Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/tvxs. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/tvxs. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Άλκη Ζέη: Ένας δάσκαλος φέρνει την άνοιξη, tvxs

Όταν ήμουνα μικρή, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, τα σχολεία άνοιγαν την πρώτη Οκτωβρίου.
Τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη που γυρίζαμε από την εξοχή περίμενα με ανυπομονησία ν' αρχίσει το σχολείο. Το αγαπούσα πολύ. Η μυρωδιά των καινούργιων βιβλίων, η διαδικασία του ντυσίματος με μπλε κόλλα και η άσπρη ετικέτα που κολλούσαμε για να γράψουμε όσο πιο καλλιγραφικά μπορούσαμε τον τίτλο του βιβλίου και το όνομά μας. Θυμάμαι με τι καμάρι έγραφα... Κοσμά και Δαμιανού, Κύρου Ανάβασις, της μαθητρίας Α΄γυμνασίου 'Αλκης Ζέη. Δεν το πίστευα πως θα πήγαινα στο γυμνάσιο. 'Ασε που νόμιζα πως ο Κοσμάς και Δαμιανός είχανε γράψει την Κύρου Ανάβαση!
Στο γυμνάσιο! Ένιωθα μεγάλη πιά. Η αδελφή μου που ήδη πήγαινε στο γυμνάσιο, μου έλεγε με πολλή περηφάνεια πως είχανε πολλούς καθηγητές, έναν για κάθε μάθημα κι όχι μια δασκάλα για όλα όπως στο δημοτικό.
Εκεί, στην πρώτη γυμνασίου εκτός από τα τόσα θαυμαστά που συνέβαιναν γνώρισα και τη Ζώρζ Σαρή που γίναμε φίλες για μια ολόκληρη ζωή.
Το ίδιο το σχολείο που πήγαινα δεν το αγαπούσα. Η διευθύντρια ήτανε θαυμάστρια του Μεταξά και σε όλες τις τάξεις πλάι στον Χριστό κρεμόταν μια μεγάλη φωτογραφία του, που μας κοίταζε με γουρλωμένα μάτια μέσα από τα τεράστια γυαλιά του. Όμως, μαζί με τη Ζωρζ κι άλλα τρία κορίτσια είχαμε κάνει μια τόσο στενή παρέα που τίποτε δεν μπορούσε να τη διαλύσει. Ούτε καν ότι η Ζωρζ αγαπούσε τον Μεταξά γιατί της άρεσε η στολή νεολαίας και τα χρυσά αστέρια που της είχανε κολλήσει στους ώμους. Ήτανε πολύ όμορφη η Ζωρζ, είχε μια δυνατή φωνή και πολύ θάρρος. Έπαιρνε μέρος σε όλες τις γιορτές του σχολείου και πότε παρίστανε τον Ρήγα Φερραίο και πότε τον Ερμή. Με προστάτευε από τα μαλώματα της διευθύντριας επειδή στις εκθέσεις έγραφα τα δικά μου κι όχι τις τυποποιημένες φράσεις που μας έλεγε εκείνη σχετικά με την αποταμίευση και την αστυφιλία και άλλα τέτοια συγκλονιστικά.
Μια μικρή παρένθεση. Στην κατοχή η Ζωρζ ξέχασε τα χρυσά αστέρια, τον Μεταξά και τους βασιλιάδες και είμασταν μαζί στην Αντίσταση.
Είχαμε δύο καθηγήτριες, μια στα Αρχαία και μια στα Νέα Ελληνικά, που τις λατρεύαμε κι εύρισκαν τον μπελά τους από τη διευθύντρια γιατί μας φέρονταν φιλικά και δεν μας κρατούσαν σε απόσταση. Ώσπου τη μια, την πιο νέα, την έδιωξε γιατί μας υπερασπίστηκε όταν εκείνη μας κατσάδιασε άδικα. Παρ' όλα αυτά το αγαπούσαμε το σχολείο επειδή η φιλία μας ήταν τόσο δυνατή που δεν την αλλάζαμε με τίποτα.
Όταν οι γονείς μας, που ήταν πολύ δημοκρατικοί, θέλησαν να μας αλλάξουν σχολείο. Και σε μια διαφωνία με τη διευθύντρια μάς πήραν στη μέση της χρονιάς για να πάμε στη σχολή Αηδονοπούλου που για κείνα τα χρόνια ήταν -μα ακόμα και για σήμερα μπορούσε να είναι - ένα προοδευτικό, ελεύθερο σχολείο.
Η απελπισία μου δεν περιγράφεται. Είπα πως άρχιζε η πιο δυστυχισμένη μέρα της ζωής μου.'Αφηνα τις φίλες μου που για μένα, ακόμα και τώρα, η φιλία είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή μου.
Πήγα με κατεβασμένα μούτρα, το σχολείο όμως εκείνο δεν ήθελε κανένα παιδί που να μην χαμογελάει. Σ' έσπρωχναν να κάνεις κάτι που αγαπούσες, να ζωγραφίσεις, να παίξεις θέατρο, κουκλοθέατρο να γράψεις. Εκεί έμαθα πως μ'αρέσει να γράφω. Την πρώτη έκθεση που έγραψα χωρίς τον φόβο της διευθύντριας του άλλου σχολείου την δημοσίευσαν στο περιοδικό του σχολείου. Κι ύστερα, μια επιτροπή από τις μεγάλες μαθήτριες που έβγαζαν μια φορά τη βδομάδα την εφημερίδα του τοίχου- την κολλούσαν στον τοίχο στους διαδρόμους του σχολείου-, μου ανέθεσαν να γράψω το χρονογράφημα γιατί βρήκαν από την πρώτη εκείνη έκθεση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό πως είχα χιούμορ. Έγραψα το πρώτο χρονοράφημα κι από τότε το έγραφα σχεδόν κάθε βδομάδα ώσπου τελείωσα το σχολείο. Δεν ξέρω αν θα γινόμουν συγγραφέας, αν δεν είχα αλλάξει σχολείο.
Έκανα καινούριες φίλες χωρίς όμως να ξεχάσω τις παλιές που κάθε μεσημέρι όταν σχολούσαμε με περίμεναν στη γωνιά ενός δρόμου ν'αγκαλιαστούμε και να πούμε τα νέα μας.
Ήρθε ο πόλεμος. Ήτανε μια Δευτέρα και η πιο μεγάλη μου λύπη ήτανε ότι έκλεισε το σχολείο. Κι αργότερα, στην κατοχή, το σχολείο ήτανε σαν ένας φωτεινός φάρος μέσα στη μαυρίλα. Ας συναντούσαμε στο δρόμο ανθρώπους σωριασμένους κάτω από την πείνα, ας βλέπαμε άλλους να ψάχνουν στα σκουπίδια για να βρουν κάτι να φάνε, κι ας είχαμε δεί ένα πρωί δυο κρεμασμένους από ένα φανάρι της πλατείας. Μόλις έκλεινε η πόρτα του σχολείου τα ξεχνούσαμε όλα, κι οι δάσκαλοί μας αδυνατισμένοι από την πείνα, με το κολάρο του πουκαμίσου τους να χάσκει στον λαιμό, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ξεχνάμε τη φρίκη και να έχουμε ενδιαφέρον για τη ζωή.
Παρ' όλο που το σχολείο μας το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και στριμωχτήκαμε σε ένα άλλο κτήριο τρείς τρείς στα θρανία, τότε κάναμε τις παραστάσεις του κουκλοθέατρου που εγώ έγραφα τα έργα, άλλες έπαιζαν τους ρόλους κι άλλες έφτιαχναν σκηνικά και κοστούμια.Δουλεύαμε με πάθος, τα ξεχνούσαμε όλα.Κι αυτό, το οφείλαμε στην καθηγήτρια των τεχνικών, την Ελένη Περράκη, που κράτησε μετά την κατοχή για ολόκληρα τριάντα χρόνια το κουκλοθέατρο με το όνομα «Μπάρμπα Μητούσης». Τότε που ήταν σχεδόν το μοναδικό θέαμα για παιδιά.
Και δεν ήτανε μόνο αυτή. Ο καθηγητής των αρχαίων ελληνικών ο Μιχάλης Αναστασίου-ξαδελφος του Καζαντζάκη- δεν μας άφηνε μόνο με τα εις μι ρήματα και δυο σελίδες από την Αντιγόνη να μάθουμε απ' έξω. Μας διάβαζε από μετάφραση όλη την τραγωδία και ξέκλεβε λίγη ώρα πριν χτυπήσει το κουδούνι για να μας διαβάσει τη μεγάλη του αγάπη, τον Πέρ Γκυντ του Ίψεν.
Οι δάσκαλοι, αυτοί είναι το παν για το σχολείο. Τώρα περιμένω με ανυπομονησία να χτυπήσει το πρώτο κουδούνι για ν' αρχίσω να επισκέπτομαι τα σχολεία, όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και σε όλη την Ελλάδα, να κουβεντιάσω με τα παιδιά.
Kι όλα αυτά τα χρόνια που πηγαίνω από σχολείο σε σχολείο, κατέληξα στο συμπέρασμα πως όλα εξαρτώνται από τον δάσκαλο. Είτε το σχολείο βρίσκεται σε μεγάλη πόλη είτε σε μικρή ή και σε χωριό ακόμα, εντυπωσιάζομαι από τα παιδιά που κάνουν τόσα δημιουργικά πράγματα, που ξέρουν να συνομιλούν κι έχουν διαβάσει τόσα βιβλία που απορείς πώς βρίσκουν τον χρόνο. Κι όλα αυτά γιατί υπάρχει ένας δάσκαλος που κλέβει ώρες από μαθήματα και από τη ζωή του για να κάνει τα παιδιά -δύσκολο πράγμα σήμερα -να αγαπήσουν το βιβλίο και να ξεφύγουν από το βαρετό πρόγραμμα του σχολείου .Τους θαυμάζω αυτούς τους δασκάλους.Μέσα στις δύσκολες και άχαρες μέρες που ζούμε, αυτοί είναι μια αχτίδα ελπίδας. Σ΄ένα νησί, είχα επισκεφτεί ένα σχολείο, την έκτη τάξη Δημοτικού. Και τι δεν έκαναν αυτά τα παιδιά. Έπαιζαν σκηνές ολόκληρες από τα βιβλία μου, είχαν γράψει δικές τους σκέψεις, ως και τραγούδια είχαν γράψει σχετικά με τα βιβλία, τα τραγουδούσε μια μικρή χορωδία που μαέστρος ήταν ο δάσκαλος.
Ένας πολύ χαρούμενος δάσκαλος με ολοφάνερη την αγάπη του για τα παιδιά. Πριν αποχαιρετήσω τα παιδιά τα συγχάρηκα για τη δουλειά που είχανε κάνει μα είπα ακόμα πως τους συγχαίρω και για τον εξαίσιο δάσκαλό τους .Τότε σηκώθηκε ένα αγόρι και μου λέει: Μας άξιζε όμως. Όταν βγήκαμε από την τάξη ρώτησα το παιδί. Γιατί είπες πως σας άξιζε ένας τέτοιος δάσκαλος; Και τότε εκείνο, μου διηγήθηκε μια απίστευτη ιστορία. Από την αρχή του χρόνου ως τις γιορτές, είχαν έναν δάσκαλο που φοβόταν τα μικρόβια, δεν άγγιζε την κιμωλία να γράψει στο πίνακα, ούτε τα τετράδιά τους, κι έβαζε τα ίδια τα παιδιά να γυρίζουν τα φύλλα κι αν κάποιο τον άγγιζε κατά λάθος, έβαζε τις φωνές κι έφευγε από την τάξη. Τα παιδιά είχαν πέσει όλα σε κατάθλιψη κι όταν ήρθε ο καινούργιος δάσκαλος, έκανε μέσα σ' ένα μήνα όλη την τάξη χαρούμενη και τα παιδιά με χαρά έκαναν χίλια δυο πράγματα μαζί του.
Ας αλλάζουν οι υπουργοί Παιδείας, ας αλλάζουν κάθε τόσο τους νόμους. Όταν υπάρχει ένας δάσκαλος με όρεξη και κέφι, τα παιδιά αποκτούν κι' αυτά όρεξη και κέφι για δουλειά. Είτε σε καινούριο σχολείο βρίσκονται είτε σε λυόμενο ή σε τάξεις με ξεχαρβαλωμένα θρανία. Βλέπεις τα μάτια τους να λάμπουν.
Δεν θ' άξιζε λοιπόν ένα φωτοστέφανο για τον δάσκαλο; 'Αραγε θα βρεθεί ποτέ χέρι να του το φορέσει;
*H 'Αλκη Ζέη είναι συγγραφέας για παιδ

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Δήμος Χλωπτσιούδης,Ο φόρος τιμής του Τόλη Νικηφόρου στην μετακατοχική παιδική ηλικία, tvxs, 7.8.16

Η Θεσσαλονίκη έχει μία μακρά διηγηματική παράδοση σε απομνημονευματογραφικά οδοιπορικά, αναδεικνύοντας το παρελθόν και το ετερόκλητο/πολυπολιτισμικό περιβάλλον της πόλης και τις συνήθειές της. Ενώ όμως έχει φωτιστεί μέσα από τα πεζογραφήματα του Ιωάννου κι άλλων επιφανών συγγραφέων η τοπογραφία και η ανθρωπογεωγραφία της πόλης, πολύ σπάνια διαβάζουμε για τη ζωή των παιδιών στα μεταπολεμικά χρόνια· και όποτε το βλέπουμε, αποτελεί μία εξωτερική/περιγραφική αναπαράσταση κι όχι τη βιωμένη πραγματικότητα με τις παιδικές σκέψεις και αγωνίες, που συχνά δεν απασχολούν τους ενήλικους αφηγητές.
Η νέα συλλογή όμως διηγημάτων του Τόλη Νικηφόρου, «Αγνώστου Στρατιώτου» (Μανδραγόρας, 2016), έρχεται να συμπληρώσει τούτη την  πτυχή της ζωής της πόλης που δεν είχε έως τώρα τεθεί στο συγγραφικό επίκεντρο.
Το βιβλίο αποτελεί μία συλλογή αυτοβιογραφούμενων σύντομων διηγημάτων. Με τη ζωηράδα του φενάκη διαλόγου και το ύφος ημερολογίου ο Νικηφόρουπαρουσιάζει τη Θεσσαλονίκη και τη ζωή των ανθρώπων του κέντρου, όπως εκείνος ως παιδί τα βίωσε. Οι θολές, λόγω ηλικίας, αναμνήσεις της Κατοχής δίνουν τη θέση τους στις πιο καθαρές μνήμες των σχολικών χρόνων. Αυτοσχέδια παιχνίδια, αγοροπαρέες, οι πρώτες ενοχικές αναζητήσεις κοριτσιών, η εξέλιξη των ανθρώπων που σημάδεψαν τη ζωή του, ζωντανεύουν μέσα από τις σελίδες της μνήμης. Κέντρο αναφοράς πάντα η πατρική του κατοικία επί της Αγνώστου Στρατιώτου στην πλατεία Δικαστηρίων.
Αν επιπόλαια αναζητήσουμε κοινά σημεία με το μεγάλο πρωτεργάτη της διηγηματογραφικής εξέλιξης, το Γιώργου Ιωάννου, τότε θα αποτύχουμε να αποκρυπτογραφήσουμε την κινητήριο δύναμη του Νικηφόρου. Γιατί πέρα από την αμεσότητα της γραφής και το συνεχή σχολιασμό με τις αναχρονίες, στόχος του Ιωάννου ήταν η αναβίωση του κοινωνικού και αστικού τοπίου της παλιάς πόλης[1]. Αντίθετα, ο Νικηφόρου θέλει να φέρει στην επιφάνεια της εποχή της -παιδικής- αθωότητας· δε θέλει να διδάξει ούτε να κρίνει, μολονότι τα κάνει και τα δύο· δεν είναι όμως ο κύριος στόχος του. άλλωστε, η ανθρωπογεωγραφία του Νικηφόρου περιορίζεται στην πλατεία -που ποτέ δεν έγινε- δικαστηρίων και λίγο ξεπερνά τα όρια για εκδρομές εκτός πόλης ή το… ποδόσφαιρο.
Η προφορικότητα που χαρακτηρίζει τη γλώσσα του καθιστά τα διηγήματα ευπρόσιτα. Οι συχνές αναχρονίες και οι προσωπικοί σχολιασμοί προσδίδουν μία σκηνική αναπαραστατική δύναμη συνδέοντας το αφηγούμενο παρελθόν με τη σχολιαζόμενη εξέλιξη και το παρόν του συγγραφέα. Με το σχόλιο δημιουργεί δύο υποκριτές/ήρωες: τον ανήλικο που κινηματογραφείται άλλοτε σινεμασκόπ κι άλλοτε ασπρόμαυρα και τον εκτός σκηνής ώριμο αφηγητή που κοιτώντας το κοινό του σχολιάζει ή ασκεί κριτική.
Άλλες φορές λοιπόν ο αναγνώστης παρακολουθεί με κινηματογραφική ζωντάνια τη ζωή του μικρού ήρωα μέσα από τον αναμορφικό πολυκαναλικό φακό της πρωτοπρόσωπης αφήγησης με τις πανοραμικές εικόνες και τις γεμάτες κίνηση και ήχο εικόνες κι άλλες φορές οδηγείται στα ασπρόμαυρα μονοπάτια της παιδικής ψυχολογίας, των αγωνιών και των ηλικιακών αναζητήσεων. Και πολύ συχνά μία εξωτερική "φωνή" σχολιάζει και κρίνει συνδέοντας το αφηγηματικό παρόν με το συγγραφικό παρόν ξεπερνώντας το χρόνο.
Και η κριτική του Νικηφόρου είναι σκληρή μα και ειλικρινής. Εκμυστηρεύεται προσωπικά βιώματα με ένα μοναδικό πάθος να φουντώσει η αλήθεια όπως την είδε και την ένιωσε ένα μικρό παιδί και την αποτυπώνει ένας ώριμος άντρας. Και η ευθύτητά του διακρίνεται μέσα από τα δραματικά στοιχεία των παιδικών του χρόνων όπως εκθέτει τα φτωχικά παιδικά χρόνια, το διαζύγιο των γονέων του και την απουσία της μητέρας του για πολλά χρόνια. Με την ίδια ανυποκρισία ασκεί κριτική στα κεντρικά πρόσωπα της ζωής του θρηνεί το χαμό τους, όπως αποτυπώνεται και στην αφιέρωση του βιβλίου. Το βιβλίο αυτό, άλλωστε, αποτελεί, όπως έγραψε ο ίδιος, ένα μνημόσυνο στα παιδικά του χρόνια αλλά και σε εκείνους που αγάπησε και δεν υπάρχουν πια.
Για έναν αναγνώστη της επόμενης βιολογικής γενιάς, ο τύπος του αγοριού, τα παιχνίδια και οι ανησυχίες της ηλικίας δεν είναι καθόλου ξένα· αντίθετα, αναδύουν ένα διαχρονικό άρωμα, που κρατά από την κατοχική Θεσσαλονίκη του κέντρου μέχρι τα πρώτα μεταχουντικά χρόνια των δυτικών -προσφυγικών ή εσωτερικομεταναστευτικών- συνοικιών (λίγα χρόνια πριν την "ανάπτυξη" που τελικά ταυτίστηκε με την ανάπτυξη του τσιμέντου). Ίδια παιχνίδια, ίδια αγριάδα, ίδια χαρά για ζωή, ίδιες αγωνίες…
Παρά το διαφορετικό -αστικό και κοινωνικό- περιβάλλον οι μνήμες του αναγνώστη αναδύονται ως λαθρεπιβάτες απρόσκοπτα με όλη τη συγκίνηση που φέρνουν μαζί τους ως αποσκευές. Γιατί αν στόχος του Νικηφόρου ήταν η αναβίωση μίας περασμένης εποχής και των παιδικών του χρόνων, τούτο όχι μόνο επιτυγχάνεται για τη δική του γενιά, αλλά και για την επόμενη. Και μάλιστα με τη δυναμική γραφή του ξεπερνά τα στενά όρια της αυτοβιογραφούμενης περιόδου

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Ο «καταραμένος ποιητής» Σαρλ Μπωντλαίρ



Στις 31 Αυγούστου του 1821 αφήνει την τελευταία του πνοή, σε ηλικία μόλις 46 ετών, ο Γάλλος ποιητής, μεταφραστής και κριτικός τέχνης, Σαρλ Μπωντλαίρ. Το έργο του ποιητή της θρυλικής συλλογής Τα άνθη του κακού είχε τεράστιο αντίκτυπο στον γαλλικό συμβολισμό. Επιπλέον, ο Baudelaire υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του έργου του Edgar Allan Poe στη Γηραιά Ήπειρο, το οποίο και διαδόθηκε σε αυτή τη μεριά του πλανήτη χάρη στις μεταφράσεις του «καταραμένου ποιητή», όπως αποκαλείται. 
Ο Μπωντλαίρ για ορισμένους αποτελεί την κριτική και τη σύνθεση του ίδιου του Ρομαντισμού, για άλλους είναι ο θεμελιωτής του συμβολισμού και για άλλους, αμφότερα. Ο Μπωντλαίρ θεωρείται επίσης ο πατέρας του πνεύματος της παρακμής με στόχο τον σκανδαλισμό της αστικής τάξης. Όλοι πάντως συμφωνούν στο ότι το έργο του άνοιξε το δρόμο για την σύγχρονη ευρωπαϊκή ποίηση.
Με επιρροές όπως οι Théophile Gautier, Joseph de Maistre (για τον οποίο είπε ότι του έμαθε να σκέφτεται) και τον Edgar Allan Poe, με τη μετάφραση του έργου του οποίου ασχολήθηκε εκτενώς, τον «ποιητή-ζωγράφο» Eugène Delacroix και τον Édouard Manet, ο ποιητής κατόρθωσε να συνυφάνει στο έργο του την ομορφιά και την σατανική κακία, τη βία και την ηδονή, τη φρίκη και την έκσταση, τη μελαγχολία και το σκοτεινό χιούμορ, τη νοσταλγία και την αίσθηση της κατάρας που κατατρέχει το ανθρώπινο είδος.
«Η πρωταρχική απασχόληση του καλλιτέχνη είναι να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην φύση, ώστε να επαναστατήσει εναντίον της. Αυτή η επανάσταση δεν λαμβάνει χώρα ψυχρά, ως κάτι το δεδομένο, σαν να ήταν κάποιος κώδικας ή ρητορική. Λαμβάνει χώρα παρορμητικά και αφελώς, ακριβώς όπως η αμαρτία, όπως το πάθος, όπως η επιθυμία», εξήγησε ο ίδιος για τις πλάνες του ρεαλισμού. Περιγράφοντας τον Ρομαντισμό, είπε:
«Ο ρομαντισμός δεν βρίσκεται ούτε στην επιλογή του θέματος ούτε στην ακριβή αλήθεια, αλλά περισσότερο σε έναν τρόπο να αισθάνεσαι τον κόσμο». Επιπλέον, ο Baudelaire αρθρώνει την θεμελιώδη αρχή της σύγχρονης αισθητικής: «Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από τις ατραπούς της ζωής. Λέω απλώς ότι πάντα θα ενέχει ένα στοιχείο παραδοξότητας, όχι ηθελημένης αλλά υποσυνείδητης. Και σε αυτήν την παραδοξότητα θα έγκειται και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα το καθιστά ωραίο».
Το γνωστότερο έργο του σήμερα είναι τα Άνθη του Κακού, μια συλλογή η οποία όταν κυκλοφόρησε, το 1857, προκάλεσε τέτοιες αντιδράσεις που ο Μπωντλαίρ καταδικάστηκε για προσβολή της δημοσίας αιδούς, και έξι από τα ποιήματα του απαγορεύτηκαν. Μάλιστα, η εφημερίδα Le Figaro έγραφε λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου: «Σε ορισμένα σημεία αμφιβάλλουμε για την πνευματική υγεία του Κου Μπωντλαίρ. Όμως ορισμένα άλλα δεν μας επιτρέπουν περαιτέρω αμφιβολίες. Κυριαρχεί, ως επί το πλείστον, η μονότονη και επιτηδευμένη επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, των ίδιων σκέψεων. Η αηδία πνίγει την αχρειότητα—για να την καταπολεμήσει σμίγει με το μόλυσμα».
Σήμερα, ο Σαρλ Μπωντλαίρ συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ποιητών της Γαλλίας αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, με το όνομά του να βρίσκεται μεταξύ των Κλασικών. «Ο Σαρλ Μπωντλαίρ είναι ο πρώτος οραματιστής, ο βασιλεύς όλων των ποιητών, ένας θεός» είπε γι’ αυτόν ο νεαρός Rimbaud ενώ χαρακτηρίστηκε «Δάντης μιας παρηκμασμένης εποχής».
Στὸν ἀναγνώστη Ἡ ἀνοησία, τ᾿ ἁμάρτημα, ἡ ἀπληστία κι ἡ πλάνη κυριεύουνε τὴ σκέψη μας καὶ φθείρουν τὸ κορμί μας, κι εὐχάριστα τὶς τύψεις μας θρέφουμε στὴν ψυχή μας, καθὼς ποὺ θρέφουν πάνω τους τὶς ψεῖρες οἱ ζητιάνοι.
Στὰ μετανιώματα ἄναντροι κι ἁμαρτωλοὶ ὡς τὴν ἄκρια, ζητᾶμε πληρωμὴ ἀκριβὴ γιὰ κάθε μυστικό μας καὶ ξαναμπαίνουμε εὔκολα στὸ βοῦρκο τὸν παλιό μας, θαρρώντας πὼς ξεπλένεται μὲ τὰ δειλά μας δάκρυα.
Πάνω ἀπ᾿ τὸ προσκεφάλι μας ὁ Σατανᾶς γερμένος πάντα στὰ μάγια τοῦ κακοῦ τὸ νοῦ μας νανουρίζει, τὴ πιὸ ἀτσαλένια θέληση μεμιᾶς τὴν ἐξατμίζει, αὐτὸς ὁ Μέγας χημικός, ὁ Τετραπερασμένος.
Ὁ Διάολος, τὸ νῆμα αὐτὸς κρατᾶ ποὺ μᾶς κουνᾶ! Τὰ πράματα τὰ βρωμερὰ πιότερο τ᾿ ἀγαπᾶμε, κι ὅλο καὶ πρὸς τὴ Κόλαση κάθε στιγμὴ τραβᾶμε, μὲ δίχως φρίκη, ἀνάμεσα στὸ σκότος ποὺ βρωμᾶ.
Σὰν τὸ φτωχὸ ξεφαντωτὴ ποὺ πιπιλᾶ μὲ ζάλη μιᾶς παλιᾶς πόρνης ἀγκαλιὰ πολιομαρτυρισμένη, κλεφτάτα ἁρπάζουμε κι ἐμεῖς καμιὰ ἡδονὴ θλιμμένη, ποὺ τήνε ξεζουμίζουμε σὰ σάπιο πορτοκάλι.
Σὰν ἕνα ἑκατομμύριο σκουλήκια, μυρμηγκώντας, μὲς στὸ μυαλό μας κραιπαλοῦν τοῦ Δαίμονα τὰ πλήθη, κι ὅταν ἀνάσα παίρνουμε, ὁ Θάνατος στὰ στήθη σὰν ἄϋλος ποταμὸς κυλᾶ, σιωπηλὰ θρηνώντας.
Ἂν τὸ φαρμάκι κι ἡ φωτιὰ κι ἡ βιὰ καὶ τὸ μαχαίρι δὲν ἔχουνε τὰ φανταχτὰ κεντίδια ἀκόμα κάνει στὸ πρόστυχο τῆς μοίρας μας ἄθλιο καραβοπάνι, εἶναι ποὺ λείπει ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ τὸ θάρρος κι ἀπ᾿ τὸ χέρι.
Μὰ μὲς στὶς σκύλες, τοὺς σκορπιούς, τὰ φίδια, τὰ τσακάλια, τοὺς πάνθηρες, τοὺς πίθηκους, τοὺς γύπες, τὰ θηρία ποὺ γρούζουν, σέρνουνται, ἀλυχτοῦν κι οὐρλιάζουν μὲ μανία μέσ᾿ στῶν παθῶν μας τὸ κλουβί, προβαίνει ἀγάλια, θεριὸ πιὸ βρώμικο, κακό, τὴν ἀσκημιὰ νὰ δείξει!
Κι ἂ δὲ σαλεύει κι οὔτε ἀκούει κανένας τὸ οὐρλιαχτό του, ὅλη γῆς θὰ ρήμαζε, καὶ στὸ χασμουρητό του θὰ ῾θελε νὰ κατάπινε τὸν κόσμο -αὐτὸ ῾ναι ἡ πλήξη!- πού, μ᾿ ἕνα δάκρυ ἀθέλητο στὰ μάτια τῆς κοιτάζεις, καθὼς καπνίζει τὸν οὐκᾶ, κρεμάλες νὰ στυλώνει.
Καὶ ξέρεις, ἀναγνώστη, αὐτὸ τὸ τέρας πῶς δαγκώνει! Ὦ ἀναγνώστη ὑποκριτή, ἀδέρφι ποὺ μοῦ μοιάζεις!
Charles Baudelaire

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Μίλτος Σαχτούρης: Ο ποιητής της οδύνης, tvxa, 29.7.15



Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε ἡ ζωή μου
Τὴ μιὰν ἡμέρα ἔτρεμα
τὴν ἄλλην ἀνατρίχιαζα
μέσα στὸ φόβο
μέσα στὸ φόβο
πέρασε ἡ ζωή μου
Δὲν ἔχω γράψει
ποιήματα
δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυροὺς
σὲ μνήματα καρφώνω
«Ὁ στρατιώτης ποιητής», Μίλτος Σαχτούρης, από τη συλλογή «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο κόσμο», 1958
Σαν σήμερα στις 29 Ιουλίου 1919 γεννήθηκε ο Μίλτος Σαχτούρης, ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες ποιητές, τιμημένος με τρία κρατικά βραβεία.
Στο τέταρτο έτος της Νομικής το 1944 αποφάσισε να εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο και να αφοσιωθεί στη μεγάλη του αγάπη: την ποίηση.
Έχοντας ήδη από το 1938 δημοσιεύσει με το ψευδώνυμο «Μίλτος Χρυσάνθης» ένα διήγημα στο περιοδικό «Εβδομάδα», ο Σαχτούρης πρωτοέγραψε ποίηση το 1941. Δυο χρόνια αργότερα γνώρισε τους Οδυσσέα Ελύτη και Νίκο Εγγονόπουλο και συνδέθηκε με στενή φιλία με τον τελευταίο. Ήταν, όμως, ο Ελύτης εκείνος που τον παρότρυνε να εμφανιστεί στο χώρο των γραμμάτων ως ποιητής, στο περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα» το 1944.
Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Η Λησμονημένη», βιβλίο, το οποίο «είναι αφιερωμένο σε αυτή τη γυναίκα, η οποία επανέρχεται και σε άλλα ποιήματά μου αργότερα μέχρι τα Εκτοπλάσματα», όπως θα δηλώσει αργότερα ο ίδιος. Το 1948 εξέδωσε τη συλλογή «Παραλογαίς» και ακολούθησαν πολλές άλλες, με κορυφαία για πολλούς την «Με το πρόσωπο στον τοίχο» το 1952.
Αν και στην αρχή τουλάχιστον της μακρόχρονης πορείας του κατακρίθηκε από πολλούς, ειδικά από τους ποιητές της γενιάς του ’30, οι κριτικοί δεν άργησαν να δώσουν μεγαλύτερη προσοχή στο έργο του σημαντικού αυτού ποιητή. Όσον αφορά τα κυρίαρχα θέματα του έργου του, αυτά αφορούν την περίοδο της κατοχής και της μεταπολεμικής εποχής. Ο Σαχτούρης θεωρείται ότι επηρεάστηκε σημαντικά από το κίνημα του υπερρεαλισμού, αν και παρά τη κυρίαρχη θέση του παραλόγου και του συμβολισμού στα ποιήματά του, δεν θεωρείται ότι εντάχθηκε ποτέ πλήρως στο ρεύμα αυτό.
Τιμήθηκε με τρία βραβεία: Το 1956 με το Α' Βραβείο του διαγωνισμού «Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές» της RAI για τη συλλογή του «Όταν σας μιλώ», το 1962 με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Τα Στίγματα» και το 1987 με το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του «Εκτοπλάσματα». Έργα του Σαχτούρη έχουν μεταφραστεί στη γαλλική, αγγλική, ιταλική, γερμανική, πολωνική και βουλγαρική και ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από τους Μάνο Χατζιδάκι, Αργύρη Κουνάδη, Γιάννη Σπανό, Κυριάκο Σφέτσα και Νίκο Ξυδάκη.
O Βρασίδας Καραλής, τέλος, σε κείμενό του στο περιοδικό «Διαβάζω» με τίτλο «Το μυστήριο της ένοχης συνείδησης στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη», αναφέρει: «Κανένας άλλος ποιητής μας δεν έχει ποτίσει τις εμπειρίες του στην αποσαθρωτική μαγγανεία της ενοχής όσο ο Μ. Σαχτούρης. Οσο και αν άλλοι ερωτοτρόπησαν με αυτό το ρίζωμα, όπως λόχου χάρη ο Δ. Σολωμός στον «Λάμπρο», ο Κ. Καβάφης στα πρώιμα ποιήματά του, ο Κ. Καρυωτάκης στα τελευταία του ποιήματα, όλοι αυτοί βρήκαν τρόπο να ξεφύγουν ή να υπεκφύγουν τον τρομακτικό φόβο του εξατομικευμένου οράματος που γεννάει την ενοχή και τη μετατρέπει σε βάση πνευματικότητας. Ο Σολωμός απέδρασε σε μια άσαρκη και άφυλη anima mundi· Ο Καβάφης σε έναν ερωτισμό της περιέργειας για το ανδρικό σώμα, ενώ ο Καρυωτάκης κατέφυγε στη λαγνεία του κατοπτριζόμενου κορμιού του.
Μπορεί όμως κάποιος να αισθάνεται ενοχή μόνο και μόνο επειδή μισεί τη μητέρα του ή επειδή είναι ομοφυλόφιλος ή επειδή δεν είναι ωραίος σαν τον Απόλλωνα;… Αυτές οι επιδερμικές και ανόητες φοβίες δεν διανοίγουν ποτέ την ατομική εσωτερικότητα στη θεωρία της ίδιας της τυχαιότητας και μοναξιάς· δεν στρέφουν το υποκείμενο προς τον εαυτό του. Το απομονώνουν σε ένα δωμάτιο, απ' όπου μοίρεται και κλαίγεται επειδή δεν αρέσει, επειδή το φαινόμενο δεν θεμελιώνει μια σχέση ελκτική προς το βλέμμα που το αντικρίζει. Από αυτές δυστυχώς τις παιδικές αφέλειες, με όλη τη γοητεία της αμέριμνης αθωότητας, είναι γεμάτη η ποίηση, και ειδικά η ελληνική σε βαθμό απελπισίας.
Με τον Μ. Σαχτούρη όλα αυτά καταρρέουν και διαλύονται· και μαζί του οι δημοτικοφανείς τρόποι μιας ύπαρξης χωρίς εσωτερικές σχέσεις, συγκρούσεις και διλήμματα. Πρώτη λογοτεχνική αφετηρία του έργου του είναι ο παραμερισμός της τοπιογραφίας του Οδ. Ελύτη, του Γ. Σεφέρη, του Α. Εμπειρίκου, ακόμα και του Ν. Εγγονόπουλου. Σε όλη τη γλωσσική ευφορία και ευτοπία αυτών των συγγραφέων, την πίστη τους στην αρτιμέλεια της γλώσσας και την τελειοποιησιμότητα του κόσμου διά του μύθου, ο Μ. Σαχτούρης αντιτάσσει ένα κολαστήριο ψυχών, μια ακοινώνητη γλώσσα, το άσμα μιας ρημαγμένης Κασσάνδρας».

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

Φωτεινή Λαμπρίδη,Συνέντευξη Νένα Βενετσάνου: Ένας ύμνος στην Πόλη, τον Πολίτη και τον Πολιτισμό, tvxs


Η Νένα Βενετσάνου είναι μία σπάνια περίπτωση στο χώρο της ελληνικής μουσικής δημιουργίας. Με το βαθύ λυρισμό, τη δύναμη και την ευαισθησία της φωνής της αλλά και με τις λεπτοδουλεμένες συνθέσεις της, η σημαντική αυτή «πρέσβης» του ελληνικού τραγουδιού σε ολόκληρο τον κόσμο και ανήσυχη δημιουργός στήνει με τον Άγγελο Αγγελή στη σκηνή της Μικρής Επιδαύρου, την Παρασκευή 10 και το Σάββατο 11 Ιουλίου, το δικό της μουσικό τοπίο για να υμνήσει την Πόλη, το Πολίτη, τον Πολιτισμό, τραγουδώντας απλά και λυτρωτικά, τους λόγους που μας κάνουν να νοιώθουμε την αξία, τον παλμό, τη διάρκεια, την ομορφιά και το μέλλον των πόλεων. Συνέντευξη στη Φωτεινή Λαμπρίδη
Μια παράσταση που ο χαρακτηριστικός της τίτλος αντηχεί την ανάγκη των σύγχρονων ανθρώπων να επαναπροσδιορίσουν τη θέση τους μέσα στον πολυπρόσωπο σύγχρονο κόσμο. Η Ν. βενετσάνου μας μιλάει για τις συναυλίες στην Επίδαυρο και κανει ενα σύντομο σχόλιο για τις τρέχουσες εξελίξεις στη χώρα μας.
Κυρία Βενετσάνου τί θα ακούσουμε στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου Παρασκευή 10 και Σάββατο 11 Ιουλίου;
Ένα παραμύθι για το πως γεννήθηκε η ιστορία των ελληνίδων πόλεων, πως  οι άνθρωποι βρήκαν τον ομόηχο Λόγο ανακάλυψαν την Δημοκρατία και πως  όλα αυτά μπορούν ακόμα να εμπνεύσουν τον σημερινό άνθρωπο που νομίζει πως είναι όλα αυτά αυτονόητα.
Πόσο σας επηρεάζει κάθε φορά ο χώρος στον οποίο δίνετε τη συναυλία και με ποιον τρόπο;
Ειδικά η παράσταση αυτή είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον χώρο, μιλά για την αξία που έχει ο χώρος στην καθημερινότητα, μιλά για την ομορφιά του και την καταστροφή του, η οποία όμως δεν είναι ολοκληρωτική γιατί πάντα μένει κάτι να μαρτυράει  το  ανθρώπινο πέρασμα  και εδώ τονίζω ιδιαίτερα την ανάγκη του ανθρώπου να αφήνει τα ίχνη του περάσματός του από τον κόσμο τούτο. Πόσες πληροφορίες δεν έχουμε μέσα από τα παλαιά νεκροταφεία , τα δημόσια κτίσματα, τα τρομερά καμπαναριά , τους ουρανοξύστες... οι άνθρωποι μέσα από τα έργα τους, καλλιτεχνικά και μη, αφήνουν το ίχνος που δεν σβήνει ποτέ.
Ακόμα και η πυρκαγιά, η ατομική έκρηξη η πλήρης καταστροφή έχει το αποτύπωμά της πάνω στη φλούδα της Γης. Ο χώρος όμως αφού δαμάστηκε  το θέμα παραμένει ανοιχτό: Και τώρα πως ζούμε όλοι μαζί;  Έγιναν πολλές προτάσεις  από διάφορους πολιτισμούς  , αλλά η κορυφή της συνύπαρξης είναι η Δημοκρατία  και η Πόλις αποκτά μια άλλη υπόσταση πλέον μετά τον χρυσό αιώνα. Ζούμε σε αυτόν τον τόπο, καθημερινά περνάμε από τα μέρη αυτά, είναι δικά μας όχι μόνο ως χώροι αλλά και ως άυλη κληρονομιά που στέκει μέσα μας , έχει σημασία λοιπόν το πως περνάμε από δίπλα τους , τι νοιώθουμε ,τι σκεφτόμαστε για το μέλλον μας , πόσο μας μιλούν , αν τα βλέπουμε η τα προσπερνάμε…
Δεν είναι για μένα προσωπικά που μιλώ, για τη σχέση μου με το τοπίο, όσο για το πόσο κοπιάσαμε να δαμάσουμε αυτόν τον χώρο και να οργανώσουμε τη ζωή μας. Μια ζωή σκληρή αλλά και χαρούμενη, πλούσια και γεμάτη.
Ο χώρος παίζει στον τόπο μας πολύ μεγάλο ρόλο, έχει σημασία για μας  και σ’ ένα χώρο με τόσο αρχαία ζωή δεν είναι δυνατόν να μην κοιτάς γύρω σου. Όπου παίζω την παράσταση προσθέτω και κάτι από το περιβάλλον για να θυμάμαι και για να τιμώ το μέρος.
Πόλη-πολίτης-πολιτισμός είναι ένα από τα τρίπτυχα που έχετε υμνήσει μέσα από το τραγούδι σας. Ποια είναι θεωρείτε τα βασικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου πολιτισμού των πόλεων και των πολιτών;
Το ότι οι δρόμοι που υποτίθεται μας ενώνουν, μας οδηγούν στη σιωπή. Αυτή είναι η διαφορά του Ελληνικού κόσμου με τον Ρωμαϊκό, αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην Δημοκρατία και το Ιμπέριουμ. Εμείς ζούμε την  καταστροφή της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, μας προτείνουν βασιλευόμενες δημοκρατίες, Ομοσπονδιακές Δημοκρατίες, Ισλαμιστικές Δημοκρατίες, Προεδρικές Δημοκρατίες, συνεπώς η έννοια του πολίτη μέσα σε αυτές αλλάζει, όπως και ο στόχος της, η κεντρική της ιδέα, πόλεις  θέρετρα βουβά το χειμώνα, άδεια το καλοκαίρι, εργοστάσια που γίνονται πολιτιστικά κέντρα και αναρωτιέμαι γιατί; την ίδια ώρα που ξεπηδούν νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων , η πόλεις στρατόπεδα εργασίας.
Οι πόλεις γίνονται εργοστάσια που χάνουν οι άνθρωποι την χαρά τους  και αναλογιστείτε, οι άνθρωποι πρώτα οργάνωσαν τις Πόλεις και μετά την ύπαιθρο, γιατί η πόλις είναι αυτή που προστατεύει τον άνθρωπο , του δίνει ευκαιρίες, τον εμπνέει.. λοιπόν εγώ μιλώ για τη χαρά της Πόλης γιατί την αγαπώ και μου αρέσει να ζω μέσα της.
Υποστηρίζετε συχνά - αν θυμάμαι καλά και πριν την περίοδο της κρίσης- την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της θέσης μας μέσα στον σύγχρονο κόσμο. Πιστεύετε πως ο σύγχρονος πολίτης στρέφεται προς αυτόν το δρόμο;
Θα το ήθελα πολύ, μερικές φορές τα πράγματα αλλάζουν με μαγικό τρόπο, γίνονται θαύματα, πάντα θα συντελούνται ακόμα και αν υπάρχει απόλυτος έλεγχος και ένα απόλυτα  ελεγχόμενο  περιβάλλον, το θαύμα μπορεί να έχει και τη μορφή της μούχλας… Επανάσταση τελικά είναι η αλλαγή της χρήσης των πραγμάτων.
Ακούμε συχνά πως η κρίση είναι πρώτα απ´ όλα πολιτισμική. Θεωρείτε πως τόσο οι πολίτες όσο και οι πολιτικές ηγεσίες την αντιμετωπίζουμε ως τέτοια;
Φυσικά και είναι πολιτισμική. Οι διάφοροι τύποι δημοκρατίας που κυκλοφορούν στη πιάτσα  συγκρούονται, ενώ ξέρουν πως η δημοκρατία είναι το εργαλείο για να ελέγχει ο Λαός την εξουσία, αν δεν έχεις ως Λαός τέτοια δυνατότητα  και σου αρέσει κιόλας… ε είναι θέμα πολιτισμικό.
Αναρωτήθηκα μήπως και η ανοχή της βαρβαρότητας είναι συναίνεση, κατέληξα πως όχι, μια ανεκτική κοινωνία είναι μια υγιής κοινωνία με γνώση γύρω από την ανθρώπινη συμπεριφορά και κρατά τη δικαιοσύνη ως αξία, δεν είναι απλά πιστή εφαρμογή των νόμων, αλλά μια άυλη αξία η οποία κατανοεί. Η Τέχνη δεν ασχολείται με την απόδοση δικαιοσύνης δείχνει απλά ένα δρόμο για να μην γινόμαστε απόλυτοι, αδέκαστοι, σκληροί, ανελέητοι και τελικά βάρβαροι.
Το πώς αντιλαμβάνονται οι σύγχρονες δημοκρατίες τις έννοιες π.χ. Ομόνοια, Ισότητα, Ειρήνη στον σύγχρονο κόσμο, μας δείχνει και το πόσο διαφορετικά είναι τα «γούστα»των ανθρώπων  και το τι επιδιώκουν. Πάντως ένα είναι σίγουρο πως η ανθρωπότητα μετά τον 2ρο Παγκόσμιο πόλεμο συνέταξε τα ανθρώπινα δικαιώματα, όταν έχουμε λοιπόν ερωτηματικά, εκεί πρέπει να ανατρέχουμε και όχι να κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε.
Πρόσφατα κάνατε μια συναυλία για το Σπίτι της Γυναίκας. Με δεδομένη τη διαφορετική θέση της γυναίκας σε διάφορες χώρες και πολιτισμούς ποιο θεωρείτε ότι είναι σήμερα το βασικό αίτημα του γυναικείου κινήματος;
Ο εξανθρωπισμός του Κόσμου. Θα ήθελα, με λίγα λόγια, να πω το γιατί. Λοιπόν, πιστεύω πως ο εξανθρωπισμός του κόσμου εμπεριέχει και την ισότητα, την έννοια της ισότητας, που έπεσε ως σύνθημα στην δεκαετία του 80.
Οι συνθήκες έχουν αλλάξει και στα φεμινιστικά και στα πολιτικά πράγματα. Έχουμε υποχρέωση να βρούμε τρόπους να διευρυνθεί η έννοια ισότητα με τα νέα δεδομένα. Κάποιοι δεν συμφωνούν, π.χ. όσοι καταργούν την ανθρώπινη υπόσταση των γυναικών δια νόμου, πράγμα για το οποίο ο σύγχρονος κόσμος μένει με το στόμα ανοιχτό, αλλά δεν κάνει αυτό που πρέπει για να σταματήσει το κακό... αντίθετα ο μισογυνισμός θεριεύει, η βία κατά των γυναικών επίσης, η προστασία της Μητρότητας σκοντάφτει και  έχουμε πολλά περιστατικά υπονόμευσης των γυναικείων δικαιωμάτων.
Χρειάζεται επομένως να διευρύνουμε την πολιτική διάσταση του φεμινισμού, ορίζοντάς τον ξανά και επαναφέροντάς τον δυναμικά μέσα στην πολιτική με  συμμετοχή των γυναικών, αλλά χρειάζεται να συντονιστεί και εκ της βάσης του ως κίνημα η μάλλον ως διάφορες συλλογικότητες που είναι  ισχυρές  αν και δεν φαίνονται. Οι γυναίκες δεν είμαστε κάπου προστατευμένες εκτός κοινωνίας , δεν ζούμε παράμερα , συμμετέχουμε και έχουμε λόγο για όσα συμβαίνουν, καιγόμαστε να αλλάξουν τα πράγματα, δουλεύουμε καθημερινά σε διπλές βάρδιες ,απλά έχουμε άλλο τρόπο και άλλο κώδικά επικοινωνίας, άλλες αξίες, άλλες προτεραιότητες, που πρέπει να εισακουστούν και να γίνουν αποδεκτές απ’ όλους για το καλό του συνόλου. Ποιος θα φανταζόταν πως θα τολμούσαν σήμερα κάποιοι Έλληνες βουλευτές  μέσα στην κρίση να χρησιμοποιήσουν επικριτικά το φύλο πχ της προέδρου της Βουλής των Ελλήνων;  Από πού πηγάζει αυτό το δικαίωμα; Γιατί δεν διαμαρτυρήθηκαν οι υπόλοιποι; Αν έγινε αυτό με τόσο θράσος, τόσο απροκάλυπτα, σκεφτείτε τι γίνεται παρακάτω. Είναι πολύ οδυνηρό για όλες τις γυναίκες να διαπιστώνουμε πως δεν μας υπολογίζουν την στιγμή που αγωνιζόμαστε να κρατηθεί η χώρα μας με κάθε τρόπο. Ο εξανθρωπισμός λοιπόν του κόσμου αρχίζει από δω…
Μετά την Επίδαυρο τι ετοιμάζετε;
Συναυλίες, ηχογραφήσεις. Δεν μπορούμε να προγραμματίσουμε πια πολλά πράγματα, όλοι είμαστε μέσα στην αβεβαιότητα. Εύχομαι να ξεκολλήσουμε.
Ένα σχόλιο για το δημοψήφισμα
Μα το δημοψήφισμα χαρακτηρίζεται εκβιασμός από κέντρα που  συστηματικά ενοχοποιούν διεθνώς τον Ελληνικό λαό για δήθεν συνενοχή του στο τραπεζικό σύστημα που κατέστρεψε τη χώρα! Ξεχάσανε τον νόμο Πομπιντού που έδωσε το πράσινο φως να χωθούν οι τράπεζες στα οικονομικά των ευρωπαϊκών χωρών; Παραβλέπουμε ότι το χρέος μας είναι απεχθές, κατασκευασμένο και βάση αυτού μας έχουν σκλαβώσει με δύο μνημόνια οι κομπιναδόροι που δρουν για να βουτάνε δημόσιο χρήμα; Οι Έλληνες δεν θέλουμε να βγούμε από την Ευρώπη, ούτε μνημόνια  θέλουμε, πόσο μάλλον να διαμορφωθεί  μια Περονική Ευρώπη… με ηλεκτρονικά ρολόγια σε κάθε πλατεία που σου λένε πόσο πέφτει το χρέος… άμα πληρώνεις τον ΕΝΦΙΑ.