Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Storytelling and Place Symposium,Storytelling and Place Symposium

21-22 April 2017
ATRiuM, University of South Wales
Adam Street, Cardiff, CF24 2FN
The George Ewart Evans Centre for Storytelling Annual Symposium. and DS Festival joined forces to present a two day symposium with a digital storytelling strand on the theme of ‘Storytelling and Place’.
We are delighted to announce that the George Ewart Evans Centre for Storytelling Annual Symposium and DS Festival are continuing their successful collaboration to again put together a two day symposium exploring storytelling in all its varied forms. This follows our successful Storytelling and Justice symposium held in 2016.
This year the theme is Storytelling and Place. Storytelling can help us understand our identity and relationship to the places we inhabit, be these geographic or psychological. In our current times, when national identity is constantly being negotiated and renegotiated, as Europe is reshaped in the wake of the ’Brexit’ vote and as Twitter is rebirthed as an instrument of government, the stories we tell about ourselves and our places can serve to guide us and inform our relationship to the world and each other. In an era which has been described as ‘post-truth’ and where news stories draw their cultural capital as much from their ‘clickworthiness’ as their veracity the stories we tell about ourselves and our place within the world have become one of the most-urgent issues of our time.
We aim to inspire, encourage and showcase exciting projects across a wide spectrum of digital storytelling activity which focuses on place. The conference will feature invited keynote presentations, a panel discussion with leading Welsh writers and poets, performances of stories and provocations by prominent thinkers in the field of story and place. Confirmed contributors include: Dr Jamie TehraniProf Kevin MillsCatherine FisherCath LittleDr Hilary Ramsdenthe International NAR-SPI 'Narrative educational resources for socio professional inclusion’ panelSusan RichardsonPeter Stephenson, Catrin James of 'The Heritage of Orchards & Cider Making in Wales’Dr Aparna Sharma, Dr Lisa Lewis and Dr Helen Davies, and Prof Sioned Davies. The two day event is held on Friday 21st and Saturday 22nd April 2017 in The Atrium, University of South Wales, Adam St, Cardiff, CF24 2FN.
Keynote speaker: Dr Jamie Tehrani (Durham University)
Once upon a time – but when? Searching for the origins of Indo-European folktales
Researchers since the Brothers Grimm have speculated about the origins of folktales shared by different cultures around the world. However, as primarily oral art forms, there is precious little literary evidence to locate the source and spread of these stories. I will describe a novel approach to this problem that draws on methods from evolutionary biology, showing how they can be used to trace lineages of narrative inheritance and reconstruct ancient tale corpora in Indo-European tale traditions.
Dr Tehrani’s research focuses on how culture evolves as it gets transmitted from person to person and from generation to generation. He is interested in understanding what makes some things catch on, others die out, and how these processes shape patterns of cultural diversity within and across populations. His current work focuses mainly on the transmission of popular narratives, such as traditional folktales, urban legends and modern day conspiracy theories.
If there is anything you would like to discuss further please get in touch with Dr Emily Underwood-Lee (Emily.underwood-lee@southwales.ac.uk).

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Ευάγγελος Αυδίκος *, Λοξή ματιά, EFSYN, 28.3.17


P Photo/Alessandra Tarantino
Τα πράγματα στροβιλίζονται περίεργα. Ενίοτε. Με τρόπο απροσδόκητο που ενεργοποιεί συνειρμούς. Συσχετίσεις που το μυαλό χρειάζεται μια πλάγια ματιά για μια διαφορετική ταξινόμηση. Τα όσα συνέβησαν το Σαββατοκύριακο δικαιώνουν τον προβληματισμό.
Οι βασικές ειδήσεις ήταν τρία επετειακά ορόσημα. Η μία αφορούσε τον ξεσηκωμό του 1821. Μια επέτειος που κινδυνεύει από τον σκόρο της τυποποιημένης φρασεολογίας και της μεγαλοστομίας. Εχω την αίσθηση πως θα ήταν προτιμότερη η αφωνία, αυτή την ημέρα, για όσους εκφράζουν τους επίσημους θεσμούς. Χρειαζόμαστε να αφουγκραστούμε τη φωνή όσων έκαναν τον φόβο δύναμη και τις αδυναμίες τους στημόνι να πλέξουν τα επαναστατικά τους αιτήματα.
Η άλλη είδηση ερχόταν από την Ιταλία, όπου γιορτάστηκαν τα εξήντα χρόνια από την ημέρα που αποφασίστηκε η συγκρότηση μιας ευρωπαϊκής συλλογικότητας. Η Ευρώπη είχε εξέλθει αιμάσσουσα από τον πολυ-ανθρωποκτόνο πόλεμο. Μια Ευρώπη, βγαλμένη από την πένα του Σολωμού, που περπατούσε ανάμεσα στον όλεθρο και την απελπισία, περίφροντις και ανήσυχη για το μέλλον. Μια Ευρώπη, εξήντα χρόνια μετά, που σύρει βαριά τα βήματά της.
Που έχει ξεχάσει τις ιδρυτικές της διακηρύξεις. Που σκλήρυνε το πρόσωπό της. Που δεν υπάρχουν ίχνη της παλιάς ευαισθησίας. Που θυμίζει ολοένα και περισσότερο τον Σκρουτζ ΜακΝτακ. Εχει αναγάγει σε ύψιστο κριτήριο την αποθησαύριση. Με κάθε τρόπο.
Αν ο ιδεολογικός πρόγονος της σημερινής νεοφιλελεύθερης Ευρώπης είναι μια καρικατούρα που προκαλεί θυμηδία. Αν τα οράματα συνεχίζουν να δίνουν προσάναμμα στο όνειρο και την πολιτική επιλογή. Ομως, η λοξή ματιά στον χρόνο, τον μεταπολεμικό και τον σημερινό, προκαλεί εφίδρωση. Από την επιστροφή της ανασφάλειας και του φόβου. Από την αίσθηση πως η βαρβαρότητα που ηττήθηκε τόσο το 1821 όσο και στη δεκαετία του 1940 επιστρέφουν. Και ζητούν ανθρωποθυσίες.
Οι δύο επέτειοι διαπλέκονται παράξενα αν προστεθεί και η τρίτη επέτειος που συνέπεσε να γιορτάζεται λίγο μετά. Είναι η έξοδος που επιχείρησαν οι απελπισμένοι Μεσολογγίτες. Οταν είχαν τελειώσει τα τρόφιμα. Οταν ο κλοιός του Ιμπραήμ και του Κιουταχή έφερε την απελπισία.
Οι μάχιμοι επέλεξαν την έξοδο από την αναμονή του τέλους. Ενα τέλος που κόστισε το ολοκαύτωμα των γυναικόπαιδων. Από τον καλόγερο Χρήστο Καψάλη που έβαλε φωτιά στο μπαρούτι.
Περίεργες που είναι οι επέτειοι. Ηρωική έξοδος ή ολοκαύτωμα; Μπορεί να αναβιώσει αυτό το δίλημμα σήμερα με αφορμή την επέτειο των εξήντα χρόνων; Οι απαντήσεις είναι πιο σύνθετες από ό,τι επιβάλλουν τα διλήμματα. Ο κίνδυνος, όμως, της ηρωικής εξόδου δεν μπορεί να δικαιολογήσει ένα ανθρωπιστικό ολοκαύτωμα.
* καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοιν. Ανθρωπολογίας Βόλος, 29 Μαρτίου 2017 Κτίριο Τσικρίκη, Ιάσονος και Γαμβέτα 6 (είσοδος), 1ος όροφοςΗΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ, ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΒΙΑ Βόλος, 29 Μαρτίου 2017

Μυθοπλασία και Εμφύλιος Βία
5.00 μ.μ. Καλωσόρισμα
Πρώτη συνεδρία
Συντονιστής: Ευάγγελος Αυδίκος - Άννα Ματθαίου
5.15 - 5.40 μ.μ.
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, κριτικός λογοτεχνίας
Ένας νέος γύρος για τον Εμφύλιο
5.40 - 6.05 μ.μ.
Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, Αν. καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας/Διευθυντής Μεταπτυχιακού Τμήματος Δημιουργικής Γραφής
Μυθοπλασία και βίωμα στο έργο του Γιώργου Φαρσακίδη: η γυναικεία παρουσία ως αντίμαχος της εμφύλιας βίας
6.05 - 6.30 μ.μ.
Θανάσης Β. Κούγκουλος, Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Από τη Μουργκάνα στους ανυπεράσπιστους. Η στροφή του Δ. Χατζή στα θύματα του Εμφυλίου
6.30 - 6.55 μ.μ.
Σπύρος Κακουριώτης, δημοσιογράφος
Εμφύλια βία και τραύμα στη σκηνή του θεάτρου: Η περίπτωση της Ισορροπίας του Nash
6.55 - 7.15 μ.μ. Συζήτηση
7.15 - 7.30 μ.μ. Διάλειμμα
7.30 - 7.55 μ.μ.
Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, ομ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
Μεταμορφώσεις της βίας στην προφορική μνήμη του Εμφυλίου
7.55 - 8.20 μ.μ.
Κωνσταντίνα Μπάδα, καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ιωαννίνων,
Η έμφυλη εμπειρία της κρατικής πολιτικής βίας στον εμφύλιο και μετά από αυτόν
8.15 - 8.30 μ.μ.
Σόνια Κοζιού, Διδάκτωρ Εθνομουσικολογίας
Το αντάρτικο δημοτικό τραγούδι ως μουσικοποιητική αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας
8.30 - 8.45 μ.μ.
Ευάγγελος Αυδίκος, καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
Εθνογραφώντας και μυθοπλάθοντας τον Εμφύλιο
8.45 - 9.15 μ.μ. Συζήτηση
Επιστημονική επιτροπή:
Ευάγγελος Αυδίκος
Βασιλική Γιακουμάκη
Ελευθερία Δέλτσου
Σόνια Κοζιού
Θανάσης Κούγκουλος
Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος
Πηνελόπη Παπαηλία
Δάφνη Τραγάκη
Με την υποστήριξη των εκδόσεων

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Σταμοπούλου Ελισάβετ, Διδυμότειχο: Aποκατάσταση του ιστορικού τεμένους Βαγιαζήτ απαιτεί η τοπική κοινωνία, TOVIMA, 24.3.17


Χρονολογείται από τον 14ο αιώνα
Διδυμότειχο: Aποκατάσταση του ιστορικού τεμένους Βαγιαζήτ απαιτεί η τοπική κοινωνία

11  φωτογραφίες

Να οριστεί σαφές χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης του έργου αποκατάστασης ζητά ο δήμαρχος Διδυμότειχου, Παρασκευάς Πατσουρίδης, για το μοναδικής αρχιτεκτονικής τέμενος Βαγιαζήτ που χρονολογείται από τον 14ο αιώνα και υπέστη σοβαρή ζημιά από τη φωτιά που ξέσπασε την Τετάρτη.

Ο κ. Πατσουρίδης γνωστοποιεί το πάγιο αίτημα της επιτάχυνσης των εργασιών ώστε «ένα μνημείο παγκόσμιας εμβέλειας» να συνεχίσει να κοσμεί την περιοχή προσελκύοντας επισκέπτες και συμβάλλοντας στην ανάπτυξη.

«Έχουμε εκδώσει ψήφισμα ως δημοτικό συμβούλιο το οποίο θα κοινοποιήσουμε στον πρωθυπουργό, την υπουργό Πολιτισμού και τη γενική γραμματέα του υπουργείου. Θα κατέβουμε μέσα στον Απρίλιο στην Αθήνα για την υλοποίηση της απόφασης. Ζητάμε να αρθούν οι ετοιμορροπίες, να εκπονηθούν οι μελέτες πλήρους αποκατάστασης και να ενταχθεί άμεσα το έργο στο χρηματοδοτικό πρόγραμμα του ΕΣΠΑ», δηλώνει ο κ. Πατσουρίδης στο in.gr μεταφέροντας τη θλίψη μιας κοινότητας για ένα μνημείο που κουβαλά τη δική του ιστορία, που ξεκίνησε να κτίζεται από το σουλτάνο Βαγιαζήτ Α' τον Γιλντιρίμ (Κεραυνό) και για το λόγο αυτό ονομάζεται τόσο από τους ντόπιους όσο και τους οθωμανούς περιηγητές «Μπαγιαζήτ Τζαμισί». Το άλλο του όνομα είναι «Μπουγιούκ» (Μεγάλο) ή «Ουλού» Τζαμί.

Το τέμενος, το οποίο οι Βούλγαροι μετέτρεψαν - περί το 1912- σε ναό αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο και κατά το μεσοπόλεμο πωλήθηκε από τη μουσουλμανική κοινότητα σε ιδιώτη, παρουσιάζει σημαντικό ιστορικό ενδιαφέρον στο εσωτερικό του.

Από ένα απαράμιλλης αισθητικής διακοσμητικό θόλο καλύπτεται ο κεντρικός χώρος. Ο θόλος αναρτάται από τον ξύλινο σκελετό της στέγης, καταλήγοντας σε τέσσερις πεσσούς μέσω ισάριθμων διακοσμητικών, ξύλινων τριγώνων.

Μια μοναδική στην ισλαμική τέχνη παράσταση προσευχόμενης γυναίκας μπορούσε να αντικρίσει ο επισκέπτης πριν από μερικά χρόνια στο βόρειο τοίχο, καταστράφηκε όμως από την υγρασία.

Ξεχωριστή και η σωζόμενη στον νότιο τοίχο τοιχογραφία - παράσταση της ουράνιας πόλης, η οποία επαναλαμβάνει το θέμα του περίφημου ψηφιδωτού του Τεμένους Ομάρ στη Δαμασκό

Διακοσμημένοι με ρητά και γνωμικά από το Κοράνι οι τοίχοι, όπου παρουσιάζονταν σύντομες προσευχές και επικλήσεις ιερών προσώπων, δοσμένες με παχιά καλλιγραφικά γράμματα σε ασυνήθιστη διάταξη.

Για το θλιβερό περιστατικό της πυρκαγιάς που απείλησε την ιστορία του τεμένους, κινητοποιήθηκε ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων ζητώντας να ξεκινήσουν άμεσα οι εργασίες για την αποκατάσταση της ζημιάς, και η γενική γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού Μαρία Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη διαβεβαίωσε ότι θα αποκατασταθεί η ζημιά αφότου επισκέφθηκε το τέμενος για να επιθεωρήσει την καταστροφή.

Ο δήμαρχος Διδυμότειχου, από την πλευρά του, αξιολογώντας το μέγεθος της ζημιάς, επισημαίνει ότι όλη η στέγη έχει καταπέσει εντός του τεμένους. «Τα αποκαΐδια έχουν πέσει μέσα. Μιλάμε για μια δυσάρεστη εικόνα. Σημαντικό είναι που η τοιχοποιία δεν υπέστη σοβαρές ζημιές, που έχει βάθος δύο μέτρα και δέκα εκατοστά. Μπορεί να ξαναδημιουργηθεί λοιπόν η στέγη που είχε καεί».

»Η αρχική στέγη που ήταν μολύβδινη έχει καταπέσει εδώ και δεκαετίες και καλύφθηκε από έναν μουσαμά. Ήταν μοναδική στον κόσμο αυτή η ξύλινη στέγη όσον αφορά στην αρχιτεκτονική και την κατασκευή της».

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του τεμένους, όπως αναφέρει ο κ. Πατσουρίδης, είναι μια μοναδική τοιχογραφία η οποία απεικονίζει τον παράδεισο των μουσουλμάνων.

Στο πρόγραμμα ΕΣΠΑ έχει συμπεριληφθεί το τέμενος από το 2011 για να επισκευαστεί. Μέχρι στιγμής, όπως λέει ο δήμαρχος Διδυμότειχου, καθηγητές του πανεπιστημίου της Θράκης έχουν εκφράσει την έμπρακτη στήριξή τους λέγοντας ότι μπορούν να συμβάλλουν στις εργασίες αποκατάστασης. 

Δυο γιους είχες μανούλα μου, Βαγγέλης και Κώστας Μάμμος

οι μαθητές γιορτάζουν...


Οί μαθητές της ΣΤ’ τάξης του 17ου Δημοτικού Σχολείου Πειραιά, σας προσκαλούν στον εορτασμό της εθνικής γιορτής της 25ης Μαρτίου, ώρα 8.15 π.μ την Παρασκευή στις 24/03/2017.

Αποτέλεσμα εικόνας για 25η μαρτιου 1821

«Ιστορικές και λογοτεχνικές πηγές αφηγούνται....»

Την γιορτή θα παρουσιάσει η ΣΤ’ τάξη του σχολέιου μας.
Οι δασκάλες της ΣΤ’ τάξης :
Καλυψώ Μιχαλακάκη
Ευαγγελία Πατρέλη
Νίκος Βεργόγιαννης
Μουσικός :
Δήμητρα Σάϊμον
Βάια Παρασκευά
Καθ.Θεατρικής Αγωγής:
Πέτρος Πετράκης

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Σταύρος Μαλαγκονιάρης,Πόλεμος της Ανεξαρτησίας ή Πόλεμος των Θρησκειών;, EFSYN, 24.3.17

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν ένα κορυφαίο γεγονός για την εποχή της, που αποτέλεσε την αφετηρία ιστορικών ανατροπών στην Ευρώπη και οδήγησε στη διαμόρφωση νέων γεωπολιτικών δεδομένων.
Ο Γιάννης Σκαρίμπας στο έργο του «Το 1821 και η αλήθεια» (εκδόσεις Κάκτος, Τόμος Α', σελ. 53) σημειώνει με έμφαση ότι «το ’21 δεν ήταν όμοιο με καμιά επανάσταση του κόσμου. (…) Το ’21 ήταν μια εθνικο-κοινωνική επανάσταση, η πρώτη και η τελευταία της Ιστορίας».
Η τεράστια σημασία της και οι αναταράξεις που θα προκαλούσε είχαν γίνει από πολύ νωρίς αντιληπτές σε όλα τα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη.
Γι’ αυτό αντιμετωπίστηκε τα πρώτα χρόνια με επιφυλακτικότητα ή και αρνητικά.
Ενα πλούσιο υλικό από σύγχρονες πανεπιστημιακές μελέτες, τα αρχεία του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών (Foreign Office) και τον ξένο Τύπο της εποχής αποτυπώνει την αντιμετώπιση της Επανάστασης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά και τις μεγάλες δυνάμεις.
Βεβαίως, με την έναρξή της κανένας δεν φανταζόταν ότι φτωχοί αγρότες, ναυτικοί και ιερείς, χωρίς πόρους και συγκροτημένη στρατιωτική ηγεσία, θα μπορούσαν να σταθούν, για περίπου 9 χρόνια, απέναντι στον οργανωμένο στρατό της πανίσχυρης τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να τον νικήσουν σε μια σειρά από κρίσιμες μάχες.
Σημείο καμπής για την αλλαγή του κλίματος στο μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης αποτέλεσε η σφαγή της Χίου, τον Απρίλη του 1822 από τον οθωμανικό στρατό, και η επακόλουθη ανατίναξη της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη, που συγκίνησε ως ηρωική πράξη αντίστασης.
Τα συγκλονιστικά γεγονότα, που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες της εποχής, όπως ο «Αυστριακός Παρατηρητής» της Βιέννης, απ’ όπου αναπαράχθηκαν σε γερμανικές και γαλλικές εφημερίδες, προκάλεσαν κύμα φιλελληνισμού.
Το φιλελληνικό κίνημα σε συνδυασμό με άλλα γεωστρατηγικά γεγονότα οδήγησαν τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής το 1825 να ενεργοποιηθούν υπέρ των Ελλήνων.
Το πρώτο σημαντικό γεγονός καταγράφεται στη διάρκεια του 1825, όταν εισβάλλει ο αιγυπτιακός στρατός στην Ελλάδα και καταλαμβάνει το λιμάνι του Ναβαρίνου.
Ηταν μια κίνηση του Αιγύπτιου ηγέτη Μεχμέτ Αλή για να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στον Τούρκο σουλτάνο καταλαμβάνοντας ελληνικά εδάφη.
Ομως, οι μεγάλες δυνάμεις δεν ήθελαν έναν ισχυρό Μεχμέτ Αλή, που θα ήλεγχε την Αίγυπτο και την Ελλάδα.
Ετσι, το 1827 Αγγλοι, Γάλλοι και Ρώσοι έστειλαν 27 πλοία, τα οποία επικράτησαν του αιγυπτιακού στόλου στη ναυμαχία του Ναβαρίνου.
Τον επόμενο χρόνο (1828) ξεκίνησε ο ρωσο-τουρκικός πόλεμος, που τελείωσε το 1829, έπειτα από ειρηνευτική παρέμβαση της Αγγλίας και της Γαλλίας και ενώ ο ρωσικός στρατός είχε σχεδόν φτάσει στην Κωνσταντινούπολη.
Ακολούθησε το 1830 η υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου, που δημιούργησε ένα μικρό, ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο, με ηγεμόνα τον Βαυαρό πρίγκιπα Οθωνα.
Στον σχεδόν εννεαετή πόλεμο υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους περίπου 500.000 Ελληνες και Τούρκοι (εφημερίδα «Αιών» φ. 25.3.1839).
Ωστόσο, όπως γράφει στο ίδιο έργο ο Γιάννης Σκαρίμπας: 
❝ (…) ουδεμία εθνο-κοινωνική [ενν. Επανάσταση] επιχειρήθηκε. Εξαίρεση στάθηκε μόνο το ’21. Κι’ ενώ στη μια του πλευρά (την εθνική) αυτό θριάμβευσε, στην άλλη του (την κοινωνική) ήρθε καπάκι… Οι Τούρκοι έφυγαν και ήρθε… ο Οθωνας! ❞.

Εθνική εορτή από το 1837

Η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε το 1837 ως εθνική εορτή «επί του υπουργείου (=κυβερνήσεως) Ζωγράφου».
Ετσι, στις 25 Μαρτίου 1838 έγινε ο πρώτος επίσημος εορτασμός της εθνικής επετείου.
«Κανονιοβολισμοί και μουσικαί, όρθρου έτι βαθέος, εχαιρέτισαν το επίσημον της ημέρας· επευφημούμενοι ζωηρώς ο βασιλεύς και η βασίλισσα μετέβησαν εφ’ αμάξης εις τον ναόν της Αγίας Ειρήνης ένθα ετελέσθη παρ’ άπαντος του κλήρου πάνδημος δοξολογία», περιγράφει ο συγγραφέας, ο οποίος τονίζει με συγκίνηση την παρουσία στον μικρό ναό των ανδρών του Αγώνος -«οι στρατηγήσαντες εις τας δεκαετείς μάχας, οι οτέ μεν γενναίοι νικηταί, άλλοτε δ’ ένδοξοι ηττημένοι».
Ομως, δύο χρόνια μετά τον πρώτο εορτασμό, το 1840, οι κάτοικοι της Αθήνας «πάγωσαν», καθώς διαπίστωσαν ότι από τις επίσημες εκδηλώσεις απουσίαζε ο «Γέρος του Μοριά», ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Αυτή η απουσία συζητήθηκε έντονα, γι’ αυτό αρκετές ημέρες αργότερα οι εφημερίδες της εποχής επανήλθαν στο θέμα επιχειρώντας να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις.
Ετσι, σύμφωνα με την εφημερίδα «Αθηνά» (φ. της 30ής Μαρτίου 1840), το απόγευμα της παραμονής της εθνικής εορτής «εις την οικίαν του γέροντος Αρχηγού Θεοδ. Κολοκοτρώνη» είχε γίνει μεγάλο γλέντι με προσκεκλημένους αρκετούς στρατιωτικούς και την επομένη τόσο ο ίδιος όσο και πολλοί από τους καλεσμένους δεν μπόρεσαν να παραστούν στην τελετή.
Οι λαμπροί εορτασμοί με συμμετοχή αγωνιστών, τους οποίους επευφημούσε το πλήθος, συνεχίστηκαν για μερικά ακόμα χρόνια, εντυπωσιάζοντας όσους ξένους τύχαινε να βρίσκονται στην Αθήνα.
Ωστόσο, σταδιακά η αγανάκτηση του κόσμου για τη βασιλεία του Οθωνα είχε αρχίσει να εκδηλώνεται ξεκάθαρα.
Σύμφωνα με ανταπόκριση για τον εορτασμό του 1861, που δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό «Ιλουστρασιόν», «συνεκροτήθησαν εν Αθήναις ζωηραί και θορυβωδέσταται διαδηλώσεις, εχθρικαί προς το καθεστώς και την εξουσίαν. Την πρωίαν αμέτρητον πλήθος συνωθείτο εις τα πέριξ του Μητροπολιτικού Ναού, όπου επρόκειτο να τελεσθή δοξολογία».
Ωστόσο, αυτή τη φορά η άφιξη του Οθωνα δεν προκάλεσε επευφημίες.
Αντίθετα, ήρθε αντιμέτωπος με την ψυχρή υποδοχή του λαού: 
❝ Ητο ωχρότατος και το βλέμμα του εφαίνετο αναζητούν κανέν φιλικόν πρόσωπον εν τω μέσω του σιωπηλού παρά την συνήθειάν του λαού ❞.
Ο Οθωνας και η Αμαλία αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα στις 23 Οκτωβρίου 1862…

Η συνάντηση Καραϊσκάκη-Κιουταχή

Γεώργιος Καραϊσκάκης - Κιουταχής
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ήταν μία από τις εμβληματικές μορφές της Επανάστασης του 1821 και οι ικανότητές του αναγνωρίζονταν ακόμα και από τους Τούρκους στρατιωτικούς.
Είναι χαρακτηριστικό ένα στιγμιότυπο που περιγράφει ο γραμματέας και βιογράφος του Καραϊσκάκη, Δ. Αινιάν («Η βιογραφία του στρατηγού Γεώργιου Καραϊσκάκη», υπό του ιδιαιτέρου γραμματέως του Δ. Αινιανού, Αθήνα 1903, σελ. 126-127) από μια συνάντησή του με τον μεγάλο αντίπαλό του, τον Τούρκο Κιουταχή.
❝ Της 9 Αυγούστου, 'σ τα 1826, ο Καραϊσκάκης ανταμώθηκε κατά τύχη με τον Κιουταχή 'σ τη Γαλλική φεργάδα του ναυάρχου Δερνύ (σ.σ. Δεριγνύ), που ήταν αραγμένη ‘σ τον Πειραιά.
Ο Κιουταχής με τον Ομέρ πασά της Χαλκίδας είχαν πάη να ιδούν το ναύαρχο.
Δεν πρόφτασαν να κατεβούν ‘σ τη σάλλα και φτάνει ο Καραϊσκάκης με το Χρηστίδη σε βάρκα Ελληνική από το μπρίκι το Ψαριανό του Γιαννίτση, που ήταν αραγμένο. (…)
Λένε πως επίτηδες ο Γάλλος ναύαρχος είχε φέρη έτσι το πράμα, για να σμίξουν οι δύο αρχιστράτηγοι.
Κι’ αυτό του το είχε ζητήση ο Κιουταχής.
Ταράχτηκε ο Καραϊσκάκης καθώς είδε τον Κιουταχή μπροστά του. Εβαλε το χέρι ‘σ το σπαθί κ’ είπε ‘σ το Χρηστίδη.
- Ωρέ Χρηστίδη, μη μας κάνουν καμμιά μπαμπεσά;
Τον καθησύχασε ο Χρηστίδης. Κι’ ο Κιουταχής όμως ταράχτηκε, καθώς είδε τον Καραϊσκάκη.
Χαιρέτησε ο Καραϊσκάκης τον Κιουταχή, κατά την τούρκικη συνήθεια (με την απαλάμη ‘σ το στήθος) και κάθισε.
Χαιρέτησε κι’ ο Κιουταχής με το κεφάλι, αγέρωχος, και μίλησε πρώτος Αρβανίτικα·
- Τι κάνεις Καραϊσκάκη; Ελπιζα νάρθης ‘σ τα Μπιτώλια να με προσκυνήσης και να σου δώσω όλα τα βιλαέτια, από την Αθήνα ώς την Αρτα.
- Εγώ να σε προσκυνήσω; του αποκρίνεται ο Καραϊσκάκης. Αν είσαι Ρούμελη Βαλεσής εσύ, είμαι κ’ εγώ Ρούμελη Βαλεσής. Κι’ αν ήξερε η Διοίκησή μου ότι κρένομε (=μιλάμε) τώρα μαζί, με κρέμαγε κ’ εμένα και δεκαπέντε χιλιάδες στρατέματα, που έχω ‘σ τη Λεψίνα.
- Και πώς μπορεί να σε κρεμάσει;
- Μήπως δε σε κρεμάει εσένα ο Σουλτάνος όταν θέληΝαι ή όχι;
- Ναι, γιατί τον έχω βασιλιά.
- Λοιπόν με κρεμάει κ’ εμένα, γιατί την έχω βασίλισσα! (ενν. τη Διοίκηση)
Χαμογέλασε ο Κιουταχής. Σηκώθηκε πρώτος κ’ έφυγε από το καράβι.
Την άλλη ‘μέρα ο Κιουταχής τούστειλε καφφέ, ζάχαρη και καπνό. Ο Καραϊσκάκης τούστειλε ένα φόρτωμα κρασί ❞.
Ο Καραϊσκάκης πέθανε λίγους μήνες αργότερα, στις 23 Απριλίου 1827, αφού είχε τραυματιστεί μια ημέρα νωρίτερα, σε μια μάχη κοντά στο Φάληρο.
Ο θάνατός του είχε αποτέλεσμα τη συντριπτική ήττα των ελληνικών δυνάμεων.
Η κηδεία του Γεώργιου Καραϊσκάκη έγινε στη Σαλαμίνα ενώ όλοι οι Ελληνες είχαν βυθιστεί στο πένθος.
Επειτα από 8 χρόνια, στις 22 Απριλίου 1835, καθώς η Ελλάδα είχε απελευθερωθεί, έγινε με μια λαμπρή τελετή η ανακομιδή των λειψάνων του από τη Σαλαμίνα στον Πειραιά, προκειμένου να ταφούν οριστικά στο σημείο όπου έπεσε και όπου ήδη είχε ανεγερθεί το μνημείο του.
❝ Την 22α Απριλίου το πρωί περί την 9 ώραν τα λείψανα απεβιβάσθησαν εκ του πλοίου, το οποίον επυροβόλησεν επτά και δεκάκις, μεσίστιον έχον την σημαίαν.
Εις τον αιγιαλόν του Πειραιώς ευρέθησαν παρατεταγμένοι προς υποδοχήν όλοι οι εν τη πρωτευούση διατριβόντες αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώται των πρώην ελαφρών σωμάτων και διάφορα στρατιωτικά σώματα πεζικού, ιππικού, πυροβολικού και η μουσική.
(…) Η οδός του Πειραιώς από το πρωί ήτον πλήθουσα ανθρώπων παντός γένους και πάσης ηλικίας και τάξεως, καταβαινόντων διά να παρευρεθώσιν εις την λαμπράν ταύτην τελετήν (…) ❞.
Ωστόσο, σε αυτό το σημείο δεν θα ανεγερθεί ανδριάντας του μεγάλου στρατηγού, καθώς όταν αρκετά χρόνια αργότερα συστήθηκε επιτροπή από τον Δήμο Πειραιά ο αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου και μέλος της επιτροπής Θεόδωρος Αφεντούλης είχε αντιρρήσεις.
Συγκεκριμένα, όπως έγραφε στις 4 Μαρτίου 1889 η πειραϊκή εφημερίδα «Σφαίρα», ο Αφεντούλης θεωρούσε ότι το Φάληρο ήταν ακατάλληλο για την ανέγερση ανδριάντα διότι «το μέρος εκείνο είναι πεδίον ήττης και ουχί νίκης» και πρότεινε να ανεγερθεί στην Καστέλα.
Τελικά, ο ανδριάντας ανεγέρθηκε και υπάρχει μέχρι σήμερα στην πλατεία Καραϊσκάκη, στην Ακτή Τζελέπη.

Ο ιερός πόλεμος των Τούρκων και οι ανίεροι υπολογισμοί των ξένων δυνάμεων

Southern Recorder
Στο ξεκίνημά της η Επανάσταση του 1821 θεωρήθηκε μια μικρή εξέγερση αλλά μέρα με την ημέρα γινόταν αντιληπτό ότι επρόκειτο για κάτι πιο σοβαρό.
Ετσι, άρχισε σταδιακά να απασχολεί τις ευρωπαϊκές εφημερίδες, οι οποίες αποτελούσαν πηγή πληροφόρησης των εφημερίδων των ΗΠΑ, που επίσης είχαν εκτενείς αναφορές στο θέμα.
«Οι αναταραχές στις τουρκικές κτήσεις φαίνεται ότι μάλλον έχουν αυξηθεί», αναφερόταν σε δημοσίευμα βρετανικών εφημερίδων της 21ης Απριλίου 1821 (σ.σ. οι εφημερίδες έφτασαν στη Νέα Υόρκη και στις 6 Ιουνίου δημοσιεύτηκε η είδηση στις τοπικές εφημερίδες, απ’ όπου άντλησε την πληροφορία η εφημερίδα της Πολιτείας Τζόρτζια «Southern Recorder» και τη δημοσίευσε στο φύλλο της 26ης Ιουνίου 1821).
Στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρεται ότι «σε θέματα πίστεως δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των Τούρκων και των χριστιανών».
Να σημειωθεί ότι αρχικά η κυβέρνηση του σουλτάνου Μαχμούτ Β' πιθανόν για λόγους σκοπιμότητας «ερμήνευσε» την Επανάσταση ως μια μάχη μεταξύ του Ισλάμ και του χριστιανισμού και απηύθυνε έκκληση για ιερό πόλεμο.
Ετσι, πέτυχε να συσπειρώσει τους τοπικούς διοικητές περιφερειών (πασάδες), οι οποίοι δεσμεύτηκαν να υπερασπιστούν το Ισλάμ και το οθωμανικό κράτος.
Ταυτόχρονα, όμως, ενίσχυσε το θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων και από τον πρώτο καταστατικό χάρτη των εξεγερμένων Ελλήνων (Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822) το θρήσκευμα έγινε καθοριστικό σήμα της πολιτικής ιθαγένειας, καθώς οι Ελληνες πολίτες προσδιορίστηκαν ως ορθόδοξοι χριστιανοί, οι οποίοι κατοικούσαν σε περιοχές της Ελλάδας και είχαν πάρει τα όπλα εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας.
Παράλληλα, η Πύλη διέταξε να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι εξεγερμένοι Ελληνες.
Μάλιστα, ο σουλτάνος σκοπεύοντας να διχάσει υποσχέθηκε επιείκεια για τους νομοταγείς ραγιάδες.
Αποκαλυπτικό είναι έγγραφο της βρετανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, με ημερομηνία 10 Απριλίου 1821, προς το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών (F.O. 78/98, ff. 57-58a, 10 April 1821 No. 16):
❝... Αυτή η κυβέρνηση επιμένει στις προσπάθειές της να σπείρει τον τρόμο στα μυαλά των Ελλήνων υπηκόων της και φαίνεται ότι οι προσπάθειες αυτές ήταν πολύ επιτυχημένες.
Το εμπόριο των Ελλήνων έχει εντελώς ανασταλεί και ένας ένοπλος και εξοργισμένος πληθυσμός περιφέρεται καθημερινά στους δρόμους της πρωτεύουσας και των προαστίων της, διαπράττοντας τέτοιες υπερβολές, που καταστρέφουν κάθε εμπιστοσύνη από την πλευρά των ραγιάδων στην ασφάλεια της ζωής και της περιουσίας τους.
»Αυτή η κατάσταση των πραγμάτων έχει κυρίως παρακινηθεί από τις επίσημες κυβερνητικές δηλώσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι εξεγέρσεις στη Βλαχία και τη Μολδαβία και οι επαναστατικές κινήσεις σε άλλα μέρη είναι μέρος ελληνικού σχεδίου για τη συνολική ανατροπή της μωαμεθανικής θρησκείας (…) ❞.
(Πηγή: Θεόφιλος Κ. Προύσης «Βρετανική Πρεσβεία. Εκθέσεις για την Ελληνική Επανάσταση το 1821-1822: Πόλεμος της Ανεξαρτησίας ή Πόλεμος των Θρησκειών;», Πανεπιστήμιο της Βόρειας Φλόριντα, 2011).
Ομως, έπειτα από φοβερές αγριότητες των Τούρκων ο Βρετανός πρέσβης Στάνφορντ αρχίζει να ανησυχεί και σε νεότερο έγγραφό του αναφέρει ότι οι απόψεις που διατυπώνονται σε διάταγμα του σουλτάνου έχουν «πολύ ανησυχητικό χαρακτήρα και αποδεικνύουν με σαφήνεια τη διάθεση της Πύλης να προσδώσει στην κατάσταση (…) χαρακτήρα σύγκρουσης μεταξύ των θρησκειών χριστιανών και μωαμεθανών». (F.O. 78/98, ff. 154-57, 10 May 1821 No. 30).
Στις 27 Απριλίου 1821 η γνωστή βρετανική εφημερίδα «Lloyds’ List» σημειώνει ότι «η εξέγερση των Ελλήνων στην Τουρκία παραμένει ζωντανή» και πως οι Ελληνες φεύγουν κατά ομάδες από διάφορα μέρη της Ευρώπης για να ενταχθούν στον αγώνα της Ανεξαρτησίας.
«(…) Αν αυτός ο ενθουσιασμός είναι υπαρκτός, η Πύλη θα έχει δύσκολο αγώνα να κάνει, πριν μπορέσει να ελπίσει ότι θα τερματιστεί αυτή η εξέγερση», προβλέπει εύστοχα η βρετανική εφημερίδα, η οποία σημειώνει ακόμα τα εξής ενδιαφέροντα στοιχεία:
❝ Ο πρίγκιπας Υψηλάντης είχε μόνο 3.000 στρατιώτες μαζί του και ο ελληνικός στρατός είχε μόνο δύο κανόνια! Ομως, οι Ελληνες είχαν συλλάβει 13 τουρκικά σκάφη και αποκόμισαν λεία 100.000 δολαρίων ❞.
(Πηγή: «Southern Recorder» φ.10.7.1821).
Σ' αυτή την πρώτη φάση, όπως σημειώνεται σε πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, η Επανάσταση πέτυχε μόνο στην Πελοπόννησο (απέτυχε στη Μολδαβία και τη Βλαχία, όπου κατεστάλη και δεν πραγματοποιήθηκε το σχέδιο για την Κωνσταντινούπολη), καθώς οι περισσότεροι από τους προύχοντες αναγκάστηκαν να προσχωρήσουν, μπροστά στον κίνδυνο να συλληφθούν και να υποστούν τη σκληρή τιμωρία των Τούρκων πασάδων.
Ομως, μετά την αρχική επιτυχία, η Επανάσταση βρέθηκε σε αδιέξοδο για μια σειρά λόγους:
 Καμία πλευρά δεν ήταν αρκετά ισχυρή για να πετύχει μια αποφασιστική νίκη.
Ο οθωμανικός στρατός έπρεπε να ξεκινάει κάθε άνοιξη από τη Θεσσαλία και καθώς δεν κατάφερνε να δημιουργήσει μια χειμερινή βάση στον νότο, υποχρεωνόταν το φθινόπωρο να επιστρέφει.
Από την πλευρά τους, οι Ελληνες ήταν πολύ αδύναμοι για να κάνουν επίθεση εναντίον των Τούρκων και προσπαθούσαν να διατηρούν υπό τον έλεγχό τους τον Μοριά.
 Η διχόνοια μεταξύ των Ελλήνων, αντανακλώντας τις προϋπάρχουσες ταξικές διαφορές, οδήγησε το 1823 ακόμα και σε εμφύλιες συρράξεις.
Οι ένοπλοι αγρότες και πρώην κλέφτες στον Μοριά ήταν πιστοί στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ενώ από την άλλη πλευρά βρίσκονταν πολιτικοί, όπως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, γόνος φαναριώτικης οικογένειας, και ο Γεώργιος Κουντουριώτης, πλούσιος Υδραίος εφοπλιστής.
 Η παρέμβαση από τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία.
Κάθε ένα από αυτά τα κράτη είχε στρατηγικά πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα στην Τουρκία και ήθελε να βεβαιωθεί ότι τα αποτελέσματα του πολέμου στην Ελλάδα δεν θα τους έβλαπταν.
Το δίλημμα στο οποίο είχαν να απαντήσουν ήταν εάν ήθελαν μια ασταθή Τουρκία με απρόβλεπτο μέλλον ή εάν τους συνέφερε η οριστική κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Σε κάθε περίπτωση η παρέμβασή τους θα αποσκοπούσε στο να είναι το τελικό αποτέλεσμα αποδεκτό για τα συμφέροντά τους.
Ετσι, η Βρετανία δεν ήθελε η Τουρκία να γίνει τόσο αδύναμη, ώστε η Ρωσία να αποκτήσει τον έλεγχο των Στενών του Βοσπόρου απειλώντας τις μεσογειακές εμπορικές διαδρομές.
Ο Ρώσος τσάρος, με τη σειρά του, είχε συμπάθεια στους ομόδοξους Ελληνες αλλά φοβόταν τόσο την έννοια της Επανάστασης όσο και το ότι ένα νέο ελληνικό κράτος θα μπορούσε να γίνει σύμμαχος της Βρετανίας.
Τέλος, τα γαλλικά συμφέροντα ήταν εν μέρει οικονομικά και εν μέρει στρατηγικά.
Οι γαλλικές συναλλαγές με την Τουρκία ήταν πολύ σημαντικές και οι Γάλλοι επενδυτές κατείχαν μεγάλο αριθμό τουρκικών κρατικών ομολόγων που θα ήταν άχρηστα αν η Τουρκία κατέρρεε.
Η Γαλλία ήθελε να διαδραματίσει ενεργό ρόλο για να επανέλθει στην παγκόσμια πολιτική σκηνή μετά την ήττα του 1815.

Ζητώντας στηρίγματα στις ΗΠΑ

Αναζητώντας νέα στηρίγματα οι Ελληνες κάνουν εκκλήσεις στις ΗΠΑ για βοήθεια στον αγώνα τους.
Μια τέτοια διακήρυξη, την οποία υπέγραφε ο Πέτρος Μαυρομιχάλης, έστειλε η Μεσσηνιακή Γερουσία, που έδρευε στην Καλαμάτα.
Η διακήρυξη, που απευθυνόταν στους Αμερικανούς πολίτες, είχε γραφτεί στα ελληνικά και αφού έφτασε στο Παρίσι μεταφράστηκε στην τότε διεθνή γλώσσα, τα γαλλικά.
Από τη γαλλική πρωτεύουσα ταχυδρομήθηκε σε κάποιον άγνωστο στη Βοστόνη, με την παράκληση να δοθεί στη δημοσιότητα.
Η διακήρυξη συνοδευόταν από μια επιστολή, που υπέγραφαν ο Π. Ηπίτης, «εκπρόσωπος των Ελλήνων Στρατηγών», ο Αδαμάντιος Κοραής, ο φίλος του Κοραή, γιατρός Αθανάσιος Βογορίδης, και ο Ν. Πίκολο.
Η επιστολή, όπως σημειώνουν οι εφημερίδες των ΗΠΑ, είχε γραφτεί από τον Κοραή και ανέφερε τα εξής:
❝ Ο ανθρωπισμός αναμένει την αναβίωσή του από τον Νέο Κόσμο. Αλλά, το παράδειγμά σας μπορεί να αρκεί για τους άλλους, [όμως] εμείς στις παρούσες δυσκολίες μας χρειαζόμαστε επίσης τη βοήθειά σας.
Πόσο ένδοξη θα είναι η χώρα σας συνεργαζόμενη στο έργο της απελευθέρωσης των Ελλήνων, για την οποία οι άλλες δυνάμεις έχουν παραμείνει αδιάφορες στη φωνή της δικαιοσύνης, στην ευσέβεια και στον ανθρωπισμό!
Η δόξα και μόνο μιας τέτοιας πράξης θα ήταν μια ευρύτατη ανταμοιβή. Αλλά οι Ελληνες δεν έχουν δείξει ποτέ αχαριστία ή ότι δεν αναγνωρίζουν το χρέος τους.
Και παλαιότερα οι φιλικές πόλεις ετιμώντο με χρυσά στεφάνια, και με προτεραιότητα στις συνελεύσεις και στους αγώνες, έτσι θα τιμήσουν και πάλι θα στεφανώσουν τους φίλους και τους συμμάχους τους ❞.
Η παραπάνω επιστολή μαζί με τη διακήρυξη δημοσιεύτηκε στις 15 Οκτωβρίου 1821 στην εφημερίδα «Boston Daily Advertiser» και αναδημοσιεύτηκε σε άλλες εφημερίδες, μεταξύ των οποίων και στην εφημερίδα της Πολιτείας της Τζόρτζια, «Southern Recorder».

Βιβλιοπαρουσίαση , Άννα Λυδάκη, Αναζητώντας το χαμένο παράδειγμα,5 Απριλίου , polis art cafe

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Folklore from the Cradle to the Grave. The Folklore Society‘s AGM conference 2017 in association with Celtic and Scottish Studies, University of Edinburgh and Traditional Arts and Culture Scotland Friday 31 March to 2 April at The Scottish Storytelling Centre 43-45 High St, Edinburgh EH1 1SR A prenuptial blackening at Alford, Aberdeenshire, 22 July 2006. Photo Ian Russell

Folklore from the Cradle to the Grave
Programme Friday 31 March 2017 13.00-- Registration opens 14.00–14.45: FLS Annual General Meeting (Folklore Society members only) 15.00-16.00: The Folklore Society Presidential Address by Professor James H. Grayson: ‗Son Chint'ae and the Foundations of Modern Korean Folklore Studies' (All welcome) 16.00-16.30: Refreshments 16.30-18.00: Panel 1 – Parenting, Grandparenting, and Old Age Daisy Butcher, ‗Stranger Birthings: Netflix‘s Stranger Things and Manifestations of the Terrible Mother Archetype‘ Dr Paul Cowdell, ‗Ghosts, Grandparents, Family Tradition and the Intergenerational Transmission of Folklore‘ Dr Melanie Lovatt, ‗Perpetual Liminality? Critiquing the Application of the Rites of Passage Framework to Residential Homes for Older People‘ 18.00-19.00: Reception 19.00— free to roam and forage for food 19.30: Event: for those who wish, there is Storytelling night led by Dougie MacKay at The Circus Café nearby: more details and booking information at http://www.tracsotland.org/scottish-storytelling-centre/centre-events/6418/guid-crack-tales-from-the-wild-edge Saturday 1 April 2017 9.30-11.00: Panel 2 – North American Narratives Dr Leticia Cortina Aracil, ‗―That without which it is not possible to live‖: Life and Death Motifs in Kirikou and the Sorceress‘ Rosalind Kerven, ‗Narrative Expressions of Marriage in Native American Myths‘ Alexander Long, ‗―Mountain Hollerin‖: A Field Study of the Banshee‘s Presence in Rural Appalachia‘ 11.00–11.30: Refreshments 11.30–13.00: Panel 3 – Societal Issues Dr Matthew Cheeseman, ‗The Liminoid and the Student Experience of Higher Education‘ Dr Ceri Houlbrook, ‗Locking Love: Padlocks as Rites of Romantic Passage‘ Joel Conn, ‗―The first thing to do, if you ever have to clear a house‖: Lawyers‘ Folklore Regarding Dealing with Estates of Deceased Clients‘
Folklore from the Cradle to the Grave
13.00–14.00: Lunch 14.00–15.00: Keynote talk by Professor Margaret Bennett: ‗―By request, no toasters, no flowers‖: From the Cradle to the Grave, Echoes of the Past, Edicts of the Present‘ 15.00–16.00: Panel 4 – Fertility and Birthing Dr Anastasiia Zherdieva, ‗Cradles on Graves: Rituals of Fertility in Turkish Culture‘ Dr Natalia Dusacova, ‗Birthing Practices of Russian Old Believers: Between Traditional Midwifery and Official Medicine‘ 16.00–16.30: Refreshments 16.30–17.30: Panel 5 – Life Cycle and Landscape Sara Hannant, ‗A Charmed Life: Fertility Talismans, Healing Rituals and Funeral Tributes at Sancreed and Madron Wells in Cornwall‘ See Mieng Tan, ‗Bukit Brown Cemetery Exhumation: A Paradoxical Example of Nation Building in Singapore‘ 17.30: free to roam and forage for food 19:30: Event at Storytelling Centre: ‗The Art of the Storyteller‘ with Mara Menzies and David Campbell. To book, visit http://tracscotland.org/scottish-storytelling-centre/centre-events/6412/art-of-the-storyteller Sunday 2 April 2017 9.30–10.30: Panel 6 – Funerary Customs and Practices Professor Patricia Lysaght, ‗Death, Wake and Funerary Practices: Folkloristic Perspectives‘ Dr Helen Frisby, ‗Bidding, Baking and Waking: the Social and Emotional Significance of English Funeral Hospitality Customs, Past and Present‘ 10.30–11.00: Refreshments
11.00–12.30: Panel 7 – Carnival and Nostalgia Dr Lucy Wright, ‗―What a Troupe Family Does‖: Carnival Troupe Dancing and the Performance of Rites of Passage‘ Dr Catherine Bannister, ‗Making a Modern May Queen: Passage, Community, and Contradictions at the ―Smithyhill‖ Guide May Queen Performance‘ William Roberts, ‗Popular Remembrance of War in the Twenty-first Century‘ 12.30–13.30: Lunch 14.00–16.30: Visit to Celtic & Scottish Studies archive
Folklore from the Cradle to the Grave
ABSTRACTS Dr Catherine Bannister (University of Sheffield) Making a Modern May Queen: Passage, Community, and Contradictions at the 'Smithyhill' Guide May Queen Performance Initially created to boost morale during World War II, the 'Smithyhill' Guide May Queen is now an established and elaborate annual custom for the Guides, Brownies and Rainbows of a village in the north of England. Preceded by months of rehearsals, and featuring dazzling costumes, dance and song, the event takes place over three evenings each May. Every performance culminates in the coronation of the Guide May Queen; a girl on the cusp of adolescence belonging to a local Guide group. For the Queen, the event is arguably a pre-teen / teenage rite of passage, infused with ideas of transformation, female identity development, and the constructing of her future self. However, the ceremony, which brings together the Guides organisation, local residents, and the parish church, also incorporates broader messages concerning community cohesion and belonging. These messages are embodied by the May Queen, and also imparted via preparations for the ceremony, the ceremony itself, and further related performances: a parade through 'Smithyhill', and a church service in which past and present Queens participate. This paper unpacks the performance, examining the tensions inherent in the event between the more conventional aspects of the May Queen ceremony—flowers, fancy gowns and femininity - and the modern female teenage identity, particularly in the context of a youth movement seeking to empower young women. Furthermore, it considers the purposes of this custom, that includes aspects of a particular type of Christian English-British identity, for a place which has undergone its own changes since this tradition's inception locally. *The name 'Smithyhill' is a pseudonym intended to ensure the anonymity of participants from the Guides, who I worked with during my PhD research. Catherine Bannister received her PhD from the University of Sheffield, where she researched the current ritual performances and customary practices of the Scouting and Guiding uniformed youth organisations. ********** Prof. Margaret Bennett (Royal Conservatoire of Scotland) ‗By request, no toasters, no flowers‘: From the Cradle to the Grave, Echoes of the past, Edicts of the Present Within the human psyche there is a deep and enduring need to observe customs at every stage of life. This paper is a personal reflection on how we develop our sense of why customs matter to us, and suggests that, from an early age, customs may become part of our cultural identity. We then consider factors affecting change and invention and reflect on how people respond or react, particularly in communities with a long history of practices embedded in local traditions. Margaret Bennett is a folklorist, writer, singer and broadcaster. Her main interests lie in the field of traditional Scottish folk culture and cultural identity of the Scots, home and abroad. The late Hamish Henderson, internationally distinguished poet and folklorist, said about her: ‘Margaret embodies the spirit of Scotland’. From 1984 to 1996 she lectured
Folklore from the Cradle to the Grave
at The University of Edinburgh’s School of Scottish Studies and now teaches part-time at the Royal Conservatoire of Scotland. A prize-winning author, she has written ten books, including Scottish Customs from the Cradle to the Grave (1993, rev. ed. 2011), contributed to over forty others, featured on media productions and several musical collaborations with her son, Martyn Bennett (1971–2005), including the National Theatre of Scotland’s acclaimed production, ‘Black Watch’. Recipient of previous awards for contributions to literature, folklore and culture, she received an Honorary Doctorate of Music (Glasgow, 2010), ‘Le Prix du Québec’ (for contributions to Quebec cultural studies, 2011) and was made an Honorary Professor of the Royal Scottish Academy in 2012. She is widely regarded as ‘Scotland’s foremost folklorist’. ********** Daisy Butcher (post-graduate, University of Hertfordshire) Stranger Birthings: Netflix‘s Stranger Things and Manifestations of the Terrible Mother Archetype Fear of the Mother has dominated mythology, folklore and fairy tales since time immemorial. Using psychoanalysis, I will highlight why we find the Evil Mother figure so terrifying. The Terrible Mother is a feminine archetype—a woman who is sexually dangerous, aggressive rather than submissive, and a threat to both men and children alike. Using the concept of vagina dentata (a fanged vagina) it is interesting to explore the ways in which the maternal and the pleasurable is subverted into the devouring mother and castrator. Peter Dendle states ‗the anatomical site of sex and childbirth becomes associated with the ultimate threshold of mortality: the gateway to hell.‘ The female therefore is commonly associated with entry into the unknown, the underworld and the other world as psychoanalysts such as Erich Neumann have explored. In Stranger Things the heroes are forced to enter ‗The upside down‘ through a tear in space/time which is reminiscent of entering the vagina/tearing the hymen. The demogorgon monster itself which terrorises the inhabitants of Hawkins by stealing children/adolescents has a faceless plantlike appearance which opens its deadly fanged petals to attack its victims. Dendle continues ‗Under its various guises, the vagina dentata transforms the sexual and reproductive female body into a wild animal, a deformed virgin, a tortured mother, a rape victim.‘ The vagina dentata in Stranger Things shows various manifestations of warped maternity as it bursts through the walls of the house: the domestic space, the womb, is shown to have substitute phalluses through the wormlike parasites implanted in its victims and is impervious to penetrative attacks such as stabbing, maiming and gunfire. Eleven, the telekinetic girl herself, is revealed to have been separated from her birth mother to be experimented on and the mother of the missing boy, Will Byers, is shown to step out of the marginalised role of worrying mother to hero. Therefore I will argue in my paper that Stranger Things is a story revolving around The Mother figure in the absent mother, the protective mother and the Terrible Mother/ folkloric vagina dentata. Daisy Butcher is a post-graduate student at the University of Hertfordshire, currently developing a dissertation project on the myth of vagina dentata exploring how femininity and evil are manifested in folklore and literature. Her interests lie particularly with Renaissance and Gothic literature and psychoanalysis. In 2016, she presented conference papers at: ‘Promises of Monster’ (University of Stavanger); The International Vampire Film and Arts Festival (in assoc with Univ. South Wales, in Transylvania); Slayage Con—The Whedon Studies Association (Kingston University); ‘Temporal Discombobulations’ (University of Surrey); and ‘Reimagining the Gothic’ (Sheffield University, where she also won a research award for innovative research for her paper). **********
Folklore from the Cradle to the Grave
Dr Matthew Cheeseman (Southampton Solent University) The Liminoid and the Student Experience of Higher Education Many writers on UK Higher Education (HE) discuss the undergraduate student experience as a 'rite of passage' or as 'liminal'. Residential students are thought of as leaving one defined state and entering another, becoming 'increasingly socially, spatially and temporally divorced' (E. Kenyon, 'Time, Temporality and the Dynamics of Community', Time Society, 9 (1), 2000, pp.21–41, at p.37). Despite this awareness, there has been little empirical work on understanding such rites of passage. This paper draws on three years of ethnography in Sheffield to describe a student experience that resembles a rite of passage as described by Arnold van Gennep. It emphasizes that such rites are commercialised. Indeed, the influence of neoliberalism is contextualised in HE by way of Victor Turner‘s reinterpretation of liminality as ‗liminoid‘, a state where capitalism thrives (V.W. Turner, 'Frame, Flow and Reflection: Ritual Drama as Public Liminality', Japanese Journal of Religious Studies, 6 (4), 1979, pp. 465–499). Finally, the persistence of rites of passage in writing on student life is contextualised within the postwar history of HE and interpreted as an attempt to locate resistance in what is already a heavily commodified experience. The paper thus uses empirical research to challenge interpretative literature and also demonstrate the strong theoretical connection between neoliberal capitalism and the liminoid. Matthew Cheeseman is Senior Lecturer in Media & Cultural Theory at Southampton Solent University, and a member of The Folklore Society’s Council. ********** Joel Conn (Independent researcher) ‗The first thing to do, if you ever have to clear a house‘: Lawyers‘ Folklore Regarding Dealing with Estates of Deceased Clients The legal profession, at least in Scotland, deals only in passing with most life events. Although the public may consult their solicitor in regard to matters tangential to birth or marriage (e.g. a house sale or purchase), death—and planning for death—may require a person to engage directly with legal advice and practice. Many people will seek the advice of a solicitor to write their wills and the same solicitor will likely be called some years later by the next of kin with the sad news of the client‘s passing and a request to handle the Executry (known as Probate or administration of estate in other jurisdictions). This paper will explore the folklore heard or shared by lawyers in regard to these life stages, with a particular study of: Folklore regarding hidden assets or the hiding of assets by the deceased; Folklore regarding unusual bequests or testamentary requests, and trying to give effect to them; and Folkloric elements or motifs contained within claims and disputes in contentious estates.
The paper will further study the different manners in which folklore is utilised in the area, both as the occupational lore of the legal profession (and within that, lore for the purposes of training or warning to younger generations, or for mere entertainment) and as folklore of the members of the public, who may be engaging with an unfamiliar legal process. Joel Conn is an independent researcher, a Solicitor and Notary Public (Law Society of Scotland)
Folklore from the Cradle to the Grave
Dr Leticia Cortina Aracil (Independent Researcher) ‗That without which it is not possible to live‘: Life and Death motifs in Kirikou and the Sorceress The traditional animation feature film, Kirikou and the Sorceress (1998), written and directed by Michel Ocelot, addresses postmodern interpersonal dynamics through the use of typical motifs of West African folklore. This approach emphasises the processes of mutual objectification between individuals and the community in the form of power bonds. The story unmasks the apparent necessity of these structures, stating that the true root of life is belonging to others through love. This is accomplished through a symbolic exploration of the climactic moments of life (birth, sexuality, and death) by using the language of the wonder tale as a vehicle. Due to this language, Kirikou‘s story is often misinterpreted as an African folktale. Ocelot constructs a narrative of his own by using themes from the African oral tradition, but consciously gives them a different meaning to that which they previously possessed in the traditional sources. While this type of story fits into the European category of a wonder tale, this would be a misnomer in African terms, where most of those narrations belong in legendary stories. Yet, this tale and the way in which it is displayed retain a relevant folkloric density that can be encompassed within the concept of rites of passage developed by Joseph Campbell. In this paper I will analyse the film‘s narrative structure from the standpoint of the hero‘s journey. I will demonstrate how Ocelot develops this theme for it to conclude in an inversion of the denouement of the classical mythologem of the katabasis. The reason behind this is that the focus of Kirikou‘s journey is not to defeat a physical death, but an existential state equivalent to death: the impossibility of interpersonal love. I will accomplish this through a contextual commentary on the narrative structure of the film and its symbolic resources. Leticia Cortina Aracil is a Philosopher (PhD from the Universidad Pontifica de Comillas, Spain), Archaeologist (MSc from the University of Edinburgh, Scotland), and Expert in Orientalism and Egyptology (ongoing, from the Universidad Complutense de Madrid, Spain). Her main research interests, from the standpoint of Philosophical Anthropology, focus on the existential interpretation of material culture, with an emphasis on corporeality and its impact on the building of world views. This comprehends diverse approaches, from Antiquity to contemporary interculturality, and rebounds on a critical approach to the theoretical limits of modern thought. ************* Dr Paul Cowdell (Folklore Society) Ghosts, Grandparents, Family Tradition and the Intergenerational Transmission of Folklore
During field research into contemporary ghost belief in Britain I came across many informants whose primary source of ghostlore and its negotiation was a grandparent. For many, grandparents were their first introduction to traditions of, and beliefs in, contact between the living and the dead. It is easy enough to rationalise such a connection, as grandparents are often our first experience of the loss of a close family member; but my research also pointed to the more direct transmission of ghostlore from grandparents to grandchildren rather than in a simple sequential chain through successive generations. I will consider how far this tendency is driven by the specific character of ghost beliefs, but I will argue that that is not the sole decisive factor and other dynamics are also at work. Intergenerational transmission allows for the consolidation of different registers of family tradition as folklore as well as illustrating the relative strengths or weaknesses of emergent family lore through time and successive generations. A belief, for example, may be enacted directly in the grandparent/grandchild interaction even as it loses force in the generation
Folklore from the Cradle to the Grave
between them. A grandparent may be a useful conduit for verbal lore (like granddad jokes) that acquires traditional status within a family, but does so by creating a more widely recognisable traditional ‗character‘ (where I lean on the work of Glassie and Cashman). Folklorists also need to be conscious of how far the lore of a generation at more than one remove from our own, but to which we have a strong sentimental or emotional attachment, may fuel tendencies towards ‗salvage folklore‘, for example in learning of a tradition lost with a grandparent and only remembered by a parent. I will illustrate the argument with material from my ghost research and more widely. Paul Cowdell holds a PhD from the University of Hertfordshire and a MA in folklore from the University of Sheffield. He is currently an independent researcher and a member of The Folklore Society Council. ********** Dr Natalia Dusacova (Russian State University for Humanities, Moscow) Birthing Practices of Russian Old Believers: between Traditional Midwifery and Official Medicine This paper is based on interviews with Russian Old Believers from Moldova, Romania and Southern Ukraine conducted during fieldwork in 2016. Until the 1960s, there were no hospitals in the villages explored, so local women gave birth to children with the help of traditional midwives. When official medicine began to spread, the institution of midwives was not marginalized but started competing with it. A lot of women preferred birthing at home to doing it in rural hospitals. Local midwives not only knew how to relieve physical pain but remembered appropriate prayers and could serve as priests if a child was born weak and needed to be baptized as quickly as possible. In other words, traditional midwives shared vernacular knowledge with birthing mothers. When authorities prohibited the practice of traditional midwifery, local women did not abandon it—they started concealing the fact of giving birth with the help of ritual specialists. Later, women in labour started addressing both the traditional midwives they trusted and doctors who knew modern medical science: the two legitimate systems of knowledge co-existed, and people used both or one of them according to their needs. It resulted in a clear distribution of duties: doctors helped during the childbirth, midwives provided care for new mothers after delivery, bathed and treated babies. Nowadays, women prefer official medicine and equipped hospitals. As for local rural specialists who used to be midwives, they still treat new mothers and newborns for slight illnesses and cure the evil eye or share methods of protection from these misfortunes. Natalia Dusacova, PhD, is a researcher at the Russian State University for the Humanities, Moscow. She is a cultural anthropologist, and author of more than forty publications on the culture of Russian Old Believers in Moldova, Romania and Southern Ukraine. The fieldwork study on which this paper is based was funded by RFBR, according to the research project No. 16-36-60024 mol_а_dk. ********** Dr Helen Frisby (University of the West of England) Bidding, Baking and Waking: the Social and Emotional Significance of English Funeral Hospitality Customs, Past and Present
‗I have more than once heard friends, on taking their leave after the funeral tea, give some such comforting assurance to the bereaved family as the following: ―Well, nobody can say but what you‘ve given him (or her) a most beautiful an‘ respectable funeral […] You‘ve done ivverthing by
Folklore from the Cradle to the Grave
him you could; there‘s neea two ways aboot that!‖‘ (J.S. Fletcher, A Book About Yorkshire. London, 1908, p.177). While the Edwardian folklorist J.S. Fletcher seems to have recognised the important social and emotional functions of hospitality customs at funerals, some of his colleagues were notably less sympathetic: ‗[s]ome of the humbler classes would half ruin themselves by their lavish expenditure at these times: funeral reform had not been heard of in those days unfortunately‘ (M.C.F. Morris, Yorkshire Folk-Talk. London, 1892, p.233). This paper will discuss the social and emotional dimensions of English funeral hospitality customs past and present. It will besuggested that historians, taking the accounts of contemporary folklorists at face value, have largely failed to appreciate ‗the consistent traditional view of social norms and obligations, of the proper economic functions of several parties within the community, which, taken together, can be said to constitute the moral economy of the poor‘ (E.P. Thompson, Customs in Common. Pontypool, 1991, p.188) inherent within such apparently superfluous customs. Helen is an internationally recognised expert on the history, folklore and material culture of death, dying and bereavement. She’s appeared on The History Channel, BBC Radio 4 and the World Service discussing popular funeral customs in Victorian and later England. Helen has taught British and European history at UWE, as well as on the UK’s only degree-level funeral directing programme at Bath University. Current projects include a book on the moral economy of the Victorian folk funeral, and research into the gravedigger’s role, past and present, as a mediator of disposal and commemorative practices. ********** Prof. James H. Grayson (University of Sheffield, and The Folklore Society) Son Chint‘ae and the Foundations of Modern Korean Folklore Studies: The Folklore Society Presidential Address 2017 Modern Korean folklore studies began in the second decade of the twentieth-century during the period of Japanese colonial occupation, and reflected nationalistic aspirations and concerns. The key early figure in this movement was Son Chint'ae, folklorist, ethnographer, and historian, who promoted the concept of Sin minjok-chuui (Idea of a New People). His methods of research and his academic and nationalistic aims set the tone for much of twentieth-century Korean folklore studies. James H. Grayson is Emeritus Professor of Modern Korean Studies in the School of East Asian Studies, The University of Sheffield, and was President of The Folklore Society 2014-2017. ********** Sara Hannant (City, University of London) A Charmed Life: Fertility Talismans, Healing Rituals and Funeral Tributes at Sancreed and Madron Wells in Cornwall Wells have long been regarded as sacred—as a prime source of the waters of life and survival. Wondrous stories tell of cures, visions and divinatory practices occurring at holy wells and there remains a firm belief that wishing at wells can magically transform events.
In Cornwall, a folkloric practice is carried out to procure good health. A strip of cloth or ‗cloutie‘ is torn from a person‘s garment, dipped into the well then hung on a nearby tree. As it falls to the earth and rots, it is believed the illness will disappear. The cloths are said to connect to the
Folklore from the Cradle to the Grave
opaque but powerful numinous—the divine power or spirits thought to inhabit the sacred place. However, many cloths do not biodegrade and are consequently removed by the Cornish Ancient Sites Protection Network. In this presentation, I will examine the material evidence found at Sancreed and Madron wells in Cornwall. Among the remains of the healing ritual described, there are also votive and ex-voto offerings representing Pagan, Christian and Buddhist beliefs, ranging from fertility charms to funeral tributes. In response to this research I have created a series of photographs ‗Numinous‘ which were commissioned and exhibited by Forty Hall in London. The work explores a dialogue between contemporary votive rags, folk magic and the four classical elements of water, air, fire and earth, which are used to re-animate the discarded cloths.Celestial and human forms appear to be revealed in the images, suggesting that these are entities inhabiting the offerings. While we might not refer to these illusions as a divine power or spirits, at some level this recognition invites belief, prompting the viewer to contemplate visible and invisible relationships. Sara Hannant is a photographer whose work explores magical belief, seasonal cycles and folklore. Her book Mummers, Maypoles and Milkmaids: A Journey through the English Ritual Year (2011) received the runner-up Katharine Briggs Folklore Award in 2012, and the exhibition of the same title is being toured by the Horniman Museum. Her recent publication with Simon Costin, Of Shadows: One Hundred Objects from the Museum of Witchcraft and Magic was published in 2016. Sara has exhibited widely including at The Royal Society of Arts, Sotheby’s and Towner Art Gallery. Her photographs have been featured on the BBC, and in The Guardian and The Sunday Times among others. Since 2010, she has lectured in photography at City, University of London. ********** Dr Ceri Houlbrook (University of Hertfordshire) Locking Love: Padlocks as Rites of Romantic Passage In 2006, Italian writer Federico Moccia published the romantic novel Ho voglia di te [I Want You], in which a character attaches a padlock to the Ponte Milvio, Rome, as a statement of romantic commitment. Local teenagers imitated the practice, ‗locking their love‘ by depositing a padlock—inscribed with their initials, names, dates, or personal messages—to the bridge and throwing the key into the river below. Unsurprisingly, tourists were soon following suit. The subsequent dissemination of this practice was rapid and geographically unbound, with accumulations of ‗love-locks‘ emerging in locations as distant and varied as Paris and Taiwan; New York and Seoul; Melbourne and Moscow. This paper will focus on the material evidence of two British love-lock assemblages: a growing accumulation in Manchester and the love-locks removed from Leeds‘ Centenary Bridge in 2016, following concerns that they were damaging the bridge‘s fabric. Cataloguing the inscriptions on these love-locks, it quickly became clear that their deposition was, in some cases at least, viewed as a romantic rite of passage. By ‗locking their love‘, the depositors were publically declaring their commitment to each other. In addition, some love-locks commemorated engagements, weddings, and anniversaries, and ethnographic evidence from elsewhere in the world supports this theory; in Moscow, for example, it has become the custom for couples to be photographed attaching a love-lock to the Luzhkov Bridge on their wedding day. This paper will explore the seemingly worldwide popularity of the love-lock as a romantic rite of passage by considering its symbolism, historical context, and cultural associations.
Folklore from the Cradle to the Grave
Ceri Houlbrook holds a PhD in Archaeology from the University of Manchester, and is currently an Early Career Researcher at the University of Hertfordshire. Her research focuses on ritually concealed objects and contemporary ritual deposits. ********** Rosalind Kerven (Independent Scholar and Author) Narrative Expressions of Marriage in Native American Myths The search for the right marriage partner, by an individual and their interested relations, can lead to tensions familiar to people worldwide. These often continue long after the wedding ceremony. Some couples may be irreparably incompatible. Others may encounter jealousy from their parents, or come into conflict with their in-laws. Myths use allegory to explore issues around this pivotal part of the life cycle, and indicate acceptable behaviour. Few mythologies can rival those of Native America for their striking approach and humane vision. My paper draws on Blackfoot, Cree, Lillooet, Modoc, Pawnee, Shasta and Wasco historical traditions that explore important issues around marital harmony or discord. Extraordinary characters and situations include the man whose search for an industrious housewife ends with him wedding a Beaver; a young woman whose joy at marrying her charismatic idol is dispelled when her parents reject the resultant shape-shifting child; the hopeless union between icy Mountain Glacier and warm Chinook Wind; and a father lusting for his own daughter. Encounters with anthropomorphic animals and tricksters, and visits to the strange parallel world in the Sky, provide startling insights into the realities of marriage in all cultures. Rosalind Kerven is an independent scholar and the author of over sixty books published in twenty-two countries, including several bestsellers. With an academic background in social anthropology, she has been collecting and retelling Myths, Legends, Folk Tales and Fairy Tales from around the world for over thirty years. Her current work in progress is a definitive collection of Native American stories, using archived material originally collected in the field between the 17th and early 20th Centuries. Her previous books are published by Cambridge University Press, The British Library, British Museum Press, The National Trust, Oxford University Press, Dorling Kindersley, Pearson, and many other publishers including her own small imprint, Talking Stone. They include: Viking Myths & Sagas; Faeries, Elves & Goblins –The Old Stories; Arthurian Legends; English Fairy Tales & Legends; The Mythical Quest; Aladdin & Other Tales from the Arabian Nights; The Rain Forest Storybook; In the Court of the Jade Emperor (Stories from Old China); Earth Magic Sky Magic (Native American Stories) and The Slaying of the Dragon – Tales of the Hindu Gods. She has also written children‘s fiction and non-fiction, and numerous articles for magazines and journals. Her website is www.workingwithmythsandfairytales.blogspot.co.uk ********** Alexander Long (East Tennessee State University) Mountain Hollerin‘: A Field Study of the Banshee‘s Presence in Rural Appalachia
Suspicion, wonder, horror and contempt all sift through the mythic haze surrounding the banshee. Riddling the darker stories of Irish fairy and folktales, the banshee embodies the boogie in the darkness, the one all feared. Through all of her manifestations, this ‗death-messenger‘ stresses the importance of knowledge in society—the ability to foresee impending doom, even if it is shocking and horrific, allows the family time to prepare and get their affairs in order. Despite the banshee being regularly thought in folk and social belief as the Irish fairy/spirit, the Long family of Southwest Virginia does not exclusively see her as some screeching waif in the dark but as a very
Folklore from the Cradle to the Grave
real part of the Holy Spirit that inhabits them through the practices of their faith, giving them power to wield at their discretion. Far exceeding ‗cultural source‘ folklore, the beliefs shared today by the community are‘experiential source‘ folklore which is felt on a daily basis. Conducting autoethnographic interviews with members of the community, along with close and extended family members, I have learned of the deep connection the family has with this enigmatic spirit. Often chided for our ‗banshee-ness,‘ the Longs find their spiritual power to be fulfilling and confirmation from a loving God who rewards His children who honour and follow Him. Comparing the lore which our ancestors kept with the present experiences of the family and all they visited, the essential characteristics of the fabled banshee will be analyzed as a translation into the very devout Spirit of the Appalachian Mountains. Alex Long holds a Master's degree with his research mainly focusing on folklore and the Scottish/Irish influence on Appalachian folkways and folktales, along with a large concentration of research on eighteenth-century literature both in Britain and in the United States. He works alongside regional authors, playwrights and directors on academic programs for secondary education students. Through his work with author/director, Adriana Trigiani, they have teamed together to form ‘the Origin Project’ which promotes youth in the community to research and discover their family's heritage and shared folkways. The program has published articles and stories and screenplays written by the regional youths annually for the last three years. ********** Dr Melanie Lovatt (Lecturer in Sociology, University of Stirling) Perpetual liminality? Critiquing the Application of the Rites of Passage Framework to Residential Homes for Older People The rites of passage framework has frequently been applied to residential homes for older people. Previous studies have focused on the first two phases of the framework: the separation phase, where older people leave their homes in the community and move into residential accommodation, and the transitional or liminal phase, where residents are conceptualised as existing in an ambiguous state. I argue that insufficient attention is paid to the possibility of the third phase—incorporation into a social grouping and acquisition of a new social status. Instead, residents are conceptualised as ‗stuck‘ in a perpetual liminality, where the only opportunity for resolution is through death. I suggest that the reason for this is a pervasive and continued assumption that residential homes are inevitably awful environments where residents face ‗institutionalisation‘ and irreversible decline. More broadly, resolution from the liminal phase into the reconnection phase depends on an imagined future which is often culturally denied to the very old, who are thought to be oriented primarily to the past. Here I present findings from data collected during twelve months of ethnographic fieldwork and interviews in a residential home for older people in the north of England. I suggest that through everyday practices, such as cleaning and taking part in activities, and maintaining and forming new social relationships, residents were able to successfully reconnect in the residential home. I argue that for these residents, liminality was not an appropriate term to explain or understand the ways in which they experienced life in the residential home. Rather, ‗becoming at home‘ was an ongoing process which involved intersecting elements of past, present and future temporalities. That older people in residential homes are perceived as existing in a permanent liminal state reflects and reinforces a conceptualisation of older people as having no future.
Folklore from the Cradle to the Grave
Melanie Lovatt has been a lecturer in Sociology at the University of Stirling since August 2016. She is particularly interested in the sociologies of ageing, health and illness, and death and dying. Her PhD (University of Sheffield) looked at how older people in residential accommodation make a sense of home (or not) through interactions with material culture. Prior to this, she completed an MA in folklore at Memorial University of Newfoundland and a BA in history at the University of York. ********** Prof. Patricia Lysaght (University College Dublin, and The Folkore Society) Death, Wake and Funerary Practices: Folkloristic Perspectives The second half of the twentieth century witnessed a proliferation of literature on death in the western world. This literature included publications on death by scholars in a range of disciplines, including anthropology, sociology, history, folklore, psychiatry and psychoanalysis, in Europe and the United States in particular. Studies by folklorists concerning aspects of death beliefs and rituals during this period, especially in a Scandinavian context, include works by Juha Pentikäinen (The Nordic Dead-Child Tradition, 1968), Nils Storå (Burial Customs of the Skolt Lapps, 1971), Lauri Honko (‗Balto-Finnic Lament Poetry‘, 1974) and Aili Nenola-Kallio (Studies in Ingrian Laments, 1982). In Ireland, too, folkloristic studies and perspectives on dying, death, burial, mourning, and the afterlife of the dead, also appeared, especially from the 1950s. An overview study of death ceremonial in Ireland was published in 1952 and a regional work on the same topic appeared in the 1990s. Other work by folklorists in the Irish context has concentrated largely on different aspects of the death event, such as wake games, lamentation, omens of death, wake and funerary rites for young children, traditional burial practices and places of burial of unbaptized children, and so on. This presentation attempts an analysis of traditional death ceremonial in Ireland in the light of Arnold van Gennep‘s concept of passage rites or ceremonial patterns that mark an individual‘s transition from one stage of life to the next, or from one social group to another, in different cultures and societies. The presentation also deals briefly with the reconfiguration and recontextualisation of the wake for the dead as an element of mortuary practice in Ireland in view of the growing diversity of funeral services that reflect changing attitudes to death, religion, and institutionalised church authority in contemporary Irish society. Patricia Lysaght is Professor em. of European Ethnology (University College Dublin, Ireland), a Member of the Royal Irish Academy, and a Member of the Royal Gustavus Adolphus Academy for Swedish Folk Culture which awarded her the Torsten Janckes minnesfond prize for scholarship in 2012. She was Editor of Folklore from 2004 to 2012 and was awarded The Harold Coote Lake Research Medal by The Folklore Society in 2013. She is also the incoming President of The Folklore Society (2017–2020). ********** William Roberts (Cardiff University) Popular Remembrance of War in the Twenty-first Century
While the Poppy Appeal and Service of Remembrance remain the best-known activities, during the United Kingdom‘s annual period of Remembrance there has been a noticeable development of both institutional and popular forms. There has been an increase in the number of fixed memorials to those who served in the Second World War, events and ceremonies associated with current conflicts, notably in Afghanistan, and since 2014, a range of activities commemorating the centenary of the First World War. The broader national context is summarised as a basis for
Folklore from the Cradle to the Grave
considering the activities recorded in Cardiff, during the period 2010 to 2016. As the capital of Wales, Cardiff has a wider range of remembrance activities than many other cities of similar size; such activities include both formal institutional events and informal, often personal, forms of remembrance. There are a few elements which are particular to Cardiff and/or Wales, but the events in the city provide a useful example of remembrance in the present day. William Roberts is currently completing a PhD in the School of Welsh at Cardiff University, on popular participation in public events and ceremonies in the twenty-first century. His interests centre on the ways in which the activities themselves and the popular engagement illustrate or reflect traditional forms and behaviours. ********** See Mieng Tan (Postgraduate student, University of Edinburgh) Bukit Brown Cemetery Exhumation: A paradoxical example of nation building in Singapore Bukit Brown is a large, defunct Chinese cemetery in Singapore. From 1 January 1922, it served as a public Chinese cemetery and contained around 100,000 graves at the time of its closure in the 1970s. In 2011, the government announced that some 3700 graves would be cleared to build a major highway and housing. The announcements resulted in strong objections from the ground, comprising grave enthusiasts, nature and heritage activists, as well as the United Nations (J. Huang, ‗Resurgent Spirits of Civil Society Activism‘, JMBRAS, 87(2), 2014, pp. 21-45). The primary opposition centres upon the rich historical, cultural and biodiversity values of the cemetery that ought to be preserved instead of destroyed. Expressed in various forms such as petitions, online blogs, and Youtube videos, these collective voices contribute to the initial sparse body of knowledge about the cemetery, and more importantly, reveal the folklore of this particular burial site. Using secondary data, this paper discusses the case as a paradoxical example of Singapore‘s nation building efforts. The collective grassroots voices demonstrate that Bukit Brown Cemetery is a deathscape heritage despite the Singapore government‘s negation of it. The cemetery is home to the remains of many pioneers from the Chinese community in Singapore and native species of flora and fauna. The collective voices resound with Anderson‘s ‗horizontal comradeship‘ (B. Anderson, Imagined Communities 2006, pp.1-7), which is essential to the creation of a national community. Yet, the government has chosen not to harness the power of the collective to enhance its nation building endeavour. The strong grassroots dissent questions the government‘s nation building strategy and illuminates the invisible power of folklore in uniting (at least some of) the citizens. See Mieng Tan is a postgraduate student, from the University of Edinburgh. She is from Singapore and is passionate about death studies. In particular, she is interested in cemeteries, body disposal practices, mortuary rituals, and ancestor worship amongst the Chinese-Singaporeans. She has a Master of Social Science degree in Sociology from the National University of Singapore. She is expected to graduate with a Master of Science degree in Social Anthropology from the University of Edinburgh this year. ********** Dr Lucy Wright (University of Sheffield) ‗What a Troupe Family Does‘: Carnival troupe dancing and the performance of rites of passage The term ‗troupe dancing‘ describes a range of competitive, team-formation dances from the North of England and Wales, whose origins lie in the popular town carnival movement of the 19th and 20th centuries, and which represents, I argue, a vibrant strand of contemporary folk performance.
Folklore from the Cradle to the Grave
Troupes demonstrate a strong sense of community, simultaneously as members of individual troupes and as part of the wider ‗carnival world‘, frequently describing their team mates in terms that connote a family relationship, whether or not they are related. Drawing on conversations with troupe dancers, this paper reflects on the ways in which the ‗troupe family‘ functions as a site for the performance of rites of passage, both integral to and outside of the dance itself. This includes progression towards specific points of transition, including a dancer‘s graduation into the high-status ‗Senior‘ line, as well as the communal landmark of winning ‗Troupe of the Year‘ at the End of Season championships. At the same time, troupes provide a crucial lived context for the experience and negotiation of personal rites of passage associated with the life cycle, including births, marriages and death. In her exploration of ‗embodied geographies‘, Elizabeth Kenworthy Teather suggests that ‗there may be a latent need for certain rites (ceremonies) of passage to be reintroduced‘ (1999: 21). I suggest that in troupe dancing the benefits of conducting rites of passage are embedded within community organisation. Indeed, it might even be argued that troupe dancing is partially constructed from and for the performance of rites of passage. Through the conscious creation of shared ways of commemorating and bearing witness to a wide range of transitional stages both ‗on‘ and off the performance ‗arena‘, troupe families ensure the continued presence of ‗culturally appropriate ways of helping individuals win through‘ (Teather, 1999: 13).
Photo copyright: Lucy Wright Lucy Wright is a post-doctoral researcher at the University of Sheffield, currently working on the AHRC-funded Digital Folk project (www.digitalfolk.org). Her primary research interests are contemporary English folk music and dance—in particular exploring the legacy of the town carnival movement in the Northwest of England—and the relationships between performance and material culture. Her recently completed PhD involved more than 18 months of fieldwork with members of the girls’ carnival morris dancing community in Greater Manchester, and some of the results are currently on display at Cecil Sharp House, in the photographic exhibition, This Girl Can Morris Dance. Prior to taking up an academic post, Lucy was lead vocalist in the BBC Folk Award-nominated act, Pilgrims’ Way, and she now pursues a parallel strand as a ‘socially-engaged’ artist. Her work involves re-imaginging a range of traditional performances and crafts and she currently has three morris dancer's hats on display at Compton Verney Art Gallery, as part of the exhibition, 'Creating the Countryside' (www.artistic-researcher.co.uk). **********
Folklore from the Cradle to the Grave
Dr Anastasiia Zherdieva (Independent Researcher) Cradles on Graves: Rituals of Fertility in Turkish Culture The subject of the research is published materials of field work on rituals and legends about Turkish saints. In Turkish culture, saints are people who could perform miracles before and after their death. They could help one person or a whole village. According to oral narratives, which are spread all over Turkey, dead saints pray on their graves, never sleep, and sometimes they are reading in their shrines, and going to Mosques on Fridays. According to the official Islamic version, saints are God‘s close friends, therefore they are asked by people for numerous favours. It could be a request for a new job, luck in exams, cure from different diseases, but the most frequent problem is barrenness of women, animals, or lands. This paper concentrates on rituals performed for solving problems of barrenness. For example, rag cradles or baby's bootees are hung up on a saint‘s grave and should be swung by barren woman. In different cases, a woman should spend one night on a saint‘s grave, or she has to eat soil from a saint‘s grave to become pregnant. In the end, a woman has to vow that, if her wish is realized, she will make a sacrifice. It is believed that if the woman got pregnant but did not make a sacrifice she could die, become paralyzed, or could lose her child. After the child is born, if it is a boy three lambs should be killed and eaten on the saint‘s grave; if it is a girl, only one. Both girls and boys should be named after the saint who helped their mother became pregnant. The hair of a child should not be cut till s/he is seven years old and afterwards the first hair cut should be brought to the saint‘s grave. These rituals and ritual behaviour are analyzed in the present paper.
Anastasiia Zherdieva, PhD in Cultural Studies, is an independent researcher. She is mostly interested in mythology and study of folklore especially in Crimean and Turkish folk legends, but also relationships between legend and myth, sacred geography in legends, the miraculous in myth consciousness. **********