Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΓΙΑ ΔΙΑΒΑΣΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΓΙΑ ΔΙΑΒΑΣΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Γιώργος Περαντωνάκης, Πυθαγόρας, μυθιστόρημα, Καστανιώτης 2020

Γιατί ο αφηγητής έχει δέσει τον αδελφό του και του μιλά, χωρίς να περιμένει απάντηση; Τι κρύβεται πίσω από το προσωνύμιο «Πυθαγόρας», που έχει αποκτήσει ο αμίλητος αδελφός; Ο αφηγητής είναι εξοργισμένος και λυπημένος, καθώς δυο χρόνια τώρα, τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης, αντιμετωπίζει τη σιωπή του Πυθαγόρα, ο οποίος έχει σταματήσει κάθε επαφή με τον μεγάλο αδελφό του.
Ο αφηγητής αναζητεί μια χαραμάδα να μάθει, να καταλάβει, να συνειδητοποιήσει ποιος είναι ο βαθύτερος λόγος γι’ αυτήν την αναίτια διαμάχη. Η πορεία των εικασιών οδηγεί κλιμακωτά στην αποκάλυψη ότι η αδελφική σύγκρουση αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη κοινωνική διπολικότητα.
Η ιστορία του Πυθαγόρα είναι η προσωπική πλευρά ενός κοινωνικού διχασμού, ενός αδελφικού εμφύλιου που υποκρύπτει επαγωγικά μια πολιτική διάσταση. Πίσω από την εξιστορούμενη απόσταση, κρύβεται η αποστροφή προς έναν ρατσιστικό, εθνικιστικό λόγο και πράξεις, η ντροπή για μια στάση ζωής που εχθρεύεται τους άλλους και εκδικείται τη διαφορετικότητα.

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2019

Μόργκαν Σπόρτες, Όλα , τώρα, μυθιστόρημα, μφρτ. Γιώργος Καράμπελας, Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ 2018





Ευάγγελος Αρεταίος, Σαν άμμος που χάνεται.Στιγμές από τη ζωή δεκαέξι γυναικών, διηγήματα.Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ 2018





Νίκη Σταυρίδη, Μικρές αστόλιστες ιστορίες. Διηγήσεις, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2018





Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

Νέες κυκλοφορίες στη σειρά "Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία", εκδόσεις ΕΣΤΙΑ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
"Ο ταχυδρόμος"
Μυθιστόρημα
Σελ.: 232, τιμή: 15 ευρώ
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
Ο ήρωας του βιβλίου, ένας ταπεινός ταχυδρόμος, αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία του, που διαδραματίζεται σε μια ορεινή κοινότητα της μεταπολεμικής Κρήτης. Ευαίσθητος παρατηρητής μιας σκληρής πραγματικότητας, ο ταχυδρόμος άγεται και φέρεται από την κοινωνία, από προξενιά με πλεκτάνες, από ατελέσφορες αγάπες, τέλος από έναν έγγαμο βίο με πολλά μυστικά και ψέματα – ώσπου κάποτε αφυπνίζεται και γίνεται ο ίδιος δράστης οδηγώντας την αφήγηση στην πλήρη ανατροπή της πλοκής και εκτινάσσοντάς την προς τη δραματική κάθαρση.
Η αγάπη και οι δυνατότητές της, οι αυστηροί περιορισμοί των εθίμων στα υψόμετρα των βουνών, η μνήμη, ο έρωτας και ο θάνατος αναπτύσσονται με μια γλώσσα ποιητική, σπάνιας ωριμότητας στην πεζογραφία μας – μιας γλώσσας που δεν αφήνει περιθώρια στη συγκίνηση να «καταπιεί» την αφήγηση. Η γλώσσα γίνεται και αυτή πρωταγωνίστρια του βιβλίου, επαναφέροντας με ορμή το ερώτημα περί της αυθεντικής λογοτεχνίας.
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ:
Ο Γιώργος Ν. Παπαδάκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1959. Σπούδασε Θεολογία, Φιλοσοφία και Ιστορία της Τέχνης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, απ’ όπου απέκτησε τον τίτλο του Διδάκτορα Φιλοσοφίας. Έχει ειδικευθεί στη μεσαιωνική τέχνη και στην τέχνη της πρώιμης Αναγέννησης. Υπηρετεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση από το 1989 και σήμερα είναι Διευθυντής Σχολείου στην Αθήνα. Έργα του: Ιστορία μιας ανοχύρωτης νιότης, μυθιστόρημα, Εστία 1994˙ Ο Ιούλιος δεν έχει τύψεις, ποιητική συλλογή, Δωδώνη 1999˙ Μικρή ιστορία του φωτός στη θρησκευτική τέχνη του Βυζαντίου και της Δύσης – το φως και το σώμα, μονογραφία, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2014˙ Η πρώιμη Αναγέννηση στην Ιταλική ζωγραφική, μελέτη, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα, 2015.

ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ
"Πάρκο"
Μυθιστόρημα
Σελ.: 284, : 14 ευρώ
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
Ένα μυθιστόρημα όπου η μνήμη και η φαντασία σμίγουν. Αρχείο και τεκμηρίωση σε ένα μοντάζ ονείρων. Η Αθήνα που πάλλεται από το αφηνιασμένο ροκ αλλά και την έκρηξη της κουλτούρας στην αυγή της Μεταπολίτευσης. Βιβλία, δίσκοι, ταινίες και περιοδικά που καθόρισαν έναν τρόπο ζωής που αρνιόταν ακόμα και την άρνηση. Αιρετικοί των αιρέσεων, ατίθασοι ποιητές, ρομαντικοί τυχοδιώκτες, αμετανόητοι εραστές, μοιραίες κοπέλες και ατίθασα νιάτα σ᾽ έναν τρελό χορό έντασης και πάθους με καταλύτη το χιούμορ. Το Πάρκο ολοκληρώνει την Τριλογία του Χάους, μετά τον "Διασυρμό" και το "Αγάπη/Love".
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ:
Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης (Απρίλιος 1960) είναι ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας. Έχει γράψει την Τριλογία του Χάους (Διασυρμός, Αγάπη/Love, Το Πάρκο). Επίσης, βιβλία για τον Guy Debord, τον William Burroughs, και τα Πρωτοποριακά Κινήματα Τέχνης. Διευθύνει το περιοδικό Κορέκτ. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών και της Εταιρείας Συγγραφέων.


ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΣΦΥΡΙΔΗΣ
"Καρκίνος"
Μυθιστόρημα
Σελ.: 172, τιμή: 11 ευρώ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
"Με το που γύρισα από τη Σκύρο τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη, έτρεξα αμέσως σε μια άλλη κλινική –μάθαινα από γνωστούς νέα του στο νησί– όπου τον είχαν πάει, γιατί πλησίαζε το τέλος του. Με υποδέχτηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα, μαυροντυμένη, που μου συστήθηκε ως η μεγάλη του αδελφή (ο φίλος μου ήταν μοναχογιός) και σε μιαν άκρη, πάνω σε μια καρέκλα, καθόταν μια ακόμα μαυροφορεμένη γριά, ένα χούφταλο, πάνω από τα ενενήντα της. «Η μάνα μας», μου ψιθύρισε η αδελφή του. Εν τω μεταξύ είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο που είχε στείλει για τύπωμα. Ο φίλος μου βρισκόταν βυθισμένος στο κρεβάτι του μ’ έναν ορό στο χέρι. Τον χάιδεψα, του φίλησα το μέτωπο και ζαλισμένος, άνοιξε τα μάτια του. Μόλις με αναγνώρισε, έβγαλε μια αδύνατη φωνή χαράς, ένα «χα, χα, ήρθες;». «Ήρθα», του είπα, «για να μου πεις αν σ’ άρεσε και πόσο χάρηκες για το καινούργιο σου βιβλίο που από το ίντερνετ έμαθα πως κυκλοφόρησε εδώ και δυο βδομάδες.» Με κοίταζε σαν χαμένος. «Δεν σου το έφεραν; Κανείς;» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. […] Όταν του το πήγα, το έπιασε στα χέρια του, μια σπίθα χαράς άστραψε στα μάτια του, που τα έκλεισε όμως γρήγορα πάλι. Ανοίγοντας σιγανά την πόρτα του θαλάμου για να φύγω, γύρισα το κεφάλι μου και είδα πάνω στις δυο καρέκλες δυο μαυροφορεμένες φιγούρες, σαν σκιές, να περιμένουν τον θάνατο του παιδιού και αδελφού τους. Ο φίλος μου πέθανε στα εβδομήντα πέντε του χρόνια, δυο μέρες αργότερα. Ήταν έντεκα Σεπτεμβρίου του 2010."
Στηριζόμενες σε αληθινά γεγονότα, οι διηγήσεις του μάχιμου γιατρού Περικλή Σφυρίδη αποτυπώνουν με μοναδικό τρόπο, χωρίς να υποκύπτουν στις σειρήνες της δραματοποίησης, όλες τις πτυχές της σοβαρής ασθένειας, αλλά και άλλων, αντιπροσωπευτικών της εποχής μας. Από τον πόνο, την αγωνία και την ελπίδα των ασθενών, των δικών τους και των γιατρών, μέχρι τις κοινωνικές προκαταλήψεις και τις στρεβλώσεις ενός δημόσιου και ιδιωτικού συστήματος υγείας, ο Περικλής Σφυρίδης, με τη γνώση που του προσφέρει η εμπειρία δεκαετιών στα δημόσια νοσοκομεία, αλλά και τη δύναμη της λογοτεχνικής γραφής, σκιαγραφεί τα ήθη μιας ολόκληρης κοινωνίας και εποχής.
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ:
Ο Περικλής Σφυρίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1933, όπου και ζει. Απόφοιτος του Αμερικανικού Κολεγίου «Ανατόλια», της τάξης του 1952. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ως μαθητής της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής) και εργάστηκε ως καρδιολόγος μέχρι το 1994. Διετέλεσε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (1975-1981).
Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, δώδεκα συλλογές διηγημάτων, δύο μυθιστορήματα και ένα αυτοσχόλιο πνευματικής πορείας. Κυκλοφόρησε μελέτες για λογοτέχνες, ζωγράφους και τρεις ανθολογίες για τους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης, μία εκ των οποίων μεταφράστηκε στα γερμανικά και άλλη στα αγγλικά.
Διηύθυνε τα περιοδικά της Θεσσαλονίκης Τραμ (1987-1991/1996) και Παραφυάδα (1985-1990). Συνεργάστηκε με τα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά. Δύο βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα ολλανδικά και πολλά διηγήματά του στα γερμανικά, αγγλικά και ολλανδικά. Για το πεζογραφικό του έργο έχουν δημοσιευθεί κριτικά κείμενα και αυτοτελείς μελέτες, όπως το βιβλίο της αναπληρώτριας καθηγήτριας του Α.Π.Θ. Σωτηρίας Σταυρακοπούλου, Περικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του (Eστία 2011).
Από τις εκδόσεις της Εστίας κυκλοφορούν επίσης η συλλογή διηγημάτων του Το πάρτι και άλλα διηγήματα (2011), το μυθιστόρημα Ψυχή μπλε και κόκκινη (2013) τα Ζωοφιλικά. Μια μαρτυρία και δώδεκα διηγήματα (2014), Παραφυάδες ΙΙΙ. Κείμενα λογοτεχνίας και βιβλιοκρισίες 2009-2013 (2015) και Τα κοινωνικά διηγήματα (2016).

Νέες κυκλοφορίες στη σειρά "Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία"

ΝΙΚΗ ΣΤΑΥΡΙΔΗ
"Μικρές αστόλιστες ιστορίες"
Διηγήσεις
Σελ.: 116, τιμή: 14 ευρώ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
Εικόνες και στιγμιότυπα αποχαιρετισμού από μια περασμένη εποχή στην Πόλη. Ο Γιούρι, η Θάλεια Νομίδου, το Αμπίτ Χαν, η Ρωμαλέα, η γιαγιά, η άλλη γιαγιά, το παλιό Larousse, οι «Τετράρχες» στο παλάτι των Δόγηδων, που άφησαν το ένα ποδαράκι τους στον Ιππόδρομο της Κωσταντινούπολης, ο Νεντίμ, η εκδρομή στο Γιάκατζικ που δεν έγινε, η Κάρεν και τα τσιμισίρια, η πολυκατοικία «Τουγμπά» στο Μπεμπέκι, η θεία Αυγούστα, το Γκέμλικ, τα μνήματα στο Μπαλουκλή (ελληνικά), τα μνήματα στο Καντίκιοϊ (ελληνικά), τα μνήματα στο Ζιντζιρλίκουγιου (τουρκικά), το βιολί και το κοντσέρτο του Βιενιάφσκι, η Κική, η Αρασιά, τα πετραδάκια της Μπρούσας, τα ιτσλί, ο Γιάννης, ο Βασίλης, το αηδόνι στο Νηχώρι... Πρόσωπα και σημεία μέσα στον χρόνο και τους τόπους. Μια φευγαλέα καταγραφή, «άφκιαστη κι αστόλιστη». Επειδή, «Αν δεν το διηγηθείς, δεν υπάρχει».

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ:
Η Νίκη Σταυρίδη γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1954. Στην Αθήνα από το 1979. Έχει ζήσει επίσης στη Μυτιλήνη και τη Βενετία. Έχει διασχίσει τρεις φορές τις Ποντικές Άλπεις (Κάτσκαρ) στην Τουρκία. Ανέβηκε μερικές φορές τον Όλυμπο, μία από αυτές και στον Μύτικα. 
Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στην Κωνσταντινούπολη και Κοινωνική Ανθρωπολογία στη Μυτιλήνη.Μεταφράζει από και προς τα τουρκικά, από τα αγγλικά και τα ιταλικά. Έχει μεταφράσει στα τουρκικά "Το καπλάνι της βιτρίνας" της Άλκης Ζέη, το "Καληνύχτα Μαργαρίτα" του Δημήτρη Χατζή κ.ά. Από τα αγγλικά έχει μεταφράσει "Tο πηγάδι της μοναξιάς" της Ράντκλιφ Χολ (Εκδόσεις Κουκκίδα) κ.ά. 
Έχει μεταφράσει από τα τουρκικά και επιμεληθεί την έκδοση "Ημερολόγιο εξορίας - Ερζερούμ 1943 του Γιώργου Χατζηδημητριάδη", με επίμετρο του καθηγητή Αϋχάν Ακτάρ (Εκδόσεις της Εστίας, 2010). Επίσης έχει μεταφράσει από τα τουρκικά το βιβλίο "Δεν έχω πατρίδα - έχω τον τόπο μου. Ρωμιοί της Πόλης: Χώρος - Μνήμη - Τελετουργίες" (Εκδ. Πατάκη) μία έρευνα κοινωνικής ανθρωπολογίας, της Νουρντάν Τουρκέρ. Συμμετείχε για χρόνια σε ομάδες του αυτόνομου γυναικείου κινήματος. Καρπός της δουλειάς μιας εξ αυτών είναι το συλλογικό βιβλίο "...και μετά τα πενήντα τι; Μαρτυρίες γυναικών για τη μέση ηλικία" (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2011).

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΡΕΤΑΙΟΣ
"Σαν άμμος που χάνεται
Στιγμές από τη ζωή δεκαέξι γυναικών"
Διηγήματα
Σελ.: 136, τιμή: 14 ευρώ
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
«Όλες αυτές τις γυναίκες τις έχω γνωρίσει. Με διαφορετικά ονόματα, αλλά σ’ αυτές τις συγκυρίες. Με κάποιες διασταυρωθήκαμε για λίγο στις περιπλανήσεις μου, με άλλες συνδεόμαστε για χρόνια. Τις θαύμασα για την αστείρευτη δύναμή τους, τη δίχως τέλος αντοχή τους, την ικανότητά τους να παλεύουν, η καθεμιά με τον τρόπο της, και να πιστεύουν σε κάτι ευγενικό. Θέλησα να γράψω για να μη λησμονηθούν οι αγώνες τους κι όλα αυτά που γίνονται γύρω τους. Κι έγραψα για όσα ένιωσαν τις στιγμές αυτές που το πεπρωμένο τούς έφερε να ζήσουν, αφήνοντας συχνά τη φαντασία μου να περιπλανηθεί στη ζωή και στα βάθη της ψυχής τους. Συνεχίζουν να ζουν, η καθεμιά κάτω από τον δικό της ουρανό, με τα δικά της προβλήματα, τα δικά της όνειρα, τις δικές της απελπισίες, τις δικές της ελπίδες. Είναι όμως στο βάθος τόσο όμορφα ίδιες. Εγώ μονάχα έγραψα• το βιβλίο αυτό είναι δικό τους...»
ΕΥ. ΑΡΕΤΑΙΟΣ
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ:
Ο Ευάγγελος Αρεταίος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Είναι δημοσιογράφος στην κυπριακή εφημερίδα Πολίτης και στον ελληνικό συνδρομητικό ιστότοπο Inside Story και καλύπτει θέματα Ε.Ε. και Τουρκίας. Από το 1996 μέχρι σήμερα επισκέπτεται συστηματικά την Τουρκία και ταξιδεύει στη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ευρώπη. Έχει ζήσει και εργαστεί ως ανταποκριτής ελληνικών μέσων ενημέρωσης στην Κωνσταντινούπολη από το 1999 μέχρι το 2007. Έχει σπουδάσει νομικά στη Γαλλία και ισλαμικές σπουδές στο Βέλγιο. Έχει δημοσιεύσει δυο μυθιστορήματα και ένα δημοσιογραφικό οδοιπορικό για την πολιτική και κοινωνία στην Τουρκία.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

Δημήτρης Μεσορράχης,Η ανάβαση, μυθιστόρημα.Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ 2018

Κατερνίνα Σχινά, Καθημερινή, 25.2.18
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΕΣΟΡΡΑΧΗΣ
Η ανάβαση
Εκδόσεις της Εστίας, σελ. 166
Ο ​​Κοσμάς Λούκος είναι βιομηχανικός σχεδιαστής. Εχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Μηχανικών Σχεδίασης Προϊόντων και Συστημάτων της Σύρου, έχει δοκιμαστεί στον σχεδιασμό κατασκευάζοντας μια τσάντα πλάτης «από ένα κομμάτι πλαστικό πλέγμα και μερικά δεματικά καλωδίων» (ένα «εκκεντρικό αξεσουάρ» για τις κοσμικές παραλίες που θα φορεθεί αρκετά προτού αντιγραφεί από κάποια κινεζική βιοτεχνία, η οποία και θα πλημμυρίσει φτηνές εκδοχές της την αγορά), κι έχει μόλις κερδίσει μια περιζήτητη θέση στην εταιρεία 3Σ στους κόλπους της οποίας σχεδιάζονται σχεδόν τα πάντα – από οδοντόβουρτσες μέχρι εξαρτήματα αυτοκινήτων. Είναι πανέτοιμος λοιπόν «να παρέμβει δημιουργικά σε όλες τις φάσεις του “κύκλου ζωής” ενός προϊόντος, συστήματος, υπηρεσίας, ξεκινώντας από την αναγκαιότητα ύπαρξής του, τη μορφή του, την κατασκευή πρωτοτύπων, μέχρι και τη σχεδίαση της παραγωγής του», σύμφωνα, πάντα, με την περιγραφή των δεξιοτήτων που παρέχει σε έναν απόφοιτό της η σχολή της Σύρου. Και με την πρόσληψή του, ξεκινούν οι περιπέτειές του στον χώρο της παραγωγής.
Είναι ένας ασυνήθιστος μυθιστορηματικός ήρωας ο Κοσμάς Λούκος. Απολαμβάνει μεν τις προκλήσεις και τα προνόμια μιας θέσης –«ιερό δισκοπότηρο σχεδιασμένο από τον Φίλιπ Σταρκ» τη χαρακτηρίζει– στην πολυεθνική εταιρεία, τον χαροποιεί, όμως, περισσότερο που ο διορισμός του κατασιγάζει επιτέλους τις ανησυχίες του για την επαγγελματική του αποκατάσταση. Η αναζήτηση λύσεων τον διεγείρει καθεαυτήν· όμως στις στιγμές της αμφιβολίας –που δεν είναι λίγες– διαπιστώνει πως, στο πεδίο της καινοτομίας όπου δραστηριοποιείται, ό,τι έως πρόσφατα αποτελούσε αρχή ισορροπίας –η εξυπηρέτηση των αναγκών– έχει εκπέσει σε μια αχαλίνωτη παραγωγικότητα που αυξάνεται ασύμμετρα προς τους ίδιους τους σκοπούς της. Βλέπει ότι τα πράγματα έχουν αδειάσει από την ουσία τους, την αξία τους, την αναφορά τους· όσο για τους ανθρώπους, αυτοί μεν μπορεί να ζουν μέσα στην έκσταση της επίδοσης, το χάσμα, ωστόσο, που γεννά η έκλειψη του νοήματος απειλεί να τους καταπιεί. Τα συναισθήματα αφυδατώνονται, το σώμα εξορκίζεται διά των σημείων του σεξ. («Πιστεύεις ότι είμαστε απλώς ένα σόφτγουερ και ένα χάρντγουερ;», ρωτάει ο Κοσμάς τη νεαρή συνάδελφο με την οποία, λίγο αργότερα, θα συμβρεθεί σεξουαλικά κρατώντας πάντα, κατ’ απαίτησή της, «τα αισθήματα υπό έλεγχο». «Τι άλλο;», του απαντά εκείνη. «Αρα για την ώρα είμαστε δύο μηχανές που κάθονται δίπλα δίπλα», συμπεραίνει ο Κοσμάς). Ο καταναλωτισμός επελαύνει απερίσταλτος, επειδή δεν διέρχεται από τη μέσευση του νοήματος. («Τι είναι αυτό που σε κάνει να ανοίγεις το πορτοφόλι σου;», ρωτάει τον Κοσμά ο προϊστάμενός του. «Δεν ξέρω. Είναι στιγμές που θέλω να αγοράσω κάτι», αποκρίνεται εκείνος. «Γιατί;» «Δεν ξέρω».) Μόνο η τέχνη ανοίγει μια δίοδο στο θαύμα, στο απροσδόκητο που «κανένα σχέδιο δεν μπορεί να το προβλέψει», στον έρωτα που δεν περιορίζεται σε απλή ανταλλαγή σωματικών υγρών.
Ο Δημήτρης Μεσορράχης, με το πρώτο του μυθιστόρημα, εισάγει τον αναγνώστη σε ένα σύμπαν κλειστό, φαινομενικά στέρεο αλλά στην ουσία ευάλωτο – γιατί ο κόσμος της τεχνολογίας και της μηχανοποίησης, έτσι που έχει ξεφορτωθεί την ουσία του για να μπορέσει να πολλαπλασιαστεί και να επεκταθεί, μοιάζει με άνθρωπο που έχει χάσει τη σκιά του, ενώ ταυτόχρονα κάνει τους ανθρώπους που εμπλέκει στα γρανάζια του να χάνουν και τη δική τους σκιά, με άλλα λόγια, να πορεύονται μισοί, ανολοκλήρωτοι. Ο αφηγητής του μετέχει σ’ αυτόν τον κόσμο, συμπράττει στον συχνά παραληρηματικό υπερθεματισμό της «καινοτομίας» –ο οποίος συνιστά, εξάλλου, το ξεχωριστό του ιδιόλεκτο–, εκθέτει με τη στεγνή, σχεδόν τεχνική του γλώσσα τις συντεταγμένες μέσα στις οποίες κινούνται ο ίδιος και οι συνάδελφοί του. Ομως αυτή, ακριβώς, η στεγνή, τεχνική γλώσσα είναι το όχημα της ειρωνείας του, ειρωνείας υποδόριας, αναλυτικής και συνάμα διεγερτικής, η οποία μιμούμενη τις ψευδείς αλήθειες τις υποχρεώνει να εκτυλίσσονται, να ανοίγουν τις αποσκευές τους, να αποκαλύπτουν τον παραλογισμό τους.

Δημήτρης Μεσορράχης,Η ανάβαση, μυθιστόρημα.Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ 2018


Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2018

Παναγιώτης Σ. Χατζημωυσιάδης, Η ιδιωτική μου αντωνυμία Κίχλη 2018

H ποιητική της βραχύτητας

E-mailΕκτύπωση
altΓια τη συλλογή μικροαφηγημάτων του Παναγιώτη Σ. Χατζημωυσιάδη «Η ιδιωτική μου αντωνυμία» (εκδ. Κίχλη).
Του Δημήτρη Χριστόπουλου
Οι απόψεις διχάζονται. Μερικοί λένε, πως όταν γράφεις, μπορείς να δεις καλύτερα το πρόσωπό σου. Και άλλοι το θεωρούν μάταιο όλο αυτό· καθώς το πρόσωπο καθρεφτίζεται στο νερό, βλέπουμε ναρκισσιστικά αυτό που θέλουμε να δούμε.
Ο Χατζημωυσιάδης πειραματίζεται με τη μικρομυθοπλασία ως νέο είδος, ίσως το πιο απαιτητικό είδος πρόζας αυτή τη στιγμή. Καταφέρνει, ωστόσο, με επιτυχία να συμπυκνώσει ολόκληρες ιστορίες με τέτοιο αφηγηματικό πλάτος που χωράνε μέσα σε 120 με 150 λέξεις το πολύ.
Ο Χατζημωυσιάδης, σαρκάζοντας την περιχαράκωση της λογοτεχνίας στη σφαίρα του ιδιωτικού, γίνεται τόσο αυτοαναφορικός όσο χρειάζεται, ώστε μιλώντας για τον πολλαπλό «εγώ» που καθημερινά αναμετριέται με τις λέξεις, να μιλά συχνά με σπαραγμό για τον άλλο «εγώ», στον οποίο ο καθένας μπορεί να δει το άμορφο πλάσμα που εγκυμονεί. Αυτό που άλλοτε μοιάζει με μεταλλαγμένο βάτραχο, άλλοτε με ξωτικό του δάσους κι άλλοτε με φοβισμένο παιδάκι που αποζητά την αγκαλιά της μάνας του, μεγαλώνοντας στα χρόνια της Μεταπολίτευσης σε ένα χωριό της Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο ανασυστήνεται διά της γραφής, κάπου στη μεθόριο της μεθορίου.
Ο Χατζημωυσιάδης πειραματίζεται με τη μικρομυθοπλασία ως νέο είδος, ίσως το πιο απαιτητικό είδος πρόζας αυτή τη στιγμή. Καταφέρνει, ωστόσο, με επιτυχία να συμπυκνώσει ολόκληρες ιστορίες με τέτοιο αφηγηματικό πλάτος που χωράνε μέσα σε 120 με 150 λέξεις το πολύ. Άλλωστε το πιο «εκτενές» πεζό αποτελείται μόλις από 471 λέξεις. 145 μικρά πεζά χαμηλής φωνής και εξαντλητικών αφαιρέσεων, κατανεμημένα σε εννέα ενότητες, όσα και τα είδη των αντωνυμιών, μινιατούρες που ανασύρονται από τα συρταράκια και τις παράνομες χωματερές της μνήμης, που σαν τον επιδέξιο ρακοσυλλέκτη ο συγγραφέας ξέρει να διαλέγει ό,τι πολύτιμο οφείλει να διασώσει ανάμεσα σε τόνους μνημονικών απορριμμάτων.
Κείμενα που μπορούν να εγγραφούν στον λογοτεχνικό κανόνα εφόσον διαθέτουν σαφή αφηγηματική διάθεση (έ­στω με στοι­χει­ώ­δη πλο­κή, δρά­ση, χα­ρα­κτήρες) ή/και χρη­σι­μο­ποι­ών­τας αφηγηματικές τεχνικές όπως το παι­χνί­δι, την ειρωνεία, το χιούμορ, την ανατροπή, το παράδοξο, τη δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα. Κείμενα που θυμίζουν ενίοτε τα γκράφιτι τον Μάη του ’68 στο Παρίσι, καθώς συνδυάζουν βρα­χύ­τη­τα, ευφυΐα και κρι­τι­κή κοι­νω­νι­κή πρα­κτι­κή. Κείμενα που δεν διολισθαίνουν σε έναν στείρο αυτοβιογραφισμό ή σε μια επαναλαμβανόμενα κουραστική μανιέρα, κείμενα –σε μεγάλο μέρος τους– αυτοαναφορικά και αναστοχαστικά για τον ρόλο της γραφής. Μια συνεχής έκθεση, μια αδιάκοπη περιφορά του βλέμματος τις νύχτες, μια ασέλγεια στα πιο αγαπημένα πτώματα και τους σκοτωμένους γιους που επιστρέφουν ύστερα από τριάντα χρόνια. Μια απόπειρα ανασύστασης προσώπων που ποτέ δεν πέθαναν, αλλά ζουν κουρνιάζοντας πίσω από τα αποσιωπητικά.
Πολλοί θα πουν ότι το νέο αυτό είδος αφορά σε επιπόλαια λεκτικά πυροτεχνήματα. Ωστόσο, τα 145 μικροαφηγήματα του Χατζημωυσιάδη απαιτούν οξύνοια, απόλυτη συγ­κέν­τρω­ση και ευρυμάθεια. Ειδάλλως, η πλούσια διακειμενικότητα, η υπαινικτικότητα και η νοηματική συμπύκνωση δύσκολα μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τον μη επαρκή και επιπόλαιο αναγνώστη. Και εδώ βρίσκεται ο όποιος σκεπτικισμός μου. Τα «μικρά πεζά», όπως τα ονομάζει ο ίδιος ο συγγραφέας στο εξώφυλλο του βιβλίου του, απαιτούν «αργή», προσεκτική και πολλαπλή ανάγνωση· όχι τη φευγαλέα ματιά της ψηφιακής ανάγνωσης που αντιλαμβάνεται μονάχα τα ρητά μέρη ενός κειμένου, ανίκανη όμως να διαβάσει ανάμεσα στα διάκενα και πίσω από τις λέξεις τις σύνοδες σιωπές, που συχνά είναι πιο ηχηρές και από αυτό που λέγεται ρητά. Οι αμφιβολίες μου εκκινούν από το αν είμαστε εξοικειωμένοι και έτοιμοι να διαβάσουμε και να απολαύσουμε παρόμοια κείμενα, λόγω της ανεξέλεγκτης διαδικτυακής παραγωγής που συχνά τρέφει φιλοδοξίες λογοτεχνικής και εκδοτικής καταξίωσης.
Μια γλώσσα ποιητικής πρόζας και ανάλογου ήθους, που η κατάκτησή της μέσα στο σύστημα της χρηστικής γλώσσας είναι το μόνιμο και διαρκές διακύβευμα του συγγραφέα, όπως άλλωστε αποδεικνύεται αν κανείς έχει υπόψη του το σύνολο έργο του.
Άφησα κάπου στη μέση του σημειώματός μου να μιλήσω για τη γλώσσα. Επιλέγοντας αναπόφευκτα την πρωτοπρόσωπη, ως επί το πλείστον, αφήγηση και το αθώο ή και αφελές βλέμμα του μικρού παιδιού που σταδιακά ενηλικιώνεται τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, ο συγγραφέας μάς χαρίζει κείμενα επιτηδευμένα απροσποίητου λόγου ή εντέχνως ακκιζόμενου καλλιεργημένου λόγου που η χρήση του παραπέμπει ευθέως στη θεωρία περί πολυγλωσσισμού του Μπαχτίν, δίχως να διολισθαίνει σε μια ιδιωματικού τύπου γλωσσική επιλογή ως δείγμα «ηθογραφισμού». Μια γλώσσα ποιητικής πρόζας και ανάλογου ήθους, που η κατάκτησή της μέσα στο σύστημα της χρηστικής γλώσσας είναι το μόνιμο και διαρκές διακύβευμα του συγγραφέα, όπως άλλωστε αποδεικνύεται αν κανείς έχει υπόψη του το σύνολο έργο του. Ενός γλωσσικού ήθους που προσωπικά μου θυμίζει τη γραφή του Ιωάννου και του Χάκκα, «μια μοναχική ανάβαση στις πιο απάτητες κορφές» (σ. 28) ή σαν εκείνους «τους τσακισμένους χαρταετούς που παίρνουν συνέχεια ύψος και πετάνε επιτέλους στον αέρα» (σ. 24).
Μια μικρή αλλά σημαντική παρέκβαση. Ο Johan Huizinga από το 1956 διατύπωσε την ανθρωπολογική άποψη ότι όλες οι εκφάνσεις του ανθρώπινου πολιτισμού μπορούν να θεωρηθούν όψεις και παράλληλα μεταμορφώσεις της ανθρώπινης τάσης για παιχνίδι που το διέπουν ορισμένες αρχές. Το ίδιο ισχύει και για τη λογοτεχνία, που οι δικοί της κανόνες δεν είναι σταθεροί αλλά τροποποιούνται από εποχή σε εποχή από τους ίδιους τους παίκτες. Και το παιχνίδι αυτό ονομάζεται «διηγούμαι ιστορίες». Ο άνθρωπος είναι πρωτίστως, κατά τον Fischer, homo narrans· διηγείται συνεχώς ιστορίες για τον κόσμο και τον εαυτό του. Ζει δηλαδή μέσα σε ένα πλέγμα αφηγήσεων και γι’ αυτό η σχέση του με τον κόσμο είναι κατεξοχήν γλωσσική. Λέμε ιστορίες για να κυλήσει ευχάριστα ο χρόνος· για να διώξουμε τον φόβο· για να νοηματοδοτήσουμε την αταξία που μας περιβάλλει με μια συμβολική τάξη· ή αντίθετα, για να αναποδογυρίσουμε τον κόσμο και να σπάσουμε την ευθραυστότητα των βεβαιοτήτων ή και να προκαλέσουμε φόβο προβάλλοντας δυστοπικά οράματα.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η γραφή του Χατζημωυσιάδη στο βιβλίο αυτό επιβεβαιώνει τον βασικό του ρόλο ως ενός δεξιοτέχνη homo narrans: ένα σύνολο συμπυκνωμένων ιστοριών συχνά χιουμοριστικών ή και δραματικά γοητευτικών για τα πιο ασήμαντα πολλές φορές πράγματα που με έναν «μαγικό» τρόπο τα κάνει να φαίνονται σημαντικά, ιστορίες για τον εαυτό του/μας και για την Ελλάδα/κόσμο, ενώ παράλληλα ο λόγος της γραφής του διατηρεί στενές σχέσεις με τους άλλους «λόγους» (discourses) που διηγείται ο άνθρωπος, ώστε τελικά αυτός ο λόγος να καθίσταται ένα ιδιαίτερο μοντέλο συλλογικής μνήμης και μήτρα παραγωγής νέων ιδεών, από τη στιγμή που διαρκώς, με έναν ευφάνταστα παιγνιώδη τρόπο, εκεί που δεν το περιμένεις, με μια επιδέξια στροφή του λόγου, ανατρέπει καθιερωμένους κώδικες επικοινωνίας υπονομεύοντας τις αναγνωστικές και ιδεολογικές αγκυλώσεις μας.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, αναφερόμενος στον ποιητικό λόγο, έχει πει πως ένα καλό ποίημα μοιάζει λίγο πολύ με τον Οδυσσέα: προτού πει την αλήθεια του, λέει τα ψέματά του· αν το πιέσουμε, τα «ψέματά» του πλησιάζουν προοδευτικά την αλήθεια του· προτού αφεθεί στον αναγνωρισμό του, υποδύεται άλλο πρόσωπο, για να μας δοκιμάσει· στον ώριμο καιρό δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, αναφερόμενος στον ποιητικό λόγο, έχει πει πως ένα καλό ποίημα μοιάζει λίγο πολύ με τον Οδυσσέα: προτού πει την αλήθεια του, λέει τα ψέματά του· αν το πιέσουμε, τα «ψέματά» του πλησιάζουν προοδευτικά την αλήθεια του· προτού αφεθεί στον αναγνωρισμό του, υποδύεται άλλο πρόσωπο, για να μας δοκιμάσει· στον ώριμο καιρό δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο. Σαν τον Οδυσσέα, λοιπόν, αυτά τα 145 «μικρά πεζά» καλούν τον υπομονετικό αναγνώστη να τα διαβάσει όχι μία, αλλά πολλές φορές, με ένταση, καθαρό βλέμμα και προσοχή, για να ανακαλύψει πρώτα τούς καλά κρυμμένους υπαινιγμούς κι έπειτα στο πλούσιο υπέδαφος τα σιωπηλά κοιτάσματα [«είναι και κάποιες άλλες αταξινόμητες, ανένταχτες κι εντελώς ιδιωτικές σιωπές», σ. 48 «The sound of silence»], ό,τι συνιστά την οικονομημένη, γι’ αυτό οικονομική, γλώσσα του συγγραφέα, δηλαδή την ποιητική – τη μέγιστη κατάκτηση. Μόνο τότε θα αποκαλύψει και την αλήθεια που κρύβουν πίσω από τα «ψέματά» τους· τις κρυφές ζωές που κυοφορούνται μες στις πιο ερμητικές σιωπές μιας γιαγιάκας· ή τα υπόκωφα κλικ πίσω από τις σιωπές ενός πληκτρολογίου.
Για το τέλος. Λένε ότι η Ιστορία καταξιώνεται όταν γίνεται δημόσια. Το ίδιο και η Λογοτεχνία. Αξίζει πραγματικά όταν κατορθώνει –με ποικίλους τρόπους– να αποκτήσει δημόσιο/πολιτικό χαρακτήρα, όταν –στην περίπτωσή μας– η Ιδιωτική Αντωνυμία συναντά τη Συλλογική μας Αντωνυμία. Και η Λογοτεχνία που για χρόνια υπηρετεί με παρρησία και συνέπεια ο Χατζημωυσιάδης, ως αξιανάγνωστη που είναι, προσφέρει τη μέγιστη αναγνωστική τέρψη με όποιο είδος κι αν καταπιάνεται ο συγγραφέας. Αυτή τη φορά – στο ελάχιστό της πληθωρική και αρκούντως μαχόμενη για την κατάληψη των ήδη αλωμένων από τους επαναστάτες χειμερινών ανακτόρων. Γράφω πάει να πει εκτίθεμαι…
* Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.
Τελευταίο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Σπουδή στο κίτρινο» (εκδ. Το Ροδακιό).
 Στην κεντρική εικόνα ο πίνακας του Χρήστου Τσιμάρη «A film star».

Απόσπασμα από το βιβλίο
«Αὐτοβιογραφικὸ σημείωμα
Στὴν ἀρχὴ ὑπῆρξε ἕνα σῶμα. Δηλαδὴ ὄχι ἀκριβῶς σὰν σῶμα, ἀλλὰ σὰν ἀπροσδιόριστη ἰδέα ἑνὸς σώματος ἀπὸ ἀνυπότακτα χέρια καὶ πόδια καὶ λαιμὸ καὶ κεφάλι καὶ πέος, ποὺ κήρυξε τὴν ὁρμονική του ἐπανάσταση γιὰ νὰ γίνει καλοσχηματισμένο, στητὸ καὶ αὐτοδιάθετο καὶ γιὰ δεκαετίες ὁλόκληρες προσέβλεπε σὲ ἄλλα σώματα γιὰ νὰ πετύχει τὴν ἐθνική του ὁλοκλήρωση. Καὶ ἦρθαν πράγματι καιροὶ ποὺ νόμιζε ὅτι σειόταν ἡ γῆ κάτω ἀπὸ τὸν περήφανο βηματισμό του, ἔστω καὶ ἂν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδείχτηκε ὅτι βρισκόταν συνέχεια στὸ σημειωτόν, ἐνόσω μάλιστα οἱ ἐνδόμυχες δυνάμεις του ἐξύφαιναν ἐθνικὲς μειοδοσίες. Τὰ λοιπὰ εἶναι λίγο πολὺ γνωστά».

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

Μιγκέλ ντε Θερβάντες Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα Δεύτερο Μέρος: Ο ευφάνταστος ιππότης Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα Μετάφραση, εισαγωγή, σημειώσεις: Μελίνα Παναγιωτίδου ,Εκδόσεις της Εστίας

Μιγκέλ ντε Θερβάντες - Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα

Δεύτερο Μέρος 

Ο ευφάνταστος ιππότης Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα

 
         
   

Οι Εκδόσεις της Εστίας ανακοινώνουν με χαρά την κυκλοφορία του δεύτερου και τελευταίου τόμου ενός από τα μεγαλύτερα μυθιστορήματα όλων των εποχών

 

Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα

Δεύτερο Μέρος: Ο ευφάνταστος ιππότης Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα


Μετάφραση, εισαγωγή, σημειώσεις:

Μελίνα Παναγιωτίδου




Δον Κιχώτης Β


Όταν το 1605 ο Θερβάντες συστηνόταν στο υποψήφιο αναγνωστικό κοινό του ως «πατριός» του ευφάνταστου ιδαλγού δον Κιχότε ντε λα Μάντσα, πιθανότατα γνώριζε ότι το έργο του ήταν ένα πειραματικό λογοτέχνημα που βρισκόταν πολύ μπροστά από την εποχή του. Ίσως ήταν δύσκολο να προβλέψει ότι την ίδια κιόλας χρονιά οι δύο ήρωές του θα παρήλαυναν σε μια μασκαράτα στο Βαγιαδολίδ και, μόλις δύο χρόνια αργότερα, στο Περού. Αλλά μάλλον δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι έκτοτε το βιβλίο του δεν θα έπαυε να εκδίδεται και να μεταφράζεται σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, ότι θα θεμελίωνε το μοντέρνο μυθιστόρημα ή ότι θα προκαλούσε τη συγγραφή ακαταμέτρητων χιλιάδων τόμων και θα απασχολούσε όλους τους μείζονες κατοπινούς του συγγραφείς και στοχαστές.

Γεννημένος ανάμεσα στην άμπωτη της Αναγέννησης και την πλημμυρίδα της Αντιμεταρρύθμισης, γόνος όλης της προγενέστερης λογοτεχνικής παράδοσης και τολμηρός ανανεωτής της, ο Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα, είτε ως ιδαλγός είτε ως ιππότης, αειθαλής και αθάνατος, διαλέγεται πλέον με το γίγνεσθαι των δικών μας καιρών.

Η λαμπρή νέα μετάφραση της Μελίνας Παναγιωτίδου δημιουργεί τις ιδεώδεις προϋποθέσεις για μια εκ νέου ανακάλυψη από το ελληνικό κοινό του αθάνατου αυτού έργου.


Cervantes

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα γεννήθηκε το 1547 στο Αλκαλά ντε Ενάρες. Το 1570 κατετάγη σε ισπανικό σύνταγμα το οποίο στάθμευε στη Νεάπολη, υπό τις διαταγές του Ντιέγο ντε Ουρμπίνα, και ένα χρόνο αργότερα πολέμησε γενναία και τραυματίστηκε στη ναυμαχία της Ναυπάκτου. Κατόπιν, έλαβε μέρος στην κατάληψη της Κέρκυρας, στην πολιορκία του Ναυαρίνου και στην εκστρατεία κατά της Τύνιδας, έως ότου το 1575, επιστρέφοντας στην Ισπανία, αιχμαλωτίστηκε από τους Βερβερίνους κουρσάρους του Αρναούτη Μαμή και οδηγήθηκε σκλάβος στο Αλγέρι. Αποπειράθηκε να δραπετεύσει επανειλημμένως, όμως η απολύτρωσή του δεν έγινε δυνατή παρά μόνο το 1580. Έκτοτε, δεν έπαψε να αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες και να προσπαθεί να εξασφαλίσει τα προς το ζην, ενώ φυλακίστηκε δύο φορές.

Είχε γράψει θεατρικά έργα και μια ποιμενική μυθιστορία, τη Γαλάτεια, αλλά η επιτυχία ήρθε μόλις το 1605, όταν η έκδοση του Μέρους I του Δον Κιχότε τον κατέστησε αμέσως δημοφιλή. Το 1613 δημοσιεύτηκαν οι Παραδειγματικές νουβέλες και το 1615 εμφανίστηκε η συνέχεια του Δον Κιχότε, την οποία είχε προαναγγείλει δέκα χρόνια νωρίτερα.

Ο Θερβάντες πέθανε τον Απρίλιο του 1616 στη Μαδρίτη. Ο Περσίλες, το κύκνειο άσμα του και το κορυφαίο, όπως πρέσβευε ο ίδιος, έργο του, εκδόθηκε τον Ιανουάριο του επόμενου έτους.

 


 

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018

Κώστας Ακρίβος, Γάλα Μαγνησίας, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο 2018

Νεανικοί έρωτες, ποδόσφαιρο στις αλάνες, τσιγάρα στα κρυφά, φάρσες σε καθηγητές και συμμαθητές, πολιτικές ανησυχίες, σχέδια και όνειρα για το μέλλον είναι οι καθημερινές έγνοιες μιας παρέας εφήβων που μεγαλώνουν εσώκλειστοι σ' ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο του Βόλου της δεκαετίας του '70.
Σε μια πόλη που καθρεφτίζεται στα νερά του παρελθόντος, σε μια χώρα που προσπαθεί σιγά σιγά να συνέλθει από τα σκοτάδια της δικτατορίας, ο κάθε άλλο παρά μεγαλόσωμος Αχιλλάκος, ο ψαρομούρης Μπράσκας, ο σωσίας του τραγουδιστή των Rolling Stones Μικ και ο αριστεροπόδαρος Ζερβής είναι έτοιμοι να ανοίξουν φτερά για τα ωραία χρόνια που έπονται, ώσπου ένα τραγικό περιστατικό έρχεται να σημαδέψει τη ζωή τους.
Χρόνια αργότερα, οι ήρωες εξακολουθούν να βασανίζονται από αγωνιώδη ερωτήματα σχετικά μ' αυτό: Τι πραγματικά συνέβη. Έγιναν όλα έτσι όπως τα θυμούνται ή μήπως η μνήμη του καθενός άλλα γεγονότα τα εξωράισε και άλλα τα αλλοίωσε προς το χειρότερο; Μπορούμε να εμπιστευτούμε αποκλειστικά και μόνο τη δική μας μνήμη ή χρειαζόμαστε και τις μνήμες των φίλων μας για να μάθουμε την αλήθεια, ακόμα κι αν αυτή πονάει; (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Μαρσέλ Προυστ ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ VII: Ο ανακτημένος χρόνος Μετάφραση, επιμέλεια έκδοσης: Παναγιώτης Πούλος Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Πρώτη έκδοση: Οκτώβριος 2018 σελ. 404, 17 x 24, τιμή: 25 ευρώ ISBN: 978-960-05-1720-0



Ευριπίδου 84 105 53 Αθήνα  τηλ.: +30 210 3213907 e-mail: info@hestia.gr




Με την κυκλοφορία του Ανακτημένου Χρόνου, της έβδομης και τελευταίας ενότητας του μυθιστορηματικού κύκλου του Μαρσέλ Προυστ, ολοκληρώνεται μια μεταφραστική εργασία που ξεκίνησε το 1969 και διακόπηκε στα μέσα του πέμπτου τόμου, της Φυλακισμένης, με τον αδόκητο θάνατο του Παύλου Ζάννα, το 1989. Στη συνέχεια πήρε το νήμα ο Παναγιώτης Πούλος ο οποίος μετέφρασε το δεύτερο ήμισυ της Φυλακισμένης, την Αλμπερτίν αγνοούμενη, μετάφραση η οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης (2015), και, τέλος, τον Ανακτημένο Χρόνο. 

Παράλληλα, ο Παναγιώτης Πούλος προχώρησε σε μια αναθεώρηση των πρώτων τόμων με βάση τις νεότερες εκδόσεις του έργου του Προυστ και τα πορίσματα των πρόσφατων ερευνών και υπομνημάτισε το συνολικό έργο με πλήθος σημειώσεων, πραγματολογικών, ερμηνευτικών και ενδοκειμενικών, οι οποίες συνοδεύουν τον αναγνώστη στην περιήγησή του σ’ αυτό το σύνθετο και πολυσχιδές έργο, το οποίο έχει σημαδέψει αυτό που αποκαλούμε νεοτερικότητα.

Έτσι, η πρώτη ελληνική έκδοση του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, ενός έργου τέχνης που έχει ήδη κατακτήσει μέσα από τις μεταφράσεις του σε πάνω από σαράντα γλώσσες περίοπτη θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελεί πλέον πραγματικότητα.

Οι πυκνές αναφορές του Ανακτημένου Χρόνου σε πάμπολλες πτυχές και διαστάσεις της εργασίας του Μαρσέλ Προυστ, σε συνδυασμό με τις ανακατατάξεις που επιφέρει ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, αναδιαμορφώνουν το τοπίο του μυθιστορήματος και παράλληλα καλούν τον αναγνώστη να ανατρέξει στις ενότητες που έχουν προηγηθεί. Επιπροσθέτως, ο συγγραφέας διατυπώνει με έμμεσο και άμεσο τρόπο τη στάση του απέναντι στην τέχνη, όπως και τα όρια αυτού του ιδιάζοντος λογοτεχνικού εγχειρήματος, συμπεριλαμβανομένων και των ορίων της αντοχής και της χρονικής διάρκειας της ζωής του ιδίου.

Οι δυνάμεις και οι αδυναμίες της καλλιτεχνικής αλήθειας σταθμίζονται με όχημα ένα «εγκάρσιο» βλέμμα, το οποίο δεν παρέχει απλώς στον αναγνώστη τη δυνατότητα να προσεγγίσει μέσα από μια νέα οπτική γωνία τα όσα έχουν μέχρι τώρα διαμειφθεί, αλλά και τον παροτρύνει να στραφεί προς την κατεύθυνση του μέλλοντος, των κριτικών αποτιμήσεων και των πάσης φύσεως οικειοποιήσεων του προυστικού εγχειρήματος εδώ και έναν αιώνα ― και μάλιστα τον προσκαλεί να γίνει, με τη σειρά του, στο μέτρο των δυνάμεών του, δημιουργός του έργου του και των επιλογών της ίδιας της ζωής του.

Αναδύεται εδώ ένας πρωτότυπος και ιδιαίτερα επίκαιρος στοχασμός για τη σημασία της μαθητείας της Τέχνης στην οικοδόμηση της ατομικής και συλλογικής ζωής, στα συμφραζόμενα μιας ολοένα και πιο γενικευμένης μετάβασης της ανθρωπότητας από τις παραδοσιακές δομές της ύπαρξης στην κατάσταση της νεοτερικότητας.

Οι σημειώσεις, το επίμετρο και η σύνοψη που συνοδεύουν τη μετάφραση στόχο έχουν να υποβοηθήσουν τον αναγνώστη να αποκτήσει επίγνωση τόσο της συνοχής που διέπει το λογοτεχνικό αυτό εγχείρημα όσο και της ποικιλίας των διακυβευμάτων του.

O Παύλος Ζάννας (1929-1989) σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στη Γενεύη. Η πολυσχιδής προσωπικότητά του σφράγισε με την παρουσία της την πολιτιστική ζωή του τόπου μας, ιδιαίτερα στα πεδία της κινηματογραφικής τέχνης, των γραμμάτων και της λογοτεχνικής μετάφρασης. Πολιτικός κρατούμενος την περίοδο της δικτατορίας, ξεκίνησε στις Φυλακές της Αίγινας τη μετάφραση του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, μετάφραση που παρέμεινε ημιτελής λόγω του απρόσμενου θανάτου του.

Ο Παναγιώτης Πούλος (1954) σπούδασε Φιλοσοφία και Τυπική Λογική στο Παρίσι. Δίδαξε στο Κέντρο Λογοτεχνικής Μετάφρασης (CTL) του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, ιδρυτικό μέλος του οποίου υπήρξε ο Παύλος Ζάννας, και στη συνέχεια, στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης Λογοτεχνίας και Επιστημών του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ), ιδρυτικό μέλος του οποίου υπήρξε ο ίδιος. Από το 2004, διδάσκει Φιλοσοφία και Αισθητική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Παράλληλα με την ολοκλήρωση της μεταφραστικής εργασίας του Παύλου Ζάννα, επιμελήθηκε την πρώτη ελληνική έκδοση του μυθιστορήματος του Προυστ.

Ο Μαρσέλ Προυστ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1871 όπου και πέθανε το 1922. Δημοσίευσε σε νεαρή ηλικία τη συλλογή Τέρψεις και Ημέραι (1896) και στη συνέχεια ασχολήθηκε με τη μετάφραση και το σχολιασμό κειμένων του Τζον Ρασκιν. Έπειτα από το θάνατο της μητέρας του το 1905, αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής του στη συγγραφή του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Έλαβε το βραβείο Γκονκούρ το 1919, με την κυκλοφορία της δεύτερης ενότητας με τίτλο Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών. Το έργο του παγκόσμιας πλέον εμβέλειας, μεταφράζεται σε ολοένα και περισσότερες γλώσσες  και συγκαταλέγεται ανάμεσα στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Οι επτά τόμοι του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις της Εστίας.  

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Ελένη Πριοβόλου, Μετά φόβου,μυθιστόρημα, Καστανιώτης 2016

Δύο κορίτσια -φίλες επιστήθιες, σχεδόν αδελφές- μεγαλώνουν στην ελληνική ύπαιθρο, σε περιβάλλον ασφυκτικό, που τις εκπαιδεύει στο κυρίαρχο μοντέλο ηθικής, εμφυσώντας τους το φόβο και την ενοχή. Η Αρίστη, φύσει ανήσυχη, ανακαλύπτει τις πηγές του φόβου μέσα από την έρευνα και τη μάθηση. Αναζητεί αλήθειες γύρω από τη θέση της σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, την ελευθερία της σκέψης, την πολιτική και τον έρωτα. Η Διαλεχτή μένει στα "αβαθή" και "σίγουρα" νερά· αθάρρευτη και αδρανής, κάνει κάθε φορά μικρά και δειλά βήματα στη ζωή. Η σχέση των δύο κοριτσιών δοκιμάζεται όταν ανάμεσά τους μπαίνει ο Διονύσης Αρχοντής, άντρας ορμητικός, το αρχέτυπο του Βάκχου. Έκτοτε, οι δύο φίλες πορεύονται με δύο εαυτούς: τον φανερό και τον κρυφό.

Οι ζωές τους περνούν από συμπληγάδες, από την εποχή του Εθνικού Διχασμού μέχρι την αρχή του Εμφυλίου, καθώς τα γεγονότα συγκλονίζουν την Ελλάδα, που πασχίζει να βγει από τις παλιές φεουδαρχικές της δομές και να αστικοποιηθεί.

Ένα βιβλίο για την αναζήτηση της ελευθερίας, για το φόβο και την υποταγή, για τα όνειρα και τις αυταπάτες.

Από τη συγγραφέα του μυθιστορήματος "Όπως ήθελα να ζήσω" (Βραβείο Αναγνωστών ΕΚΕΒΙ 2010).

Ελένη Πριοβόλου: «Η ιστορία σαν παραμύθι φανερώνει αλήθειες»

Δύο κορίτσια, σαν αδελφές.

Eλένη Πριοβόλου
Μετά φόβου
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016
σελ. 720, τιμή 19,08 ευρώ
Δύο κορίτσια, σαν αδελφές. Η Αρίστη και η Διαλεχτή. Η πρώτη ζωηρή, η δεύτερη μαζεμένη. Η εποχή τους δύσκολη, σημαδιακή. Στο τελευταίο βιβλίο της Ελένης Πριοβόλου υπό τον τίτλο Μετά φόβου παρακολουθούμε τις ζωές τους, τις φανερές και τις κρυφές. Η συγγραφέας άρχισε να γράφει «για μικρούς και μεγάλους» από το 1986. Το 2010 απέσπασε το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ με το Οπως ήθελα να ζήσω (2009), το πρώτο μέρος της μυθιστορηματικής «Τριλογίας των Αθηνών» που συνεχίστηκε με το Για τ’ όνειρο πώς να μιλήσω (2009) και ολοκληρώθηκε με Το τέλος του γαλάζιου ρόδου (2014). Εν προκειμένω όμως μας μεταφέρει στην επαρχία. Και καταπιάνεται με – το πυκνό σε γεγονότα – πρώτο μισό του περασμένου αιώνα. Βασικά, τον Εθνικό Διχασμό. «Από καιρό σε καιρό, κι από τόπο σε τόπο, πρόσωπα και καταστάσεις ποικίλλουν. Οπως και οι δικές μου δημιουργικές ανησυχίες, που είναι ταυτόσημες μ’ εκείνες του ανήσυχου ανθρώπου και πολίτη. Μέσα στις πολλές αναζητήσεις και αναγνώσεις ανήκει και η Ιστορία. Πολύ δε περισσότερο, η πολιτική ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία βρέθηκα στην Αθήνα του 19ου αιώνα και στον αναρχοκοινωνιστή ήρωα Ρωμαίο Αγγουλέ, την όλβια πολιτεία του, τη δημιουργία και την πτώση της, για να παρακολουθήσω – μέχρι την ολοκλήρωση της «Τριλογίας των Αθηνών» – ήρωες που διήλθαν μέσα από τις συμπληγάδες των γεγονότων, από την έγερση, ατομική και συλλογική, μέχρι τη διάψευση. Το «Μετά φόβου» ακολουθεί την ίδια συλλογιστική. Η αλλαγή της τοπιογραφίας οφείλεται στο γεγονός ότι τα πυκνά αυτά γεγονότα, από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εθνικό Διχασμό μέχρι τον Εμφύλιο – η δραματικότητα των οποίων είναι ορατή ως τις μέρες μας -, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή των παππούδων μου, αργότερα των γονιών μου και ολόκληρου του οικείου περίγυρου. Αποτελούσαν, κατά κάποιον τρόπο, τα «παραμύθια» με τα οποία μεγάλωσα. Και η Ιστορία σαν παραμύθι φανερώνει αλήθειες οι οποίες δεν θα καταγραφούν, ενδεχομένως, ποτέ».
Το «Μετά φόβου» συνιστά και μια επίσκεψη στην ιδιαίτερη πατρίδα σας. Μυθιστορηματική, ασφαλώς. Πώς λειτουργεί όμως η συγγραφέας σε μια τέτοια περίπτωση; Τι ενσωματώνει στην αφήγηση και τι αφήνει απ’ έξω; Κι αν είναι πιο προσωπικό τούτο το βιβλίο, τι ακριβώς σημαίνει αυτό;
«Δεν θα την έλεγα απλώς επίσκεψη, αφού ο τόπος που γεννιέται και μεγαλώνει κανείς περνάει στο θυμικό σε τέτοιον βαθμό ώστε να καθίσταται ένα ζωντανό όνειρο αλήστου μνήμης. Προσωπικά δεν έκοψα ποτέ τον λώρο που με δένει με τη γενέτειρά μου. Επανέρχομαι διαρκώς σαν να οφείλω κάτι που πρέπει να το επιστρέψω. Το συγκεκριμένο βιβλίο θαρρώ πως το έγραφα σε όλη μου τη ζωή. Στην αιτωλική γη αναπιάστηκε το προζύμι για τον μετέπειτα «άρτο». Ο «άρτος» είναι πια το αποτέλεσμα της ζύμωσης. Μόνο που στο «ψωμί» της λογοτεχνικής αλχημείας, όποιος το γευτεί και το βρει νόστιμο ή οτιδήποτε τέλος πάντων, αναλόγως με τα γούστα, θα πρέπει υποδόρια και με τη διαδικασία των εσωτερικών νύξεων να αντιληφθεί τον συναισθηματικό σύνδεσμο του δημιουργού με τον γενέθλιο τόπο. Αυτή όμως είναι και η βασική αρχή της τέχνης και φυσικά δεν γνωρίζω καν αν την έχω τηρήσει ή παραβιάσει».

Φαίνεται πως, για εσάς, η μελέτη και η έρευνα είναι καθοριστικές παράμετροι που προηγούνται της συγγραφής. Εχει ενδιαφέρον, νομίζω, να μας πείτε πώς προσεγγίζετε εσείς, κάθε φορά, τις πηγές σας. Εννοώ, εσείς που δεν είστε ιστορικός αλλά συγγραφέας.
«Δεν είμαι ιστορικός αλλά ζω στην Ιστορία ως επίμονος ερευνητής. Η Ιστορία δεν είναι κάτι παλιό και φθαρμένο. Ξεκοκαλίζοντας παλιά ιστορικά ντοκουμέντα, περιοδικά και εφημερίδες, ημερολόγια και διάφορες καταγραφές ανθρώπων που έζησαν σε καιρούς αλλοτινούς, έρχονται και με συναντούν ήρωες μυθιστορηματικοί. Αρχίζει μαζί τους ένας ατέρμονος διάλογος μέχρι την αμοιβαία κατανόησή μας και τότε μου παραχωρείται η άδεια να τους χρησιμοποιήσω στη μυθοπλασία μου. Μαζί με τους ήρωες ξεδιπλώνεται και η εποχή που αυτοί έζησαν και έδρασαν με τον τάδε ή δείνα τρόπο. Τηρουμένων των αναλογιών και χωρίς να παραγνωρίζεται η εξέλιξη, η Ιστορία επαναλαμβάνεται δραματικά και καθόλου διδακτικά. Η ανθρωπότητα κάνει τους ίδιους κύκλους κάθε εποχή. Καταστροφή, αναγέννηση και τανάπαλιν. Η προσέγγιση λοιπόν των πηγών γίνεται με εφόδιο το παρελθόν, αφετηρία το παρόν και προοπτική το μέλλον, με σκοπό τη διαιώνιση της ανθρώπινης αξίας. Δεν πρέπει κατά την άποψή μου να ενδιαφέρει η Ιστορία ως σκηνικό για να χτιστεί πάνω ένας μύθος. Τότε μένει κανείς στην επιφάνεια και στην επικαιρική πραγματικότητα. Πρέπει να αντλείται το απόσταγμα και πάντα ακολουθώντας τις επιταγές της τέχνης και όχι της τεχνικής».
Οι ηρωίδες σας, δύο πλάσματα διαφορετικά μεταξύ τους, φτιάχνουν ένα δίπολο λειτουργικό. Δεν είναι όμως το μόνο, όλο το βιβλίο κινείται μέσα από δίπολα, λ.χ. στο επίπεδο της πολιτικής ή των κοινωνικών ηθών. Τι λέτε;
«Η ελκτική δύναμη των αντιθέτων στη σχέση των δύο κοριτσιών αποτελεί μια από τις  συνιστώσες του έργου. Ο,τι διχάζει την κοινωνία, δηλαδή η πολιτική πράξη, οι πόλεμοι, τα στρατιωτικά κινήματα, οι δικτατορίες, ενώνει τις δύο ηρωίδες. Ακόμα και αν φαίνεται να τις διχάζει ο έρωτας για το ίδιο πρόσωπο, εκείνες μένουν ψυχικά δεμένες και η σχέση παρά τα σκαμπανεβάσματα παραμένει ακλόνητη. Διότι όπως λέει και ο στίχος του Μανώλη Αναγνωστάκη, που είναι και ένα από τα μότο του βιβλίου, «η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους». Αντίθετα, μέσα στην κοινωνία δεν συμβαίνει το ίδιο. Τα στερεότυπα εγκλωβίζουν τον νου στην κατεστημένη αντίληψη. Ο διχασμός διαιρεί τους ανθρώπους και ενσπείρει το μίσος. Μέσα στην ίδια οικογένεια τα μέλη αλληλοσπαράζονται, ενώ συγχρόνως μια μειοψηφία νέων ανθρώπων με νέες ιδέες και οράματα ακολουθεί τον δρόμο της ουτοπίας, σκουντώντας την κοινωνία να βγει από την αβελτηρία».
Το βασικό μοτίβο εδώ είναι, πράγματι, ο φόβος. Νομίζω πως τον βλέπετε, μεταξύ άλλων, από δύο συγκεκριμένα πρίσματα: της εξουσίας που ασκούν οι άλλοι και της ατομικής ελευθερίας. Συμφωνείτε;
«Θα αναφέρω το έργο του Χομπς «Λεβιάθαν».  Αυτό το «τέρας» που λέγεται κράτος με τις μεθόδους προπαγάνδας εγχύνει το δηλητήριο του φόβου, προκειμένου να μετατρέπει τους ανθρώπους σε μάζες υποτακτικών. Αλλά πάντα με το πρόσχημα της προστασίας των πολιτών από εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες. Οσο πιο ολοκληρωτικό είναι το καθεστώς τόσο ο φόβος καθίσταται αλάνθαστο όπλο στα χέρια των κυρίαρχων. Ετσι το άτομο ή υποτάσσεται διά του φόβου προκειμένου να νιώθει ασφαλές ή εγείρεται εναντίον του φόβου χωρίς να παραγνωρίζει την ύπαρξή του και τον ρόλο του. Αναζητάει την ουτοπική έννοια «ελευθερία» σε ατομικό και συλλογικό κατ’ επέκταση επίπεδο. Και τότε η κοινωνία προχωρεί ακόμα και αν συντρίβεται, για να σηκωθεί ξανά προς την ολοκλήρωση του επόμενου ιστορικού της κύκλου».