Το ιστολόγιο αποσκοπεί στην επικοινωνία με επιστήμονες(λαογράφους, ανθρωπολόγους, εθνολόγους, ιστορικούς, κοινωνιολόγους, φιλόλογους, κ.λπ)αλλά και σε όλους όσους αγαπούν το λαϊκό πολιτισμό, τη λογοτεχνία, ανησυχούν για την εκπαίδευση και την κοινωνία και αναζητούν μέσο έκφρασης. Είναι μια σκηνή για ενημέρωση και ανταλλαγή απόψεων. Ακόμη,το ιστολόγιο περιλαμβάνει στήλη(blogaρίσματα) για τη διατύπωση απόψεων σε τρέχοντα ζητήματα.
Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2022
Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2021
Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2021
"Η αφήγηση του τόπου και ο τόπος ως αφήγηση" από τον Ευάγγελο Αυδίκο, culturebook.gr,
Θυμάμαι πάντα τον ρόλο του τόπου στη λογοτεχνία της Ηπείρου.
Όπως εγγράφεται στη μνήμη των τραγουδιών της ξενιτιάς που αναλαμβάνουν να
ιστορήσουν τον τόπο τους, για να αποκτήσουν τη δυνατότητα να διατηρήσουν τους
μνημονικούς δεσμούς με τον γενέθλιο τόπο. Να μην ξενέψουν.
Ο τόπος έχει ιδιαίτερη θέση στις ποιητικές και πεζογραφικές φωνές
παγκοσμίως, όχι μόνο στην Ήπειρο. Είναι αυτός που γεννάει τις μνήμες και
διαμορφώνει πολιτισμικές πρακτικές, συγκροτεί τις αφηγήσεις. Και οι τελευταίες
είναι αυτές που μετασχηματίζουν τον τόπο σε πλαίσιο για την αφήγηση. Αυτή η
σχέση έχει γενικευτεί τα τελευταία χρόνια με την ανάγκη επανα-ανακάλυψης του
τόπου ως υλικού για την είσοδο στη λογοτεχνία. Οι λαϊκές αφηγήσεις, η παιδική
ηλικία γίνονται το στημόνι ώστε να ξαναφωτίσουν τις ζωές των εγκατεστημένων πια
στα αστικά κέντρα.
Ο τόπος στη δική μου πεζογραφία διαχέεται παντού. Σε κάθε λέξη και
εικόνα. Έχω θητεία στο λαϊκό παραμύθι και στις λαϊκές αφηγήσεις, όπου ο τόπος ,
ακόμη κι όταν οι ιστορίες αποκτούν πεποιημένα, μυθοπλασμένα γνωρίσματα,
λειτουργείς ως καμβάς αφηγηματικής προβολής. Ο τόπος δίνει σάρκα στους ήρωες
και τις ηρωίδες κι αυτό διευκολύνει τη συναισθηματική ταύτιση και το ταξίδι,
ενώ παράλληλα η λογοτεχνική επεξεργασία λειτουργεί ως αναγνωστικός αναστοχασμός
με τη διαμόρφωση της αναγκαίας απόστασης από τα ιστορούμενα..
Η αφήγηση του τόπου δεν είναι μια αδιάφορη περιγραφή, που
προσθέτει ονόματα, εικόνες, λέξεις της πανίδας και της χλωρίδας. Δεν μπορεί να
εκληφθεί ως μια αδιάφορη διαδικασία. Οι ήρωες, ακόμη και οι μυθοπλασμένοι, ως
ιστορική αναφορά στον χρόνο και τον τόπο, είναι σε άμεση συνάρτηση και
συμπληρωματική ανάγνωση με την αφηγούμενη ιστορία και τη δυνατότητα. Τα πρόσωπα
ενός πεζογραφήματος, ακόμη και της πιο μικρής φόρμας, κουβαλάνε τον τόπο, ακόμη
κι όταν αυτό δεν είναι ορατό. Έχω την εντύπωση πως θα ήταν αδύνατο να αισθανθεί
κάποιος την αναγνωστική δόνηση από το λατινοαμερικάνικο μυθιστόρημα αν
απουσίαζε ο τόπος. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Δημήτρη Χατζή. Οι ιστορίες του
θα ήταν μετέωρες χωρίς τον τόπο και τον μετασχηματισμό του μες στον χρόνο.
Θα αναφέρω το παράδειγμα του πρώτου μου μυθιστορήματόςς μου «Ο
δικός μου θεός». Κυκλοφόρησε το 2004 και μιλούσε , σε πρώτο επίπεδο, για τον έρωτα
δυο νέων ανθρώπων. Είναι μια ερωτική ιστορία. Όμως , ο τόπος γίνεται φυλακή κι
αδιέξοδο για τους δύο ερωτευμένους, μια χριστιανή κι έναν μουσουλμάνο. Τόπος η
Κομοτηνή στα τέλη του εικοστού αιώνα. Δυο πατρίδες μέσα σ' έναν τόπο. Μια πόλη
διαιρεμένη που υψώνει τείχη επιχειρώντας να ελέγξει τα συναισθήματα των
ανθρώπων. Την ίδια τη ζωή τους. Έτσι ο τόπος δεν μπορεί να αποκτήσει αφηρημένα
ή δυστοπικά χαρακτηριστικά. Έχει ιστορικότητα. Οι ζωής των δύο νέων φωτίζονται
με τον εγκιβωτισμό τους στον τόπο. Το μυθιστόρημα λοιπόν γίνεται έτσι η σκηνή
για την εξιστόρηση του τόπου. Δεν είναι συμπληρωματικός ο ρόλος του. Οι ήρωες
και οι ηρωίδες του υφίστανται ακρωτηριασμό χωρίς αυτόν.
Το ίδιο θέμα αντιμετώπισα και σ' ένα άλλο μυθιστόρημά μου (Οι
τελευταίες πεντάρες, 2016). Ο τόπος επωμίζεται να δραματοποιήσει την ίδια την
ιστορία. Η Παργινόσκαλα, ο τόπος όπου 48 πολίτες της Πρέβεζας εκτελέστηκαν τον
Σεπτέμβριο του 1944, σε μια προεμφυλιακή σύγκρουση, έγινε το τοπόσημο του
τραύματος που χώρισε την πόλη και ταυτόχρονα προκάλεσε σιωπές.
Ο τόπος διατρέχει όλα τα πεζογραφήματά μου. Και δεν είναι
αποκλειστικά ο γενέθλιος τόπος της Ηπείρου. Είναι η Θράκη, η Αθήνα, η Θεσσαλία,
η Φιλαδέλφεια και το Κολόμπους των ΗΠΑ. Οι ήρωες έχουν τα πόδια τους στον τόπο
κι αυτό τους καθιστά γήινους και αφηγηματικούς εκπροσώπους ενός πολιτισμικού
ήθους, που είναι συνισταμένη αντιφατικοτήτων.
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Ο δικός μου θεός», Ταξιδευτής 2014
Άργησε να πάει στο γραφείο ,κόντευε μεσημέρι. Στο τηλέφωνο ήταν
η Μαίρη, «είδες τις εφημερίδες;» Δεν είχε όρεξη για τίποτε, ούτε τον αγαπημένο
του καφέ δεν ήπιε. Ο «Εθνικός Παλμός» ξεπέρασε κάθε προηγούμενο πρωτοσέλιδο.
«Τι εζητούσε ο Μουσουλμάνος δημοσιογράφος εις το διαμέρισμα της κυρίας
καθηγητρίας;» Αναρωτήθηκε πού είχε τις πληροφορίες, ανέφερε συγκεκριμένη ώρα για
την επίσκεψη. Ο νους του πήγε στη συνάντηση με τον ευτραφή κύριο που έβγαινε
από το ασανσέρ, δεν τον πρόσεξε τότε .Οι κύκλος έσφιγγε κι από τις δυο μεριές,
διαισθανόταν ότι τους ευχαριστούσε όλους το σφίξιμο του σκοινιού.
«Ίσως, το βόλεμα στο δικό σου τείχος είναι μια καλή επιλογή, όλα κυλάνε χωρίς
μπέρδεμα. Διαφορετικά, όλοι ορμάνε πάνω σου να σε κατασπαράξουν .Ο έρωτας που
όλοι υμνούν, που αναγνωρίζουν τη δύναμή του, φαίνεται ότι μπορεί να συγκινήσει
τους ανθρώπους, πέρα από θρησκεία και χρώμα, πέρα από τα τείχη, μόνο όταν
γίνεται λογοτεχνία, τέχνη. Αλλιώτικα, καταντάει να τρέφει την περιέργεια όσων
σταματάνε στα μανταλάκια των περιπτέρων, να συντροφεύει και να γεμίζει τις ώρες
στα πεζοδρόμια, τα καφενεία, τα σαλόνια».
Η καινούργια γραμματέας του τον ενημέρωσε ότι ο πρόξενος ήθελε να του μιλήσει,
«δεν είμαι για κανέναν στο γραφείο». Της μίλησε απότομα. Ξαναγύρισε στο
διαμέρισμα, δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν, τον απασχολούσε μόνο η Μαίρη και
το βραδινό τους ραντεβού.
Τον περίμενε στην εσοχή της πολυκατοικίας, «καταιγιστικές εξελίξεις», τα πρώτα
λόγια που του είπε. Ήταν χλομή . «Με κάλεσε ο Δήμαρχος στο γραφείο του. Ο
αρχηγός της αντιπολίτευσης στο Δημοτικό Συμβούλιο απειλεί να τον καταγγείλει
για υποστήριξη στην έρευνά μου .Μου εδήλωσε καθαρά ότι δεν μπορεί, πλέον, να
συνεχίσει την υποστήριξη της έρευνάς μου μετά τα τελευταία γεγονότα ,παρά το
γεγονός ότι συμφωνεί με τις ιδέες μου. Έχει εκλογές και οι ψήφοι των
Μουσουλμάνων θα κρίνουν το αποτέλεσμα, είναι αλήθεια πως ήταν ειλικρινής μαζί
μου, σχεδόν κυνικός».
Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021
Ευάγγελος Αυδίκος: «Ένιωσα σαν τον ακροβάτη, που επιχειρεί να ισορροπήσει στο συρματόσχοινο» Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα //
6/01/2021, 2:16 ΠΜ
✔ Ευάγγελος Αυδίκος: «Ένιωσα σαν τον ακροβάτη, που επιχειρεί να ισορροπήσει στο συρματόσχοινο»
Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα //
«Χωρίς δεύτερη σκέψη, το μυθιστόρημα “Οδός Οφθαλμιατρείου”. Δεν εντασσόταν σε ό,τι είχα γράψει ως τότε». Μας λέει για το βιβλίο του το οποίο γράφτηκε με τον πιο αλλόκοτο τρόπο ο Ευάγγελος Αυδίκος και βραβεύτηκε.
Η «Οδός Οφθαλμιατρείου» έλαβε επαξίως το βραβείο μυθιστορήματος the Athens prize for literature αποδεικνύοντας ότι το καινούργιο αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τα τιμαλφή από το παρελθόν:
«Χρειάστηκε πολύ διάβασμα όλου του έργου του Κρυστάλλη αλλά και ποιητικών και πεζογραφικών κειμένων που ασχολούνταν με ζητήματα παρόμοια και με τα οποία συνομιλώ στο μυθιστόρημα. Είχε μεγάλο ερευνητικό και αναγνωστικό κόπο», αποκαλύπτει ο συγγραφέας. «Πέρα απ’ αυτά, ένιωθα αμήχανα μπροστά στο υλικό μου. Πώς το χειρίζομαι; Μήπως βγει μια τυπική βιογραφία; Δεν ήταν στις προθέσεις μου να μιλήσω μόνο για τον Κρυστάλλη, να είναι ένα κείμενο λογοτεχνικής του αποκατάστασης. Αφετηρία μου ήταν η ενδιαφέρουσα προσωπικότητά του, η ίδια η ζωή του. Όλα αυτά επανέφεραν καίρια ζητήματα της λογοτεχνίας και του καιρού μας. Αυτή η απόπειρα βρισκόταν επί ξηρού ακμής. Ένιωσα σαν τον ακροβάτη, που επιχειρεί να ισορροπήσει στο συρματόσχοινο. Ήταν εύκολο να εκτραπεί η στόχευσή μου, να εξελιχθεί σε μια γλυκανάλατη ιστορία, ή να γίνει μια μελέτη φιλολογική. Ναι, είχα την αίσθηση της αβεβαιότητας για το εγχείρημά μου. Πάντα έχω τις αμφιβολίες μου γι’ αυτό που γράφω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έζησα με τον αφηγηματικό ίλιγγο.»
Και μας αποκαλύπτει τα γεμάτα συρτάρια του και το συγγραφικό του εργαστήρι: τελετουργίες, ήρωες, ιστορίες, αγάπες, εμμονές, όλα θα μας τα πει ο κύριος Αυδίκος.

Φωτογραφία : Μιχάλης Καραγιάννης/Eurokinissi
-Αγαπητέ κύριε Αυδίκο, υπάρχει τελετουργία γραφής [συγκεκριμένος χώρος, χρόνος, συνήθειες] ή παντού μπορείτε να γράψετε εσείς;
Η άποψή μου είναι, και λόγω της επιστημονικής σχέσης με τις τελετουργίες, ότι, ανεξάρτητα από τον χώρο, η γραφή έχει από μόνη της ενσωματωμένη την τελετουργοποίησή της, μιας και συνιστά μετάβαση σ’ έναν άλλον τόπο και χρόνο, όπως ορίζεται από την ιστορία, την αφηγηματική σύμβαση. Ουδείς/μία μπορεί να γράψει αν δεν μεταβεί στον τόπο και τον χρόνο αφήγησης, χωρίς αυτό ασφαλώς να οδηγεί σε μια ρομαντική αντίληψη για την έμπνευση και σε ρομαντικοποίηση της ίδιας της γραφής. Συνεπώς, οποιοσδήποτε τόπος που μπορεί να επιβάλλεται από διάφορες συνθήκες (βιοτικές, συνήθειες) εξελίσσεται σε αφορμή και λάκτισμα για τη μετάβαση στον αφηγηματικό τόπο.
Σε ό,τι με αφορά γράφω στο σπίτι μου. Μπορεί το μπλοκάκι που έχω στην τσάντα, ή σημειώσεις στο κινητό και το τάμπλετ, να χρησιμοποιούνται οπουδήποτε (στα μέσα συγκοινωνίας, στις παρέες, στο περπάτημα, σε οποιαδήποτε διαβάσματα) ως τόπος αποθήκευσης εμπειριών, βιωμάτων, εικόνων, αναμνήσεων, μορφολογικών χαρακτηριστικών προσώπων, λέξεων κρίσιμων για την οργάνωση της αφήγησης, όμως δεν γράφω σε οποιοδήποτε χώρο. Γράφω στο σπίτι μου, στον χώρο που εγκαθιστώ τον υπολογιστή μου, με τον οποίο με συνδέει μια καθημερινή σχέση από το 1987 κι εντεύθεν. Έγραφα σε οποιαδήποτε πόλη κατά καιρούς έζησα – στην Αλεξανδρούπολη, στον Βόλο, στο Χαλάνδρι και βεβαίως στη Σκαμνούλα, στην Πρέβεζα-, όπου πάντα επιστρέφω. Δεν γράφω ποτέ εκτός σπιτιού. Αυτοσυγκεντρώνομαι στον δικό μου, τον οικείο χώρο, που τον διαμορφώνω όπως με εξυπηρετεί, με πολλά βιβλία δίπλα μου που μπορεί να συνδράμουν την προσπάθειά μου, με τις σημειώσεις. Κάθε φορά η θέση μπροστά στον υπολογιστή συνοδεύεται από τον καφέ της παρέας, μέτριο ή εσπρέσο χωρίς ζάχαρη, που μπορεί να διαρκέσει δυο και τρεις ώρες. Η κίνησή μου προς το φλιτζάνι λειτουργεί σαν το ισοκράτημα στο πολυφωνικό τραγούδι. Ακούω τα πρώτα δέκα λεπτά ραδιόφωνο, μουσική, απαλή, με χαλαρώνει και με προετοιμάζει για τη γραφή. Αν πρόκειται για καινούριο κεφάλαιο ανοίγω φάκελο στον υπολογιστή με τον αριθμό του και στη συνέχεια κάνω έναν κατάλογο με πρόσωπα και τα βασικά τους γνωρίσματα, με λέξεις κλειδιά. Όλα αυτά με αποσπούν από το περιβάλλον του δωματίου, με μεταφέρουν στον αφηγηματικό χρονοτόπο.
-Για να ξεκινήσετε μια ιστορία, χρειάζεστε πλάνο, να ξέρετε και την αρχή και το τέλος της, ή αρκούν μια εικόνα ή η αρχική φράση;
Ζηλεύω αυτούς/ές που μπορούν να έχουν οργανώσει εκ των προτέρων την αφήγησή τους. Δεν ανήκω σ’ αυτή την κατηγορία. Μακάρι να μπορούσα να έχω εξ αρχής την αρχή και το τέλος. Ωστόσο, ο πλήρης προγραμματισμός μού στερεί τον αιφνιδιασμό της ίδιας της αφηγηματικής διαδικασίας. Έχω την άποψη ότι πλήρης προγραμματισμός και προαποφασισμένο τέλος είναι δύσκολο να γίνουν πράξη την ώρα που γράφεται ένα βιβλίο. Η ίδια η αφήγηση συνήθως αυτονομείται και επιβάλλει τις δικές της συνθήκες. Νιώθει ο συγγραφέας να τον σύρουν τα πρόσωπα του βιβλίου σε διαφορετική ρότα, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται. Κι αυτό μου συμβαίνει σε κάθε βιβλίο, σε κάθε ιστορία, ιδιαίτερα στα μυθιστορήματα που έχουν μπροστά τους μεγάλο αφηγηματικό δρόμο. Σημαντικό για μένα είναι οι λέξεις κλειδιά, γύρω από τις οποίες θα οργανωθεί η ιστορία. Και βεβαίως η εικόνα που μπορεί να γίνει τόπος αλλά και αφορμή για δράση. Χρειάζομαι το μαγικό κλειδί, για να ξεδιπλωθεί η ιστορία και γι’ αυτό δεν περιμένω την τυχαιότητα, να συναντήσω την έμπνευση. Δίνω μεγάλη βαρύτητα, ωστόσο, στη συνειρμικότητα, με άλλα λόγια στις λέξεις, τα πρόσωπα και τις εικόνες που θα προκαλέσουν προϋποθέσεις ευνοϊκές για την αφήγηση αλλά και για ξεστράτισμα από τον υποτυπώδη σχεδιασμό.
-Ποιο βιβλίο σας γράφτηκε με πιο παράξενο και αλλόκοτο τρόπο;
Χωρίς δεύτερη σκέψη, το μυθιστόρημα «Οδός Οφθαλμιατρείου». Δεν εντασσόταν σε ό,τι είχα γράψει ως τότε. Χρειάστηκε πολύ διάβασμα όλου του έργου του Κρυστάλλη αλλά και ποιητικών και πεζογραφικών κειμένων που ασχολούνταν με ζητήματα παρόμοια και με τα οποία συνομιλώ στο μυθιστόρημα. Είχε μεγάλο ερευνητικό και αναγνωστικό κόπο. Πέρα απ’ αυτά, ένιωθα αμήχανα μπροστά στο υλικό μου. Πώς το χειρίζομαι; Μήπως βγει μια τυπική βιογραφία; Δεν ήταν στις προθέσεις μου να μιλήσω μόνο για τον Κρυστάλλη, να είναι ένα κείμενο λογοτεχνικής του αποκατάστασης. Αφετηρία μου ήταν η ενδιαφέρουσα προσωπικότητά του, η ίδια η ζωή του. Όλα αυτά επανέφεραν καίρια ζητήματα της λογοτεχνίας και του καιρού μας. Αυτή η απόπειρα βρισκόταν επί ξηρού ακμής. Ένιωσα σαν τον ακροβάτη, που επιχειρεί να ισορροπήσει στο συρματόσχοινο. Ήταν εύκολο να εκτραπεί η στόχευσή μου, να εξελιχθεί σε μια γλυκανάλατη ιστορία, ή να γίνει μια μελέτη φιλολογική. Ναι, είχα την αίσθηση της αβεβαιότητας για το εγχείρημά μου. Πάντα έχω τις αμφιβολίες μου γι’ αυτό που γράφω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έζησα με τον αφηγηματικό ίλιγγο.

-Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Θέματα στα οποία επανέρχεστε, τεχνικές που χρησιμοποιείτε και ξαναχρησιμοποιείτε, γρίφους κι αινίγματα που προσπαθείτε μια ζωή γράφοντας να επιλύσετε;
Πώς θα μπορούσα να αποτελώ εξαίρεση; Όλοι έχουμε εμμονές, είναι αυτό που τρέφει τη γραφή. Κι εν τέλει είναι αυτές που διαμορφώνουν τη λογοτεχνική ιδιοπροσωπία του συγγραφέα. Οι τεχνικές προσδιορίζονται από το ίδιο το θέμα και την αφηγηματική στόχευση. Με ενδιαφέρουν οι πολυφωνικές αφηγήσεις, όπου συμμετέχουν τα πάντα: αρχεία, επιστολές, πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση, δεν είμαι ωστόσο δογματικά προσηλωμένος σε κάτι. Κι αυτό γιατί όλα υπηρετούν το θέμα. Τεχνικές και ιστορία συναντώνται σε μια δημιουργική γονιμοποίηση. Σε ό,τι αφορά τα αινίγματα, θεωρώ πως ο/η συγγραφέας δεν είναι ένας προφήτης ούτε καλείται να λύσει τα παγκόσμια ζητήματα. Μακάρι οι συγγραφείς να μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο. Όμως, εκείνο που μπορεί κάνει είναι να πάρει το χέρι του αναγνώστη/τριας και να το θέσουν μαζί επί τον τύπον των ήλων, εκείνων των θεμάτων που απασχολούν τους ανθρώπους. Με ενδιαφέρουν τα οντολογικά ζητήματα σαν τη βία, όπως και αν εκφράζεται, κι επομένως τα πάθη που συνταράσσουν τον άνθρωπο. Ένα άλλο θέμα είναι η μνήμη και ο τόπος, οι περίοδοι κρίσης και ό,τι τις συνοδεύει. Όμως, δεν έχω την αίσθηση πως γράφοντας μπορώ να προτείνω ή να δώσω λύσεις. Η λογοτεχνία αυτό που μπορεί να κάνει είναι να αναδείξει τα ζητήματα, να ευαισθητοποιήσει. Να συζητήσει.
-Τι πρέπει να έχει μια ιστορία για να γίνει ιστορία σας;
Πρωτίστως να μου προκαλέσει το ενδιαφέρον και να ανήκει στον κύκλο των αφηγηματικών μου εμμονών. Ωστόσο, αυτό είναι η αρχή, γιατί δεν είναι πάντοτε η ιστορία η αφετηρία για τη γραφή. Μπορεί η εκκίνηση να γίνεται από το θέμα που με απασχολεί, οπότε η ιστορία δημιουργείται εξ υπαρχής. Κάποια από τα βιβλία μου γράφτηκαν με αφορμή κάποια ιστορία, ενώ τα άλλα στηρίζονται σε πυρηνικές αντιλήψεις γύρω από τις οποίες φτιάχτηκαν τα πρόσωπα και συγκροτήθηκε η ιστορία. Και στις δυο περιπτώσεις το ερέθισμα είναι σημαντική αφορμή, όμως είναι έλασσον σε σχέση με το ίδιο το μυθιστόρημα που απομακρύνεται από την πρωτογενή ιστορία.
-Ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει ήρωάς σας ή ηρωίδα σας;
Έτσι κι αλλιώς οι ήρωες/ηρωίδες δεν είναι φωτογραφικά αντίτυπα. Ουδέποτε έχει συμβεί, ακόμη κι όταν υπήρξε ένας ήρωας, στο μυθιστόρημα μεταπλάθεται. Εντάσσεται και υπηρετεί τις ανάγκες του αφηγηματικού σύμπαντος, έχοντας, σε σχέση με το περιβάλλον αυτό, και τη δική του αυτονομία. Συνεπώς, ο ήρωας, η ηρωίδα στα μυθιστορήματά μου οφείλουν να υπηρετούν την τραγικότητα, τα αδιέξοδα, τα πάθη. Υπ’ αυτή την έννοια, δεν έχει σημασία η κοινωνική του θέση ούτε η λαμπρή και ακτινοβόλα προσωπικότητά του. Είναι ήρωες που έχουν μια θέση αλληλεπίδρασης, με αδυναμίες. Δεν με ενδιαφέρουν οι υπερήρωες και ούτε στόχος μου είναι να δημιουργήσω μισητά πρόσωπα, για αφηγηματική εκτόνωση. Τρέφω τρυφερότητα και για εκείνους που δεν κερδίζουν τη δημοφιλία.

-Ποιος ήρωας ή ποια ηρωίδα σας έφτασαν ως εσάς με τον πιο αλλόκοτο τρόπο;
Θυμάμαι τη Μίκα στο μυθιστόρημά μου «Η σκιά της Μίκας», που ασχολείται με τη μετανάστευση στην Αμερική. Ήταν μια μετανάστρια στο Μεσοπόλεμο στην Αμερική. Κανείς δεν ήξερε από πού μετακινήθηκε. Ουδείς γνώριζε περισσότερα στοιχεία. Το βέβαιο ήταν πως δεν ζούσε, όταν έμαθα γι’ αυτήν, στην Αμερική. Η ιστορία έφτασε σ’ εμένα από έναν Έλληνα, που ασχολήθηκε με τον εντοπισμό απογόνων της, ώστε να μην δεσμευτούν οι μετοχές που είχε αγοράσει πριν από το μεγάλο κραχ του 1929 και οι οποίες απέκτησαν βαρύτητα στα τέλη του 20ου αιώνα. Συνεπώς, είχα απέναντί μου μια σκιά, η οποία απέκτησε όνομα, αφηγηματική υπόσταση και μέσω αυτής ετέθησαν όλα τα ζητήματα.
-Το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε και σας εντυπωσίασε;
Θα μπορούσα να επινοήσω κάποιο βαρύγδουπο. Όμως, θα είμαι κοινότυπος. Ήταν ο μικρός ήρωας, δεν είναι ακριβώς βιβλίο. Αυτό που με εντυπωσίασε την ίδια εποχή ήταν «Τα κατά συνθήκην ψεύδη». Έμαθα πως, κόντρα σε όσα μου έλεγαν περί αληθείας, υπάρχουν στη ζωή μας και τα ψέματα. Αυτό με έφερε κοντά στη μυθοπλασία.
-Υπάρχει βιβλίο που μπορείτε να πείτε ότι σας άλλαξε τη ζωή ή βιβλίο στο οποίο συχνά επιστρέφετε;
Δεν ξέρω αν μου άλλαξε τη ζωή. Ασφαλώς μου άνοιξε τους ορίζοντες. Ήταν τα διηγήματα του Βιζυηνού, που τα γνώρισα στα σχολικά αναγνωστικά λειτουργώντας ως ερέθισμα για να αναζητήσω τα υπόλοιπα στο μικρό πρακτορείο εφημερίδων του Τσουτσάνη στην Πρέβεζα. Με εντυπωσίασε ο τρόπος της αφήγησης που έριξε ρίζες μέσα μου. Ήταν μια σπουδή στην τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ταξίδεψα μαζί του στα μέρη του κι όταν αξιώθηκα να ταξιδέψω στη Βιζύη, τη γενέτειρά του, ήταν σαν να εκπληρώθηκε ένα όνειρό μου.
-Αγαπημένοι σας συγγραφείς και ποιητές;
Από τους πεζογράφους οι Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Θεοτόκης, Μητσάκης, Καραγάτσης, Δημήτρης Χατζής, Στρατής Τσίρκας, Γιώργος Ιωάννου, ο Μπαλζάκ, ο Τόμας Μαν, ο Ντοστογιέφσκι. Από τους ποιητές ο Σολωμός, ο Κρυστάλλης και ο Παλαμάς, ο Καρυωτάκης, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος κι ο Ελύτης, ο Χρήστος Μπράβος και ο Θανάσης Τζούλης.
-Κατά την διαδικασία της συγγραφής, ακούτε μουσική, έχετε ανάγκη από απόλυτη σιωπή, διαβάζετε άλλα βιβλία ή ποιητές, καταφεύγετε σε εικαστικά έργα;
Η μουσική συνοδεύει πάντα τη συγγραφή, η ένταση εξαρτάται από τις συνθήκες. Όταν επιχειρείται η οργάνωση της αφήγησης έχω ανάγκη από πλήρη αυτοσυγκέντρωση. Μόλις αρχίσει το γράψιμο, με ηρεμεί η μουσική blues/Jazz, ιδίως τα ιερά τέρατα σαν την Μπίλι Χόλιντεϊ, την Αρίθα Φράνκλιν και την Πάττι Σμίθ. Φροντίζω να μην είμαι απομονωμένος, να διαβάζω ποίηση, ιδίως σύγχρονους ποιητές και ποιήτριες, υπάρχουν καλές φωνές, η σύγκριση με το παρελθόν τους αδικεί. Διαβάζω πεζογραφία ή να παρακολουθώ την καλλιτεχνική δραστηριότητα. Δεν πιστεύω στην πλήρη απομόνωση από ό,τι λέγεται και γράφεται.
-Να αναφερθούμε σε εκείνο που γράφετε σήμερα;
Βρίσκομαι στο τελευταίο στάδιο της γραφής ενός νέου μυθιστορήματος. Επιχειρώ να επιστρέψω, με διαφορετικούς όρους, σε όσα έχω γράψει. Ο προβληματισμός μου είναι αν τα μυθιστορήματα κλείνουν ερμητικά με το τέλος τους. Και δεν αναφέρομαι σε τριλογίες που ακολουθούν κάποια οικογενειακή ή άλλη ιστορία σε βάθος ιστορικού χρόνου και γενιών. Πώς μπορεί να ανοίξουν τα παλιά μυθιστορήματα ενός συγγραφέα και να συναντηθούν οι ήρωες και οι ηρωίδες, που μπορεί να κινούνται σε διαφορετικό περιβάλλον; Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο.
-Μια φωτό σας στο γραφείο ή και άλλες φωτό γραφείου σας [αγαπημένα ή απαραίτητα αντικείμενα, άλλα που για σας αποτελούν γούρι ή έμπνευση]
Με περιστοιχίζουν οι δυο Φωτεινές μου, η γιαγιά και η εγγονή. Με ηρεμεί η ματιά τους. Είναι και οι φωτογραφίες των γονιών μου. Οφειλή στην παρότρυνση να μάθω γράμματα, μόλο που αυτοί ήταν αγράμματοι και ολιγογράμματοι. Είχαν όμως μεγάλη καρδιά και ισχυρή διαίσθηση. Δίπλα μου είναι και οι πέτρες μου, οι ταπεινές μου πέτρες που τις μαζεύω όπου κι αν πηγαίνω. Είναι η γεωγραφία των μετακινήσεών μου αλλά και η υπόμνηση να δίνω φωνή και σ’ αυτούς που δεν έχουν.

Ευάγγελος Αυδίκος
Κυριακή 10 Μαρτίου 2019
Οι Συγγραφείς Αποκαλύπτουν… Τα Μυστικά Τους Στον Ε. Ιντζέμπελη, Εφημερίδα ΗΧΩ ΤΗς ΑΡΤΑΣ, 8 Μαρτίου 2019
Βαγγέλης Αυδίκος
Είναι δύο οι κατηγορίες των βιβλίων μου. Από τη μια μεριά γράφω επιστημονικά βιβλία. Πρόκειται για μελέτες που σχετίζονται με τα ερευνητικά και διδακτικά μου καθήκοντα. Έχω γράψει είκοσι βιβλία για το παραμύθι, τις τελετουργίες, τα αστικά φαινόμενα , το υπερφυσικό και τις τελετουργίες, τα γραφεία συνοικεσίων και γενικότερα για τις πολιτισμικές ταυτότητες. Ιδιαιτέρως με απασχολούν τα ζητήματα μετάβασης των κοινωνιών και της αλλαγής στις πολιτισμικές συμπεριφορές.
Από την άλλη γράφω βιβλία λογοτεχνίας. Πρωτίστως μυθιστορήματα(πέντε τον αριθμό) και μια συλλογή διηγημάτων, με την οποία ξεκίνησε η περιπέτειά μου στη λογοτεχνική γραφή. Ακόμη, δημοσιεύονται κατά καιρούς διηγήματά μου σε λογοτεχνικά περιοδικά(π.χ. Μανδραγόρας).
Δεν μπορώ να ισχυριστώ πως συνάντησα δυσκολίες στην έκδοσή του. Οι εκδόσεις «Εστία» το συμπεριέλαβαν αμέσως στο πρόγραμμά τους. Με ταλαιπώρησε όμως η γραφή του, μια και δεν επιθυμούσα να είναι μια μυθιστορηματική βιογραφία. Οι αναγνώστες/στριες είναι οι τελικοί κριτές.
Γεννήθηκε στην Πρέβεζα, με καταγωγή από το Συρράκο. Είναι ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και έχει γράψει έξι λογοτεχνικά βιβλία. : Το βλέμμα στον τοίχο με τη μαντανία, διηγήματα, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001, Ο δικός μου θεός, μυθιστόρημα, Ταξιδευτής, Αθήνα 2004, Η κίτρινη ομπρέλα, Μεταίχμιο, μυθιστόρημα, Αθήνα 2007(ήταν στη μικρή λίστα του περιοδικού Διαβάζω για το βραβείο μυθιστορήματος του 2008), Η σκιά της Μίκας, μυθιστόρημα, Ταξιδευτής , Αθήνα 2013 και Οδός Οφθαλμιατρείου , Εστία 2019-υπό έκδοση.
Πέραν του λογοτεχνικού έργου , έχει γράψει είκοσι επιστημονικά βιβλία, ενώ συνεργάζεται εβδομαδιαία με την Εφημερίδα των Συντακτών


