Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία/Μίκα/παρουσιάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία/Μίκα/παρουσιάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Τα Σεπτεμβριανά της Σμύρνης

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 1955. Πέρασαν εξήντα χρόνια από τον Σεπτέμβριο του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, στις 6 εκείνου του μήνα που σήμανε την ταφόπλακα των Ρωμιών στην Πόλη. Τα καταστήματα λεηλατήθηκαν, σπίτια καταστράφηκαν και κάηκαν, τάφοι συλήθηκαν, εκκκλησίες έμειναν κουβάρια, άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, το μίσος φώλιασε ανάμεσα στους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους. Η προπαγάνδα για την ευθύνη των Ελλήνων για την πυρκαγιά που ξέσπασε στο σπίρτι του Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη χρησιμοποιήθηκε, αν δεν οργανώθηκε, για να συρρικνώσει τον ελληνισμό της Πόλης. Από τότε οι Ρωμιοί φυλορρόησαν. Γνωστά είναι τα Σεπτεμβριανά της Κωνσταντινούπολης. Στο κείμενο παραθέτω ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου "Η Σκιά της Μίκας", που αναφέρεται στα Σεπτεμβριανά της Σμύρνης. Η λογοτεχνική απόδοση αντλεί από τις εμπειρίες του Γιώργου Παπαλιού, με καταγωγή από τη Χίο, γεννημένου στη Σμύρνη, με τον οποίο είχα πολλές συζητήσεις στο Κολόμπους του Οχάιο. Του αφιερώνω αυτή την ανάρτηση
Τα Σεπτεμβριανά της Σμύρνης
Ουδέποτε μίλησα για τον δικό μου Σεπτέμβρη, ούτε στη διάρκεια της συζήτησης αναφέρθηκα στους ‘λύκους’ που εγώ συνάντησα. Την ώρα του διαλόγου βγήκα έξω, αφού ζήτησα τσιγάρο από τη γυναίκα μου Νάντια. Χρειαζόμουν καθαρό αέρα να διώξω τους πυρσούς που έρχονταν από την παραλία της Σμύρνης. Βρισκόμουν στο στενό μπαλκόνι του σπιτιού. Στο ισόγειο έμενε η σπιτονοικοκυρά, η Αρζού, μια ταλαιπωρημένη Τουρκάλα, απροσδιορίστου ηλικίας, που είχε διπλώσει το κορμί της σε κεφαλαίο γάμα. Ο καιρός ήταν γλυκός, δροσερός, με ένα ελαφρό αεράκι που ερχόταν από το λιμάνι. Ο πατέρας μου μόλις είχε επιστρέψει από το μπακάλικο κι έπινε το ρακί του στο μπαλκόνι, ενώ οι δυο γυναίκες, μάνα και αδερφή κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερη, καθάριζαν τη φακή. Ήμουν τότε πέντε χρονών, ‘μπαμπά μπαμπά κωλοφωτιές, πολλές κωλοφωτιές’, φώναζα ενώ ταυτόχρονα σκουντούσα τον ώμο του πατέρα μου. Αυτός σήκωσε το κεφάλι του έτοιμος να με μαλώσει, όμως τα μάτια του γούρλωσαν. ‘Ε, μπαμπά, να πάμε κάτω να πιάσουμε μερικές’, η επιμονή μου δεν τον εκνεύρισε όπως θα συνέβαινε άλλες φωνές. Σήκωσα το κεφάλι μου προς τα πάνω και δεν πρόκειται να ξεχάσω το πρόσωπό του, είχε πετρώσει. Σα να μην είχε ζωή.
Αμίλητος και βιαστικά μας έσπρωξε στο εσωτερικό του σπιτιού, ‘τι έπαθες, χριστιανέ μου;’ δυσανασχέτησε η μητέρα μου. Σήκωσε το χέρι του κι έδειξε το δρομάκι που έστριβε από το λιμάνι κι ανέβαινε ως το σπίτι μας, ‘Παναγία μου’, πρόλαβε να πει η μάνα μου. Δυσκολευόταν να καταπιεί το σάλιο της. Οι κωλοφωτιές είχαν γίνει τώρα αναμμένα στουπιά στερεωμένα σε ξύλα που τα κρατούσαν αγριεμένα ανδρικά πρόσωπα. ‘Θάνατος στους απίστους, θάνατος στους Γκιαούρηδες’. Η κραυγή χτυπούσε στους τοίχους του στενού και η δύναμή του πολλαπλασιάστηκε τόσο πολύ που τράνταξε το τζάμι του δωματίου.
‘Κωνσταντή, πάρε την οικογένεια και φύγετε από τη στέγη’. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως αυτό το λιπόσαρκο κορμί έκρυβε τόση δύναμη. Κατέβηκε κάτω στην πόρτα και ίσιωσε το κορμί της, για πρώτη και τελευταία φορά την είδα να στέκεται όρθια νικώντας την ανημπόρια του σώματος. Από ένα φεγγίτη σκαρφαλώσαμε στη στέγη και από κει στο διπλανό σπίτι. Πριν όμως συνεχίσουμε στάθηκα για λίγο κι είδα την Αρζού στο κατώφλι του σπιτιού της να βρίζει τους εξαγριωμένους διαδηλωτές, ‘δεν είναι κανείς εδώ, φύγετε, πάτε σπίτια σας. Όχι, δεν θα μπείτε μέσα, θα περάσετε πάνω από το πτώμα μιας Τουρκάλας πρώτα’. Ο πατέρας μου με τραβούσε από τον καρπό του δεξιού μου χεριού. Τότε είδα την Εσέν, μια γειτόνισσα, με σπίτι απέναντι από το δικό μας. Είχε βγει στο μπαλκόνι και τα μάτια της μού φάνηκαν γυάλινα. Φώναζε προς τον επικεφαλής των διαδηλωτών, αυτός την άκουσε και για μερικά λεπτά επικράτησε νεκρική ησυχία. Πριν προλάβει να πει οτιδήποτε ή να φανερώσει τη δραπέτευσή μας, ένα χέρι βγήκε από την τζαμαρία και την τράβηξε με δύναμη στο εσωτερικό του σπιτιού».

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014


Κώστας Τραχανάς, Η σκιά της Μίκας» Β.Αυδίκος Εκδόσεις Ταξιδευτής 2013 σελ.267 , ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΜΑΧΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ


Ο Κοσμάς Τρίκαρδος, απόφοιτος κλασσικών σπουδών ,που ανήκει στη νεώτερη γενιά των μεταναστών στην Αμερική, αναζητεί μέσω της εταιρείας «Επενδύσεις στο μέλλον», μια ελληνίδα ιδιοκτήτρια μετοχών. Οι μετοχές  είχαν αγοραστεί το 1927 από την Μίκα και σήμερα έχουν μεγάλη αξία.
Το μόνο που γνωρίζει ο Κοσμάς είναι το όνομα της : Μικαέλα (Μίκα) Τσεκουρίδου και την χρονιά θανάτου : 1968. Επειδή δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία , ξεκινάει να βρει τον τάφο της στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης…
Η υπόθεση του βιβλίου επικεντρώνεται στην αναζήτηση της σκιάς της Μίκας Τσεκουρίδου, της μετανάστριας ,που καταφεύγει στην Αμερική μετά την καταστροφή της Σμύρνης.
Ο Κοσμάς Τρίκαρδος  θέλει να βρει μια άκρη ,ακολουθεί τα ίχνη της Μίκας, όμως η ίδια γλιστράει σαν το νερό μέσα από τα δάχτυλά του.
Την γνωρίζει πλέον την Μίκα μέσα από τις αφηγήσεις των άλλων και θέλει να ανακαλύψει τους κληρονόμους της, ώστε να διεκδικήσουν τα χρήματα από τις μετοχές της.
Ο Κοσμάς δεν ξέρει που κινήθηκε η Μίκα, αν παντρεύτηκε, αν άφησε απογόνους.
Η Μίκα μπαίνει απρόσκλητα στη ζωή του Τρίκαρδου , επηρεάζει τις αποφάσεις και τη συμπεριφορά του, αιχμαλωτίζει το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής του δραστηριότητας.
Η αποστολή που ανέλαβε ο Κοσμάς, του δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσει όλη τη ζωή της Μίκας: τον μεγάλο της έρωτα, τις ελπίδες, τις απογοητεύσεις, την αφοσίωση στον γιό της Πάτρικ, τους φόβους της , τον μεγάλο πόνο όταν εξαφανίστηκε, τη μοναξιά της.
Με την έρευνά του αυτή ο Κοσμάς Τρίκαρδος φέρνει στην επιφάνεια πλευρές της ιστορίας των ελληνοαμερικανών, τους Έλληνες μετανάστες και  πρόσφυγες ,που αναζητούν μια καλύτερη ζωή σε ένα νέο τόπο, τα διλήμματα των μεταναστών του μεσοπολέμου, το δράμα των Ελλήνων μεταναστών, την οικοδόμηση της πολιτιστικής τους  ταυτότητας, την Αστόρια,  το μουσείο του σταθμού υποδοχής των μεταναστών του νησιού Έλλις Άιλαντ ,τον Ελληνικό Εμφύλιο πόλεμο , τις υιοθεσίες στις ΗΠΑ, τον χαλασμό της Σμύρνης, την απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία κ.α.
Η Μίκα Τσεκουρίδου αναδύεται τμηματικά μέσα από τις έρευνες του Κοσμά Τρίκαρδου…

Με τρόπο ρεαλιστικό και ψυχογραφικό , μέσα από ένα πρίσμα κοινωνικής –πολιτιστικής κριτικής και με καυστικότατο χιούμορ, ο Βαγγέλης Αυδίκος αγγίζει την ψυχή του αναγνώστη αφηγούμενος τη σύντομη ιστορία ενός απόκληρου ανθρώπου, που στέκεται όμως στα πόδια του δίχως να δειλιάζει και που κάμπτεται μόνο μπροστά στον θάνατο.
Το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Αυδίκου επικεντρώνεται στον αγώνα για την επιβίωση στην ξενιτιά και  στη θέση της γυναίκας τα πέτρινα εκείνα χρόνια της πρώτης ελληνικής μετανάστευσης στην Αμερική.
Το βιβλίο αυτό σου ανοίγει διαδρόμους στον χρόνο, στους οποίους μπορείς να βαδίσεις και να ανακαλύψεις τον εαυτό σου
Πρόκειται για ένα συγκινητικό μυθιστόρημα .Διαβάστε το.

Ο Βαγγέλης Αυδίκος γεννήθηκε στην Πρέβεζα , με καταγωγή από το Συρράκο. Είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας .Άλλα έργα του είναι «Το βλέμμα στον τοίχο με την μαντανία», «Ο δικός μου θεός», «Η κίτρινη ομπρέλα» .Πέραν του λογοτεχνικού έργου, έχει γράψει πολλές επιστημονικές μελέτες.

Μαρία Σιώζου, Βαγγέλη Αυδίκου, H σκιά της Μίκας, βιβλιοπαρουσίαση στην Άρτα, 'Μακρυγιάννης', 5 Δεκεμβρίου 2014


Η ιστορία εκτυλίσσεται στη σύγχρονη Αμερική λίγα χρόνια μετά το χτύπημα των Δίδυμων Πύργων.Ο τίτλος δηλώνει την ύπαρξη ενός προσώπου που θα λειτουργήσει ως κέντρο των αναφορών όλων των άλλων προσώπων που κινούνται  στο  μυθιστόρημα. Η Μίκα τίθεται στο όραμα του αναγνώστη εξ αρχής έστω και ως σκιά που σηματοδοτεί έτσι και μια αναζήτηση ή ένα κυνήγι της σκιάς , όπως λέμε.  Ποιος μιλάει; Ποιος είναι  ο αφηγητής της ιστορίας και  με ποιους τρόπους εμπλέκεται στην αφηγούμενη ιστορία; Ο αφηγητής της ιστορίας μας είναι ο Κοσμάς Τρίκαρδος.  Έλληνας, με  σπουδές στην Αμερική, μετανάστης πρώτης γενιάς ,παντρεμένος με Αμερικανο-πολωνή.Τον πρωτοσυναντούμε έξω από το κοιμητήριο του Μπρόνξ .Ψάχνει να βρει τον τάφο της Μικαέλας Τσεκουρίδου, της Μίκας ,επίσης Ελληνίδας από τη Σμύρνη η οποία αμέσως  μετά τη Μικρασιατική  καταστροφή ακολουθεί το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Αμερική με πρώτο σταθμό τη Ν. Υόρκη.  Η Μίκα και ο Κοσμάς.Τους χωρίζει μισός αιώνας .Τους ενώνουν οι μετοχές που είχε αγοράσει η Μίκα το 1927,  μετοχές μιας εταιρείας σιδηροκατασκευών .Η εταιρεία χρεοκόπησε το 1929 στο μεγάλο κραχ και έτσι η Μίκα δεν κέρδισε ποτέ από την επένδυσή της. Πέθανε φτωχή. Αυτό είναι το παρελθόν. Στο παρόν   οι μετοχές έχουν αποκτήσει μεγάλη αξία. «Ολόκληρη περιουσία !»Η Μίκα, όμως, δε ζει. Aπαιτείται να βρεθούν οι κληρονόμοι της Μίκας, αλλιώς το μέρισμα των μετοχών θα μεταβιβαστεί στην οικονομική υπηρεσία του Μπρονξ. Την αναζήτηση των κληρονόμων της  Μίκας αναλαμβάνει για την εταιρεία επενδύσεων, στην οποία μόλις προσελήφθη ο Κοσμάς Τρίκαρδος, ο αφηγητής μας.

 Παρόλο που το κίνητρο του Κοσμά είναι στη βάση του οικονομικό ( η  επιτυχής  εύρεση των κληρονόμων θα αποτιμηθεί σε  αξιόλογα οικονομικά οφέλη που θα μεταβάλουν εξαιρετικά τη ζωή του Κοσμά και της οικογένειάς του) και παρόλο που οικονομικό, πρωτίστως ,είναι το κίνητρο κάθε μετανάστευσης, από μόνο του αυτό δε θα ήταν αρκετό για να εκπληρώσει το μυθιστορηματικό όραμα του Βαγγέλη Αυδίκου. Ο Κοσμάς βρίσκεται διαρκώς στη σκιά της και όπως γνωρίζετε οι σκιές δεν πιάνονται.«Η Μίκα είναι σαν τις γοργόνες στις ιστορίες που ιστορούσε στον Ιρλανδό παππού.Συναντώ τα ίχνη της, η ίδια πουθενά.Τη γνωρίζω από τις αφηγήσεις των άλλων, σαν το μύθο για τη γοργόνα που ήταν ακριβοθώρητη στους πολλούς», σκέφτεται ο Κοσμάς.
Η αναζήτηση της Μίκας από τον Κοσμά περνά μέσα από τις λεωφόρους της Ν.Υόρκης ,ακολουθεί τις συνεχείς μετακινήσεις του Κοσμά από το Μπρόνξ ,στην Αστόρια και το Έλλις Άιλαντ ως το Κολόμπους του Οχάιο, αλλά και τη Φιλαδέλφεια, όπου βρίσκεται η οικογενειακή εστία του Κοσμά. Ένα ψηφιδωτό ιστοριών τοποθετημένων στο ίδιο επίπεδο με την ιστορία της Μίκας, η οποία συντίθεται έτσι και σκιαγραφείται  από τις βιωμένες ιστορίες των άλλων μεταναστών με τους οποίους εκείνη είχε συνδέσει τη ζωή της στην Αμερική, είτε άμεσα είτε έμμεσα.
Η Μίκα…..
 , καλλιεργημένη, ευαίσθητη, αγωνίστρια περήφανη σε όλη της τη ζωή, ερωτεύεται , εργάζεται σκληρά, είναι μητέρα στοργική , ωραία ως Ελληνίδα. Ηρωίδα με θετικό πρόσημο , πρόσφορη για υγιή ταύτιση με κάθε μεταναστευτικό βίωμα .Πρότυπο ανθρώπου.Μόνο θετικές εικόνες έχουν από εκείνη όσοι τη γνώρισαν. Κομβικό πρόσωπο στη ζωή της και μεγάλος της έρωτας ο Πάτρικ, Ιρλανδός, που σκοτώθηκε σε στρατιωτική επιχείρηση( στην απόβαση της Νορμανδίας). Η Ιρλανδική, λοιπόν, κοινότητα στο Κολόμπους αποδεικνύεται πλούσια πηγή πληροφοριών για τη ζωή της Μίκας. Συνδετικός κρίκος μεταξύ του Κοσμά και της ιρλανδικής κοινότητας ο Ηλίας, πλοηγός του Κοσμά και στην διερεύνηση της ελληνικής κοινότητας στο Κολόμπους, καθηγητής  του Πανεπιστημίου, ειδικευμένος στα θέματα της μετανάστευσης των Ελλήνων, Σμυρνιός και ο ίδιος. «Η δική της Σμύρνη και η δική μου απέχουν μόνο τριάντα χρόνια. Εκεί που η Μίκα είδε τη ζωή της να γκρεμίζεται εγώ έζησα ανέμελα παιδικά χρόνια» μονολογεί ο Ηλίας. Το ενδιαφέρον του για τους έλληνες μετανάστες θα βοηθήσει αποτελεσματικά τον Κοσμά.
Έτσι ,  ενώ ο Κοσμάς αναζητεί τα ίχνη της Μίκας και ο αναγνώστης συνθέτει το ψηφιδωτό της μορφής και της ζωής της , ταυτόχρονα και αθόρυβα όπως κινούνται οι σκιές , σκιαγραφείται και ο ίδιος ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο Κοσμάς. Ποιον πραγματικά  αναζητεί ο Κοσμάς όσο ακολουθεί τα ίχνη της Μίκας στην Αμερική ; Τον εαυτό του. Όπως κάθε ταξίδι έτσι και το ταξίδι της αναζήτησης της Μίκας είναι για τον Κοσμά μια διαδικασία αυτογνωσίας, αυτοπροσδιορισμού και κυρίως μεταμόρφωσης/της  δικής του μεταμόρφωσης. Παράλληλα και ταυτοχρόνως με τα ίχνη της Μίκας ο Κοσμάς διερευνά  τα ίχνη  της δικής του μεταναστευτικής πορείας στην Αμερική.
Ο Κοσμάς,
 εγκλωβίζεται συναισθηματικά στην αναζήτηση  της Μίκας καθώς την χρησιμοποιεί ως όχημα διαφυγής από τη δική του καθημερινότητα που μάλλον δεν τον γεμίζει. Σ΄ αυτή τη ρωγμή εμφιλοχωρεί η ερωτική του σχέση με τη Μάργκαρετ , συνεργάτιδά του στην εταιρεία και σημαντική συμπαραστάτη στο πρότζεκτ του Κοσμά, θέσει και φύσει. Θέσει, γιατί ως αμερικανίδα κοινωνιολόγος  γνωρίζει τους τόπους και τα πρόσωπα κλειδιά, ώστε να βοηθήσει τον Κοσμά. Εκείνη τον παρέπεμψε στον Ηλία. Φύσει, καθώς η προφανώς ελκυστική εμφάνισή της δικαιολογεί μια ευρύτητα κοινωνικών επαφών, πολύ χρήσιμη ως πηγή πληροφοριών για τον Κοσμά, παράλληλα με την ψυχολογική στήριξη που του παρέχει σε κάθε στιγμή δειλίας του. Η Μάργκαρετ είναι η καλή μάγισσα του Κοσμά, βοηθός στην αναζήτηση της Μίκας ,βοηθός στην αναζήτηση του εαυτού του ,κομμάτι του νέου εαυτού του όπως διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της διπλής αυτής αναζήτησης.Όμως, όσο πιο πολύ προσεγγίζει τη Μίκα ο Κοσμάς, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την ως τότε δομή της ζωής του. Η Μίκα και η Μάργκαρετ από τη μία πλευρά  , η σύζυγός του, Μαρία Τερέζα  από την άλλη. Τρεις γυναίκες .Γι’ αυτό, ίσως, Τρίκαρδος;
Πόσο ευτυχισμένη ζωή έζησε η Μίκα; Πόσο ευτυχισμένη είναι η  ζωή του Κοσμά στην Αμερική  δίπλα στην  Αμερικανο –πολωνή σύζυγό του , όταν τα παιδιά του μιλούν πια μόνο Αγγλικά και οι επαγγελματικές υποχρεώσεις του ίδιου, τον κρατούν ώρες μακριά τους; Υπάρχει ευτυχία μακριά από τις πατρογονικές εστίες ή μήπως μόνο επαγγελματική επιτυχία και κοινωνική κατοχύρωση ;Αλλά και αυτό, λίγο είναι;
Όταν η γενέτειρα σε πληγώνει, το ανθρωποκεντρικό αίσθημα της αυτοσυντήρησης, δεν σε ωθεί σε νέες εστίες; Θα καταφέρεις ποτέ να πεισθείς πως έκανες την καλύτερη επιλογή ή θα βρίσκεσαι πάντα σε ένα μεταίχμιο και θα συγκρίνεις κάθε εκδήλωση ή έκφραση της ζωής σου, εδώ, στην Αμερική, ή όπου αλλού,  με το, εκεί, στην Ελλάδα , στην Πρέβεζα ,στο Συρράκο , στη Σμύρνη, ή όπου αλλού; Σε ένα κομβικό σημείο της ιστορίας ο Κοσμάς  προκειμένου να φωτίσει την έρευνά του , αποφασίζει να παρακολουθήσει τη θεία λειτουργία της Κυριακής, στην εκκλησία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Κολόμπους, όπου συνάντησε  ακμάζουσα ελληνική κοινότητα . Στο κεφάλαιο αυτό ο καθηγητής λαογραφίας- συγγραφέας  Βαγγέλης Αυδίκος με την οξυδέρκειά  του οξυμμένη και ενισχυμένη από την επιστημονική κατάρτιση του λαογράφου, μάς δίνει πολύτιμες σελίδες με ενδιαφέρον  υλικό για τους Ελληνοαμερικανούς. «Θα περίμενες να βρεις μια άλλη Ελλάδα εδώ , έτσι δεν είναι;» ρωτά τον Κοσμά ο Ηλίας. «Δεν ξέρω αν είναι αμαρτωλή η σκέψη μου αλλά κάτι με ξενίζει.Όλα είναι οργανωμένα άψογα ,όμως κάτι λείπει που δε νοστιμίζει τη συνταγή.» απαντά ο Κοσμάς που κάτι δεν τον πείθει στο άκουσμα των ύμνων της θείας λειτουργίας στα Αγγλικά. Εύστοχα  επισημαίνει ο συνομιλητής του πως «το τζετ λαγκ του Κοσμά διαρκεί ακόμη, παρόλο που έχει αρκετά χρόνια στην Αμερική»
Αφήγηση και επικαιρικότητα
Η αρχή της αφήγησης ταυτίζεται με την αναζήτηση ενός τάφου που όσο παράδοξο κι αν ακούγεται θα δώσει πληροφορίες για τη ζωή.Πρόκειται για μια οξεία και μακάβρια αντίθεση, αλλά το βεβαιώνουν οι αρχαιολόγοι που χαίρονται όταν ανασκάπτουν τάφους γιατί από αυτούς αντλούν πολλές πληροφορίες για τη ζωή. ( συμπτωματικά έχει μια επικαιρικότητα αυτή η παρατήρηση λόγω της Αμφίπολης) . Ακόμη στην πρώτη ένδειξη ότι βρίσκεται στη σκιά της Μίκας, ο Κοσμάς κρατάει στα χέρια του  ένα χειρόγραφο σημείωμα της Μίκας το οποία ανακάλυψε στα αρχεία μιας  υπηρεσίας στο Έλλις Island. Εδώ ανοίγει πάλι μια ωραία και επίκαιρη συζήτηση για την αξία των αρχείων και για τη σημασία που έχουν για τον ερευνητή εντός και εκτός οποιασδήποτε μυθοπλασίας.
Επίλογος
Το αφήγημα έχει δομή αστυνομικού μυθιστορήματος  με τον ομοδιηγητικό αφηγητή να γνωρίζει κάθε φορά λιγότερα από τα διάφορα πρόσωπα που συναντά και να βρίσκεται πάντα ένα βήμα πριν την εύρεση των κληρονόμων της Μίκας. Το θρίλερ εξελίσσεται, η αγωνία συντηρείται με επιβραδύνσεις χάρη στις ενδιαφέρουσες ιστορίες που παρεμβάλλονται και  τροφοδοτείται τακτικά, με συνεχείς ανατροπές και  απροσδόκητες εξελίξεις μέχρι την τελευταία σελίδα. Ένα πολυπρόσωπο αφήγημα από το οποίο περνά  ο κύκλος της ζωής των μεταναστών σε διαφορετικές χρονικές, ιστορικές συνθήκες , με όρους ρεαλιστικούς ,με προüποθέσεις αληθοφάνειας και πειστικότητας, μυθιστόρημα πόλης ,σύγχρονο , επιβεβαιώνει μια αγαπημένη φράση των Αμερικανών και ταυτόχρονα βασικό συστατικό του τρόπου ζωής τους, όχι μόνο της δικής τους, αλλά και του καθενός από εμάς: anything goes, δηλαδή όλα είναι δυνατόν να συμβούν, στα μυθιστορήματα, όπως και στη ζωή.
Μαρία Σιώζου.
29/11/2014












Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Του Αγαθοκλή Αζέλη,«Η σκιά της Μίκας»: Λαβύρινθος της μνήμης και της μυθοπλασίας, http://www.badiera.gr/?p=6453,16/04/2014

During_World

«Η σκιά της Μίκας»: Λαβύρινθος της μνήμης και της μυθοπλασίας

_________________Το μυθιστόρημα «Η σκιά της Μίκας», τέταρτο κατά σειρά του πανεπιστημιακού καθηγητή Βαγγέλη Αυδίκου είναι ένας πολυσύνθετος λαβύρινθος της μνήμης και της μυθοπλασίας, με επίκεντρο την ελληνική ομογένεια στην Αμερική και πολλούς επάλληλους ομόκε
mikaντρους ή τεμνόμενους κύκλους.
Αφηγητής και πρωταγωνιστής είναι ο Κοσμάς Τρίκαρδος, Έλληνας πρώτης γενιάς της Αμερικής, με πανεπιστημιακές κλασικές σπουδές στη μεγάλη χώρα. Τον συναντάμε στο ξεκίνημα της πρώτης μετά την αποφοίτηση δουλειά του στην Εταιρεία «Διεθνείς Οικονομικοί Σύμβουλοι», η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο των επενδύσεων υψηλού ρίσκου.
Υψηλού ρίσκου βεβαίως υπήρξε η επιλογή εκ μέρους της εταιρείας του συγκεκριμένου συνεργάτη, του προερχόμενου από τον χώρο των κλασικών γραμμάτων, όπως και εκ μέρους του ίδιου του Κοσμά της συγκεκριμένης εργασίας, ο οποίος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Εκ των υστέρων απορούσα τι γύρευα εγώ σε μια εταιρεία και, πολύ περισσότερο, τι βρήκαν αυτοί σ’ έναν πτυχιούχο που ήταν άριστος στο σχολιασμό των κειμένων του Αριστοτέλη, που γνώριζε ακόμη και τις άνω τελείες στα έργα του αλλά που η σχέση του με τις οικονομικές επενδύσεις υψηλού ρίσκου αποτελούσε ένα ερωτηματικό.
Συχνά πυκνά μάλιστα γνωστοί και φίλοι, τόσο στην Ελλάδα όσο και στους κύκλους των Ελληνοαμερικανών, απορούσαν με το ρίσκο να περάσω τον Ατλαντικό με σκοπό να σπουδάσω κλασικά γράμματα. Τόσος κόπος που δεν είχε άμεσο αντίκρισμα στην αγορά. Είχα πολλά να τους απαντήσω, αλλά επέλεγα πάντα τη σιωπή. Την προτιμούσα από μια ανώφελη συζήτηση. Δεν ήμουν βέβαιος πως θα κατανοούσαν τα κίνητρά μου, αν τους εξηγούσα τι σήμαιναν για μένα οι κλασικές σπουδές: ένα όνειρο ζωής.» Ο αφηγητής αυτοσυστήνεται με αυτόν τον τρόπο, προσφέρει τη βάση την οποία χρειάζεται να γνωρίζουμε, προκειμένου να νοηματοδοτήσουμε πολλές από τις ενέργειές του, οι οποίες θα διαγράφουν σταδιακά τον χαρακτήρα του, ο οποίος θα ολοκληρωθεί στα μάτια μας αρκετά αργά, μετά τη μέση της αφήγησης νομίζω. Άραγε θα δοθεί απάντηση στην ενδόμυχη απορία του αφηγητή για την επιλογή του από την εταιρεία; Θα δούμε. Ο συγγραφέας πάντως συνετά πράττοντας δεν βιάζεται.
Το παζλ της αφήγησης πρέπει να συμπληρωθεί αργά, προκειμένου να προκαλέσει την ανυπομονησία του αναγνώστη, ο οποίος στη συνέχεια θα δώσει την αναγκαία γι’ αυτόν επιτάχυνση μέσω της συστηματικής ταχείας ανάγνωσης. Αφηγητής και αναγνώστης συναντώνται με τη φροντίδα του συγγραφέα σε ένα διανοητικό χορό, ένα βαλς θα έλεγα, στο ρυθμό του Μεγάλου Γαλάζιου Δούναβη, στον στροβιλισμό του οποίου δε χάνουν ποτέ την ισορροπία, όμως συνάμα δεν γνωρίζουν την πορεία και το πέρας, διαπιστώνουν μόνο ότι ο ρυθμός επιταχύνεται.
Σταδιακά πληροφορούμαστε ότι ο αφηγητής μας είναι παντρεμένος με την Μαρία Τερέζα, Αμερικανοπολωνίδα, ακλόνητη γυναίκα, σε μια σχέση που ανταγωνίζεται την παλίρροια της καθημερινότητας, η οποία την απειλεί αλλά δεν κατορθώνει να την πνίξει. Σε αυτήν την οικογένεια συναντώνται και συναιρούνται δύο ευρωπαϊκοί πολιτισμοί, ο ελληνικός και πιο απόμακρα ο πολωνικός, με συνδετικό ιστό και κυρίαρχη υφή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του αμερικανικού πολιτισμικού υποστρώματος. Σε αυτό το πλαίσιο μεγαλώνουν τα δύο παιδιά τους, στα οποία ο Κοσμάς προσπαθεί διαρκώς να αναπτύξει μια ελληνικότητα που αγωνίζεται εκτός έδρας και με το κοινό εναντίον της. Την αρμύρα της καθημερινής οικογενειακής παλίρροιας θα έρθει ασυναίσθητα και ανεξέλεγκτα να σφουγγίσει η Μάργκαρετ, συνεργάτιδα του Κοσμά στο γραφείο, η οποία διαθέτει όσες ιδιότητες απουσιάζουν από την Μαρία Τερέζα, είτε διότι δεν συνάδουν με τον χαρακτήρα της είτε διότι τις κλάδεψε η αδήριτη δίνη της καθημερινότητας, η οποία εμποδίζει πολλούς ανθρώπους να βλέπουν δίπλα τους. Η Μάργκαρετ, άφθαρτη από τις εντάσεις της καθημερινότητας και όντας σε θέση να μοιραστεί την προβληματική και τα προβλήματα του Κοσμά –περνώντας μάλιστα περισσότερες συγκριτικά με τη γυναίκα του τελευταίου μαζί του- θα διεισδύσει στην ψυχή του αφηγητή μετατρεπόμενη σε ηγερία του. Ο Κοσμάς Τρίκαρδος εξελίσσεται σταδιακά σε αυτό που συμβολίζει το επώνυμό του, όταν θα εμπλακεί συναισθηματικά και με τη σκιά της γυναίκας της οποίας τα ίχνη έχει την εντολή να αναζητήσει, με τη μορφή επαγγελματικής αποστολής, της νεκρής Σμυρνιάς Μίκας Τσεκουρίδου.
Η επαγγελματική αποστολή λοιπόν… Η εταιρεία στην οποία εργάζεται ο Κοσμάς έχει αναλάβει να αναζητήσει τα ίχνη της Σμυρνιάς Μίκας Τσεκουρίδου, για την ακρίβεια των ενδεχόμενων απογόνων της. Αυτή η γυναίκα είχε αγοράσει τη δεκαετία του 1920 μετοχές οι οποίες έχασαν την αξία τους κατά τη μεγάλη κρίση του 1929. Όμως οι μετοχές αυτές απέκτησαν ξανά αξία κατά το χρόνο της αφήγησης και έπρεπε να διαπιστωθεί αν υπάρχουν νόμιμοι κληρονόμοι της Μίκας, διαφορετικά τα κέρδη θα πήγαιναν στο ταμείο της οικονομικής υπηρεσίας του δήμου του Μπρονξ.
Ο Κοσμάς παίρνει από τον προϊστάμενό του έναν φάκελο με ελάχιστα στοιχεία για την υπόθεση και την οδηγία να αρχίσει την αναζήτηση από τον τάφο της Μίκας στο νεκροταφείο του Μπρονξ. Από εκεί ξεκινά η ομοδιηγητική αφήγηση με εσωτερική εστίαση. Γνωρίζουμε όσα γνωρίζει ο αφηγητής μας, ο οποίος αρχίζει την αφήγηση in media res, και η δική μας γνώση εξελίσσεται παράλληλα με τη δική του. Τίποτα δεν είναι εύκολο για τον Κοσμά, κι όμως φαίνεται να υπάρχει πίσω από το δίκτυο των πραγμάτων και των ανθρώπων ένα αόρατο νήμα που τα κινεί. Διαισθανόμενος το νήμα ο Κοσμάς βρίσκει κομμάτια του μίτου που θα τον οδηγήσουν σε έναν λαβυρινθώδη δρόμο, το δρόμο που σταδιακά θα οδηγήσει στη λύση. Η ιστορία μας ακολουθεί την πορεία φιλμ νουάρ χωρίς έγκλημα, με στοιχεία ρόουντ μούβι και ψυχολογικού δράματος.
Ο Κοσμάς ξεκινά την έρευνά του αποστασιοποιημένα, «επαγγελματικά», όπως αρμόζει, χωρίς συναισθήματα. Αυτό που αποζητά είναι μια ταχεία διεκπεραίωση της υπόθεσης, για να εδραιωθεί η θέση του στην εταιρεία και να εισπράξει την αδρή αμοιβή με την οποία θα καλύψει σημαντικές δαπάνες για μια ευρύχωρη κατοικία με κήπο. Πώς θα βγει όμως από αυτήν την υπόθεση; Θα φανεί στην πορεία της αφήγησης, μια πορεία με μάλλον σταθερά προδιαγραφόμενες από ένα σημείο και πέρα συναισθηματικές τροχιές αλλά πολλά απροσδόκητα γεγονότα και περιπέτειες με την αριστοτελική σημασία του όρου, «ες εναντίον των πραττομένων μεταβολή». Όπως και να ’χει το πράγμα, ο ήρωάς μας αρχίζει την έρευνά του με ελάχιστα στοιχεία στα χέρια του: το όνομα της αναζητούμενης γυναίκας, ο χώρος της τελευταίας της κατοικίας (κοιμητήριο του Μπρονξ) και η χρονολογία θανάτου, η δεκαετία μάλλον, του 1960. Μέσα σε έναν αφηγηματικό καταιγισμό, στον οποίο ο ήρωας συμπληρώνει το αυτοβιογραφικό του παζλ εκτελεί συνάμα το πρώτο του καθήκον και με πολύ κόπο και χρόνο (ώστε να χωρέσουν και οι πληροφορίες που θέλει να μας διαμεσολαβήσει ο αφηγητής) κατορθώνει την πρώτη του επιτυχία, την ανεύρεση του τάφου με την αποκρυπτογράφηση της δυσανάγνωστης επιγραφής: Mika Tsekouridis, – 1968, χωρίς ημερομηνία γέννησης. Τίποτε άλλο. Μετά τον πρώτο ενθουσιασμό έρχεται η σύνεση:
«Οι πληροφορίες της στήλης είναι αδύνατο να διαλύσουν το πηχτό σκοτάδι που σκεπάζει τη ζωή της, δεν μπορούν να μιλήσουν για τα όνειρα και τις ελπίδες, τον πόνο και τις προσδοκίες της». Ήταν πάντως μια νέα αφετηρία για περαιτέρω αναζήτηση. Ο ευρηματικός Κοσμάς θα αναζητήσει τα ίχνη της Μίκας στα αρχεία και στη μνήμη της ελληνικής διασποράς και με την ευκαιρία αυτή μας προσφέρει μια περιήγηση σε αυτόν τον αρκετά άγνωστο κόσμο για όσους δεν έτυχε να διαθέτουν συγγενείς μετανάστες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ένας πολυεπίπεδος νέος κόσμος ανοίγεται μπροστά μας, ο κόσμος της ομογένειας, ο οποίος μόνον ομοιογενής δεν είναι: μετανάστες διαφόρων γενεών, οικονομικών επιπέδων και βαθμού αφομοίωσης στη νέα πατρίδα και διατήρησης δεσμών με την παλιά, συναντώνται στο δίκτυο της αφήγησης.
Η αναζήτηση θα του δώσει μια νέα ιδέα, να στραφεί προς μια κύρια πύλη εισόδου των μεταναστών στην Αμερική, στο Έλλις Άιλαντ, στο οποίο υπήρχε Ληξιαρχείο εισερχομένων μεταναστών και μουσείο μετανάστευσης. Στο τελευταίο εντοπίζει ένα χειρόγραφο στα ελληνικά, το οποίο πλαισιώνουν τα αρχικά Μ.Τ.· να είναι άραγε το αναζητούμενο πρόσωπο; Ο αφηγητής αντιγράφει το κείμενο, το οποίο δίδεται αντί αναδρομικής αφήγησης ως βασικό στοιχείο της πλοκής: Πρόκειται για την αφήγηση της άφιξης της Μ.Τ. στο Έλλις Άιλαντ, τη γνωριμία της εκεί με τον επίσης μετανάστη Ιρλανδό Πάτρικ, τον χωρισμό των δρόμων τους στην αμερικανική αφετηρία. Το χειρόγραφο σταματάει απότομα σε κρίσιμο σημείο, κινητοποιεί όμως τη σκέψη και τον προγραμματισμό του Κοσμά: «Η Μ.Τ. για κάποιον λόγο διέκοψε απότομα το ημερολόγιό της. Ενδεχομένως να είναι η μόνη διαθέσιμη σελίδα. Δεν μπορώ να περιοριστώ σε υποθέσεις. Αποφασίζω να ψάξω το θέμα περισσότερο. (…) Φαίνεται πως η Μίκα Τσεκουρίδου θα με παιδέψει αρκετά. Δεν έχω ακόμη αξιόπιστες πληροφορίες για την πορεία της. Δεν ξέρω πού κινήθηκε, αν παντρεύτηκε, αν άφησε απογόνους. Γύρω μου είναι ακόμη πηχτό το σκοτάδι.». Η τύχη όμως είναι με το μέρος του, όσο κρατάει το πείσμα και η ερευνητική διάθεση. Το μουσείο διαθέτει κι άλλο χειρόγραφο της Μίκας, στο οποίο καταγράφει σημαντικές πληροφορίες για το κίνητρο της μετανάστευσης της ηρωίδας στην Αμερική αλλά και για την κοινωνιολογία της υπερπόντιας μετανάστευσης, στην οποία βρίσκουμε στοιχεία που αναδεικνύει και ο Βούλγαρης στις «Νύφες» του. Ένας «πατρόνος» οργανώνει την προσέλκυση μεταναστών για τον Νέο Κόσμο, με το αζημίωτο φυσικά. Εκμεταλλεύεται την άγνοια και την ανάγκη των μεταναστών. Η Μίκα, η οποία φτάνει αρχικά στην Ελλάδα σαν προσφυγοπούλα από την καιόμενη Σμύρνη του 1922, βρίσκει ως μη χείρον και επομένως βέλτιστον να δεχθεί την προσφορά ενός υπαλλήλου του πατρόνου και να ταξιδέψει στην Αμερική, για να αποφύγει το δράμα των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων στην Ελλάδα. Όμως εκεί θα έρθει η διάψευση της επαγγελίας, θα πέσει θύμα οικονομικής εκμετάλλευσης, από την οποία όμως θα έχει το θάρρος να δραπετεύσει, για να αναζητήσει το όραμα του Πάτρικ στο Κολόμπους του Οχάιο, στο οποίο εκείνος είχε την πρόθεση να κατευθυνθεί όταν θα τελείωναν οι συνοριακές διατυπώσεις στο μέρος που γνωρίστηκαν οι δυο τους και μετά χάθηκαν.
Ο έρωτας, μακράς ή σύντομης διάρκειας, αποκλειστικός ή παράλληλος, ως εκ του σύνεγγυς βίωμα ή ως μνημονική σχέση ζωής, διαδραματίζει έναν καταλυτικό ρόλο στην αφήγηση. Η εμπλοκή του Κοσμά με τη συνεργάτιδά του Μάργκαρετ θα κινητοποιήσει την τελευταία να τον παραπέμψει στον πρώτο της μεγάλο έρωτα, τον Έλληνα Ηλία Καλοσίμο, ειδικευμένο στην προφορική ιστορία, ιδιαίτερα στους πρόσφυγες και μετανάστες Μικρασιάτες με ελληνική καταγωγή, διευθυντή στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Οχάιο. Ο κατάλληλος άνθρωπος λοιπόν. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη, αρκεί να ξέρει και να θέλει κανείς να περπατάει. Ο Ηλίας έχει όπως κι η Μίκα σμυρναίικη καταγωγή, διαφέρει ως προς αυτή σε γενιά τόσο στη διαμονή στη Σμύρνη (μετά την καταστροφή εκείνος) όσο και στην Αμερική. Η Ηλίας θα κατευθύνει την έρευνα του Κοσμά προς την ιρλανδέζικη παροικία του Οχάιο, καθώς ο αγαπημένος της Μίκας, (ο άλλος, μεγαλύτερος και καταλυτικός αυτός, έρωτας της αφήγησης) ο Πάτρικ, ήταν ιρλανδικής καταγωγής. Με αυτό το εύρημα ο συγγραφέας μας εισάγει σε μια άλλη πτυχή της υπερπόντιας μετανάστευσης, ενδεικτικά την ιρλανδέζικη παροικία, η οποία εξετάζεται ως ένα ακόμη παράδειγμα που κάπως μοιάζει με την ελληνική περίπτωση, αφού προέρχεται από ένα μικρό ευρωπαϊκό εθνοπολιτισμικό χώρο. Έτσι απλώνεται μπροστά μας ένα δείγμα του πολυπολιτισμικού αμαλγάματος των Ηνωμένων Πολιτειών, αμαλγάματος που αν εστιάσουμε προσεκτικά θα διακρίνουμε πολυάριθμες πολιτισμικές μπάμπουσκες σε ένα διαρκή μετασχηματισμό και αμοιβαία όσμωση.
Στην κοινότητα των Ιρλανδών μεταναστών και έχοντας φτάσει στη μέση του βιβλίου, ο αφηγητής θα μας δώσει περισσότερα στοιχεία για τη Μίκα, η οποία σταδιακά από σκιά, σκίτσο, θα μετατραπεί σε προσωπογραφία. Εντοπίζει έναν καθοριστικής σημασίας υπερήλικα μάρτυρα, ο οποίος είχε γνωρίσει τη Μίκα στα παιδικά του χρόνια και είχε αποτελέσει σημείο αναφοράς στη ζωή του, τόσο με την παρουσία της στο πλευρό του αγαπημένου της Πάτρικ, όσο και με τη φυσική της απουσία και το στοίχειωμα της μνήμης του για μια ολόκληρη ζωή, όταν μετά τον θάνατο του συντρόφου της στο μέτωπο της Νορμανδίας εξαφανίστηκε από τον κοινό χώρο αναφοράς. Όμως αν η απόσταση στο χώρο χωρίζει τους ανθρώπους και δεν βλέπονται, ο γόνος του κοινού χρόνου φαίνεται να είναι κτήμα ες αεί, συνδετικός ιστός στη ζωή και στον θάνατο, αφού ένα συνώνυμο της ζωής είναι η μνήμη κι ένα του θανάτου είναι η λήθη. Κι ανάμεσά τους η αλήθεια, η α-λήθεια, αυτή η ιδιαίτερης υφής πραγματικότητα, η οποία συνιστά την πεμπτουσία της μάχης ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, τη ζωή και το θάνατο, όπως συνετά καταδεικνύει και ο συγγραφέας μας.
Η μάχη του αφηγητή κατά της λήθης συνεχίζεται. Η επίμονη έρευνά του φέρνει νέα αποτελέσματα. Αφηγήσεις, φωτογραφικό υλικό και η παρουσία ενός παιδιού μετατρέπουν την έρευνα σε γλύπτη που μορφοποιεί σταδιακά το αδρανές υλικό, το καθιστά όλο και πιο οικείο. Όσο περισσότερο εμβαθύνει στην ιστορία των προσώπων ο Κοσμάς, τόσο περισσότερο εμπλέκεται συναισθηματικά μαζί τους. Η σκιά της Μίκας του γίνεται έμμονη ιδέα, μια χίμαιρα που κυριαρχεί στις ενέργειές του. Θα ήταν άδικο αν συνέχιζα την παρουσίαση αποκαλύπτοντας το υπόλοιπο της πλοκής. Άδικο για τον αναγνώστη, καθώς θα του αφαιρούσα τη γοητεία του απροσδόκητου. Ο αφηγητής φτάνει πολύ κοντά στη λύση, όμως η ζωή δεν βιώνεται ευθύγραμμα βάση προγράμματος. Παλίρροια και άμπωτη θα τον οδηγήσουν κοντά και συνάμα θα τον απομακρύνουν από τη λύση, ενώ ανοίγει πολλά ζητήματα, όπως η υπερπόντια υιοθεσία παιδιών του εμφυλίου, τα οποία έχουν απασχολήσει κάπως την ιστορική έρευνα, ηρεμούν όμως στο πεδίο της συλλογικής λήθης. Το μυθιστόρημα, το οποίο εκδίδεται σε μια κρίσιμη περίοδο της νεότερης ιστορίας μας και ανοίγει ξανά το εκ των πραγμάτων επικαιροποιημένο ζήτημα της μετανάστευσης, θα ολοκληρωθεί με ένα δυνατό κύμα, το οποίο θα κλείσει αναπάντεχα την υπόθεση. Απομένει στον κάθε αναγνώστη να την κρίνει. Προσωπικά, φρονώντας ότι η ζωή μιμείται την τέχνη, θεωρώ την ευρηματική κατακλείδα εντυπωσιακά απροσδόκητη, μυθιστορηματική, επομένως απολύτως μέσα στις πιθανότητες της πραγματικής ζωής. Το μυθιστόρημα, ως τέχνη, είναι μέρος της πραγματικότητας, καταλαμβάνει χώρο σε αυτήν, ανατροφοδοτώντας την συνάμα.
Φτάνοντας πια στο τέλος θα ήθελα να αναφέρω ελάχιστα ακόμη στοιχεία για την αφηγηματική τεχνική που αναφαίνεται στο βιβλίο. Η κύρια αφήγηση διακόπτεται από αναδρομικές αφηγήσεις, την παράθεση εμβόλιμων κειμένων τα οποία λειτουργούν επίσης ως αναδρομές, διανθίζεται από επιβράδυνση και άλλα στοιχεία αφηγηματικής τεχνικής και πλοκής. Τα πρόσωπα συγκροτούνται σταδιακά και αποκτούν υπόσταση ολοκληρωμένων ανθρώπων, αποφεύγοντας την εύκολη λύση της λογοτεχνικής περσόνας. Οι διάλογοι είναι γρήγοροι και πειστικοί, οι περιγραφές δεν έχουν περιττά στοιχεία αλλά υπηρετούν την πλοκή, στο τέλος του έργου νιώθει κανείς πολύ μεγάλη οικειότητα με τα πρόσωπα και το θέμα, είναι ο ίδιος μέρος της πλοκής.
Ο συγγραφέας ελέγχει καλά τα αφηγηματικά εργαλεία, τόσο ώστε η τελευταία παράγραφος να γεννά μελαγχολία. Τη μελαγχολία που προκαλεί το τέλος ενός ωραίου ταξιδιού σε έναν κόσμο πρωτόγνωρο, ο οποίος χτίζεται ενώπιόν μας. Τι άλλο να νιώσει κανείς το απόβραδο της έκτης μέρας της δημιουργίας, όταν καθετί έχει πάρει τη θέση του σε ένα συμπληρωμένο πλέον παζλ; Η δημιουργική ανάγνωση ενός ωραίου μυθιστορήματος έχει αυτό το τίμημα: του τέλους του. Όπως στο ταξίδι προς την Ιθάκη, μετά την άφιξη αναδύεται ο φόβος μπροστά στο αποσυρμένο στην προκυμαία σκαρί, μπροστά στη λευκή σελίδα,.
Να μας παρηγορεί άραγε κάπως η απόπειρα του αναστοχασμού ή η προσδοκία του επόμενου βιβλίου;
Βαγγέλης Αυδίκος, Η σκιά της Μίκας, μυθιστόρημα, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα 2013.
- See more at: http://www.badiera.gr/?p=6453#sthash.Vvf8B5yA.dpuf

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ,Βαγγέλης Αυδίκος : “Η σκιά της Μίκας” (μυθιστόρημα) Το “εμείς” και το “ανήκειν” Λάρισα 31-1-2014






Αφορμή για την αρχική σύλληψη και σχεδίαση του μυθιστορήματος ήταν η παραμονή του συγγραφέα το 2008-2009 για ένα εξάμηνο στην Αμερική (Νέα Υόρκη, Φιλαδέλφεια, πολιτεία του Οχάιο). Αυτή έδωσε την ευκαιρία στον συγγραφέα να γνωρίσει από κοντά και τον αμερικάνικο τρόπο ζωής και πιο συγκεκριμένα τον τρόπο ζωής και σκέψης των ομογενών. Ειρήσθω εν παρόδω ότι η Αμερική ήταν και θα παραμείνει για πολύ ένας χώρος προνομιακός για συλλογή μικροαφηγήσεων. Οι μετανάστες μιλούν πολύ για την προσωπική τους ιστορία -με μυθοπλαστική έξαρση- γιατί κινούνται στα μεταίχμια των κοινωνιών τους κι επομένως διακατέχονται από μια συναισθηματική ρευστότητα  την οποία προσπαθούν να παγιώσουν και να σταθεροποιήσουν με την καταφυγή στην αφήγηση. Είναι σε όλα τους διφυείς: έλληνες και αμερικανοί, μικρασιάτες και μέλη της κοινωνίας του Οχάιο, αγαπούν την Ελλάδα και τη μισούν επειδή τους πληγώνει κ.ο.κ. Διφυής είναι και ο λόγος τους. Αυτό διευκολύνει όχι μόνο να φορτίζεται η μνήμη αλλά και να λειτουργεί λυτρωτικά γιατί με την αφήγηση ενεργοποιείται η διαδικασία της νοσταλγικής επαναφοράς, εκλογικεύονται και εκφορτίζονται τα πάθη από τα βάσανα και επουλώνονται οι ψυχολογικές πληγές. Συγχρόνως η αφήγηση ενεργοποιεί την κατάβαση στον εαυτό. Είναι μέθοδος αυτοπροσδιορισμού και αυτογνωσίας της ύπαρξης. Είναι σα να ξαναδιαβάζεις τη ζωή σου και -κάποτε να την διορθώνεις εκ των υστέρων.
Τέτοιο υλικό είχε στη διάθεσή του ο Αυδίκος (1) και μάλιστα σε ένα πλαίσιο επίσης μεταιχμιακό και για την ίδια την Αμερική. Το 2008-2009 ήταν οι αμερικανικές εκλογές που σημάδεψαν το τέλος της περιόδου Μπους αλλά και την εκκίνηση της νέας οικονομικής κρίσης. Ήταν και είναι μια κοινωνία όπου το tea party εκφράζει ένα σημαντικό κομμάτι της συντηρητικής ελίτ που θέλει να επιβάλλει την “αμερικανικότητα” στο σύνολο της χώρας (αν όχι στον ανθρώπινο πολιτισμό παγκοσμίως). 
Το story του βιβλίου εν συντομία:
Το μυθιστόρημα βασίζεται στις ενέργειες και τις δράσεις του Κοσμά Τρίκαρδου, ενός κλασσικού φιλόλογου που μετανάστευσε στην Αμερική όπου και παντρεύτηκε την Μαρία Τερέζα, μιαΑμερικανο-πολωνίδα με την οποία απόκτησε και οικογένεια. Ένας δεσμός δύσκολος μια που πρέπει να γεφυρωθούν διαφορετικές νοοτροπίες, που γίνεται δυσκολότερος από τον έντονο κι αγχωτικό ρυθμό της αμερικάνικης καθημερινής ζωής. Ο Κοσμάς, με ρίζες από τη Σμύρνη, προσλαμβάνεται σε μια εταιρία οικονομικών συμβούλων που ειδικεύεται στις επενδύσεις υψηλού ρίσκου. Η εταιρεία τού αναθέτει να βρει τους κληρονόμους της Μίκας Τσεκουρίδου η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια μετοχών αγορασμένων το 1929 την περίοδο της κρίσης. Οι συγκεκριμένες μετοχές τότε είχαν χάσει στο κραχ την αξία τους, όμως τώρα  αποδίδουν μεγάλα ποσά τα οποία, εάν δεν εντοπισθούν οι κληρονόμοι, θα περάσουν στην κυριότητα της  κομητείας του Μπρονξ.
Ο Κοσμάς Τρίκαρδος λοιπόν μπαίνει σε αναζήτηση της Μίκας Τσεκουρίδου. Η έρευνα διεξάγεται το 2008, και μάλιστα κατά την περίοδο της προεκλογικής εκστρατείας του Μπαράκ Ομπάμα. Στα δώδεκα κεφάλαια παρακολουθούμε την αφήγηση του Κοσμά Τρίκαρδου που εξιστορεί σε πρώτο πρόσωπο πως αγωνίζεται να συγκεντρώσει  στοιχεία, να εντοπίσει ίχνη, πως ερμηνεύει ενδείξεις, πως ερευνά αρχεία και αναζητά ανθρώπους για να αξιοποιήσει τις μαρτυρίες τους.
  Η έρευνα αρχίζει από τη Νέα Υόρκη, στο παγωμένο νεκροταφείο του Μπρονξ, στην Αστόρια κι απλώνεται στη συνέχεια στο Έλλις Άιλαντ που ήταν η πύλη εισόδου των μεταναστών στην Αμερική και τώρα είναι μουσείο μετανάστευσης όπου και διατηρούνται πολλά σχετικά αρχεία. Εδώ εντοπίζει λίγα φύλλα ημερολογίου της Μίκας. Εν συνεχεία η έρευνα μεταφέρεται στο Κολόμπους του Οχάιο  όπου ο  Κοσμάς με τη βοήθεια του Σμυρνιού Ηλία Καλοσίμου, διευθυντή του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών στο Οχάιο Στέιτ Γιουνιβέρσιτι, έρχεται σε επαφή με σημαντικά πρόσωπα της ομογένειας αλλά και διευρύνει την έρευνά του στα μέλη της ιρλανδικής κοινότητας του Κολόμπους. Η έρευνα του Κοσμά τελικά ευοδώνεται με την επιστροφή πάλι πίσω στη Νέα Υόρκη. 
Τι ανακαλύπτει λοιπόν ο Κοσμάς για τη Μίκα:
Η σμυρνιά Μίκα Τσεκουρίδου σπούδαζε στο Παρίσι. Το 1922 έρχεται ως πρόσφυγας στον Πειραιά. Κι από δω κλείνει συμφωνία να δουλέψει για τρία χρόνια σ’ ένα άγνωστο αφεντικό στην Αμερική. Φτάνοντας στην Αμερική στο Έλις Άιλαντ συναντά τον ιρλανδό Πάτρικ τον οποίο και ερωτεύεται.  Περνάει δύσκολη και ταλαιπωρημένη ζωή. Πουλάει λουλούδια με καρότσι στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Τελικά παραβιάζει τη συμφωνία με τον εργοδότη της και το σκάει για το Κολόμπους του Οχάιο με σκοπό να βρει τον Πάτρικ. Ζουν μαζί στο πατάρι ενός ιρλανδέζικου κλαμπ έως ότου ο Πάτρικ στρατεύεται εθελοντικά και σκοτώνεται στην απόβαση της Νορμανδίας κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τον θάνατό του η Μίκα ζει με τον Τζον Κόντακ, έναν αλήτη. Υιοθετεί ένα ελληνόπουλο την εποχή του ελληνικού Εμφυλίου από εκείνα τα παιδάκια που δόθηκαν σε αμερικανούς δίχως την έγκριση των φυσικών τους γονέων. Και έρχεται πίσω στη Νέα Υόρκη. Μεγαλώνει το θετό της γιο ο οποίος όμως όταν μαθαίνει ότι είναι υιοθετημένος  την εγκαταλείπει κι επιστρέφει στην Ελλάδα στους φυσικούς του γονείς. Η Μίκα καταλήγει σε γηροκομείο του Μπρονξ ενώ…
Σταματώ για να μην χαλάσω την έκπληξη στο τέλος της ιστορίας.

Πάντως η προσπάθεια του ερευνητή να συγκεντρώσει στοιχεία για τη ζωή της Μίκας και να φτάσει έως τους κληρονόμους της δεν διευκολύνει μόνο την ανάδυση, στοιχείο το στοιχείο, των σχετικών με το βίο και τη μορφή της Μίκας, αλλά ταυτόχρονα υπηρετεί και άλλους δύο αφηγηματικούς στόχους:
α) αναδεικνύει τα προσωπικά προβλήματα του ερευνητή (ενός μετανάστη της σύγχρονης εποχής ο οποίος προσλαμβάνεται ως ερευνητής σε μια εργασία ετεροαπασχόλησης,  σε μικτό γάμο, με προβλήματα στη διαχείριση του οικογενειακού χρόνου, με έντονο προβληματισμό για τη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, με ιρλανδέζα ερωμένη....)
και β) παρουσιάζει τον ομογενειακό περίγυρο μέσα από προσωπικές επιμέρους μικροϊστορήσεις (όπως π.χ. την μικροϊστορία του εστιάτορα της Αστόρια ή του Ηλία Καλοσίμου..). Έτσι εκτός των άλλων ο στόχος του Αυδίκου είναι και ηθογραφικός δηλαδή πολιτισμικός και ανθρωπολογικός. Οι ιστορίες της Μίκας και του Κοσμά  εντάσσονται  στο πλαίσιο της ελληνοαμερικανικής ομογένειας ή -να το πούμε αλλιώς της ελληνοαμερικάνικης μικροκοινωνίας. Εδώ συνυπάρχουν πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς μετανάστες κι επομένως  ο συγγραφέας έχει την άνεση να θέσει έμμεσα πλήθος ζητήματα όπως η σχέση των ομογενών με την Ελλάδα και την Αμερική, ζητήματα ταυτότητας, γλώσσας, διατήρησης ηθών, αλλά και αγωνίας για τη συγκράτηση της “ελληνικότητας”. Εξαιρετικές είναι οι σελίδες που περιγράφουν πρόσωπα και συμπεριφορές στη συγκέντρωση στο σπίτι του πλούσιου Ελ Κοναρίδη. Πραγματικό πανόραμα των αντινομιών των ελληνοαμερικανών....Το κιτς στη διακόσμηση του σπιτιού ενός παράγοντα της ομογένειας, που δυσκολεύεται να μιλήσει ελληνικά, αλλά κι ένας θολωτός πετρόκτιστος διάδρομος δέκα μέτρων που αντιγράφει τις Μυκήνες!. Εκείνο πάντως που λείπει είναι ότι ο Αυδίκος δεν τολμά να αποτυπώσει το ελληνοαμερικάνικο γλωσσικό ιδίωμα, εκείνο το μπαστάρδεμα –που ίσως μπορούσε να γίνει και γοητευτικό- (π.χ άνοιξε τη φάνα (τον ανεμιστήρα), ή φάγαμε στέκι (μπριζόλα), περπατήσαμε δίπλα στο λέκι (στη λίμνη).

Κι έτσι συναντώνται οι μεταναστευτικές εξιστορήσεις ανθρώπων διαφορετικών εποχών, διαφορετικών αφετηριών, διαφορετικών  επιμέρους προσδοκιών και διαφορετικών τωρινών αυτοπροσδιορισμών. Γι' αυτό και οι αναφορές σε ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα είναι όχι μόνο συχνές στον ιστό του μυθιστορήματος αλλά αποτελούν και τον αναγκαίο καμβά για να σταθεροποιηθούν τα προσωπικά δράματα των Ελλήνων μεταναστών, δεύτερης και τρίτης γενιάς :
 -η μικρασιατική καταστροφή, η καταστροφή της Σμύρνης, η προσφυγιά  το 1922
-τα γεγονότα του 1955, στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη
-το οικονομικό κραχ στην Αμερική το 1929
-ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος και η απόβαση στη Νορμανδία, το 1944
-ο εμφύλιος πόλεμος
- το μετεμφυλιακό διχαστικό κλίμα στην  Ελλάδα
- οι παράνομες υιοθεσίες ελληνόπουλων από Αμερικανούς.
-η Αμερική λίγο πριν από την πρώτη εκλογή του Ομπάμα (2008).

Η ιστορία (story) που δομεί ο Αυδίκος είναι μια τυπική ιστορία αναζήτησης στο τέλος της οποίας υπάρχει η λύση του αρχικού αινίγματος. Ακολουθεί δηλαδή την βασική περπατησιά της αστυνομικής ιστορίας. Ο ντετέκτιβ (εδώ ο ερευνητής Κοσμάς Τρίκαρδος) διαθέτει επιπλέον και χαρακτηριστικά που βοηθούν την άμεση εμπλοκή του κι επομένως δικαιολογούν το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του και για την έκβαση της υπόθεσης. Το ενδιαφέρον προκύπτει από το γεγονός ότι η αστυνομική υφή “κρύβεται” πίσω από την τυπική ιστορία της μετανάστευσης η οποία δανείζεται συγκεκριμένα στοιχεία από το λεγόμενο οικογενειακό χρονικό. Η αστυνομική υφή εμπλουτίζεται με τη γνωστή διαδικασία των παθών του κάθε μετανάστη: πόλεμοι, φτώχεια, φυγή, ταξίδι, καραντίνα, διαλογή, προώθηση, εργασία, ένταξη, ενσωμάτωση. Ανάμεσα στη διαδοχή των λέξεων κρύβεται πολύς πόνος, δάκρυα, αίμα και πολλές σπαταλημένες ψυχές.
Η νεοελληνική λογοτεχνία έδωσε εξαιρετικά δείγματα στη λογοτεχνία της μετανάστευσης. Αρκεί να θυμηθούμε το μυθιστόρημα η «Μετανάστις» του Παπαδιαμάντη, τη συλλογή «Διηγήματα της ξενητειάς» του Χρήστου Χρηστοβασίλη, το “Μητέρες και γιοί” του Θοδωρή Καλλιφατίδη, το “Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ” του Μένη Κουμανταρέα, το “Η φωνή” του Χρήστου Χωμενίδη, “Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη” του Θανάση Βαλτινού, το “Η άλλη Αμερική” του Μήτσου Κασόλα, το “Η άλωση της Κωνσταντίας” του Γιάννη Μακριδάκη, το “Οι νύφες ” της Ιωάννας Καρυστιάνη...
Και απαραιτήτως να μην παραλείψω τον μεγαλύτερο ίσως σύγχρονο ευρωπαίο μυθιστοριογράφο τον ιρλανδό Sebastian Barry που μας έδωσε σπουδαία δείγματα τέτοιων οικογενειακών μεταναστευτικών χρονικών.
Η προσπάθεια του Αυδίκου να διαχειριστεί περιγραφικά ένα τόσο σύνθετο εγχείρημα τον οδηγεί σε ανισότητες. Συγκεκριμένα: υπάρχουν στοιχεία της περιγραφής που είναι  εντυπωσιολογικά και δεν εξυπηρετούν την αφήγηση. Όμως εδώ και αιώνες στο μυθιστόρημα κλασικής δομής η περιγραφή είναι θεραπαινίδα της αφήγησης. Επιπλέον το κείμενο διατρέχουν πρόσωπα τα οποία αχνοφαίνονται και δεν γίνονται αντικείμενο αφηγηματικής εκμετάλλευσης π.χ. δεν περιγράφονται εμβριθώς οι άλλοι μετανάστες: οι Ιρλανδοί αχνοφαίνονται, το ίδιο και οι σχέσεις με τους Έλληνες.
Ο Αυδίκος επαναλαμβάνει κάτι που διέπραξε και στην «Κίτρινη Ομπρέλα». Ενώ το θέμα που επιλέγει είναι εξαιρετικό ικανό να στήσει ένα πολύ μεγάλο μυθιστόρημα για τις ελληνικές μεταναστεύσεις, εντούτοις χάνεται όχι από αδυναμία σύνθεσης, όσο από έλλειψη ισορροπίας ανάμεσα στο αφηγηματικό και το περιγραφικό, γεγονός που έχει επίπτωση στην αποτύπωση της ψυχοσύνθεσης των ηρώων. Γι’ αυτό και δεν τροποποιείται ο λόγος των ηρώων. Είτε μιλάει η πιεσμένη Μίκα στην καραντίνα του Έλις Άϊλαντ, είτε τριάντα χρόνια μετά είναι το ίδιο, είτε μιλάει η Μίκα, είτε ο ερευνητής κλασικός φιλόλογος το ύφος του λόγου δεν τροποποιείται επαρκώς για να φανεί η ενδιάμεση διαφορά του χρόνου που κύλησε κι αποτύπωσε διαφορετικά λόγια με τα οποία εκφράζεται μια μαραμένη ψυχή. Η ενοποίηση του εκφερόμενου λόγου δεν έχει σχέση με αυτό που αποκαλούμε «ενότητα ύφους». Άλλωστε το μυθιστόρημα εξ ορισμού είναι πολυφωνικό ακόμα κι όταν «μιλάει» ένας αφηγητής. Και οι «φωνές» πρέπει να ξεχωρίζουν… Γιατί τότε οι ήρωες μοιάζουν σαν τυχαίες συναντήσεις. Δεν είναι πρόσωπα που έχεις κάτσει μαζί τους στο τραπέζι.

Πέρα από αυτά όμως, στο πίσω μέρος του βιβλίου, σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, υποκρύπτεται και μια άλλου είδους αναζήτηση κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται το επιπλέον ενδιαφέρον του μυθιστορήματος:
πώς ο πρόσφυγας μετατρέπεται σε φυγάδα;
πως ο φυγάς γίνεται πρόσφυγας;
πως ο πρόσφυγας γίνεται μετανάστης;
τι σημαίνει να ζεις ως μετανάστης στην Αμερική σε ένα έθνος υπό διαρκή διαμόρφωση;
πως μεταμορφώνεται κάποιος μετανάστης σε πολίτη μιας πολυεθνικής κοινωνίας;
πως ο μετανάστης μετατρέπεται σταδιακά σε ομογενή;
πως ο ομογενής καταφέρνει να ζει ανάμεσα σε δυο κουλτούρες;
πως δομείται η ταυτότητα του ελληνοαμερικάνου;
πως οργανώνεται στις νέες συνθήκες το “εμείς” και το “ανήκειν”;

Το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης – ας το ονομάσουμε “ανθρωπολογικό”- είναι εκείνο που δίνει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο βιβλίο. Γιατί ένα μυθιστόρημα δεν είναι μόνο αφήγηση, είναι κυρίως ένα απαντημένο “ερώτημα” που προτρέπει να σωρεύσουμε και άλλες απαντήσεις και να αναστοχαστούμε για αυτές. Γιατί ο μετά την ανάγνωση εσωτερικός διάλογος είναι πάντοτε ο ανομολόγητος στόχος κάθε μυθιστορήματος.

ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ
Λάρισα 31-1-2014


Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Η "Μίκα" στον κατάλογο του γνωστού διεθνούς ηλεκτρονικού βιβλιοπωλείο amazon.com



Add to Wish List
Have one to sell?

i skia tis mikas / η σκιά της μίκας Paperback – January 1, 2013



    
Best Books of the Year
Best Books of the Year
Looking for something good to read? Browse our editors' picks for the Best Books of the Year in fiction, nonfiction, mysteries, romance, and much more.

Product Details