Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/Ελευθεροτυπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/Ελευθεροτυπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Γιάννης Η. Χάρης,Ιδεολογικός αμοραλισμός, κυνισμός, κιτρινισμός, EFSYN, 10.4.16


voula_papaxristou.jpg

Βούλα Παπαχρήστου«Φλόγα και πίστη! Σ’ ευχαριστούμε, Βούλα» | AP Photo/Elaine Thompson
Παλιά ιστορία: τα μετάλλια να ’ρχονται, τα κύπελλα, οι τίτλοι, τα ρεκόρ, αδιάφορο αν είναι κάλπικα, στημένα: «Σάμπως οι άλλοι είναι καθαροί;» υπονοείται πάντοτε, ή λέγεται απερίφραστα, γράφεται μάλιστα συχνά, σε μια προκλητική επίδειξη κυνισμού και αμοραλισμού, την ίδια ώρα που το άλλο χέρι γράφει μεγαλόστομες κοινοτοπίες για το ευ αγωνίζεσθαι, το ολυμπιακό ιδεώδες κτλ.
Πιο πρόσφατη ιστορία, σχεδόν ή και τελείως ξεχασμένη, το ρατσιστικό τουίτ της Βούλας Παπαχρήστου και ο αποκλεισμός από τους Ολυμπιακούς του ’12, ιστορία που πήγε λίγο ν’ ακουστεί, τώρα με το χάλκινο μετάλλιο στο Παγκόσμιο Κλειστού Στίβου στο Πόρτλαντ, μα πάλι σκεπάστηκε από τις ιαχές των πιστών της Συγνώμης.
Η επιτυχία της Παπαχρήστου ήταν μεγάλη, ο θόρυβος ελάχιστος, που μάλιστα προκλήθηκε κυρίως από τους «υποστηρικτές» της, και πάντως δεν βγήκε έξω από τον κύκλο της αθλητικογραφίας. Το καπάκι ξανάκλεισε γρήγορα, την ώρα που θα διαβάζονται αυτές οι γραμμές θα ’χουν περάσει κάπου 20 μέρες από τον όποιο θόρυβο, αξίζει όμως να επιμείνουμε, γιατί το θέμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό και ξεπερνάει τη μικροϊστορία της εκάστοτε Παπαχρήστου και τη δική μας.
Κάποια αυτονόητα πριν προχωρήσουμε: δεν ζητάει κανείς πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων από τον καλλιτέχνη που μας συγκινεί, από τον συγγραφέα που μας ταξιδεύει, κ.ο.κ. Γιατί το έργο εντέλει μένει, το έργο του Πάουντ έμεινε, του Σελίν, του Μαρινέττι, του Κνουτ Χάμσουν, πέρα από τις φασιστικές ιδέες που υπηρέτησαν. Αυτή όμως η γνώση δεν αναστέλλει την ανυποχώρητη κριτική και τον ιδεολογικό αγώνα απέναντι στον οσοδήποτε μεγάλο καλλιτέχνη, συγγραφέα κτλ. του καιρού μας, ιδίως αν επιδεικνύει ο ίδιος την πολιτικοϊδεολογική ταυτότητά του: αν μη τι άλλο, πρόκειται για στοιχειώδη άμυνα, όταν έχουμε να κάνουμε με συγκεκριμένη, επιθετική έως καθαρά εγκληματική πολιτική και ιδεολογία, όπως η φασιστική.
Τα ίδια θα μπορούσαν να ισχύουν και για αθλητές, έστω και μόνο για τις χαρές που μας δίνουν: δεν ζητάμε, εννοώ, πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, εκτός κι αν μας το τρίψουν στα μούτρα οι ίδιοι.
Φτάσαμε στη Βούλα Παπαχρήστου, που ένα ρατσιστικό ανέκδοτο, σε δημόσια θέα, στο τουίτερ, της κόστισε τον αποκλεισμό από τους Ολυμπιακούς του ’12. Εξανέστησαν τότε οι «Κεντέρης! Κεντέρης!», ο Σταύρος Θεοδωράκης έγραψε άρθρο με τίτλο: «Ελεος, υποκριτές», ο Διονύσης Τσακνής έγραψε ανοιχτή επιστολή συμπαράστασης («Βούλα, παιδί μου», «μάτια μου»), όλοι υπερασπίστηκαν το «μικρό κορίτσι» των 23 ετών, που «ένα ασήμαντο λάθος έκανε», για το οποίο εξάλλου ζήτησε συγνώμη.
Παράβλεψαν όλοι πως δεν ήταν ουρανοκατέβατο και ορφανό το «απλό ανέκδοτο»: είχε από κοντά και μια φωτογραφία μ’ ένα 45άρι όπλο και επιγραφή «Μολών λαβέ», ένα βίντεο με τίτλο «Γάμα τον κωλότουρκο», μια στενή σχέση με τον Κασιδιάρη, πάλι σε δημόσια θέα, και μια δημόσια υποστήριξή του (π.χ. για το χαστούκι στην Κανέλλη) και άλλα, που μαρτυρούσαν σαφή ιδεολογική στάση.
ΤΩΡΑ Η ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ ξαναγύρισε νικήτρια στον στίβο. Και κανένας δεν θυμήθηκε το προκλητικό παρελθόν της (μόνο ένα καίριο άρθρο είδα στο ίντερνετ από τον Κωνσταντίνο Αμπατζή, «Δεν ξέχασα μόνο εγώ ποια είναι η Βούλα Παπαχρήστου, δυστυχώς»). Εστω περασμένα, ξεχασμένα.
Διαβάζω όμως εδώ για την Παπαχρήστου, που «χόρεψε σαν ελκυστική νεράιδα», αγνοώντας «όσους θα τη χαρακτήριζαν οπισθοδρομική» (Σπ. Τσάμης, «Φλόγα και πίστη! Σ’ ευχαριστούμε, Βούλα», 21/3)! Θα μπορούσε να λείπει η υπαινικτική τελευταία φράση, και μάλιστα με τα «όσους θα…» και «οπισθοδρομική», φράση που αποτυπώνει έναν ιδεολογικό αμοραλισμό και συνιστά ουσιαστικά πρόκληση, μπροστά στην οποία οφείλουμε να αμυνθούμε.
Δεν δημοσιεύτηκε τίποτ’ άλλο στην εφημερίδα (αλλά και γενικότερα, ξαναλέω), λ.χ. αντίδραση κάποιου αναγνώστη, κάτι που να δικαιολογεί ένα σχόλιο που ακολούθησε σε δύο μέρες, στη στήλη με τον (εύγλωττο) τίτλο «Αβάδιστα» και την υπογραφή: manE.
Αντιγράφω (και υπογραμμίζω): «Ερώτησις: Ολοι εσείς που σκούζετε και κραυγάζετε για την παγκόσμια πρωταθλήτρια Βούλα Παπαχρήστου και το –λέτε πολλοί– ρατσιστικό παρελθόν της, τι ακριβώς θέλετε; Τι ακριβώς επιδιώκετε; Τίνι τρόπω θα κορεστεί η ανθρωποφαγία σας; Εσφαλε, πλήρωσε, επανήλθε, τα έδειξε και κρέμασε το μενταγιόν… Τίποτα άλλο;»
Αρνούμαι να δεχτώ αυτό το β΄ πληθυντικό πρόσωπο που με περιέχει, που μου απευθύνεται, μ’ αυτόν τον τσαμπουκά και τη λεκτική βία, από το «σκούζετε» ώς το μαγκίτικο «κρέμασε το μενταγιόν» και ιδίως «τα έδειξε» (εννοείται: τ’ αρχίδια που έχει!), με το ιταμό κλείσιμο «Τίποτα άλλο;»
Ξαναδιαβάζω, και σαν να έχω στ’ αφτιά μου τη βορβορώδη φωνή του Στέφανου Χίου. Και σκέφτομαι πως, ναι, όλα ιδεολογία είναι, όλα αγώνας ιδεών. Που δεν πρέπει να σταματάει ποτέ.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Γιώργος Σταματόπουλος, O άνθρωπος πάνω από τον πολιτικό,efsyn,3.3.16


anoiksi.jpg

Ανθισμένη μυγδαλιάEUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ

Ισως θα ήταν καλύτερα για όλους μας να μην έχουμε τη δυνατότητα να δούμε αυτές τις εικόνες· θα κοιμόμασταν πιθανώς με ήσυχη την (ηθική και ιδεολογική) συνείδησή μας.
Ακόμη καλύτερα ίσως θα ήταν εάν δεν ανοίγαμε τα στραβά μας (τους τηλεοπτικούς δέκτες-πομπούς, τις εφημερίδες και το διαδίκτυο). Είναι σαφώς προτιμότερο να κινείσαι σε δρόμους άγνοιας, να αδιαφορείς για τη λεωφόρο της ενημέρωσης, να αφήνεις τους ανώνυμους να βγάζουν το φίδι από την τρύπα.
Ελα όμως που το προσφυγικό ζήτημα έχει πάρει εθνικές διαστάσεις και μάλιστα τις έχει ξεπεράσει, αφού όλη η Ευρώπη είναι αναγκασμένη να πάρει θέση. Τι σημαίνει ότι τα κράτη της δεν αντέχουν, δεν μπορούν να φιλοξενήσουν θύματα πολέμου; Ποιος διεθνής κώδικας μπορεί να εναντιωθεί στον ανθρωπισμό; Είμαστε με τα καλά μας;
Οι κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν μια τραγωδία· εκεί φαίνεται η επάρκειά τους, ο ουμανισμός τους, η προσήλωση σε αξίες και αρχές που συνέχουν την ανθρωπότητα, που υποστηρίζουν το είδος άνθρωπος.
Εχει, βεβαίως, σημασία πώς η κάθε χώρα αντιμετωπίζει αυτή την τραγωδία. Από τον τρόπο της εξαρτάται ο πολιτισμός της και η σχέση της με τη δημοκρατία.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει πώς εισπράττουν τους χειρισμούς των κυβερνήσεων οι λαοί τους, οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου και της συμπάθειας. Είναι άλλο να λες ότι μια κυβέρνηση είναι ξενοφοβική και άλλο να χαρακτηρίζεις το ίδιο τον λαό της.
Δυστυχώς τις αποφάσεις τις παίρνουν οι κυβερνήσεις και όχι οι λαοί και αυτό θα ‘πρεπε να προβληματίζει όλους. Δυστυχώς, πάλι, ουδείς φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα, μόνο πολιτικά εκμεταλλεύεται η κάθε χώρα τη στάση της και τη συμπεριφορά της. Αλλη συνδέει το προσφυγικό με την ηρεμία των πολιτών της, άλλη με το... δημόσιο χρέος, άλλη με το δημογραφικό της και άλλη με λόγον φούφουτου.
Ουδείς τολμά να πει ότι ο άνθρωπος είναι ενοχλητικός όταν δεν είναι υποταγμένος σε συνθήκες υποταγής και απόλυτου ελέγχου.
Οι πρόσφυγες μας ξεγυμνώνουν, εννοώ τις κυβερνήσεις· γίνεται φανερό ότι δεν νοιάζονται για τις αιτίες της προσφυγιάς, για τους πολέμους δηλαδή που «χτίζουν» πολλές απ’ αυτές τις ίδιες τις κυβερνήσεις, γι’ αυτό εξάλλου δεν διστάζουν να φανερώσουν τον κυνισμό τους, που πάντα βασίζεται στη ρεαλιστική λογική της «δημοκρατίας» τους.
Γεμάτοι μικρόβια οι κακομοίρηδες, αλλόθρησκοι, βρομιάρηδες και λοιπά· πώς να 

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Νόρα Ράλλη,«Ιση μεταξύ εξισώσεων», EFSYN,14.2.16


pol_tomsen.jpg

Πολ Τόμσεν«Oι συντάξεις στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά γενναιόδωρες» σύμφωνα με τον Πολ Τόμσεν | EUROKINISSI/ ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ

Αντίδραση πρώτη: γέλασα δυνατά. Αντίδραση δεύτερη: χαμογέλασα, κουνώντας το κεφάλι. Αντίδραση τρίτη: άνοιξα το λεξικό του Δημητράκου στο λήμμα «γενναιόδωρος». Διαβάζω: «ο παρέχων γενναία δώρα, ο προθύμως δωρών ή αμείβων, ο ελευθέριος, ο ανοιχτοχέρης... βλέπε Καρκαβίτσα “Ο ζητιάνος”: “ο Τούρκος του επαραχώρησε γενναιόδωρος ένα δωμάτιο”».
Αρα, για να μιλάμε για γενναιοδωρία, πρέπει να υπάρχει κάποιος (έστω ένας Τούρκος, βρε παιδί μου) που θα την παρέχει. Οταν, όμως, έχεις πληρώσει και χιλιοπληρώσει για να λάβεις κάτι (ούτε καν ανάλογο, αλλά πολύ λιγότερο), κάποτε (όχι όταν είσαι νέος και δημιουργικός, αλλά όταν γεράσεις, αφού έχεις δουλέψει μια ζωή), με κάποιο τρόπο (Θες να το λένε σύνταξη;
Θες να το λένε ασφάλεια; Θέλεις κύρια ή επικουρική;), τότε πώς μπορεί κανείς να μιλάει για «γενναιοδωρία»; Εκτός αν ο κ. Τόμσεν και σύσσωμο το ΔΝΤ και η Ε.Ε. έχουν γράψει ένα νέο λεξικό, ανώτερο των 15 τόμων του Δημητράκου ή της Ακαδημίας Αθηνών, που εκδόθηκε έπειτα από 10ετή έρευνα, με 75.000 λήμματα και είναι και πάμφθηνο.
Πότε πρόλαβαν οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί εταίροι μας, μέσα στα πέντε χρόνια της κρίσης, να ξαναγράψουν τη γλώσσα και να επαναπροσδιορίσουν τις έννοιες;
Επειδή, όμως, βλέπω ότι τσούκου τσούκου, λάου λάου, όλο και κάτι καταφέρνουν και θα ξεχάσουμε κι εμείς στο τέλος τι μας γίνεται, είπα να καταφύγω σε μία άλλη γλώσσα, παγκόσμια, που σίγουρα δεν κατέχουν ούτε η Ε.Ε. ούτε το ΔΝΤ: τα μαθηματικά.
Ο Πυθαγόρας, ο μέγας φιλόσοφος και μαθηματικός, θεωρούνταν ο διάδοχος του Ορφέα. Συνέδεσε άρρηκτα τα μαθηματικά με τη μουσική αρμονία του σύμπαντος. Γι' αυτόν, ο «αριθμός» δεν ήταν μία αφηρημένη έννοια, αλλά κάτι συγκεκριμένο και αληθινό, μία θεμελιώδης διάσταση των πραγμάτων... Πράγματι, ο «αριθμός» δεν είναι αφηρημένη έννοια. Οπως και οι λέξεις, δεν μπορούν να έχουν οντολογική υπόσταση αν δεν τις συνδέσουμε με το στόμα από το οποίο βγαίνουν.
Σύμφωνα με τους εταίρους μας, δεν είμαστε παρά «αριθμοί» που πρέπει να «μειωθούν» ώστε να τους βγει η «εξίσωση». Σε αυτήν δεν υπάρχουν καν οι παράγοντες «κοινωνικό κράτος», «αξιοπρεπής διαβίωση», «ανθρωπιστική κρίση». Υπάρχει ένας και μόνος κοινός παρονομαστής: το κέρδος. Ή μάλλον, το κέρδος τους.
Πάμε τώρα στους ντόπιους εταίρους. Ποιοι είναι οι φίλοι μας; Ποιους βάζουμε στα σπίτια μας κάθε μέρα; Τα κανάλια. Η κυβέρνηση, λένε, θέλει να τα κλείσει. Να μην έχουμε άπειρο αριθμό καναλιών, να έχουμε μόνο τέσσερα πανελλαδικής εμβέλειας. Κι ας χρωστάνε της Μιχαλούς με τη βούλα των προηγούμενων κυβερνήσεων τα όσα υπάρχουν ήδη.
Κι ας ισχύει πως κάθε χώρα της Ε.Ε. πρέπει να έχει αριθμό καναλιών ανάλογο με τον πληθυσμό της (π.χ. η Γερμανία των 80 εκατ. έχει 6, η Ισπανία των 48 εκατ. έχει 5, η Τσεχία με 10 εκατ. έχει 2)... όχι, φωνάζουν ο Φορτσάκης, ο Λοβέρδος, ο Κυριάκος: Εμείς, τι κι αν είμαστε 10 εκατ., πρέπει να έχουμε άπειρα!
Αυτά τα μαθηματικά δεν τα καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω όμως (αν και άργησα) τι μυαλά φτιάχνουν αυτές τις εξισώσεις, από τι στόματα βγαίνουν αυτές οι λέξεις. Ανάμεσα στις εξισώσεις αυτές νιώθω άνιση. Ανάμεσα στις λέξεις αυτών στέκομαι σιωπηλή...
... «Τι ακούς;» λέει η Ιστορία στη Σιωπή. «Ακούω ποδοβολητό» της απαντάει η Σιωπή. «Ακούω βήματα πολλά, άλλα ανάλαφρα και άλλα βαριά, με τον δικό τους ρυθμό το καθένα. Αλλά όλα πάνε προς την ίδια κατεύθυνση. Πάνε μπροστά. Δείξε τους τον δρόμο».

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Μικέλα Χαρτουλάρη,Σπουδή στην ελευθερία,EFSYN,25.9.15


almpertin_sarrazen.jpg

Η Αλμπερτίν ΣαρραζένΗ Αλμπερτίν Σαρραζέν που έγραψε τον Αστράγαλο
Το αφηγηματικό της ταλέντο άνθησε στη φυλακή όπως νωρίτερα και του σπουδαίου Ζαν Ζενέ, με τον οποίο είχε παρόμοιες εμπειρίες στα νιάτα της. Πρόσωπο μυθικό στην εναλλακτική σκηνή των γαλλικών σίξτις, η Αλμπερτίν Σαρραζέν, που πέθανε στα 30 της το 1967, πραγματεύεται το ζήτημα της ελευθερίας με φρέσκο τρόπο. Σήμερα, το μυθιστόρημά της «Ο αστράγαλος» υπονομεύει τα κλισέ της ροζ λογοτεχνίας και μπορεί να διαβαστεί ως πολιτική αλληγορία.
Είχε μάτια μαύρα, πάντα με βαρύ μακιγιάζ. Ηταν μικροκαμωμένη, σκληραγωγημένη, εξαιρετικά οξυδερκής, είχε φοβερή πέννα και σύντομη ζωή. Την αποκάλεσαν «Θηλυκό Ζαν Ζενέ». Είχε κακοποιηθεί στα δέκα της, είχε κάνει αναμορφωτήριο και φυλακή, είχε βιοποριστεί με κλοπές και πορνεία, είχε στο αίμα της την απόδραση. Ο μέντορας-εκδότης της τη βάφτισε Αλμπερτίν Σαρραζέν.
Το πρώτο από τα τρία της μυθιστορήματα, ο Αστράγαλος του 1965, είναι μια σπουδή στην έννοια της ελευθερίας: στη στέρησή της, στην κατάκτησή της, στην αξιοποίησή της και στην εκχώρησή της.
Γραμμένος σε πρώτο πρόσωπο, σε μια αυταρχική περίοδο του καθεστώτος Ντε Γκωλ, ο Αστράγαλος, μισός αυτοβιογραφία-μισός μυθοπλασία, προαναγγέλλει, θα έλεγε κανείς, την έκρηξη του ’68 αλλά και τις κατοπινές διαψεύσεις της, χωρίς όμως να υποκύπτει στο πνεύμα της ήττας.
Σήμερα που πρωτοκυκλοφορεί στα ελληνικά (Πατάκης), σε μια θαυμάσια μετάφραση της Σώτης Τριανταφύλλου, διατηρεί τη φρεσκάδα του και διαβάζεται απνευστί μαζί με τα γοητευτικά πορτρέτα της συγγραφέως από τη μούσα της πανκ-ροκ Πάττι Σμιθ και από τον περίφημο εκδότη του Ντε Σαντ, Ζαν Ζακ Πωβέρ.
Ξεκινά ως ιστορία επιβίωσης, εξελίσσεται σε ιστορία ερωτική, αλλά υπογείως συνομιλεί και με την επικαιρότητα, λειτουργώντας ως πολιτική αλληγορία. Αλληγορία για τη χειραφέτηση των κάθε λογής αδύναμων κοινωνικών ομάδων και για τη δικαίωσή τους, που άλλο είναι να τη διεκδικούμε κι άλλο να παλεύουμε να την οικοδομήσουμε, να την υπερασπιστούμε και να τη διατηρήσουμε.
«Είχα μια γόπα, μια μεγάλη αληθινή γόπα Gauloises και ήμουν ελεύθερη να την πετάξω ή να τη θρυμματίσω. Είχα αφήσει το τσιγαρόχαρτο και τα σπίρτα μου εκεί πάνω. Ρολάντ, Ρολάντ, έχω μια ωραία γόπα και δεν μπορώ να την καπνίσω…»
Η πρωταγωνίστρια του Αστράγαλου, η 18χρονη Ανν, είχε συλληφθεί για ένοπλη ληστεία μαζί με τη Ρολάντ, τη φιλενάδα της, και καταδικάστηκε σε επτά χρόνια φυλάκιση. Στα δυο χρόνια εγκλεισμού, έκανε στον εαυτό της ενέσεις βενζίνης, μπήκε στο αναρρωτήριο, και από εκεί… πέταξε από τον τοίχο της φυλακής που είχε ύψος εννιά μέτρα. Προσγειώθηκε με τον αστράγαλό της να έχει γίνει «ένας πολτός από κόκκαλα και σάρκες» και σύρθηκε ώς τον ασφαλτόδρομο.
Την περιμάζεψε ο νοστιμούλης Ζυλιέν, ένας μπουκαδόρος, αλητάκος, φυγάς κι αυτός, με άκρες σε σπίτια πρώην φυλακόβιων. Της έδωσε ένα τσιγάρο και την άφησε να τον περιμένει για να τη μεταφέρει σε μια ασφαλή κρυψώνα.
Σπουδή στην ελευθερίαΣτο εξώφυλλο του βιβλίου η Μαρλέν Ζομπέρ που την υποδύθηκε στη μεγάλη οθόνη | 
Ετσι, ο αστράγαλός της γίνεται το σύμβολο ταυτόχρονα της ελευθερίας αλλά και των περιορισμών της. Και αντίστοιχα, ο τίτλος του μυθιστορήματος αποδεικνύεται ιδιοφυής. Ο σπασμένος αστράγαλος είναι μια πόρτα στον κόσμο αλλά και περιορίζει την κίνηση της Ανν, την καταδικάζει σε απραξία και ταπεινότητα προς όσους τη φιλοξενούν-με-το-αζημίωτο, την πονά, είναι αποκρουστικός, της θυμίζει πως πρέπει να βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση για να μην ξανασυλληφθεί.
Ομως το τραύμα της που κακοφορμίζει, την υποχρεώνει να συνειδητοποιήσει πόσο αγαπά τον εαυτό της, κι έτσι αποτολμά να πάει στο νοσοκομείο ώστε να γλιτώσει τον ακρωτηριασμό. Ο Ζυλιέν πληρώνει για τις απανωτές εγχειρήσεις του σπασμένου ποδιού και σπάει την καρδιά της. Αγκαλιάζονται με θέρμη σε ξένα δωμάτια, αλλά εκείνος όλο φεύγει κι εκείνη όλο τον περιμένει.
«Η καινούργια μου ελευθερία με παραλύει», λέει η Ανν. Εχει καταφέρει να δραπετεύσει από την τρέλα της υποταγής, του σωφρονισμού, της καταστολής, έχει ανακτήσει την κυριότητα του σώματός της, αλλά αφήνει την καρδιά της να φυλακιστεί. Η ελευθερία είναι μια σύνθετη συνθήκη με αβέβαιο πρόσημο…

Με βήμα αποφασιστικό, κουτσαίνοντας…

«Ημουν απογοητευμένη, σκυθρωπή, είχα βουβές απαιτήσεις. Ολα μου προσφέρονται, θα προτιμούσα όμως να τα παίρνω μόνη μου. Δεν μπορώ πια να παίρνω, και δεν ξέρω –δεν πρέπει να προσπαθώ να μάθω– τι θέλουν να μου δώσουν».
Η πρωταγωνίστρια, που έχει μεγαλώσει χωρίς στοργή σε καταπιεστικά περιβάλλοντα, έχει ονειρευτεί πολύ, έχει διαβάσει, αλλά δεν έχει προλάβει να ζήσει. Ωστόσο ξέρει τη ζωή, όπως και η συγγραφέας που πέρασε έξι χρόνια σε αναμορφωτήριο.
Καμιά τους δεν αναζητά φιλάνθρωπους στις εκάστοτε κρυψώνες τους. Αναζητούν ανθρώπους. Και ανακαλύπτουν πόσο στενόχωρη είναι η ελευθερία τους. «Μόλις ελευθερώνεται το σώμα», διαπιστώνει η Ανν, «το πνεύμα, που ήταν ώς τότε η μόνη διαφυγή, γίνεται σκλάβος των μηχανισμών. Η προσποιητή ταπεινότητα γίνεται αληθινή συστολή. Εγώ που είχα τέτοιο θράσος εκεί πέρα, τώρα δεν τολμούσα να πάρω πρωτοβουλίες ούτε για τις πιο απλές πράξεις».
Ομως η Ανν/Αλμπερτίν έχει μέσα της ορμή και καταφέρνει να χειραφετηθεί. Ξέρει ότι ο Ζυλιέν δεν την εκμεταλλεύεται και ότι εκείνη δεν ξεπληρώνει τίποτα χαρίζοντάς του το κορμί της. Εχουν πολλά κοινά. Δεν νιώθει θύμα του όταν μαθαίνει για την «άλλη», παρότι πονάει πολύ. Είναι απελευθερωμένη από τις κοινωνικές συμβάσεις και οργανώνεται επαγγελματικά ως πόρνη, προκειμένου να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της.
Δεν έχει στέκι στο πεζοδρόμιο. Περπατά σ’ όλο το Παρίσι αποφασιστικά, έστω κουτσαίνοντας. Ετσι τσιμπά τους πελάτες της αλλά και φυλάγεται από την αστυνομία. Και περιμένει να δραπετεύσει με τον Ζυλιέν…
Αυτό το κορίτσι, το ευαίσθητο αλλά χωρίς αυταπάτες ούτε συμπλέγματα, ταιριάζει όμορφα στην πολιτική ωρίμανση των σημερινών ημερών, που υπερβαίνει την ήττα των ρομαντικών προσδοκιών και αναζητά χαραμάδες ανάκαμψης. «Σίγουρα έχουμε περάσει από πολύ πιο οδυνηρά κάτεργα», παραδέχεται. «Αλλά εκεί ποτέ δεν αναστενάξαμε, δεν ποθήσαμε με τέτοια καθαρότητα και θέρμη. Τα όνειρά μας ήταν αχανή και άτονα. […] Αν λοιπόν πιστεύω στα λόγια σου τώρα», γράφει στον μεταμελημένο Ζυλιέν, «είναι γιατί το θέλω».

Σαγκάν, Σαρραζέν, Σμιθ

Η Αλμπερτίν Σαρραζέν ήταν συνομήλικη με τη Φρανσουάζ Σαγκάν. Τα δυο άτακτα κι αντισυμβατικά κορίτσια της μεταπολεμικής γαλλικής λογοτεχνίας έγραψαν με δέκα χρόνια διαφορά δύο μυθιστορήματα που έγιναν μυθικά, που διασταυρώνονται στα θέματα της καρδιάς και που χωρίζονται από ένα ταξικό βάραθρο το οποίο χώριζε και τις συγγραφείς τους. Το Καλημέρα θλίψη κυκλοφόρησε το 1954, λίγο πριν ξεσπάσει ο αιματηρός πόλεμος της Αλγερίας, όταν η Σαγκάν ήταν 18 χρόνων (Ζαχαρόπουλος 1995, μτφ. Β. Κατσάνης). Πρωταγωνιστούν η εύκολη ζωή και ένα κορίτσι της μπουρζουαζίας.
Ο Αστράγαλος εκδόθηκε το 1965, πριν από την εξέγερση του Μάη, όταν η Σαρραζέν –που γεννήθηκε στην Αλγερία και εγκαταλείφθηκε από τη μητέρα της– ήταν 28 χρόνων. Εδώ πρωταγωνιστούν η ζωή των απόκληρων και ένα κορίτσι του περιθωρίου. Στα δύο αυτά μυθιστορήματα αντανακλώνται όχι μόνο δυο κόσμοι που δεν έπαψαν να συγκρούονται, αλλά και δυο διαφορετικές εκδοχές της δημοκρατίας, όπως και δυο διαφορετικές όψεις της ελευθερίας: οδυνηρό παιχνίδι στη Σαγκάν, άσκηση επιβίωσης στη Σαρραζέν.
Αν η Σαγκάν σφράγισε την εποχή της, η Σαρραζέν την ξεπέρασε, αντέχοντας καλύτερα στον χρόνο. Η Πάττι Σμιθ κουβαλούσε τον Αστράγαλο στις περιοδείες της σαν φυλαχτό. Τον ανακάλυψε στα 22 της, το 1968, αφού είχε πεθάνει η Αλμπερτίν, από ιατρική αμέλεια. Την αποκαλεί «το σπασμένο λουλούδι». Και γράφει ότι χάρη στις λέξεις της, η δική της δυστυχία μετατράπηκε σε έμπνευση.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Γιώργος Σταματόπουλος,Παρόντες σε μάζωξη ενοίκων,ΕΦΣΥΝ,16.6.2015


theofilos-aftokrateira_evdoksia_tou_vyzantiou.jpg

Παρόντες σε μάζωξη ενοίκωνΟ πλούτος της συμμετοχής, γνήσια συνομιλία των σπλάγχνων όλων

Σουρουπώνει. Ανθρώπινες φιγούρες περπατούν νευρικά· μια απαλή κινητικότητα παρατηρείται στην πιλοτή της πολυκατοικίας. Πλησιάζουμε αμήχανα και τι να δούμε! Ζωντανά πρόσωπα, όλο ενέργεια και χαμόγελα, μας καλωσορίζουν. Η κοινότητα λάμπει. Φως χύνεται άπλετο στους οίνους και στα φαγητά· δειλά τραπεζομάντιλα κι ένας ωραίος κήπος με δέντρα μάς υποδέχονται. Χαρούμενες φωνές. Εδώ είμαστε. Η γειτονιά στα κέφια της. Μάζωξη ενοίκων. Συνύπαρξη. Δεν έχουν χαθεί όλα.
Συμβαίνει συχνά, μας πληροφορεί ο Στράτος, υπερήφανος (με το δίκιο του) για τους συνενοίκους του της πολυκατοικίας. Εναποθέτουν στο μοναστηριακό τραπέζι ό,τι μπορεί ο καθένας από το φτωχικό του σχηματίζοντας αμέσως τον πλούτο της συμμετοχής, τη γνήσια συνομιλία των σπλάγχνων όλων.
Δυναμώνουν τ’ αστεία και τα γέλια και τα πειράγματα. Κάποιος απεκάλεσε τον πατέρα του Στράτου νέο (και είναι ο άνθρωπος). Καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι όλη τη νύχτα. Τόσος ήταν ο ενθουσιασμός του ώστε δεν επέτρεψε σε κανέναν από τους υπόλοιπους να τον βοηθήσει στο ψήσιμο. Κάθε τόσο έβγαινε στον δρόμο και σταματούσε τους περαστικούς. «Ξέρετε, είχα πάει με τον Κώστα (περίπου συνομήλικο, σ.σ.) στην κάβα και μια κυρία είπε ότι είμαι ο γιος του»! Δεν σταμάτησε όλη νύχτα να ψήνει και να τραγουδάει! Κιθάρες και τουμπερλέκια στέλνουν ηδείς ήχους στην ατμόσφαιρα.
Αίφνης, σιωπή. Βαθείς φωνητικοί τόνοι, υψίγονοι, μελωδία. Ο τενόρος της παρέας άδει την Τόσκα του Πουτσίνι (φίλος, μετέωρος, αναγραμμάτισε αργότερα, άθελά του, την ταυτότητα· του Κουτρούλη ο γάμος). Ολοι και όλα φιλιωνόμαστε με τη σπουδαιότητα (μαγεία) της μουσικής. Οίνος και χιούμορ ρέουν άφθονα.
Ο κύριος Αντώνης απαιτεί σιωπή· ανταποκρινόμαστε σαν υπάκουα παιδιά, παρότι ταραξίες οι πλείστοι. Είναι η ώρα της ποίησης. Δύσκολη η απαγγελία· χρειάζεται προσοχή, αυτοσυγκέντρωση, σεβασμός στη βαθύτητά της και στον οίστρο του αοιδού. Ζεστά, γελαστά χειροκροτήματα. Το άγχος όλων για το αν η αριστερή κυβέρνηση επιτύχει συμφωνία δεν χωρεί στην παρέα, παρότι έχει καταβάλει τους κατοίκους τούτης της χώρας.
Καθένας αντιστέκεται με τον τρόπο του (ή νομίζει ότι αντιστέκεται, δεν έχει, όμως, σημασία). Συμφωνούμε με τον δραματικό λόγο του Ελληνα πρωθυπουργού: «Δεν θα θάψουμε τη δημοκρατία»! Θάβουμε, ως γνωστόν, τους νεκρούς μόνο. Μπας και την έχουμε θάψει και απλώς νιώθουμε κομμάτι ένοχοι; Μήπως είμαστε εγκλωβισμένοι στο κελί μιας γλυκιάς ψευδαίσθησης; Ομονοούμε και σε μια ρήση του Μπουκόφσκι: «Η ζωή είναι μια ψευδαίσθηση που οφείλεται στην έλλειψη αλκοόλ».
Αγρυπνούμε στο κρίμα των προσδοκιών. Δάκρυα παλιών ανταρτών μάς συντροφεύουν. Ο,τι λέμε έχει αίμα, αγωνία, πόνο και χαρά ταυτόχρονα. Σκύβουμε με διακριτικότητα και προσκυνάμε τα ερείπια· η μνήμη ξαναζωντανεύει. Αρκούν τούτα τα θεμέλια για να υπάρξουμε με αγάπη και έρωτα; Απαντούμε καταφατικά παρά τον ψυχικό βρασμό των ημερών και των ανθρώπων.
Να που οι κοινότητες υπάρχουν και μες στις πόλεις-τέρατα. Δέκα οικογένειες μιας πολυκατοικίας δίνουν το παράδειγμα. Είχε δίκιο ο Σοφοκλής. Γεννηθήκαμε ν’ αγαπήσουμε, όχι να μισήσουμε. Βαθιά νύχτα - γλυκιά κούραση. Καληνυχτίζουμε τη σπουδαία παρέα και φεύγουμε με περισσότερη αισιοδοξία στον άνθρωπο και την (επι)κοινωνία. Στην κόλαση της πόλης υπάρχουν ακόμη μικροί παράδεισοι.
Αποφορτιζόμαστε ευεργετικά. Ανάλαφροι και πιο ζωντανοί ευχαριστούμε τον Στράτο και τους υπέροχους ανθρώπους που ζουν στην ίδια πολυκατοικία. Η Αθήνα που αντιστέκεται... κι όποιος δεν καταλαβαίνει, κακό του κεφαλιού του... και λοιπά.

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

Οταν το κλασικό γίνεται σύγχρονο και το σύγχρονο κλασικό!, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 11 Οκτωβρίου 2014



Μια ιστορική επανέκδοση του πρώτου δίσκου των MODE PLAGAL
Τις περισσότερες φορές που ένας σύγχρονος δημιουργός γράφει έναν δίσκο-αφιέρωμα σ' έναν θρύλο του παρελθόντος, το κάνει για εμπορικούς λόγους και για να κλέψει λίγο από τη δόξα και τη λάμψη του. Για όλους τους κανόνες όμως υπάρχουν και οι λιγοστές, έστω, εξαιρέσεις.
 Και η δουλειά του υπερ-ταλαντούχου πιανίστα και συνθέτη Jason Moran όσο και της εξαιρετικής τραγουδίστριας και παραγωγού Meshell Ndegeocello, που ξεδιπλώνεται κάτω από τον τίτλο «All Rise / Α Joyful Elegy for Fats Waller», είναι μια ευφάνταστη και απολύτως δημιουργική εξαίρεση στον κανόνα. Ο πολυβραβευμένος Τεξανός πιανίστας έχει άλλωστε αποδείξει το ιδιαίτερο ταλέντο του στην εμπνευσμένη «ανάπλαση» μουσικών θρύλων του παρελθόντος και παλαιότερα με τη μουσική του Thelonious Monk. Τώρα με τη μουσική που στην ουσία (επανα)συνθέτει, εμπνεόμενος από τον σούπερ τραγουδιστή και μεγάλο βιρτουόζο του πιάνου Fats Waller, πραγματικά απογειώνει τον κάθε «περίεργο» και «ανήσυχο» ακροατή της σύγχρονης τζαζ. Οχι κατ' ανάγκην τους φανατικούς και «κολλημένους» οπαδούς του Waller. Κι αυτό είναι το ενδιαφέρον, γιατί δείχνει ότι ο Moran και η παρέα του έφτιαξαν ένα καινούργιο, δικό τους άκουσμα, δυναμικό και πολυποίκιλο στιλιστικά αλλά συγκροτημένο και δομημένο στέρεα.
Ο Moran έξυπνα φερόμενος, συνεργάζεται για πρώτη φορά και δίνει τον κεντρικό φωνητικό ρόλο στην υπέροχη, αισθαντική και ευλύγιστη φωνή της Meshell Ndegeocello, προσδίδοντας έτσι και ένα επιπρόσθετο αχνό/ρομαντικό τόνο στο τελικό άκουσμα, όταν αυτό χρειάζεται και όταν θέλει να τον αντιπαραθέσει στο δυναμικό funk και soul-beat που χρησιμοποιεί εξίσου δημιουργικά στις συνθέσεις του.
Ο Jason Moran στον ένατο δίσκο του για την Blue Note, εγκαταλείπει για πρώτη φορά τη θαλπωρή και την ασφάλεια του τρίο του και πλαισιώνεται από μια πλειάδα δεξιοτεχνών μουσικών της σύγχρονης τζαζ σκηνής, που εγγυώνται με τη σειρά τους το τελικό αποτέλεσμα-άκουσμα, το οποίο αβίαστα χαρακτηρίζεται ως εξαιρετικό. Ιδιαίτερα όταν ακούει κανείς το Ain't Misbehanin ή το The joint is jumpin αλλά και τα Ain't Nobody's Business και Lulu's Back in Town, δύσκολα αποφεύγει το μαγικό μουσικό βέρτιγκο ανάμεσα στη σκοτεινή μελωδία και το διονυσιακό ξέσπασμα, στη γλυκιά ανάμνηση του παρελθόντος και τη δυναμική εκτόξευση στο αύριο της μουσικής. Θα ήταν παράληψη και άδικο να μην αναφέρουμε τους καταπληκτικούς μουσικούς που συμμετέχουν στο All Rise ονομαστικά: Leron Thomas τρομπέτα και φωνή, Josh Roseman τρομπόνι, Stephen Lehman σαξόφωνο, Jason Moran πιάνο, Tarus Mateen μπάσο, Charles Haynes ντραμς και φωνή, Nasheet Waits ντραμς, Meshell Ndegeocello φωνή, Lisa Ε. Harris φωνή. Παραγωγή Don Was και Meshell Ndegeocello.
* Κόντογλου παίζει JAZZ!
Οι Mode PlagalΟι Mode PlagalΠαίζει ο Κόντογλου σαξόφωνο; Οχι μόνον παίζει, αλλά και μεγαλουργεί!
Πριν από λίγους μήνες επανακυκλοφόρησε η πρώτη δισκογραφική δουλειά των Mode Plagal. Μια δουλειά του 1995 που ακούγεται σαν να γράφτηκε και να ηχογραφήθηκε σήμερα.
Οι Mode Plagal, κατά κόσμον Θοδωρής Ρέλλος στο σαξόφωνο, Τάκης Κανέλλος στα ντραμς και Κλέων Αντωνίου κιθάρα, συνεργάστηκαν με τους σπουδαίους επίσης μουσικούς Δήμο Δημητριάδη, Παντελή Καραγιώργη, Μιχάλη Σιγανίδη και Αντώνη Μαράτο και το αποτέλεσμα ήταν και παραμένει εκρηκτικό.
Οι πρώτοι διδάξαντες είναι από τους ελάχιστους που επιμένουν σε όλη τη διαδρομή τους μέχρι σήμερα και στις πέντε δισκογραφικές δουλειές τους, να υπηρετούν με συνέπεια και μετά μανίας το μουσικό υβρίδιο που κατασκεύασαν πριν από 19 χρόνια, μιξάροντας τον ελληνικό παραδοσιακό ήχο, το δημοτικό τραγούδι, με την τζαζ και το δυτικότροπο αυτοσχεδιασμό. Το έκαναν με τέχνη και φαντασία. Κατάφεραν να το εμπλουτίσουν στην πορεία τους και έχουν πετύχει να το διατηρούν φρέσκο και ζωντανό, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει μέχρι σήμερα. Είναι μια ιστορική και καλοδεχούμενη επανέκδοση εν αναμονή της νέας δισκογραφικής δουλειάς που μάλλον δεν θα αργήσει πολύ, αφού απ' όσο γνωρίζουμε το υλικό υπάρχει. Μένει να ξεπεραστούν οι κλασικές δυσκολίες της παραγωγής τζαζ δισκογραφίας, στην Ελλάδα του 2014... Αλλά πού θα πάει...

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Του ΓΙΩΡΓΟΥ Χ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Αντιθέσεις, συνθέσεις και η κραυγή των ανέργων, Ελευθεροτυπία, 15 Φεβρουαρίου 2014


«Χάνουμε τα εξάμηνα από έλλειψη καθηγητών, ενώ τα χρήματα μπορούν να δοθούν από τα αποθεματικά του Ιδρύματος, αλλά ο Αρβανιτόπουλος δεν υπογράφει», καταγγέλλει ο φοιτητής του ΤΕΙ Ηπείρου. Μιλάει για τις ενοχές του εξαιτίας των θυσιών στις οποίες υποβάλλει την οικογένειά του. Και οργίζεται καθώς δείχνει ακόμα ένα «σύμβολο σκανδάλων», ένα κλειστό γυμναστήριο, που εξακολουθεί να «τρέφεται» σαν τον Λεβιάθαν από την εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων με εκατομμύρια ευρώ χωρίς να έχει λειτουργήσει ποτέ!
Την ίδια ώρα, ένας 70χρονος αγρότης, που οι τράπεζες απειλούν να κατάσχουν το υποθηκευμένο σπίτι του, δηλώνει αποφασισμένος να θέσει τέλος στη ζωή του. Στο Μαξίμου, όμως, περί άλλα τυρβάζουν, καθώς συσκέπτονται αδιαλείπτως για να σταματήσουν τη μετατόπιση των οπαδών της Ν.Δ. προς τη Χρυσή Αυγή αλλά και για να αποδομήσουν τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης με την επίκληση ενός συνόλου σημείων που υποδηλώνουν ότι κι αυτός είναι «μία από τα ίδια», μέλος της κυρίαρχης συμβολικής τάξης.
Αλλά τι είναι η συμβολική τάξη; Είναι η πολιτιστική διαδικασία -ο τρόπος που οι άνθρωποι μιλούν, χειρονομούν, περπατούν, ντύνονται, ερωτεύονται, αλληλοεξουσιάζονται- μέσω της οποίας γίνεται η ενσωμάτωση από τα άτομα των κοινωνικών περιορισμών και απαγορεύσεων, έτσι ώστε αυτές να φαίνονται φυσικές και όχι καταναγκαστικές. Γι' αυτό οι κουλάκοι σκέφτονται σαν τα αφεντικά τους, έλεγε ο Τολστόι.
Γι' αυτό τα θύματα συναινούν στο βιασμό τους από τους «πάνω». Αλλά ποιοι είναι οι «πάνω»; Είναι όσοι αποκαλούνται μεγαλο-επιχειρηματίες, μεγαλο-εκδότες, μεγαλο-γιατροί, μεγαλο-δημοσιογράφοι, μεγαλο-συνδικαλιστές κ.ά. Αυτή η κατηγοριοποίηση υφίσταται στο εσωτερικό κάθε κοινωνικής και επαγγελματικής κατηγορίας, η οποία δομείται με ιεραρχική, πυραμιδική μορφή. Οι «μεγάλοι» (οι πάνω) όλων των κατηγοριών είναι όσοι έχουν πρόσβαση στο πολιτικό πελατειακό σύστημα και διαπλέκονται μεταξύ τους δικτυακά, επιδιώκοντας την απόρριψη στον Καιάδα των πιο «κάτω» (των μικρότερων) ανταγωνιστών τους.
Υπ' αυτή την οπτική μπορούμε να εξηγήσουμε τις αλλαγές και τις συγκρουσιακές καταστάσεις τόσο στο ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πεδίο όσο και στο εσωτερικό των πολιτικών κομμάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει εν προκειμένω η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, όπου συναντώνται, πλέον, μέλη και στελέχη με πασοκογενή (σοσιαλδημοκρατική) και μέλη και στελέχη με αριστερή (ή κομμουνιστογενή) προέλευση. Στο εσωτερικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης συγκρούονται όχι μόνο διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις, αλλά και διαφορετικές κουλτούρες.
Από τη μια πλευρά είναι οι ενταγμένοι στην κυρίαρχη συμβολική τάξη, τα μέλη με το ισχυρό συμβολικό κεφάλαιο της πρώην «πράσινης» ηγεμονίας, τα άτομα του μεγάλου ατομικισμού, εν οις και πολλοί «μεγάλοι», και από την άλλη πλευρά τα άτομα του «ναρκισσισμού των μικρών διαφορών», αυτά που σαν τον Σεν-Ζιστ, το σύντροφο του Ροβεσπιέρου, στήνουν το άγαλμά τους ενώπιόν μας, λέγοντας με αλαζονική ταπεινότητα: ακούστε «τη σκόνη που με αποτελεί και σας μιλά»!
Αραγε, υπάρχει τρόπος σύνθεσης όλων αυτών των «υλικών»; Ναι. Αρκεί να η ανατροπή της κυρίαρχης συμβολικής τάξης στο πλαίσιο των ατόμων να αντιστοιχεί και σε αλλαγή εντός των πολιτικών θεσμών, των οποίων η δημοκρατικότητα θα αρνείται τόσο το σύγχρονο δυτικό ιμπέριουμ (με τη νεο-αποικιοκρατία του, το ρατσισμό και τον άκρατο, κανιβαλικό ατομικισμό του), το νεοναζισμό όσο και τους ποικίλους γιακωβινισμούς. Η νέα συμβολική τάξη καλείται να συνθέσει την ατομικότητα και τη συλλογικότητα, διάφορα προκαπιταλιστικά, καπιταλιστικά και μετακαπιταλιστικά στοιχεία μέσα στην Πράξη των «αγώνων» αλλά και μέσω της κυβερνητικής εξουσίας.
Στον ΣΥΡΙΖΑ, όπου λαμβάνει χώρα, σήμερα, μία ενδιαφέρουσα διεργασία «σύνθεσης», υπάρχει η πεποίθηση της «από τα πάνω» ανατροπής, η οποία θα λειτουργήσει σαν λυδία λίθος για την αλλαγή στον ευρωπαϊκό Νότο και ακολούθως σε όλη την Ευρώπη. Δεν υπάρχει, όμως, καμία διευκρίνιση τι θα γίνει σ' ένα ενδεχόμενο οικονομικού αποκλεισμού της Ελλάδας. Εδώ βρίσκεται η ύλη για την τροφοδοσία του μεγάλου φόβου. Και ο φόβος καλλιεργείται στους «από κάτω», σ' εκείνους που έχουν ακόμη εργασία, καθώς η καταστροφή του καπιταλισμού σημαίνει και τη δική τους καταστροφή, καθώς βρίσκονται σε εξαρτημένη μορφή -εσωτερική σχέση- με το κεφάλαιο.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο φόβος τροφοδοτεί τον «εμφύλιο των κάτω», δηλαδή όσων δεν έχουν εργασία έναντι όσων έχουν. Η αντιπαράθεση αυτή μπορεί να αρθεί μόνο μέσα από νέες μορφές οργάνωσης και συλλογικότητας, μέσα από την ένωση των κατακερματισμένων αντιστάσεων. Γιατί η οργή μπορεί να είναι και μια πολλαπλότητα κραυγών, ένα σύμπλεγμα αντίστασης, που μετατοπίζεται συνεχώς, μία ετερογένεια συγκρούσεων και ανταγωνισμών, που αντιστοιχούν σε χιλιάδες μορφές αντίστασης και όχι στην «καθαρή» δυαδική αντιπαράθεση κεφαλαίου-εργασίας, όπως επιμένει το ΚΚΕ. Ολες, όμως, οι κραυγές διαρράφονται από μία κόκκινη κλωστή, από μία «κραυγή» που είναι η πιο δυνατή, από μία αντίσταση που προεξάρχει όλων των άλλων. Και σήμερα, η εξαθλίωση λόγω της ανεργίας είναι η πρωταρχική κραυγή.