Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/ΕΦΣΥΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειες απόψεις/ΕΦΣΥΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2022

Φοίβος Γκικόπουλος, Ο βιβλιοπώλης, τα βιβλιοπωλεία και τα βιβλία, ΕΦΣΥΝ/ΝΗΣΙΔΕΣ, 15-16 Οκτ. 2022

 

Υπάρχουν σήμερα πολλά σημαντικά βιβλία για τα οποία ούτε που υποψιαζόμαστε την ύπαρξή τους και που ποτέ δεν θα βρεθούν εκτεθειμένα στην πρώτη γραμμή ενός βιβλιοπωλείου. Τελικά, είναι ο βιβλιοπώλης που καθορίζει την ορατότητα ενός βιβλίου;

Η φιγούρα του βιβλιοπώλη έχει αλλάξει σήμερα κι ο βιβλιοπώλης δεν μπορεί, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, να ασχοληθεί με το να δίνει συμβουλές και να καθοδηγεί τους πελάτες όπως έκανε παλιά.

Σήμερα ο βιβλιοπώλης μιλά μέσα από τη θέση που έχουν τα βιβλία στα ράφια και στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου, και από αυτή τη θέση φαίνεται η σπουδαιότητα που δίνεται στο ένα ή στο άλλο βιβλίο, σ’ εκείνη ή στην άλλη σειρά, στο ένα ή στο άλλο είδος.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι αυτή η θέση εξαρτάται, τις περισσότερες φορές, από περιπτώσεις όχι του γούστου ή από την επιθυμία του βιβλιοπώλη, αλλά, ειδικά στα μεγάλα βιβλιοπωλεία, τα σύγχρονα και καλά εξοπλισμένα, και από τις πιεστικές ανάγκες της αγοράς, που κι αυτές εξαρτώνται από τη διαφήμιση, από τη γενική κουλτούρα και από την εκδοτική πίεση.

Ετσι, σχεδόν ποτέ δεν λαμβάνεται υπόψη η λογοτεχνική αξία ενός βιβλίου, αν και θα έπρεπε να είναι προφανές ότι η λογοτεχνική αξία ενός βιβλίου καταλήγει νικηφόρα με το πέρασμα του χρόνου, όπως αποδεικνύει η εμπορική επιτυχία του Τζόις και του Κάφκα, του Προυστ ή της Γουλφ και του Καλβίνο, του Καζαντζάκη και του Σεφέρη και τόσων άλλων σημαντικών συγγραφέων υπέροχων λογοτεχνικών βιβλίων – αλλά αυτό ισχύει ακριβώς για τις πιστοποιημένες αξίες, ή για τους κλασικούς, και όχι για αξίες που θα πρέπει επιβεβαιωθούν.

Σήμερα το τοπίο που κυριαρχεί σε ένα οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο χαρακτηρίζεται από τα βιβλία της επικαιρότητας, μετά τα best sellers της στιγμής, και ύστερα από τα βιβλία των δημοσιογράφων που γνωρίζουν τα πάντα, των αναλυτών της κάθε άποψης, των σκεπτόμενων τραγουδιστών, των «πεφωτισμένων» πολιτικών, των ηθικολόγων κωμικών, των ηθοποιών του μονόλογου, των τηλεοπτικών προσωπικοτήτων.

Ολα αυτά τα βιβλία όχι μόνο επιπλέουν και καθιστούν αόρατα τα βιβλία των συγγραφέων, αλλά τα περιθωριοποιούν. Το μήνυμά τους είναι: ο καθένας μπορεί να γίνει συγγραφέας, και το πιστοποιεί και η θέση του στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Για να γίνει κάποιος συγγραφέας δεν είναι αναγκαίο να τυραννιέται πάνω σε μια σελίδα, σε μια φράση, σε μια γραμμή, όπως θέλουν να σας κάνουν να πιστεύετε. Φτάνει να πάρεις χαρτί και μολύβι και ν’ αρχίσεις να γράφεις. Αλλά αν είναι έτσι, αν κάθε βιβλιοπωλείο πρέπει να εμφανίζεται ως ο χώρος όπου απομυθοποιείται η λογοτεχνία, δεν θα άξιζε τον κόπο να ανοίξουμε εξειδικευμένα βιβλιοπωλεία που εκθέτουν και καθιστούν ορατά μόνο τα βιβλία των συγγραφέων;

Νομίζω ότι τα παραπάνω αποτελούν έναν λογικό τρόπο να παρουσιάζεις τα πράγματα σε μια κοινωνία όπου αυτό που φαίνεται μετρά περισσότερο από αυτό που είναι, και ακριβώς γι’ αυτό η ορατότητα γίνεται η ψυχή του εμπορίου, ακόμη και στο εμπόριο των βιβλίων. Πρέπει να ξεκινήσουμε από την προϋπόθεση ότι όποιος μπαίνει σ’ ένα βιβλιοπωλείο και ξέρει ήδη ποιο βιβλίο ν’ αγοράσει είναι κάτι το διαφορετικό από εκείνον που διαμορφώνει την άποψη ποιο βιβλίο ν’ αγοράσει αφού πρώτα παρατηρήσει και περιεργαστεί τα ράφια.

Αυτός ο τύπος αγοραστή μπορεί να είναι και ένας μορφωμένος άνθρωπος, αλλά προτιμά να περιφέρεται ανάμεσα στις προθήκες και να οδηγείται από τις προκλήσεις, από τις προσκλήσεις ή από τις εκθειάσεις που έρχονται από τα εκτεθειμένα βιβλία∙ άρα, η τοποθέτηση των συγκεκριμένων βιβλίων είναι εξαιρετικά σημαντική. Η ορατότητα στα βιβλιοπωλεία είναι ένας έμμεσος τρόπος διαφήμισης που λειτουργεί δωρεάν για ορισμένα βιβλία, για ορισμένες σειρές, για ορισμένους εκδότες, σε σύγκριση με άλλους, και συχνά με καλό σκοπό, με συνέπεια στη λογική της αγοράς και με το επίπεδο της υπάρχουσας κουλτούρας.

Είναι σε όλους προφανής η αλλαγή, η αναστάτωση, που επήλθε στα βιβλιοπωλεία από την υπερβολική και πιεστική ορατότητα, υπακούοντας σε μόδες και σε κοινούς τόπους, οδηγούμενοι από τους βιβλιοπώλες σ’ αυτό το ακαθόριστο μείγμα των βιβλίων επικαιρότητας και best sellers του συρμού, αλλά και από την απειλητική πλημμύρα ψευτοβιβλίων, του οποιουδήποτε και με οποιοδήποτε περιεχόμενο.

Αυτό το είδος των βιβλίων, με την προσθήκη των DVD, των ιλουστρασιόν εικόνων, των posters και άλλων σκουπιδιών, όχι μόνο άλλαξε αισθητικά το αυστηρό πέρασμα από τα βιβλιοπωλεία μιας άλλης εποχής, αλλά αμαύρωσε ολόκληρα κομμάτια λογοτεχνικής ιστορίας τοποθετώντας τα σε περιοχές μακριά από την ορατότητα, όπως συνέβη με πολλά αξιόλογα βιβλία.

*Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

 

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

Γιώργος Κοκκινάκος, Για ό,τι και για όποιον λείπει, ΕΦΣΥΝ, 7 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2022

 

Τώρα με ένα ούρλιασμα

γίνομαι παγκόσμιος.

Αυτό μεινέσκει πανανθρώπινο.

Ν. Καρούζος

Δεν αλλάζουμε στέκι όταν κατεβαίνει ο φίλος Γιώργος στα Χανιά. Στο ίδιο σημείο, να βλέπουμε το λιμάνι μέσα από ένα στενό κάδρο για να αυξάνεται η ένταση και να μεγαλώνουν, να ανοίγουν οι καρδιές μας. Μα τούτη τη φορά έχουν αλλάξει τα πράγματα. Βλέπαμε και δεν βλέπαμε την ομορφιά μπροστά μας. Ο νους ταξίδευε αλλού και τα μύχια και τα βαθιά αναδεύονταν ταραγμένα.

Το μάτι έπεσε σε ένα παλιόχαρτο, που ο άνεμος το κατέβαζε από το σοκάκι και αυτό μετεωριζόμενο πέρα-δώθε έπεσε τελικά στο λιμάνι και χάθηκε. Θυμήθηκα πριν από πολλά χρόνια, στο χωριό, στην ορεινή Αρκαδία, μια Κυριακή πρωί στο καφενείο πίνοντας καφέ με τον μπαρμπα-Κώστα, την ίδια ακριβώς σκηνή. Ενα κουρελόχαρτο το κατέβαζε στον δρόμο ο αέρας και χάθηκε μέσα στα στενά. Ο μπαρμπα-Κώστας παρατηρώντας το μου λέει: «Εμείς είμαστε». Εγώ, νεαρός φοιτητής τότε, παραξενεύτηκα.

«Ετσι είναι η ζωή κάθε ανθρώπου», συνέχισε. «Ετσι είναι ο άνθρωπος, παιδί μου. Δεν ξέρουμε πώς, πού, πότε και κυρίως γιατί βρισκόμαστε πεταμένοι σε αυτόν τον κόσμο. Από το τίποτα στο τίποτα. Και ένα μικρό ενδιάμεσο. Αυτό είναι όλο κι όλο». Ο μπαρμπα-Κώστας, ορεσίβιος αγράμματος, εμπειρικά έθεσε τα μεγάλα, εναγώνια και αναπάντητα οντολογικά ερωτήματα.

Τον θυμήθηκα με τον φίλο τον Γιώργη βλέποντας την ίδια ακριβώς σκηνή. Μα τούτη τη φορά, μέσα στην εφιαλτική, την ανείπωτη απώλεια που έτυχε στον φίλο μου, μίλησαν οι σιωπές. Η μαραθόπιτα δεν μπορούσε να υψωθεί από το «ευτελές στο πολύτιμο» και η τσικουδιά παρέμενε στο τραπέζι «ήσυχη». Αλλά μήπως το «μη είναι» είναι αυτό που κάνει το πράγμα «να είναι»; σκέφτηκα. Μήπως η ουσία τελικά βρίσκεται στο ελλείπον; Ο,τι φέρεις δεν πεθαίνει. Μόνο που κάθε στιγμή βγαίνουν στην επιφάνεια τα οδυνηρά και τα οδυνώμενα. Η απουσία είναι το θηκάρι της παρουσίας, μας λέει ο ποιητής.

Κάθε φορά που βρισκόμαστε με τον φίλο μου, γινόμαστε ρευστοί, σαν δυο ρυάκια καθάρια, που ενώνονται στο τέλος. Τούτη τη φορά όμως τα ρυάκια ήταν κατεβασμένα και το νερό θολό. Μια σπουδή στην απώλεια ήταν η συνάντηση και μια σπονδή στο φθαρτό.

Η Μώρφια, φίλε, ζει γιατί ζει στη μνήμη μας. «Ο θάνατος άλλωστε διαρκεί όσο και η ζωή». Λέει ένα ριζίτικο στην Κρήτη: «Κάλεσμα κάνει ο Κωνσταντής το γάμο του να κάνει./ Eννιά μέρες εζύμωνε κι εννιά μέρες εκάλιε/ στο ύστερό του κάλεσμα απάντηξε ο χάρος. /Αγάλι αγάλι Κωνσταντή και μη βαροξοδιάζεις/ γιατί έχουμε λογαριασμό...». Με άλλα λόγια: το αλλόκοσμο δεν είναι τελειωτικά διαχωρισμένο από το υπαρκτό. Χρειαζόμαστε μια φιλικότητα με το φθαρτό και μια απόρριψη της ψευδαίσθησης της παντοδυναμίας.

Σε στιγμές υψίστου κινδύνου πάντα θα ανακράζουμε βοήθεια, πού αλλού; Μα στις πηγές μας με τα γάργαρα…


Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2022

Κύμα συμπαράστασης για την αγωγή των 225.000 € ΕΦ.ΣΥΝ., 5-6 Φεβρουαρίου 2022

 



Δήμαρχοι, σύλλογοι, συλλογικότητες και κινήματα από όλη τη χώρα στέκονται στο πλευρό του δημοσιογράφου Τάσου Σαραντή και της «Εφ.Συν.» που διώκονται από την εταιρεία WRE ΕΛΛΑΣ επειδή έκαναν το δημοσιογραφικό τους καθήκον.

Eυρύ κύμα συμπαράστασης έχει εκδηλωθεί με αφορμή τη γνωστοποίηση της εκδίκασης της αγωγής που ασκήθηκε από την εταιρεία «WRE ΕΛΛΑΣ - Ανώνυμη Οικοδομική Εταιρεία Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Παροχής Υπηρεσιών» κατά του δημοσιογράφου της εφημερίδας μας Τάσου Σαραντή και κατά της εταιρείας που εκδίδει την «Εφ.Συν.» («Αγωγή για ρεπορτάζ που αφορούσε… “βιομηχανία διώξεων”!», «Εφ.Συν.», 26/1/2022).

Δήμαρχοι, σύλλογοι, συλλογικότητες και κινήματα απ’ όλη τη χώρα διαμαρτύρονται για την απόπειρα εκφοβισμού και φίμωσης, για την απειλή προς την ελευθεροτυπία και τη δημοκρατία.

«Στην αληθινή Δημοκρατία η ελευθερία του Λόγου και η έκφραση της Γνώμης αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα των πολιτών. Η ελευθεροτυπία, ο δημόσιος λόγος και η κριτική είναι συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα και πολιτικό κεκτημένο. Ως φαίνεται όμως τα αυτονόητα στις μέρες μας χρήζουν υπεράσπισης», αναφέρουν σε κοινή δήλωσή τους οι δήμαρχοι Λίμνης Πλαστήρα Καρδίτσας, Παναγιώτης Νάνος, Αγράφων Ευρυτανίας, Αλέξης Καρδαμπίκης, και Αργιθέας Καρδίτσας, Ανδρέας Στεργίου. «Τελευταία, ορισμένοι επιχειρηματικοί κύκλοι που δραστηριοποιούνται στον τομέα εγκατάστασης αιολικών πάρκων ξεκίνησαν ακήρυχτο πόλεμο εναντίον δημοσιογράφων, συλλόγων και φορέων και γενικά όσων αντιτίθενται στην ανεξέλεγκτη εγκατάσταση ανεμογεννητριών, έργα με τεράστιες περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Με τον τρόπο αυτό προσπαθούν να εκφοβίσουν όσους θέλουν να προστατεύσουν το περιβάλλον και τον τόπο τους. Επιχειρούν απροκάλυπτα να σιγήσουν οι φωνές τους για να περάσουν τα αιολικά πιο εύκολα».

«Απαράδεκτες διώξεις»

«Πρόσφατα πληροφορηθήκαμε ότι ασκήθηκε αγωγή στον δημοσιογράφο Τάσο Σαραντή, καθώς και στην “Εφημερίδα των Συντακτών”, από εταιρεία που ασχολείται με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Πρόκειται για απαράδεκτες διώξεις οι οποίες δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά. Για τους λόγους αυτούς συμπαραστεκόμαστε ηθικά και με κάθε τρόπο στον επαγγελματία δημοσιογράφο Τάσο Σαραντή και στην “Εφημερίδα των Συντακτών”. Με την αρθρογραφία τους ανέδειξαν προβλήματα και υπερασπίστηκαν τον τόπο. Οι εξοντωτικές αξιώσεις επιχειρηματικών συμφερόντων έχουν στόχο να εκφοβίσουν και να φιμώσουν τους δημοσιογράφους και τα ΜΜΕ που αντιτίθενται σε οργανωμένα συμφέροντα που ορέγονται τον τόπο. Με τη συμπαράσταση στον Τάσο Σαραντή και την εφημερίδα του, υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα στην ελευθεροτυπία», αναφέρουν.

«Με τη δίωξη του Τάσου Σαραντή και της “Εφημερίδας των Συντακτών” η δημοσιογραφία και η ελευθεροτυπία στέλνονται για μια ακόμη φορά στο “απόσπασμα”. Στη χώρα που γέννησε τη Δημοκρατία και την ελευθερία του λόγου, είναι πια ξεκάθαρο ότι οι “ενοχλητικές” φωνές πρέπει να φιμώνονται με τον πιο βάναυσο και εκβιαστικό τρόπο: τη βιομηχανία αγωγών», αναφέρει ο δήμαρχος Σαρωνικού, Πέτρος Φιλίππου. «Η δίωξη του Τάσου Σαραντή και η αξίωση από τη “θιγόμενη” εταιρεία του ποσού των 225.000 ευρώ από τον ίδιο και από την “Εφημερίδα των Συντακτών” τι άλλο μπορεί να αποτελεί παρά απόπειρα τρομοκράτησης των λειτουργών του Tύπου ώστε να πάψουν να ενοχλούν τα συμφέροντα; Ως μέλος του Δικτύου Δημάρχων που αντιμετωπίζουν προβλήματα από την ανεξέλεγκτη και χωρίς προϋποθέσεις χωροθέτηση ανεμογεννητριών στις περιοχές τους, αλλά και ως δήμαρχος Σαρωνικού που γνωρίζω από πρώτο χέρι το πρόβλημα, θέλω να δηλώσω ότι στέκομαι στο πλάι του Τάσου Σαραντή και κάθε δημοσιογράφου που φέρνει στο φως τα στοιχεία του υπερασπιζόμενος το περιβάλλον και την αλήθεια», αναφέρει o δήμαρχος Σαρωνικού.

«Οι δημοσιογράφοι έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα και χρέος να ερευνούν και να δημοσιοποιούν τα αποτελέσματα του ρεπορτάζ τους. Καμία απόπειρα εκφοβισμού τους δεν θα γίνει ανεκτή», αναφέρουν οι δήμαρχοι Μήλου, Μανώλης Μικέλης, και Γορτυνίας, Στάθης Κούλης.

Πλήγμα στη δημοκρατία

Με αφορμή την εκδίκαση της αγωγής, στις 10 Φεβρουαρίου 2022, σύλλογοι, συλλογικότητες και κινήματα διαμαρτύρονται και καταγγέλλουν ότι «οι αυξανόμενες επιθέσεις με εξοντωτικές αγωγές εναντίον δημοσιογράφων ΜΜΕ και εφημερίδων οι οποίοι υπηρετούν με συνέπεια την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, όπως επιβάλλει το λειτούργημά τους, αποτελούν επιθέσεις εναντίον της ελευθερίας του Τύπου, αποτελούν φίμωση και βαθύ πλήγμα στην ίδια τη δημοκρατία! Ιδιαίτερα, τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι που αναδεικνύουν τεκμηριωμένα την ανεξέλεγκτη δράση των επιχειρηματικών συμφερόντων που αφορούν το περιβάλλον και είναι σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος αντιμετωπίζονται από τις εταιρείες με μηνύσεις, αγωγές και με αιτήματα τεράστιων οικονομικών αποζημιώσεων, με στόχο τον εκφοβισμό, την αποσιώπηση, την καταστολή και τελικά την “οικονομική τρομοκρατία”», αναφέρουν μεταξύ άλλων.

Το ψήφισμα υπογράφουν: Συντονιστικό Αθήνας (ευρυτανικοί σύλλογοι), Κίνηση Πολιτών για την προστασία του Ευρυτανικού Περιβάλλοντος, Δίκτυο Φορέων και Πολιτών για την Προστασία των Αγράφων, Πρωτοβουλία για την Προστασία της Ορεινής Δυτικής Φθιώτιδας, Επιτροπή Αγώνα Αγραφιωτών, Πρωτοβουλία Αθήνας για την Προστασία των Αγράφων, Eπιτροπή Αγώνα Πολιτών Βόλου κατά της καύσης σκουπιδιών, Σύλλογος Απεραντίων «Οι Αγιοι Ανάργυροι», Σύλλογος Απανταχού Πρασιωτών «Το Κυπαρίσσι», Σύλλογος Κρικελλιωτών Ευρυτάνων «Ο Αγιος Νικόλαος», Πολιτιστικός Σύλλογος των Απανταχού Καρεσοβιτών «Το Καραούλι», Σύλλογος Απανταχού Βραγγιανιτών « Ο Αϊ-Γιάννης ο Θεολόγος», Πολιτιστικός Σύλλογος Επινιανών, «Ελληνικό Σχολείο Προυσού», Ορειβατικός Σύλλογος Αγράφων, Πεζοπορικός και Φυσιοδιφικός Σύλλογος Καρπενησίου, Εξόρμηση για την Προστασία του χωριού Οξυά, Εξωραϊστικός Σύλλογος Νημποριού, Φυσιολατρικός Ορειβατικός Σύλλογος Στενής «Η Δίρφυς», Ελληνικός Ορειβατικός Σύλλογος Χαλκίδας και Εταιρεία Περιβάλλοντος Κύμης.

Tη συμπαράστασή τους εκφράζουν ο Σύνδεσμος Νεαπολιτών «ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ», η Ομοσπονδία Βατικιώτικων Συλλόγων Αττικής, ο Σύλλογος «ΤΟΥΛΙΠΑ ΓΟΥΛΙΜΗ», ο Ελληνικός Ορειβατικός Σύλλογος Μολάων και Νοτιοανατολικής Λακωνίας, το Σωματείο Καταλυμάτων και Ενοικιαζόμενων Δωματίων «Ο ΞΕΝΙΟΣ ΖΕΥΣ» και ο Ναυτικός Ομιλος Βατίκων. «Καταδικάζουμε τις συγκεκριμένες πρακτικές και συμπαραστεκόμαστε με κάθε τρόπο στους διωκόμενους», αναφέρουν.

Η δύναμη της αλήθειας

Την πλήρη συμπαράστασή της «στον δημοσιογράφο και στην εφημερίδα όπου εργάζεται, εν όψει της εκδίκασης αγωγής εις βάρος τους από επιχειρηματικό όμιλο» εκφράζει σε ψήφισμά της η Ανοιχτή Συνέλευση Κατοίκων Κεφαλονιάς Ενάντια στα Αιολικά. «Τα κινήματα, οι τοπικές κοινωνίες, τα δίκαιά μας δεν εκφοβίζονται, δεν απειλούνται, δεν φοβούνται, δεν σιωπούν. Το ίδιο θέλουμε και για τους δημοσιογράφους εκείνους που κόντρα στα σημεία των καιρών τολμούν να μιλήσουν στη γλώσσα της αλήθειας και μιας δημοσιογραφίας που προσπαθεί να σταθεί στο ύψος της. Σε αυτή τη δημοσιογραφία, στη δημοσιογραφία του Τάσου Σαραντή, εμείς στεκόμαστε δίπλα, με όλες μας τις διαθέσεις και δυνάμεις, καταδικάζοντας κάθε προσπάθεια φίμωσης, εκφοβισμού και εξόντωσης», αναφέρει.

Την αλληλεγγύη της στον δημοσιογράφο εκφράζει η Πρωτοβουλία Πολιτών Βόλου ενάντια στην καύση σκουπιδιών NO BURN. «Ο Τάσος Σαραντής και ο κάθε δημοσιογράφος που υπηρετεί με συνέπεια τη δημοσιογραφία, ως κοινωνικό όργανο ελέγχου της εξουσίας, θα αποτελεί τον φυσικό εχθρό του συστήματος, το οποίο πάντα θα πολεμά τη δημοσιογραφία που εξετάζει τα θέματα που καταπιάνεται ολιστικά, που κάνει ερωτήσεις πριν απαντήσει, που καταφέρνει να ταράζει την επιβεβλημένη κανονικότητα των συστημικών μέσων χειραγώγησης», επισημαίνει.

Τη συμπαράστασή της εκφράζει η Κίνηση Πολιτών για τα Αιολικά στις Δ.Ε. Φουρνά και Κτημενίων και καταγγέλλει «τις απειλές και τις διώξεις κατά δημοσιογράφων και την προσπάθεια φίμωσης της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος».

«Κάθε πρακτική λογοκρισίας, φίμωσης του Τύπου και χτυπήματος της ελευθεροτυπίας και της πλουραλιστικής ενημέρωσης» καταδικάζει η Κίνηση για τις Ελευθερίες, τα Δημοκρατικά Δικαιώματα, την Αλληλεγγύη. «Η ελεύθερη και πλουραλιστική ενημέρωση των πολιτών βάλλεται στις ημέρες μας σε πρωτόγνωρο βαθμό από κυβέρνηση, αστυνομία, εταιρείες και δικαστικές διώξεις», αναφέρει.

«Τα περιβαλλοντικά εγκλήματα συνοδεύονται από διώξεις και αγωγές (SLAPP) ενάντια σε αγωνιστές και δημοσιογράφους», αναφέρει η Συνέλευση εργαζόμενων, ανέργων και φοιτητών στα ΜΜΕ, που υπενθυμίζει και την πρόσφατη αγωγή των 100.000 ευρώ μεγαλοστελέχους της εταιρείας «Ελληνικός Χρυσός» κατά της δημοσιογράφου Σταυρούλας Πουλημένη και του alterthess. Αν και «ανακύπτει ζήτημα προστασίας της ελευθεροτυπίας καθώς γίνεται απροκάλυπτη απόπειρα φίμωσης του δημοσιογραφικού λόγου, τα συνδικαλιστικά σωματεία των δημοσιογράφων ΕΣΗΕΑ και ΕΣΗΕΜΘ -της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα- περιορίστηκαν σε δύο ολιγόλογες ανακοινώσεις με τις οποίες εκφράζουν τη διαμαρτυρία τους. Επιδεικνύοντας έτσι την πλήρη αδράνειά τους για απόπειρες που απειλούν ευθέως την ελευθερία του Τύπου και, στην πράξη, αφήνοντας τους συναδέλφους μας μόνους τους. Αυτή η απαράδεκτη στάση των σωματείων αποδεικνύει για ακόμη μία φορά την ανάγκη συλλογικοποίησης και αυτοοργάνωσης από τα κάτω των εργαζομένων στον χώρο των μέσων ενημέρωσης. Οι απόπειρες ποινικοποίησης των υπερασπιστών του περιβάλλοντος και οι απόπειρες φίμωσης του δημοσιογραφικού λόγου δεν θα περάσουν», καταλήγει.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2021

Θωμάς Τσαλαπάτης, Οι κοινωνίες και ο θάνατος, ΕΦΣΥΝ, 8-9 ιΑΝ 2020

 

Κάτω από τον πόνο του θρήνου κυριαρχεί η αμηχανία.

Μαζικοί τάφοι, μοναχικές κηδείες. Ο θάνατος ως μια καθημερινή στατιστική που διαπραγματεύεται τη συμβατότητά μας με τον έξω κόσμο. Η πανδημία δεν έφερε στο προσκήνιο μόνο την επικινδυνότητά της. Εφερε στο προσκήνιο και την απόλυτη ανεπάρκεια των σύγχρονων κοινωνιών να σταθούν απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου. Οι κοινωνίες μοιάζουν ανοχύρωτες. Δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τη ζωή ταυτόχρονα με την παρουσία του ιού. Ακριβώς γιατί είναι διαρκώς απροετοίμαστες να αντιμετωπίσουν τον θάνατο.

Είμαστε παιδιά ενός διαταραγμένου κύκλου, ενός ματαιόδοξου και σπουδαιοφανή πολιτισμού που εξαντλεί τις δεκαετίες του θαυμάζοντας τον εαυτό του. Η ιδέα της διαρκούς προόδου, της επίτευξης και της εξέλιξης εξορίζει οποιαδήποτε άλλο σχήμα ζωής ως φαιδρό, αναχρονιστικό, αν όχι ύποπτο. Και όμως η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα πολιτισμών για τους οποίους ο στόχος δεν ήταν η εξέλιξη αλλά η αρμονία. Ενας τρόπος να ζεις και όχι ένας τρόπος να προχωράς.

Στις κοινωνίες αυτές, ο θάνατος, οι νεκροί, η απώλεια είχαν μια θέση ανάμεσα στις άλλες εκφάνσεις της ζωής. Δεν ήταν ξένα σώματα, απειλητικές συνθήκες, παράλογες καταλήξεις. Η ζωή εφοδιαζόταν με σύμβολα που προωθούσαν το ανθρώπινο πνεύμα, που το εξοικείωναν με το περιβάλλον, τον κύκλο των εποχών τους κύκλους της ζωής και του θανάτου.

Μυητικές τελετές έσπρωχναν τον άνθρωπο προς τον απογαλακτισμό, την ωρίμανση, την αποδοχή της φθοράς στο πλαίσιο μιας γενικότερης μηχανικής και κίνησης του κόσμου. Τα ελάχιστα στοιχεία των χαμένων αυτών τρόπων και πολιτισμών που επιβίωναν ώς τις μέρες μας χάνονται κάτω από τον μαζικό φόβο του Covid: ο συλλογικός θρήνος, τα θρηνητικά έθιμα, η μεταφυσική παραμυθία.

Για τις σύγχρονες κοινωνίες ο θάνατος είναι μια υπόθεση αυστηρά περιορισμένη στη βιολογία. Μια σωματική εκκένωση ανάμεσα στις άλλες ικανή να ιχνηλατηθεί από την ανατομία. Ολο το φαινόμενο του τέλους συρρικνώνεται στην αποτροπή ή την επιβεβαίωσή του. Τίποτα ενδιάμεσο, τίποτα παραπέρα. Ο θάνατος αποκλείεται στο όνομα της ορθολογικότητας. Και ταυτόχρονα απομακρύνεται από την όψη της κοινωνίας. Συμβαίνει πιο συχνά σε νοσοκομεία ή γηροκομεία και λιγότερο στο σπίτι που ο νεκρός ζούσε.

Οι συγγενείς και οι φίλοι δεν θα τον συναντήσουν στο σπίτι του πριν από την ταφή, θα θρηνήσουν και θα τιμήσουν τον νεκρό λίγο πριν χαθεί για πάντα. Σε ένα νεκροταφείο, πάντοτε μακριά από το κέντρο της πόλης. Γι’ αυτό σε προσωπικό επίπεδο, όταν βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη προσωπική απώλεια, νιώθουμε παντελώς απροετοίμαστοι. Ακόμα και αν την περιμέναμε, ακόμα και αν πιστεύαμε πως είχαμε θωρακιστεί ψυχολογικά γι’ αυτή.

Κάτω από τον πόνο του θρήνου κυριαρχεί η αμηχανία. Δεν έχουμε εργαλεία να επεξηγήσουμε, να κατανοήσουμε, έστω να παρηγορήσουμε τον εαυτό μας. Καταφεύγουμε έτσι σε δανεικά ευχολόγια και υποθέσεις. Εκπαιδεύουμε τον εαυτό μας να συμβιώνει με τις απώλειές μας, με έναν θρήνο που δεν σταματά αλλά εγκαθίσταται στο εσωτερικό μας. Ακόμα και εδώ δεν μαθαίνουμε να ζούμε με τον θρήνο μας, μόνο να προχωράμε μαζί με αυτόν.

Στις σύγχρονες κοινωνίες ο σκοπός της ανάπτυξης του ατόμου έχει χαθεί. Στη θέση του θριαμβεύει το αίτημα για τη διαρκή νεότητά του. Μια άνευ όρων νεότητα που στην πραγματικότητα καταργεί την ηλικία. Και μαζί όλο και περισσότεροι τρόποι για να επιτευχθεί ο αδύνατος στόχος: Γυμναστήρια, πλαστικές, μπότοξ, φίλτρα στις φωτογραφίες, προσαρμογή του ρουχισμού και των κομμώσεων, εξαρτήματα επιβεβαίωσης νεανικότητας κτλ.

Ολα δημιουργημένα για να συντηρούν ένα σώμα εκτός ηλικίας. Με τον τρόπο αυτό το άτομο δεν αναπτύσσεται αλλά παραμένει προσκολλημένο στον παιδικό του ρόλο. Καμία τελετουργία μύησης ή ωρίμανσης δεν είναι δυνατή. Ο χρόνος δεν μπορεί να επιμεριστεί μόνο να συντηρηθεί μέχρι να καταλήξει παράφραση του εαυτού του. Πώς μπορεί να κατευναστεί ο θάνατος, όταν ακόμα και η φθορά έχει εξοριστεί;

Και ενώ όλα συνεχίζουν αδυνατούμε να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα, μόνο σε ένα αίτημα: Ο θάνατος πρέπει να εφευρεθεί ξανά. Ωστε η ζωή να βγει θριαμβεύτρια.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2020

Και οι κρίνοντες κρίνονται, efsyn.gr

 


Με μια πολύ σημαντική απόφαση το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) έκρινε ότι οι δικαστές έχουν δικαίωμα να κρίνουν τους ανωτέρους τους, διαφορετικά παραβιάζεται η ελευθερία της έκφρασης.

Στο Δικαστήριο του Στρασβούργου προσέφυγε Πολωνός δικαστής που είχε υποβάλει αίτηση για θέση δικαστή σε περιφερειακό δικαστήριο. Στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγής του ο εντεταλμένος επιθεωρητής δικαστής συνέταξε έκθεση σχετικά με τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του, στην οποία μεταξύ άλλων διαπίστωνε ότι είχε τριβές με τους προϊσταμένους του, καθώς δεν μπορούσε να συμμορφωθεί με τις οδηγίες τους. Ο προσφεύγων χαρακτήρισε «επιφανειακή, άδικη και μεροληπτική» την έκθεση που του κόστισε την προαγωγή του αλλά η έφεσή του απορρίφθηκε, ενώ στη συνέχεια ασκήθηκε σε βάρος του πειθαρχική διαδικασία για ανάρμοστη συμπεριφορά και καταδικάστηκε. Ουσιαστικά οι δικαστές έκριναν ότι με την κριτική του παραβίασε τα πρότυπα της δικαστικής αξιοπρέπειας, υπονομεύοντας όχι μόνο τη φήμη του επιθεωρητή δικαστή αλλά και την απονομή της δικαιοσύνης στο σύνολό της.

Ο Πολωνός δικαστής προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, το οποίο τον δικαίωσε επιδικάζοντάς του ποσό 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη. Οπως αναφέρεται στην απόφαση, οι παρατηρήσεις του προσφεύγοντος στην έκθεση επιθεώρησης δεν αφορούσαν την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας αλλά ένα εσωτερικό στάδιο της διαδικασίας προαγωγής του. Επιπλέον το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι οι συγκεκριμένες κρίσεις αξίας εμπίπτουν στο δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης του προσφεύγοντος και έτσι τα εγχώρια δικαστήρια δεν πέτυχαν δίκαιη ισορροπία μεταξύ της ανάγκης προστασίας της δικαστικής εξουσίας και της ανάγκης προστασίας του δικαιώματος του προσφεύγοντος στην ελευθερία έκφρασης. Με τον τρόπο αυτό το ΕΔΔΑ επέκτεινε το πλαίσιο δυνατότητας άσκησης κριτικής των δικαστών και στις εκθέσεις αξιολόγησής τους από ανώτερους δικαστικούς, όταν η κριτική στηρίζεται σε πραγματική βάση.

Ο πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Χριστόφορος Σεβαστίδης, σε πρόσφατο άρθρο του («Τα όρια της κριτικής σε βάρος δικαστικών λειτουργών και ο ρόλος των δικαστικών ενώσεων», ende.gr) σημειώνει: «Οι δικαστικοί λειτουργοί ως φορείς δημόσιας εξουσίας οφείλουν να ανέχονται την κριτική, ακόμα και την πιο επιθετική και κακόβουλη. Ενα σημείο σοβαρής παρερμηνείας, που πολλές φορές γίνεται ασυνείδητα, είναι ο αδικαιολόγητος περιορισμός των ορίων της θεμιτής κριτικής μόνο στο επίπεδο που αυτή γίνεται γενικά και αφηρημένα (π.χ. προς το θεσμό της Δικαιοσύνης), θεωρώντας κάθε άλλου είδους κριτική σε ατομικό επίπεδο ως "ανοίκεια επίθεση" και "προσωπική στοχοποίηση" [...] Οι Δικαστικές Ενώσεις δεν μπορούν να απαγορεύσουν το αυτονόητο συνταγματικό δικαίωμα της κριτικής, ακόμα και της άδικης. Απειλές για άσκηση ποινικών ή πειθαρχικών διώξεων σε όσους καταφέρονται κατά συναδέλφων βρίσκονται μακριά από τις αντιλήψεις μας για τον τρόπο λειτουργίας ενός συλλογικού οργάνου, που θεωρεί την αντίθετη άποψη οξυγόνο της δημοκρατίας. Μπορούν ωστόσο και δικαιούνται οι Ενώσεις να ασκούν κριτική στους επικριτές μας. Θεωρώ ότι θα συμφωνούσε ο καθένας στην εκτίμηση πως οι ανακοινώσεις μιας Δικαστικής Ενωσης δεν μπορούν να εκδίδονται αδιάκριτα σε κάθε περίπτωση που ασκείται κριτική σε συνάδελφο. Η υιοθέτηση μιας τυφλής συντεχνιακής λογικής θα ανέκοπτε κάθε προσπάθεια προσέγγισης της κοινωνίας και θα ακύρωνε τον εξωστρεφή προσανατολισμό των τελευταίων ετών».


Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Χαρά Τζαναβάρα, Οι θησαυροί μιας φεμινίστριας, efsyn, μάρτιος 2020

Εγκαινιάστηκε τον Μάρτιο του 1988 από τη Μελίνα Μερκούρη και αποτελεί το τελευταίο «καμάρι» του Λυκείου Ελληνίδων που ιδρύθηκε στα τέλη του 1910 από την Καλλιρρόη Παρρέν, την πρωτεργάτρια του φεμινιστικού κινήματος στη χώρα μας. Το πρώτο της βήμα ήταν η «Εφημερίς των Κυριών», που πρωτοκυκλοφόρησε στις 9 Μαρτίου 1887 με στόχο την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των γυναικών στην εργασία, την κοινωνία και την πολιτική. Χρειάστηκαν όμως πολύχρονοι αγώνες για να ψηφίσουν οι Ελληνίδες το 1934 στις δημοτικές εκλογές και το 1953 στις εθνικές, ενώ μόλις το 1977 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ κάλεσε τα κράτη-μέλη του να καθιερώσουν την 8η Μαρτίου Παγκόσμια Ημέρα για το «μισό τ’ ουρανού».
Η απέριττη ξύλινη πόρτα είναι το πρώτο... παραπλανητικό σήμα για όσους έχουν την τύχη να ανηφορίζουν τη Δημοκρίτου, τον στενό δρόμο που ξεκινά από την Ακαδημίας και φθάνει ώς τις ρίζες του Λυκαβηττού. Τα «μυστικά» του απλού κτιρίου στον αριθμό 7 είναι όμως γνωστά σε μαθητές σχολείων, ερευνητές από όλο τον κόσμο και απλούς θαυμαστές της λαϊκής παράδοσης. Ακόμη και όσοι πέρασαν υποψιασμένοι το κατώφλι του βρέθηκαν μπροστά σε έναν απίστευτο θησαυρό, που δεν είναι παρά ένα μικρό δείγμα της συλλογής του Μουσείου, η οποία αριθμεί περισσότερα από 25.000 αντικείμενα, κυρίως παραδοσιακές φορεσιές από όλες τις γωνιές της Ελλάδας.
Η πρωτοβουλία για τη συγκέντρωση του υλικού ανήκει στην Καλλιρρόη Παρρέν και συνδέεται με το κίνημα που είχε αναπτυχθεί στις αρχές του 20ού αιώνα για «επιστροφή στις ρίζες», το οποίο κάλυπτε όλες τις μορφές τέχνης και φιλοδοξούσε να δώσει απάντηση στα ξενόφερτα πρότυπα που κυριαρχούσαν τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η πρωτοπόρος από την Κρήτη

Η Καλλιρρόη, παρά το ξενικό επίθετό της, ήταν Ελληνίδα και μάλιστα Κρητικιά. Γεννήθηκε το 1861 στα Πλατάνια Αμαρίου Ρεθύμνης και ήταν κόρη του Στυλιανού Σιγανού, ο οποίος είχε πάρει μέρος στο αποτυχημένο κίνημα για την απελευθέρωση της Κρήτης και γι’ αυτό αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νησί. Στα έξι της χρόνια η Καλλιρρόη βρέθηκε στην πρωτεύουσα, όπου απέκτησε σπουδαία μόρφωση. Ηταν μαθήτρια στην αρχή στη Σχολή Σουρμελή στον Πειραιά, στη συνέχεια στη Γαλλική Σχολή Καλογραιών και πήρε το απολυτήριό της από το Αρσάκειο, που της άνοιξε την πόρτα να γίνει το 1880 διευθύντρια του παρθεναγωγείου της ελληνικής παροικίας στην Οδησσό.

Καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία της ήταν η γνωριμία της με τον Ιωάννη Παρρέν, τον γαλλοαγγλικής καταγωγής δημοσιογράφο που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη. Παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Αθήνα, όπου η νεαρή και ανήσυχη Καλλιρρόη είχε την ευκαιρία να γνωρίσει σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής. Τότε προσβλήθηκε και από τον «ιό» της δημοσιογραφίας και, όπως είχε ομολογήσει, «παρακολουθούσα τας συζητήσεις των δημοσιογράφων και σιγά σιγά εξύπνησε μέσα μου και πάλιν ο πόθος να γράψω, όπως αυτοί, όχι μόνον για τον εαυτόν μου αλλά και για τους άλλους».
Καρπός των πρώτων αναζητήσεών της ήταν η έκδοση της πρώτης εφημερίδας από γυναίκες για γυναίκες. Η «Εφημερίς των Κυριών» κυκλοφόρησε στις 9 Μαρτίου 1887 και γρήγορα απέκτησε φανατικούς οπαδούς αλλά και ορκισμένους εχθρούς, ενώ χάρισε στην Καλλιρρόη Παρρέν τον επίζηλο τίτλο της πρώτης γυναίκας δημοσιογράφου. Η μαχητική εφημερίδα, που στην αρχή ήταν εβδομαδιαία και στη συνέχεια δεκαπενθήμερη, είχε σημαντική πορεία, αφού πουλούσε κατά μέσο όρο 5.000 φύλλα. Η πλειονότητα των αγοραστών της ήταν... άνδρες, που την πήγαιναν στο σπίτι για να τη διαβάσουν οι γυναίκες τους.
Στα τέλη του 1910 η δραστήρια Καλλιρρόη Παρρέν ίδρυσε το Λύκειο Ελληνίδων, που θεσμοθετήθηκε με διάταγμα στις αρχές της επόμενης χρονιάς. Εγινε η πρόεδρός του, θέση που διατήρησε ώς τον θάνατό της, τον Ιανουάριο του 1940. Η πρώτη στέγη του Λυκείου διαμορφώθηκε στα γραφεία της εφημερίδας, ενώ λίγο αργότερα μετακόμισε στην οικία Κατσίμπαλη, στη γειτονική Οθωνος. Απέκτησε το πρώτο του κτίριο, επί της οδού Ακαδημίας, το 1931, αλλά ύστερα από δύο χρόνια εγκαταστάθηκε οριστικά στη Δημοκρίτου 14, που παραμένει έως σήμερα η έδρα των πολύμορφων δραστηριοτήτων του Λυκείου Ελληνίδων. Σε αυτό στεγάστηκε και το πρώτο υλικό του Μουσείου Ελληνικής Ενδυμασίας, που αποτελεί επίσης πρωτοβουλία της Παρρέν. Η συλλογή του ενδυματολογικού υλικού ξεκινά το 1911 με αφορμή τις μεγάλες γιορτές του Παναθηναϊκού Σταδίου. Ζήτησε και πέτυχε τότε να της δανείσουν φορεσιές από όλη την Ελλάδα, αλλά ακολούθησε «βροχή» από δωρεές, χάρη στις οποίες δημιουργήθηκε η Ιματιοθήκη που εξελίχθηκε σε μουσείο με μοναδικά εκθέματα.

Τα εγκαίνια από τη Μελίνα

Το 1985 το μουσείο απέκτησε τη δική του στέγη, πάντα στην οδό Δημοκρίτου, που εγκαινιάστηκε τον Μάρτιο του 1988 από τη Μελίνα Μερκούρη, η οποία ως υπουργός Πολιτισμού είχε εξασφαλίσει σημαντικά κονδύλια για την αγορά και την ανακαίνιση του κτιρίου, που είχε κατασκευάσει στη δεκαετία του 1920 ο πολιτικός μηχανικός Ηλίας Οικονόμου.
Το μεσοπολεμικό κτίριο, που βρίσκεται σε μια προνομιακή γωνιά του Κολωνακίου, ανακαινίστηκε με σεβασμό στη μορφή της αστικής κατοικίας, αλλά και με προσθήκη νέων χώρων που έχει ανάγκη ένα σύγχρονο μουσείο. Στο υπόγειο στεγάζεται το πωλητήριο, στο ισόγειο βρίσκεται ο βασικός εκθεσιακός χώρος, όπου φιλοξενούνται και τα εκπαιδευτικά προγράμματα, στον πρώτο λειτουργούν τα γραφεία και η Βιβλιοθήκη με πλούσιο υλικό λαογραφικού και ενδυματολογικού ενδιαφέροντος, ενώ στον δεύτερο αναπτύσσονται οι αποθήκες.

1. Η εφημερίδα

Η «Εφημερίς των Κυριών» είχε τα γραφεία της κοντά στο Σύνταγμα, όπου ήταν και η έδρα όλων των εφημερίδων της εποχής. Στην «ταυτότητα» του πρώτου γυναικείου εντύπου αναγράφεται ότι στεγαζόταν σε κτίριο επί των οδών «Μουσών και Νίκης», από τις οποίες η πρώτη δεν είναι άλλη από τη σημερινή Καραγεώργη Σερβίας. Στη μία πλευρά διατηρείται το μέγαρο Πάλλη, που αποκλείεται να στέγαζε την εφημερίδα, η οποία μάλλον στεγαζόταν στην απέναντι πλευρά, όπου υπάρχει μια τυπική πολυκατοικία επαγγελματικών χρήσεων της δεκαετίας του 1960.

2. Οι επαφές

Το ζεύγος Παρρέν διατηρούσε ένα από τα σπουδαιότερα φιλολογικά σαλόνια του Μεσοπολέμου, στο σπίτι του επί της οδού Πανεπιστημίου, δίπλα στο επιβλητικό συγκρότημα της Τραπέζης της Ελλάδος, το οποίο κατεδαφίστηκε την εποχή της αντιπαροχής. Ο Γιάννης Παπακώστας, στο βιβλίο του «Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Αθήνας», καταγράφει ότι στους τακτικούς επισκέπτες του περιλαμβάνονταν ο Κωστής Παλαμάς και η σύζυγός του, ο Γιάννης Γρυπάρης, ο Αδωνις Κύρου και ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος. Στον Γρηγόριο Ξενόπουλο αποδίδει μάλιστα την ένταξη της Παρρέν στο κίνημα των δημοτικιστών.

3. Ο σύζυγος

Ο Ιωάννης Παρρέν, με τη σημαντική συμβολή του στη χειραφέτηση της συζύγου του, Καλλιρρόης, είναι... άγνωστος στο διαδίκτυο αλλά και στις εγκυκλοπαίδειες, ακόμα και τις γαλλικές. Δεν υπάρχει βιογραφικό του ούτε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, παρόλο που υπήρξε ο ιδρυτής και πρώτος διευθυντής του.


Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Με ολική εξαφάνιση απειλούνται οι πολικές αρκούδες,efsyn.gr



Οι πολικές αρκούδες κινδυνεύουν να εξαφανιστούν μέχρι το τέλος του αιώνα, προειδοποιεί έρευνα που δημοσίευσε η Nature Climate Change. Όπως αναφέρουν τα στοιχεία, η εκπομπή καυσαερίων που έχει οδηγήσει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για το είδος.
Ο βασικός λόγος για αυτό είναι η εξαφάνιση των ογκόπαγων που βρίσκονται στο περιβάλλον που ζουν και επιβιώνουν, το οποίο μπορεί να φτάσει έως και τους - 40 βαθμούς Κελσίου. Οι ογκόπαγοι διευκολύνουν τις αρκούδες στο κυνήγι, ιδιαίτερα της φώκιας που αποτελεί τη βασική πηγή λίπους. Οι αρκούδες αποθηκεύουν λίπος κατά τη διάρκεια του χειμώνα, το οποίο συγκρατούν όλο το καλοκαίρι: που για τα ζώα αυτά αποτελεί περίοδο νηστείας.
ID 60853875 © Vladimir Seliverstov | Dreamstime.com
Με το λιώσιμο των πάγων η περίοδος νηστείας των αρκούδων μεγαλώνει και δυσκολεύει τα ζώα να βρουν την τροφή που χρειάζονται. Ιδιαίτερα για τα θηλυκά, η πρόκληση είναι εντονότερη καθώς χρειάζονται περισσότερο λίπος για να παράξουν γάλα την περίοδο της άνοιξης που γεννούν. Πολύ συχνά, πλέον, παρατηρείται και το φαινόμενο πολικές αρκούδες να πλησιάζουν κατοικημένες περιοχές για την εύρεση τροφής. 
Oleg Krashevsky@putoranatour via AP
Αυτή τη στιγμή υπολογίζεται ότι υπάρχουν συνολικά 25.000 πολικές αρκούδες οι οποίες μοιράζονται στον Καναδά, την Αλάσκα, τη Σιβηρία, τα νησιά Σβάλμπαρντ και τη Γροιλανδία. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι πληθυσμοί αυτοί δεν θα πληγούν όλοι ταυτόχρονα. Όμως, αν συνεχιστούν με τον ίδιο ρυθμό οι εκπομπές καυσαερίων, τότε θα μειωθεί η αναπαραγωγική τους ικανότητα και θα τεθούν σε κίνδυνο σχεδόν όλες, μέχρι το 2100.
ID 114748430 © Senorrojo | Dreamstime.com
Ο επιστήμονας Στίβεν Άμστρουπ είπε πως οι πολικές αρκούδες κινδυνεύουν και από τη λαθροθηρία και την καταστροφή του φυσικού τους περιβάλλοντος. Από αυτούς τους κινδύνους, όμως, μπορούν να προστατευτούν. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να κατασκευαστεί ένα περιβάλλον που να προστατεύει το είδος από την υπερθέρμανση του πλανήτη. 
ID 109546837 © Joanna Perchaluk | Dreamstime.com
Προτάσεις που έχουν γίνει για τη σωτηρία του είδους αφορούν την επανένταξη στην Αρκτική ζώα που έχουν γεννηθεί στην αιχμαλωσία, αλλά και τη μεταφορά τους στον Νότιο Πόλο. Ωστόσο, ο Στίβεν Άμστρουπ θεωρεί κάτι τέτοιο ανέφικτο. «Ίσως χρειαστεί να σκεφτούμε να σκοτώσουμε τις τελευταίες πολικές αρκούδες, αντί να τις αφήσουμε να πεθάνουν από την πείνα», σχολίασε. 

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

Παύλος Μεθενίτης, Σκλαβιά, δουλεία και δουλειά, ΕΦΣΥΝ, 4-5 ιΟΥΛΊΟΥ 2020


Η λέξη «σκλάβος» παράγεται από το εθνωνύμιο «Σλάβος», επειδή τον 8ο αιώνα μεγάλος αριθμός Σλάβων αιχμαλωτίστηκε από τους Βυζαντινούς (Slovenin > Σλάβος > Σθλάβος > Στλάβος > Σκλάβος, με επίδραση του Σλαβηνός > Σκλαβηνός, μια άλλη ονομασία των Σλάβων). Από αυτό το μεσαιωνικό «σκλάβος» προήλθε το λατινικό «sclavus», που έδωσε το γαλλικό «esclave» και το αγγλικό «slave».
Σκλάβος και δούλος είναι συνώνυμα. Περιγράφουν το άτομο που έχει στερηθεί την προσωπική του ελευθερία, και αποτελεί ιδιοκτησία άλλου ανθρώπου, ένα περιουσιακό στοιχείο του. Είναι αυτός και αυτή που θα εργαστεί σκληρά στο χωράφι, το σπίτι, τον στάβλο, τη στάνη, το μαγαζί, το άρμα ή το καράβι του αφέντη του, είναι αυτός που θα κουβαλήσει τις πέτρες για τις Πυραμίδες και τον Παρθενώνα του, το νερό για τους Κρεμαστούς του Κήπους και την άμμο για το Κολοσσαίο του, είναι αυτός που θα αφήσει τα κόκαλά του στα ορυχεία για να δημιουργηθεί ο πλούτος του αφεντικού του, είναι αυτός που θα φροντίσει τους γέρους, τα παιδιά και τα ζώα του, είναι αυτός ή αυτή που θα ζεστάνει το κρεβάτι του, θα μαγειρέψει το φαΐ του, θα σερβίρει το κρασί του και θα κουβαλήσει τα όπλα του στη μάχη, είναι αυτός ή αυτή που θα αφήσει την τελευταία του πνοή δουλεύοντας, εκτός κι αν χειραφετηθεί, κάτι σπάνιο, από τον αφέντη του, ή εξεγερθεί εναντίον του και τον σφάξει, που είναι δυστυχώς ακόμα σπανιότερο στην Ιστορία.
Ο δούλος είναι ο δεσμώτης, αλλά και ο πλήρως υποταγμένος σε μια ανώτερη από αυτόν δύναμη, ορατή ή αόρατη – κάποιος μπορεί να είναι δούλος των παθών του, όπως το αλκοόλ ή η χαρτοπαιξία, όμως και οι πιστοί αποκαλούνται «δούλοι του Θεού»... Ο δούλος, στην αρχαία εποχή, ήταν αυτός που είχε γεννηθεί τέτοιος, από σκλάβους γονείς, ως μέλος της τάξης των δούλων. Ομως αυτοί που υποδουλώνονταν σε μάχη, οι αιχμάλωτοι πολέμου, ήταν, για τους αρχαίους Ελληνες, τα «ανδράποδα». Αυτός ήταν ένας εντελώς απαξιωτικός χαρακτηρισμός, καθώς η λέξη είχε δοθεί κατ’ αναλογία προς τα «τετράποδα», εννοείται ζώα! Ο δούλος θα μπορούσε να είναι υπηρέτης, δηλαδή ακόλουθος ή προσωπικός βοηθός κάποιου ελεύθερου πολίτη. Είναι ενδιαφέρουσα η προέλευση της λέξης «υπηρέτης»: από το «υπο+ερέτης», δηλαδή «κωπηλάτης» – η λέξη φυσικά αναφερόταν στους δούλους που έλιωναν στο κουπί για να κινούνται τα αρχαία πλοία... Η δουλεία, λοιπόν, η σκλαβιά, ήταν η ιδιότητα του δούλου.
Φαίνεται πως δύσκολα η κοινωνία θα απαλλαγεί και από αυτή τη λέξη και από το σημαινόμενό της, και δεν μιλάω τώρα για το τρομακτικό γεγονός της ύπαρξης, σήμερα, τώρα, των 27 περίπου εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο που είναι δούλοι, σκλάβοι κανονικοί, σύμφωνα με τον ΟΗΕ! Τουλάχιστον παλιότερα, όταν η δουλεία ήταν ένας θεσμός της κοινωνίας, τηρούνταν κάποια αρχεία: ήταν γνωστό, σε γενικές γραμμές, πόσοι ήταν οι δούλοι και ποιοι, εν αντιθέσει με τη σήμερον ημέρα, που κάποια από αυτά τα εκατομμύρια των σύγχρονων σκλάβων, κυρίως γυναίκες και παιδιά, ενδέχεται να κρατούνται στο διπλανό μας διαμέρισμα, διαλανθάνοντας της προηγμένης κοινωνίας μας, που έχει καταργήσει, υποτίθεται, τη δουλεία. Στην ουσία, από την αυγή της ανθρώπινης ιστορίας, ποτέ δεν σταμάτησε η υποδούλωση του ανθρώπου από έναν άλλο άνθρωπο.
Ακόμα λοιπόν και η ίδια η ιστορική και ετυμολογική εξέλιξη του όρου δουλεία είναι ενδεικτική. Η λέξη «δουλειά», δηλαδή το βιοποριστικό επάγγελμα που ασκεί κανείς, η εργασία που όλοι αγωνιζόμαστε να βρούμε και να διατηρήσουμε, αυτό που μας γλιτώνει από το να στεκόμαστε στην ουρά για το επίδομα ανεργίας, αυτή που δεν είναι ντροπή, η βάση όπου πολλοί στηρίζουν την ατομική τους αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία τους, οικονομική και κοινωνική, η δουλειά λοιπόν, η χειρωνακτική, η καλλιτεχνική, ή η επιστημονική, που μπορεί να μας γεμίζει, να αξιοποιεί τη δημιουργικότητα και τις δεξιότητές μας, και να είναι ακόμα και λειτούργημα και όχι απλώς μια έμμισθη απασχόληση, η δουλειά που ενίοτε είναι εντελώς βαρετή, απεχθής, κουραστική, επικίνδυνη, ανθυγιεινή, κακοπληρωμένη ή όλα αυτά μαζί, την οποία όμως κρατάμε με νύχια και με δόντια για τον μισθό, την ιατροφαρμακευτική κάλυψη και τα συνταξιοδοτικά ένσημα που μας παρέχει, αυτή η δουλειά λοιπόν, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, είναι μια λέξη που δημιουργήθηκε τον Μεσαίωνα, προερχόμενη, φυσικά, από την αρχαία λέξη «δουλεία». Το Λεξικό λέει πως η σημασία «εργασία, απασχόληση» αποτελεί εξέλιξη της αρχικής σημασίας «κατάσταση του δούλου, σκλαβιά», εξαιτίας των καταναγκαστικών εργασιών με τις οποίες επιβαρυνόταν ο δούλος... Η βαριά, σκληρή εργασία που ήταν επιβαλλόμενη από άλλους βαθμηδόν πέρασε, διευκρινίζει το Λεξικό, στη γενική έννοια της εργασίας. Η δουλειά πάντως προέρχεται από την αρχαία λέξη δούλος (συνηρημένος τύπος του δο-ε-λος), που η ετυμολογία της είναι άγνωστη. Ο δούλος πιθανόν να είναι μια λέξη δανεική από την Καρία ή τη Λυδία, κάτι που δεν εκπλήσσει, όπως λέει το Λεξικό, αφού η δουλεία προέρχεται από την Εγγύς Ανατολή.
Απ’ όπου κι αν προέρχεται, γεγονός είναι πως δεν υπάρχει ούτε ένας αρχαίος λαός, ούτε ένας, που να μη χρησιμοποίησε την εργατική δύναμη των δούλων, εκτός από αυτήν των ζώων, για να ευημερήσει. Μοναδικά μνημεία, κοσμήματα του ανθρώπινου πολιτισμού, φτιάχτηκαν από αλυσοδεμένα χέρια, από στρατιές εξανδραποδισμένων ανθρώπων που οι ζωές τους και τα ονόματά τους σαρώθηκαν από τους ανέμους της Ιστορίας. Τον πλούτο που άρδευσε τόση τέχνη υψηλής ποιότητας, τόσο πολιτισμό, εξόρυξαν, συγκέντρωσαν και επεξεργάστηκαν από χέρια σκλάβων: πώς αντλούσαν οι Αθηναίοι το ασήμι τους ή οι Αιγύπτιοι το χρυσάφι τους, πώς προμηθεύονταν οι Βαβυλώνιοι, οι Εβραίοι, οι Κινέζοι, οι Ρωμαίοι, οι Αραβες, οι Αγγλοι, οι Ισπανοί, ή οι Αμερικανοί τα μέταλλα για τα όπλα και τα εργαλεία τους, το νήμα με το οποίο έφτιαχναν τα ρούχα τους ή τα μπαχαρικά που έβαζαν στο φαγητό τους;
Πώς σχηματίστηκαν οι τεράστιες περιουσίες των δουλεμπόρων; Ρητορικό το ερώτημα, όταν ένας Αφρικανός το 1750, εάν γλίτωνε από τους Πορτογάλους, πουλιόταν από τους ίδιους τους συμπατριώτες του σε Αραβες δουλεμπόρους για μια κούπα χρωματιστές γυάλινες χάντρες, για να καταλήξει, εάν βέβαια επιζούσε του φρικαλέου υπερπόντιου ταξιδιού με βρετανικό ή αμερικανικό δουλεμπορικό, στην αγορά της Λουιζιάνα των ΗΠΑ να πωλείται προς 120 δολάρια, όταν ένα καλό άλογο στοίχιζε τότε μόνο 50, κι ένας τόνος σανό μόνο 4 δολάρια...

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

Οι Ρομά δεν είναι απειλή, αλλά ευάλωτοι ΛΑΜΠΡΟΣ ΜΠΑΛΤΣΙΩΤΗΣ* , ΕΦΣΥΝ, 18-19 ΑΠΡΙΛΊΟΥ 2020

Οι Ρομά δεν είναι απειλή, αλλά ευάλωτοι

ΛΑΜΠΡΟΣ ΜΠΑΛΤΣΙΩΤΗΣ*     
                 

Οι Ρομά εμφανίζονται στον δημόσιο λόγο, πάντα αρνητικά, και μετά εξαφανίζονται. Παραμένουν οι άθλιες συνθήκες στους καταυλισμούς, οι υποβαθμισμένες συνοικίες, αλλά ιδίως οι απόψεις που έχουν διαμορφωθεί στις τοπικές κοινωνίες που αντιμετωπίζουν πραγματικά ή και φαντασιακά προβλήματα συμβίωσης. Τα λόγια του καθηγητή Ιατρικής Σ. Τσιόδρα αποτέλεσαν ευχάριστη έκπληξη, καθόσον μάλιστα έχει ασχοληθεί με ειδικές πληθυσμιακές ομάδες.
Ομως, το να επαφιέμεθα σε τέτοιες διαπιστώσεις είναι ανεπαρκές και ανασφαλές: ο ιερέας στο Κουκάκι που κοινώνησε πιστούς δήλωσε ότι «η θεία κοινωνία δεν μεταδίδει καμία ασθένεια, το είπε η κ. Γιαμαρέλλου». Το ζήτημα των Ρομά αφορά τις κρατικές πολιτικές που πρέπει να ασκηθούν, αφού πάρουν υπόψη τους τις σχετικές επιστημονικές διαπιστώσεις. Γιατί όμως η Ελλάδα έχει μείνει τόσο πίσω σε σχέση με άλλες χώρες στην ένταξή τους; Υπάρχουν κάποιες παραδοχές που προέρχονται από τις λίγες σοβαρές έρευνες που έχουν γίνει:
Οι Ρομά και εντάσσονται αλλά και «αφομοιώνονται»: από την Πελοπόννησο μέχρι τη Θράκη και τη Θεσπρωτία, υπάρχουν ομάδες που έχουν «αποτσιγγανοποιηθεί», δεν αναγνωρίζονται ως τέτοιες. Ηδη το 1938 ο Δ. Λουκόπουλος το παρατήρησε σε χωριά της Ρούμελης.
Η διαδικασία της ένταξης είναι αργή και οφείλεται σε πληθώρα και συνδυασμό παραγόντων. Οι πολιτικές ένταξης δεν αποδίδουν ένα, δύο ή πέντε χρόνια μετά την έναρξή τους. Πρόκειται για επίπονες διαδικασίες δεκαετιών, όπως έχουν δείξει τα παραδείγματα εδραίων (μη μετακινούμενων) Ρομά στην Ηπειρο, στις Σέρρες, στην Ημαθία.
Οι Ρομά κάθε άλλο παρά αποτελούν ενιαία ομάδα. Είναι μετακινούμενοι και μάλιστα με διαφορετικά μοτίβα, εδραίοι, με διαφορετικές μητρικές γλώσσες, με διαφορετικά κοινωνικά και επαγγελματικά προφίλ. Η εικόνα του μετακινούμενου, αυτού που ζει σε παραπήγματα, δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα μειοψηφικό κομμάτι του πληθυσμού.
Το ελληνικό κράτος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ανέλαβε πρωτοβουλίες ένταξης των μετακινούμενων πληθυσμών με υποστήριξη για την κτήση γης και τη μερική απόδοση ιθαγένειας το 1968. Ομως, μόλις το 1978 θα προβεί σε μαζική απόδοση ιθαγένειας, το 1997 θα ασχοληθεί με την εκπαίδευση και τη δεκαετία του 2000 με τη στέγαση. Οι παρεμβάσεις όμως: α. Συνάντησαν την αντίδραση πυρήνων του κράτους. Το 1967 είχε συζητηθεί μέχρι και η απέλαση όσων δεν είχαν ελληνική ιθαγένεια (για παράδειγμα Ρομά πρόσφυγες του 1922 στην Αγία Βαρβάρα και την Κάτω Αχαγιά). β. Συνάντησαν την αντίδραση εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. γ. Ολες ήταν αποσπασματικές και χωρίς σχεδιασμό και στόχο, με μικρά ή πενιχρά αποτελέσματα. Η φοβία να χαρακτηριστούν οι Ρομά μειονότητα απέτρεπε πολλές σοβαρές παρεμβάσεις. Ο Γιώργος Μαυρομμάτης έχει τεκμηριώσει τα παραπάνω για την εκπαίδευση, ενώ ο Συνήγορος του Πολίτη έχει περιγράψει την αποτυχία των στεγαστικών δανείων.
Σήμερα, πολλές κοινότητες Ρομά χαρακτηρίζονται περισσότερο από τις αντιλήψεις μας για αυτές παρά από τη σημαντική διαφοροποίησή τους από τον υπόλοιπο πληθυσμό: τη δεκαετία του 1980 στα Τουρκοβούνια της Αθήνας συνάντησα κρεμασμένο σεντόνι με αίμα παρθενίας, ενώ τη δεκαετία του 2000 παραβρέθηκα σε γαμήλιο τραπέζι στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης σε πολυσύχναστο δρόμο που τον είχαν κλείσει. Ξεχνάμε ότι η άτυπη απασχόληση χαρακτηρίζει γενικά την Ελλάδα, άλλωστε πάνω από ένα τέταρτο του ΑΕΠ σχετίζεται με την παραοικονομία. Αντίστοιχα, στην Ιταλία διαμαρτύρονταν για την καραντίνα πρόσωπα με αδήλωτα επαγγέλματα, όπως υδραυλικοί και ηλεκτρολόγοι, καθώς δεν μπορούσαν να επωφεληθούν από τις κρατικές παροχές.
Αυτά δεν αναιρούν ότι μερικές ομάδες Ρομά εμφανίζουν σημαντική παραβατικότητα, ότι δικαιολογημένα αγανακτούν όσοι υφίστανται συνεχείς παραβατικές συμπεριφορές χαμηλής απαξίας. Κάποιες από αυτές αφορούν μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού και έχουν αξιόλογη κοινωνική και πολιτική αποδοχή, όπως η αυθαίρετη δόμηση ή και η κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος, άλλες δύσκολα δικαιολογούνται με το επιχείρημα της απόλυτης ανέχειας. Οι Ελληνες Ρομά λαμβάνουν όλο το φάσμα των επιδομάτων.
Το τι πρέπει να γίνει δεν είναι ξεκάθαρο. Ξέρουμε τι δεν πρέπει να γίνει και τι δεν έχουμε κάνει. Οι πολιτικές που ασκούνται είναι αποσπασματικές και επαφίενται στη διάθεση ή τη δυνατότητα των δήμων ή των περιφερειών. Η Εθνική Στρατηγική για την ένταξη των Ρομά που εκπονήθηκε το 2011 ήταν επιεικώς ανεπαρκής: χαρακτηριστικά, αναφέρει 5 χιλιάδες Ρομά στην Αττική. Αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία δεν έχουμε για τίποτα. Συχνά τα χρήματα από τα προγράμματα σπαταλιούνται χωρίς αποτελέσματα.
Ξέρουμε ακόμη ότι δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε με βάση το τι θέλουν οι τοπικές κοινωνίες, για παράδειγμα να οργανώνουμε καταυλισμούς μακριά από τις πόλεις, γιατί απλώς κανείς δεν θα μείνει εκεί. Ξέρουμε, τέλος, ότι η ανοχή στην παραβατικότητα μακροπρόθεσμα είναι εναντίον της κοινότητας. Η άποψη ότι οι Ρομά είναι άβουλοι και «ανήλικα» θύματα, μη δυνάμενοι να καταστούν ισότιμοι πολίτες, είναι ιδιαίτερα προβληματική.
Μάθαμε ότι πρέπει να προσπαθήσουμε με στόχους εφικτούς, με πραγματικά μετρήσιμα αποτελέσματα, με σοβαρούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, με απεγκλωβισμό από το σχήμα Ρομά-μη Ρομά όταν το ζήτημα αφορά γενικά τα πιο φτωχά και περιθωριοποιημένα στρώματα του πληθυσμού. Φαίνεται όμως ότι οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να μη μαθαίνουν.
Η όποια εμπειρία της Ειδικής Γραμματείας Ρομά, που συστάθηκε το 2016, όπως ότι οι οριζόντιες δράσεις δεν ευδοκιμούν, εξατμίζεται με την κατάργησή της. Η όποια λύση προσπαθούσε να δώσει η νομοθεσία του 2019 για να αποκτήσουν ιθαγένεια οι ανιθαγενείς ή δημοτολογικά ατακτοποίητοι Ελληνες Ρομά, ακυρώθηκε. Αφού πλέον πιστεύουμε ότι μπορούμε και καλύτερα, ας το κάνουμε.
* Διδάκτωρ Ιστορίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο), εργάζεται ως ειδικός επιστήμονας στον Συνήγορο του Πολίτη. Ειδικεύεται σε ζητήματα γλωσσικής και θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια και σε ζητήματα ιθαγένειας.


Τρίτη 14 Απριλίου 2020

Γιώργος Σταματόπουλος, Aγέρωχος, ανεξάρτητος, ευγενής, τρυφερός, οξύνους, ΕΦΣΥΝ





H ζωή του -έλεγε ο ίδιος- ήταν γεμάτη, παρότι την πέρασε σε απερίγραπτη φτώχεια. Ενας πνευματικός άνθρωπος, που πάλευε έως το τέλος για το μεροκάματο. Λίγους τέτοιους ανθρώπους συναντάμε στη ζωή μας όσοι στεκόμαστε τυχεροί. Πότε πρόλαβε να διαβάσει, να γράψει, να ταξιδέψει, να αγαπήσει, να ερωτευτεί, όπως οφείλει να κάνει ένας άνθρωπος των γραμμάτων και της τέχνης;
powered by Rubicon Project
Και όμως ο Περικλής, κινούμενος διαρκώς στα όρια της ανέχειας, πρόλαβε• κατόρθωσε να ανακαλύψει τον εαυτό του και τον κόσμο, χτίζοντας μια γερή και σπάνια προσωπικότητα, γεμάτη φίλους και τραγούδια, γοητευμένος από την Αριστερά, σαγηνευμένος από την αντιστασιακή δράση των ανθρώπων κατά των λογής τυράννων.
Για ηθοποιός ξεκίνησε, τυραννοκτόνος έγινε, αφού με το βιβλίο του «Οι ανθρωποφύλακες» (1969) ξεγύμνωσε και εξευτέλισε τη χούντα των συνταγματαρχών. Είχε προηγηθεί η παράνομη έξοδός του από τη χώρα το 1968 μαζί με την Κίττυ Αρσένη και η κατάθεση στο Συμβούλιο της Ευρώπης για τη φρίκη στα κολαστήρια της χώρας. Η κατάθεση αυτή, μαζί και οι χειρόγραφες σημειώσεις του αποτέλεσαν το υλικό για το βιβλίο που εκδόθηκε την επόμενη χρονιά -και όπως είναι γνωστό έκανε πάταγο.

Ο Περικλής Κοροβέσης δεν επαναπαύθηκε στην απρόσμενη γι' αυτόν επιτυχία του βιβλίου. (Να πω εδώ δυο λόγια για τη γραφή του: απέριττη, λιτή, συναισθηματικά ουδέτερη -λες και κάποιος τρίτος περιέγραφε τα βασανιστήρια που ο ίδιος υφίστατο!). Οποιος διαβάσει το βιβλίο και δεν μείνει άφωνος, σημαίνει ότι δεν το διάβασε. Στο αμέσως επόμενο πειραματίστηκε σε πρωτοποριακά είδη γραφής, επηρεασμένος βαθύτατα από τη θητεία του στις παραδόσεις των Γάλλων διανοουμένων Βιντάλ Νακέ και Ρολάν Μπαρτ στο Παρίσι, όπου μαζί με άλλους αντιστασιακούς είχε βρει καταφύγιο -φυσικά το αναγνωστικό κοινό δεν ανταποκρίθηκε. Ηθελε ακόμη να τρέφεται από μύθους και «ιερά τέρατα» της Αριστεράς -ο Περικλής δεν τους έκανε το χατίρι.
Λοιπόν, γι' αυτόν τον άνθρωπο θέλω, τρέμοντας, να μιλήσω, έναν άνθρωπο που αρνήθηκε δόξα και πολιτικά αξιώματα και τάχθηκε ατράνταχτα στο πλευρό του απλού λαού• ο ίδιος ανδρώθηκε στις φτωχογειτονιές του Πειραιά, όπου κατέφυγε η οικογένεια από το Αργοστόλι, αρχές της δεκαετίας του '50.

Λοιπόν, ξαναλέω -και θα το λέω συνεχώς- δεν έχω γνωρίσει πιο άδολο, πιο ευγενή και πιο γαλήνιο άνθρωπο στη ζωή μου, έναν πραγματικό αριστερό δηλαδή -και το λέω χωρίς κόνξες και τσιριμόνιες. Τον διέκρινε μια καταγωγική, λες, ευγένεια, ένας ευρωπαϊκός πολιτισμός, μια παραδοσιακή ελληνική κουλτούρα κι ένας διάχυτος ερωτισμός, δομημένος σε έναν εντυπωσιακό κοσμοπολιτισμό.
Ποιο ήταν το απόσταγμα όλων αυτών; Μια απερίγραπτη ανεξικακία, μια απέραντη αγάπη για την παρέα και τις γυναίκες, για τους απλούς εργαζόμενους και όλες τις μειοψηφίες, που διεκδικούσαν την ισότιμη παρουσία τους στην κοινωνία [στις κοινωνίες όλου του κόσμου]. Αγαπούσε τον κόσμο και ο κόσμος τού το ανταπέδιδε -τον αγαπούσε κι αυτός. Ακόμη: ένα υψηλό ήθος, μια αφοπλιστική ευγένεια. Βρέθηκαν πολλοί να τον ειρωνευτούν για μια δήθεν αθυροστομία του [αφορά κυρίως λέξεις και εκφράσεις που σχετίζονται με τα γεννητικά όργανα των δύο φύλων].

Ο Περικλής ήξερε ότι δεν υπάρχει χυδαία γλώσσα αλλά χυδαίοι άνθρωποι και ότι αυτοί που κρύβονται πίσω από γλωσσικούς καθωσπρεπισμούς είναι οι χειρότεροι υποκριτές και οι πραγματικά ανήθικοι -τίποτα στο ανθρώπινο σώμα δεν είναι ανήθικο, έλεγε. Ο Περικλής γνώριζε επίσης καλά ότι μπορείς να αφαιρέσεις από έναν λαό τη γλώσσα του και να τον υποδουλώσεις, δεν μπορείς όμως ποτέ, κανείς δεν μπορεί, να του αφαιρέσεις τη μουσική του, τα τραγούδια του και τους χορούς του, όλα εκείνα δηλαδή που συνέχουν τον λαό στα βαθύρριζα πρωτοεπικοινωνιακά του παιγνιδίσματα. Η χαρά του ήταν όταν ερχόταν σε κέφια και άρχιζε να τραγουδά αλλά και να χορεύει -λιτές και οι ορχηστικές του κινήσεις, όπως όλη του η ζωή, ενώ στο τραγούδι ήταν αρκετά φάλτσος, αλλά κανέναν δεν πείραζε αυτό του το «μειονέκτημα».
Πανανθρώπινος

Είχε στο μυαλό του μια ανθρωπότητα παλλόμενη, απελευθερωμένη από δογματισμούς και δεισιδαιμονίες, από σεξουαλικούς καταναγκασμούς και σκοταδιστικές θρησκείες, μια ανθρωπότητα ερωτική, παίζουσα, ορχούμενη. Ηξερε βέβαια ότι αυτή η ανθρωπότητα δεν υπάρχει, την οικοδομούσε όμως μέσα του, με τους φίλους του, με τη δική του μουσική -του άρεσαν τα ρεμπέτικα, τα κεφαλονίτικα, τα δημοτικά αλλά και η ροκ εκδοχή της. Πανανθρώπινος, είπαμε.
Και όμως, σε αυτόν τον άνθρωπο η επίσημη [η κυβερνώσα] Αριστερά δεν φέρθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Δεν είναι της στιγμής βέβαια, αλλά αυτή η Αριστερά έδειξε δυσφορία για όλους που ξεχώρισαν από τα σπλάχνα της, αλλά, τι να κάνουμε, ήσαν παρεκκλίνοντες και έξω από κομματικές ντιρεκτίβες και κυβερνητικές πλέον επιλογές, που δεν είχαν και τόση σχέση με την κοινωνία που έθρεφε τον Περικλή και τους φίλους του -αν και είναι γνωστή η στάση της Αριστεράς απέναντι σε εξέχοντα μέλη της, επιμένω, δεν είναι της στιγμής. Θλίψη μόνο προκαλούν οι προσπάθειες ενίων της Αριστεράς να τον εξουδετερώσουν αποκαλώντας τον οινόφλυγα, π.χ., ή αρειμάνιο καπνιστή και άλλα [τιποτένια].
(Μου τηλεφωνεί τώρα δε φίλη για να εκφράσει τα [ειλικρινή της] συλλυπητήρια. «Μήπως έφταιξε ότι έπινε και κάπνιζε τόσο;». Απαντώ κάπως απότομα: «Αυτό τον κράτησε τόσα χρόνια στη ζωή και ας ακούγεται αυτό αντιεπιστημονικό».)

Μας ενδιαφέρει εδώ ο άνθρωπος, ο δημιουργός, αυτός που προσέφερε στην πατρίδα του, όσο κι αν αυτή η πατρίδα ήταν αφιλόξενη, ακόμη και εχθρική απέναντί του, μια πατρίδα που οι εξουσιαστικοί και τυραννικοί μηχανισμοί της λύσσαξαν να τον εξοντώσουν, να τον αφανίσουν φυσικά. Και όμως, μιλούσε με γαλήνη, κατανόηση και φυσικότητα, με χιούμορ και αυτοσαρκασμό για όλους που τον κυνήγησαν και τον βασάνισαν. Νομίζω ότι ξέρω πού οφείλεται αυτή η μακροθυμία του και αυτή του η ευπρεπής τάση να συγχωρεί: στο ότι είχε αντικρίσει με οξύνοια, και χωρίς να τρομάξει, την τραγική φύση του ανθρώπου και στο ότι ήθελε να γίνει ο άνθρωπος όντως άνθρωπος, να ανακαλύψει από μόνος του ποιος είναι και όχι να «μάθει» κατόπιν παραγγελίας.
Εγραψε ένας αναγνώστης: «Ηταν υπέροχος, αγέρωχος, κοφτερός και τρυφερός». Κι ένας άλλος: «Θα θυμόμαστε πάντοτε τη στάση του και τη συμπεριφορά του, την αταλάντευτη γραμμή του, το ήθος του• η παρουσία του είναι σημείο αναφοράς, που θα καθορίσει την πορεία ζωής των νέων γενιών». Με τους αναγνώστες είμαστε και όχι με τους επίσημους μνημοσυνογράφους. Αντίο, καλέ μας Περικλή. Ησουν σπάνιος άνθρωπος. Τιμή μας που μας δέχτηκες ως φίλους. Αντίο, αριστοκράτη της αναρχικής Αριστεράς. Αντίο, αγαπημένε των πολλών.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Αριστοτέλης Σαΐνης, Περιπλανώμενος στον λαβύρινθο του Μπόρχες. Νάσος Βαγενάς. Η λογοτεχνία στο τετράγωνο. Σημειώσεις για τη γραφή του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Πόλις, 2019, σελ.152, εφσυν, 11 Απριλίου 2020




·                              
Από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του, σπουδαίος φιλόλογος με μεγάλη συμβολή στην ελληνική φιλολογία, θεωρητικός και παρεμβατικός πολιτισμικός κριτικός, αλλά και, κυρίως, πανεπιστημιακός δάσκαλος με πολυετή θητεία και πολλούς μαθητές, ο Νάσος Βαγενάς έχει συνδέσει το όνομά του, μεταξύ άλλων, με τα κομβικής σημασίας γεγονότα της πρόσληψης του Μπόρχες στην Ελλάδα ως μέλους μιας κλειστής αίρεσης μυημένων αναγνωστών, μεταφραστών και συγγραφέων που, συνεχώς, από τη δεκαετία του 1970, διευρύνεται επικινδύνως.
Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι η επίσημη εισαγωγή του ύφους του Μπόρχες στην ελληνική πεζογραφία γίνεται με το πιο εντυπωσιακό είδος της πεζογραφίας του, το φανταστικό δοκίμιο ή ψευδοδοκίμιο, τον Αύγουστο του 1973, με την πρώτη δημοσίευση του κειμένου «Ο Πάτροκλος Γιατράς ή Οι ελληνικές μεταφράσεις της Ερημης Χώρας», πρώτου μέρους του τριπτύχου μιας από τις πιο επιδραστικές συλλογές της μεταπολεμικής πεζογραφίας μας, της Συντεχνίας (Κέδρος, 1976). Είναι επίσης γνωστό ότι ο Βαγενάς πρωτοστάτησε στις επαφές με τον συγγραφέα μετά την τυχαία (!) συνάντησή τους στο κέντρο της Αθήνας (3 Σεπτεμβρίου 1983), επαφές που οδήγησαν, οκτώ μήνες αργότερα, στην αναγόρευση του Αργεντινού σε επίτιμο διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης (12 Μαΐου 1984).


Τα γεγονότα της συνάντησης περιγράφονται με γλαφυρό τρόπο στο κείμενο «Ο Μπόρχες στην οδό Πανεπιστημίου», ήδη δημοσιευμένο στο πιο μεγάλο αφιερωματικό τεύχος ελληνικού περιοδικού («Χάρτης», τχ. 8, Οκτώβριος 1983: 130 σελίδες αφιερωμένες αποκλειστικά στον Μπόρχες), ενώ το «Χόρχε Λουίς Μπόρχες και ο λαβύρινθος της ειρωνείας» (Στιγμή, 1984) που αποτελεί το κείμενο της ομιλίας που εκφώνησε ο Βαγενάς κατά την τελετή αναγόρευσης, μια ολιστική προσέγγιση στο έργο του Μπόρχες, που ακολουθεί τα χνάρια των βασικών συμβόλων και της ειρωνικής φύσης της δοκιμιακής του γλώσσας, ανοίγει τον ανά χείρας τόμο, όπου ο φιλόλογος/ποιητής Βαγενάς συγκεντρώνει τα μπορχεσιανά του κείμενα, πεζά και ποιήματα, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα, αναπαράγοντας στον τίτλο του τη ρήση του Καλβίνο: «Η λογοτεχνία του Μπόρχες είναι μια λογοτεχνία υψωμένη στο τετράγωνο».
Η πρωτοπόρα εμπλοκή του Βαγενά στην υποδοχή του Μπόρχες έχει αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη της τόσο στον ποιητικό όσο και στον κριτικό του λόγο. Η κριτική του οξύνοια, συνδυασμένη με την ποιητική ευαισθησία του, συχνά συμπυκνώνεται στο απόσπασμα ή τον αφορισμό, και οι «Σημειώσεις για τη γραφή του Μπόρχες» (μικρό τμήμα τους ήταν γνωστό από το 2014), εκκινώντας από αυτοβιογραφικές αφορμές και την πρώτη επαφή (σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Ρώμης, το 1970), προχωρούν σε οξυδερκείς παρατηρήσεις για την καταλογική ποίηση, την επίδραση, το χιούμορ, τη λειτουργία των κοινών τόπων, την εμμονή στους προλόγους, τη σχέση με την Καβαφική ποιητική (ιδιόμορφη ειρωνικής υφής διανοητική γλώσσα που, όμως, είναι σε θέση να εκλύσει μεγάλα αποθέματα συγκίνησης), την άρνηση συσχέτισης με τον μεταμοντερνισμό, τη σημασία της πρωτοτυπίας («η πρωτοτυπία του Μπόρχες έγκειται στο γεγονός ότι ο Μπόρχες αδιαφορεί για την πρωτοτυπία»), και άλλα μικρο- και μεγα-θέματα της μπορχεσιανής ποιητικής.
Θυμίζω ότι «Σημειώσεις» είναι ο ειδολογικός όρος που χρησιμοποιεί ο Βαγενάς και για την κριτική ή πολιτιστική του επιφυλλιδογραφία (Σημειώσεις από την αρχή του αιώνα, 2013, Σημειώσεις από το τέλος του αιώνα, 1999), ωστόσο οι παρούσες ξαναπιάνουν το νήμα εκείνων των πρώιμων «Σημειώσεων για την ποίηση» (Δέντρο, τχ. 14, 1980) με την υπογραφή του ψευδώνυμου προσωπείου του (Πάτροκλος Γιατράς), που συντροφεύει τον Βαγενά από τη Συντεχνία (1976) ώς τη σκωπτική ποίηση της συλλογής Στέφανος (2004). Ο Γιατράς άνετα θα προσυπέγραφε τη ρήση του Βαγενά: «Σκέφτομαι πως η γραφή του Μπόρχες είναι ένα είδος καθαρής ποίησης».
Με τον ίδιο τρόπο, τα «μπορχεσιανά» ποιήματα που περιέχονται στον τόμο (από συλλογές του 1986, του 1989, του 2010, του 2017) επιβεβαιώνουν τη διαρκή συνομιλία του Βαγενά με τον Μπόρχες. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την πεντάδα των μπορχεσιανών μεταφράσεων του περίκομψου φυλλαδίου Οι τρεις ερημίτες και άλλα ποιήματα (Περισπωμένη, 2017) όπου ο Βαγενάς ανάγει τολμηρά τη λογοτεχνική μετάφραση στο επίπεδο της (ανα)δημιουργίας. Για παράδειγμα, το σονέτο «Ο ερωτευμένος», από την Ιστορία της νύχτας του Μπόρχες, που για τον Βαγενά αποτελεί συμπυκνωμένη έκφραση του καλλιτεχνικού ιδεαλισμού του και το ωραιότερο σονέτο του, για τον Αχιλλέα Κυριακίδη συνιστά ακράδαντη επιβεβαίωση του γνωστού μπορχεσιανού αφορισμού: «Συχνά το πρωτότυπο αδικεί τη μετάφραση!»
Θα μείνω, φυσικά, στο παλαιότερο κείμενο του τόμου, «Η γενεαλογία του Πιερ Μενάρ» («Pierre Menard’s Genealogy»), μια μεταπτυχιακή εργασία του Βαγενά, τότε φοιτητή της Θεωρίας και Πρακτικής της Μετάφρασης στο Πανεπιστήμιο του Εσσεξ (1972). Η ύπαρξη του κειμένου ήταν γνωστή, τουλάχιστον, από το αφιέρωμα του περιοδικού Πόρφυρας (τχ.130, 2009) και τη μελέτη της Μορφίας Μάλλη («Η συντεχνία»).
Επειτα από πενήντα χρόνια ο ίδιος θεωρεί τη μελέτη «δημοσιεύσιμη», εγώ θα έλεγα ότι η προσέγγιση και το συμπέρασμα είναι μάλλον πρωτοποριακά για την εποχή τους κι ότι η εργασία μπορεί να θεωρηθεί μια πρώιμη σημαντική συμβολή στην έρευνα για τη μυστηριώδη προσωπικότητα του Πιερ Μενάρ (; - 1939) που ταλανίζει ακόμα τις μπορχεσιανές σπουδές. Σήμερα, πράγματι, η ιστορία του Πιερ Μενάρ [από πλείστες όσες μελέτες μέχρι τη μυθιστορηματική πραγμάτευση της σχέσης με τον Βαλερί στο μυθιστόρημα του Μισέλ Λαφόν Μια βιογραφία του Πιερ Μενάρ (Gallimard, 2008)] θεωρείται «το κλειδί για το σύνολο έργο του Μπόρχες» («μια αλληγορία της δικής του συγγραφικής περιπέτειας»), και ο μονήρης λόγιος της Νιμ, «ένα μπορχεσιανό ανάλογο του βαλερικού κυρίου Εδμόνδου Τεστ».
Ωστόσο, ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι η κατά τόπους ψευδοδοκιμιακή ρητορική της μελέτης δείχνει ότι ο εικοσιεπτάχρονος τότε Βαγενάς ήδη προσπαθούσε να συντονιστεί με το αμίμητο ύφος του Αργεντινού, ένα μόλις χρόνο πριν προσθέσει, με τη Συντεχνία, τον δικό του κρίκο στη γνωστή γενεαλογία. Γιατί αν ο Εδμόνδος Τεστ εγέννησε Πιερ Μενάρ, ο Πιερ Μενάρ εγέννησε Πάτροκλο Γιατρά, και ούτω καθεξής στον αιώνα των αιώνων…
Οπως και να ’χει, η διαπίστωση, στον αφορισμό 24 των Σημειώσεων, της φιλολογικής αυστηρότητας του μπορχεσιανού ύφους καταλήγει ως εξής: «“Ο φιλόλογος Μπόρχες” θα μπορούσε να είναι ο τίτλος ενός βιβλίου που, για να είναι άξιο του περιεχομένου του, θα έπρεπε να γραφεί από έναν φιλόλογο της δικής του ολκής».
Μπορεί να μην έχει γραφτεί ακόμα αυτό το «φανταστικό βιβλίο», όμως ο ανά χείρας τόμος αποτελεί σημαντική συμβολή προς αυτήν την κατεύθυνση. Μακριά από το πανεπιστημιακό τσίρκο ή τον πιθηκισμό των μίμων όπως θα έλεγε ο Στάινερ, το βιβλίο του Βαγενά (όπως και το Μπεθ του Δημήτρη Καλοκύρη) αποτελούν ασφαλώς τα ευαγγέλια της αίρεσης του Μπόρχες στην Ελλάδα.