Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/Καθημερινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/Καθημερινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΔΡΙΩΤΑΚΗΣ*, Δέκα χρόνια… στιγμιαίο τηλεγράφημα, εφ. Καθημερινή, 15 Σεπτεμβρίου 2020

 


«Οι millennials αγκάλιασαν το Instagram γιατί αξιολόγησαν ως σημαντικότερο το να φαίνονται ενδιαφέροντες παρά να κάνουν μια δουλειά συμβατικού ωραρίου». (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

Η Σάρα Φριρ είναι μία από αυτές τις ενοχλητικές δημοσιογράφους που δεν βολεύονται με τα εταιρικά δελτία Τύπου. Γράφει τακτικά στο Bloomberg ως βασική ρεπόρτερ τεχνολογικών θεμάτων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης στον πλέον γόνιμο και πλούσιο τόπο της καινοτομίας, στη Σίλικον Βάλεϊ.

Με το πρώτο βιβλίο της «No filter, The inside story of Instagram» (εκδ. Simon & Schuster, 2020), αξιοποιεί την προνομιακή πρόσβασή της στο ψηφιακό χρυσωρυχείο, για να αφηγηθεί «χωρίς φίλτρα» μια εντυπωσιακή ιστορία επιτυχίας.

Στις 6 Οκτωβρίου 2010, μια νέα φωτογραφική εφαρμογή για κινητά τηλέφωνα κάνει ξαφνικά την εμφάνισή της και διαδίδεται αμέσως σαν ιός, γίνεται αυτό που μάθαμε να αποκαλούμε «viral». Μέσω της απλής αλλά ευφυούς εφαρμογής μπορεί καθένας να δημιουργήσει ένα προφίλ και ν’ αρχίσει να τραβά φωτογραφίες, σε τετράγωνο φορμάτ, και να τις αναρτά, περιμένοντας ότι θα τις δουν άλλοι χρήστες, ώστε αν τους αρέσει και την εγκρίνουν να πατήσουν ένα κουμπί επιβράβευσης.

Μέσα στα δέκα αυτά χρόνια, η εφαρμογή κοινωνικής δικτύωσης με το όνομα Instagram (ένωση των λέξεων «στιγμιαίο», «τηλεγράφημα») γίνεται συνώνυμη μιας πολιτισμικής επανάστασης χωρίς προηγούμενο. Το Instagram δεν έκανε απλά τον καθένα από εμάς ερασιτέχνη φωτογράφο, αλλά έθισε ολόκληρες γενιές ανθρώπων στα κινητά τηλέφωνα, σ’ ένα ατελείωτο χαϊδολόγημα οθονών και εισήγαγε τον επιχειρηματικό κόσμο στην εύρωστη οικονομία της προσοχής και της επιρροής. «Η πρώιμη επιτυχία του Instagram» γράφει η Φριρ, «οφειλόταν λιγότερο στην τεχνολογία και περισσότερο στην ψυχολογία, στο πώς έκανε τους ανθρώπους να νιώθουν. Τα φίλτρα έκαναν την πραγματικότητα να μοιάζει με τέχνη. Κι έπειτα, καθώς αρχειοθετούσαν αυτή την τέχνη, οι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν τη ζωή τους, τους εαυτούς τους, και τη θέση τους στην κοινωνία, διαφορετικά».

Στο βιβλίο της «No filter, The inside story of Instagram» (εκδ. Simon & Schuster, 2020), η Σάρα Φριρ αφηγείται «χωρίς φίλτρα» μια εντυπωσιακή ιστορία επιτυχίας.

Στη Σίλικον Βάλεϊ, το 90% των νεοφυών επιχειρήσεων είναι καταδικασμένο σε θάνατο. Το Instagram έδειξε πολύ γρήγορα ότι δεν θα έχει τέτοια τύχη.

Σε δύο μόλις χρόνια από την κυκλοφορία του, έφτασε να απειλεί ευθέως ένα μεγαθήριο των κοινωνικών δικτύων, το Facebook, για να το εξαναγκάσει σε μια, σκανδαλώδη για αρκετούς, εξαγορά ύψους ενός δισ. δολαρίων. Τότε η εφαρμογή δεν ήταν ούτε κατά διάνοια κερδοφόρος, ενώ απασχολούσε μόλις 13 υπαλλήλους. Σήμερα, το Instagram φέρνει στο Facebook πάνω από 20 δισ. σε διαφημιστικά έσοδα, απασχολεί 450 υπαλλήλους, κι αποτελεί το εργαλείο μέτρησης βάσει του οποίου αξιολογεί ο κόσμος την επιτυχία, την ομορφιά, και το ευ ζην. Οι πάνω από ένα δισεκατομμύριο χρήστες του μεταφράζουν την προσοχή που δέχονται οι φωτογραφίες και τα βίντεό τους ως νόμισμα που επικυρώνει ψηφιακά την ατομική τους αξία.

Σύμφωνα με τη Φριρ, η επιτυχία της ιδέας είναι πολυπαραγοντική. Πάνω από όλα όμως είναι το προσωπικό κατόρθωμα του Κέβιν Σίστρομ και του Μάικ Κρίγκερ – κυρίως του πρώτου. «Οι επιχειρήσεις γίνονται μια αντανάκλαση των ιδρυτών τους», γράφει η συγγραφέας, σκιαγραφώντας το πορτρέτο του τελειομανούς Σίστρομ: «Ηταν ανταγωνιστικός, αλλά ήταν πάντα πολύ σημαντικό για εκείνον να κάνει τα πράγματα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Διάλεγε τα κρασιά της καλύτερης χρονιάς, προσπαθούσε να απορροφήσει γνώση από τους πιο ταλαντούχους, και διάβαζε τόνους βιβλίων για κάθε νέα δεξιότητα που ήθελε να τελειοποιήσει. Σύντομα, θα προσλάμβανε προσωπικό στυλίστα, προσωπικό γυμναστή, κι έναν κόουτς διοίκησης. Επινε καφέ από κόκκους της Blue Bottle μόνο στη μέγιστη απόδοσή τους, τέσσερις ημέρες μετά το καβούρδισμά τους».

Το Instagram ξεκίνησε με τη ρομαντική φιλοδοξία του Σίστρομ, να δημιουργήσει έναν χώρο εξιδανίκευσης, όπου οι άνθρωποι θα μοιράζονταν όμορφες εικόνες. Σύντομα όμως κατάλαβε ότι αυτό που δημιούργησε θα είχε  περισσότερες χρήσεις. Η εφαρμογή έγινε σταδιακά μια ασταμάτητη μηχανή παραγωγής διασημοτήτων, βάζοντας στο λεξιλόγιο όλου του κόσμου τη λέξη «influencer», το αυτοπροβαλλόμενο εκείνο άτομο που αναρτά στιγμιότυπα της ζωής του επενδύοντάς τα με καταναλωτικά προϊόντα και εμπειρίες, επί πληρωμή, ή έστω με την υπόσχεση κάποιας μελλοντι-
κής εξαργύρωσης.

«Το Facebook αφορούσε τις φιλίες, το Twitter τις γνώμες και το Instagram τις εμπειρίες», γράφει η Φριρ. Τώρα, χιλιάδες άνθρωποι της διπλανής πόρτας επιζητούν να επισκεφθούν ένα μνημείο όχι για να βιώσουν ένα συναίσθημα, ή για να μάθουν, ή για να εξασκηθούν σε κάποιου τύπου συναίσθηση του παρελθόντος, αλλά για να τραβήξουν την καλή φωτογραφία για λογαριασμό εταιρειών, «θολώνοντας τα όρια μεταξύ 
ατόμου και brand».

Ανελέητος ανταγωνισμός

Από το 2011 ώς το 2017 καταγράφονται παγκοσμίως 259 θάνατοι, νέων κυρίως, ανθρώπων στην προσπάθειά τους να τραβήξουν μια καλή σέλφι. Εύλογα, «οι μιλένιαλς το αγκάλιασαν αμέσως γιατί αξιολόγησαν ως σημαντικότερο το να φαίνονται ενδιαφέροντες παρά να κάνουν μια δουλειά συμβατικού ωραρίου», προσθέτει.

Ωστόσο, ο ανελέητος ανταγωνισμός για την προσοχή των χρηστών, ο επικίνδυνος κι επίφοβος εναγκαλισμός επιδειξιομανίας και ηδονοβλεψίας, δεν έχει τίποτα το ρομαντικό. Η εισαγωγή φανερών και γκρίζων διαφημίσεων στην εφαρμογή, τρέφει τώρα μια βιομηχανία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Και οι συνέπειες είναι αμφίσημες και σοβαρές. «Επιχειρήσεις που θέλουν να ελκύσουν την προσοχή μας», γράφει η δημοσιογράφος, «από ξενοδοχεία και εστιατόρια ώς μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, αλλάζουν το τρόπο σχεδίασης των χώρων τους και τον τρόπο πώλησης των προϊόντων τους, προσαρμόζοντας τη στρατηγική τους ώστε να ευθυγραμμιστεί με τον νέο οπτικό τρόπο που επικοινωνούμε, και να είναι άξιες φωτογράφισης για το Instagram».

Η φωτογένεια, η «αυθεντικότητα», το να δείχνεις ευάλωτος κι «ανθρώπινος», η «ινσταγκραμικότητα» (απόδοση των νεολογισμών instagramic, instagrammable) της ζωής, των διακοπών, των φίλων, των ίδιων των παιδιών σου, συνιστούν επείγουσα προτεραιότητα της εποχής. Η πίεση που ασκείται στα νέα κορίτσια και τους εφήβους να χωρέσουν στα καλούπια των διάσημων ψευδοειδώλων του Instagram οδηγεί σε μειωμένες αυτοεικόνες, και σε σοβαρές ψυχοπαθολογικές διαταραχές. «Τα φίλτρα του Instagram ήταν σαν το Twitter να είχε ένα κουμπί να σε κάνει εξυπνότερο», γράφει η Φριρ. Κι όμως αυτά τα φίλτρα υπάρχουν και χρησιμοποιούνται μαζικά, κι είναι η αιτία της σύγχρονης δραματοποίησης του βιώματος. «Ολη αυτή η τελειότητα και η εμπορική δραστηριότητα που είναι μασκαρεμένη ως κανονικό περιεχόμενο έχει τίμημα: μια αίσθηση ανεπάρκειας από τους χρήστες που δεν καταλαβαίνουν τη μηχανική των παρασκηνίων», καταλήγει.

«Εμποροπανήγυρις» με αναρτήσεις του ενός εκατ. δολαρίων 

Tο Instagram είναι ένα κομψό εργαλείο που διαμορφώνει κατάλληλα τη σύγχρονη ανθρώπινη συμπεριφορά, κατ’ επιταγήν του ιδιοκτήτη του. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

Η επαγγελματίας διάσημη Κιμ Καρντάσιαν Γουέστ έχει παραπάνω από 157 εκατομμύρια ακολούθους και κερδίζει περίπου 1 εκατ. δολάρια για κάθε ανάρτησή της στο Instagram, διαφημίζοντας προϊόντα, αλλά ο μέσος χρήστης απολαμβάνει μόνο 12 likes κατά μέσο όρο, ελπίζοντας ότι με κάθε νέα επιβράβευση θα αυξηθεί η δόση της ντοπαμίνης στα κέντρα ανταμοιβής του εγκεφάλου του. «Οι πρώτοι υπάλληλοι του Instagram θλίβονται», σημειώνει η Φριρ, «βλέποντας ότι τα όνειρά τους για μια κοινότητα που εκτιμά την τέχνη και τη δημιουργικότητα, μετατρέπονται σε εμποροπανήγυρι».

Πώς όμως έφτασε η εφαρμογή από τον ρομαντισμό του εξωραϊσμού στον κυνισμό των μεγεθών; Η αιτία είναι απλή και ακούει στο όνομα Μαρκ Ζούκερμπεργκ. Από τη στιγμή που εξαγοράστηκε από το Facebook, ο στόχος του Instagram έγινε η ανάπτυξη με κάθε κόστος. Ο νέος ιδιοκτήτης θέλει απλά να κάνει τα πράγματα καλύτερα απ’ όλους. Τα δικά του γούστα δεν είναι ιδιαίτερα εξεζητημένα. Του αρέσει ίσως λίγο περισσότερο απ’ ό,τι στους άλλους, να παίζει Risk. Είναι ένας μανιακός με την κυριαρχία, με την ανάπτυξη, με την ηγεμονία.

Οι ιδρυτές του Instagram εμμένουν στις αξίες τους, θέλουν η εφαρμογή να αντανακλά το ποιοτικό και το όμορφο, το δημιουργικό και το ειλικρινές, αλλά ο στρατηγός Μαρκ ενδιαφέρεται μόνο για τα νούμερα που φέρνει η διαφήμιση – και η αυτοδιαφήμιση. Στο τέλος κερδίζει εκείνος. Οι ιδρυτές παραιτούνται το 2018, με μισό δισ. δολάρια στους λογαριασμούς τους, παραδίδοντας στο Facebook έναν παραμορφωτικό καθρέφτη που λειτουργεί άψογα ως κερδοφόρος μηχανή παραγωγής ματαιοδοξίας.

Κλείνοντας κάποιος το βιβλίο της Φριρ συνειδητοποιεί ότι η έρευνά της είναι συγκλονιστική, γιατί μας χαρίζει μια σπάνια ευκαιρία να κοιτάξουμε πίσω από τις γυαλιστερές εικόνες, και να δούμε καθαρότερα πόσο παρασκηνιακά και παρεμβατικά μπορεί να λειτουργεί η τεχνολογία. Για να μην έχει πλέον κανείς αμφιβολία τι είναι το Instagram: ένα κομψό εργαλείο που διαμορφώνει κατάλληλα τη σύγχρονη ανθρώπινη συμπεριφορά, κατ’ επιταγήν του ιδιοκτήτη του.
 
* Ο κ. Μανώλης Ανδριωτάκης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο «Homo Automaton. Η τεχνητή νοημοσύνη κι εμείς» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Garage Books.

Μαργαρίτα Πουρνάρα, ΜΟΥΣΙΚΗ Eνα βιβλίο – cd ξαναζωντανεύει σεφαραδίτικα τραγούδια της Σαλονίκης, Eφ. Καθημερινή, 18 Σεπτεμβρίου 2020

 

Ο Λέων Ναρ ανθολόγησε το μουσικό υλικό.

Eνα ζεστό απομεσήμερο, πριν από λίγο καιρό, έβαλα να ακούσω το cd «Θυμάμαι… Επιζώντες του Ολοκαυτώματος τραγουδούν σεφαραδίτικα», επιλογές από το μουσικό αρχείο του αείμνηστου Αλμπέρτο Ναρ. Η μουσική των τζιτζικιών μπλέχτηκε με φωνές Σαλονικιών Εβραίων, σε απρόσμενο ακόρντο. Ηταν ηχογραφήσεις της δεκαετίας του 1990 και οι άνθρωποι που γλίτωσαν από την κόλαση του Αουσβιτς βρίσκονταν πια σε μεγάλη ηλικία. Για χατίρι του ερευνητή που καταπιάστηκε με τη ζωή τους και την ιστορία της κοινότητας ξαναζωντάνεψαν ρεφρέν και κουπλέ, αγαπημένα τους τραγούδια που σφύριζαν ως αγόρια στις βόλτες τους ή ψιλομουρμούριζαν ως κοπέλες όταν έκαναν δουλειές, πριν βρεθούν στα βαγόνια που τους μετέφεραν στα στρατόπεδα. Πρόκειται για μια συγκλονιστική ηχητική καταγραφή, με συντροφιά ένα μικρό βιβλίο που επιμελήθηκε ο γιος του Αλμπέρτο, Λέων, συγγραφέας, ερευνητής και φιλόλογος, με αφορμή την συμπλήρωση 15 ετών από τον θάνατο του πατέρα του. Συνοδοιπόρος του σε αυτό το ταξίδι μιας τρίγλωσσης έκδοσης από τον Ιανό, ο μουσικολόγος Νίκος Ορδουλίδης, που κάνει μια αναφορά στο υποφωτισμένο αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον μουσικό παρελθόν της Θεσσαλονίκης. 

Τα παλιά σεφαραδίτικα τραγούδια ξαναζωντάνεψαν.

Ακουσα α-καπέλα τη φωνή της Μπιενβενίδας Μάνο, ηχογραφημένη στο γηροκομείο «Σαούλ Μοδιάνο» τον Μάρτιο του 1996, τον Δαυίδ Σαλτιέλ, τον Ιακώβ Χαλέγουα, τον  Μωΰς Εσκενάζη. Ο συγγραφέας Αλμπέρτο Ναρ, παιδί επιζησάντων και ο ίδιος, αφιέρωσε τη ζωή του στη διαφύλαξη της εβραϊκής – σεφαραδίτικης κληρονομιάς της πόλης, σε μια περίοδο κατά την οποία χρειαζόταν αφοσίωση και τόλμη για να μιλάς γι’ αυτό το κομμάτι του παρελθόντος. Η κοινότητα είχε σχεδόν εξαφανιστεί μετά το Ολοκαύτωμα και μαζί το πολιτιστικό της αποτύπωμα. Ο Ναρ κατάφερε να ηχογραφήσει τα  τραγούδια στα λαντίνο, αυτή τη μελωδική λαλιά που μας γυρίζει στη μεσαιωνική Ανδαλουσία. Είκοσι δύο εξ αυτών συμπεριλαμβάνονται στο CD που συνοδεύει την έκδοση. 

To ψηφιοποιημένο αρχείο του Αλμπέρτο Ναρ με τις 46 κασέτες δωρήθηκε στο ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ το 2011 από την οικογένεια του εκλιπόντος. Σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, ο γιος του, Λέων, ήρθε να ανθολογήσει αυτό το εξαιρετικό υλικό. Τα σεφαραδίτικα τραγούδια, όπως εξηγεί, είναι ένα χαρμάνι της μεσογειακής μουσικής παράδοσης με ενσωματωμένα στοιχεία από τη Μικρά Ασία, την Πόλη, το Αιγαίο και την Κρήτη, τα Βαλκάνια, τα τσιγγάνικα μοτίβα αλλά και τις καντάδες. Αλλοτε είναι πρωτότυπα και άλλοτε με επιδράσεις, τροποποιήσεις και δάνεια. Η ακρόαση αυτών των 22 ασμάτων, που διαρκούν λίγα δευτερόλεπτα το καθένα, προκαλεί βαθύτατη συγκίνηση, όχι μόνο για την αξία τους ως θραύσματα και τεκμήρια, αλλά και γιατί μέσα από αυτά διαφαίνονται η ικμάδα και η δύναμη για ζωή που είχαν αυτοί οι άνθρωποι μέχρι τέλους. 
 
athinaika@kathimerini.gr

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Συγγραφικές ενώσεις εναντίον Internet Archive ΝΙΚΟΛΑΣ ΖΩΗΣ, εφ.ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ



«Ψηφιοποιούν βιβλία παρανόμως», έγραψε στο Twitter ο Κόλσον Γουάιτχεντ, συγγραφέας.
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Iσως κάπου το πήρε το μάτι σας αυτές τις μέρες. Το Internet Archive, μια πλατφόρμα που το 1996 ιδρύθηκε με σκοπό την αρχειοθέτηση ιστοσελίδων και το 2005 στράφηκε και σε υπηρεσίες ψηφιακής βιβλιοθήκης, πρόσφερε στο κοινό του 1,4 εκατ. e-books, για ανάγνωση στις δύσκολες μέρες της απομόνωσης. Το πρότζεκτ ονομάστηκε «Βιβλιοθήκη Εθνικής Eκτακτης Ανάγκης» και συνοδεύτηκε από άρση της λίστας αναμονής δανεισμού, που κρατούσε τον αριθμό των προσφερόμενων e-books σε νόμιμα πλαίσια.
Και καθώς σε αυτά τα 1,4 εκατ. βιβλία περιλαμβάνονταν και μπεστ σέλερ που καλύπτονται από πνευματικά δικαιώματα (βιβλία των Χίλαρι Μάντελ, Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, Στίβεν Κινγκ, Τζ. Ρ. Ρ. Μάρτιν και άλλων), πολλοί συγγραφείς και οι ενώσεις τους εξοργίστηκαν. «Ψηφιοποιούν βιβλία παρανόμως και τα ανεβάζουν στο Διαδίκτυο. Δεν είναι βιβλιοθήκη», έγραψε ξερά στο Twitter ο Κόλσον Γουάιτχεντ, συγγραφέας του μυθιστορήματος «Υπόγειος σιδηρόδρομος» (εκδ. Ψυχογιός), το οποίο έχει βραβευτεί με Πούλιτζερ και με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου στις ΗΠΑ. Σε πιο αναλυτικό ύφος, η Eνωση Συγγραφέων της Αμερικής δήλωσε «σοκαρισμένη που το Internet Archive χρησιμοποιεί την πανδημία ως δικαιολογία για να εξωθήσει στα άκρα τον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων», ενώ ο πρόεδρός της Ντάγκλας Πρέστον είπε ότι «είναι σαν να λεηλάτησαν ένα βιβλιοπωλείο και άρχισαν να μοιράζουν τα βιβλία στους περαστικούς».
Η Βρετανίδα ομόλογός του Νίκολα Σόλομον χαρακτήρισε «ελεεινή» την κίνηση του Internet Archive και υποσχέθηκε να αρχίσει συζητήσεις με υπουργούς της χώρας της προκειμένου να σταματήσει αυτή την «αγνή και ατόφια πειρατεία». Τι αποκρίθηκε το Internet Archive; Oτι η άρση εκείνης της λίστας αναμονής δανεισμού έχει τη στήριξη της ευρύτερης εκπαιδευτικής και βιβλιοθηκονομικής κοινότητας. Oτι ενθαρρύνει τους αναγνώστες που είναι σε θέση να παραγγείλουν βιβλία από βιβλιοπωλεία να το πράξουν, καθώς και ότι όσοι συγγραφείς δεν επιθυμούν να προσφέρουν προσωρινή πρόσβαση στα έργα τους σε αυτή την περίοδο κρίσης, μπορούν να το ζητήσουν με ένα e-mail. Η διαφωνία δεν λύθηκε· μερικές ενώσεις συγγραφέων βρίσκονται εδώ και χρόνια στα μαχαίρια με το Internet Archive. Αιτία, τα πνευματικά δικαιώματα, που ίσως αρχίσουν να συζητιούνται με διάφορους νέους τρόπους, καθώς η ψυχαγωγία γίνεται όλο και πιο ψηφιακή.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ Ο κόσμος δεν χωρίζεται σε καλούς και κακούς, 25.02.2020, εφ. καθημερινή, ΜΑΞΙΜ ΛΕΟ Ψηλά τις καρδιές. Μια οικογένεια στην Ανατολική Γερμανία μτφρ. Γιώτα Λαγουδάκου εκδ. Δώμα, σελ. 332




ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Προσπαθώντας να ξεδιαλύνει τις βαθιές οικογενειακές σιωπές και τα ακατανόητα χάσματα της προσωπικής του ιστορίας, ο Μαξίμ Λέο δημιούργησε ένα σημαντικό έργο γύρω από το βαθύ αίνιγμα της Γερμανίας στον 20ό αιώνα. Αναζητώντας τις ρίζες του στη ζωή των γονιών, των παππούδων και των προπάππων του δημιούργησε ένα χρονικό της εθνικής περιπέτειας γραμμένο με λεπτότητα, διεισδυτικότητα και κατανόηση.
Oταν το 1989 πέφτει το τείχος, o Μαξίμ έχει μόλις κλείσει τα είκοσί του χρόνια. Και τα βαριά προβλήματά του λύνονται ως διά μαγείας. Από μαθητής νυχτερινού σχολείου και μαθητευόμενος σε εργοστάσιο στο οποίο τον έχει ρίξει η δυσμένεια του καθεστώτος της κομμουνιστικής Γερμανίας, θα κατορθώσει να ακολουθήσει τη φυσική του κλίση: θα σπουδάσει πολιτικές επιστήμες στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού, θα εργαστεί ως δημοσιογράφος στην Berliner Zeitung και θα βραβευθεί επανειλημμένως.
Ο κόσμος ωστόσο δεν χωρίζεται σε καλούς και κακούς, δίκαιους και άδικους, ηθικούς και ανήθικους, ήρωες και προδότες. Το αποδεικνύουν οι οικογενειακοί γρίφοι τους οποίους δεκαπέντε χρόνια αργότερα ο Λέο αποφασίζει να φωτίσει. Δυτικογερμανοί, οι δυο του παππούδες επέλεξαν να εγκατασταθούν στην Ανατολή και να γίνουν και οι δύο στυλοβάτες του καθεστώτος της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Και ωστόσο δεν συναντήθηκαν ποτέ στη ζωή τους. Ισως όχι τόσο παράξενο. Ο μητρικός παππούς υπήρξε Εβραίος που πολέμησε τον Χίτλερ μαζί με τους παρτιζάνους αντάρτες της Γαλλίας. Την ίδια ώρα ο πατρικός παππούς κρεμούσε στο παράθυρό του τη σβάστικα, πολεμούσε στο δυτικό μέτωπο με τις δυνάμεις της Βέρμαχτ για να καταλήξει αιχμάλωτος των Γάλλων. Ο πρώτος παππούς θα βρει στο ανατολικογερμανικό κομμουνιστικό καθεστώς τη συνέχεια της αντιφασιστικής ιδεολογίας στην οποία χρωστάει τη ζωή του. Ο δεύτερος παππούς θα αναζητήσει μες στα χαλάσματα της ηττημένης Γερμανίας έναν προορισμό – θα εργαστεί σκληρά για την κομμουνιστική ανοικοδόμηση, θα παρασημοφορηθεί ως «άξιος δάσκαλος του λαού» και αυτή τη φορά θα κρεμάσει την κόκκινη σημαία στο παράθυρό του.    
Και τα παιδιά τους; Χαϊδεμένη κόρη του πρώτου παππού, η όμορφη στοχαστική μητέρα του Μαξίμ, η διανοούμενη Αννε θα παραμείνει όλα τα χρόνια κομμουνίστρια προσπαθώντας να συμφιλιώσει τις απαράβατες αρχές της με τις εξωφρενικές παραβιάσεις του καθεστώτος. Και ο αντισυμβατικός του πατέρας, ο προκλητικός καλλιτέχνης Βολφ θα δοκιμάζει διαρκώς τα όρια ανοχής του κομμουνιστικού καθεστώτος. Θα κάνει κριτική, χωρίς όμως να είναι εχθρικός, πράγμα το οποίο φαίνεται πως το κόμμα γνωρίζει όταν του προτείνει (ματαίως) να γίνει συνεργάτης της Στάζι. Αυτό είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησε ο Λέο αναπτύσσοντας μια στρατηγική επιβίωσης, κάνοντας διαρκώς ελιγμούς, συνδυάζοντας ανυπότακτες σκέψεις με υπάκουες πράξεις – πολύ περισσότερο μάλιστα που το καθεστώς αδιαφορεί για το αν οι πολίτες του πιστεύουν όσα τους υποχρεώνει να λένε.
Και η κοσμοϊστορική αλλαγή της πτώσης του τείχους; Ολο τον πρώτο καιρό η Αννε θα παραμείνει κλεισμένη στο σπίτι με μια κανάτα τσάι και ένα βιβλίο στο χέρι σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Αλλά και ο Βολφ δεν μένει ευχαριστημένος εφ’ όσον ούτε η καταναλωτική Δύση του ταιριάζει. Οσο για τον συντηρητικό συνεπή εικοσάχρονο Μαξίμ, πάει την επομένη της πτώσης στις 7 το πρωί στη δουλειά του για να βρει έναν μόνον ακόμα εργάτη που δεν έχει πάρει είδηση τι έχει γίνει. Τιμημένο με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Βιβλίου 2011, το έργο διαπλέκει αξιοθαύμαστα τα προσωπικά πάθη της ατομικής μοίρας με τους τραγικούς διασκελισμούς της μακράς Ιστορίας.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ, Ντέιβιντ Μπρούερ στην «Κ»: Ερωτεύτηκα τα νέα ελληνικά από το πρώτο άκουσμα



ΕΤΙΚΕΤΕΣ:Ιστορία
Η βοή της λεωφόρου εξαφανίζεται πίσω από την τεράστια σιδερένια είσοδο της πρώην οικίας Ελευθερίου Βενιζέλου, που βρίσκεται στη αρχή της οδού Λουκιανού, και στεγάζει τη βρετανική πρεσβευτική κατοικία. Πανύψηλη και πολύ βαριά, η πόρτα έφτασε στην Αθήνα γύρω στο 1930 από το Λίβερπουλ, όταν αυτό το νεοκλασικό κτίριο του Μεσοπολέμου χτιζόταν για λογαριασμό της δεύτερης συζύγου του Βενιζέλου, της Ελενας Σκυλίτση.
Μετά τον θάνατό του, η κατοικία άλλαξε ιδιοκτήτη, αγοράστηκε από τη βρετανική κυβέρνηση και στέγασε για χρόνια την πρεσβεία της χώρας στην Ελλάδα. Σήμερα πλέον, εδώ φιλοξενούνται οι προσκεκλημένοι της και επίσης διοργανώνονται εκδηλώσεις. Σε αυτό το θαυμάσιο σπίτι προγραμματίστηκε η συνάντησή μας με τον κλασικό φιλόλογο και συγγραφέα Ντέιβιντ Μπρούερ, ο οποίος ήρθε στην Αθήνα για λίγες ημέρες, ο πρώτος μιας σειράς ομιλητών σε διαλέξεις που διοργανώνονται από την πρεσβεία για την επέτειο δύο αιώνων από την κήρυξη της ελληνικής Επανάστασης του 1821. Η εκδήλωση ήταν προγραμματισμένη να πραγματοποιηθεί το απόγευμα της ίδιας ημέρας στην «αίθουσα χορού», υπό το ονειροπόλο βλέμμα του Λόρδου Βύρωνα όπως τον ζωγράφισε ο Τόμας Φίλιπς σε ένα από τα πιο διάσημα πορτρέτα του 19ου αιώνα, ιδιοκτησία της βρετανικής πρεσβείας.
Ο κύριος Μπρούερ μάς περίμενε καθισμένος σε έναν από τους καναπέδες του «δωματίου ζωγραφικής», που λούζεται στο φως από τα μεγάλα παράθυρα με θέα στον κήπο. Εχει ακουμπήσει δίπλα του ένα κομψό μπεζ μπαστούνι στολισμένο με λεπτά χρωματιστά ανθάκια. Διανύει την ένατη δεκαετία της ζωής του, παραμένει οξυδερκής και εξαιρετικός συνομιλητής. Λεπτός στους τρόπους και στο δέμας, είναι ένας ευγενής Βρετανός ακαδημαϊκός που αγάπησε την Ελλάδα πολλά χρόνια πριν και έγραψε τρία βιβλία για την ιστορία της, ξεκινώντας από το 1453 και φτάνοντας στο 1949. Στην αρχή γοητεύτηκε από τη γλώσσα, μετά από τον τόπο και, εντέλει, ανακάλυψε ότι το δικό του πάθος για την Ιστορία μπορούσε εδώ να καρποφορήσει. Διότι πραγματικά η Ιστορία υπήρξε το πάθος του, ενώ οι κλασικές σπουδές μια επιταγή της εποχής.
«Εκανα λατινικά από επτά χρόνων και αρχαία ελληνικά από τα έντεκα. Ηταν συνηθισμένο για την εποχή, προφανώς όχι πια», λέει και γελάει. «Οπως ήταν φυσικό, συνέχισα να κάνω λατινικά και ελληνικά στο σχολείο και αυτό με έφερε στην Οξφόρδη. Ομως δεν ένιωθα ότι θα μπορούσα να μάθω κάτι παραπάνω ή να εξερευνήσω περαιτέρω αυτές τις γλώσσες. Πάντα με ενδιέφερε η Ιστορία και ενδεχομένως να είχα στραφεί εκεί εξαρχής, αν τα λατινικά και τα ελληνικά δεν κατείχαν μια τόσο περίοπτη θέση εκείνη την εποχή στην εκπαίδευση».  Στο βιογραφικό του αναφέρεται ότι εργάστηκε επίσης ως δημοσιογράφος. Συνέβαλε αυτό στη διαμόρφωση του συγγραφικού του ύφους, τον ρωτάμε. «Ημουν δημοσιογράφος σε ένα τεχνικό περιοδικό, που λεγόταν Which. Εκανα αξιολογήσεις οικιακών συσκευών», απαντά. «Εργάστηκα εκεί για δέκα χρόνια και είχαμε μια εξαιρετική αρχισυντάκτρια, μια κυρία η οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε υπηρετήσει στην Αλβανία, στην Οργάνωση Βοηθείας των Ηνωμένων Εθνών. Είχε ζήσει, λοιπόν, μια πολύ ενδιαφέρουσα ζωή, αλλά ως αρχισυντάκτρια ήταν απολύτως ακριβής. Πάντα χαμογελαστή επέμενε ότι το κείμενό μας έπρεπε να είναι σωστό, σαφές και κυρίως χωρίς τεχνικούς όρους. Είναι όμως πιο εύκολο να χρησιμοποιείς τεχνικούς όρους, όταν γράφεις για τεχνικά θέματα. Εμείς βέβαια έπρεπε να γράφουμε έτσι ώστε να τα καταλαβαίνουν όλοι. Αυτή ήταν η καλύτερη εκπαίδευσή μου ως ερευνητή και συγγραφέα».
Και πώς αποφάσισε να μελετήσει την ελληνική ιστορία και να της αφιερώσει τη συγγραφική του δουλειά, είναι η επόμενη ερώτησή μας
«Ηρθα για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1959, πολλά χρόνια μετά τις σπουδές μου στην Οξφόρδη, γιατί εκείνον τον καιρό δεν ήταν πολύ εύκολο τέτοια ταξίδια», θυμάται. «Ταξιδέψαμε με την οικογένεια και φίλους οδικώς μέσω Ιταλίας, περάσαμε με το φέρι από το Πρίντεζι στην Κέρκυρα κι εκεί άκουσα για πρώτη φορά να μιλούν ελληνικά. Σχεδόν αμέσως κατάλαβα ότι τα ερωτεύτηκα. Κάποιοι άνθρωποι ερωτεύονται ένα μουσικό όργανο μόλις το ακούσουν, και ξέρουν ότι αυτό είναι που τους ταιριάζει. Το ίδιο συνέβη σε εμένα με τα νέα ελληνικά. Επρεπε, λοιπόν, να ξεκινήσω το διάβασμα απ’ την αρχή σχεδόν, γιατί τα αρχαία ελληνικά δεν με βοηθούσαν πολύ. Αργότερα, όταν άρχισα να επισκέπτομαι την Ελλάδα συστηματικά, συνειδητοποίησα ότι, μολονότι στα ελληνικά υπήρχε σχετική βιβλιογραφία, στα αγγλικά δεν είχε γραφτεί επί πολλά χρόνια κανένα ιστορικό βιβλίο, το οποίο να καλύπτει τον ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας στο σύνολό του. Ετσι ξεκίνησα να μελετώ το θέμα».
Ιστορία αγάπης
Υποστηρίζει ότι τα ελληνικά του έχουν πλέον «σκουριάσει». Ωστόσο, την εποχή της μελέτης του διάβαζε τη γλώσσα με ευκολία, και έτσι δεν αντιμετώπισε πρόβλημα να προσεγγίσει τις ελληνικές πηγές. Αλλά με τον προφορικό λόγο υπήρξε διστακτικός, σχολιάζει. «Από την παιδική μου ηλικία είχα μάθει λατινικά και ελληνικά από τα βιβλία της γραμματικής, έτσι γινόταν τότε. Πρώτα μαθαίναμε τη γραμματική και μετά, υποτίθεται, θα ήμασταν σε θέση να διαβάζουμε και να γράφουμε. Βεβαίως αυτό δεν συνέβαινε, αλλά τέτοια ήταν η δική μου προσέγγιση εκμάθησης των ελληνικών. Υπήρχε μια εξαιρετική γραμματική ελληνικών στα αγγλικά εκείνη την εποχή, το “A Grammar of Modern Greek” του Τζούλιαν T. Πρινγκ, και όποιος ενδιαφερόταν για την ελληνική γλώσσα, αυτό χρησιμοποιούσε. Σε κάποιες διακοπές με την οικογένειά μου μελετούσα, λοιπόν, τη νέα ελληνική γραμματική και η κόρη μου, έφηβη τότε, κρυφοκοιτούσε. Είχα φτάσει στα αυτοπαθή ρήματα, και διάβασε την αγγλική μετάφραση: ντύνομαι, γδύνομαι, σηκώνομαι, παντρεύομαι. Μου λέει λοιπόν, “Αυτή είναι η πιο σύντομη ιστορία αγάπης που έχω ακούσει ποτέ!”».

– Η κόρη σας έμαθε ελληνικά έπειτα από αυτό;
– Οχι. Εγώ είμαι ο μόνος σπουδαστής ελληνικών στην οικογένειά μου.

– Εντέλει τι σας προσείλκυσε στην ιστορική μελέτη της τουρκοκρατίας;
– Μου κίνησε το ενδιαφέρον εν μέρει το γεγονός ότι ήταν ανεξερεύνητη εποχή, και εν μέρει ότι υπήρχε η ισχυρή πεποίθηση στην Ελλάδα –και ίσως υπάρχει ακόμα–, ότι η τουρκική κυριαρχία ήταν σκληρή στο σύνολό της, κάτι που δεν ευσταθεί απολύτως. Συνεπώς, ήθελα να δω τις πιο λεπτές πλευρές της.
Εχω καταλάβει από πρώτο χέρι πόσο ευαίσθητοι είστε με αυτά τα θέματα

Το πιο πρόσφατο βιβλίο του Ντέιβιντ Μπρούερ κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη. 
Στα βιβλία του για την Ελληνική Επανάσταση, τόσο στο πρώτο που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα με τίτλο «Η φλόγα της ελευθερίας: Ο αγώνας των Ελλήνων για ανεξαρτησία 1821-1833» (εκδ. Ενάλιος), όσο και στο πιο πρόσφατο «Ελλάδα 1453-1821. Οι άγνωστοι αιώνες» (εκδ. Πατάκη), το βασικό του μέλημα είναι να δει το θέμα τοποθετημένο μέσα στη διεθνή πολιτική σκηνή. «Οχι όμως αγνοώντας το τι συνέβαινε στην Ελλάδα εκείνη την εποχή, ούτε παραβλέποντας τις ηρωικές ή λιγότερο ηρωικές πράξεις των Ελλήνων», λέει. «Ομως ο Αγώνας του 1821 είχε μεγάλη συμμετοχή από την Ευρώπη και την Αμερική, συνεπώς ήταν ένα διεθνές δράμα».

– Ενας ερευνητής που μελετά την ιστορία μιας άλλης χώρας, είναι περισσότερο αντικειμενικός και απαλλαγμένος από εθνικούς μύθους;
– Ισχύει αυτό, αλλά επίσης κάθε ιστορικός έχει τις δικές του προκαταλήψεις, τη δική του ηθική άποψη, πολιτική θέση και ούτω καθεξής. Οπότε, για παράδειγμα, μήπως εγώ ανέδειξα πολύ τον Βύρωνα και τον ναύαρχο Κόδριγκτον, για να μην αναφέρω τον Κόχραν, τον Τσερτς και τους λοιπούς στα βιβλία μου; Ελπίζω πως όχι, αλλά εννοώ ότι ίσως εκεί να έπαιξαν ρόλο οι δικές μου προκαταλήψεις, και τους αφιέρωσα λίγο παραπάνω χρόνο από όσο θα έδινα υπό άλλες συνθήκες.
– Γράφετε στο βιβλίο σας «Ελλάδα 1453-1821» ότι από τους Eλληνες ιστορικούς του παρελθόντος, η Επανάσταση του 1821 έχει περιγραφεί ως ένας αγώνας μεταξύ δύο –Ελλήνων και οθωμανών– σε μια κλειστή αρένα. Τι εννοείτε με αυτό, και ποιοι άλλοι εμπλέκονται σε αυτή τη σύγκρουση;
– Κατ’ αρχάς υπήρχαν οι Ενετοί στην Κρήτη και οι Γενουάτες στη Χίο. Η Ενετοκρατία στην Κρήτη διήρκεσε σχεδόν όσο και η τουρκοκρατία αλλά αυτό το στοιχείο συχνά αγνοείται. Και βεβαίως υπήρχαν οι διεθνείς πιέσεις που δεχόταν η οθωμανική αυτοκρατορία. Η Ρωσία ήταν πάντα ένα ερώτημα για την περίοδο που εξετάζουμε, ένα αδελφό ορθόδοξο κράτος που από τον 18ο αιώνα και μετά παρακολουθούσε στενά την οθωμανική αυτοκρατορία περιμένοντας τι θα μπορούσε να κερδίσει από τα προβλήματα και την παρακμή της. Για να μην αναφερθώ στους Βρετανούς, στους Γάλλους και άλλους εμπόρους για τους οποίους η ελεύθερη κίνηση στη Μεσόγειο ήταν πολύ σημαντική. Αρα, αισθάνθηκα ότι υπάρχουν πολλές πλευρές στο θέμα.

– Επίσης γράφετε: «Η επανεκτίμηση μιας εθνικής πεποίθησης που έχει επί χρόνια γίνει αποδεκτή, μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα επώδυνη διαδικασία». Σε τι αναφέρεστε;
– Αναφέρομαι στα συναισθήματα των Ελλήνων σχετικά με τα όσα έχω γράψει. Είχα, ξέρετε, έναν παλιό και αγαπημένο Ελληνα φίλο. Τα πηγαίναμε περίφημα μέχρι τη στιγμή που εξέφραζα οποιαδήποτε κριτική για την Ελλάδα. Ακόμα κι όταν ανέφερα ελληνικές πηγές ως επιχειρήματα, δεν το δεχόταν. Και επρόκειτο για έναν πολύ μορφωμένο άνθρωπο, είχε εργαστεί στην Αγγλία, αλλά και πάλι δεν άκουγε. Οπότε κατάλαβα από πρώτο χέρι πόσο ευαίσθητοι είναι κάποιοι Ελληνες –ίσως όλοι οι Ελληνες– με αυτά τα θέματα. Και έπειτα σκέφτηκα πως, εάν ένας Ελληνας είχε γράψει την ιστορία της Μάχης της Αγγλίας το 1940, και υποστήριζε ότι ίσως να μην ήταν και τόσο σπουδαία όσο πιστεύουν οι Βρετανοί, κι εγώ θα γινόμουν έξαλλος!

– Πιστεύετε ότι η επέτειος των δύο αιώνων από την κήρυξη της Επανάστασης, είναι μια ευκαιρία να αναγνωρίσουμε κάποιους εθνικούς μας μύθους; Και ποιους;
– Καλή ερώτηση, αλλά δεν θα τολμούσα ως Βρετανός να πω τι θα έπρεπε να κάνουν οι Ελληνες σχετικά με τη δική τους Ιστορία. Δεν νομίζω ότι είναι σωστό να προτείνω κάτι τέτοιο, οπότε μάλλον θα αφήσω αναπάντητη την ερώτηση. Είναι κάτι που πρέπει να αφεθεί στους Ελληνες.

– Μια συμβουλή έστω;
– Αυτή του Ιταλού πολιτικού, ιστορικού και συγγραφέα Γκαετάνο Σαλβεμίνι: «Η αντικειμενικότητα είναι όνειρο, η ειλικρίνεια είναι καθήκον».

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΟΥΡΔΟΥΚΟΥΤΑΣ,Δικαιοσύνη, ένα ερώτημα που θα παραμείνει αναπάντητο, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ



ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
ΧΑΝΣ ΚΕΛΣΕΝ
Τι είναι δικαιοσύνη;
Μτφρ:. Θοδωρής Δρίτσας
Εκδ. Αντίποδες
Ο μικρός με πλησίασε συννεφιασμένος. Με κοίταξε με τα μεγάλα του μάτια ασκαρδαμυκτί και σε τόνο ελαφρώς δραματικό μου είπε: «Δεν είσαι δίκαιος, μου το είχες υποσχεθεί». Πράγματι του είχα υποσχεθεί παγωτό μετά το μεσημεριανό. Μόνον που η συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια του φαγητού και λίγο μετά, παρά τις όποιες παραινέσεις, παρακάλια και απειλές, δεν μου άφησαν περιθώριο: «Δεν έχει παγωτό μετά». Η υπόσχεση αναιρέθηκε. Η μη τήρησή της τον έκανε να στεναχωρηθεί. Του φάνηκα άδικος. Είχε εν μέρει δίκιο. Το δίκαιο και το άδικο κάνουν την εμφάνισή τους από πολύ νωρίς στις ζωές μας. Το παιχνίδι, το σχολείο, οι κανόνες, οι συμβάσεις, οι υποσχέσεις, οι φιλίες, οι παρέες, οι επιθυμίες γεννούν από νωρίς στις ζωές μας απορίες, αντιθέσεις, αμφισβητήσεις, διαφωνίες και συγκρούσεις σχετικά με το τι είναι δίκαιο και τι άδικο.
Η συνύπαρξη, η ανάγκη της συνεννόησης και της ομαλής συμβίωσης θέτουν το ζήτημα της δικαιοσύνης με τρόπο βασανιστικό και επιτακτικό. Το κεντρικό ερώτημα: «Τι είναι δικαιοσύνη;» απασχολεί την ανθρωπότητα από τη νηπιακή της ηλικία. Είναι ένα ερώτημα που δεν έχουμε πάψει να προσπαθούμε να απαντήσουμε. Στην πραγματικότητα «κανένα άλλο ερώτημα δεν έχει συζητηθεί με τόσο πάθος, για κανένα άλλο ερώτημα δεν έχει χυθεί τόσο πολύτιμο αίμα, τόσα πικρά δάκρυα, κανένα άλλο ερώτημα δεν έχουν στοχαστεί τόσο βαθιά τα πιο φωτεινά πνεύματα, από τον Πλάτωνα μέχρι τον Καντ». Στη μικρή πραγματεία με τίτλο: «Τι είναι δικαιοσύνη;», την οποία εξέδωσαν πρόσφατα οι εκδόσεις Αντίποδες, ο Χανς Κέλσεν, ένας από τους μεγαλύτερους νομικούς του 20ού αιώνα και ο πλέον εξέχων εκπρόσωπος του νομικού θετικισμού, καταπιάνεται με το κεντρικό αυτό ερώτημα, επιχειρώντας να πραγματευτεί τη φύση και την ουσία της δικαιοσύνης.
Για τον Κέλσεν οι μεταβολές και οι μετατοπίσεις των αντιλήψεων των ανθρώπων σχετικά με το τι είναι δίκαιο σε διαφορετικές εποχές, κοινωνίες, τόπους επιβάλλουν μια προσέγγιση σχετικιστική.  Το ίδιο υπαγορεύει και η όποια προσπάθεια ιεράρχησης των αξιών μέσα στην ίδια την κοινωνία, σε έναν συγκεκριμένο χρόνο και τόπο. Ποια αξία προηγείται τελικά; Ποια έχει προτεραιότητα; Ακόμη κι αν συμφωνήσουμε ότι κάποιες αξίες είναι κοινά αποδεκτές. Η ελευθερία, η ισότητα, η φιλευσπλαχνία, η ειλικρίνεια, η ασφάλεια, η νομιμότητα;
Ο ηθικός νόμος
Ακολουθώντας τον Βέμπερ, ο Κέλσεν διατείνεται ότι οι ηθικές νόρμες είναι ανορθολογικές και αυθαίρετες. Ο ηθικός νόμος προκύπτει από τη σύμβαση, όχι την επιστήμη. Δεν είναι νόμος της φύσης. Δεν επιβεβαιώνεται και δεν επαληθεύεται αντικειμενικά. Επί αυτής της βάσης, το πρόβλημα της δικαιοσύνης δεν μπορεί να λυθεί με τα μέσα της ορθολογικής γνώσης. Από τη σκοπιά της ορθολογικής γνώσης υπάρχουν μόνον ανθρώπινα συμφέροντα και επομένως συγκρούσεις συμφερόντων. Ως εκ τούτου, οι αξίες δεν ανήκουν στην αρμοδιότητα του Δικαίου. Εν ολίγοις άλλο νόμος και άλλο ηθική.
Ο Κέλσεν πραγματεύεται το ερώτημα διαλεκτικά, ήτοι αρνητικά, αποδεικνύοντας το τι δεν είναι δικαιοσύνη. Αναμετριέται και συνδιαλέγεται με στοχαστές όπως o Bentham, o Hume, o Hobbes, o Locke, o  Bayle, o Filmer, o Fichte, o Kant, και ο Popper. Στόχος του είναι να απορρίψει τις κεντρικές θέσεις και τις όποιες αρχές έχουν εμφανιστεί διαχρονικά σχετικά με τη δικαιοσύνη και τις απορρίπτει μία μία.
Εν προκειμένω, η δικαιοσύνη δεν είναι και δεν μπορεί να ταυτιστεί με ό,τι θεωρούν δίκαιο οι περισσότεροι (αρχή της πλειοψηφίας), δεν μπορεί να εκληφθεί ως απόρροια ενός φυσικού δικαίου, δεν δύναται να οριστεί από την «αγάπη προς τον Θεό», δεν συνιστά το προσήκον ενί εκάστω αποδιδόναι (αρχή της ανταποδοτικότητας), δεν μπορεί να ταυτιστεί με την ισότητα, δεν προκύπτει από τον χρυσό κανόνα (μην κάνεις στους άλλους ό,τι δεν θα ήθελες να σου κάνουν), δεν είναι η πλατωνική ιδέα και αρετή, δεν είναι η κατηγορική προσταγή του Καντ, δεν είναι η μεσότητα του Αριστοτέλη. Καμία από αυτές τις εξαιρετικές και μεγαλειώδεις κατά τα άλλα θεωρίες δεν δίνουν μια οριστική και ορθολογική απάντηση για το ποια είναι η ουσία της δικαιοσύνης διαχρονικά.
Ο Κέλσεν αναγνωρίζει τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να δικαιολογεί τη συμπεριφορά του αξιοποιώντας τον ορθό λόγο. Αντιλαμβάνεται ότι τα ανθρώπινα όντα διαθέτουμε ηθική συνείδηση. Ωστόσο είναι βέβαιος ότι η ηθική δικαιολόγηση της δικαιοσύνης αποτελεί μια απατηλή ψευδαίσθηση. Η προσπάθεια του ανθρώπου να καταρτίσει με ορθολογικό τρόπο κάποιους απόλυτους κανόνες για την ηθική συμπεριφορά συνιστά –ενδεχομένως– ματαιοπονία. Γι’ αυτό και μας καλεί να παραιτηθούμε από την αξίωση πρόσβασης στην ουσία της δικαιοσύνης. Το υπέροχο αυτό όνειρο της ανθρωπότητας μέλλει να παραμείνει άπιαστο. «Αν μπορούμε να διδαχτούμε από την πνευματική εμπειρία του παρελθόντος, αυτό είναι ότι ο ανθρώπινος λόγος μπορεί να συλλάβει μόνο σχετικές αξίες, και αυτό σημαίνει ότι η κρίση με την οποία κάτι ανακηρύσσεται δίκαιο δεν μπορεί ποτέ να αποκλείει τη δυνατότητα μιας αντίθετης αξιολογικής κρίσης. Η απόλυτη δικαιοσύνη είναι ένα ανορθολογικό ιδεώδες». Η δικαιοσύνη συνιστά ένα ερώτημα που θα παραμείνει αναπάντητο.
Μια τέτοια προσέγγιση μάλλον δεν θα ευχαριστούσε τον μικρό μου γιο και τη χαμένη του ευκαιρία να απολαύσει ακόμη ένα δροσερό παγωτό. Φοβάμαι επίσης ότι –παρά την ακαταμάχητη σαφήνεια και καθαρότητα των λόγων και τη σαγήνη και μεστότητα της επιχειρηματολογίας του– ο σχετικισμός του Κέλσεν, παρότι καλοπροαίρετος, δεν θα ικανοποιούσε πολλούς από εμάς, οι οποίοι πιστεύουν ότι τα μέλη μιας κοινωνίας μπορούν μέσα από ορθολογικές διαβουλεύσεις να καταρτίσουν κάποιες κοινές βασικές ηθικές αρχές και αξίες. Πολλούς από εμάς που δεν θα ήθελαν –τουλάχιστον όχι τόσο εύκολα– να παραιτηθούν από την επιδίωξη εκπλήρωσης αυτού του υπέροχου ανθρώπινου ονείρου, της δικαιοσύνης.  

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ, Επιχείρηση διάσωσης του αρχείου του Θεάτρου Τέχνης, εφ.Καθημερινή


Μελίνα Μερκούρη, Ζυλ Ντασσέν και Γιώργος Λαζάνης σε ένα από τα στιγμιότυπα που φιλοξενούνται στο λεύκωμα «Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν, Επίδαυρος 1985-1998».
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:Σκηνές
«Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας», έγραφε τον Αύγουστο του 1943 ο Κάρολος Κουν. Μέσα στη γερμανική κατοχή γεννήθηκε το Θέατρο Τέχνης το 1942 και στα χρόνια που ακολούθησαν έγινε ένα θεατρικό φυτώριο, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν εξαιρετικοί ηθοποιοί, πρωτοπαρουσιάστηκαν νέοι συγγραφείς (Γ. Σεβαστίκογλου, Α. Σολωμός, Δημ. Κεχαΐδης, Ιάκ. Καμπανέλλης, Λ. Αναγνωστάκη, Γ. Σκούρτης, Μ. Ευθυμιάδης, Γ. Αρμένης, Ε. Χαβιαρά κ.ά.). Ομως στο Θ.Τ., το ελληνικό κοινό γνώρισε και ξένους συγγραφείς (Ουίλιαμς, Μίλερ, Λόρκα, Μπρεχτ, Αραμπάλ, Μπέκετ, Γκομπρόβιτς, Ζενέ, Στράους, Μπέρνχαρντ, Κολτές κ.ά.). 
Στους χώρους του γεννήθηκαν παραστάσεις που ταρακούνησαν το ελληνικό θέατρο, άλλες ταξίδεψαν σε διεθνή φεστιβάλ, έμειναν στην Ιστορία, ενώ οι συντελεστές του (ηθοποιοί και σκηνοθέτες) δίπλα στον Κουν έμαθαν τι σημαίνει αυταπάρνηση. Αλλά οι καιροί άλλαζαν…
Το 2017 ο ηθοποιός και σκηνοθέτης του Θεάτρου Τέχνης Κωστής Καπελώνης, στην προσπάθειά του να αφυπνίσει το κοινό για τον πλούτο του Θεάτρου Τέχνης που κινδύνευε από τον χρόνο, ετοίμασε μια μικρή έκθεση στη «ΣΤΟart Κοραή» με κοστούμια από το βεστιάριο του θεάτρου καθώς και  τμήματα σκηνικών, έργα των Τσαρούχη, Μόραλη, Μυταρά, Φωτόπουλου κ.ά. Στην ουσία, ήθελε να μας ταρακουνήσει. Κυρίως να ευαισθητοποιήσει κοινό, φορείς και πολιτεία.
Τώρα, ο Κ. Καπελώνης ετοίμασε ένα λεύκωμα με τίτλο «Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν, Επίδαυρος 1985-1998», έκδοση του θεάτρου και των εκδόσεων Αιγόκερως. Θα  κυκλοφορήσει στην έκθεση του βιβλίου στο Ζάππειο, έπειτα στα βιβλιοπωλεία και όλα τα έσοδα θα διατεθούν υπέρ της διάσωσης του αρχείου του Θεάτρου Τέχνης. Νέα προβλήματα;
«Το πρόβλημα του Θεάτρου Τέχνης είναι διπλό», λέει στην «Κ» ο Κωστής Καπελώνης. «Το ένα είναι το αρχείο του θεάτρου που πρέπει να ψηφιοποιηθεί και σίγουρα είναι πιο εύκολο από το δεύτερο πρόβλημα, το οποίο αφορά σκηνικά, αντικείμενα φροντιστηρίου και ενδύματα, τα οποία πρέπει να διασωθούν. Για την καταγραφή και τη συντήρησή τους απαιτείται πάνω από 1 εκατ. ευρώ. Προς το παρόν, φυλάσσονται σε δύο αποθήκες και η αλήθεια είναι πως τα πιο ευπαθή σκηνικά τα έχουμε μεταφέρει σε ασφαλέστερο χώρο, στην προσπάθειά μας να τα προστατέψουμε από την υγρασία. Βλέπετε και οι αποθήκες που στεγάζουν αυτό τον πλούτο, επειδή δεν είχαμε χρήματα, δεν είναι οι καλύτερες που επιλέχθηκαν. Γίνεται μια προσπάθεια και του προέδρου του Δ.Σ. του θεάτρου, του Θέμου Χαραμή, να απευθυνθούμε σε μεγάλους χορηγούς μήπως και κάποιος μας βοηθήσει».
Ετσι αρχίζει η συζήτησή μας, η οποία γρήγορα στρέφεται στην έκδοση που θα κυκλοφορήσει στις 6 Σεπτεμβρίου, αλλά και στην ψηφιοποίηση του αρχείου που είναι επιτακτική ανάγκη. «Για την ψηφιοποίηση απαιτείται μια βάση δεδομένων καθώς και 200.000 ευρώ για να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα. Γίνεται μια συνεργασία με φοιτητές του Θεατρολογικού Τμήματος και χρειαζόμαστε μικρά ποσά για τις ανάγκες της αρχειοθέτησης και ψηφιακά μέσα. Η Εθνική Ασφαλιστική μάς έδωσε χορηγία 7.000 ευρώ για την αγορά υλικών, τριών σκάνερ και ενός σέρβερ, ώστε να διευκολυνθεί και η εργασία των φοιτητών, οι οποίοι κάνουν την πρακτική τους διασώζοντας το αρχείο».
Ο Κωστής Καπελώνης ήταν πτυχιούχος μαθηματικός όταν άφησε τους αριθμούς και τις πράξεις για την ποίηση του θεάτρου. Εργάστηκε ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, σχεδιαστής φωτισμών και συγχρόνως αποτύπωσε με τον φακό του στιγμές της θεατρικής διαδικασίας. «Το έκανα από ανάγκη, γιατί έπρεπε να φωτογραφίζουμε πρόβες και γενικές δοκιμές για το αρχείο του θεάτρου. Επιπλέον, μου άρεσε η τέχνη της φωτογραφίας. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να γίνει μια έκδοση όχι μόνο για την ευαισθητοποίηση του κοινού, αλλά και τη γνωριμία αυτής της θεατρικής ιστορίας με το νεότερο ηλικιακά κοινό το οποίο, ίσως, την αγνοεί». Στην Επίδαυρο ο ίδιος έπαιξε για πρώτη φορά το 1979 στον χορό των «Ιππέων», σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη. Ηταν πρωτοετής σπουδαστής της Δραματικής Σχολής και έκτοτε συμμετείχε σε όλες τις παραστάσεις στο αργολικό θέατρο, ως ηθοποιός αλλά και ως βοηθός στους φωτισμούς, στη σκηνοθεσία... «Τον Αύγουστο του 1985 άρχισα τη φωτογραφική καταγραφή της παρουσίας του Θ.Τ. στην Επίδαυρο, σε αναλογικά φιλμ. Συνέχισα, κάθε χρόνο, έως τον Ιούλιο του 1998. Δηλαδή από τον έβδομο μέχρι τον εικοστό πρώτο χρόνο, που συμμετείχα στις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης. Συνολικά έκανα 3.199 κλικ, σε 101 φιλμ· ασπρόμαυρα, έγχρωμα και slides», γράφει στο εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης «Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν, Επίδαυρος 1985-1998».
Εξηγεί ακόμη πως αυτή η «ερασιτεχνική» ενασχόλησή του οφείλεται στον αδελφό του, τον Γιώργη, «που ως χημικός, και όχι μόνο, ασχολιόταν τότε –και τώρα– πιο σοβαρά από μένα με τη φωτογραφία και με μύησε στην τεχνική της. Μετά στον φίλο μου τον Διαμάντη τον Κούκουτσα, που το 1985 μου “δάνεισε” την πρώτη μου σοβαρή φωτογραφική μηχανή, μια Nikon F με δύο φακούς, τον θρυλικό Nikkor 105mm f/2.5 κι έναν Nikkor 300mm f/4.5, που όπως φάνηκε ήταν ένας φακός απολύτως κατάλληλος για το θέμα. Το θέμα: “Το Θεάτρο Τέχνης στο Φεστιβάλ Επιδαύρου, μετά τις 7 το απόγευμα”. Το θέμα καθόρισε, εν πολλοίς, και την αγορά του μετέπειτα φωτογραφικού εξοπλισμού, που αναφέρεται στα στοιχεία που συνοδεύουν τις φωτογραφίες. Από τους φακούς των φωτογραφικών μηχανών πέρασαν, σε 14 χρόνια, τριάμισι λεπτά πραγματικού χρόνου, δηλαδή 3.199 φωτογραφίες (με μέση ταχύτητα λήψης, ας πούμε, 1/15 του δευτερολέπτου), δηλαδή 213 δευτερόλεπτα. (…)
Οι συνθήκες του φωτισμού απαιτούσαν υψηλές ευαισθησίες, που υποχρέωναν σε πουσαρίσματα των φιλμ στην εμφάνιση. Εξ ου και ο έντονος κόκκος, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, που χρησιμοποιήθηκε ένα φιλμ ασπρόμαυρο, της Kodak, EASTMAN 35, χωρίς αρίθμηση καρέ, υψηλής ευαισθησίας, που τραβήχτηκε συνήθως στα 1600 ASA· ένα φιλμ κατά πάσαν πιθανότατα κινηματογραφικό, που ο Μπομπουγατσόγλου πούλαγε χύμα σε κουτιά 15μετρα. Παράλληλα τα κλασικά ILFORD ΗΡ5-400, Kodak TMAX-400 και ένα TURA 2671, τραβηγμένα κι αυτά στα 1600 ή στα 3200 ASA».
Η έκδοση περιέχει όλες τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που τραβήχτηκαν τότε, ακόμη και κάποιες με τεχνικά προβλήματα, που όμως έχουν και αυτές την αξία του ντοκουμέντου.  

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019

Βαγγέλης Προβιάς, Οι αόρατοι άνθρωποι

«Καλημέρα. Θέλετε τη “Σχεδία” τεύχος Φεβρουαρίου, παρακαλώ;» Και ξανά: «Καλημέρα. “Σχεδία” τεύχος Φεβρουαρίου, παρακαλώ;». Μια απλή φράση, μα τόσο πιο δύσκολο να ειπωθεί από όσο περίμενα. 
Η «Σχεδία» και οι άνθρωποί της κυκλοφορούν στην Αθήνα εφτά χρόνια. Με τα κόκκινα γιλέκα και τη διακριτική ευγένειά τους οι πωλητές του «περιοδικού δρόμου» δεν αλλάζουν μόνο τη ζωή τους, αλλά και την αστική ενέργεια, την πτυχή της πόλης την οποία βιώνουμε όχι με τις αισθήσεις, αλλά με όλο το είναι μας. 
Όσοι περπατάμε και κυκλοφορούμε στην Αθήνα έχουμε συνηθίσει να «πιάνουμε» με την άκρη του ματιού μας, σε συγκεκριμένα πόστα της, το κόκκινο σημάδι της αλληλεγγύης. Το αναζητούμε όταν δεν υπάρχει εκεί που είναι συνήθως. Η κατακόκκινη βούλα σε μια γκρίζα από άσφαλτο, καυσαέριο, άγχος πόλη δεν είναι μόνο χρώμα, αλλά και υπενθύμιση: στη ζωή, εκτός από τη βιασύνη υπάρχει και στάση. Εκτός από το εγώ, υπάρχει και το εμείς. Εκτός από τον τακτοποιημένο βίο, υπάρχει και η ανεργία, η αδυναμία, η ανάγκη. Εκτός από την επιδίωξη για επιτυχία και ευτυχία, υπάρχει και ο αγώνας για επιβίωση.  
Την Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου είχα την τιμή να συνδράμω το ελάχιστό μου στην αποστολή της «Σχεδίας». Συμμετείχαμε, με τους συνεργάτες του Βρετανικού Συμβουλίου στην Ελλάδα, στη δράση «Πωλητής για μία ώρα». Για 60 λεπτά βρέθηκα στην άλλη πλευρά, έγινα εγώ η κόκκινη πινελιά που κάνει την πόλη κοινότητα και μας θυμίζει ότι η ανθρώπινη συνθήκη είναι απέραντη, με αναρίθμητες εκδοχές. 
Η ψυχρολουσία της πραγματικότητας
Δεν ήταν καθόλου εύκολη η ώρα αυτή. Κι ας τη μοιράστηκα με συνεργάτες και φίλους. Όποιος είναι έξω από τον χορό και μπαίνει να χορέψει, έστω για 60 λεπτά, δυσκολεύεται. Τι με δυσκόλεψε περισσότερο, άραγε; Η ντροπή μου να απευθύνομαι σε βιαστικούς, κλειδωμένους στον κόσμο τους περαστικούς; Ο φόβος πως ενοχλούσα; Μήπως ότι μετά τις πρώτες ψυχρολουσίες, όταν οι άνθρωποι έκαναν ότι δεν μας είδαν και δεν μας άκουσαν, ήθελα να αποφύγω την επόμενη ψυχρολουσία; Ή άραγε ήταν πως, αντίθετα με τις προσδοκίες μου (το φανταζόμουν σαν τελευταία σκηνή σε κομεντί του Χόλιγουντ), η εμπειρία αποδείχθηκε σκληρή· οι άνθρωποι δεν μαζεύονται γύρω σου να σε χειροκροτήσουν, να επευφημήσουν, το ακριβώς αντίθετο: κάνουν πως δεν σε βλέπουν. 
Ευτυχώς όμως, υπάρχουν οι φίλοι που ήρθαν να στηρίξουν τη «Σχεδία», την αποστολή της. Η Μαρία Χ. (πήρε δύο τεύχη, για εκείνη και για την υποδοχή στη δουλειά της), ο Παύλος Π., ο Γιώργος Κ. και ο Βαγγέλης Κ. (επίσης δύο, μου τα παρήγγειλε με μήνυμα). Βέβαια, πουλήσαμε και ένα τεύχος σε έναν άγνωστο (το θαυματουργό χαμόγελο της Μαρίας!), ενώ οι άλλες δυάδες «πωλητών για μία ώρα» από το Βρετανικό Συμβούλιο είχαν μεγάλη επιτυχία. 
Μα εγώ, εγωκεντρικός και γκρινιάρης, αναρωτιέμαι: Γιατί πούλησα μόνο σε φίλους; Γιατί πολλοί αποφάσισαν πως δεν υπάρχουμε; Γιατί μας αγνόησαν; Γιατί άνθρωποι που έδειχναν ευαίσθητοι και καλλιεργημένοι, με σακούλες με βιβλία, επέλεξαν να μην ανταποκριθούν, να μας μπλοκάρουν, να μας κρατήσουν σε απόσταση; Πώς γίνεται να μη γνωρίζουν ότι δεν πειράζει αν δεν μπορείς να αγοράσεις το τεύχος; Αρκεί να μην πληγώσεις τον άνθρωπο απέναντί σου, αρκεί να μην κάνεις πως δεν υπάρχει. Αρκεί να του πεις «καλημέρα, όχι, ευχαριστώ». 
Να λοιπόν που γκρινιάζω! Και δεν υπάρχει χειρότερος τρόπος επικοινωνίας από την γκρίνια και την πικρία. Αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό τα κόκκινα γιλέκα της «Σχεδίας» να αξίζουν διπλά τον σεβασμό μας: επειδή όχι μόνο για μία ώρα, αλλά συνέχεια, όχι μόνο για να στηρίξουν μια αποστολή, αλλά  για να επιβιώσουν, όχι παρενθετικά και εθελοντικά, αλλά εξ ανάγκης αντέχουν να γίνονται τα ευγενικά και διακριτικά κόκκινα σημάδια που κάνουν την πόλη μας, κάθε πόλη, λίγο πιο κοινότητα και λίγο πιο «εμείς». ■
* Ο Βαγγέλης Προβιάς είναι συγγραφέας και συντονιστής της ομάδας συγγραφής πεζογραφίας του Βρετανικού Συμβουλίου.