Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/Καημερινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/Καημερινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ, Αμίλητα, βαθιά, ιεράΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ Διηγήματα εκδ. Καστανιώτη, σελ. 172, ef. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ, Αμίλητα, βαθιά, ιερά


ΕΤΙΚΕΤΕΣ:


Νεράιδες κλεισμένες σε κορμούς δέντρων αρδεύουν με δάκρυα τον φλοιό, θρηνώντας δυστυχισμένους έρωτες. Μια νύμφη που αστραποβολεί ασημένια σαν τη σελήνη εγκαταλείπει, αλλοπαρμένη από εφήμερο ίμερο, την ιερή μαντική πηγή της για να σμίξει με έναν θνητό, έναν ποιμένα. Οταν τον απαρνείται η θεία ερωμένη του, ο βοσκός μεταμορφώνεται από τη λύπη του σε ποταμό, γνωστό «ως το ποτάμι της ερωτικής λησμονιάς». Μια «ραγισματιά σαν ρεματιά» σε έναν τοίχο απλώνεται με νωχέλεια υδάτινης γραμμής, μουσκεύοντας τον σοβά, ήδη νωπό από το αίμα των σκοτωμένων και τα κλάματα των λησμονημένων. Σε μια έρημη αυλή σχολείου οι βρύσες έμειναν ανοιχτές από το τελευταίο παιχνίδι και τα φαντάσματα των παιδιών αναβλύζουν ολόχαρα μέσα από τα νερά. «Νίβονται όλη μέρα στο νερό της βρύσης για να μην ακούνε το αμείλικτο ρολόι», που χρονομετρεί τη συντριβή τους.
Η Ρέα Γαλανάκη αναβιώνει έναν μυθικό χωροχρόνο, βαθιά ριζωμένο, όμως, στο χώμα της πραγματικότητας. Οπως γράφει σε ένα από τα έντεκα διηγήματα του βιβλίου, το χώμα και καθετί που φύεται από μέσα του είναι «το ανάγλυφο είδωλο» του λαβυρίνθου του έναστρου ουρανού. Ο αρχαίος, ουράνιος χρόνος μεταφυτεύεται στο τώρα προκειμένου ο χρόνος να διατηρεί τη μνήμη της διπλής του φύσης, της διχοστασίας του ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν. Η Γαλανάκη υπενθυμίζει επίμονα πως γύρω μας κινείται ένας άυλος κόσμος, «που ανέκαθεν μας “βάραινε” χωρίς να φαίνεται ότι μας βαραίνει». Τα παλιά γεννούν τα τωρινά. Η μυσταγωγική γλώσσα ιχνηλατεί έναν κόσμο παλίμψηστο, όπου εγκιβωτίζονται άχρονοι θρύλοι, απέθαντες τελετουργίες, αιώνιες αγωνίες, απαράγραπτα κρίματα και επικοί πόθοι.
Τα ύδατα, καθαρτήρια και ιαματικά, που διαρρέουν τα διηγήματα, αφαιρούν από τις μορφές τα περιγράμματά τους, μεταμορφώνοντάς τες σε εξώκοσμα πλάσματα, που ενοικούν σε εκτός χρόνου παραμύθια. Είναι παραμύθια που ξεδιπλώνονται σαν διάφεγγο παραπέτασμα μπροστά στην πραγματικότητα. Δεν την κρύβουν, αλλά τη διηθούν μέσα από μια υποβλητική φωτοχυσία. Οι μυθοπλασίες της Γαλανάκη επινοούν επάλληλες μεταλλάξεις του περασμένου χρόνου. Μοιάζει να στήνουν μια διελκυστίνδα ανάμεσα στο απώτατο τότε και στο ασύλληπτο, ρέον σαν νερό, τώρα. Τα πάντα περνούν γοργά και με βία, «σαν λάμψη μαχαιριού κοντά στο αίμα». Οταν η συγγραφέας συναντά τον Ισμαήλ Φερίκ πασά, τον Λουί ή Ανδρέα Ρηγόπουλο και την Ελένη Αλταμούρα-Μπούκουρα, τους βλέπει ονειροπαρμένους. «Σαν όνειρο [...] τους εφαινόταν πια η ζωή που είχανε ζήσει, σαν στιγμιαίο όνειρο κάποιου άχρονου ύπνου». Σε εκείνη τη συνάντηση τους πρόσφερε γεύμα στο παιδικό της σερβίτσιο, γιατί «ο συγγραφέας είναι ένα μικρό παιδί, που παίζει, παίζει, παίζει ασταμάτητα».
Βέβαια, στην περίπτωση της Γαλανάκη πρόκειται για παιχνίδι υψηλότατης τεχνικής. Η γλώσσα, με άκρα εκλέπτυνση αρθρωμένη, υποδηλώνει τη δισυπόστατη φύση της. Από τη μία, είναι αμιγώς λογοτεχνική, με έναν τρόπο εξαίσιο, από την άλλη, η πρόδηλη στοχαστικότητά της φανερώνει ακαδημαϊκό τρόπο σκέψης. Η Γαλανάκη γράφει λογοτεχνικά, αλλά σκέφτεται επιστημονικά. Μολονότι αγαπά έως παραφοράς το συναίσθημα, δεν του εκχωρεί το μυαλό της. Σε αυτή τη διφυΐα της γραφής οφείλεται η μοναδικότητα της συγγραφικής της ιδιοπροσωπίας.
Από τη συνάθροιση των ήδη δημοσιευμένων πεζών, που συνιστούν εκλεκτά παραπληρώματα σε ένα κατά βάση μυθιστορηματικό έργο, με συγκινεί ιδιαίτερα το «Μαυρόασπρο», όπου η μνήμη μετουσιώνεται σε μύχια μυθολογία. Περιδιαβαίνοντας το γενέθλιο Ηράκλειο, η Γαλανάκη αποτείνει έναν φορτισμένο φόρο τιμής στους ίσκιους που αφυπνίζει ο τελετουργικός της περίπατος. Η ευλαβική περιφορά της μνήμης διαχέει στον πολυδιάβατο τόπο το θυμίαμα που αναθάλλει από το μαύρο μελάνι όταν νοτίζει το λευκό χαρτί.

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ, Αβραάμ Γεοσούα: Να διαφυλάξουμε την αλληλεγγύη, ΕΦ. καθημερινγ



«Ο προπάππος μου ήρθε στο Ισραήλ από τη Θεσσαλονίκη στα μέσα του 19ου αιώνα και είμαι πολύ υπερήφανος γι’ αυτό», λέει ο σπουδαίος συγγραφέας Αβραάμ Γεοσούα.
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Η πανδημία δεν του προκαλεί ιδιαίτερο φόβο. Οχι λόγω άγνοιας κινδύνου, αλλά γιατί έχει αντιμετωπίσει ισχυρότερους κραδασμούς και μεγαλύτερες απειλές έως τώρα. «Οταν ήμουν δώδεκα χρόνων, βρισκόμουν στην υπό πολιορκία Ιερουσαλήμ κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Ανεξαρτησίας και επί δύο μήνες οι γονείς μου κι εγώ μέναμε σε καταφύγιο, καθώς έξω μαίνονταν οι μάχες και οι βομβαρδισμοί. Επίσης, όταν ήμουν στρατιώτης –υπηρετούσα στους αλεξιπτωτιστές– συμμετείχα σε αρκετές μάχες τη δεκαετία του ’50. Πριν από τρία χρόνια έχασα τη σύζυγό μου, Ρίβκα, και μετά τον θάνατό της το μόνο που ήθελα ήταν να την ακολουθήσω. Επομένως, αυτή η κρίση δεν με φοβίζει...»
Αβραάμ Β. Γεοσούα, 83 ετών, ένας από τους κορυφαίους Ισραηλινούς συγγραφείς και διανοούμενους της εποχής μας. Τον αποκαλούν «Φόκνερ του Ισραήλ». Τα βιβλία του, μεταφρασμένα σε 28 γλώσσες, έχουν αποσπάσει πλήθος σημαντικών βραβείων και διακρίσεων. Από το Τελ Αβίβ, όπου ζει, για να βρίσκεται κοντά στα παιδιά και στα εγγόνια του, μίλησε στην «Κ» για το πώς αυτό που ζούμε τους τελευταίους μήνες θα επηρεάσει την τέχνη και τη λογοτεχνία, για το τι θα αφήσει μέσα μας αλλά και για τις ελληνικές ρίζες του: κατάγεται από σεφαραδίτικη οικογένεια της Θεσσαλονίκης που εγκαταστάθηκε στην Παλαιστίνη στα μέσα του 19ου αιώνα. «Και στο Ισραήλ και στην Ελλάδα αντεπεξήλθαμε αξιοπρεπώς στον πόλεμο ενάντια στον κορωνοϊό. Ηταν μια σκληρή δοκιμασία και για τους δύο λαούς και κάθε τόσο προκύπτουν νέες δυσκολίες και απαιτούνται αναθεωρήσεις», τονίζει ο κ. Γεοσούα. «Είμαι υπερήφανος όμως ιδιαίτερα για το γεγονός ότι η Ελλάδα, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρότερα οικονομικά προβλήματα σε σύγκριση με άλλες ισχυρότερες ευρωπαϊκές χώρες, κατάφερε να ανταποκριθεί στην πρόκληση αυτή, καλύτερα από την Ιταλία, την Ισπανία και τη Μεγάλη Βρετανία».

– Τι ενδιαφέρον παρουσιάζει αυτή η εποχή για έναν συγγραφέα;
– Δεν ξέρω τι θα παραγάγουν η τέχνη, η λογοτεχνία ή ο κινηματογράφος μέσα από την πανδημία του κορωνοϊού· αναμφίβολα όμως θα αποτελέσει πηγή έμπνευσης. Εγώ φαντάζομαι μια ταινία με ένα παντρεμένο ζευγάρι: έναν άντρα και μια γυναίκα που είναι κλεισμένοι στο σπίτι τους και δεν μπορούν να βγουν έξω, έτσι σκέφτονται τη σχέση τους, γυρνούν στο παρελθόν, εμβαθύνουν, κλείνουν ανοιχτούς λογαριασμούς. Ή έναν ηλικιωμένο, που μέσα στον αναγκαστικό εγκλεισμό αρχίζει να ψαχουλεύει τα χαρτιά του και ανακαλύπτει τα ερωτικά γράμματα μιας γυναίκας που την επιθυμούσε από παλιά. Τα ξαναδιαβάζει τώρα προσεκτικά και προσπαθεί μέσα από την απομόνωση να επικοινωνήσει μαζί της.


– Για εσάς είναι δύσκολη η απομόνωση;
– Είμαι ογδόντα τριών ετών. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι και πριν από την επιδημία δεν είχα καμία δυσκολία να μείνω στο σπίτι. Πριν από τρία χρόνια πέθανε η αγαπημένη μου σύζυγος, με την οποία ήμουν δεμένος ολόψυχα. Ζήσαμε μαζί πενήντα έξι χρόνια και το σπίτι ήταν πάντοτε για εμάς το πιο γλυκό καταφύγιο. Επομένως, και τώρα, ο εγκλεισμός λόγω του κορωνοϊού δεν με τρομάζει και σίγουρα δεν έχω λόγο να κυκλοφορώ έξω. Γι’ αυτό και όταν λήξουν τα περιοριστικά μέτρα δεν νομίζω να αλλάξω ιδιαίτερα τον τρόπο ζωής μου.

– Είστε αισιόδοξος για το μέλλον; Τι πιστεύετε ότι θα μας φέρει;
– Προσπαθώ να είμαι αισιόδοξος. Ωστόσο, νομίζω ότι η μετάβαση στην ομαλότητα θα αποδειχθεί πολύ πιο μακρόχρονη και επίπονη από όσο πιστεύουμε. Η πανδημία μας διδάσκει μερικά καινούργια πράγματα, που πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας και να τα κρατήσουμε ακόμα και όταν αυτή θα έχει περάσει. Πρέπει να γίνουμε λιγότερο ευδαιμονιστές, λιγότερο επιλήσμονες και να μεριμνούμε περισσότερο για την ποιότητα ζωής και τις αξίες του συνόλου. Οφείλουμε να προσπαθήσουμε να φτιάξουμε ισχυρότερα εθνικά συστήματα υγείας. Ελπίζω σε λιγότερες συγκρούσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, περισσότερη συνεργασία μεταξύ των χωρών μπροστά στις φυσικές καταστροφές – χρειάζεται διεθνής σύμπνοια απέναντι στην καταστροφή του πλανήτη. Σε επίπεδο κρατών, όταν παρέλθει η πανδημία, κάθε χώρα οφείλει να κάνει τον απολογισμό της σχετικά με τον τρόπο που τη διαχειρίστηκε, να διδαχθεί από τις αποτυχίες της και να εδραιώσει τα επιτεύγματά της.

– Η δημοκρατία κινδυνεύει από τον κορωνοϊό; Αναφέρομαι στα μέτρα ελέγχου και επιτήρησης, αλλά και στη βαθιά οικονομική κρίση που έρχεται.
– Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι τα οικονομικά προβλήματα να μην επιδεινώσουν ακόμη περισσότερο το επίπεδο ζωής των πιο αδύναμων στρωμάτων του πληθυσμού. Πρέπει να διατηρήσουμε την κοινωνική συνοχή και να μην αφήσουμε να μεγαλώσει η οικονομική ανισότητα. Με ρωτάτε αν κινδυνεύει η δημοκρατία. Εξαρτάται από την έκβαση που θα έχει αυτή η δύσκολη πανδημία. Ενα πολιτικό σύστημα μπορεί να αλλάξει προς το χειρότερο αλλά και προς το καλύτερο. Προέχει να διαφυλάξουμε την κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη.

– Οι ρίζες σας φτάνουν στη Θεσσαλονίκη. Νιώθετε καθόλου Ελληνας και σε ποιον βαθμό;
– Πράγματι, ο προπάππος μου ήρθε στο Ισραήλ από τη Θεσσαλονίκη στα μέσα του 19ου αιώνα και είμαι πολύ υπερήφανος γι’ αυτό. Οι σχέσεις της Ελλάδας και του Ισραήλ τα τελευταία χρόνια –λόγω και της επιδείνωσης των σχέσεων με την Τουρκία– έχουν ενισχυθεί ιδιαίτερα. Στο μυθιστόρημά μου «Ο κύριος Μάνι» υπάρχουν μερικές σκηνές που διαδραματίζονται στην Κρήτη και στην Αθήνα. Η Ελλάδα συνιστά πολύτιμο στοιχείο της ταυτότητάς μου, καθώς και της ταυτότητας του Ισραήλ, γενικότερα, η οποία έχει πολλά μεσογειακά στοιχεία, που ελπίζω να ενδυναμωθούν. Αλλωστε ο μισός πληθυσμός της χώρας μου κατάγεται από τη Μεσόγειο. Και οι Παλαιστίνιοι είναι μεσογειακός λαός. Η συμμαχία, λοιπόν, μεταξύ του Ισραήλ και της Ελλάδας αποτελεί γερή βάση για τη συγκρότηση της μεσογειακής ισραηλινής ταυτότητας, που δεν είναι ούτε αμερικανική ούτε βορειοευρωπαϊκή. Είναι η ταυτότητα ενός χώρου όπου γεννήθηκε ο ιουδαιοχριστιανικός πολιτισμός, πάνω στη βάση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Και οι μουσουλμάνοι που ζουν στη λεκάνη της Μεσογείου είναι περισσότερο συνδεδεμένοι με τον μεσογειακό πολιτισμό παρά με τον σαουδαραβικό ή τον ιρακινό.

– Στην «Κομπάρσα» για πρώτη φορά κεντρική ηρωίδα σας ήταν γυναίκα. Τι απαιτούσε από εσάς αυτή η συνθήκη;
– Επρεπε να είμαι εξαιρετικά προσεκτικός και ακριβής, προκειμένου να μπορέσω να μπω στη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Ελπίζω να το πέτυχα. Πάντως, υπήρχαν πολλές γυναίκες που ταυτίστηκαν με τη Νόγκα, την αρπίστριά μου, μια γυναίκα αξιαγάπητη αλλά διόλου απλή.
«Δεν θα λησμονήσω ποτέ την ομορφιά των Δελφών»
– Εκτός από τον Φόκνερ, τον Κάφκα και τον Αγκνον, για τους οποίους συχνά μιλάτε, ποιοι άλλοι συγγραφείς σάς επηρέασαν καθοριστικά;
– Ο Καμί και ο Μαξ Φρις και, φυσικά, έμαθα πολλά από τον Τσέχοφ και τον Τολστόι. Ενας συγγραφέας όχι μόνο δεν πρέπει να κρατάει κρυφές τις πηγές που τον επηρέασαν, αλλά οφείλει να τις προβάλλει, καθώς ζούμε σε ένα ενιαίο πολιτισμικό σύστημα.
– Εχετε πει ότι η ψυχανάλυση έχει μια ηθική διάσταση και μια αποστολή: να οδηγήσει τους ανθρώπους στην αυτογνωσία. Ισχύει το ίδιο και για τη λογοτεχνία;
– Η μακαρίτισσα η σύζυγός μου ήταν ψυχαναλύτρια και χάρη σ’ εκείνη γνώρισα αυτόν τον τομέα, παρακολουθώντας τη δουλειά της. Η πιο σημαντική φράση στην ιστορία της ανθρωπότητας ειπώθηκε στην αρχαία Ελλάδα, στους Δελφούς: «Γνώθι σαυτόν». Αυτή είναι η σημαντικότερη πρόκληση για τον άνθρωπο: να καταλάβει τον εαυτό του, σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο. Η Ρίβκα κι εγώ επισκεφθήκαμε δύο φορές τους Δελφούς και ήταν εμπειρία καθοριστική και για τους δυο μας. Δεν θα λησμονήσω ποτέ την ομορφιά, την ηρεμία και την ιερότητα αυτού του μέρους.

– Πώς θέλετε να σας θυμούνται, κύριε Γεοσούα;
– Ελπίζω να με θυμούνται μέσα από τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά μου. Είμαι υπερήφανος πάνω απ’ όλα που τα τρία μου παιδιά ζουν στο Ισραήλ, έχουν κάνει οικογένεια και κερδίζουν τη ζωή τους με αξιοπρέπεια. Τις μέρες του κορωνοϊού αυτά είναι που με φροντίζουν με αγάπη και αφοσίωση.

Τα περισσότερα βιβλία του Αβραάμ Β. Γεοσούα κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη, με πρόσφατο το «Η κομπάρσα», σε μετάφραση της Μάγκυς Κοέν, την οποία ευχαριστούμε για την αρωγή της στην απόδοση της συνέντευξης.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ, Ωρα για τους έχοντες, EF. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΉ




«Θα πρέπει να αυξηθούν οι δωρεές και η φιλανθρωπία. Θεωρώ τη χώρα μας ουραγό στον τομέα αυτό, γιατί έχουμε καβουράκια στις τσέπες μας. Τσιγκουνιά, θα την έλεγα. Υπάρχουν κάποιοι με πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες από εμάς που δεν κάνουν απολύτως τίποτα. Ο καπιταλισμός πρέπει να εξυγιανθεί και να δώσει πίσω εκουσίως ή με το ζόρι ένα μέρος του πλούτου που έχει συσσωρεύσει». Πριν από δύο εβδομάδες, στην κυριακάτικη «Κ» (8/3/2020), ο εφοπλιστής Θανάσης Λασκαρίδης έστειλε ένα μήνυμα σαφές και ειλικρινές. Ο κορωνοϊός, όταν έγινε η συνέντευξη, δεν είχε προσβάλει ακόμη τη χώρα μας και η παρότρυνση του συνομιλητή δεν αφορούσε τις έκτακτες αυτές συνθήκες.
Να όμως που τα γεγονότα καλπάζουν, μετατρέποντας τις προτάσεις σε επιτακτικά αιτήματα. Οχι ότι δεν υπάρχει προσφορά, από αναπνευστήρες μέχρι κααι νέες κλίνες σε μονάδες εντατικής θεραπείας, αλλά οι ανάγκες, καθώς τα κρούσματα και οι σοβαρά νοσούντες αυξάνονται, ζητούν όλο και μεγαλύτερη στήριξη. Το είπε και ο πρωθυπουργός στην προχθεσινή επικοινωνία του με τους πολίτες: «Ευχαριστώ από καρδιάς όλους όσοι είναι παρόντες με σημαντικές δωρεές σε τούτη τη δύσκολη στιγμή. Καλώ, όμως, και τους απόντες να αναλογιστούν τις ευθύνες τους».
Η συστράτευση των οικονομικά ισχυρών σε αυτή την «εμπόλεμη κατάσταση» με «τον αόρατο εχθρό» δεν έχει μόνο, αυτονόητη, πρακτική σημασία. Κανείς δεν μπορεί να προστατευθεί αεροστεγώς από τον κορωνοϊό, είναι ανθρωπίνως αδύνατο, όσα χρήματα κι αν διαθέτει. Η εξίσωση, όμως, σε συνθήκες πανδημίας είναι η μία όψη. Η άλλη αφορά το παράδειγμα που, και σε αυτή την περίπτωση, είναι μεταδοτικό, εμψυχώνει, δημιουργεί έναν κρίκο στην κοινωνική αλυσίδα,
η οποία έχει δοκιμαστεί σκληρά τα τελευταία δέκα χρόνια.
Αυτές τις μέρες της επιβεβλημένης απομόνωσης παρακολουθούμε εθελοντές να προσφέρουν υπηρεσίες σε ηλικιωμένους και ανήμπορους, ένα δίκτυο, άλλοτε αδήλωτο, άλλοτε φανερό, να ενεργοποιείται υφαίνοντας προστασία για τους πιο αδύναμους.
Ο κορωνοϊός έστρεψε την παγκόσμια προσοχή στους άριστους σε κάθε χώρα, επιστήμονες, ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, ερευνητικές ομάδες, περιβάλλοντας με ευγνωμοσύνη και συγκίνηση τη γνώση και την αφοσίωση. Σε αυτούς προσβλέπουμε πλέον για την επόμενη μέρα. Για να αντέξουν όμως εκείνοι, εμείς, οι κοινωνίες, δεν πρέπει να υπάρχουν «απόντες». Δεν αρκεί, γι’ αυτό, να «αναλογιστούν τις ευθύνες τους». Οι ανάγκες είναι επιτακτικές, το προσκλητήριο σε εξέλιξη.

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ, Περιθάλποντας τον Κωστή, το αρσενικό φωκάκι που βρέθηκε στη Φολέγανδρο, η καθημερινη, 03.11.2018



Εχουν μνήμες οι φώκιες – τουλάχιστον όπως τις εννοούμε εμείς οι άνθρωποι; Κι αν ναι, θυμάται, άραγε, ο Κωστής τη στιγμή που είδε για τελευταία φορά τη μητέρα του; Φεύγοντας από τον Σταθμό Πρώτων Βοηθειών της MOm στα Σπάτα Αττικής, δεν μπορούσα να μη σκέφτομαι το ορφανό αρσενικό φωκάκι monachus monachus, που δίνει αγώνα επιβίωσης, με τη φροντίδα των ανθρώπων της οργάνωσης – κτηνιάτρων, βιολόγων και εθελοντών.
Bρέθηκε από ψαρά της Φολεγάνδρου, αμέσως μετά το πέρασμα του κυκλώνα «Ζορμπά», σε παραλία του νησιού. Προφανώς, μέσα στη θαλασσοταραχή είχε χάσει τη μητέρα του. «Ο Σεπτέμβριος, ο Οκτώβριος και ο Νοέμβριος είναι οι μήνες της αναπαραγωγής για τις μεσογειακές φώκιες. Τα μικρά κολυμπούν μεν από την πρώτη τους μέρα, αλλά είναι ακόμη αδύναμα. Κάπως έτσι ο Κωστής, στον οποίο δώσαμε το όνομα του ψαρά που τον έσωσε, του Κώστα Μπογιατζίδη, πιθανότατα παρασύρθηκε από τα κύματα», λέει η Ελένη Τούντα, βιολόγος και ιδρυτικό μέλος της Mom, που μας υποδέχεται στον Σταθμό.

Η μικρή φώκια βρέθηκε σε παραλία της Φολεγάνδρου αμέσως μετά το πέρασμα του κυκλώνα «Ζορμπά». Προφανώς, είχε χάσει τη μητέρα της.
Ο ρόλος της MOm
Το πρωτόκολλο της περιβαλλοντικής οργάνωσης προβλέπει ότι επί ένα 24ωρο το ζώο απλώς παρακολουθείται στον χώρο όπου έχει βρεθεί, γιατί πάντα υπάρχει μια ελπίδα να το βρει η μητέρα του και να το οδηγήσει πίσω στη σπηλιά τους. Αυτό, δυστυχώς, δεν συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση και ο μικρός, στις αρχές Οκτωβρίου, μεταφέρθηκε από τις Κυκλάδες στον χώρο που το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο έχει παραχωρήσει στην MOm. Ηταν σχεδόν δύο εβδομάδων και εμφανώς υποσιτισμένος, αφού είχε σχεδόν το μισό βάρος (13 κιλά) από αυτό που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα έπρεπε να έχει στην ηλικία του.
«Τους πρώτους τρεις μήνες της ζωής τους τα φωκάκια θηλάζουν, δεν μπορούν ακόμη να φάνε ψάρια. Στη θάλασσα μόνα τους αποκλείεται να ζήσουν, δηλαδή. Ολα αυτά τα χρόνια που περιθάλπουμε monachus monachus, δοκιμάσαμε διάφορα υποκατάστατα του μητρικού τους γάλακτος, αλλά προκαλούσαν γαστρεντερολογικά προβλήματα, οπότε έχουμε καταλήξει στον ψαροπολτό», εξηγεί η κ. Τούντα βάζοντας στο μπλέντερ φιλέτα από σκουμπριά, για να ετοιμάσει το γεύμα του Κωστή. Ακούγοντας τον ήχο, ο... πιτσιρικάς, από το διπλανό δωμάτιο, αρχίζει να φωνάζει με ανυπομονησία. «Κάθε τέσσερις ώρες τον ταΐζουμε. Βέβαια, τώρα που έγινε ενός μηνός κόψαμε το νυχτερινό τάισμα. Λαμβάνει πέντε γεύματα των 250 γραμμαρίων ημερησίως. Σταδιακά θα αρχίσει να τρώει ολόκληρα φιλέτα ψαριού, χωρίς δέρμα και κόκαλα. Μολονότι ήταν πολύ αδύνατος και είχε πρόβλημα με το σάκχαρό του, είναι μαχητής. Και τρώει με όρεξη όλο του το φαγητό. Είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι», συνεχίζει η συνομιλήτριά μου.

Ο Κωστής λαμβάνει πέντε γεύματα των 250 γραμμαρίων ημερησίως.
Τριάντα χρόνια προσφοράς κλείνει φέτος η ΜΟm. Με τις δυσκολίες που βάζουν σε κάθε τι η έλλειψη πόρων και η αδυναμία του κράτους να μεριμνήσει για τα αυτονόητα: την προστασία της άγριας ζωής στη χώρα μας. «Δεν μπορούμε να τα περιμένουμε όλα από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Παλεύουμε με πενιχρά μέσα και χωρίς χρηματοδοτήσεις. Αλλά όταν φτάνει στα χέρια μας ένα ταλαιπωρημένο ζώο, πώς να αρνηθούμε να το φροντίσουμε;»
Ρωτώ την Ελένη Τούντα ποιο θα είναι το μέλλον του Κωστή εάν όλα πάνε καλά. «Μόλις φτάσει τα 50 κιλά και είναι πια δυνατός, θα τον ελευθερώσουμε στο Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο της Αλοννήσου. Η μεσογειακή φώκια είναι ζώο με υψηλή νοημοσύνη – πολύ κοντά στον άνθρωπο, όπως και το δελφίνι. Μαθαίνει εύκολα και κοινωνικοποιείται. Γι’ αυτό είμαστε πολύ προσεκτικοί. Αν και είναι μεγάλος ο πειρασμός –είδατε πόσο γλυκούλης είναι– δεν κάνουμε πολλά... γούτσου γούτσου. Ο Κωστής δεν πρέπει να αναπτύξει σχέση εξάρτησης από τους ανθρώπους. Πρέπει να επιστρέψει στη θάλασσα. Εκεί όπου ανήκει...».

Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

Ηλίας Μαγκλίνης, Ο Χόκινγκ και η μεγάλη εικόνα, Η Καθημερινή,



​Φίλος με ρωτάει αν πιστεύω ότι ο Στίβεν Χόκινγκ θα ήταν τόσο διάσημος εάν δεν είχε καθηλωθεί εξαιτίας της σπάνιας νόσου που τον βρήκε στα είκοσι ένα μόλις χρόνια του. Δεν πρόκειται περί οίκτου, τόνισε, αλλά περισσότερο για ένα αξιοπερίεργο φαινόμενο, μοναδικό στα ιατρικά χρονικά, και, βέβαια, μοναδικό ως προς τη δύναμη της ανθρώπινης διανόησης.
Ο φίλος, με άλλα λόγια, δεν είχε σκοπό να απαξιώσει έναν επιστήμονα σαν τον Χόκινγκ, απλώς πάντοτε τον προβλημάτιζε το γεγονός ότι, επί της ουσίας, όσοι δεν έχουμε ειδικές γνώσεις φυσικής, μαθηματικών κ.λπ. δεν καταλαβαίνουμε τίποτα απ’ όσα λένε αυτοί οι άνθρωποι και για τα οποία τους οφείλουμε τον θαυμασμό μας.
«Εκτός του ότι», πρόσθεσε ο φίλος, «τι με νοιάζει εμένα τι κάνει μια μαύρη τρύπα, εκατομμύρια έτη φωτός μακριά; Τι ρόλο μπορεί κάτι τέτοιο να παίξει στη δική μου καθημερινότητα;».
Οντως, την καθημερινότητά μας μια τέτοια πληροφορία δεν την αγγίζει καν· ούτε απαλύνει στο παραμικρό το άγχος της βιοπάλης ή και την όποια υπαρξιακή αγωνία.
Επηρεάζει όσους ενδιαφέρονται, έστω, για τη λεγόμενη μεγάλη εικόνα των πραγμάτων, της ύπαρξης, που επιδρά πάνω στην κατανόησή μας και στη δεκτικότητά μας στην ομορφιά της φύσης η οποία, ο Ηράκλειτος το είπε έξοχα αιώνες πριν, «αγαπά να κρύβεται». Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά, αλλά δεν είναι και πολυτέλειες. Δίχως τέτοια νοητά παράθυρα στην καθημερινότητά μας, η ζωή καταντά σκέτη λογιστική, φοροτεχνική διαδικασία. Γίνεται στενάχωρη – στενός χώρος, όπως ακριβώς το λέει η λέξη.
Στο βάθος, επιστήμονες όπως ο Αϊνστάιν ή ο Χόκινγκ, ακόμα κι όταν δεν καταλαβαίνουμε πλήρως τι ακριβώς λένε, αναποδογυρίζουν αυτό που εμείς όλοι νοούμε ως πραγματικότητα. Καθιστούν το οικείο ανοίκειο και αυτό έχει πάντοτε έναν βαθμό δέους αλλά και τρόμου.
Αυτό συνέβαινε από πολύ παλιά. Η καθημερινή μας εμπειρία, εάν περιοριστούμε σε αυτή, έχει κάτι αφόρητα περιοριστικό και εν τέλει εσφαλμένο. Η καθημερινή εμπειρία υπαγόρευε στους ανθρώπους να πιστεύουν για αιώνες ότι η Γη είναι επίπεδη. Μα αφού δεν πέφτουμε ούτε βλέπουμε καμιά καμπύλη, τα πάντα δείχνουν «φλατ», επίπεδα. Ετσι δεν είναι;
Κάπως ανάλογα, οι άνθρωποι έβλεπαν ότι ο Ηλιος περιστρέφεται γύρω από τη Γη, ότι η Γη βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου. Κι έρχεται ένας Κοπέρνικος κι ένας Γαλιλαίος και αντιστρέφουν αυτό που υπαγορεύει η καθημερινή μας αντίληψη.
Εως σήμερα, αυτό που καταλαβαίνουμε είναι ότι ο χρόνος είναι γραμμικός και αδιατάρακτος, ο χώρος είναι ένα παθητικό κενό που εμείς γεμίζουμε με ύλη. Κι έρχεται ένας Αϊνστάιν και αποδεικνύει ότι ο χρόνος υφίσταται στρεβλώσεις διότι είναι αναπόσπαστο κομμάτι του χώρου, ο οποίος, με τη σειρά του, καμπυλώνεται στις τεράστιες μάζες ύλης, έχει ιδιότητες, έχει δυναμική, κυματισμούς, ζαρώνει και επιμηκύνεται σαν λάστιχο. Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα την οποία αγνοούμε μέσα στην απλή, ταπεινή καθημερινότητά μας.
Προσωπικά, δεν ξέρω, και δεν θέλω να ξέρω, πώς θα ήταν η καθημερινότητά μου δίχως αυτή τη μεγάλη εικόνα.

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Ιδιόκτητες θεότητες ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ , ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ



Πύκνωσαν τα ουράνια σημάδια. Δεν εννοώ την Υπερσελήνη, μάλλον αποπροσανατολιστικό έργο των σιωνιστών· έχουν άλλωστε προϊστορία, μ΄ εκείνο το «Στήτω ο ήλιος κατά Γαβαών και η σελήνη κατά φάραγγα Αιλών» του Ιησού του Ναυή. Εννοώ το δάκρυ που τρέχει ακατάσχετο στις εικόνες, ακόμα κι αν είναι αγορασμένες στο Μοναστηράκι και όχι ταυτισμένες με μοναστήρια. Και φυσικά τη βροχή των προφητειών.
Χθες μάθαμε το μήνυμα του Αγίου Παϊσίου: «Θα είμαι και εγώ στο συλλαλητήριο των Αθηνών». Δεν διευκρίνισε με ποια μορφή θα κατέλθει, αλλά οι πιστοί θα τον αναγνωρίσουν. Πολύ πιο βαριά είναι η προχθεσινή είδηση: «Αποκάλυψη Θεού στη Γερόντισσα της Αττικής για τη Μακεδονία». Χρωστάμε χάρη στον μητροπολίτη Μόρφου, μεσάζοντα της Γερόντισσας, η οποία φυσικά προφητεύει σε στίχους (ο Θεός να τους κάνει): «Εγινε τέκνα μου η αρχή, / τώρα πανηγυρίστε, / γιατί ο αγώνας σας αρχινά / και για όλους τους εχθρούς σας θρηνήστε. // Και ας φαίνεται προς το παρόν / ότι ΟΛΑ είναι πουλημένα, / όταν έβαζαν την υπογραφή, δεν ρώτησαν ΕΜΕΝΑ. // Κάθε έδαφος ελληνικό / που έχει κατακτηθεί, / τώρα θα ελευθερώνεται, / δίχως το αίμα σας να χυθεί! // Για λίγο η Ελλάδα μας / όλη θα γκρεμιστεί, / για να την χτίσω έπειτα / Εγώ απ΄ την αρχή».
Ο Θεός μιλάει. Ο Θεός της Ελλάδος. Οχι ο Δίας. Εκείνος που ευλογούσε τους σιωνιστές μέχρι να αντιληφθεί ότι εμείς είμαστε ο περιούσιος λαός. Ή μήπως όχι; Ο Θεός μας έχει στείλει σημάδια της εύνοιάς του και... ήμαρτον, Κύριε, στους «γυφτοσκοπιανούς». Πώς; Στο δοκίμιό της «Ο ποιητής στη γέφυρα στη βιβλική γη: Κρατικοποίηση της τέχνης μέσα από φεστιβάλ και ιδιοεθνικισμός στην ΠΓΔΜ» (στο βιβλίο «Λαϊκοί πολιτισμοί και σύνορα στα Βαλκάνια», επιμ. Ε.Γ. Αυδίκος, «Πεδίο», 2010), η Rozita Dimova παραθέτει απόσπασμα από την ανακοίνωση του τότε διευθυντή του Θερινού Φεστιβάλ της Οχρίδας: «Η μακροχρόνια ύπαρξη του Θερινού Φεστιβάλ της Οχρίδας στηρίζεται στην παράδοση. Μια παράδοση που πηγάζει από έναν τόπο δοσμένο από τον Θεό, από την πόλη της Οχρίδας. [...] Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, όχι τυχαία, ο Θεός έστειλε το μεγαλοπρεπές μήνυμά Του για να σηματοδοτήσει την έναρξη ενός γεγονότος που έπρεπε να συμβεί. Και συνέβη: στις 4 Αυγούστου του 1961, μια μέρα στη μέση του καλοκαιριού. Μια λάμψη φωτός εμφανίστηκε κάτω από τον υπέροχο τρούλο του καθεδρικού ναού της Αγίας Σοφίας», στην Οχρίδα.  Αν ο Θεός μας υποστηρίζει ήδη από το 1961 τους «γυφτοσκοπιανούς», σε ποιον Θεό να προσευχηθούμε;





Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ,Η ψήφος του «νόχι», Η Καθημερινή, 24.7.16



Ας προσπαθήσουμε να το δούμε θετικά: Το «παρών/παρούσα» στις ψηφοφορίες στης Βουλής (με το «παρούσα» πάντως στανικά αφομοιωμένο από το κυρίαρχο και γραμματικά αρσενικό γένος) δεν είναι μια ψήφος-μη ψήφος, ένα τέχνασμα υπεκφυγής και διαφυγής από την ευθύνη του καθαρού ναι ή του ακράδαντου όχι. Δεν είναι ένα παράδοξο «είμαι μέσα μένοντας έξω», ένα «συμφωνώ αρνούμενος» ή «αρνούμαι συμφωνώντας», που δεν το προβλέπει η ζωή, η οποία σπάνια επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες αμέτοχης συμμετοχής, απαιτώντας σε ακέραιο στην αντίθεση ή στη συμφωνία σου. Ας πούμε, λοιπόν, ότι η επιλογή «παρών/παρούσα» απορρέει από τη σκέψη του νομοθέτη ότι πρέπει να καλύπτεται και η εύλογη σε αρκετές περιπτώσεις αμφιταλάντευση κάποιων βουλευτών ή ενός κόμματος, ο δισταγμός τους, όταν δεν συμφωνούν ενθουσιωδώς με μια πρόταση, αλλά και πάλι δεν αισθάνονται έτοιμοι να την απορρίψουν δίχως ενοχή. Θα μπορούσαμε να το δεχτούμε, αν η κοινοβουλευτική εμπειρία δεν έδειχνε ότι αυτό το ιδιότροπο «νόχι», ημιάθροισμα του «ναι» και του «όχι», λειτουργεί σαν δήλωση αποποίησης ευθυνών, μερικής έστω. Το πράγμα γίνεται πολύ περισσότερο απογοητευτικό σε ψηφοφορίες σχεδίων νόμου με κάμποσα άρθρα. Προχθές το βράδυ, με την ψηφοφορία για τον εκλογικό νόμο, πολλοί απ’ όσους παρακολουθούσαν από το κανάλι της Βουλής ή τον υπολογιστή τους τη μεταμεσονύκτια διαδικασία θα μελαγχόλησαν ακούγοντας τα διάφορα «ναι στα 1, 2, 5, όχι στο 3, παρών στο 4», «παρών στο 2, όχι στα υπόλοιπα», «ναι στο 3, παρών στο 2, όχι στα άλλα». Θα μελαγχόλησαν παρατηρώντας ότι χρειάστηκε ένα πεντάλεπτο για να διευκρινιστεί τι ακριβώς ήθελε να ψηφίσει κάποιος εκ των ανεξαρτήτων, ο κ. Στάθης Παναγούλης συγκεκριμένα, ένας επιπλέον εκ των ανεξαρτητοποιούμενων βουλευτών που θεωρούν προσωπική την έδρα τους και όχι πρωτίστως (ή, έστω, εν μέρει) του κόμματος με το οποίο πολιτεύτηκαν. Θα μελαγχόλησαν με την όλη σύγχυση, συσκοτιστική για τον βαθιά πολιτικό χαρακτήρα της ψηφοφορίας. Θα σκέφτονταν τα χρόνια που βρίσκονταν στα φοιτητικά θρανία, όταν πρωτοεισήχθη η μορφή εξετάσεων με ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής. Αρκούσε ένας διαβασμένος για να περάσουν δέκα, που άκουγαν και κατέγραφαν τον ψίθυρό του ή τσάκωναν το σκονάκι του: «1Α, 2Γ, 4Ε...» Αλλά σκονάκι και Βουλή δεν πάει.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ,Η στρογγυλή θεά και οι γωνίες της, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 18.6.16



ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Μ​​ας συγκινεί η μπάλα. Παίξαμε   - δεν παίξαμε πιτσιρίκια. Τσα κωθήκαμε - δεν τσακωθήκαμε με φίλους και δικούς για ένα πέναλτι ή ένα οφσάιντ, που τα βλέπουμε με γυαλιά βαμμένα από το πάθος μας, κι ας ορκιζόμαστε πως είμαστε τάχα φίλαθλοι και όχι οπαδοί, αντικειμενικοί και όχι αγρίως μεροληπτικοί. Και να μη μετέχει σε κάποια διοργάνωση η ομάδα μας (ο αγαπημένος μας σύλλογος ή το εθνικό μας συγκρότημα), η πανούργα μηχανή της υπεραναπλήρωσης ή της ταύτισης βρίσκει τον τρόπο να δουλέψει. Και καταφέρνει να μας τυλίξει στη σαγήνη της, ακόμα κι αν παίρνουμε άλλου είδους όρκο τούτη τη φορά. Να πάψουμε δηλαδή να νομιμοποιούμε –με την εξ αποστάσεως έστω συμμετοχή μας– αλισβερίσια που μας προσβάλλουν με τον ωμό κυνισμό τους. Να πάψουμε να είμαστε το άλλοθι για «πρωταγωνιστές» που καγχάζουν με τις επιταγές της νομιμότητας, αφού άλλου περιεχομένου επιταγές τούς συγκινούν, αλλά και για συμπεριφορές αγροίκες, κοινωνιοδιαλυτικές, χουλιγκάνικα εθνικιστικές.
Φαίνεται όμως πως γράφουμε τους όρκους μας πάνω στο νερό. Ή πως ορκιζόμαστε όπως ορκίστηκε η Ρένα Βλαχοπούλου στον Λάμπρο Κωνσταντάρα ότι δεν θα ξαναχαρτοπαίξει, με σταυρωμένα τα δυο της δάχτυλα, αφανή στην πισώπλατη κρυψώνα τους. Κι έτσι το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να μας συγκινεί. Ισως και επειδή ψάχνουμε ένα «εμείς» (έστω καμωμένο με τον τρόπο της υπερβολής και της εθελοτυφλίας) που να μην το έχει τσακίσει η ιστορία. Εξακολουθεί να μας καθηλώνει παρότι ξέρουμε πως η μπάλα είναι λιγότερο στρογγυλή και από τη Γη, αφού έχει γωνίες, αιχμές και σκισίματα – περίπου όπως καταντούσαμε ταχύτατα τω καιρώ εκείνω την πρώτη πέτσινη μπάλα μας, τη «βαλβιδένια». Ξέρουμε δηλαδή ότι το κυρίως παιχνίδι, οικονομικό, πολιτικό, ιδεοπλαστικό, γίνεται έξω από τις γραμμές του γηπέδου· δίχως κάμερες να καλύπτουν την εξέλιξή του, δίχως κούφιες δηλώσεις για την τιμή της φανέλας. Μας κλέβει όμως το ενδιαφέρον και την αδρεναλίνη ακόμα κι όταν πληροφορούμαστε σε ποιες ανελέητα φεουδαρχικές συνθήκες κατασκευάζονται μπάλες, παπούτσια και φανέλες, συνήθως από παιδικά εργατικά χέρια. Ακόμη κι όταν μαθαίνουμε, από τα λίγα που καταφέρνουν να δουν το φως, ποια βαρβαρότητα φερμένη από την εποχή της δουλοπαροικίας υψώνει τα φαραωνικά έργα στο προμουντιαλικό Κατάρ, που έλαβε το προνόμιο της διοργάνωσης του 2022 από τους λάθρα ευεργετηθέντες Μπλάτερ και Πλατινί αυτού του κόσμου.
Αθυρμα των αντιφάσεών μας είμαστε και της αμφιθυμίας μας. Την ίδια στιγμή, το ποδόσφαιρο χρωστάει ακριβώς στις δικές του εγγενείς αντιφάσεις τη μισή του δύναμη να μαγνητίζει (την άλλη μισή την οφείλει στην καθαυτό χάρη του και στον απροσδόκητο χαρακτήρα του, που μπορεί να αχρηστεύσει από το πρώτο κιόλας λεπτό σχεδιασμούς και συστήματα). Στις αντιφάσεις του, που το διευρύνουν αντί να το συρρικνώνουν, ποντάρει για να προσελκύει καταναλωτές με εντελώς διαφορετικές απόψεις για τα ανθρώπινα, με διαφορετικά συμφέροντα και με διαφορετική θέση στην κοινωνική κλίμακα. Τους αθροίζει όλους αυτούς σε ένα «εμείς» που διαρκεί μόλις δύο ώρες. Αμέσως έπειτα διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη, για να σχηματιστεί εκ νέου στο επόμενο παιχνίδι. Οταν λέμε, σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, «τους σκίσαμε», «δεν παίξαμε καλά σήμερα», «ήμασταν άτυχοι», «μας έσφαξε ο διαιτητής» κτλ., τα εννοούμε όλα αυτά στην κυριολεξία τους. Δεν πρόκειται για πρόχειρο σχήμα λόγου. Πόσες φορές άλλωστε δεν έχουμε συλλάβει τον εαυτό μας, κυρίως στο γήπεδο και λιγότερο στον καναπέ της τηλεόρασης, να σουτάρει, να πασάρει κάθετα ή να αποκρούει «από μέσα του», υπακούοντας στους σπασμούς της ψυχής του.
Αυτή η συναισθηματική έκρηξη, πότε χαρά και πότε στενοχώρια, είναι όλο κι όλο το «κέρδος» του οπαδού (εκτός βέβαια και συναριθμείται σε όσους απαρτίζουν τους στρατούς των εμμίσθων, που θέτουν τα μούσκουλά τους και τα κλομπ τους στην υπηρεσία του εκάστοτε σωτήρα-επικεφαλής). Στους αντίποδες της δικής του ανιδιοτέλειας υψώνονται τα τεράστια και ποικιλόμορφα κέρδη όσων έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα γηπεδικά δρώμενα, του ιερατείου που «διακονεί» τη στρογγυλή θεά. Το χρήμα, στην περίπτωση αυτή, είναι ίσως το τελευταίο που ενδιαφέρει, το τελευταίο που μετράει· προηγείται η δύναμη, μια και και το ποδόσφαιρο, ο επαγγελματικός αθλητισμός γενικότερα, λειτουργεί σαν χορηγός ισχύος, η οποία μεταφράζεται αμέσως και δίχως φύρα στη γλώσσα της πολιτικής· το ξέρουμε δα και από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι.
Ανιδιοτέλεια λοιπόν από τη μία, συμφέρον από την άλλη – ιδού το ένα από τα δίπολα στους ναούς της θεάς Μπάλας.
Το δίπολο που σημαδεύει, πάντως, όλο και βαθύτερα τον κόσμο του ποδοσφαίρου ορίζεται από τα μεγέθη «εθνικισμός» και «μη εθνικισμός». Ο πρώτος όρος είναι σαφής, οξύτατα σαφής: Η εθνική ομάδα κάθε χώρας εκπροσωπεί «αυθεντικά» τον λαό της στον σκηνοθετημένο ειρηνικό πόλεμο, που παύει να είναι ειρηνικός όταν οι οπαδοί συγκρούονται αγρίως μεταξύ τους, κραδαίνοντας τα εθνικά τους σύμβολα και το μπουκάλι της δέκατης μπίρας που κατάπιαν σε μια ώρα μέσα, αν δεν εμφανίζονται εξοπλισμένοι με τα λάβαρα και τα συνθήματα του φιλοναζισμού τους, όπως Γερμανοί και Ρώσοι. Η όποια φιλοπατρία εξαλλάσσεται σε μισαλλόδοξο σωβινισμό επειδή για πολλές χώρες, νεοπαγείς και μη, η πιθανή γηπεδική επιτυχία μεταφράζεται σε επικύρωση της εθνικής υπόστασης: Στην Κροατία, το ’λεγαν και οι ίδιοι, ένιωσαν ότι καταγράφονται στον χάρτη το 1998, όταν η Εθνική τους αναδείχτηκε τρίτη στο Μουντιάλ της Γαλλίας. Κι εμείς εδώ, το 2004, (παρα)μιλούσαμε για το «χρυσό καλοκαίρι της Ελλάδας», αθροίζοντας τους Ολυμπιακούς και το Γιούρο της Πορτογαλίας.
Ο ασαφής δεύτερος όρος, «μη εθνικισμός», που δεν συνωνυμεί ούτε με τον διεθνισμό ούτε με τον κοσμοπολιτισμό ή την παγκοσμιοποίηση, επιχειρεί να καλύψει συμπεριφορές που πάνε αντίθετα στο εθνικιστικό ρεύμα, δεν έχουν όμως όλες τον ίδιο χαρακτήρα. Για άλλους λόγους μετράμε μισούς λευκούς και μισούς μαύρους παίκτες στη γαλλική και την αγγλική Εθνική, για άλλους η ελβετική ενδεκάδα έχει μόνο τρεις Ελβετούς, και για άλλους βλέπουμε αδελφούς να μοιράζονται σε αντίπαλες Εθνικές: τα αδέλφια Τσάκα τώρα (στην αλβανική ομάδα ο Ταουλάντ, στην ελβετική ο Γκράνιτ), τα αδέλφια Μπόατενγκ το 2010 και το 2014 (με την Γκάνα ο Κέβιν Πρινς, με τη Γερμανία ο Ζερόμ), τα αδέλφια Ματαντά το 2008 (με το Κονγκό ο Στιβ, με τη Γαλλία ο Παρφέ). Γι’ αυτά όμως την επόμενη Κυριακή. Το Γιούρο είναι ακόμη μπροστά μας.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

Π.Μουκάλας, Τάι μπρέικ στην Κροατία, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


Ο ονοματοδοτικός μας οίστρος βιάστηκε να βαφτίσει «κίνημα της γραβάτας» τις διαδηλώσεις γιατρών, δικηγόρων και μηχανικών


Η ωραιότερη στιγμή στους αγώνες βόλεϊ είναι το πέμπτο σετ, που κρίνει τον νικητή. Το τάι μπρέικ όπως το λέμε και στα μέρη μας, από τον καιρό ακόμα που η αγγλομάθεια ήταν περιορισμένη. Στην κορύφωση της αγωνίας τους οι προπονητές λύνουν τον κόμπο της γραβάτας τους και οι πιο αγχωμένοι τη βγάζουν καλού κακού, μην τη φάνε πάνω στην έξαψη. Τι δηλοί ο μύθος; Πως η επισημότητα (μια και δογματίζουμε ότι επισημότης = γραβατοφορία) μπορεί να αποβεί ασφυκτική. Οταν τα συναισθήματά σου φτάνουν σε σημείο βρασμού είναι πολύ πιθανό να σε βαραίνει και να σε σκάει η γραβάτα, το κοστούμι, η σοβαρότητα: ο ρόλος. Και τ’ αφήνεις στην άκρη, για «να γίνεις ο εαυτός σου». Ή τα πετάς, όπως ο κ. Γιάννης Ιωαννίδης σαν προπονητής του μπάσκετ. Που έγινε βουλευτής κι ύστερα υφυπουργός Αθλητισμού όχι επειδή φορούσε κοστούμι και γραβάτα, αλλά επειδή πετούσε μια στο τόσο το σακάκι του, δηλώνοντας έτσι τον τσαμπουκά του. Για τον οποίο τον επιβράβευσαν ψηφοφόροι και κομματικοί αρχηγοί.

Το δόγμα «γραβάτα = σοβαρότητα + κύρος + κοινωνική επιφάνεια» είναι τόσο κοντά στην αλήθεια όσο το αντίθετό του (αλλά πνευματικά αυτάδελφο) «μη γραβάτα = ανταρσία + λαϊκότητα + αντισυμβατικότητα». Μια χαρά σοβαρός μπορείς να είσαι και δίχως γραβάτα, μια χαρά κομφορμιστής είσαι και αγραβάτωτος. Ας δούμε κάτι άλλο ενδυματολογικό. Κάμποσα χρόνια πριν, τα παιδιά άρχισαν να σκίζουν τα τζιν παντελόνια τους για να δείξουν ότι αδιαφορούν για πολυτέλειες, καθωσπρεπισμούς κτλ. Κι έπειτα ήρθε η αγορά. Η βιομηχανία. Που άρχισε να κατασκευάζει παντελόνια σκισμένα και ξεβαμμένα. Η αυθόρμητη αντίδραση στη μόδα και την εκζήτηση έγινε μόδα και εκζήτηση. Και τώρα βλέπουμε φτωχούς του επιπέδου Μπέκαμ και Κριστιάνο Ρονάλντο να εμφανίζονται σε επίσημες εκδηλώσεις με το σπέσιαλ σκισμένο παντελόνι τους.

Ο ονοματοδοτικός μας οίστρος βιάστηκε να βαφτίσει «κίνημα της γραβάτας» τις διαδηλώσεις γιατρών, δικηγόρων και μηχανικών, κατ’ απομίμηση της «επανάστασης του γιασεμιού» και των υπόλοιπων ευφυολογικώς τιτλοδοτημένων (εξαιρουμένης, εικάζω, της απόμακρης πορτογαλικής «επανάστασης των γαριφάλων»). Οι ονοματοδότες, που από πέρυσι τέτοιον καιρό, με την αλλαγή κυβέρνησης, άρχισαν να μυκτηρίζουν τους αγραβάτωτους κατσαπλιάδες, θέλουν να δείξουν, μέσα από την υπερερμηνεία της γραβάτας, ότι το «σοβαρό κομμάτι» της κοινωνίας εναντιώνεται στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς για το ασφαλιστικό. Μόνο που έτσι μένουν απέξω –σαν ασόβαροι– οι αγρότες, που η δουλειά τους δεν αντέχει τη «λαιμαριά».

Δεν έχουν λείψει στην Ελλάδα οι κοινωνικές διαφορές και τα ευανάγνωστα σημάδια τους ώστε να χρειάζεται να επινοήσουμε νέες ή να αποδώσουμε σε εξαρτήματα της καθημερινότητας υπέρμετρη συμβολική αξία. Ας ευχαριστήσουμε λοιπόν τους Κροάτες για τη λαιμοδετική συμβολή τους στις ενδυματολογικές αναζητήσεις της ανθρωπότητας κι ας δοκιμάσουμε να πάμε λίγο πιο κάτω από την επιδερμίδα.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ,Η ωραία Ευρώπη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,15.1.16



ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Τον περασμένο Οκτώβριο κάμποσα μέλη του ακροδεξιού κόμματος Σουηδοί Δημοκράτες είχαν κατηφορίσει στη Λέσβο. Οχι για τουρισμό. Αλλά για «διαφώτιση». Για να πληροφορήσουν τους πρόσφυγες, ήδη στα σύνορα της Ευρώπης, ότι στη Σουηδία δεν θα βρουν τίποτε καλό. «No Money, no Jobs, no Homes», αυτός ήταν ο τίτλος του φυλλαδίου που μοίραζαν. Λίγο νωρίτερα, τον Σεπτέμβριο, οι Δανοί είχαν κάνει κάτι πιο προχωρημένο: το υπουργείο Μετανάστευσης είχε αγοράσει διαφημιστικό χώρο σε τέσσερις εφημερίδες του Λιβάνου (όπου φιλοξενούνται πάνω από 1.000.000 Σύροι πρόσφυγες), για να δημοσιεύσει μια απανταχούσα αποτροπής: Μην έρχεστε στη Δανία. Οι κοινωνικές παροχές κόπηκαν στη μέση. Αδεια διαμονής δικαιούνται μόνο όσοι μιλούν δανέζικα. Και άσυλο να πάρετε, την οικογένειά σας θ’ αργήσετε να τη φέρετε. Γενικώς, μαύρο φίδι που σας έφαγε.

Για τους ξεχασιάρηδες, ας θυμίσω ότι κι εδώ είχαν εμφανιστεί λάτρεις αυτής της μεθόδου προληπτικής αντιμετώπισης του «Κακού». Κάποια στιγμή είχε πέσει η πρόταση, από τους ακροδεξιούς που θ’ ανοίξουν οσονούπω τη Ν.Δ. προς το Κέντρο, να αγριέψουμε κατά των ξένων. Η Αστυνομία να μην τους αφήνει σε χλωρό κλαρί. Να μην τους δίνουμε καν πρόχειρη στέγη. Και από χορήγηση ασύλου, μηδέν τοις εκατό. Ωστε, αφού δουν και αποϊδούν, να ειδοποιήσουν τους άλλους στην πατρίδα τους ότι τα πράγματα εδώ είναι ζόρικα πια, αποθαρρύνοντάς τους.

Οι Δανοί ωστόσο δεν περιορίστηκαν σε αυτό το μέτρο, δυσφημιστικό της ίδιας τους της χώρας. Το σκέφτηκαν, το ξανασκέφτηκαν, τελικά η δεξιά κυβέρνηση του κ. Λαρς Λόκε Ράσμουσεν, που εξαρτάται από το ακροδεξιό Κόμμα του Λαού, συμφώνησε με την αξιωματική αντιπολίτευση, σοσιαλδημοκρατικής κοπής (άλλη μια απόδειξη πως η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, και η ελληνική μαζί της, κατάντησε άδειο όνομα), να νομοθετήσουν τη δήμευση των χρημάτων των προσφύγων, αν ξεπερνούν ένα όριο. Αρχικά το όριο ήταν 3.000 κορώνες, ίσον 400 ευρώ. Ξέσπασε όμως σάλος, κατηγορήθηκε από ορισμένους η κυβέρνηση για λογική ναζιστικής οσμής και διαμαρτυρήθηκε έντονα η Υπηρεσία Προσφύγων του ΟΗΕ, που κατήγγειλε ότι έτσι «τροφοδοτούνται η ξενοφοβία και ο ρατσισμός». Οι Δανοί κυβερνώντες λοιπόν τα μάζεψαν. Τάχα. Ανέβασαν το όριο στις 10.000 κορώνες. Αν η «περιουσία» σου δηλαδή (σε μετρητά και τιμαλφή) ξεπερνά τα 1.300 ευρώ, τα παραπανίσια θα κατάσχονται, για να μη συνηθίσεις στον πολυτελή βίο. Πάλι καλά, ο υπουργός Ενσωμάτωσης (ονοματοθεσία α λα Γ.Α. Παπανδρέου) διευκρίνισε ότι το μέτρο δεν αφορά τις βέρες, λόγω συναισθηματικής αξίας.

Ενας ευρωβουλευτής του κυβερνώντος κόμματος πάντως, ο κ. Γενς Ρόχντε, παραιτήθηκε οργισμένος, για να προσχωρήσει σε κόμμα της Αριστεράς. Και κάποιοι Δανοί, ντροπιασμένοι, έντυσαν πρόσφυγα τη διάσημη γοργόνα της Κοπεγχάγης, ένα μνημείο προς τιμήν του παραμυθά Αντερσεν. Στα ανέκδοτα του οποίου βρέθηκε τελευταία το χειρόγραφο του παραμυθιού «Ηταν κάποτε μια Ευρώπη».

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ,Μια τίμια «αρχαιολογία της μνήμης»,ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,10.1.16


ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Β​​ολικό είναι το κλισέ «έφυγε πλήρης ημερών», έτσι μάλιστα όπως σου υπαγορεύει με φωνή εγγαστρίμυθου να λογικέψεις τη λύπη σου. Δεν παραλέει την αλήθεια όμως. Αυτή η πληρότητα, η οποία υποτίθεται ότι συγχωρεί το μοιραίο, δεν είναι υπόθεση των ληξιαρχείων ή του ημερολογίου. Οποιος κρατάει αμείωτη την όρεξή του για ζωή, δηλαδή για κουβεντολόι με τους εξ αίματος ή εκ πνεύματος συγγενείς του, για το διάβασμα και το γράψιμο· όποιος δεν έπαψε να νοιάζεται για τα κοινά, παρά τις διαψεύσεις και τις απογοητεύσεις, και συνεχίζει να επινοεί αντοχές και να υπηρετεί την υψηλή τέχνη που είναι η καλλιέργεια της μνήμης, αυτός λοιπόν δεν είναι ποτέ «πλήρης ημερών».

Ετσι ο Στέφανος Στεφάνου. Πολίτης Αθηναίος εκ Σουφλίου Εβρου, στα βουνά του οποίου ανέβηκε αντάρτης του ΕΛΑΣ το 1941, έφηβος. Διορθωτής εφημερίδων, περιοδικών και βιβλίων. Και επιμελητής εκδόσεων.

Ενας μάστορας. Παρών στο εγχείρημα της αντιδογματικής, ανανεωτικής Αριστεράς από το ξεκίνημά του, με την υπογραφή του μία από τις περίπου εκατό υπογραφές κρατουμένων στο Παρθένι της Λέρου, που καταδίκαζαν τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία και έπαιρναν θαρραλέα –και οριστικά– την απόστασή τους από τον «υπαρκτό». Και ψυχή της Εταιρείας Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας, σαν μέλος της ΟΚΝΕ και της ΕΠΟΝ που ήταν, και κατόπιν μέλος του προεδρείου της Νεολαίας της ΕΔΑ και της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Ενας διανοούμενος χωρίς ακαδημαϊκές σπουδές και τίτλους. Τα γαλλικά τα έμαθε όσο τα έμαθε στα νησιά της σκοτεινιάς του Αιγαίου, όχι της περίφημης αιθρίας του, με τη μέθοδο της αυτομόρφωσης, όπως κι άλλοι συνεξόριστοί του, λ.χ. ο Αντώνης Καρκαγιάννης, «υπεύθυνος μαγειρείων» στο Παρθένι, όπως γράφει ο Στεφάνου (εξού και οι συνταγές μαγειρικής που δημοσίευε πολύ πολύ αργότερα στην «Κ»). Πέθανε την Πρωτοχρονιά στα ενενήντα του.

Γεμάτη η ζωή του. Γεμάτη πίκρες και χαρές. Διώξεις από τη μητριά πατρίδα αλλά και ζεστές αγκαλιές που έκρυβαν τον «παράνομο». Γεμάτη αγώνα και προσφορά που δόθηκαν αθόρυβα και σεμνά. Αλλά το «πλήρης ημερών» νιώθω ότι δεν θα το δεχόταν. Κι όχι μονάχα επειδή μια εικοσαετία της ζωής του ξοδεύτηκε σε φυλακές και εξορίες, στην Κεφαλονιά, στη Γυάρο και στον Αϊ-Στράτη στα εμφυλιακά και στα μετεμφυλιακά χρόνια, πάλι στο «θανατονήσι» της Γυάρου κι έπειτα στη Λέρο επί δικτατορίας, από την 21η Απριλίου 1967 έως τον Φλεβάρη του 1971. Δεν του είχε λείψει η λαχτάρα για ζωή. Πικραινόταν βέβαια που αυτός, «το Θρακιωτάκι που χόρευε», δυσκολευόταν πια να ρυθμίσει τα βήματά του με λεβέντικη σεμνότητα στους θρακιώτικους ζωναράδικους και στους καρσιλαμάδες («απ’ το βαρύ παππίσιο, το συγκαθιστό, τον απτάλικο ώς τον κατσιβέλικο και τον κόνιαλη» λέει στο βιβλίο του). Αλλά το μεράκι μεράκι. Και η δουλειά δουλειά. Μέχρι τέλους. Χιλιάδες σελίδες τρίτων, επίδοξων συγγραφέων κάθε πεδίου, πέρασαν από τα χέρια του. Για να βγουν απίστευτα ωφελημένες και να μεταφραστούν με τον καιρό σε πανεπιστημιακούς τίτλους. Ενας αυτοδίδακτος δάσκαλος. Ουσιαστική η λογιοσύνη του δεν είχε ανάγκη πιστοποιητικά σπουδών.

Τις δικές του σελίδες πάντως, την αυτοβιογραφία του, τις ανέβαλλε συνεχώς ο Στέφανος Στεφάνου. Στην εξορία ωστόσο και τραγούδια έγραφε («στιχοπλοκήματα» τα λέει ο ίδιος), αλλά και μονόπρακτα για τις ενδοστρατοπεδικές επιθεωρήσεις, που κρατούσαν ακμαίο το μυαλό, να ’χει να κρατιέται το σώμα. Εξαιρετικός τεχνίτης της προφορικής αφήγησης, ακόμπιαστος (είχε κόψει άλλωστε εξαρχής τον πιο δύσκολο κόμπο, τον κόμπο τού «εγώ»), προτιμούσε να ξαναζεί τις ιστορίες του, λέγοντάς τες. Και μόλις το 2013 εκδόθηκε από το Θεμέλιο η μαρτυρία του, με τη μορφή μιας μακράς συνέντευξης στην ιστορικό Χριστίνα Αλεξοπούλου· λόγος μεστός και μετρημένος, στο μεταίχμιο ομιλίας και γραφής, που όντως «ανταποδίδει τις αναμονές και επιβεβαιώνει τις προσδοκίες», όπως γράφει στον πρόλογό της η Ιωάννα Παπαθανασίου. O τίτλος του βιβλίου, «Στέφανος Στεφάνου: Ενας από τους πολλούς της Αριστεράς (1941-1971)», συνομιλεί –στη γλώσσα πάντα της σεμνότητας και της προσφοράς– με τον τίτλο «Των αφανών» που είχε διαλέξει για το δικό της βιβλίο, το ’98, η αγαπημένη του Παγώνα, η οποία πέθανε νωρίς.

Δυσκολεύομαι πάντα να θυμηθώ αν ήταν το ’78 ή το ’79 που μπήκα στα γραφεία της «Πρωινής Ελευθεροτυπίας», στην Κολοκοτρώνη, να πιάσω δουλειά, διορθωτής. Μα δεν ξεχνώ ποτέ το φιλόξενο χαμόγελό του που πλάτυνε το στενό διορθωτήριο. Ημουν άλλωστε κι εγώ ένα από τ’ ανίψια του, που χρόνο το χρόνο πλήθαιναν, φαμελιές ολόκληρες. Ηταν κι ο Δήμος Μαυρομμάτης εκεί, ο «γέροντας και γκουρού» τού Στέφανου, καίτοι αρκετά μικρότερός του, και κυρίως πρώτος «ανιψιός» του (μ’ αυτήν τη δοτή πλην γκαρδιακή ιδιότητα τον είχε συνοδέψει σε κάποια σοβαρή συνάντησή του). Αυτός έκανε διορθωτή τον Στέφανο, στα 45 του, για να ’χει έναν τρόπο να βιοπορίζεται με το τέλος της εξορίας του, αυτός κι εμένα, τον μικρό του πρωτοξάδερφο, στην εφηβεία μου.

Εμαθα γράμματα δίπλα τους, όσο παιδευόμασταν με το μελανί μολύβι του διορθωτή και το μουσκεμένο δημοσιογραφικό χαρτί, αλλά αυτό ίσως είναι το λιγότερο. Κάποια φορά λοιπόν, μεσάνυχτα παρά πέντε, βλέπαμε πάνω στο μάρμαρο την πρώτη σελίδα. Πιάνει το μάτι μου ένα λαθάκι, «είναι σοβαρό» λέω σαν πρωτάκι, «το μόνο σοβαρό είναι η ώρα, όχι η ορθογραφία» βάζει τις φωνές ο μακαρίτης ο Φίλιππος Συρίγος, ο οποίος αρχισυντάκτευε. «Επ, έχει δίκιο ο μικρός», επεμβαίνει με μειλίχια αυστηρότητα ο θείος Στέφανος, ηρεμώντας τον Φίλιππο. Κερδίσαμε με σουτ στην εκπνοή του αγώνα: Ο Συρίγος μάς επέτρεψε να ξύσουμε με τη λαβίδα το λαθεμένο γράμμα, ένα ωμέγα στη θέση τού όμικρον. Την άλλη μέρα η εφημερίδα είχε μια μουντζούρα στο επίδικο σημείο. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Και δεν ήταν η «Πρωινή» η μόνη εφημερίδα επί λινοτυπίας που αντιμετώπιζε με τέτοιο τρόπο τις ζαβολιές του δαίμονα του τυπογραφείου.

Οσοι μεγαλώσαμε στη μεταπολίτευση δεν θα μπορέσουμε ποτέ να καταλάβουμε πού βρήκαν την ψυχή και άντεξαν στα ξερονήσια τόσοι άνθρωποι, βαριά αδικημένοι από την πατρίδα τους, και με το κόμμα να τους πνίγει από κάποια στιγμή κι έπειτα. Να τους κλέβουν τη ζωή μέρα τη μέρα μα να μην τσακίζονται. Πλουσιότατη σε πληροφορίες η μαρτυρία του Στέφανου Στεφάνου, που, σαν τον Αναγνωστάκη, δηλώνει φανατικός της αναθεώρησης, της διαρκούς επανεξέτασης, είναι η στοχαστικότερη που έχει τύχει να διαβάσω. Με πολιτική ευθύτητα και συναισθηματική δικαιοσύνη, η «αρχαιολογία της μνήμης του» ετοίμασε ένα τελευταίο τίμιο δώρο. Τελευταίο αλλά χωρίς ημερομηνία λήξεως.
Έντυπη

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ, Οι ατίθασες, οι υποταγμένες, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13.12.15


 


ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
​​Ηταν πολύ προσεκτική στις κουβέντες της η νεαρή Τουρκάλα σκηνοθέτις Ντενίζ Γκαμζέ Εργκιουβέν, όταν μίλησε, σε άπταιστα γαλλικά, στην τελετή απονομής των κινηματογραφικών βραβείων LUX , πριν από λίγες μέρες, στην αίθουσα του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο. Παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς, αναφερόμενος στην ταινία της «Mustang» («Ατίθασες»), συνόψισε το περιεχόμενό της στη θέση της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία, «στο χρυσό κλουβί μέσα στο οποίο ζουν οι πέντε έφηβες κοπέλες» στην Τουρκία, η Εργκιουβέν, παραλαμβάνοντας το βραβείο LUX, προτίμησε τη διπλωματική οδό. Είπε: «Γυρίζοντας το “Mustang”, μια συμπαραγωγή ανάμεσα στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Τουρκία, κάναμε πράξη αυτή την κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα. Ζω ανάμεσα στη Γαλλία και την Τουρκία και μοιράζομαι τα ιδανικά και των δύο χωρών».

Αλλά και στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε, δεν ξεσπάθωσε για τα δικαιώματα των γυναικών στην Τουρκία. Προτίμησε τις πιο γενικές έννοιες της ταυτότητας, της ελευθερίας, της ποικιλίας που υπάρχει και πρέπει να υποστηριχθεί από την Ευρώπη. Βλέποντας κανείς τις «Ατίθασες» θα περίμενε ένα φεμινιστικό μανιφέστο από τη δημιουργό. Πέντε έφηβες αδελφές σε χωριό της Τουρκίας, φυλακίζονται σπίτι τους επειδή επιστρέφοντας μια μέρα από το σχολείο, σταματούν για να παίξουν στη θάλασσα με τους συμμαθητές τους. Η συμπεριφορά τους κρίνεται ανάρμοστη και σκανδαλώδης. Η καθεμιά αντιδρά με τον δικό της τρόπο στα όρια που επιβάλλονται. Οι τρεις υποχρεώνονται από τη γιαγιά τους (οι γονείς δεν ζουν) να παντρευτούν. Μόνο η μία, η μεγαλύτερη, είναι «τυχερή» γιατί αρνείται το προξενιό και επιβάλλει το αγόρι με το οποίο είναι ερωτευμένη. Ο γάμος μπορεί να φαντάζει και ως απελευθέρωση. Η πιο μικρή, η Λαλέ, είναι ασυμβίβαστη και απείθαρχη. Επαναστατεί, δίνοντας τη διέξοδο στο οικογενειακό δράμα, το οποίο οδηγείται κάποια στιγμή στην τραγωδία. Με κάθε τρόπο η Εργκιουβέν αποτυπώνει την ασφυξία, τον παραλογισμό, τη σπατάλη των γυναικείων ζωών, την τιμωρητική διάσταση ενός πατριαρχικού μοντέλου που αναπαράγει φτώχεια και δυστυχία. Η ρεαλιστική, δυναμική και ευαίσθητη γραφή της Εργκιουβέν δεν χαρίζεται στην τουρκική κοινωνία αλλά και δεν δραματοποιεί. Ζυγιάζει με το βλέμμα της την κατάσταση, αποφεύγει τις εύκολες καταγγελίες. Εξάλλου, μία από τις ηρωίδες της επιλέγει (αν αυτό είναι το ρήμα) τον γάμο.

Πριν από λίγους μήνες δημοσιεύτηκαν τα στοιχεία της έρευνας μιας διεθνούς φιλανθρωπικής οργάνωσης: σε 26 χώρες του κόσμου τα κορίτσια είναι πιθανότερο να έχουν παντρευτεί πριν συμπληρώσουν τα 18 τους χρόνια. Ανεβαίνουν τα σκαλιά της εκκλησίας αντί να προχωρούν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Καθημερινά, περίπου 39.000 ανήλικα κορίτσια αναγκάζονται να παντρευτούν, σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Και δεν κατοικούν μόνο στο Τσαντ, στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, στο Νότιο Σουδάν και στη Σομαλία. «Στους συριακούς καταυλισμούς οι γάμοι ανηλίκων έχουν αυξηθεί πάρα πολύ. Υπάρχουν στατιστικές που αποδεικνύουν ότι τα τελευταία χρόνια τριπλασιάστηκαν», επισημαίνει η Κρίστα Στόλε, επικεφαλής του γερμανικού παραρτήματος της οργάνωσης «Terre des Femmes», για την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών. «Παντρεύονται σε ηλικία 14, 15, 16 ετών, διότι οι γονείς τους φοβούνται για την τιμή τους, διότι εν μέρει πουλιούνται, παίρνουν προίκα και πιστεύουν ότι σε άλλες οικογένειες θα περνάνε καλύτερα».

Η Κρίστα Στόλε διηγείται την ιστορία μιας 16χρονης Τουρκάλας, την οποία οι γονείς της σχεδίαζαν να παντρέψουν. Την ημέρα του γάμου το έσκασε και ζήτησε βοήθεια από την οργάνωση. Σήμερα είναι 21 ετών και εργάζεται. Παραμένει άγνωστο το πού ζει, έχει αλλάξει το όνομά της.
Θα μπορούσε να τη λένε Λαλέ, να είναι η μικρότερη από πέντε αδελφές. Η μόνη, πραγματικά, «ατίθαση».

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ,Τζόζεφ Γουάιλερ: Οι μετανάστες είναι χρήσιμοι για την Ευρώπη που γερνάει,ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,22.11.15


Εικονογράφηση: TITINA XAΛMATZH
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
O Τζόζεφ Γουάιλερ παίρνει τον χρόνο του. Αρθρώνει τον λόγο του με έναν αργόσυρτο ρυθμό και με ένα στιβαρό, ελαφρώς βλοσυρό ύφος. Η προφορά του στα αγγλικά είναι sui generis - κάτι που ίσως δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει, καθώς πρόκειται για έναν άνθρωπο που γεννήθηκε στη Νότια Αφρική ως γιος του αρχιραβίνου της χώρας, έχει αμερικανική και ιταλική υπηκοότητα, ενώ έχει διδάξει και στις δύο πλευρές του Β. Ατλαντικού.
Παρά την ελαφρώς αποπνικτική ζέστη, δεν βγάζει το σκουρόχρωμο κοστούμι και τη γραβάτα που φόρεσε στην επίσκεψή του στο Προεδρικό Μέγαρο, λίγο πριν από τη δική μας συνάντηση (ούτε, φυσικά, την εβραϊκή κιπά που ως ευλαβής Ιουδαίος φορά στο κεφάλι του). Βρισκόμαστε στο εστιατόριο του Βυζαντινού Μουσείου και έχουμε περίπου μία ώρα στη διάθεσή μας, πριν ο διακεκριμένος καθηγητής Νομικής και πρόεδρος του European University Institute στη Φλωρεντία κατευθυνθεί στο υπουργείο Εργασίας, για να δει τον παλαιό του φίλο Γιώργο Κατρούγκαλο. Ο κ. Γουάιλερ είχε έρθει στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη, όπου είχε συμμετάσχει στο 4ο Διεθνές Συμπόσιο της πόλης, ως προσκεκλημένος της Πολιτιστικής Εταιρείας Επιχειρηματιών Βορείου Ελλάδος, του Δικτύου Ναυαρίνου και του Ιδρύματος Κόνραντ Αντενάουερ.
Με την ίδια σχολαστικότητα με την οποία θα απαντήσει στη συνέχεια στα ερωτήματα της «Κ», ο κ. Γουάιλερ εξετάζει τον κατάλογο, καταλήγοντας στην επιλογή της μελιτζανοσαλάτας και του ψητού σολομού.
Ξεκινάμε -από πού αλλού;- από τις μεγάλες κρίσεις που ταλανίζουν την Ε.Ε.: το μεταναστευτικό και την κρίση χρέους, με αέναη πρωταγωνίστρια την Ελλάδα. Τον ρωτώ αν πιστεύει ότι αμφότερες επιδεινώθηκαν εξαιτίας της απροθυμίας των κρατών-μελών να δώσουν πανευρωπαϊκές απαντήσεις σε προβλήματα που αφορούσαν συνολικά την Ευρώπη, ακόμα κι αν τα συμπτώματά τους ήταν πιο έντονα σε συγκεκριμένες χώρες. Η συζήτηση έγινε πριν από το μακελειό στο Παρίσι, που πιθανότατα θα ενισχύσει τη μυωπία και τις διαλυτικές τάσεις που τόσο τον προβληματίζουν.
«Και οι δύο κρίσεις ανέδειξαν τις συλλογικές μας ψευδαισθήσεις. Κάποτε σκεφτόμασταν την Ευρώπη ως κοινότητα αξιών και ήμαστε περήφανοι γι’ αυτό. Θεωρούσαμε ότι σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, είχαμε ενσωματώσει βαθύτερα την αξία της αλληλεγγύης, που μάλιστα υπερέβαινε εθνικά σύνορα. Τόσο η κρίση του ευρώ όσο και το προσφυγικό ανέδειξαν μία πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Η αλληλεγγύη φάνηκε ότι ήταν ρηχή, ενώ η περιχαράκωση σε εθνικά συμφέροντα και στη λογική της εθνικής ταυτότητας αποδείχθηκε πολύ πιο ισχυρή από ό,τι ορισμένοι περιμέναμε».
Εχει συμβάλει σε αυτό η μακρά περίοδος οικονομικής δυσπραγίας; «Εκεί δοκιμάζεται η γενναιοδωρία», απαντά. «Οι αξίες αυτές έχουν ουσία σε καιρούς ανάγκης, όταν απαιτούν έναν βαθμό αυταπάρνησης. Και φάνηκε στην περίοδο της οικονομικής κρίσης ότι δεν έχουν ριζώσει βαθιά».
Ο συνδαιτυμόνας της «Κ» δεν συμμερίζεται πλήρως τη μομφή για το έλλειμμα ηγεσίας στην Ευρώπη ως αιτία αυτής της αποτυχίας. «Σε επίπεδο ευρωπαϊκών θεσμών, αλλά και στις περισσότερες πρωτεύουσες των κρατών-μελών, υπήρχε ισχυρή βούληση να βοηθηθούν οι χώρες που βρίσκονταν σε δυσκολία - ενίοτε μάλιστα παρά τις ενστάσεις της κοινής γνώμης. Ωστόσο, υπήρχε μία γνήσια διάσταση απόψεων για το πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό, ειδικότερα σχετικά με το ζήτημα της λιτότητας. Οι χώρες του Βορρά που επέμεναν στην αιρεσιμότητα της λιτότητας είχαν βιώσει αντίστοιχες διαδικασίες προσαρμογής - όπως οι μεταρρυθμίσεις Σρέντερ στη Γερμανία». Ειδικότερα, δε, στο προσφυγικό, όπως λέει, «η Μέρκελ έχει υιοθετήσει θέσεις που σαφώς δεν είναι δημοφιλείς, αλλά που πιστεύει ότι είναι σωστές».
Το ευρωπαϊκό έλλειμμα ηγεσίας που εντοπίζει ο πρόεδρος του EUI είναι διαφορετικό. Το θέτει ως εξής: «Το βαθύ πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι το προσφυγικό - είναι το δημογραφικό. Με την εξαίρεση δύο κρατών-μελών της Ε.Ε., η Ευρώπη διαπράττει δημογραφική αυτοκτονία. Δεν είναι μόνο η θεαματική μείωση του πληθυσμού σε απόλυτους αριθμούς. Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι αλλάζει η ισορροπία μεταξύ των νέων και των ηλικιωμένων. Αρα, η ικανότητα των κοινωνιών μας, να χρηματοδοτούν τους ηλικιωμένους μέσω φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλουν οι νέοι, θα αποδεκατιστεί. Θα έπρεπε, συνεπώς, να είναι ένας μείζων στρατηγικός στόχος των κρατών-μελών, αλλά και της Ενωσης συνολικά, να γίνει κατανοητό ότι η μετανάστευση είναι θέμα ζωής ή θανάτου για την Ευρώπη. Ο λόγος που δεν έχει αντιμετωπιστεί το ζήτημα είναι ότι ξεφεύγει κατά πολύ του εκλογικού κύκλου».
Υποκριτικές οι ενστάσεις για την εμπορική συμφωνία ΤTIP
Ο κ. Γουάιλερ, τόσο στο πλαίσιο του πολυσχιδούς συγγραφικού του έργου αλλά και στην πράξη ως νομικός, έχει ασχοληθεί σε βάθος με το διεθνές εμπόριο. Εχει μάλιστα τοποθετηθεί δημοσίως απέναντι στους επικριτές της υπό διαπραγμάτευση Διατλαντικής Συμφωνίας Εμπορίου και Επενδύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε. (ΤTIP), χαρακτηρίζοντας τις ενστάσεις τους υποκριτικές. Τον ρωτώ γιατί.
«Το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής απέναντι στην TTIP αφορά τη διαδικασία επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτών και κυβερνήσεων, που δίνει τη δυνατότητα σε εταιρείες να ασκήσουν αγωγές κατά κυρίαρχων κρατών. Το επιχείρημα είναι ότι πρόκειται περί αντιδημοκρατικού θεσμικού πλαισίου, που ενισχύει τις εταιρείες εις βάρος δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων, κ.ο.κ. Είναι υποκριτικό γιατί όλες οι χώρες που επικρίνουν την TTIP έχουν υπογράψει εκατοντάδες διμερείς συμφωνίες, που περιλαμβάνουν τους ίδιους ή ακόμα πιο αυστηρούς μηχανισμούς επίλυσης διαφορών. Και στους μηχανισμούς αυτούς προσφεύγουν πιο συχνά από όλους, τα τελευταία 40-50 χρόνια, οι ευρωπαϊκές πολυεθνικές».
Οπως παραδέχεται, «πρόκειται περί σοβαρού ζητήματος» - εκφράζει μάλιστα την «έντονα επικριτική» του διάθεση απέναντι σε αυτούς τους μηχανισμούς στη σημερινή του μορφή. «Το πρόβλημα είναι ποιοι στελεχώνουν τις επιτροπές διαιτησίας» εξηγεί. «Στις περισσότερες περιπτώσεις, προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα, από τον τομέα της εμπορικής διαιτησίας. Αρα ο τρόπος σκέψης είναι μεροληπτικός υπέρ της προστασίας ιδιωτών επενδυτών». Πώς θα μπορούσε να διασφαλιστεί μία δικαιότερη διαδικασία; «Η ιδέα ορισμένων, π.χ. του Economist, να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα με τη μετατροπή της διαδικασίας σε διακρατική είναι λανθασμένη. Οπως έχουμε μάθει από τον ΠΟΕ, όπου όντως ο μηχανισμός είναι μεταξύ κρατών, τα ισχυρά κράτη έχουν πιο αποτελεσματικές νομικές υπηρεσίες, ενώ τα πιο αδύναμα καθίστανται όμηροι των επιχειρήσεων και των λόμπι τους. Αντ’ αυτού, πρέπει να εστιάσουμε πολύ περισσότερο στο ποιοι διορίζονται στις επιτροπές διαιτησίας. Πρέπει να υπάρξει ένα δικαστήριο διαιτησίας για θέματα επενδύσεων, με τακτικά μέλη, που θα προέρχονται από το δικαστικό σώμα της κάθε χώρας, π.χ. από τα διοικητικά δικαστήρια. Αν τα μέλη αυτά προέρχονται από θέσεις στις οποίες καλούνται συστηματικά να εξισορροπήσουν τα δικαιώματα των επενδυτών και το δημόσιο συμφέρον, θα μπορούσε να αναπτυχθεί μία κατάλληλη κουλτούρα, η οποία θα έστελνε και ένα μήνυμα στις εταιρείες για τα όρια των νομικών τους δυνατοτήτων».
Ελλειμμα λογοδοσίας και αντιπροσώπευσης στην Ε.Ε.
Πέρα από τις μακροπρόθεσμες ανησυχίες του, ο πρόεδρος του EUI θεωρεί ορατό τον κίνδυνο «εφιαλτικών σεναρίων» για την Ευρώπη πολύ πιο άμεσα. «Το να γυρίσουμε την πλάτη μας στους πρόσφυγες δεν θα είναι απλά μία κολοσσιαία ηθική αποτυχία» τονίζει. «Μπορεί να είναι η αρχή του τέλους για την ευγενή εμπειρία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Τα κράτη-μέλη μπορεί να καταφύγουν σε μία ωφελιμιστική λογική, που εξετάζει τη συμμετοχή στην ενοποίηση καθαρά με όρους κόστους και οφέλους. Μπορεί μάλιστα κάποια να αποχωρήσουν. Το προσφυγικό έχει διαδεχθεί μία πολύ βαθιά οικονομική κρίση. Παράλληλα, το δημοκρατικό έλλειμμα είναι πιο ισχυρό από ποτέ και η ιδέα ότι το επιλύσαμε ενισχύοντας τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι ένας μύθος. Αρα έχουμε την τέλεια καταιγίδα».
Του ζητώ να επεκταθεί στο ζήτημα του δημοκρατικού ελλείμματος, με το οποίο έχει ασχοληθεί εκτεταμένα στην ακαδημαϊκή του καριέρα. «Για να ληφθούν μη δημοφιλείς αποφάσεις, απαιτείται αυτοί που τις λαμβάνουν να έχουν δημοκρατική νομιμότητα» λέει ο κ. Γουάιλερ. «Η νομιμότητα της Ε.Ε. τα τελευταία 50 χρόνια ήταν σε συντριπτικό βαθμό νομιμότητα του αποτελέσματος, όχι της διαδικασίας. Ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης μορφής του κάθε πολιτεύματος, κάθε δημοκρατία προϋποθέτει την ύπαρξη δύο απολύτως θεμελιωδών στοιχείων, η απουσία των οποίων κάνει τον κόσμο να χάνει την πίστη του στο σύστημα. Το πρώτο στοιχείο είναι η λογοδοσία - η δυνατότητα των κυβερνώμενων να πετάξουν από την εξουσία τους κυβερνώντες. Στην Ευρώπη, βάσει συνειδητής επιλογής, δεν έχουμε κυβέρνηση - έχουμε διακυβέρνηση. Δεν υπάρχει η στιγμή εκείνη στη δημόσια ζωή της Ενωσης που οι ψηφοφόροι μπορούν να πάνε στις κάλπες και να τιμωρήσουν τους ηγέτες τους. Το δεύτερο στοιχείο είναι η αντιπροσώπευση - να υπάρχει δηλαδή συσχετισμός μεταξύ των προτιμήσεων των ψηφοφόρων και των εφαρμοζόμενων πολιτικών. Ο συσχετισμός αυτός παραμένει σήμερα στην Ευρώπη ιδιαιτέρως αδύναμος. Για να ενισχυθεί, πρέπει να αποδεχθούμε ότι η Ενωση πρέπει να πολιτικοποιηθεί περισσότερο. Δεν μπορούμε να έχουμε δημοκρατία χωρίς πολιτική».
Στην ευρωπαϊκή έξοδο κινδύνου αυτές τις μέρες, το βρετανικό ζήτημα είναι πιο επίκαιρο από το ελληνικό. Πώς βλέπει την προοπτική του βρετανικού δημοψηφίσματος; «Με φοβίζει. Η κατάσταση αυτή τη στιγμή έχει ως εξής: αυτό που ζητούν [η κυβέρνηση Κάμερον στο πλαίσιο της επαναδιαπραγμάτευσης] ξέρουν ότι είναι αδύνατο να τους δοθεί. Και αυτό που είναι πολιτικά εφικτό να τους δοθεί, δεν θα είναι αρκετό για να τους ικανοποιήσει. Σε περίπτωση που ψηφίσουν “όχι”, πάντως, θα είναι και το τέλος του Ηνωμένου Βασιλείου - η Σκωτία σχεδόν σίγουρα θα ψηφίσει υπέρ της απόσχισης».
Θεωρεί ότι ένα οριακό «ναι» υπέρ της παραμονής της Βρετανίας στην Ε.Ε. θα κλείσει το θέμα; «Οχι. Θα συνεχίσει να απασχολεί τη βρετανική πολιτική και να κακοφορμίζει. Κι αυτό γιατί στον πυρήνα της, η εναντίωση στην Ευρωπαϊκή Ενωση πηγάζει από το θέμα της ταυτότητας - δεν είναι ορθολογική».
Η πιθανότητα Grexit
Και εκείνο το άλλο -exit, στα πρόθυρα του οποίου βρεθήκαμε τον περασμένο Ιούλιο; Το θεωρεί λήξαν ως ενδεχόμενο; «Κατ’ αρχάς θεωρώ ότι είναι λάθος να υπάρχει σύγχυση μεταξύ εξόδου από το ευρώ και εξόδου από την Ε.Ε. Το δεύτερο σενάριο είναι αδιανόητο». Ωστόσο βάσει των ευρωπαϊκών συνθηκών δεν υπάρχει τρόπος εξόδου από το ευρώ χωρίς έξοδο από την Ε.Ε., παρατηρώ. «Αν όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης συμφωνήσουν ότι υπάρχει τρόπος να γίνει, τότε υπάρχει. Αν ζητηθεί από τους νομικούς να βρουν ένα τρόπο, θα τον βρουν».
Οσο για το ζήτημα της αποχώρησης από την Ευρωζώνη, «το θεωρώ πιο περίπλοκο. Υπάρχει ένα σοβαρό οικονομικό επιχείρημα που συμπεραίνει ότι η Ελλάδα θα τα κατάφερνε καλύτερα εκτός ευρώ, χάρη στη δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματός της. Για την Ευρωζώνη, από την άλλη πλευρά, το Grexit θα ήταν μία απόλυτη καταστροφή. Θα υπονόμευε αποφασιστικά την εικόνα της Ευρωζώνης ως μιας μη αναστρέψιμης νομισματικής ένωσης. Παράλληλα, αν η Ελλάδα έφευγε και πετύχαινε, ο πειρασμός για την Ιταλία να κάνει το ίδιο θα ήταν ακαταμάχητος».
Ο Τζόζεφ Γουάιλερ δεν παίρνει θέση για το αν το νέο πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας είναι βιώσιμο. «Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι μου αρέσει το πακέτο στο δημοσιονομικό του σκέλος» σημειώνει, «παρότι είναι σαφές ότι η χώρα χρειάζεται διαρθρωτικές αλλαγές». Οπως μάλιστα αναφέρει δυσοίωνα, «μπορεί να ξαναζήσουμε αυτά που ζήσαμε το καλοκαίρι σε ένα ή δύο χρόνια. Ελπίζω να μη συμβεί».
Εκείνη τη στιγμή, αρχίζουν και ηχούν σειρήνες από τον δρόμο. Εμείς συνεχίζουμε το φαγητό και την κουβέντα, αγνοώντας το ερώτημα αν επρόκειτο για απλή σύμπτωση ή για σημάδια των ταραγμένων καιρών που έρχονται.