τέλος της ροής του προγράμματος.
Πληροφορίες Έφορος Πολιτισμού Αλέξανδρος Λαμπρίδης τηλ. 6973342113

Με εκτίμηση
Για το Διοικητικό Συμβούλιο

      Ο Πρόεδρος                                                               Ο Γεν. Γραμματέας

Χρυσόστομος (Μάκης)Χήτος - Κιάμος                                Σωτήρης Κολιούσης