Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2021

"Η αφήγηση του τόπου και ο τόπος ως αφήγηση" από τον Ευάγγελο Αυδίκο, culturebook.gr,

 





Θυμάμαι πάντα τον ρόλο του τόπου στη λογοτεχνία της Ηπείρου. Όπως εγγράφεται στη μνήμη των τραγουδιών της ξενιτιάς που αναλαμβάνουν να ιστορήσουν τον τόπο τους, για να αποκτήσουν τη δυνατότητα να διατηρήσουν τους μνημονικούς δεσμούς με τον γενέθλιο τόπο. Να μην ξενέψουν.
   Ο τόπος έχει ιδιαίτερη θέση στις ποιητικές και πεζογραφικές φωνές παγκοσμίως, όχι μόνο στην Ήπειρο. Είναι αυτός που γεννάει τις μνήμες και διαμορφώνει πολιτισμικές πρακτικές, συγκροτεί τις αφηγήσεις. Και οι τελευταίες είναι αυτές που μετασχηματίζουν τον τόπο σε πλαίσιο για την αφήγηση. Αυτή η σχέση έχει γενικευτεί τα τελευταία χρόνια με την ανάγκη επανα-ανακάλυψης του τόπου ως υλικού για την είσοδο στη λογοτεχνία. Οι λαϊκές αφηγήσεις, η παιδική ηλικία γίνονται το στημόνι ώστε να ξαναφωτίσουν τις ζωές των εγκατεστημένων πια στα αστικά κέντρα.
   Ο τόπος στη δική μου πεζογραφία διαχέεται παντού. Σε κάθε λέξη και εικόνα. Έχω θητεία στο λαϊκό παραμύθι και στις λαϊκές αφηγήσεις, όπου ο τόπος , ακόμη κι όταν οι ιστορίες αποκτούν πεποιημένα, μυθοπλασμένα γνωρίσματα, λειτουργείς ως καμβάς αφηγηματικής προβολής. Ο τόπος δίνει σάρκα στους ήρωες και τις ηρωίδες κι αυτό διευκολύνει τη συναισθηματική ταύτιση και το ταξίδι, ενώ παράλληλα η λογοτεχνική επεξεργασία λειτουργεί ως αναγνωστικός αναστοχασμός με τη διαμόρφωση της αναγκαίας απόστασης από τα ιστορούμενα..
   Η αφήγηση του τόπου δεν είναι μια αδιάφορη περιγραφή, που προσθέτει ονόματα, εικόνες, λέξεις της πανίδας και της χλωρίδας. Δεν μπορεί να εκληφθεί ως μια αδιάφορη διαδικασία. Οι ήρωες, ακόμη και οι μυθοπλασμένοι, ως ιστορική αναφορά στον χρόνο και τον τόπο, είναι σε άμεση συνάρτηση και συμπληρωματική ανάγνωση με την αφηγούμενη ιστορία και τη δυνατότητα. Τα πρόσωπα ενός πεζογραφήματος, ακόμη και της πιο μικρής φόρμας, κουβαλάνε τον τόπο, ακόμη κι όταν αυτό δεν είναι ορατό. Έχω την εντύπωση πως θα ήταν αδύνατο να αισθανθεί κάποιος την αναγνωστική δόνηση από το λατινοαμερικάνικο μυθιστόρημα αν απουσίαζε ο τόπος. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Δημήτρη Χατζή. Οι ιστορίες του θα ήταν μετέωρες χωρίς τον τόπο και τον μετασχηματισμό του μες στον χρόνο.
   Θα αναφέρω το παράδειγμα του πρώτου μου μυθιστορήματόςς μου «Ο δικός μου θεός». Κυκλοφόρησε το 2004 και μιλούσε , σε πρώτο επίπεδο, για τον έρωτα δυο νέων ανθρώπων. Είναι μια ερωτική ιστορία. Όμως , ο τόπος γίνεται φυλακή κι αδιέξοδο για τους δύο ερωτευμένους, μια χριστιανή κι έναν μουσουλμάνο. Τόπος η Κομοτηνή στα τέλη του εικοστού αιώνα. Δυο πατρίδες μέσα σ' έναν τόπο. Μια πόλη διαιρεμένη που υψώνει τείχη επιχειρώντας να ελέγξει τα συναισθήματα των ανθρώπων. Την ίδια τη ζωή τους. Έτσι ο τόπος δεν μπορεί να αποκτήσει αφηρημένα ή δυστοπικά χαρακτηριστικά. Έχει ιστορικότητα. Οι ζωής των δύο νέων φωτίζονται με τον εγκιβωτισμό τους στον τόπο. Το μυθιστόρημα λοιπόν γίνεται έτσι η σκηνή για την εξιστόρηση του τόπου. Δεν είναι συμπληρωματικός ο ρόλος του. Οι ήρωες και οι ηρωίδες του υφίστανται ακρωτηριασμό χωρίς αυτόν.
   Το ίδιο θέμα αντιμετώπισα και σ' ένα άλλο μυθιστόρημά μου (Οι τελευταίες πεντάρες, 2016). Ο τόπος επωμίζεται να δραματοποιήσει την ίδια την ιστορία. Η Παργινόσκαλα, ο τόπος όπου 48 πολίτες της Πρέβεζας εκτελέστηκαν τον Σεπτέμβριο του 1944, σε μια προεμφυλιακή σύγκρουση, έγινε το τοπόσημο του τραύματος που χώρισε την πόλη και ταυτόχρονα προκάλεσε σιωπές.
   Ο τόπος διατρέχει όλα τα πεζογραφήματά μου. Και δεν είναι αποκλειστικά ο γενέθλιος τόπος της Ηπείρου. Είναι η Θράκη, η Αθήνα, η Θεσσαλία, η Φιλαδέλφεια και το Κολόμπους των ΗΠΑ. Οι ήρωες έχουν τα πόδια τους στον τόπο κι αυτό τους καθιστά γήινους και αφηγηματικούς εκπροσώπους ενός πολιτισμικού ήθους, που είναι συνισταμένη αντιφατικοτήτων.



Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Ο δικός μου θεός», Ταξιδευτής 2014

Άργησε να πάει στο γραφείο ,κόντευε μεσημέρι. Στο τηλέφωνο ήταν η Μαίρη, «είδες τις εφημερίδες;» Δεν είχε όρεξη για τίποτε, ούτε τον αγαπημένο του καφέ δεν ήπιε. Ο «Εθνικός Παλμός» ξεπέρασε κάθε προηγούμενο πρωτοσέλιδο. «Τι εζητούσε ο Μουσουλμάνος δημοσιογράφος εις το διαμέρισμα της κυρίας καθηγητρίας;» Αναρωτήθηκε πού είχε τις πληροφορίες, ανέφερε συγκεκριμένη ώρα για την επίσκεψη. Ο νους του πήγε στη συνάντηση με τον ευτραφή κύριο που έβγαινε από το ασανσέρ, δεν τον πρόσεξε τότε .Οι κύκλος έσφιγγε κι από τις δυο μεριές, διαισθανόταν ότι τους ευχαριστούσε όλους το σφίξιμο του σκοινιού.
«Ίσως, το βόλεμα στο δικό σου τείχος είναι μια καλή επιλογή, όλα κυλάνε χωρίς μπέρδεμα. Διαφορετικά, όλοι ορμάνε πάνω σου να σε κατασπαράξουν .Ο έρωτας που όλοι υμνούν, που αναγνωρίζουν τη δύναμή του, φαίνεται ότι μπορεί να συγκινήσει τους ανθρώπους, πέρα από θρησκεία και χρώμα, πέρα από τα τείχη, μόνο όταν γίνεται λογοτεχνία, τέχνη. Αλλιώτικα, καταντάει να τρέφει την περιέργεια όσων σταματάνε στα μανταλάκια των περιπτέρων, να συντροφεύει και να γεμίζει τις ώρες στα πεζοδρόμια, τα καφενεία, τα σαλόνια».
Η καινούργια γραμματέας του τον ενημέρωσε ότι ο πρόξενος ήθελε να του μιλήσει, «δεν είμαι για κανέναν στο γραφείο». Της μίλησε απότομα. Ξαναγύρισε στο διαμέρισμα, δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν, τον απασχολούσε μόνο η Μαίρη και το βραδινό τους ραντεβού.
Τον περίμενε στην εσοχή της πολυκατοικίας, «καταιγιστικές εξελίξεις», τα πρώτα λόγια που του είπε. Ήταν χλομή . «Με κάλεσε ο Δήμαρχος στο γραφείο του. Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης στο Δημοτικό Συμβούλιο απειλεί να τον καταγγείλει για υποστήριξη στην έρευνά μου .Μου εδήλωσε καθαρά ότι δεν μπορεί, πλέον, να συνεχίσει την υποστήριξη της έρευνάς μου μετά τα τελευταία γεγονότα ,παρά το γεγονός ότι συμφωνεί με τις ιδέες μου. Έχει εκλογές και οι ψήφοι των Μουσουλμάνων θα κρίνουν το αποτέλεσμα, είναι αλήθεια πως ήταν ειλικρινής μαζί μου, σχεδόν κυνικός».

 

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Ευάγγελος Αυδίκος: «Ένιωσα σαν τον ακροβάτη, που επιχειρεί να ισορροπήσει στο συρματόσχοινο» Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα //

 6/01/2021, 2:16 ΠΜ

✔ Ευάγγελος Αυδίκος: «Ένιωσα σαν τον ακροβάτη, που επιχειρεί να ισορροπήσει στο συρματόσχοινο»

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα //

 

 

«Χωρίς δεύτερη σκέψη, το μυθιστόρημα “Οδός Οφθαλμιατρείου”. Δεν εντασσόταν σε ό,τι είχα γράψει ως τότε». Μας λέει για το βιβλίο του το οποίο γράφτηκε με τον πιο αλλόκοτο τρόπο ο Ευάγγελος Αυδίκος και βραβεύτηκε.

Η «Οδός Οφθαλμιατρείου» έλαβε επαξίως το βραβείο μυθιστορήματος the Athens prize for literature αποδεικνύοντας ότι το καινούργιο αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τα τιμαλφή από το παρελθόν:

«Χρειάστηκε πολύ διάβασμα όλου του έργου του Κρυστάλλη αλλά και ποιητικών και πεζογραφικών κειμένων που ασχολούνταν με ζητήματα παρόμοια και με τα οποία συνομιλώ στο μυθιστόρημα. Είχε μεγάλο ερευνητικό και αναγνωστικό κόπο», αποκαλύπτει ο συγγραφέας. «Πέρα απ’ αυτά, ένιωθα αμήχανα μπροστά στο υλικό μου. Πώς το χειρίζομαι; Μήπως βγει μια τυπική βιογραφία; Δεν ήταν στις προθέσεις μου να μιλήσω μόνο για τον Κρυστάλλη, να είναι ένα κείμενο λογοτεχνικής του αποκατάστασης. Αφετηρία μου ήταν η ενδιαφέρουσα προσωπικότητά του, η ίδια η ζωή του. Όλα αυτά επανέφεραν καίρια ζητήματα της λογοτεχνίας και του καιρού μας. Αυτή η απόπειρα βρισκόταν επί ξηρού ακμής. Ένιωσα σαν τον ακροβάτη, που επιχειρεί να ισορροπήσει στο συρματόσχοινο. Ήταν εύκολο να εκτραπεί η στόχευσή μου, να εξελιχθεί σε μια γλυκανάλατη ιστορία, ή να γίνει μια μελέτη φιλολογική. Ναι, είχα την αίσθηση της αβεβαιότητας για το εγχείρημά μου. Πάντα έχω τις αμφιβολίες μου γι’ αυτό που γράφω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έζησα με τον αφηγηματικό ίλιγγο.»

Και μας αποκαλύπτει τα γεμάτα συρτάρια του και το συγγραφικό του εργαστήρι: τελετουργίες, ήρωες, ιστορίες, αγάπες, εμμονές, όλα θα μας τα πει ο κύριος Αυδίκος.

 

 

Φωτογραφία : Μιχάλης Καραγιάννης/Eurokinissi

 

 

-Αγαπητέ κύριε Αυδίκο, υπάρχει τελετουργία γραφής [συγκεκριμένος χώρος, χρόνος, συνήθειες] ή παντού μπορείτε να γράψετε εσείς;

Η άποψή μου είναι, και λόγω της επιστημονικής σχέσης με τις τελετουργίες, ότι, ανεξάρτητα από τον χώρο, η γραφή έχει από μόνη της ενσωματωμένη την τελετουργοποίησή της, μιας και συνιστά μετάβαση σ’ έναν άλλον τόπο και χρόνο, όπως ορίζεται από την ιστορία, την αφηγηματική σύμβαση. Ουδείς/μία μπορεί να γράψει αν δεν μεταβεί στον τόπο και τον χρόνο αφήγησης, χωρίς αυτό ασφαλώς να οδηγεί σε μια ρομαντική αντίληψη για την έμπνευση και σε ρομαντικοποίηση της ίδιας της γραφής. Συνεπώς, οποιοσδήποτε τόπος που μπορεί να επιβάλλεται από διάφορες συνθήκες (βιοτικές, συνήθειες) εξελίσσεται σε αφορμή και λάκτισμα για τη μετάβαση στον αφηγηματικό τόπο.

Σε ό,τι με αφορά γράφω στο σπίτι μου. Μπορεί το μπλοκάκι που έχω στην τσάντα, ή σημειώσεις στο κινητό και το τάμπλετ, να χρησιμοποιούνται οπουδήποτε (στα μέσα συγκοινωνίας, στις παρέες, στο περπάτημα, σε οποιαδήποτε διαβάσματα) ως τόπος αποθήκευσης εμπειριών, βιωμάτων, εικόνων, αναμνήσεων, μορφολογικών χαρακτηριστικών προσώπων, λέξεων κρίσιμων για την οργάνωση της αφήγησης, όμως δεν γράφω σε οποιοδήποτε χώρο. Γράφω στο σπίτι μου, στον χώρο που εγκαθιστώ τον υπολογιστή μου, με τον οποίο με συνδέει μια καθημερινή σχέση από το 1987 κι εντεύθεν. Έγραφα σε οποιαδήποτε πόλη κατά καιρούς έζησα – στην Αλεξανδρούπολη, στον Βόλο, στο Χαλάνδρι και βεβαίως στη Σκαμνούλα, στην Πρέβεζα-, όπου πάντα επιστρέφω. Δεν γράφω ποτέ εκτός σπιτιού. Αυτοσυγκεντρώνομαι στον δικό μου, τον οικείο χώρο, που τον διαμορφώνω όπως με εξυπηρετεί, με πολλά βιβλία δίπλα μου που μπορεί να συνδράμουν την προσπάθειά μου, με τις σημειώσεις. Κάθε φορά η θέση μπροστά στον υπολογιστή συνοδεύεται από τον καφέ της παρέας, μέτριο ή εσπρέσο χωρίς ζάχαρη, που μπορεί να διαρκέσει δυο και τρεις ώρες. Η κίνησή μου προς το φλιτζάνι λειτουργεί σαν το ισοκράτημα στο πολυφωνικό τραγούδι. Ακούω τα πρώτα δέκα λεπτά ραδιόφωνο, μουσική, απαλή, με χαλαρώνει και με προετοιμάζει για τη γραφή. Αν πρόκειται για καινούριο κεφάλαιο ανοίγω φάκελο στον υπολογιστή με τον αριθμό του και στη συνέχεια κάνω έναν κατάλογο με πρόσωπα και τα βασικά τους γνωρίσματα, με λέξεις κλειδιά. Όλα αυτά με αποσπούν από το περιβάλλον του δωματίου, με μεταφέρουν στον αφηγηματικό χρονοτόπο.

 

-Για να ξεκινήσετε μια ιστορία, χρειάζεστε πλάνο, να ξέρετε και την αρχή και το τέλος της, ή αρκούν μια εικόνα ή η αρχική φράση;

Ζηλεύω αυτούς/ές που μπορούν να έχουν οργανώσει εκ των προτέρων την αφήγησή τους. Δεν ανήκω σ’ αυτή την κατηγορία. Μακάρι να μπορούσα να έχω εξ αρχής την αρχή και το τέλος. Ωστόσο, ο πλήρης προγραμματισμός μού στερεί τον αιφνιδιασμό της ίδιας της αφηγηματικής διαδικασίας. Έχω την άποψη ότι πλήρης προγραμματισμός και προαποφασισμένο τέλος είναι δύσκολο να γίνουν πράξη την ώρα που γράφεται ένα βιβλίο. Η ίδια η αφήγηση συνήθως αυτονομείται και επιβάλλει τις δικές της συνθήκες. Νιώθει ο συγγραφέας να τον σύρουν τα πρόσωπα του βιβλίου σε διαφορετική ρότα, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται. Κι αυτό μου συμβαίνει σε κάθε βιβλίο, σε κάθε ιστορία, ιδιαίτερα στα μυθιστορήματα που έχουν μπροστά τους μεγάλο αφηγηματικό δρόμο. Σημαντικό για μένα είναι οι λέξεις κλειδιά, γύρω από τις οποίες θα οργανωθεί η ιστορία. Και βεβαίως η εικόνα που μπορεί να γίνει τόπος αλλά και αφορμή για δράση. Χρειάζομαι το μαγικό κλειδί, για να ξεδιπλωθεί η ιστορία και γι’ αυτό δεν περιμένω την τυχαιότητα, να συναντήσω την έμπνευση. Δίνω μεγάλη βαρύτητα, ωστόσο, στη συνειρμικότητα, με άλλα λόγια στις λέξεις, τα πρόσωπα και τις εικόνες που θα προκαλέσουν προϋποθέσεις ευνοϊκές για την αφήγηση αλλά και για ξεστράτισμα από τον υποτυπώδη σχεδιασμό.

 

-Ποιο βιβλίο σας γράφτηκε με πιο παράξενο και αλλόκοτο τρόπο;

Χωρίς δεύτερη σκέψη, το μυθιστόρημα «Οδός Οφθαλμιατρείου». Δεν εντασσόταν σε ό,τι είχα γράψει ως τότε. Χρειάστηκε πολύ διάβασμα όλου του έργου του Κρυστάλλη αλλά και ποιητικών και πεζογραφικών κειμένων που ασχολούνταν με ζητήματα παρόμοια και με τα οποία συνομιλώ στο μυθιστόρημα. Είχε μεγάλο ερευνητικό και αναγνωστικό κόπο. Πέρα απ’ αυτά, ένιωθα αμήχανα μπροστά στο υλικό μου. Πώς το χειρίζομαι; Μήπως βγει μια τυπική βιογραφία; Δεν ήταν στις προθέσεις μου να μιλήσω μόνο για τον Κρυστάλλη, να είναι ένα κείμενο λογοτεχνικής του αποκατάστασης. Αφετηρία μου ήταν η ενδιαφέρουσα προσωπικότητά του, η ίδια η ζωή του. Όλα αυτά επανέφεραν καίρια ζητήματα της λογοτεχνίας και του καιρού μας. Αυτή η απόπειρα βρισκόταν επί ξηρού ακμής. Ένιωσα σαν τον ακροβάτη, που επιχειρεί να ισορροπήσει στο συρματόσχοινο. Ήταν εύκολο να εκτραπεί η στόχευσή μου, να εξελιχθεί σε μια γλυκανάλατη ιστορία, ή να γίνει μια μελέτη φιλολογική. Ναι, είχα την αίσθηση της αβεβαιότητας για το εγχείρημά μου. Πάντα έχω τις αμφιβολίες μου γι’ αυτό που γράφω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έζησα με τον αφηγηματικό ίλιγγο.

 

 

-Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Θέματα στα οποία επανέρχεστε, τεχνικές που χρησιμοποιείτε και ξαναχρησιμοποιείτε, γρίφους κι αινίγματα που προσπαθείτε μια ζωή γράφοντας να επιλύσετε;

Πώς θα μπορούσα να αποτελώ εξαίρεση; Όλοι έχουμε εμμονές, είναι αυτό που τρέφει τη γραφή. Κι εν τέλει είναι αυτές που διαμορφώνουν τη λογοτεχνική ιδιοπροσωπία του συγγραφέα. Οι τεχνικές προσδιορίζονται από το ίδιο το θέμα και την αφηγηματική στόχευση. Με ενδιαφέρουν οι πολυφωνικές αφηγήσεις, όπου συμμετέχουν τα πάντα: αρχεία, επιστολές, πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση, δεν είμαι ωστόσο δογματικά προσηλωμένος σε κάτι. Κι αυτό γιατί όλα υπηρετούν το θέμα. Τεχνικές και ιστορία συναντώνται σε μια δημιουργική γονιμοποίηση. Σε ό,τι αφορά τα αινίγματα, θεωρώ πως ο/η συγγραφέας δεν είναι ένας προφήτης ούτε καλείται να λύσει τα παγκόσμια ζητήματα. Μακάρι οι συγγραφείς να μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο. Όμως, εκείνο που μπορεί κάνει είναι να πάρει το χέρι του αναγνώστη/τριας και να το θέσουν μαζί επί τον τύπον των ήλων, εκείνων των θεμάτων που απασχολούν τους ανθρώπους. Με ενδιαφέρουν τα οντολογικά ζητήματα σαν τη βία, όπως και αν εκφράζεται, κι επομένως τα πάθη που συνταράσσουν τον άνθρωπο. Ένα άλλο θέμα είναι η μνήμη και ο τόπος, οι περίοδοι κρίσης και ό,τι τις συνοδεύει. Όμως, δεν έχω την αίσθηση πως γράφοντας μπορώ να προτείνω ή να δώσω λύσεις. Η λογοτεχνία αυτό που μπορεί να κάνει είναι να αναδείξει τα ζητήματα, να ευαισθητοποιήσει. Να συζητήσει.

 

-Τι πρέπει να έχει μια ιστορία για να γίνει ιστορία σας;

Πρωτίστως να μου προκαλέσει το ενδιαφέρον και να ανήκει στον κύκλο των αφηγηματικών μου εμμονών. Ωστόσο, αυτό είναι η αρχή, γιατί δεν είναι πάντοτε η ιστορία η αφετηρία για τη γραφή. Μπορεί η εκκίνηση να γίνεται από το θέμα που με απασχολεί, οπότε η ιστορία δημιουργείται εξ υπαρχής. Κάποια από τα βιβλία μου γράφτηκαν με αφορμή κάποια ιστορία, ενώ τα άλλα στηρίζονται σε πυρηνικές αντιλήψεις γύρω από τις οποίες φτιάχτηκαν τα πρόσωπα και συγκροτήθηκε η ιστορία. Και στις δυο περιπτώσεις το ερέθισμα είναι σημαντική αφορμή, όμως είναι έλασσον σε σχέση με το ίδιο το μυθιστόρημα που απομακρύνεται από την πρωτογενή ιστορία.

 

-Ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει ήρωάς σας ή ηρωίδα σας;

Έτσι κι αλλιώς οι ήρωες/ηρωίδες δεν είναι φωτογραφικά αντίτυπα. Ουδέποτε έχει συμβεί, ακόμη κι όταν υπήρξε ένας ήρωας, στο μυθιστόρημα μεταπλάθεται. Εντάσσεται και υπηρετεί τις ανάγκες του αφηγηματικού σύμπαντος, έχοντας, σε σχέση με το περιβάλλον αυτό, και τη δική του αυτονομία. Συνεπώς, ο ήρωας, η ηρωίδα στα μυθιστορήματά μου οφείλουν να υπηρετούν την τραγικότητα, τα αδιέξοδα, τα πάθη. Υπ’ αυτή την έννοια, δεν έχει σημασία η κοινωνική του θέση ούτε η λαμπρή και ακτινοβόλα προσωπικότητά του. Είναι ήρωες που έχουν μια θέση αλληλεπίδρασης, με αδυναμίες. Δεν με ενδιαφέρουν οι υπερήρωες και ούτε στόχος μου είναι να δημιουργήσω μισητά πρόσωπα, για αφηγηματική εκτόνωση. Τρέφω τρυφερότητα και για εκείνους που δεν κερδίζουν τη δημοφιλία.

 

 

-Ποιος ήρωας ή ποια ηρωίδα σας έφτασαν ως εσάς με τον πιο αλλόκοτο τρόπο;

Θυμάμαι τη Μίκα στο μυθιστόρημά μου «Η σκιά της Μίκας», που ασχολείται με τη μετανάστευση στην Αμερική. Ήταν μια μετανάστρια στο Μεσοπόλεμο στην Αμερική. Κανείς δεν ήξερε από πού μετακινήθηκε. Ουδείς γνώριζε περισσότερα στοιχεία. Το βέβαιο ήταν πως δεν ζούσε, όταν έμαθα γι’ αυτήν, στην Αμερική. Η ιστορία έφτασε σ’ εμένα από έναν Έλληνα, που ασχολήθηκε με τον εντοπισμό απογόνων της, ώστε να μην δεσμευτούν οι μετοχές που είχε αγοράσει πριν από το μεγάλο κραχ του 1929 και οι οποίες απέκτησαν βαρύτητα στα τέλη του 20ου αιώνα. Συνεπώς, είχα απέναντί μου μια σκιά, η οποία απέκτησε όνομα, αφηγηματική υπόσταση και μέσω αυτής ετέθησαν όλα τα ζητήματα.

 

-Το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε και σας εντυπωσίασε;

Θα μπορούσα να επινοήσω κάποιο βαρύγδουπο. Όμως, θα είμαι κοινότυπος. Ήταν ο μικρός ήρωας, δεν είναι ακριβώς βιβλίο. Αυτό που με εντυπωσίασε την ίδια εποχή ήταν «Τα κατά συνθήκην ψεύδη». Έμαθα πως, κόντρα σε όσα μου έλεγαν περί αληθείας, υπάρχουν στη ζωή μας και τα ψέματα. Αυτό με έφερε κοντά στη μυθοπλασία.

 

-Υπάρχει βιβλίο που μπορείτε να πείτε ότι σας άλλαξε τη ζωή ή βιβλίο στο οποίο συχνά επιστρέφετε;

Δεν ξέρω αν μου άλλαξε τη ζωή. Ασφαλώς μου άνοιξε τους ορίζοντες. Ήταν τα διηγήματα του Βιζυηνού, που τα γνώρισα στα σχολικά αναγνωστικά λειτουργώντας ως ερέθισμα για να αναζητήσω τα υπόλοιπα στο μικρό πρακτορείο εφημερίδων του Τσουτσάνη στην Πρέβεζα. Με εντυπωσίασε ο τρόπος της αφήγησης που έριξε ρίζες μέσα μου. Ήταν μια σπουδή στην τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ταξίδεψα μαζί του στα μέρη του κι όταν αξιώθηκα να ταξιδέψω στη Βιζύη, τη γενέτειρά του, ήταν σαν να εκπληρώθηκε ένα όνειρό μου.

 

-Αγαπημένοι σας συγγραφείς και ποιητές;

Από τους πεζογράφους οι Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Θεοτόκης, Μητσάκης, Καραγάτσης, Δημήτρης Χατζής, Στρατής Τσίρκας, Γιώργος Ιωάννου, ο Μπαλζάκ, ο Τόμας Μαν, ο Ντοστογιέφσκι. Από τους ποιητές ο Σολωμός, ο Κρυστάλλης και ο Παλαμάς, ο Καρυωτάκης, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος κι ο Ελύτης, ο Χρήστος Μπράβος και ο Θανάσης Τζούλης.

 

-Κατά την διαδικασία της συγγραφής, ακούτε μουσική, έχετε ανάγκη από απόλυτη σιωπή, διαβάζετε άλλα βιβλία ή ποιητές, καταφεύγετε σε εικαστικά έργα;

Η μουσική συνοδεύει πάντα τη συγγραφή, η ένταση εξαρτάται από τις συνθήκες. Όταν επιχειρείται η οργάνωση της αφήγησης έχω ανάγκη από πλήρη αυτοσυγκέντρωση. Μόλις αρχίσει το γράψιμο, με ηρεμεί η μουσική blues/Jazz, ιδίως τα ιερά τέρατα σαν την Μπίλι Χόλιντεϊ, την Αρίθα Φράνκλιν και την Πάττι Σμίθ.  Φροντίζω να μην είμαι απομονωμένος, να διαβάζω ποίηση, ιδίως σύγχρονους ποιητές και ποιήτριες, υπάρχουν καλές φωνές, η σύγκριση με το παρελθόν τους αδικεί. Διαβάζω πεζογραφία ή να παρακολουθώ την καλλιτεχνική δραστηριότητα. Δεν πιστεύω στην πλήρη απομόνωση από ό,τι λέγεται και γράφεται.

 

-Να αναφερθούμε σε εκείνο που γράφετε σήμερα;

Βρίσκομαι στο τελευταίο στάδιο της γραφής ενός νέου μυθιστορήματος. Επιχειρώ να επιστρέψω, με διαφορετικούς όρους, σε όσα έχω γράψει. Ο προβληματισμός μου είναι αν τα μυθιστορήματα κλείνουν ερμητικά με το τέλος τους. Και δεν αναφέρομαι σε τριλογίες που ακολουθούν κάποια οικογενειακή ή άλλη ιστορία σε βάθος ιστορικού χρόνου και γενιών. Πώς μπορεί να ανοίξουν τα παλιά μυθιστορήματα ενός συγγραφέα και να συναντηθούν οι ήρωες και οι ηρωίδες, που μπορεί να κινούνται σε διαφορετικό περιβάλλον; Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο.

 

-Μια φωτό σας στο γραφείο ή και άλλες φωτό γραφείου σας [αγαπημένα ή απαραίτητα αντικείμενα, άλλα που για σας αποτελούν γούρι ή έμπνευση]

Με περιστοιχίζουν οι δυο Φωτεινές μου, η γιαγιά και η εγγονή. Με ηρεμεί η ματιά τους. Είναι και οι φωτογραφίες των γονιών μου. Οφειλή στην παρότρυνση να μάθω γράμματα, μόλο που αυτοί ήταν αγράμματοι και ολιγογράμματοι. Είχαν όμως  μεγάλη καρδιά και ισχυρή διαίσθηση. Δίπλα μου είναι και οι πέτρες μου, οι ταπεινές μου πέτρες που τις μαζεύω όπου κι αν πηγαίνω. Είναι η γεωγραφία των μετακινήσεών μου αλλά και η υπόμνηση να δίνω φωνή και σ’ αυτούς που δεν έχουν.

 

 

Ευάγγελος Αυδίκος

Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

Οι Συγγραφείς Αποκαλύπτουν… Τα Μυστικά Τους Στον Ε. Ιντζέμπελη, Εφημερίδα ΗΧΩ ΤΗς ΑΡΤΑΣ, 8 Μαρτίου 2019


Βαγγέλης Αυδίκος

Το γράψιμο είναι εσωτερική ανάγκη, τουλάχιστον αυτή είναι η δική μου αντίληψη. Προφανώς, δεν ξεκινάω από τη διάθεση να σώσω τον κόσμο. Θα ήταν ουτοπικό αν ισχυριζόμουν κάτι τέτοιο. Αφετηρία για τη γραφή είναι πρώτα απ’όλα η συμφιλίωση με τον εαυτό. Ένα βήμα που προϋποθέτει την ενδοσκόπηση και την καταβύθιση στις εσώτερες πτυχές. Στα αναπάντητα ερωτήματα, στα υπαρξιακά και οντολογικά ζητήματα που σχετίζονται με τη ζωή και τον θάνατο, τα ορμέμφυτα, τις ανθρωπιστικές αξίες. Η διαδικασία της γραφής, με άλλα λόγια, είναι μια εσωστρεφής κίνηση αυτογνωσίας. Ο συγγραφέας σ’ αυτή την περίπτωση είναι ταυτόχρονα Προμηθέας και το όρνιο που κάθε χρόνο, σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό μύθο, του κατέτρωγε το συκώτι. Μέσες άκρες , αυτό συμβαίνει με τη γραφή. Κάθε φορά ο/η συγγραφέας συμπεριφέρεται σαν τον Προμηθέα. Μόνο που είναι ταυτόχρονα και όρνιο που αυτοκατασπαράσσεται. Η συγγραφή είναι μια πορεία προς την αυτογνωσία και την αναμέτρηση του γράφοντας με τα μυστικά του, τις μύχιες σκέψεις του.
Ταυτόχρονα, η γραφή είναι μια μορφή επικοινωνίας. Είναι ένας τρόπος συνάντησης και συνομιλίας με άλλους. Με τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες. Όσοι γράφουν αναζητούν διόδους για τον μετασχηματισμό της ατομικής συγγραφής σε αναγνωστική απόλαυση, που συγκροτείται από τις επιμέρους ατομικές αναγνώσεις. Η λογοτεχνία συνιστά τόσο στη δημιουργία της όσο και στην ανάγνωσή της μια εξόχως ατομική πράξη, που ωστόσο γίνεται συλλογική μέσα από τη συνάθροιση των κοινών αναγνωστικών βιωμάτων.
Είναι δύο οι κατηγορίες των βιβλίων μου. Από τη μια μεριά γράφω επιστημονικά βιβλία. Πρόκειται για μελέτες που σχετίζονται με τα ερευνητικά και διδακτικά μου καθήκοντα. Έχω γράψει είκοσι βιβλία για το παραμύθι, τις τελετουργίες, τα αστικά φαινόμενα , το υπερφυσικό και τις τελετουργίες, τα γραφεία συνοικεσίων και γενικότερα για τις πολιτισμικές ταυτότητες. Ιδιαιτέρως με απασχολούν τα ζητήματα μετάβασης των κοινωνιών και της αλλαγής στις πολιτισμικές συμπεριφορές.
Από την άλλη γράφω βιβλία λογοτεχνίας. Πρωτίστως μυθιστορήματα(πέντε τον αριθμό) και μια συλλογή διηγημάτων, με την οποία ξεκίνησε η περιπέτειά μου στη λογοτεχνική γραφή. Ακόμη, δημοσιεύονται κατά καιρούς διηγήματά μου σε λογοτεχνικά περιοδικά(π.χ. Μανδραγόρας).
Στα περισσότερα βιβλία μου, τα λογοτεχνικά, υπάρχει κοινό υπόστρωμα , όσο κι αν η υπόθεση διαφέρουν. Εστιάζω στη σχέση των ατόμων με τις δομές εξουσίας. Αυτό ήταν το θέμα του πρώτου μου μυθιστορήματος(Ο δικός μου Θεός, Ταξιδευτής 2004). Χρησιμοποιείται ως άξονας ο έρωτας ανάμεσα σε μια χριστιανή καθηγήτρια Πανεπιστημίου στη Θράκη κι έναν μουσουλμάνο Πομάκο, ώστε να διερευνηθεί η σχέση του ατόμου με την πληθυσμιακή ομάδα, στην οποία ανήκει; Έχουν τη δύναμη τα άτομα να επιβάλλουν την ατομική τους βούληση ή συντρίβονται ενώπιον της ανάγκης των κοινωνιών να επιζήσουν; Είναι ένα θέμα που έχει αποτελέσει θέμα των δημοτικών τραγουδιών. Σε άλλο μυθιστόρημά μου(Η κίτρινη ομπρέλα, Μεταίχμιο 2007) η υπόθεση μεταφέρεται στο αστικό κέντρο. Μια αντροπαρέα συναντιέται κάθε Σάββατο σε καφενείο και το μυθιστόρημα παρακολουθεί τις ξεχωριστές ιστορίες των αφηγηματικών ηρώων αλλά και τις μεταξύ τους σχέσεις. Το βιβλίο αντλεί το θέμα του από την αποδιοργάνωση των σχέσεων στα αστικά κέντα.
Κοινωνίες και άτομα που έχασαν τον προσανατολισμό τους. Έκαναν το ατομικό συμφέρον Άνθρωποι τσακισμένοι, όνειρα ναυαγισμένα. Ένα μυθιστόρημα που μιλάει για την πολιτισμική κρίση. Σ’ άλλο μυθιστόρημα(Η σκιά της Μίκας, Ταξιδευτής 2013) το θέμα είναι η μετανάστευση και η ανάγκη για ρίζωμα. Ο Τρίκαρδος , ένας Έλληνας που διάλεξε να σπουδάσει στην Αμερική στα τέλη του 20ου αιώνα και στη συνέχεια παντρεύτηκε με Αμερικανίδα, αναζητεί τα ίχνη της Μίκας, μιας Ελληνίδας από τη Σμύρνη που πέθανε φτωχή αλλά που οι οικονομικές συγκυρίες την έκαναν πλούσια μετά το θάνατό της. Παρόλο που τους δυο ήρωες τους χωρίζει μισός αιώνας , τα όνειρα και οι ελπίδες είναι ίδια Εκτός από τη μετανάστευση με απασχόλησε η βία του Εμφυλίου, με αφορμή τα γεγονότα στην Παργινόσκαλα της Πρέβεζας τον Σεπτέμβριο του 1944(Οι τελευταίες πεντάρες, Ταξιδευτής 2016). Ένα τάμα και μια υπόσχεση στην αγαπημένη του Νίκη και τον παππού του στέλνουν τον Σπυρίδωνα από το Λονδίνο στην Πρέβεζα. Η επίσκεψη γίνεται αφορμή να γνωρίσει μια άλλη πλευρά του παππού του. Η εικόνα με την οποία μεγάλωσε θρυμματίζεται. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Σκέψεις και καλά κρυμμένα μυστικά. Μια πόλη που χωρίστηκε στα δύο. Μια πόλη που επικράτησε η αλόγιστη βία. Ανθρώπινες σχέσεις που δοκιμάστηκαν.
Ο φόβος που απλώθηκε παντού. Η σιωπή που έκλεισε τα στόματα των περισσοτέρων. Όλα αυτά ως τη στιγμή που φτάνει ο Σπυρίδων. Όλοι πια ξύνουν τις πληγές και τη μνήμη τους. Αναφέρονται σε πάθη και αδυναμίες. Στην απρονοησία και τον φανατισμό. Σε όνειρα και προσδοκίες. Σε συγκρούσεις και απογοητεύσεις. Στον πόνο και την ερήμωση της πόλης. Σε έρωτες που πόνεσαν αλλά και ξεπέρασαν τις αντιθέσεις. Οι ανθρώπινες σχέσεις που δοκιμάζονται σε καιρούς εμφύλιας σύγκρουσης, τυφλής βίας.
Θα αναφερθώ στο καινούριο βιβλίο , αυτό που πρόκειται να εκδοθεί το ερχόμενο Πάσχα.. Οδός Οφθαλμιατρείου είναι ο τίτλος του μυθιστορήματος(εκδόσεις Εστία). Είναι ο δρόμος που άρχισε το δράμα του ποιητή και πεζογράφου Κώστα Κρυστάλλη.Το υπόγειο του τυπογραφείου του Παπαγεωργίου φιλοξένησε τις φιλοδοξίες του να ανεβεί τη σκάλα του ελληνικού ποιητικού Παρνασσού. Να γράψει και να γίνει αποδεκτός από το λογοτεχνικό σινάφι και την κοινωνία της Αθήνας. Μια μάχη άνιση. Πρόσφυγας στην Αθήνα του 1889, χωρίς πόρους και με τις ένθερμες υποσχέσεις να φυλλοροούν αφήνοντάς τον μόνο του. Η αγωνία για την επιβίωση αλλά και η υπέρβαση των δυσκολιών.Η πάλη με το αδύναμο σώμα και η φλόγα της δημιουργίας που του έκαιγε τα σωθικά.
Δεν μπορώ να ισχυριστώ πως συνάντησα δυσκολίες στην έκδοσή του. Οι εκδόσεις «Εστία» το συμπεριέλαβαν αμέσως στο πρόγραμμά τους. Με ταλαιπώρησε όμως η γραφή του, μια και δεν επιθυμούσα να είναι μια μυθιστορηματική βιογραφία. Οι αναγνώστες/στριες είναι οι τελικοί κριτές.
Το 2018, 150 χρόνια από τη γέννηση του Κρυστάλλη, απορρόφησε μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς μου. Είχα οργανωτική εμπλοκή στην προετοιμασία των ημερίδων που έγιναν στο Συρράκο, την Πρέβεζα και την Αθήνα. Πέρα απ΄αυτό, μ’αρέσει να ασχολούμαι με το κτήμα μου. Είναι μια άλλη αίσθηση η ενασχόληση με τα δέντρα.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκε στην Πρέβεζα, με καταγωγή από το Συρράκο. Είναι ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και έχει γράψει έξι λογοτεχνικά βιβλία. : Το βλέμμα στον τοίχο με τη μαντανία, διηγήματα, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001, Ο δικός μου θεός, μυθιστόρημα, Ταξιδευτής, Αθήνα 2004, Η κίτρινη ομπρέλα, Μεταίχμιο, μυθιστόρημα, Αθήνα 2007(ήταν στη μικρή λίστα του περιοδικού Διαβάζω για το βραβείο μυθιστορήματος του 2008), Η σκιά της Μίκας, μυθιστόρημα, Ταξιδευτής , Αθήνα 2013 και Οδός Οφθαλμιατρείου , Εστία 2019-υπό έκδοση.
Πέραν του λογοτεχνικού έργου , έχει γράψει είκοσι επιστημονικά βιβλία, ενώ συνεργάζεται εβδομαδιαία με την Εφημερίδα των Συντακτών

Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

Βένα Γεωργακοπούλου, Οι βλαβερές συνέπειες του σεξ και ο Παπαδιαμάντης, κουβεντιάζοντας με την Αγγέλα Καστρινάκη


aggela_kastrinaki.jpg

 Αγγέλα ΚαστρινάκηΗ Αγγέλα Καστρινάκη είναι καθηγήτρια νεότερης λογοτεχνίας στη Φιλοσοφική Κρήτης
Σημαντική, αποκαλυπτική, αλλά και απολαυστική για τον κάθε αναγνώστη, η μελέτη της «Ερως νάρκισσος, έρως θείος» για τις όψεις του έρωτα στο έργο του Σκιαθίτη, κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Η καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Κρήτης, αλλά και διαλεχτή πεζογράφος η ίδια, σκύβει πάνω στα ερωτικά του διηγήματα, τα ξεψαχνίζει και προσπερνώντας τις «φρικτές» εικόνες ενός ταγμένου εχθρού του έρωτα, υποκλίνεται στη μεγάλη τέχνη του
Συνήθως επιλέγει κάποιος να διαβάσει μια μελέτη για τον Παπαδιαμάντη, επειδή έχει ειδική σχέση μαζί του. Εγώ, πάλι, όρμησα στο βιβλιαράκι «Ητον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον...» των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης, μια μελέτη για τις όψεις του έρωτα στο έργο του Παπαδιαμάντη, επειδή την υπέγραφε η Αγγέλα Καστρινάκη.
Είναι, βέβαια, καθηγήτρια νεότερης λογοτεχνίας στη Φιλοσοφική Κρήτης με σημαντική παρουσία στα δικά της, τα αυστηρώς ακαδημαϊκά (βιβλία, δημοσιεύσεις). Ελα, όμως, που είναι και μια από τις πιο ιδιαίτερες και καλές πεζογράφους μας, με τον έρωτα και τις σχέσεις των φύλων στο κέντρο της ματιάς της; Και έχει γράψει το καλύτερο για μένα ερωτικό μυθιστόρημα των τελευταίων χρόνων («Ερωτας στον καιρό της ειρωνείας», Ελληνικά Γράμματα, 2008).
Πώς θα προσέγγιζε, λοιπόν, μια νέα, σύγχρονη γυναίκα, που δηλώνει «ταγμένη οπαδός του Διαφωτισμού και της επίγειας ευτυχίας», τα ερωτικά διηγήματα του κοσμοκαλόγερου;
Πώς θα διάβαζε και θα ερμήνευε τις απόψεις του για το ερωτικό πάθος, όπως αυτές καταγράφονται σε εφτά από αυτά; Τα πέντε μάλιστα («Ολόγυρα στη λίμνη», «Η νοσταλγός», «Ερως-ήρως», «Ονειρο στο κύμα», «Η φαρμακολύτρια») δημοσιεύονται στον μικρό τόμο, μια καλή ευκαιρία να τα συμβουλευόμαστε εύκολα.
Πολλά έχουν γραφτεί για την ιδιόρρυθμη, προβληματική σχέση του χριστιανού Παπαδιαμάντη με το σεξ, ακόμα και στα πιο αισθησιακά των κειμένων του. Η μελέτη της Αγγέλας Καστρινάκη μάς λύνει απορίες. Μας κάνει τον Σκιαθίτη πιο οικείο, ακόμα και όταν μας σοκάρει και μας αναστατώνει το σκοτεινό και πρωτόγονο στοιχείο του πάντα αγαπημένου κόσμου του.
 • Ενα βιβλίο σαν το δικό σας σε ποιον απευθύνεται; Στους ειδικούς, στον υποψιασμένο αναγνώστη ή σε κάθε αναγνώστη; Αλλωστε τα ερωτικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη είναι από τα πιο γνωστά και διαβασμένα του και αυτά που έχουν γυριστεί πολλάκις στο σινεμά.
Διαβάζοντας τον Παπαδιαμάντη ανακάλυψα έναν κώδικα για την κατανόησή του – έτσι πιστεύω τουλάχιστον. Για παράδειγμα, την επαναλαμβανόμενη εικόνα του «λουλουδιού που το κόβουν» ή το θέμα του Νάρκισσου, το οποίο ξεπροβάλλει με τους πιο διαφορετικούς τρόπους, άλλοτε σαν λουλούδι που προκαλεί νάρκη κι άλλοτε σαν καυχησιά ενός κακόμοιρου ανθρώπου για την ομορφιά που είχε κάποτε.
Οι αναγνώστες που τους αρέσει, δίπλα στην απόλαυση του κειμένου, να ζήσουν και την απόλαυση της ερμηνείας (μιας δυνατότητας ερμηνείας) είναι καλοδεχούμενοι. Οταν γράφω μια μελέτη, προσπαθώ να γίνομαι γλαφυρή σαν τον συγγραφέα που μελετάω. Το βιβλίο απευθύνεται ακόμα και σε νεαρούς αναγνώστες, που δυσκολεύονται με τη λόγια γλώσσα του. Φροντίσαμε να ερμηνεύσουμε τις δύσκολες λέξεις του κειμένου στο κάτω μέρος της σελίδας.
• Στον Παπαδιαμάντη «σίγουρα άρεσε να γράφει για τον έρωτα», γράφετε. Με δεδομένο ότι ήταν ένας ανέραστος, σεμνότυφος άνθρωπος, και κυρίως βαθιά χριστιανός, πώς το εξηγείτε;
Καμιά βεβαιότητα δεν έχουμε για τον Παπαδιαμάντη. Εκτός από το ότι κάτι τον βασάνιζε σκληρά. Από κει και πέρα μπορούμε να μιλάμε με ενδείξεις ή υποθέσεις. Ενδείξεις λοιπόν για ερωτικές δραστηριότητες δεν διαθέτουμε.
Οσα αφηγείται ο ίδιος, ότι κάπου κάποτε κρυφοκοίταξε μια ξαδέλφη του, τείνω να τα θεωρώ παραμύθια, δικές του κατασκευές. Ωστόσο ο χριστιανισμός, ρηχός ή βαθύς, γενικά δεν εμποδίζει τον έρωτα και το να κάνουμε παιδιά.
Με αυτές τις ενδείξεις, τις υποθέσεις και τα δεδομένα, θεωρώ ότι ο Παπαδιαμάντης γυροφέρνει το θέμα του έρωτα με ένταση, γιατί κάτι θέλει να κρύψει και κάτι να φανερώσει: κρύβει την «πληγή» του (η έκφραση, του Χριστόφορου Λιοντάκη) και φανερώνει τη θεωρία του, πως ο έρωτας-σεξ δεν είναι τίποτε άλλο από «αυτολατρία» και άμα υποκύπτουμε σ’ αυτόν γινόμαστε πολύ, μα πολύ δυστυχισμένοι. Εμείς οι αναγνώστες μπορούμε βέβαια να προχωρήσουμε τις υποθέσεις μας και παραπέρα.
• Γράφετε ότι ο ερωτικότερος των πεζογράφων της εποχής του έστηνε στα διηγήματά του γρίφους, αινίγματα για τον αναγνώστη. Και είναι αλήθεια ότι όταν τα διαβάζουμε, εξαιρετικά δύσκολα (μπορεί και σχεδόν ποτέ) ανακαλύπτουμε τους κρυμμένους συμβολισμούς, κυρίως χριστιανικούς, που εσείς ευτυχώς μας υποδεικνύετε στο βιβλίο. Πιστεύετε ότι χωρίς αυτόν τον «θησαυρό» των συμβόλων, η αξία τους συρρικνώνεται;
Οι συμβολιστές συγγραφείς ήταν γενικά πολύ γριφώδεις. Σε ένα πρώτο επίπεδο έγραφαν ιστορίες που μπορούσαν να διαβαστούν ευχάριστα από τον καθένα. Πώς ο νεαρός ναύτης Γιωργής, που αγαπούσε παθιασμένα την Αρχόντω, κατανίκησε τον πειρασμό και δεν την έκλεψε απ’ τον άντρα της («Ερως-ήρως»).
Μια χαρά διαβάζεται η ιστορία και είναι κατανοητότατη και ψυχωφελής. Ναι, αλλά ο ναύτης Γιωργής παρομοιάζεται στην αρχή του διηγήματος με «δράκο», που κοιμάται στην ακροθαλασσιά. Και εδώ ανοίγεται το δεύτερο επίπεδο, που στήνει ο συγγραφέας πάνω στο πρώτο.
Ο αναγνώστης μπορεί να συνδυάσει τον δράκο με το όνομα του ήρωα και να εννοήσει πως πιθανότατα έχουμε να κάνουμε με έναν Αϊ-Γιώργη δρακοντοκτόνο: σκότωσε τον δράκο του πειρασμού μέσα του, κι αυτό είναι ακριβώς το μεγαλύτερο τρόπαιο, μια αγνότητα εσαεί, που σχεδόν τον αγιοποιεί.
Η ανακάλυψη, αν γίνει, προσθέτει χάρη στο κείμενο, καθώς και ένα μυστικό βάθος. Βεβαίως και αισθητική/διανοητική απόλαυση, καθώς χαιρόμαστε την ευρηματικότητα, την ευστροφία του καλλιτέχνη. Δεν συρρικνώνεται η αξία των διηγημάτων αν δεν κάνουμε την ανακάλυψη, αυξάνει όμως, πιστεύω, η απόλαυση αν την κάνουμε.
• Θέλει κάτι να περάσει στον αναγνώστη με τα ερωτικά του διηγήματα; Κάποιο δίδαγμα, μάθημα; «Ουσιαστικά θεολογεί», γράφετε.
Αχ, ναι, «θεολογεί». Φτιάχνει, λέω, μια «ιδιόρρυθμη θεολογία», όπως ιδιόρρυθμοι είναι οι διάφοροι καλόγεροι που βάζει μέσα στα διηγήματά του σαν περαστικές φιγούρες. Και η θεολογία του είναι καλογερίστικη, εντελώς: αποχή από τις εγκόσμιες απολαύσεις, στροφή προς τα θεία και προς τον θείο έρωτα, τον άυλο. Ευτυχώς αυτά τα λέει με τόσο κρυπτικό τρόπο, που δεν γίνονται ούτε «δίδαγμα» ούτε «μάθημα».
Αντίθετα, πολλές φορές οι αναγνώστες διαβάζουν τα αντίθετα. Διαβάζουν ότι η δυστυχία προέρχεται από τη μη εκπλήρωση των επιθυμιών, από το ότι οι νεαροί ήρωες στερήθηκαν τον έρωτα. Αυτό που πιστεύω ότι ανακάλυψα είναι πως η δυστυχία προέρχεται όχι από τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες, αλλά από τις εκπληρωμένες.
Σεξ συμβαίνει στον μυθοπλαστικό κόσμο του Παπαδιαμάντη. Ο συγγραφέας υπονοεί (πάρα πολύ διακριτικά, όμως) ότι συμβαίνει, ώστε να δείξει τις ολέθριες συνέπειες. Οι άνθρωποι θα πρέπει να την καταστείλουν αυτή τη βλαβερή έξη, όπως οι καλόγεροι. Αν αυτό ωστόσο γίνει από κανόνας μιας κλειστής κάστας, κανόνας για όλους τους ανθρώπους, καταλαβαίνουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Στον Παπαδιαμάντη όμως μόνο τότε γαληνεύει η θάλασσα η επικίνδυνη, μόνο τότε τα πουλάκια πετάνε χαρούμενα στις λόχμες.
• Η αηδία του για το σεξ, που φτάνει μέχρι του σημείου να προτιμά στα διηγήματά του λευκούς γάμους νέων κοριτσιών με ηλικιωμένους άνδρες και να αρνείται την τεκνοποιία, δεν είναι και τόσο νορμάλ χριστιανικά πράγματα. Είναι;
Οχι και τόσο. Αν και υπάρχουν πολλές εκδοχές του χριστιανισμού, ακόμα και πολλές απόψεις για το φλέγον ζήτημα στον ίδιο συγγραφέα. Ο απόστολος Παύλος –όσο έχω εννοήσει– μοιάζει να απεχθάνεται τον υλικό άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα παραχωρεί μια θέση στο σεξ εντός γάμου «για να μη σας βάζει σε πειρασμό ο Σατανάς». Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προτιμά την παρθενία, αλλά μιλά με συμπάθεια και για τον γάμο, που ολοκληρώνει τον άνθρωπο.
Ο Αυγουστίνος θεωρεί ότι υπήρχε σεξουαλική επαφή ακόμα και στον Παράδεισο. Ο Παπαδιαμάντης επιλέγει πάντα την πιο αρνησίκοσμη εκδοχή, την εκδοχή με τη μέγιστη εγκράτεια. Λέω πως κινείται «στο όριο» της ορθοδοξίας. Δεν είμαι ωστόσο η πρώτη που το παρατηρώ.
• Ενας περίεργος ανδρικός κόσμος κυριαρχεί στα διηγήματα, έστω και χωρίς σεξ (φίλοι, καλή παρέα, πιοτό, ιστορίες). Ηταν μισογύνης ο Παπαδιαμάντης; Οι γυναίκες ήταν γι’ αυτόν πλανεύτρες, που οδηγούν τους άνδρες στην καταστροφή;
Σε αντίθεση με τις παγίδες του σεξ, η ανδρική φιλία είναι κάτι πολύ ανακουφιστικό. Να κάθεσαι με τον καρδάση σου και τον γιολδάση σου (του αρέσουν του Παπαδιαμάντη τα τούρκικα για τους γκαρδιακούς φίλους) στην ακρολιμνιά και να τρως θαλασσινά μεζεδάκια, που συνοδεύονται από μπόλικο και ωραίο μοσχάτο κρασί. Ή πάλι να αγναντεύεις τον ουρανό πλάι στους φίλους που ψαρεύουν με πυροφάνι, ενώ ο άλλος φίλος, ο βοσκός, κοιμάται στην πλαγιά τυλιγμένος με την κάπα του… Αυτά μας κάνουν να αντέχουμε τη μαύρη, τη δύσκολη ζωή.
Ομως ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μισογύνης. Οι νεαρές γυναίκες είναι πλανεύτρες, αλλά και τα αντράκια δεν πάνε πίσω. Είναι έτοιμοι να ορμήξουν σαν αετοί, σαν ξιφίες, σαν σκυλόψαρα, και να αδράξουν «ασπαίροντα» τα θύματά τους. Το πρόβλημα αγγίζει εξίσου και τα δύο φύλα. Και τα δύο φύλα οφείλουν να κατασιγάσουν τον δαίμονα μέσα τους.
• Μια και οι χριστιανικές κοινωνίες έχουν ευτυχώς αλλάξει, οι αισθησιακές περιγραφές του Παπαδιαμάντη με έκαναν να σκέφτομαι συνεχώς τις σημερινές ακραία ισλαμικές κοινωνίες, όπου οι άνδρες όλο στο σεξ έχουν τον νου τους, γι’ αυτό και φροντίζουν να εξοντώνουν τις γυναίκες. Είμαι υπερβολική;
Η Μοσχούλα μέσα στο κύμα, με τα όμορφα μπράτσα, την ευλύγιστη μέση και με όλα όσα μαντεύει ο αφηγητής, έχει στοιχειώσει το φαντασιακό των Ελλήνων ου μην αλλά και των Ελληνίδων… Ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει την τέλεια κόρη και της δίνει δύο δυνατότητες: τη γήινη και την ουράνια.
Αυτή επιλέγει –φευ– τη γήινη. Αλλά ο συγγραφέας είναι εξαιρετικά δίκαιος, όπως είπαμε. Δεν είναι σαν τον Καζαντζάκη που φορτώνει όλο το πρόβλημα στις γυναίκες (αυτές εκπροσωπούν την «ύλη») και τις εξοντώνει – ούτε μία γοητευτική γυναίκα δεν αφήνει ζωντανή στα έργα του ο μεγάλος Κρητικός! Στον Παπαδιαμάντη δεν υπάρχει καμία βιαιότητα, μόνο πικρία και θλίψη. Και είναι χαρακτηριστικό πως συμπαθεί ένα πονεμένο και τρυφερό Ισλάμ, όπως στον πασίγνωστο «Ξεπεσμένο δερβίση» του.
• Φοβάμαι ότι μετά το βιβλίο σας δεν θα μπορέσω να ξαναδιαβάσω την «Νοσταλγό» ή το «Ονειρο στο κύμα» χωρίς να κλοτσήσω μέσα μου με τα χριστιανικά σύμβολα που θα αναγνωρίζω. Πιστεύετε ότι η τέχνη του Παπαδιαμάντη υπερβαίνει τελικά κάθε θρησκευτική του ψύχωση;
Γιατί να «κλοτσήσετε»; Ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί με πάρα πολλή χάρη τα χριστιανικά σύμβολα. Δεν είναι υπέροχο τάχα που δύο κουπιά, δεμένα «σταυροειδώς» για να αποτελέσουν κατάρτι σε μια βάρκα, με πανί το λευκό φουστάνι της κοπέλας (που έτσι μισογδύθηκε), γίνονται ανεπαίσθητα ο σταυρός που συμβάλλει στη σωτηρία των ηρώων;
Είναι τόσο χαριτωμένος ο Παπαδιαμάντης, τόσο ευρηματικός, που καθόλου δεν θυμίζει συντηρητικό παπά με αγιαστούρα ή στεγνό ιεροκήρυκα. Και έχω την υποψία ότι όχι μόνο η τέχνη του υπερβαίνει τη «θρησκευτική του ψύχωση», αλλά και ότι ο ίδιος μερικές φορές βάζει την τέχνη πιο πάνω από την πίστη. Προτιμά ένα καλλιτεχνικό εφέ από τη θεολογική σαφήνεια.
• Πιστεύει, τελικά, ο Παπαδιαμάντης ότι υπάρχει έρωτας;
Προς το θείο, ναι. Για την ακρίβεια: πρέπει να υπάρχει. Ο άνθρωπος οφείλει να λατρεύει τον Θεό. Αυτό τον σώζει από το να λατρεύει τον εαυτό του. Ερωτας προς τον άλλον άνθρωπο; Ασ’ το καλύτερα! Υπάρχει μια φοβερή αναντιστοιχία ανάμεσα στο φουντωμένο πάθος, που η έντασή του θέλει να σε στείλει στον άλλο κόσμο, και στη διάρκεια που έχουν οι έρωτες.
Μηδαμινή διάρκεια! Ερωτευόμαστε ένα πρόσωπο, αργότερα το ξεχνάμε κι ερωτευόμαστε άλλο και πάει λέγοντας… Δεν αξίζει τον κόπο. Ο Παπαδιαμάντης βρίσκεται στους αντίποδες του ρομαντισμού. Εχει συλλάβει τον έρωτα ως κατασκευή. Επειτα, η ίδια η σεξουαλική πράξη είναι μια μηχανική κίνηση, κάτι σαν αντίδραση σε κνησμό… Αυτό το τελευταίο το λέει στα «Ρόδιν’ ακρογιάλια». Ξεπερνάμε τη φρικτή εικόνα, του τη συγχωρούμε.
Γιατί έχει να μας δώσει άλλα. Τον πόνο, την αυτοσυντριβή, την ευφορία της εξόδου από τη βαριά αρρώστια του έρωτα, τη χαρά των μικρών καθημερινών πραγμάτων που μοιραζόμαστε με τους φίλους. Με πόση ευφυΐα δεν τα δίνει όλα αυτά, ευφυΐα που μας κάνει, εμάς, ταγμένους οπαδούς του Διαφωτισμού και της επίγειας ευτυχίας, να υποκλινόμαστε μπροστά του, μπροστά στη μεγάλη τέχνη.
• Είναι τα ερωτικά διηγήματα η κορυφή της τέχνης του;
Για πολλούς αναγνώστες, και για μένα, είναι. Μαζί με τη «Φόνισσα» βέβαια και, ελάχιστα χαμηλότερα, με τον φιλάνθρωπο «Βαρδιάνο στα σπόρκα». Δεν θαυμάζω το σύνολο του παπαδιαμαντικού έργου. Πολλά κείμενα είναι απλώς περιγραφικά.
Τα συμβολικά διηγήματα για τον έρωτα όμως έχουν ανυπέρβλητη δύναμη. Ανάμεσα στ’ άλλα, κάνει μαγικά παιχνίδια με τη γλώσσα. Είναι χαρακτηριστικό πως μένουν στη μνήμη μας φράσεις του, κι αν δεν μένουν οι ίδιες οι λέξεις, μένει ο ρυθμός τους. Νιώθεις πίσω από όλα αυτά έναν καλλιτέχνη με εξαιρετική αυτοσυνείδηση, με αυτοπεποίθηση και με μια προμηθεϊκή δημιουργικότητα.
• Τι σας έκανε να γράψετε το βιβλίο; Διέκρινα φορές φορές μια ωραία, παιχνιδιάρικη ειρωνεία.
Με έκανε να το γράψω ένας ενθουσιασμός, το γεγονός ότι διάβαζα και έτριβα τα μάτια μου. Και έλεγα: Πώς το κάνει αυτό, πώς πετυχαίνει αυτή την εικόνα, πώς δίνει αυτόν τον ρυθμό στη φράση!
Η εικόνα του πελώριου «πουργοτζή» που δουλεύει πάνω σε ένα πλοίο ανοίγοντας τρύπες κι ο ίσκιος του πέφτει στα μποστάνια, στη λίμνη και στα λοφάκια, καθώς δύει ο ήλιος, ενώ αιωρείται η παπαδιαμαντική επωδός «ματαιότης ματαιοτήτων»: τι τρομερότερο έχει γραφεί στην ελληνική γλώσσα; Κι όμως δεν έγραψα έναν ύμνο σ’ αυτή την εικόνα, ούτε έναν ύμνο στη γλώσσα του. Κάθισα σαν φιλολογικό μυρμήγκι και σαν ντετέκτιβ και εξιχνίασα (θεωρώ ότι…) τα μυστικά σύμβολα.
Αλλη χάρη κι αυτό! Παίζεις με τον συγγραφέα: σε ανακάλυψα τώρα; -δεν σε ανακάλυψα; Πάντως δεν έφτασα στον απώτατο βαθμό συγγένειας με τον Παπαδιαμάντη, όπως με άλλους συγγραφείς με τους οποίους έχω συναναστραφεί τόσο στενά και για τόσα χρόνια: με τον Κοσμά Πολίτη (εραστής-σύζυγος) ή με τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο (παιδί μου). Ο Παπαδιαμάντης είναι πιο σκοτεινός, πιο απροσπέλαστος.
• Μήπως ο Παπαδιαμάντης «αγαπιέται» για λάθος λόγους, μήπως στο πέρασμα των χρόνων έγινε ένα γλυκερό, ηθογραφικό, νοσταλγικό έργο, καλό για θρησκευτικές γιορτές; Γιατί θα ’πρεπε να αγαπιέται και να διαβάζεται τώρα και στο μέλλον;
Υπάρχουν «λάθος λόγοι» στην αγάπη; Τον αγαπούν για τη θρησκευτικότητά του; Γιατί όχι; Τον αγαπούν για την ορθόδοξη πίστη του; Τύχη για την Ελλάδα ότι οι θρησκευόμενοι μπορούν να έχουν μια τέτοια αναφορά (μολονότι ώρες ώρες γίνεται αγέλαστα δογματικός και τότε εγώ τουλάχιστον αισθάνομαι λίγο σαν Δημαράς και σαν Μουλλάς και ανάβουν τα προοδευτικά μου αίματα).
Τον αγαπούν για την απεικόνιση ηθών και εθίμων της υπαίθρου μιας άλλης εποχής; Κάτι χάνουν, αλλά δεν πειράζει. Οι «σωστοί λόγοι» είναι τάχα οι αισθητικοί; Μα η λογοτεχνία δεν είναι μόνο φόρμα και ρυθμός της φράσης. Είναι και ηθική και ιδεολογία. Και το παράξενο είναι πως ο Παπαδιαμάντης αγγίζει και όσους ασπάζονται μια εντελώς διαφορετική κοσμοθεωρία. Επειδή μας κάνει να χαμογελάμε γλυκόπικρα με το ανθρώπινο πεπρωμένο.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη, εφημερίδα Πελοπόννησος(Πάτρα), 9 Νοεμβρίου 2014)


Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη, εφημερίδα Πελοπόννησος(Πάτρα), 9 Νοεμβρίου 2014)


Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη, εφημερίδα Πελοπόννησος(Πάτρα), 9 Νοεμβρίου 2014)


Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη, εφημερίδα Πελοπόννησος(Πάτρα), 9 Νοεμβρίου 2014)


Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη, εφημερίδα Πελοπόννησος(Πάτρα), 9 Νοεμβρίου 2014)



Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη, εφημερίδα Πελοπόννησος(Πάτρα), 9 Νοεμβρίου 2014)


1.Γράψατε ένα βιβλίο για τους μετανάστες, τα όνειρά τους, τις πληγές τους, τα διλήματά τους. Ποιο το φιτίλι που πυροδότησε την έμπνευσή σας;

Ζούμε σε μια εποχή που η μετακίνηση πληθυσμών έχει αυξηθεί σε σημείο που έχει αλλάξει τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων, την πολιτική συμπεριφορά αλλά και έχει δημιουργήσει συνθήκες πολυπολιτισμικότητας που θέτουν το ζήτημα  της ειρηνικής συνύπαρξης, στις δυτικές κοινωνίες, ανθρώπων από διαφορετικά περιβάλλοντα. Αυτό το γενικό πλαίσιο αλλά και το εκπαιδευτικό μου ταξίδι στην Αμερική πριν από μερικά χρόνια μου έδωσαν την ευκαιρία να γνωρίσω τους Ελληνοαμερικανούς και ν’ ακούσω ιστορίες για τη ζωή τους, τις αγωνίες τους, την προσπάθεια να πετύχουν.

2.Ξετυλίγετε την ιστορία της Μίκας, Ελληνίδας από τη Σμύρνη μετανάστριας στην Αμερική, τα χνάρια της οποίας αναζητά ο Κοσμάς, επίσης μετανάστης στη χώρα των ευκαιριών, για σπουδές αυτός, ωστόσο. Τους χωρίζει μισός αιώνας. Διαφορετικό παρελθόν, αλλά πολλές ομοιότητες. Είναι κάτι που θέλατε να τονίσετε;

Πέρα από το μισό αιώνα που χωρίζει τους δύο ήρωες, τους ενώνει η ξενιτιά. Βρέθηκαν και οι δύο μετανάστες σε μια ξένη χώρα με τη φιλοδοξία να πετύχουν, να ανέβουν κοινωνικά. Οι διαφορές υπαρκτές. Η Μίκα βρέθηκε στην Αμερική καραβοτσακισμένη από την καταστροφή στη Μικρασία, ενώ ο Κοσμάς μεταναστεύει, στις αρχές του 21ου αιώνα,  για σπουδές. Στο βάθος όμως η ξενιτιά είναι πάντα ίδια. Είναι ξερίζωμα. Είναι ο αγώνας για προσαρμογή και αποδοχή. Είναι η επιφύλαξη και η εχθρότητα.

3.«Αγαπάω την Ελλάδα πιο πολύ από ’δω», ομολογεί ένας μετανάστης που επέστρεψε στην πατρίδα για να «σπάσει τα μούτρα του» στα «στραβά» της, με αποτέλεσμα να ξαναγυρίσει στην Αμερική. Τελικά, υπάρχει φάρμακο στον νόστο: Η σκέψη του «πόσο χειρότερα είναι εκεί πίσω».  Αποτελεσματικό, αλλά πικρό, ίσως;

Ο μετανάστης της πρώτης γενιάς κουβαλάει σ’ όλη του τη ζωή τον τόπο του στην ξενιτιά. Ο νόστος της επιστροφής είναι ισχυρός. Είναι απόλυτα φυσιολογικό να υπάρχει αυτό το αίσθημα. Οι άνθρωποι όσο μεγαλώνουν ή απομακρύνονται από τον γενέθλιο τόπο τόσο πιο πολύ τον εξιδανικεύουν και ζουν μαζί του δημιουργώντας ένα υποκατάστατό του στον καινούργιο τόπο. Αυτό το υποκατάστατο είναι οι εθνοτοπικοί σύλλογοι, με μέλη άτομα από ένα χωριό, μια γεωγραφική ενότητα, μια περιφέρεια. Ο νόστος σ’ αυτή την περίπτωση αποτελεί την αφετηρία για να δημιουργηθούν προϋποθέσεις και να ενισχυθεί η διαδικασία ενσωμάτωσης στο νέο τόπο. Ο σύλλογος, η ενορία και οι χοροεσπερίδες και οι φιλανθρωπικές ή εορταστικές εκδηλώσεις έχουν ως αφετηρία τον κοινό νόστο. Ωστόσο, ο νόστος δεν περιορίζεται στη σχέση με τον γενέθλιο τόπο. Γίνεται δύναμη προσαρμογής μέσω της συστράτευσης των μελών του συλλόγου στη διεμβόλιση του νέου τόπου ή την ανάπτυξη δικτύων επικοινωνίας που θα διευκολύνουν τον τελικό στόχο της μετανάστευσης που είναι η επιτυχία.

4.Ο άντρας που ερωτεύτηκε η Μίκα, ο Ιρλανδός Πάτρικ, θέλησε να πολεμήσει για να ξεπληρώσει μέρος του χρέους του, στη νέα του πατρίδα. Τελικά πατρίδα είναι η γενέτειρα ή ο τόπος που ανοίγει την αγκαλιά του να μας υποδεχτεί;

Πατρίδα είναι ο γενέθλιος τόπος, οι άνθρωποι, οι κοινωνικές σχέσεις. Η παιδική μας ηλικία, που οργανώνει τη μνήμη μας και συχνά επηρεάζει τον τρόπο σκέψης. Για τον μετανάστη πρώτης γενιάς αυτό δεν αλλάζει και γι’ αυτό είναι τόσο έντονος ο νόστος. Ωστόσο, ο τόπος που μας υποδέχεται και μας δίνει τη δυνατότητα να ανελιχθούμε κοινωνικά και οικονομικά μπορεί να γίνει μια δεύτερη πατρίδα, δεδομένου ότι , με την κινητικότητα, το ανθρώπινο είναι συγκροτείται από επάλληλα στρώματα.

5.Είναι κάτι αντίστοιχο, θα λέγατε, με τους θετούς γονείς και τα υιοθετημένα παιδιά; Μιας και θίγετε κι αυτό το θέμα στο βιβλίο σας.

Σαφώς και η γονεϊκή ιδιότητα αποκτιέται με την ανατροφή. Δεν αρκεί η βιολογική σχέση.

6.Ο ερευνητής Κοσμάς αναζήτησε ένα καλύτερο μέλλον μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος της Αμερικής. Εσείς, ως καθηγητής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, πώς βλέπετε αυτή την τάση των νέων να φεύγουν στο εξωτερικό;  Εσείς μπήκατε ποτέ σ’ αυτόν τον πειρασμό;

Οι νέοι που μεταναστεύουν σήμερα έχουν πολλά προσόντα κι αυτό διαφοροποιεί τη σημερινή μετανάστευση. Όσον αφορά δε την αξιολόγηση αυτής της τάσης , τι μπορεί να πει κανείς. Να κατηγορήσει τους νέους; Ασφαλώς όχι. Οι εργασιακές συνθήκες είναι απογοητευτικές για τους νέους, οι οποίοι δεν μπορούν να εργαστούν σε θέσεις που μπορεί να ικανοποιήσουν τους εαυτούς τους αλλά και να συμβάλουν στην ανάπτυξη της χώρας. Είναι τραυματική η εμπειρία από τη γνωριμία με νέους επιστήμονες που εργάζονται εκτός γνωστικού αντικειμένου, υποαμείβονται  και χωρίς ασφάλιση. Αιμορραγεί η χώρα και στενεύει η προοπτική της όταν δεν είναι αποδοτική η επένδυσή της στην εκπαίδευση των νέων. Βλέπω με ανησυχία αυτή την εξέλιξη. Σε ό,τι με αφορά με απασχόλησε η αναζήτηση νέων ευκαιριών στην αρχή της κρίσης. Όμως, υπάρχουν άλλες δεσμεύσεις που ανέστειλαν την επιθυμία.

7.Κατά πόσο το εδώ εκπαιδευτικό σύστημα τους παρέχει τη δυνατότητα να ανοίξουν τα φτερά τους στον τόπο τους, και τι ευκαιρίες, ιδίως σήμερα, τους δίνονται;

Οι ευκαιρίες στην Ελλάδα είναι λιγοστές. Οι επιχειρήσεις κλείνουν, διορισμοί δεν γίνονται στην εκπαίδευση. Υπάρχουν πολλοί σπουδαίοι νέοι επιστήμονες , που βρίσκουν τις πόρτες κλειστές. Δεν προκηρύσσονται νέες θέσεις στα πανεπιστήμια και τα πανεπιστημιακά τμήματα συρρικνώνονται, δεδομένου ότι οι συνταξιοδοτούμενοι δεν αναπληρώνονται. Δεν γίνεται επιστημονική ανανέωση και αυτό σταδιακά, αν δεν γίνει ανάσχεση αυτής της τάσης, θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην επιστημονική έρευνα.

8.Στα χρόνια της κρίσης -μιλώντας με τους φοιτητές σας- σε τι επίπεδα, διακρίνετε, να κυμαίνεται η αισιοδοξία τους, η όρεξή τους για ζωή; Η δική σας συμβουλή;

Οι νέοι πάντα έχουν την αισιόδοξη πλευρά. Ωστόσο, η κρίση έχει επηρεάσει τόσο τις συνθήκες φοίτησης όσο και τις αντιλήψεις τους για τις προοπτικές επαγγελματικής διασφάλισης. Σε γενικές γραμμές, η κρίση έχει αλλάξει τη σχέση των φοιτητών/τριών με το πανεπιστήμιο και τη γνώση. Η ανεργία των γονέων και η δραματική μείωση του οικογενειακού προϋπολογισμού εξωθεί πολλούς φοιτητές, ιδίως τα τελευταία χρόνια, να εγκαταλείπουν τη μόνιμη διαμονή και τη συστηματική παρακολούθηση των μαθημάτων.

9.Τα παλιότερα χρόνια, αν και δυσκολότερες οι συνθήκες, οι Ελληνες είχαν όραμα. Σήμερα τι έχουν;

Είναι αλήθεια ότι το όραμα του νεοέλληνα, στη μεταπολιτευτική περίοδο, ταυτίστηκε με την υπερσυσσώρευση , μη αναγκαίων συχνά, υλικών αγαθών και την αγωνία για απόκτηση προσωπικού νοήματος μέσα από τη συνεχή απόκτηση αντικειμένων.
   Η κρίση κονιορτοποίησε το καταναλωτικό μοντέλο και, παρά τον πόνο και την απελπισία που έχουν εμφιλοχωρήσει στην ελληνική κοινωνία, ωριμάζει το παλιό ανθρωπιστικό ιδεώδες. Δεν μπορεί να επαναληφθεί το παρελθόν. Ο        ι καιροί αλλάζουν. Μένει αμετάβλητη , όμως, η ανάγκη για την ουσία των πραγμάτων. Για ανθρώπινες σχέσεις, για αλληλεγγύη, για σεβασμό του περιβάλλοντος. Οι Έλληνες αναθεωρούν σήμερα τις προτεραιότητές τους. Πρόκειται για μια μακρόχρονη διαδικασία. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ηγέτες-σ’ όλους τους τομείς –που θα δώσουν το παράδειγμα για μια άλλη σχέση. Για άλλο όραμα.

10.Ποια η αχίλλειος πτέρνα του ελληνικού λαού, κατά τη γνώμη σας;

Η ‘αχίλλειος πτέρνα’ του ελληνικού λαού είναι ότι εύκολα ξεχνάει και παρασύρεται από δημοκόπους. Τα τελευταία χρόνια προστέθηκε και ο ατομικισμός. Πρόκειται για ιδιότητες δηλαδή που οφείλονται στο ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο, στις κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές που κυριάρχησαν τις τελευταίες δεκαετίες.

11.Οι πολιτικοί μας τι συναισθήματα σας εμπνέουν;

Δεν μου αρέσουν οι γενικεύσεις. Δεν είναι όλοι οι πολιτικοί  ίδιοι. Δυστυχώς, το πολιτικό μας σύστημα που είναι αρχηγικοκεντρικό δεν διευκολύνει τη διατύπωση ελεύθερων απόψεων. Οι εξαρτήσεις οδηγούν πολλούς πολιτικούς σε σιωπή και άλλους σε χειραγώγηση του πολιτικού συστήματος για ίδιο όφελος.

12.Ελληνική κοινωνία επί κρίσης. Σε ποια σημεία τη βρίσκετε βελτιωμένη -σε σχέση με το «επίπλαστα πλούσιο» παρελθόν- και σε ποια απαράλλακτα ίδια;

Οι νοοτροπίες δεν αλλάζουν εύκολα. Η κατάρρευση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών δεν μεταβάλλει άμεσα τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων. Γι’ αυτό και παρατηρούμε να επιβιώνουν παλιότερες αντιλήψεις, ενώ κάποια κόμματα συνεχίζουν να κτίζουν πελατειακά συστήματα προωθώντας ημετέρους. Σε ό,τι αφορά την αλλαγή σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν αυτή εστιάζεται στην εγκατάλειψη, αναγκαστικά, του καταναλωτισμού, παρόλο που αυτή η αλλαγή οδηγείται στην καταβύθιση πολλών ανθρώπων στην ανεργία και στην ανθρωπιστική κρίση.

13.Υπάρχει, θεωρείτε, σωσίβια λέμβος γι’ αυτή την ταλαιπωρημένη χώρα;

Αλλοίμονο, αν δεν πιστεύουμε σ’ ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό όμως δεν θα γίνει από τον καναπέ και την κατάχρηση της παρακολούθησης του τηλεοπτικού λόγου. Όλοι μας, ιδίως οι μεγαλύτεροι, οφείλουμε να ασχοληθούμε με τις δημόσιες υποθέσεις και να μην περιοριζόμαστε μόνο σε άγονη κριτική. Προσωπικά, έχω εμπιστοσύνη στους νέους και περιμένω την αντίδρασή τους, η οποία επωάζεται. Ας μην ξεχνάμε ότι ήδη διατυπώνεται ένας ρωμαλέος λόγος από τους νέους στη λογοτεχνία, το θέατρο, τον κινηματογράφο και αλλαχού.

14.Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας από τη γνωριμία με την Αμερική

Η Αμερική είναι μια χώρα που θυμίζει τη ρωσική κούκλα μπαμπούσκα. Υπάρχουν πολλές Αμερικές αν αναφερόμαστε σε νοοτροπίες, συμπεριφορές, μουσικές και πολιτισμούς. Η επίσκεψή μου στην Αμερική διευκόλυνε τη βαθιά κατανόηση αυτής της αλήθειας. Συχνά, ο φανατισμός ταυτίζει τον πολιτικό αντίπαλο με τους λαούς και τους πολιτισμούς τους κι αυτό ήταν κυρίαρχο στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης και των μεγάλων διαδηλώσεων ενάντια στη συμπεριφορά της παγκόσμιας υπερδύναμης που ευθύνεται για πολλά δεινά και αντιδημοκρατικής παρεκβάσεις στην Ελλάδα μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.Δεν άλλαξα άποψη για την πολιτική συμπεριφορά της υπερδύναμης. Ωστόσο, μπόρεσα να κατανοήσω την πολυπλοκότητα του αμερικανικού φαινομένου με τις πολλαπλές αντιφάσεις αλλά και τον πλούτο της μουσικής τους. Στην Αμερική, ιδίως στη Νέα Υόρκη ,έχεις την αίσθηση ότι όλος ο πλανήτης έχει μαζευτεί στο Μανχάταν. Ακόμη, παρακολούθησα έκπληκτος τα έντονα συναισθήματα που προκάλεσε η εκλογή Ομπάμα στους Αφροαμερικανούς. Είχα την εντύπωση ότι υποδέχτηκαν την εκλογή ως ένα πολύ σημαντικό γεγονός γι ‘ αυτούς.

15.Στην Αμερική «ευδοκιμούν οι αλήθειες που συμφέρουν» ισχυρίζεται έτερη ηρωίδα του βιβλίου σας. Στην Ελλάδα ποιες αλήθειες ευδοκιμούν;

Τα τελευταία χρόνια κυριάρχησε ο ατομικισμός. Ο Ιανός εξέφρασε την αλήθεια της διπροσωπίας στις ανθρώπινες σχέσεις. Υπ’ αυτή την έννοια, δεν υπήρχε διαφορά από την Αμερική. Άρχισαν να ξεθωριάζουν οι παλιές αλήθειες.

16.Η δική σας αλήθεια;

Η πίστη στη νεολαία και στην ανάγκη να αγωνιστούμε για μια καλύτερη Ελλάδα.



17.Λογοτεχνία-λαογραφία. Τι σας έχει χαρίσει η σχέση σας μαζί τους;

Ισορροπία. Η λαογραφία μού έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω τον πολιτισμό της χώρας, τους ανθρώπους της. Η λογοτεχνία μού πρόσφερε τη δυνατότητα ν’ αφηγηθώ ιστορίες, να μιλήσω για όσα με απασχολούν πλησιάζοντας ένα ευρύτερο ακροατήριο.

18.Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο αυτή την εποχή;


Κάθε γέννα στην επιστήμη και τη λογοτεχνία είναι προάγγελος για μια νέα κύηση. Σ’ αυτή τη φάση βρίσκομαι.