Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ/ΔΙΚΑ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ/ΔΙΚΑ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

50 συγγραφείς : μια χριστουγεννιατική βιβλιοφιλική ανάμνηση (συναισθηματικό γκάλοπ) 01079, https://www.oanagnostis.gr/50-syggrafeis-k-a-mia-christoygenniatiki-vivliofiliki-anamnisi-synaisthimatiko-gkalop/?fbclid=IwAR2HcLFeSvsiqh7diEhRhO8SJFd0HcLHAS2oxuAI4Hq5HwQtTFjl26oe5k4

 



 

 

 

Χριστούγεννα με την αίσθηση ενός βιβλίου:  νοσταλγία, αναστοχασμός, μνήμη οδυνηρή ή χαρούμενη, ξάφνιασμα, επιστροφή, σχέση ζωής ή πρόσκαιρη ευτυχία, ανέφελη ζωή ή βιοτή με εμπόδια, εδώ ή κάπου μακριά στον χώρο …ένα βιβλίο διασχίζει τον χρόνο. Στο συναισθηματικό αυτό γκάλοπ του Αναγνώστη ανταποκρίθηκαν τόσοι πολλοί φίλοι του περιοδικού που μας συγκίνησαν. Τους ευχαριστούμε από καρδιάς και ευχόμαστε σε όλους όσοι αγαπάνε το βιβλίο μια πλούσια αναγνωστική χρονιά. Με υγεία και δύναμη για το 2022.

Η Συντακτική Επιτροπή

 

Βενετία Αποστολίδου (καθηγήτρια Πανεπιστημίου, ΑΠΘ)

Χριστούγεννα του 1975. Μεταπολίτευση. Εγώ 14 χρονών, πρώτα φλερτ μαζί με πολιτική αφύπνιση και πρώτα σοβαρά διαβάσματα. Όλα μπερδεύονταν  γλυκά αλλά και με αγωνία. Ένα αγόρι που μ΄ενδιέφερε, πιο προχωρημένο από μένα σε όλα, στην ηλικία, στα πολιτικά, στα βιβλία, μου  δώρισε το βιβλίο του Μάριου Χάκκα,  Ο μπιντές και άλλες ιστορίες,  λέγοντάς μου με νόημα «διάβασέ το και θα το συζητήσουμε». Πιάνω το βιβλίο στα χέρια μου και παθαίνω σοκ. Δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτε. Παραλύω από το άγχος. Τι θα έχω να πω στην ενδεχόμενη «συζήτηση»; Όπως ήταν αναμενόμενο, τα πράγματα δεν πήγαν καλά με το αγόρι, αλλά τον Χάκκα δεν τον ξέχασα ποτέ και, λίγα χρόνια αργότερα, ο μπιντές βρήκε το νόημά του.

 

Διαμαντής Αξιώτης (συγγραφέας)

Στρατόπεδα συγκέντρωσης, τρόπος λειτουργίας, εντοπισμός τους σε διαφορετικές χώρες και εποχές. Η ψυχική υγεία, το στίγμα, ο εγκλεισμός και οι φαρμακευτικές αγωγές. Η τρέλα υπό το πρίσμα της ηθικής. Η ενοχή της ανθρώπινης φρίκης και των γονιδίων. Η αντιμετώπιση, η έλλειψη εξατομικευμένης θεραπείας.   Στο βιβλίο του Γκονσάλο Μ. Ταβάρες, Ιερουσαλήμ  οι ζωές πέντε ανθρώπων διασταυρώνονται βιαίως.  Ένας τρόφιμος ασύλου επιχειρεί να αυτοκτονήσει. Ένας ψυχίατρος, με σηκωμένο πέος, αναζητά μια ηβική αποζημίωση. Ένας πρώην πολεμιστής σημαδεύει την αυλή ενός σχολείου, όπου παίζουν παιδιά. Μία σχιζοφρενής, αναζητώντας μια ανοιχτή εκκλησία ώρα τέσσερις το πρωί, σκέφτεται τη βασική λέξη: πόνος. Όσο το Θείον Βρέφος καθυστερεί τη γέννησή του, ο πόνος κυριαρχεί.

 

Αναστασοπούλου Γιούλη, (συγγραφέας, σεναριογράφος)

“Ο παλαιός των ημερών” του Παύλου Μάτεσι υπήρξε για μένα ένα βιβλίο καθηλωτικό.Το διάβασα σε νεαρή ηλικία. Η γλώσσα του βαθιά, σαν να μιλούσε πριν να εφευρεθεί η γλώσσα, σχεδόν σε προλεκτικό επίπεδο. Ένοιωσα να ανατριχιάζω, να σαστίζω στις δυνατές εικόνες του Ελληνικού τόπου και των ανθρώπων του που ζούσαν ενστικτωδώς. Θα θυμάμαι την ιστορία του παλαιού, σαν μια θαυμάσια αλληγορία για το θαύμα και τα θαύματα που προσδοκούμε καθημερινά.

                     

Ευάγγελος Αυδίκος, (συγγραφέας, καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας)

Μπορεί  ένα βιβλίο που δεν διαβάστηκε, κάποια  Χριστούγεννα, να έχει αφήσει το πιο έντονο ίχνος στη μνήμη; Κι όμως. Έρωτας από την πρώτη ματιά. Ήμουν έτοιμος να ακολουθήσω τον «Μικρό πρίγκιπα» του Σαιντ Εξυπερύ στο  ταξίδι του στο άπειρο. Μετά το σκόλασμα. Εκεί. Στον πάγκο του πρακτορείου εφημερίδων. Χάιδευα το εξώφυλλο. Άδραχνα το σχοινί που κρατούσε ο πρίγκιπας , τρυπούσα μαζί του τον μικρό μου κόσμο. Πώς βρέθηκε στο σπίτι; Μπερδεύτηκε με το τετράδιο, ψέλλισα. Κοκκινογούλι τα μάγουλα. Φωτιές πετούσαν οι παλάμες όσο το φιλοξένησα στο σπίτι. Δεν τόλμησα να το ανοίξω. Ούτε να το χαϊδέψω.

Άννα Αφεντουλίδου(ποιήτρια, εκπαιδευτικός)

Μόλις είχε τελειώσει το πρώτο τρίμηνο της Α΄ Γυμνασίου και σε λίγο θα άρχιζαν οι χριστουγεννιάτικες διακοπές. Μαζί με το πρώτο ερωτικό ραντεβού σε εκείνο το στενό γραφειάκι «προτού αλλάξει ο χρόνος», πήρα, για πρώτη φορά επίσης, ως δώρο ένα ποιητικό βιβλίο: Ποιήματα και Πεζά του Κ.Γ.Καρυωτάκη. Ήταν η μουσική του τόσο μαγικά μυστική; Ήταν η εφηβεία που κάλπαζε ανυπότακτη; Δεν ξέρω. Αλλά από τότε δεν υπήρξε για εμένα καμμιά ποίηση τόσο επιδραστική, τόσο συγγενής με την ψυχική μου διάθεση, τόσο κοντά στον βαθύτερο μου εαυτό. Εξαιτίας του βιβλίου αυτού, άρχισα να γράφω. Ευγνώμων και μετανοούσα, ευτυχής και θλιμμένη… Αγκιστρωμένη συνεχώς σε εκείνο το «όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός».

Γιώργος Βέης (ποιητής)

Η συνάντησή μου με τον Μιχαήλ Στρογκώφ υπήρξε ασφαλώς καθοριστική. Συνέβη στην Τετάρτη ή στην κρίσιμη Πέμπτη Τάξη του Δημοτικού. Ακριβώς τότε που η πραγματικότητα δείχνει πάντα αχανής. Ήταν δώρο χριστουγεννιάτικο του πατέρα μου. Το μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν, έκδοση για παιδιά, με πολύχρωμο, σκληρό εξώφυλλο,  διαβάστηκε μέσα σ΄ ένα απόγευμα. Δεν μπορούσα να σηκώσω κεφάλι. Ευτυχώς δεν με ενόχλησε κανείς, θυμάμαι. Οι σελίδες του βιβλίου άνοιγαν παράθυρα στον υπερ-κόσμο: η γεωγραφία με καλούσε να την μυθοποιήσω και ταυτόχρονα να την περπατήσω. Χρόνια μετά συνειδητοποιούσα ότι επρόκειτο για ένα κάλεσμα ισχυρό κι ανεπανάληπτο: να ταξιδέψω δηλαδή, όσο γίνεται, στο άλλο.

 Ελένη Γεωργοστάθη (συγγραφέας)

Το χριστουγεννιάτικο ανάγνωσμα που σημάδεψε την παιδική μου ηλικία ήταν η Τάξη που πετάει του Κέστνερ, ένα μυθιστόρημα όπου, με αφορμή μια χριστουγεννιάτικη σχολική παράσταση, ξεδιπλώνονταν οι συγκρούσεις, οι δυσκολίες, οι αγωνίες και τα όνειρα μιας παρέας αγοριών στην προχιτλερική Γερμανία. Κάποια άλλα Χριστούγεννα, τριάντα χρόνια μετά, ξαναδιάβασα το βιβλίο εκείνο, με το εύλογο άγχος της ενήλικης που αναρωτιέται αν θα βρει σε ό,τι αγάπησε ως παιδί κάτι περισσότερο από την εξιδανίκευση της ανάμνησης. Ευτυχώς ήταν όλα εκεί: η τρυφερή ανθρωπιά, η ευαίσθητη κοινωνική ματιά, η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο. Κι ακόμα, η λάμψη μιας παρέας παιδιών που έμελλε να μεγαλώσουν απότομα όταν το κακό ήρθε να σαρώσει τον κόσμο τους ολόκληρο. Ένα φως μακρινό, από έναν άλλο, χαμένο κόσμο. Το ίδιο που γέμισε χαρά, συγκίνηση κι ελπίδα τα δικά μου παιδικά χρόνια.

Ευτυχία Γιαννάκη (συγγραφέας αστυνομικών)

Στο τέλος κάθε χρόνου παίζουμε λίγο πολύ τα ρέστα μας, με ό,τι περισσεύει από τη χρονιά που φεύγει και όσα επενδύουμε στη χρονιά που έρχεται. Ένας Ταχτσής που κινείται οριακά ανάμεσα στην εξομολόγηση, τον μύθο και την πραγματικότητα, με έναν αφηγητή που μεγαλώνει στη μεταπολεμική Ελλάδα εμφανίζεται στο οικογενειακό τραπέζι των Χριστουγέννων και ζητάει τα Ρέστα μας. Έρχεται η ζωή του μέσα από ένα βιβλίο αντικανονικό, ρευστό και ως εκ τούτου επαναστατικό. Το βίωμα γίνεται οξύ σχόλιο, πάθος, επιμονή, σαρκασμός, ειρωνεία και ανοίγει φωτίζοντας την κοινωνία εδώ και τώρα, μέσω της ρευστότητας και των παραλλαγών του χαρακτήρα που ζει ανάμεσά μας, τρώει μαζί μας. Ισορροπώντας στο λεπτό όριο μεταξύ αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας το βιβλίο με συγκινεί όχι μόνο ως προς τη θεματολογία του, αλλά και ως προς την πάλη του ανθρώπου που επιχειρεί να χωρέσει την αλήθεια του στο στενό όριο της μυθοπλασίας, γιατί αυτή είναι η αίσθηση, ότι η μυθοπλασία γίνεται πάλη και στένεμα με το ανείπωτο, ενώ το τραύμα φωλιάζει πίσω από κάθε λέξη και παραμονεύει, είναι ο κίνδυνος που ετοιμάζεται να πνίξει ό,τι διαφέρει στο οικογενειακό τραπέζι των Χριστουγέννων. Ευτυχώς έρχεται η Πρωτοχρονιά και μπορούμε να τζογάρουμε από την αρχή. Προσοχή, κίνδυνος, ζωή και τα ρέστα μας!

 Μένος Δελιοτζάκης (σκηνοθέτης, ΕΡΤ)

Εκείνη την πρωτοχρονιά το δώρο του Αι Βασίλη κάτω από το δένδρο, δεν ήταν αυτό που του είχα ζητήσει. Η απογοήτευση ήταν μεγάλη, για να μην πω ο θυμός, που ο πατέρας (ήξερα ότι δεν υπήρχε Αι Βασίλης) μου αγόρασε βιβλίο. Όμως η απογοήτευση και ο θυμός, μετατράπηκαν σε απόλαυση και γοητεία, για την χαμένη αθωότητα, τη χαμένη παιδικότητα, που παιδί κι εγώ, έβλεπα μπροστά μου, χαμένος μέσα στις σελίδες της Αιολικής Γης του Ηλία Βενέζη. Μου άνοιξε τότε ένα παράθυρο, που δεν έκλεισε ποτέ.

 Λουκία Δέρβη (συγγραφέας)

Χριστούγεννα, αρχές της χιλιετίας: 2002. Kαλός φίλος μου χαρίζει το «Ν’ακούω καλά το όνομά σου» του Σωτήρη Δημητρίου. Βυθίζομαι στις σελίδες του, γεμάτες Ιστορία και ποίηση, γεμάτες ζωντάνια και πόνο. Το εμβληματικό βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου χαράζεται μέσα μου. Χριστούγεννα δεν είναι μόνο χαρά, γιορτές και ζωή∙ είναι και πόνος, μοναξιά, πένθος, αγωνία∙ εντός κι εκτός κειμένου. Μέσα απ’αυτό το βιβλίο έρχομαι για πρώτη φορά σε σχεδόν φυσική επαφή μ’αυτόν τον κόσμο, τον τόσο μακρινό τότε για μένα, που σήμερα αποτελεί μέρος της συνολικής εικόνας μου για την πατρίδα μου και τους ανθρώπους της. Αξέχαστα Χριστούγεννα, αξέχαστη ανάγνωση.

Νάσια Διονυσίου (συγγραφέας)

Αυτό που με συγκινεί περισσότερο από τη βραδιά των Χριστουγέννων είναι η πίστη των ταπεινών ποιμένων και των σοφών μάγων πως ένα φωτεινό άστρο του ουρανού θα τους φανερώσει την ανέσπερη πηγή της ελπίδας, της ειρήνης και της αγάπης. Την ίδια συγκίνηση ένιωσα γνωρίζοντας τον Γιάνος Βάλουσκα, αυτή την αγγελική παρουσία στο μυθιστόρημα «Η μελαγχολία της αντίστασης» του Λάσλο Κρασναχορκάι (εκδ. Πόλις), που, παρότι περιπλανιέται σε έναν κόσμο παραδομένο στην παρακμή και τον φόβο, επιμένει να ατενίζει την ιλιγγιώδη απεραντοσύνη του ουρανού, για να μπορεί έτσι να επιβεβαιώνει, αλλά και να υπερασπίζεται, τον ακατάλυτο δεσμό μας με το σύμπαν.

Σταύρος Ζαφειρίου   (ποιητής)

Έγραψε την ιστορία της ζωής και της δράσης του στη φυλακή. Ήταν εγκληματίας. Ληστείες, φόνοι, αιματηρές αποδράσεις. Δεν απολογείται αλλά κατηγορεί.  Ιδεολογικοποιεί την παραβατικότητα σαν αντίσταση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας και κοινωνικής νόρμας.  Έχει τον δικό του κώδικα τιμής και τον ακολουθεί με κάθε τίμημα. Γίνεται σύμβολο της ελευθερίας. Εκτελείται εν ψυχρώ από ογδόντα αστυνομικούς σε ενέδρα. Είναι ο Ζακ Μεσρίν και το «Ένστικτο του θανάτου». Το διάβασα τα Χριστούγεννα του 1991, μόλις κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Ένας αντεστραμμένος ήρωας. Ένα βιβλίο που το κρατάς ή το ξορκίζεις. Το κράτησα. Λίγες του λέξεις: «Όχι, δεν είχα τύψεις για όσα είχα κάνει. Οι τύψεις δεν είναι παρά ένα σκιάχτρο που έχει στήσει η ηθική στα σύνορα του κακού».

Σπύρος Κακουριώτης (δημοσιογράφος)

Τέσσερις δεκαετίες πριν· μια περίοδος που σημαδεύεται από τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, παραμονή Χριστουγέννων του 1979, ιδίως όμως από τον ξεσηκωμό της εργατικής τάξης στην Πολωνία και την ίδρυση του ανεξάρτητου συνδικάτου «Αλληλεγγύη», που θα αντιμετωπιστεί με πραξικόπημα και εφαρμογή στρατιωτικού νόμου λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1981, στις 13 Δεκεμβρίου. Μια περίοδος που ο κομματικός κορσές έχει γίνει απελπιστικά στενός. Τότε πέφτει στα χέρια μου η Ιστορία του σουρεαλισμού του Μωρίς Ναντώ, σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Παπαθανασοπούλου (Πλέθρον, 1978). Μέσα από τις σελίδες του μού αποκαλύφθηκε ένας καινούργιος κόσμος, αλλά και ένα εναλλακτικό πρόταγμα: Όχι πια (ή όχι μόνο) να αλλάξουμε την κοινωνία, αλλά να αλλάξουμε τη ζωή… The rest is history, καθώς λένε.

Κώστας Θ. Καλφόπουλος (συγγραφέας)

Στην Ελλάδα λίγα είναι τα «βιβλία για τα Χριστούγεννα», εξαιρώντας φυσικά τον Ντίκενς, τον Παπαδιαμάντη, παρέα με τον Μαιγκρέ και τον Πουαρό. Ο Γουόλλυ Λαμπ, με την «Ωραιότερη ευχή» του κλέβει κυριολεκτικά την παράσταση, ταξιδεύοντας μαζί του στο μακρινό 1964, με το Wishin’ and Hopin’ της Ντάστυ Σπρίνγκφηλντ, τον ήρωά του, τον Φέλιξ, τον «ευτυχή Ευτύχη», και τις χριστουγεννιάτικες περιπέτειές του. Ένα εορταστικό κρεσέντο από σχολικές σκανδαλιές, επεισόδια σαν από αμερικανικές τηλεοπτικές κωμωδίες και οικογενειακές στιγμές που κάποιες θυμίζουν κάτι κι από τα δικά μας Χριστούγεννα. Χαρίζεται χωρίς περιτύλιγμα, λόγω του εξωφύλλου, και διαβάζεται ξανά με την ίδια, αρχική απόλαυση.

Κώστας Καναβούρης (ποιητής)

Ανοίγεις την πόρτα. Μέσα στο σπίτι κυριαρχεί ένα απίστευτα χαμηλό βαρομετρικό: σκοτάδι και κρύο. Δεν σε περιμένει κανείς, δεν περιμένεις κανένα και τίποτα. Βράδυ Χριστουγέννων του 1995. Βότκα χωρίς πάγο. Αρκεί η δική σου παγωνιά. Ξέρεις τι να κάνεις. Ανοίγεις το «Χαμηλό Βαρομετρικό» του Σπύρου Τσακνιά. Διαβάζεις για το «φτωχό λεξιλόγιο της αγάπης», για τις μάταιες εξηγήσεις. Ακολουθείς το ποίημα: «Και τότε πήγα κι άνοιξα το παράθυρο να μπει λίγος αέρας καθαρός. Εδώ θα ταμπουρωθώ σκέφτηκα, εδώ θα πολεμήσω μέχρις εσχάτων. Ούτε μια σπιθαμή πιο πίσω». Από τότε όλες τις δυσκολίες τις ονομάζω «Φούξια». Όπως το ποίημα. «Για να προλάβω την καταστροφή».

Βασίλης Κουνέλης (συγγραφέας)

Στην Γ΄ Γυμνασίου, παραμονές των γιορτών του 1978, μας συστήθηκαν σπουδαίοι λογοτέχνες. Ο Παπαδιαμάντης, ο εντελώς χριστουγεννιάτικος Χρήστος Χριστοβασίλης, κ.α. Στην τάξη πρωτοδιαβάσαμε και το «Το βλογημένο μαντρί» του Φώτη Κόντογλου, όπου ο Άη Βασίλης αποφασίζει να επισκεφτεί τον αγαθό ποιμένα, τον Γιάννη τον βλογημένο! Κάποτε έφτασε η παραμονή, τα σχολεία έκλεισαν κι εγώ αποκαμωμένος από τις λογοτεχνικές αναλύσεις, προσέτρεξα στην αγκαλιά της τσοπάνας γιαγιάς μου. Μισοκοιμισμένος στον κόρφο της, την άκουσα εντυπωσιασμένος να μου περιγράφει τις σκηνές του μεγάλου Κόντογλου, τη μεταμεσονύχτια γιορτή στο μαντρί γύρω απ’ τη φωτιά και την πίτα που μοιράζεται εξίσου μεταξύ ανθρώπων και ζώων. Δεν έγραφε παρά μόνο τα αρχικά της. Έφυγε με το ανδρωνυμικό του μακαρίτη του (βλογημένου άραγε;) άντρα της, η Γιαννού. Πολλοί δεν άκουσαν ποτέ ούτε το μικρό της όνομα, Κωνσταντίνα…

 Άννα Κουππάνου(συγγραφέας)

Έγινε Χριστούγεννα; Ποιος ξέρει; Αλλά για πολλά χρόνια, εφτά συγκεκριμένα, όλος ο χρόνος μου αφιερώθηκε σε αυτό το βιβλίο. Η εκπόνηση μιας διδακτορικής διατριβής είναι πολλαπλές συναντήσεις με πολλαπλά βιβλία, αλλά υπάρχει πάντα ένα βιβλίο που γίνεται το σπίτι σου. Το έχεις συνέχεια κοντά σου – η εγγύτητά σου προς τον κόσμο βιώνεται μέσα από την εγγύτητα προς αυτό, πόσο μάλλον όταν θέμα της διατριβής σου είναι η εγγύτητα. Για πολλά χρόνια, τα Χριστούγεννα συμπεριλάμβαναν επιστροφή στο Είναι και Χρόνος. Ο τίτλος από μόνος του έστελνε το μυαλό μου σε χιλιάδες αναζητήσεις, αλλά το βιβλίο δεν το διάβαζα επιστημονικά – τώρα πια είμαι σίγουρη. Το διάβαζα ως συγγραφέας μυθοπλασίας που αναζητεί τις απαντήσεις σε όλα τα μυστήρια της ζωής μέσα σε ένα κείμενο. Μετά την ολοκλήρωση της διατριβής, το άφησα για λίγο στην άκρη  ̶  τα Χριστούγεννα, ούτε που ερχόταν στη σκέψη μου, αλλά φέτος, έχοντας βιώσει δυο χρόνια σχεδόν που η εγγύτητα και ο χρόνος άλλαξε, ίσως το ξαναπάρω στα χέρια μου, ίσως το πάρω τη στιγμή που αλλάζει ο χρόνος.

 Μένη Κανατσούλη (Καθηγήτρια, ΑΠΘ)

Από τα τόσα λογοτεχνικά βιβλία που έχω διαβάσει (ο αριθμός είναι τουλάχιστον τετραψήφιος) ξαναγυρίζω σε ένα βιβλίο που με γλύκανε στα παιδικά μου χρόνια και με γλυκαίνει ακόμη. Βέβαια ήμουν τυχερή και τα βιώματα της παιδικής μου ηλικίας ήσαν καλά, και είμαι σε θέση να το αξιολογήσω αυτό και ως μεγάλη πια. Εντούτοις, τώρα χρειάζομαι ακόμη περισσότερο την Πολυάννα και το παιχνίδι της χαράς της Eleanor Porter (1965, εκδόσεις Άγκυρα, απόδοση Γ.Τσουκαλά), με άλλα λόγια την σταθερή προοπτική αυτού του κοριτσιού να βλέπει τα πράγματα αισιόδοξα μόνο και μόνο γιατί θα μπορούσε να της συμβεί το χειρότερο αλλά δεν της συνέβηκε! Και καθώς η «διαστροφή» της θεωρητικού δεν μπορεί να λείψει, σκέφτομαι ότι σε αυτό το κοριτσίστικο –ρομαντικό- βιβλίο μιας άλλης εποχής διαβάζεις για έναν γυναικείο κόσμο όπου γυναίκες, με τις αδυναμίες τους και τη δυναμική τους, πρωτοστατούν και έρχεται –και πάλι- ένα κορίτσι για να μάθει στον κόσμο των ενηλίκων τις άπειρες, απλές χαρές της ζωής –το θαύμα να είμαστε ζωντανοί- που συνήθως δεν βλέπουμε.

 Αργυρώ Μαντόγλου (συγγραφέας, μεταφράστρια)

Μια από τις πιο αγαπημένες μου χριστουγεννιάτικες ιστορίες είναι το Δώρο των Μάγων (The gift of the Magi) του O Henry. Πρόκειται για την ιστορία ενός αγαπημένου αλλά φτωχού νεαρού ζευγαριού και την αδυναμία τους να αγοράσουν δώρα τα Χριστούγεννα. Η Ντέλια έχει πανέμορφα μακριά μαλλιά, ο σύζυγος ένα πολύτιμο ρολόι. Η Ντέλια κόβει και πουλάει τα μαλλιά της για να του πάρει μια καδένα για το ρολόι του. Ο άντρας πουλάει το ρολόι για να της πάρει ένα χτενάκι. Όταν έρχεται η ώρα να ανταλλάξουν τα δώρα τους, διαπιστώνουν πως αποχωρίστηκαν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν χωρίς λόγο. Τα δώρα είναι πλέον άχρηστα, αλλά υπάρχει η αγάπη. Μια παραβολή για την αυτοθυσία, την αξία των δώρων και το αναντικατάστατο των συναισθημάτων.

Νίκος Μαθιουδάκης (συγγραφέας)

Τα Χριστούγεννα του 2004 μου χάρισαν το βιβλίο «Αγαπητέ θεέ» του Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ (εκδ. Opera). Με συγκίνησε βαθιά η ιδέα του δεκάχρονου Όσκαρ να αρχίσει να γράφει γράμματα στον Θεό, εξηγώντας του με λεπτομέρειες την καθημερινότητά του μέσα στο νοσοκομείο. Τα λόγια του μικρού Όσκαρ με έκαναν να νιώσω ότι η ζωή είναι ένα περίεργο δώρο, που στην αρχή το υπερεκτιμάμε και που στο τέλος καταλαβαίνουμε ότι δεν ήταν δώρο, αλλά κάτι σαν δάνειο – και τότε προσπαθούμε να το απολαύσουμε. Ο Όσκαρ με έκανε να γελάσω και να κλάψω… αφού κάπως έτσι άλλωστε δεν είναι και η ζωή; Γλυκόπικρη.

Καρολίνα Μέρμηγκα (συγγραφέας)

Πριν πολλά χρόνια, πλησίαζαν Χριστούγεννα, πρωτοδιάβασα τις «Αναμνήσεις του Αδριανού» της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (στο πρωτότυπο). Από τότε κάθε 1-2 χρόνια το ξαναδιαβάζω, και κάθε φορά διαβάζω κάτι άλλο: οι τυπωμένες λέξεις δεν αλλάζουν, αλλάζω εγώ μέσα από τα χρόνια και, όπως συμβαίνει με κάθε αριστούργημα της λογοτεχνίας, οι άπειρες στρώσεις του μού ξεδιπλώνονται όσο μπορώ εγώ να βρίσκω μέσα μου περισσότερη εμπειρία και θάρρος να τις ψάχνω. Κάθε φορά συναντώ καινούργια κοιτάσματα που καταλαβαίνω, πια, πόσο πολύτιμα μού είναι. «Είμαι όπως οι γλύπτες μας: το ανθρώπινο με ικανοποιεί· βρίσκω μέσα του τα πάντα, μέχρι και το αιώνιο».

Γιωργος Μητάς (συγγραφέας)

Δεκέμβριος 1977. Ήξερα ότι, μόλις έκλειναν τα σχολεία για τις διακοπές των Χριστουγέννων, ο χρόνος για παιχνίδι και για διάβασμα θα πολλαπλασιαζόταν. Αδημονούσα: θα διάβαζα το Χρονικό του Σαν Μικέλε, ένα βιβλίο που ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ.  Τυχαία όμως την παραμονή τράβηξα από το ράφι ένα βίπερ με τίτλο Πέστε το με λουλούδια. κι έτσι βρέθηκα να διαβάζω, εντεκάχρονος, την ιστορία της όμορφης Ούρσουλας, της καμαριέρας που αποπλανεί ένα-ένα τα αρσενικά της οικογένειας Μπερζέ κι ύστερα τα θανατώνει – το πρώτο ερωτικό ανάγνωσμα της ζωής μου. «Οι μηροί της κυλούσαν πάνω στο σεντόνι» – μια φράση που δεν ξέχασα ποτέ.

Γιάννης Μπασκόζος (δημοσιογράφος, συγγραφέας)

Βάρδια στο Μεζούρλο, στρατόπεδο έξω  από την Λάρισα, 12-3 ξημερώματα Χριστουγέννων. Στη μία έξω τσέπη του παντελονιού μικρό ταπεράκι με καφέ και στην άλλη το «Έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι στην κόκκινη έκδοση του Γαλαξία. Τρείς παρά πέντε έρχεται να με αντικαταστήσει ο Αχμέτ, πομάκος. Μιλάει σπαστά: «άντε φίλε καλές γιορτές, πήγαινε για ύπνο». Διάβαζα το «Εγκλημα…» για δεύτερη φορά. Την πρώτη ήμουν μαθητής ακόμα, τώρα με είχε συνεπάρει και δεν ήθελα να το αφήσω. «Φύγε Αχμέτ, θα συνεχίσω και στην βάρδια σου». «Μην κάνεις πλάκα αφεντικό». «Βρε φύγε, διαβάζω κάτι που δεν κόβεται». Έκανε στροφή κουνώντας το κεφάλι. «Πάει το αφεντικό, είναι ερωτευμένος».

Ευγενία Μπογιάνου  (συγγραφέας)

Χριστούγεννα 1985. Επαρχιώτικη ανία σε αντιδιαστολή με μια άναρχη φιλοπερίεργη εφηβεία που θέλει να σαρώσει τα πάντα. Αλλά που δεν γνωρίζει ούτε το «πώς», ούτε το «γιατί». Δέκα χρόνια μεταπολίτευσης και ο αέρας μιας αμφίβολης ποιότητας «αλλαγής», όπως και να έχει «αλλαγής» πάντως, είχαν σαν αποτέλεσμα, φωτισμένοι άνθρωποι – όχι όλοι, αλλά αρκετοί – να έχουν αναλάβει τον επίπονο ρόλο να μας μορφώσουν. Σαν τώρα θυμάμαι τη φιλόλογο που μου έδωσε το βιβλίο με το μαύρο τετράγωνο πάνω σε άσπρο πλαίσιο και την κόκκινη λεπτομέρεια κάτω αριστερά. «Πάρτο να το διαβάσεις στις γιορτές», μου είπε. Το πνεύμα των Χριστουγέννων εκείνης της χρονιάς, είχε το σχήμα από «Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου. Και η εφηβεία μου ήταν σαν να βρήκε ξαφνικά την πυξίδα που έψαχνε.

 Μπένης Νατάν (καθηγητής Πολυτεχνείου, συγγραφέας)

«… Μόλις έμπαινε κι ο τελευταίος καλικάντζαρος, η τρύπα έκλεινε μοναχή της και δεν μπορούσε πια να βγει κανένας έξω στη γη, παρά μονάχα του χρόνου τα Χριστούγεννα, που ξανάνοιγε πάλι μοναχή της…». Ο Πρασινοσκούφης, ένας μικρός καλικάντζαρος που παρασύρθηκε από τις τηγανίτες που έψηνε η θεία Κώσταινα, δεν πρόλαβε να επιστρέψει στη σπηλιά και έμεινε στη γη των ανθρώπων.  Πόσο με συνάρπασε η ιστορία αυτή που μετέφερε το χαρμόσυνο πνεύμα των Χριστουγέννων και τις συνήθειες του χωριού μιας άλλης εποχής. Είναι οι σκανδαλιές του Πρασινοσκούφη που κάθε παιδί ονειρεύεται αλλά αυτές ανήκουν μόνο στον χώρο της φαντασίας.

Μαρίζα Ντεκάστρο (συγγραφέας)

Το 1965, παραμονή της γιορτής, πρώτη παιδική αναγνωστική συνάντηση με Τα τέκνα του πλοιάρχου Γκραντ, του Βερν, στις εκδ. Αστήρ, το σκληρόδετο τούβλο των 700 και βάλε σελίδων. Ένιωσα την περιπέτεια, λάτρεψα τη γεωγραφία, γέμισα παραστάσεις, ήθελα κι εγώ να είμαι μαζί τους. Οι Μικρές κυρίες, της Λ. Μ. Άλκοτ, η επόμενη παραγγελία για την Πρωτοχρονιά, με την Τζο στην πρώτη γραμμή. Αυτό το δυναμικό αγοροκόριτσο αγάπησα εκείνη την εποχή που δεν είχα υπόψη μου τις φεμινιστικές αναλύσεις του έργου.  Χριστούγεννα 2001, ενήλικη συνάντηση με τον Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι. Η διαφήμιση στις εφημερίδες τον παρουσίαζε σαν τον πιο επιδραστικό Γερμανό κριτικό λογοτεχνίας. Τίτλος, Η ζωή μου, στις εκδ. Ίνδικτος. Έχοντας ξεκινήσει να γράφω κριτική, ρούφηξα την αυτοβιογραφία αυτής της στιβαρής προσωπικότητας και έμαθα τι θα πει ευθυκρισία και ανεξαρτησία από κυκλώματα… Πέθανε το 2013. Τον συμβουλεύομαι πού και πού μέχρι σήμερα.

 Ελεονώρα Ορφανίδου, (δημοσιογράφος, 9,84)

Πολλοί θα έχουν βιώσει την πτώση χωρίς αλεξίπτωτο από το ύψος της επιβεβλημένης χαράς των Χριστουγέννων στο σκοτάδι μιας συμφοράς που έρχεται χωρίς να εξαιρεί ανθρώπους ή ημέρες. Μέσα σε μια τέτοια συνθήκη, με κατάθλιψη, αντιμέτωπη με τον ενδεχόμενο θάνατό μου, έλαβα μέσω του Ταχυδρομείου, τα Χριστούγεννα του 2006, ένα βιβλίο που με κινητοποίησε προς τη ζωή, το «Μελαγχολία και Πολεμική» του Παναγιώτη Κονδύλη (Εκδόσεις Θεμέλιο). Η μελαγχολία, λέει, δεν είναι μόνο σιωπηρό αποτέλεσμα και υπόμνηση μιας καλύτερης κατάστασης που κάποτε υπήρξε αλλά μπορεί να γίνει κινητήρια δύναμη για μεταστροφή της ζωής μας, για αγώνα, για ανταλλαγή του φόβου με την ελπίδα. Ακόμη συγκινούμαι! Καλά Χριστούγεννα σε όλους.

Λίνα Παπαδάκη, (δημοσιογράφος, ΕΡΤ)

Ο «Κατάλογος απολεσθέντων» της Γιούντιτ Σαλάνσκυ (εκδόσεις Αντίποδες) σε μετάφραση του Γιάννη Καλιφατίδη είναι το βιβλίο αυτών των γιορτών. Η συγγραφέας γεννήθηκε στο Γκράιφσβαλντ της Ανατολικής Γερμανίας (DDR) το 1980, ζει στο Βερολίνο κι έχει ένα βιογραφικό που μου κέντρισε το ενδιαφέρον : εργάζεται ως συγγραφέας, σχεδιάστρια βιβλίων και επιμελήτρια . Το 2011 έδωσαν το όνομά της στον αστεροειδή 95247 Schalansky ! Το τελευταίο το βρήκα καταπληκτικό. Το βιβλίο είναι δώδεκα κείμενα όσοι και οι μήνες που αφήνουμε πίσω μας. «Όπως όλα τα βιβλία, έτσι και αυτό εδώ γεννήθηκε από την επιθυμία να διατηρήσω κάτι στη ζωή, να αναπαραστήσω το παρελθόν, να θυμηθώ τα ξεχασμένα, να δώσω το λόγο σε καθετί που έχει βουβαθεί και να πενθήσω για όσα έχουν χαθεί». Ένας πίνακας του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ, ένα σπάνιο είδος τίγρης, μια ρωμαϊκή βίλα, ένα ερωτικό ποίημα της Σαπφούς, ένα νησί στον Ειρηνικό– έχουν πλέον χαθεί. Μόνο τα παιχνίδια του μυαλού μας τα ζωντανεύουν και μας βρίσκουν μαζί τους πρωταγωνιστές κι εμείς. . Διαφυλάξτε την απώλεια.

Ηλίας Παπαμόσχος (συγγραφέας)

Τούτες τις σκοτεινές μέρες το αποζητούμε περισσότερο. Σ’ ένα υπόγειο βιβλιοπωλείο της Ερμού, στη Θεσσαλονίκη, στοκατζίδικο, ανάμεσα σε βιβλία θνησιγενή, ανακάλυψα τον Πολυπαθή του Παλαιολόγου. Καίτοι φανατικός αναγνώστης δεν τον είχα διαβάσει. Εκπαιδευτική αστοχία. Πρόκειται για μια σύγχρονη Οδύσσεια, καθότι ο ήρωας του Παλαιολόγου πολύ περιπλανήθηκε, όμως διόλου πλανημένος δεν επέστρεψε στα πάτρια. Με έκπληξη διαπίστωσα πως το ελληνικό μυθιστόρημα έχει τέτοιας ποιότητας, τόσης αξίας προπάτορα. Προχωρήσαμε άραγε από τότε; Πρόκειται για ανθρωπογνωστική και εθνική παρακαταθήκη. Πένα σατιρική, που με καθαρεύουσα εύρωστη ξεμασκαρεύει τους πάντες και τα πάντα. Μια μαύρη τρύπα που ρούφηξε εμπειρία κι αγωνία, για να εκπέμψει – δώρο χριστουγεννιάτικο – φως.

Δέσποινα Παπαστάθη (συγγραφέας)

 «Έφυγε κι η τελευταία πριν από τα Χριστούγεννα μέρα. Μπήκε η χειμωνιάτικη, ξάστερη νύχτα. Φάνηκαν τα αστέρια. Το φεγγάρι υψώθηκε μεγαλόπρεπο στον ουρανό, φωτίζοντας τους ευσεβείς ανθρώπους κι όλο τον κόσμο», όταν ξαφνικά εμφανίζεται μια σκιούλα, ο διάβολος, και το κλέβει σκορπώντας το απόλυτο σκοτάδι, απελευθερώνοντας ανομολόγητα πάθη, απιστίες και κρυφούς έρωτες. Ο θεοσεβούμενος σιδεράς Βακούλα θα αναμετρηθεί μαζί του για χάρη της αγάπης του για την πανέμορφη Οξάνα και θα τον συντρίψει. Η Νύχτα των Χριστουγέννων του Νικολάι Γκόγκολ είναι ένα ανορθόδοξο μαγικό παραμύθι, μια τρυφερή ιστορία για την αιώνια πάλη του καλού με το κακό, για τον αξεδίψαστο πόθο του ανθρώπου να κερδίζει πάντα η αγάπη.

Δανάη Παπουτσή (ηθοποιός, συγγραφέας)

Τα Μανιφέστο του Ντανταϊσμού του Τριστάν Τζαρά– που ανακάλυψα σε μικρή ηλικία, παραμονή Χριστουγέννων, σε ένα βιβλιοπωλείο με τους γονείς μου, είναι το ‘εγχειρίδιο’ που με έκανε να νιώσω πως ‘’έχω συγγενείς’’ ως προς τον ‘μυστικό’ τρόπο που έβλεπα τον κόσμο από παιδί. Δημιουργούσα λέξεις που δεν υπήρχαν, με δικό μου περιεχόμενο και το κατέγραφα. Ξεφυλλίζοντας το σχεδόν κρυφά στάθηκα στη σελ.19 : ‘’ Η μαγεία μιας λέξης – της λέξης DADA – που για τους δημοσιογράφους έχει ανοίξει τις πύλες ενός απρόβλεπτου κόσμου, δεν έχει για μας την παραμικρή σημασία.’’ Ενθουσιάστηκα, ζήτησα να μου το πάρουν και άρχισα να το διαβάζω φωναχτά στο  χριστουγεννιάτικο οικογενειακό τραπέζι.

Γιάννης Πάσχος (συγγραφέας)

Μόλις είχα αρχίσει να  ψευτοδιαβάζω κι  έπεσε στα χέρια μου «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου». Αμέσως η σκέψη μου πήγε στο φιλαράκι μου τον Μπεσνίκ. Ανήμερα των Χριστουγέννων,  παίρνω το βιβλίο   παραμάσχαλα και  τσαλαβουτώντας μέσα στα χιόνια  -έμενε σε μια παράγκα στη γειτονιά της γιαγιάς- πάω να τον  βρω. «Μπεσνίκ», του λέω, «σου έφερα  δώρο αυτό το  βιβλίο, το έγραψε ένας  Κωστής Παλαμάς για τον πατέρα σου!». Μαζεύτηκε όλη η οικογένεια, δέκα νοματαίοι  και κοιτούσαν το βιβλίο με απορία. «Για μένα;», ρώτησε έκπληκτος ο πατέρας του Μπεσνίκ. «Τι γράφει;».Καθίσαμε όλοι κατάχαμα κι άρχισα κουτσά-στραβά  να διαβάζω. Σιγή ιχθύος επικράτησε και αν και δεν καταλαβαίναμε τίποτε, ούτε αυτοί, ούτε εγώ,  μας πήραν όλους τα δάκρυα…

Πολυμενάκος Γιώργος (συγγραφέας)

Παραμονές Χριστουγέννων 1972. Είμαι δεκατριών ετών και με έχουν στείλει οι γονείς μου να περάσω τις γιορτές στο σπίτι του θείου μου του Μήτσου, αδερφού της μητέρας μου, λιμενεργάτη στο επάγγελμα. Μόλις έχω τελειώσει το τελευταίο τεύχος του Μικρού Σερίφη που είχα στην καβάτζα, και ψάχνω μανιωδώς μέσα στο σπίτι, κάτι άλλο, οτιδήποτε, να διαβάσω για να περάσει η ώρα. Στην αρχή δεν βρίσκω τίποτε, αλλά ξαφνικά ανακαλύπτω στο επάνω μέρος μιας τρίφυλλης ντουλάπας έναν ογκώδη, μαύρο τόμο: ‘Έγκλημα και Τιμωρία. Το έγκλημα που έκανα εναντίον του εαυτού μου, να διαβάσω Ντοστογιέφσκι στα δεκατρία μου χρόνια, το πληρώνω ακόμα.

Δήμητρα Ρουμπούλα (δημοσιογράφος)

Αγαπημένο βιβλίο για μένα είναι εκείνο το οποίο πυροδοτεί συναισθήματα και υπόγειες διεργασίες που  θαρρείς και φουντώνουν ξανά όταν για κάποιο λόγο ξαναθυμάμαι το συγκεκριμένο  βιβλίο, έστω κι αν έχω ξεχάσει λεπτομέρειες. Ήμουν κι εγώ ανάμεσα σε πολλούς που έπιασα ξανά στα χέρια μου την «Πανούκλα» του Αλμπέρ Καμύ. Όμως  τούτη τη φορά, πέρυσι τέτοιες χριστουγεννιάτικες μέρες, εν μέσω καραντίνας, ήταν αλλιώς. Δεν με ενδιάφερε τόσο ο αλληγορικός χαρακτήρας του βιβλίου, όσο οι ομοιότητες εκείνης της «πανούκλας» με τη σημερινή πανδημία: ο φόβος που παρέλυε τους ανθρώπους του Οράν και παραλύει επτά δεκαετίες μετά ολόκληρο τον κόσμο, οι ήρωες του τότε, σαν τον γιατρό Ριέ και τον Ταρού που οργάνωνε υγειονομικές ομάδες εθελοντών, και του σήμερα, η άγνοια που πιστεύει ότι τα ξέρει όλα, τα ατομικά πεπρωμένα που υποχωρούν μπροστά στην ομαδική ιστορία … Αλλά κι όταν τελείωσε (θα τελειώσει) το κακό η αγαλλίαση ήταν (θα είναι) πάντα υπό απειλή. Μια «χριστουγεννιάτικη συνάντηση» λοιπόν με το αριστούργημα του Καμύ, συνδεδεμένη με πρωτόγνωρα συναισθήματα.

Σαΐνης Αριστοτέλης (κριτικός λογοτεχνίας)

Θεσσαλονίκη, χιονισμένα Χριστούγεννα του 1978 και κάτω από το τραπέζι της κουζίνας, με θέα τα φουστάνια της μαμάς που ψήνει τσουρέκια, και τη μυρωδιά από το μαχλέπι και το κακουλέ στη μύτη, ανακαλύπτω την ποίηση ξεφυλλίζοντας την Ανθολόγια του Περάνθη και Ρίτσο, και «ωσάν γλυκόπνοο δροσάτo αεράκι…» και «άφκιαστο κι αστόλιστο…» και «πού να σε κρύψω» και «κει που πας καρδούλα μου» και «σώσε μου το και πάρ΄ την ψυχή μου» και «ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄ τα σπίτια τους, τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαί κι ακούει το νερό να κοχλάζει σα να σπουδάζει τον ατμό και τον χρόνο» και ο χρόνος πέρασε, τον σπούδασα και εγώ, και διάβασα πριν λίγα χρόνια κάπου στον Ρικαρντού ότι «χωρίς τη λογοτεχνία, ο θάνατος ενός παιδιού οπουδήποτε στον κόσμο δε θα ήταν τίποτε περισσότερο από τη θανάτωση ενός ζώου στο σφαγείο».

Σαμοθράκη Αλεξάνδρα, (θεατρικός συγγραφέας)

Η γενναιότητα και η επιμονή μιας καλόκαρδης χήρας που επιχειρεί, παρά τη σθεναρή αντίδραση της τοπικής κοινωνίας,  να ανοίξει το δικό της βιβλιοπωλείο σε μια επαρχιακή πόλη της Αγγλίας στα τέλη της δεκαετίας του 50, δεν είναι άλλη μια πολυφορεμένη ιστορία γυναικείας χειραφέτησης αλλά ένα συμπυκνωμένο αριστούργημα από τη hard rock γιαγιά της βρετανικής λογοτεχνίας, την Penelope Fitzerald, την καλύτερη συγγραφέα της γενιάς της, σύμφωνα με τον Julian Barns. H Fitzerald, έγραψε το πρώτο της μυθιστόρημα στα 58 της για να διασκεδάσει τον ετοιμοθάνατο σύζυγό της. Κυκλοφορούσε μια πλαστική τσάντα και έγραφε όποτε έβρισκε χρόνο από τα οικοκυρικά.  Ο εκδότης της τη χαρακτήρισε «ερασιτέχνη συγγραφέα» μια χρονιά πριν το “Bookshop” φτάσει στη βραχεία λίστα των Booker και δυο χρονιές πριν το επόμενο βιβλίο της με τίτλο “Offshore” τελικά το κερδίσει. Είναι βιβλίο που μου ταιριάζει με την αρχή κάθε νέας χρονιάς μιας και στο Bookshop διακρίνεται ολοκάθαρα αυτό που η Fitzerald ήξερε ήδη και που η ηρωίδα του βιβλίου, όπως κάθε γυναίκα με ένα στόχο, μαθαίνει εν τέλει: η αποτυχία δεν κρίνεται εκ του αποτελέσματος.

Μαριαλένα Σεμιτέκολο, (συγγραφέας)

Όταν, στα 16 μου, κατά τη διάρκεια των διακοπών για τα Χριστούγεννα, διάβασα τον Φύλακα στη σίκαλη του J.D. Salinger δεν υποψιαζόμουν το αποτύπωμα που θα άφηνε μέσα μου. Ένιωθα όμως βαθιά συγκίνηση με την πρωτοπρόσωπη, ειλικρινή του αφήγηση. Είχα για πρώτη φορά την αίσθηση ότι ο ήρωας του βιβλίου αφηγείται σε εμένα προσωπικά την ιστορία του. Ότι ήταν, ας πούμε, κάτι σαν φίλος μου. Κάποιος που είχε χαθεί για λίγο και τώρα ήταν πίσω, κοντά μου για να μου πει τα νέα του, να μου μιλήσει « για κείνα τα τρελά» που του συνέβησαν «γύρω στα περσινά Χριστούγεννα» και μετά τον πήρε «η κάτω βόλτα». Κι εγώ τον άκουγα αχόρταγη και συντονισμένη με την κάθε του λέξη. Όταν πια τελείωσε με όσα είχε να (μου) πει, έμεινα να διαβάζω την τελευταία πρόταση του βιβλίου, ξανά και ξανά. Ο Χόλντεν Κόλφιλντ ήταν δικός μου και συγχρόνως άπιαστος. Ένας φίλος που μου έλειπε ήδη. «Είναι περίεργο. Δεν πρέπει να διηγιέσαι ποτέ τίποτα, σε κανέναν. Έτσι και το κάνεις, τότε όλοι αρχίζουν να σου λείπουνε».

Μαριαλένα Σπυροπούλου (συγγραφέας)

Οι χειμωνιάτικες νύχτες όταν ήταν νεογέννητη η Ήβη φωτίζονταν από τα πολύχρωμα φωτάκια των λέξεων των παραμυθιών. Από όταν άρχισε να μιλάει ένα παραμύθι κρατιόταν σταθερό. Μαμά, να διαβάσουμε πάλι “το ποντικάκι;”, ξανά και ξανά, ζητώντας να πιάσει και εκείνη τα αστέρια που τώρα κοσμούσαν το θόλο του δωματίου της. Και όταν άρχισε να ψηλώνει, φώναζε όλο χαρά, “μπράβο ποντικάκι, το άγγιξες το αστεράκι… ”. Το παραμύθι ξεχάστηκε. Άραγε θυμόμαστε τίποτα από την παιδική μας ηλικία; Προχθές το βράδυ βρήκα τυχαία πάνω στο γραφείο της ξανά αυτό το παραμύθι. “Αναρωτιόμουν τι να κάνει το ποντικάκι”… μου είπε χαμογελώντας. Της έκλεισα το φως. Το δωμάτιο φωτίστηκε εμπρός μου με όλες τις σκηνές της παιδικής της ηλικίας.

Δημήτρης Σωτάκης (συγγραφέας)

¨Η Σκάλα”, του Σωκράτη Καψάσκη είναι ένα κείμενο που πάντα μου προκαλεί έντονη συγκίνηση. Το πρωτοδιάβασα πριν πολλά χρόνια, πρέπει να ήταν Χριστούγεννα του 2006, πρόκειται για ένα σπάνιας ευαισθησίας βιβλίο, το οποίο κατά κάποιο τρόπο χαρτογράφησε λογοτεχνικά και τον δικό μου κόσμο. Το εν λόγω σύντομο βιβλιαράκι εκδόθηκε το 1988, ο σκηνοθέτης και ποιητής ξεδιπλώνει έναν ονειρικό κόσμο, μια σπάνια αλληγορία, ικανή να παρεισφρήσει στα βαθύτερα υπαρξιακά στρώματα της συνείδησής μου.

 Ελένη Σβορώνου (συγγραφέας)

Τα Χριστούγεννα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με ένα φάντασμα! Αυτό που επισκέπτεται τον Σκρουτζ στο γνωστό μυθιστόρημα του Ντίκενς. Εγώ όμως προτιμώ να με επισκεφθεί ξανά  το Μέλος φάντασμα, εκδ. Μελάνι, μυθιστόρημα της Μαρίας Γιαγιάννου. Για να καταδυθώ πάλι στο βασίλειο του ασυνείδητου, εκεί που τα αντικείμενα χάνουν το όνομά τους, εκεί όπου μνήμη και λήθη παίζουν ένα αέναο παιχνίδι αντικατοπτρισμών. Η μία συμπληρώνει αλλά και υποσκάπτει διαρκώς την άλλη. Ένιωσα σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Και σαν τον Γκιούλιβερ: άλλοτε να περισσεύω και άλλοτε να χάνομαι σε ένα σπίτι που είναι και δεν είναι το πατρικό μου. Παιχνίδια της μνήμης λοιπόν με ένα Μέλος φάντασμα.

Θόδωρος Σούμας (συγγραφέας, κριτικός κινηματογράφου)

Πέρσι τα Χριστούγεννα μου ήρθε η επιθυμία να διαβάσω τη Σεροτονίνη του Μισέλ Ουελμπέκ, ενός συγγραφέα που με εξιτάρει και με βάζει σε σκέψεις με τη διαύγεια, τον κυνισμό και τη διορατικότητα των πεζογραφημάτων του. Μου γεννήθηκε η ιδέα πως μερικές γερές δόσεις σεροτονίνης, που θα έπρεπε να περιέχει το μυθιστόρημα, θα μου έκανε καλό στις συνθήκες γενικευμένης κατάθλιψης λόγω της εξάπλωσης της πανδημίας του κορονοϊού. Ο ήρωας κατέφευγε στη λήψη της ορμόνης μετά από τον θλιβερό κι απογοητευτικό χωρισμό του με την εκλεκτή του, την ερωμένη του. Να άλλος ένας σοβαρός και συνηθισμένος λόγος για να πάρεις ένα τέτοιο χάπι, οι γυναίκες και η μεγάλη θλίψη, η απόγνωση που σου φέρνουν οι αποτυχίες, το ανέφικτο κι οι διαψεύσεις μεγάλων ελπίδων ευτυχίας μαζί τους… Δεν φτάνει που ο ήρωας πίστεψε στην ευδαιμονία και στη μακροημέρευση του έρωτα, μετά την αναπόφευκτη απογοήτευση συνταυτίζεται με έναν παλιό φίλο του, έναν αγρότη που επενδύει στην απελπισμένη, επιθετική διαμαρτυρία ενάντια στο κράτος που εν μέσω παγκοσμιοποίησης παραμελεί τους αγρότες που παλεύουν με τα χίλια κύματα. Ο Ουελμπέκ περιγράφει ένα αγανακτισμένο, βίαιο κίνημα που είναι μια προεικόνιση των επερχόμενων γαλλικών κίτρινων γιλέκων. Το τέλος του οργισμένου φίλου είναι τραγικό! Μα τι να κάνει τώρα το έρμο το καταθλιπτικό που μας προτείνεται, ενάντια σε όλες αυτές τις ολοκληρωτικές αποτυχίες, ερωτικές, πολιτικές, επαγγελματικές και κοινωνικές; Είναι ανήμπορο χριστουγεννιάτικα… Ίσως όμως του χρόνου να τα πάμε καλύτερα.

Ροζίτα Σπινάσα (συγγραφέας)

Ήμουν ακόμη παιδί όταν το έπιασα στα χέρια μου, μια χριστουγεννιάτικη ημέρα δίπλα στο τζάκι. Λίλη Πριονιστή, Σαβουάρ Βιβρ (εκδόσεις Παρνασσός), και το διάβασα ξανά και ξανά: με διασκέδαζαν οι παλιομοδίτικες, καθωσπρέπει, με αλφαβητική σειρά δοσμένες («ορειβασία», «ορμητικότης», «ουίσκι») συμβουλές και τα κωμικά, πιπεράτα σκίτσα του. Όμως αυτό που με κέρδισε ήταν η ουσία του· το βιβλίο δεν εξαντλείται σε κομψές μεν, τυπικές δε «εντολές» καλής συμπεριφοράς, μα σηματοδοτεί μια στάση και φιλοσοφία ζωής εν γένει: την καλαισθησία, τον σεβασμό, τη διακριτικότητα, το νοιάξιμο να μην φέρουμε τους άλλους σε δύσκολη θέση – να μην τους στενοχωρήσουμε.  Κι αν η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά, η ευγένεια, ως έννοια υπεράνω καταγωγής, κοινωνικής τάξεως, έμφυλων διακρίσεων και κάθε είδους εξουσίας, είναι το άλλο της μισό: η αρχοντιά του να είσαι καλός άνθρωπος, από το άλφα μέχρι το ωμέγα – κι αυτό είναι ένα μήνυμα χριστουγεννιάτικο και πανανθρώπινο.

 Έρη Σταυροπούλου (καθηγήτρια ΕΚΠΑ)

Κάποια Χριστούγεννα όταν ήμουν τεσσάρων-πέντε χρονών μου χάρισαν το πρώτο μου βιβλίο, Η Μυρτώ και τ’ αρκουδάκι της, έκδοση της Θείας Λένας. Εκείνη την εποχή, ακόμη και στις γιορτές, δεν υπήρχαν πολλά βιβλία για παιδιά. Μόνο πολλά όνειρα και η ελπίδα να πραγματοποιηθούν, καθώς έλαμπαν τα φώτα και μας παράσερνε η χαρά. Στο παραμύθι ένα μικρό κοριτσάκι λατρεύει το παιχνίδι της, μια μικρή καφέ αρκουδίτσα. Ένα βράδυ στο όνειρό της η αρκουδίτσα την παίρνει από το χέρι για ένα μακρινό ταξίδι. Για χρόνια, όταν έρχονταν Χριστούγεννα, ονειρευόμουν ένα τέτοιο μαγικό ταξίδι… Τώρα πια σπάνια βλέπω όνειρα, ίσως απλώς να μην τα θυμάμαι το πρωί. Ωστόσο, τα φετινά Χριστούγεννα ελπίζω, έστω και στον ύπνο μου, να αποδράσω από την πραγματικότητα.

Ελένη Στελλάτου (συγγραφέας)

Ήμουν δέκα χρονών όταν μου έφεραν το Μυστηριώδες Νησί ως δώρο Χριστουγέννων. Το κράτησα επίτηδες κλειστό μέχρι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς κι άρχισα να το διαβάζω την στιγμή που άλλαζε ο χρόνος επειδή ό,τι γίνεται εκείνη την στιγμή, επαναλαμβάνεται διαρκώς μέσα στην χρονιά. Στο βιβλίο οι ναυαγοί πρέπει να μην κουραστούν να αντέχουν ό,τι φέρνει η κάθε μέρα κι επιπλέον δίπλα τους υπάρχει κάτι που πρέπει να ανακαλύψουν, ένας άνθρωπος απέναντι στον οποίο πρέπει να σταθούν στην σωστή απόσταση- όχι πολύ κοντά, όχι πολύ μακριά. Κι εγώ, με κάποιο τρόπο, νιώθω ότι η περιπέτεια που άρχισε τότε, ακόμη συνεχίζεται].

Γεωργία Συλλαίου, (συγγραφέας, μουσικός)

Παραμονή Χριστουγέννων στο πατρικό μου. Είμαι οχτώ χρονών και ψάχνω τις χάρτινες κούκλες της αδερφής μου για να περάσει η ώρα. Κάθε φορά που αργούν οι γονείς μου με βασανίζει η ίδια έμμονη ιδέα: ότι δεν θα ξαναγυρίσουν ποτέ. Η αδερφή μου έχει βαρεθεί να με παρηγορεί και το κάνει μόνο όταν βάζω τα κλάματα. Τέλος ακούω τον λυτρωτικό ήχο του κλειδιού στην πόρτα. Ήρθαν! Και μάλιστα με δώρα. Η μαμά χωρίς να βγάλει το παλτό της με παίρνει αγκαλιά, αλλά το κλάμα εξακολουθεί. Μου βάζει στα χέρια το πρώτο δώρο που βρίσκει στην τσάντα της. Σκίζω το περιτύλιγμα και διαβάζω: «Έκτορος Μαλό, Χωρίς Οικογένεια».

Δημήτρης Σωκιαλίδης , (οικονομολόγος, WWF)

Χριστούγεννα 2021. Εποχή απολογισμών για θέματα Επιστήμης και Ψευδοεπιστήμης! Η ιστορία της Φρενολογίας με βοήθησε ιδιαίτερα σε αυτόν τον απολογισμό, γιατί αναδεικνύει την αιώνια διαπάλη ορθολογισμού και ανορθολογισμού που χαρακτηρίζει την εξέλιξη της ανθρώπινης γνώσης και επιστήμης και η οποία φαίνεται να είναι δομική στην ανθρώπινη φύση. Με βοήθησε να καταλάβω και να νιώσω την έκταση της τρέχουσας αμφισβήτησης των επιστημονικών δεδομένων.  Ο καθηγητής Θανάσης Καράβατος περιγράφει γοητευτικά την μεταλαμπάδευση της  Φρενολογίας στη χώρα μας το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα και την εξέλιξή της από μια καταρχήν σωστή επιστημονική ιδέα σε μια ψευδοεπιστήμη, όπου πλήθος διασημοτήτων στριμώχτηκαν στις ουρές για την ψηλάφηση του ψυχισμού τους στα καρούμπαλα του ξυρισμένου κρανίου τους!

 

Κωνσταντία Σωτηρίου (συγγραφέας)

Το  βιβλίο που  άλλαξε τον κόσμο μου είναι το «Διπλό Βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή. Το διάβασα τα πρώτα μου Χριστούγεννα στο Πανεπιστήμιο, σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής μου, μακριά από τους δικούς μου και  θυμάμαι ακόμα εκείνη την απίστευτη αίσθηση που μου έκανε, το πόσο με παρηγόρησε. Και πως ένιωσα πως θα ήθελα κι εγώ να έγραφα έτσι. Νομίζω αυτό το βιβλίο με έκανε να θέλω να είμαι συγγραφέας. Και  ενίσχυσε την πεποίθηση μου πως ένα βιβλίο μπορεί να σώσει τον κόσμο-τον δικό μου τουλάχιστον κόσμο.

 

Φίλιππος Τσαλαχούρης, (συνθέτης, Ωδείο Αθηνών)

Ένα όνομα μου έρχεται στο νου σαν Χριστουγεννιάτικο ανάγνωσμα: Κόντογλου. Το παράξενο είναι πως δεν κάνω τη σύνδεση αυτή με τα μαγευτικά θρησκευτικά του κείμενα με της άμεσες αναφορές στη γιορτή. Κυρίως σκέφτομαι τον «Αστρολάβο» και την ονειρική περιγραφή του κόσμου. Οι πρώτες 10-15 σελίδες του βιβλίου έχουν τη θαλπωρή που βλέπει κανείς μόνον στο πρόσωπο ενός παιδιού το βράδυ των Χριστουγέννων. Η περιγραφή του κόσμου από τον Κόντογλου μπορεί να αποκοιμίσει κάθε παιδί μετά απ’ την έξαψη της γιορτής. Η πνευματικότητα της γραφής ανήκει σε αυτόν που πιστεύει πραγματικά στο θαύμα και ως παραμυθάς ανοίγει την μεγάλη του καρδιά.

 

Μισέλ Φάϊς (συγγραφέας)

Αλησμόνητη χριστουγεννιάτικη αναγνωστική εμπειρία είναι το μυθιστόρημα του Βίκτωρα Ουγκό  «Ο άνθρωπος που γελά». Ένα από τα πρώτα βιβλία που διάβασα με το που έμαθα να διαβάζω, γύρω στα πέντε, πεντέμισι, στην συντομευμένη εικονογραφημένη εκδοχή του (Κλασσικά Εικονογραφημένα, Νο 58, κυκλοφόρησε  30/4/1953). Μετά στη Λεόντειο Πατησίων το διάβασα και στο πρωτότυπο («L’Homme qui rit», 1869). Το πρόσωπο του Γκουίνπλεϊν με τάραξε τόσο εκείνα τα Χριστούγεννα του 1962 στην παγωμένη και λασπωμένη Κομοτηνή, που ανέβασα πυρετό. Από τότε μάλλον πειστικά πως το υπαρξιακό και το πολιτικό είναι κάτι αξεδιάλυτο κι ότι η μάσκα στη γραφή (όπως το ξεσκισμένο χαμόγελο του   ευγενούς και χαρισματικού “σαλτιμπάγκου”) είναι κάτι αναγκαίο και κρίσιμο.

Αγγελική  Φουρνάρη (βιβλιοθηκονόμος)

…και με τις φωνές μέσα μας. «Ο Αργοναύτης» του Στράτη Μυριβήλη είναι μια  αφήγηση  με κεντρικό ήρωα ένα παιδί, τον  Αντρέα, ένα σύγχρονο Αργοναύτη  που λαχταρούσε να ταξιδέψει και να γίνει θαλασσινός ενάντια στη φωνή της μάνας του που τον ήθελε στεριανό! Ο ήρωας μου παλεύει με τα θέλω  και με τα πρέπει , με τη λογική και με το συναίσθημα, λαχταρά να πετάξει , λαχταρά να τολμήσει ! Εύχομαι αυτά τα Χριστούγεννα να δώσουμε όλοι χώρο στη φωνή μέσα μας, και αν την χάσαμε κάπου στη διαδρομή να προσπαθήσουμε να την εντοπίσουμε ξανά!

Αλεξάνδρα Χαϊνη, (δημοσιογράφος)

Ο Παράνα. Ναι, ο «Παράνα ο μικρός Ινδιάνος», ήταν το πρώτο βιβλίο-πυξίδα για τη ζωή μου. Με περίμενε μια χριστουγεννιάτικη νύχτα κάτω από το δέντρο της γιαγιάς. Τι κι αν νωρίτερα είχα κρυφοκοιτάξει τον πατέρα μου να το αφήνει προσεκτικά, η ρεαλιστική αφήγηση για τις περιπέτειες του μικρού στο δάσος του Αμαζονίου, τα λιγοστά ρούχα και το μελαμψό του δέρμα, οι βουτιές στο ποτάμι με τα αδέρφια του, ο ύπνος κάτω από τα αστέρια, λειτούργησαν ιαματικά, επουλώνοντας το κενό που θα άφηνε μια για πάντα ο Άι Βασίλης. Το βρήκα με δυσκολία στο internet δεκαετίες αργότερα, ελαφρώς μεταχειρισμένο και στα γαλλικά, όμως όταν το ανοίγω, μυρίζω ακόμη στις σελίδες του μανταρίνι και κανέλα και βλέπω ίδιο κι απαράλλακτο το πρώτο αγόρι που αγάπησα – κι ας μην το ήξερα τότε.

 

Αλέξανδρος Χαρκιολάκης, (μουσικολόγος, διευθυντής του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής)

Τα Χριστούγεννα του 1985 ήμουν οκτώ ετών και ένα από τα δώρα που πήρα ήταν ο «Τρελαντώνης» της Πηνελόπης Δέλτα στην σκληρόδετη έκδοση της Εστίας. Από το 1985 μέχρι σήμερα πρέπει να έχω διαβάσει τις καλοκαιρινές περιπέτειες του «Αντώνη που είναι πολύ σκάνταλος» πάνω από 60 φορές με την τελευταία να είναι μέσα στην πρόσφατη καραντίνα. Όλα μου είχαν φανεί ωραία σε αυτό το βιβλίο αλλά αυτό που θυμάμαι από εκείνη την πρώτη φορά είναι το πόσο είχα γελάσει με την ψυχή μου όταν το διάβαζα. Ίσως και να γελούσαμε ευκολότερα τότε, ποιος ξέρει;

 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, (κριτικός λογοτεχνίας)

Ένα λογοτεχνικό κείμενο με θαυμαστή διάρκεια, ένα λαμπρό κινηματογραφικό κύκνειο άσμα και ένας χορός δεξιοτεχνικών υπαινιγμών λίγο προτού τελειώσουν οι μεγάλες γιορτές του χειμώνα, την παραμονή των Θεοφανίων: αυτό είναι το διήγημα (μήπως νουβέλα;) «Οι νεκροί» (σε μετάφραση Άρη Μπερλή) ή «Ο νεκρός» (σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη) από τους Δουβλινέζους του Τζέιμς Τζόις, ένα κείμενο που έδωσε τον σκελετό για την τελευταία ταινία του Τζον Χιούστον το 1987. Χιονισμένο εξωτερικό τοπίο, ατμόσφαιρα εορταστικής ευδίας στους εσωτερικούς χώρους κι ένα πνεύμα κάθε άλλο παρά καταθλιπτικό αφού οι νεκροί του τίτλου όχι μόνο θα μείνουν για πάντα ζωντανοί στη μνήμη μας, σαν ένα είδος έμπνευσης και ιερής φανέρωσης (epiphany), αλλά και θα μας παρηγορήσουν δια βίου (χωρίς καμιά πλερέζα πένθους) για όλες τις απώλειές μας.

 

Σταύρος Χατζηθεοδώρου, (εκπαιδευτικός)

Στα φοιτητικά, εκεί στην ακρή της δεκαετίας του ογδόντα το πρωτοδιάβασα. Τότε που διαβάζαμε για να κάνουμε τους καμπόσους, να μας αγαπήσουν τα κορίτσια που θέλαμε να μας αγαπήσουν. Σχεδόν τραυματικά. Στη δίτομη έκδοση του Ζαχαρόπουλου σε μετάφραση του Άρη Δικταίου. Το αγόρασα παραμονές Χριστουγέννων, να το χαρίσω. Συνάντηση που δεν έγινε ποτέ. Παρολαυτά, χρόνια μετά δυσκολεύομαι να ξεδιαλύνω, αν η σκιά αυτού του Μαγικού Βουνού του Τόμας Μαν των ιδεών της νεοτερικότητας του στοχασμού των καινούριων ιδεολογικών και αισθητικών ρευμάτων -που ως άλλον Γιαν Κάστορπφ με ακολουθεί- είναι από το βάρος του βιβλίου ή το κορίτσι που με αρνήθηκε.

Αριστείδης Χατζής, (καθηγητής, ΕΚΠΑ)

Πλησίαζε η Πρωτοχρονιά και όπως πάντα άρχισα να ψάχνω πού είχαν κρύψει οι γονείς μου τα «δώρα του Άγιου Βασίλη» που θα βρίσκαμε, εγώ και τ’ αδέλφια μου, κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο τα μεσάνυχτα της παραμονής. Ξεσήκωσα τα πάντα αλλά δεν έβρισκα κάτι. Και τότε σκέφτηκα να βγω στο μικρό στενό μπαλκόνι. Ανακάλυψα εκεί 2 ή 3 μεγάλες κούτες γεμάτες βιβλία. Ήταν ολόκληρη η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών. Ήμουν μόλις 10 ετών αλλά αυτό ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να μου κάνει κανείς. Δεν θα μου περνούσε ποτέ η ιδέα ότι οι γονείς μου θα ξόδευαν τόσα πολλά σε μια τόσο δύσκολη για την οικογένειά μου περίοδο. Ο πατέρας μου, όμως, την είχε αγοράσει με δόσεις από το βιβλιοπωλείο του Μπαρμπουνάκη. Εκείνον τον Δεκέμβριο του 1977, στο μπαλκόνι του διαμερίσματος που νοικιάζαμε στον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας της Βενιζέλου, λίγο πιο πάνω από την Ερμού, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, ένα ευτυχισμένο αλλά και μαγεμένο παιδάκι ξεπάγιαζε ξεφυλλίζοντας και διαβάζοντας κρυφά, έτοιμο να τα ξαναβάλει αμέσως όλα στη θέση τους όταν θα επέστρεφαν οι γονείς. 30 χρόνια αργότερα χάρισα το πολύτιμο δώρο στον μεγάλο μου γιο, που λατρεύει εξίσου με μένα την Ιστορία.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2020

Ευάγγελος Αυδίκος, Iχνηλάτηση, διήγημα στο έντερο Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος (επιμέλεια), «7 + 1 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΪΟ ΤΟΥ 2020 ΣΤΟ CULTURE BOOK»


Έτσι ζούσε από τότε που η γυναίκα του τον παράτησε, παίρνοντας και τη γάτα μαζί της. «Εξανίσταμαι με την αδιαφορία σου». Το μόνο που φυλάει απ' αυτήν είναι το ρήμα. Δεν άκουγε τους χαρακτηρισμούς, δεν ακουμπούσαν καθόλου στο μυαλό του, προσέκρουσαν στο τύμπανο κι έπεφταν στο δάπεδο. Αλλά το ρήμα! Ωραία λέξη. Εξανίσταμαι, πού τη βρήκε η Θρούμπη τη λέξη αυτή. Ποτέ της στο παρελθόν δεν τον είχε αναστατώσει με τις λέξεις της. Έτρεξε αμέσως στο λεξικό, της Ακαδημίας Αθηνών, προσφορά της εφημερίδας. Κάθε Κυριακή γέμιζε το σαλόνι μ' εφημερίδες, δεν τον ενδιέφερε σε ποιον θεό πίστευαν,αρκεί να μάθαινε καινούριες λέξεις.   Εκφράζω έντονα τον θυμό ή την οργή μου, έγραφε το λήμμα. Και συμπλήρωνε: εκνευρίζομαι, διαμαρτύρομαι. Θυμάται που διάβαζε φωναχτά και την ώρα που ολοκληρώθηκε η τρίτη ανάγνωση- εξ – ανί –στα- μαι! Τι ωραία λέξη-, ακούστηκε ο ήχος από τον σπασμένο καθρέφτη, που βρισκόταν στην εσωτερική πλευρά της εξώπορτας, η τελευταία ματιά της Θρούμπης , πριν την έξοδό της. Δεν έδωσε σημασία, ήταν εκστασιασμένος με την καινούρια λέξη, το μοναδικό δώρο που του πρόσφερε η Θρούμπη τα πέντε χρόνια του κοινού τους βίου.   Λογίστρια σε μεγάλη εταιρεία, Κάθριν του συστήθηκε στην πρώτη συνάντησή τους, Θρούμπη τη φώναζε ο ίδιος, είναι ο δικός μας κώδικας,προσπαθούσε να την ηρεμήσει, κι ας κυκλοφορούσε για μέρες με το τσιρότο στον αριστερό κρόταφο, σημάδι του θυμού της. Με τα πολλά ηρέμησε, διάβαζε απομονωμένη τότε τον κώδικα Νταβίντσι κι έτσι χρησιμοποίησε το τελευταίο του όπλο. Θα είναι ο κώδικάς μας ,θα μας φέρει πιο κοντά. Κοίταξε τι γράφει το λεξικό. Καλά , απάντησε, καθησυχασμένη, και βυθίστηκε πιο πολύ στο βιβλίο.   Τα πρώτα χρόνια του κοινού τους βίου ήταν όλα ρόδινα. Δούλευε ο ίδιος σε τράπεζα. Στην αρχή το γραφείο του ήταν στον δεύτερο όροφο κι από εκεί αγνάντευε τη θάλασσα, ενδιάμεσα έριχνε κλεφτές ματιές στο επίτομο λεξικό που είχε πάντα στη δερμάτινη καφέ τσάντα του. Όλα κυλούσαν όμορφα, το ταξίδι του στις λέξεις τον έκανε ευτυχισμένο. Το βράδυ στο σπίτι η Θρούμπη έβλεπε μανιωδώς τηλεόραση, τα τηλεπαιχνίδια. Ντάρλινγκ, τι σημαίνει «εκστασιασμένος»; Βιάσου, κοίτα στο λεξικό, θα στείλω μήνυμα, θέλω να κερδίσω. Μα τη χαρά της που κληρώθηκε νικήτρια, το βιβλίο του Μπράουν για τον κώδικα Νταβίντσι ήταν αυτό που τους έδεσε. Για ένα μεγάλο διάστημα η Θρούμπη έβλεπε τα τηλεπαιχνίδια κι αυτός είχε έτοιμους όλους τους τόμους του λεξικού, να της δώσει απαντήσεις.   Άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια, όσο αραίωναν οι λέξεις. Τι σημαίνει «ερωτοτροπία;» Η λέξη έπεσε απροειδοποίητα, είχε συνηθίσει τη σιωπή. Έπιασε αμέσως τον δεύτερο τόμο και άρχισε να φυλλομετράει τις σελίδες αναζητώντας τη λέξη. Η ταχύτητα, όμως, σταδιακά μειώθηκε, τελικά σταμάτησε. Γύρισε προς το μέρος της, σαν να του φάνηκε κάτι παράξενο στον τρόπο που τον κοίταζε. Ναι, βρήκε τη λέξη που έψαχνε. Μειδίαμα ήταν, έχει δίκιο το λεξικό.Τον έβαλε και σε σκέψεις. Μειδίαμα είναι το ελαφρύ χαμόγελο, το αινιγματικό, πρόσθετε. Τότε ήταν που τον έζωσαν τα φίδια με τη λέξη που του ζήτησε. Εκδήλωση ερωτικού ενδιαφέροντος, έγραφε το λεξικό. Έκανε ώρα να της διαβάσει τη σημασία της λέξης. Ένιωθε τη λέξη σαν πέτρα στο τζάμι του παραθύρου του.   Τον έζωσαν τα μαύρα φίδια. Τη λύση, όμως, την έδωσε πάλι το λεξικό. Από την τράπεζα τιμωρήθηκε με δεκαπενθήμερη στέρηση μισθού. Τον είχαν μετακινήσει στο γκισέ, τόσα γράμματα ξέρεις, του είπε ο προϊστάμενος, σε χρειαζόμαστε. Ήταν με το ξεκίνημα του καινούργιου χρόνου. Η καινούρια λέξη τον βρήκε στο γκισέ. Ενθουσιάστηκε, το πρόβλημά του μόνο η ορθογραφία της. Κορωναϊός, κορωνοϊός; Ή κορονοϊός; Άρχισε να ψάχνει όλα τα λεξικά.Καθένας και τη δική του γραφή. Τον τρόμαζε, τον αναστάτωνε η αβεβαιότητα. Ο καθένας και τον δικό του χαβά στην τηλεόραση. Επιτέλους, ποια είναι η σωστή γραφή. Απογοητευμένος, δεν άφησε πελάτη που να μην τον ρωτήσει. Τον κατηγόρησαν για διασπορά ψευδών ειδήσεων και για υπονομευτή της εμπιστοσύνης των πελατών στην τράπεζα.   Δεν τον πείραξε η τιμωρία. Τον ανησυχούσε η λέξη «ερωτοτροπία» της Θρούμπης. Τι συμβαίνει; Τι έχει κάνει λάθος;Η τηλεόραση παίζει στη διαπασών, η Θρούμπη έφυγε λίγο πριν από το σπίτι. Ο υπεύθυνος της επιτροπής δήλωσε στον σταθμός μας πως θα γίνει ιχνηλάτηση των επαφών του πρώτου θύματος του κορονοϊού. Έσπευσε αναψοκοκκινισμένος να μάθει για την λέξη που μόλις άκουσε. Ένιωθε μια αδημονία, καιρό είχε να αναστατωθεί από ηδονή το κορμί του. Ιχνηλάτηση είναι η αναζήτηση των ιχνών ενός προσώπου, με σκοπό να το εντοπίσουμε. Χάρηκε, θα ιχνηλατούσε τη Θρούμπη, δεν τον ενόχλησε που με τα πολλά βρήκε τα ίχνη της, φαινόταν ευτυχισμένη στην αγκαλιά του συναδέλφου του από την τράπεζα.   Καταπονημένος από την ιχνηλάτηση της Θρούμπης εκείνο το πρωί κοιμήθηκε ως αργά. Τον ξύπνησε το κουδούνι. Από την επιτροπή ιχνηλατήσεων του θύματος του κορονοϊού, τον ενημέρωσε ο γενειοφόρος μεσήλικας, φορούσε μάσκα και γάντια. Προέκυψε επανειλημμένη επαφή μαζί του στην τράπεζα. Για την ορθογραφία της λέξης, ψέλλισε. Ακολουθήστε μας, παρακαλώ.


Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Η γλώσσα των δέντρων (μεγαλοσαββατιάτικο διήγημα του Ευάγγελου Αυδίκου)


0
7
Ελιά, έργο του Χρήστου Μποκόρου
Ευάγγελος Αυδίκος

Ήταν μόνοι  τους για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια. Απόλυτη ησυχία, μόνη εξαίρεση η τηλεόραση, διαγγέλματα, φλυαρίες και το χέρι να κουνιέται συχνά. Μείνετε σπίτια σας, μη βγαίνετε έξω.  Του έλειπε ο καφές, η παραλία. Όχι ότι έκανε τίποτε σπουδαίο. Αγόραζε την εφημερίδα του, καθόταν στο ίδιο καφέ κάθε πρωί, προτιμούσε τις πρωινές ώρες για να είναι ελεύθερο το  ίδιο τραπέζι. Του λείπουν αυτά τα μικρά, δεν του άρεσε η φασαρία, το ημίφως στα βραδινά μαγαζιά. Αλλά….Ανάγκα και θεοί πείθονται. Ζορίστηκε, είν’ αλήθεια. Στην αρχή, πρώτη κίνηση το πρωί να πάει στο σημείο που άφηνε το κλειδί του αυτοκινήτου, να φορέσει το καπέλο του, ανάλογα με την εποχή, να βγάλει το κινητό από τον φορτιστή και να βγει έξω. Πού πας, βλογημένε. Η ένταση της φωνής της γυναίκας του απροσδόκητη. Προτιμούσε τους ήπιους τόνους. Τι έπαθε και φωνάζει. Μην ετοιμάζεσαι για έξω. Ξεκούτιανες;  Δεν επιτρέπεται. Γύρισε και την κοίταξε ξαφνιασμένος. Τι με κοιτάς, είμαστε ευπαθής ομάδα.
Ευπαθής ομάδα, όσοι είναι πάνω από εξήντα πέντε χρονών κινδυνεύετε, έλεγε και ξανάλεγε το χέρι που κουνιόταν σαν κομπρεσέρ. Ευπαθής ομάδα. Μα έκανα όλες τις εξετάσεις πριν από μια βδομάδα. Να δες, όλες είναι τζάμι, έτσι είπε ο γιατρός. Έψαξε στο συρτάρι που είχε τον φάκελο με τις ιατρικές εξετάσεις, τα μάτια της γυναίκας του συμπονετικά, τα λόγια της καρφιά. Λογικέψου, άνθρωπέ μου. Κι άκου δω. Δεν θα μου φέρεις αυτή την παλιοβρωμιά στο σπίτι μου. Άμα είναι να πααίνεις έξω….Σταμάτησε για λίγο. Καλά, ντιπ ξεκούτιανες, είμαστε ευπαθής ομάδα. Δεν ακούς τι λένε! Κανένας δεν μπορεί να βγει έξω.
Έκανε την ανάγκη φιλοτιμία. Είχε δίκιο η συμβία. Πού να τα βάλεις με το δάχτυλο στην τηλεόραση. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Πειθάρχησε, η λέξη που ποτέ του δεν του άρεσε. Την  είχε βγάλει από το λεξιλόγιό του, ένιωθε να κουβαλάει ηλεκτρισμό, κάτι σαν βασανιστήριο. Προτιμούσε να βρει διαφορετικό τρόπο, με πιο πολλές λέξεις, να βγάλει από μέσα τους την ευθύνη των μαθητών του και των συνομιλητών του. Δεν τα κατάφερνε, τις πιο πολλές φορές. Ματαιότης ματαιοτήτων; Πάλευε να μην πάρει στροφή το μυαλό του, να μη  γίνει γιο γιο του τεντωμένου δάχτυλου,  δεν μπορούσε να τραβήξει μονοκονδυλιά στη ζωή του, ο άνθρωπος είναι ελεύθερο πνεύμα, η εκπαίδευση, οι αρχές έχουν υποχρέωση να καλλιεργήσουν  την ελεύθερη σκέψη.
Όσα δεν έκαναν τα διαβάσματα, τα κατάφερε ο κορόνας. Αναλύσεις, επιφυλλίδες, αφιερώματα, φωτογραφίες της δυστυχίας και της μοναξιάς. Άνθρωποι απορριγμένοι στα πεζοδρόμια του κόσμου, με ψαλλιδισμένα φτερά. Με μια συμφωνία, είπε. Ύψωσε το στέρνο του, τουλάχιστον να μην πέσει αμαχητί. Η συμβία τον κοίταζε απορημένη. Άκου, λοιπόν. Αφού δεν μπορώ να βγαίνω στην παραλία, θα πίνω τον καφέ μου στην πίσω βεράντα. Αυτό είναι μόνο; Η φωνή της συμβίας έδειχνε ανακουφισμένη. Έχει ψύχρα το πρωί, άνθρωπέ μου. Θα πουντιάσεις.
Τελικά βρήκαν μια μεσαία λύση. Θα τραβούσε την κουρτίνα, το τζάμι της μπαλκονόπορτας ήταν μεγάλο και η θέα στην πίσω μεριά του κτήματος πανοραμική. Έβλεπε όλα τα λιόδεντρα, τα είχε φυτέψει όλα με το χέρι του, ποτισμένα ένα ένα, τον καιρό που είχε αναβροχιά. Τις ώρες που ήταν στο σπίτι και δεν έγραφε στον υπολογιστή, πήγαινε να κάνει παρέα με τα λιόδεντρα. Να μιλήσει μαζί τους, να εξομολογηθεί τις στενοχώριες του, να τα φροντίσει, να τα κανακέψει. Τα λιόδεντρα έχουν ψυχή, δεν δεχόταν δεύτερη κουβέντα. Ακόμη κι όταν η γυναίκα του κουνούσε το κεφάλι της. Πού να καταλάβουν οι άνθρωποι που έχουν χάσει τη δική τους ψυχή. Δεν ακούνε τον αέρα, τις κουβέντες που λένε τα λιόδεντρα, τη χαρά τους για τη συντροφιά . Και είναι τα άτιμα ευγνώμονα. Ένα τους δίνει πέντε σου επιστρέφουν. Σπάνια πια το πιάτο περνάει πάνω από τα σύνορα των σπιτιών.
Για να μη στερηθεί την εφημερίδα του γράφτηκε στην ηλεκτρονική έκδοση. Κάθε πρωί πήγαινε στην τουαλέτα, έπλεε να δόντια, με επιμέλεια, όπως διάβασε τις οδηγίες των γιατρών, τελικά βρέθηκε αντισηπτικό υγρό. Άπλωνε στο χέρι το υγρό, παντού στις παλάμες, ανάμεσα στα δάκτυλα. Τριάντα δευτερόλεπτα. Καλά, άνθρωπέ μου, θα ξεπετσιαστείς, φώναζε η κυρά. Να βάζεις και μαλακτική κρέμα πού και πού , θα αγριέψει το δέρμα σου. Μερικές φορές, τα σαπούνιζε , για καλύτερα, δυο φορές καλύτερα από μία, απαντούσε στο σταυροκόπημα της συμβίας. Είπανε του κώλου να χέσει κι αυτός το παράκανε. Μετά , άνοιγε το πτυσσόμενο τραπέζι στη μέση του παραθυριού, έπιανε  την εφημερίδα, διάβαζε τα νέα και πολύ τακτικά σταματούσε αγναντεύοντας τη δική του λιμνοθάλασσα, έστω μικρή τεχνητή λίμνη με τα λιόδεντρα.
Από τη Μεγάλη Πέμπτη σιάζονταν να μιλήσει με τη μάνα του. Πήγαινε στον τάφο των γονιών, δεν έβρισκε αυτό που ήθελε. Το έκανε από αγγαρεία, να μη μας πιάσουν στο στόμα τους οι συγγενείς, άστραψε και βρόντησε η κυρά , μια χρονιά που βαριόταν να πάει. Προτιμώ το Σάββατο, ψέλλισε. Μην είσαι ανάποδος, όλα έχουν τη σειρά τους. Η Πέμπτη είναι για τους πεθαμένους. Ανησυχώ για σένα.
Δεν αντιδρούσε, τι  να πει άλλωστε, ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο. Προτιμούσε να περάσει το Μεγαλοβδόμαδο με τα δέντρα του. Ειδικά το Μεγάλο Σάββατο, δεν του καιγόταν καρφί τι έλεγαν οι άλλοι. Αν τον νόμιζαν ανάποδο. Ήθελε να είναι εκεί, μόνος του. Να ακούσει τα λιόδεντρα, τους ψιθύρους για όλο τον χρόνο, τα παράπονά τους. Ένιωσε την πίκρα τους τη χρονιά που ο δάκος δεν άφησε ελιά  για ελιά. Ο καρπός σούρωσε , σαν σώμα ανθρώπινο που έχασε το αίμα τους. Εκείνη τη χρονιά  ο αέρας ήταν ένα βουβό μοιρολόι, που ξεκινούσε απ’ τις κορφές σταύρωνε τα κλαδιά, περνούσε μέσα από τα φύλλα κι έφτανε στη βεράντα, όπου ξεψυχούσε. Άλλες φορές, ο αέρας γινότανε αναστεναγμός για τα πάθη της φύσης, για τους ανθρώπους που φτηνύνανε. Τα δέντρα έχουν τη δική τους γλώσσα, τη γλώσσα που οι άνθρωποι ξέχασαν. Αυτό έλεγε σε όσους έπεφτε στην κουβέντα, τον κοίταζαν περίεργα.
Όμως, το Μεγάλο Σάββατο ήταν η ώρα που περίμενε έναν ολόκληρο χρόνο, η συνάντηση  με τη μάνα του. Καμάρωνε παλιά, όταν πρωτόρθαν στο κτήμα, τις ελιές που φύτευε, καθόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού , για να μην την  χτυπήσει ο αέρας, κι έδινε συμβουλές, για όλα. Ίσως να του μετέδωσε η μάνα το χάρισμα ν’ ακούει τα λιόδεντρα, να νιώθει την ψυχή τους. Το σκέφτηκε πολλές φορές, όχι είναι βέβαιο, κοντά στη μάνα έμαθε τη γλώσσα των δέντρων, τότε που σαν πρωταργάτισσα δούλευε στο μάζεμα του βενετσιάνικου ελαιώνα. Μπορεί στο τέλος της χρονιάς, που μάζευαν μαζί, μάνα και γιος, τα μπορμπολόγια, να τα πουλήσουν, για να περάσουν το Πάσχα. Κι εκεί που υπολογίζανε να  μη γεμίσει το τσουβάλι, τα λυγερόκορμο και ουρανοϊσκιωτα λιόδεντρα τίναζαν τις κορφές τους, ήταν οι δικοί τους άνθρωποι.
Η μάνα έκανε την αρχή στο φύτεμα του δικού του μικρού ελαιόκηπου. Μάζεψε την ποδιά της, σήκωσε τα μανίκια της, έδεσε καλά το φακιόλι της, σταύρωσε το δέντρο, το τοποθέτησε στη γούβα, παλάμισε το χώμα γύρω από τη ρίζα, την ευχή μου να έχετε, τον φίλησε σταυρωτά και γύρισε στη θέση της. Κάθε χρόνο η συνάντησή τους ήταν σ’ αυτό το δέντρο. Μετά τις δέκα το πρωί, μόλις γινόταν η πρώτη Ανάσταση, στην Κέρκυρα πρώτα και μετά στην πόλη του ,στο Σαϊτάν Παζάρι. Έβαζε το ραδιόφωνο, που ακούμπαγε  στο τραπέζι και περίμενε. Η μάνα ποτέ δεν έλειψε από το ετήσιο αντάμωμα.
Φέτος όμως ανησυχούσε. Θα ανεβούν οι ψυχές στη γη; Τι είναι αυτά που λες, άνθρωπέ μου; Η συμβία του άστραψε και βρόντηξε με τις ανησυχίες του. Ο εγκλεισμός είναι για τους ζωντανούς, όχι για τους πεθαμένους. Πεταμένα πάνε όσα ξέρεις. Έστρεψε το βλέμμα προς αυτή με συγκατάβαση. Πού να ξέρει.  Καρφί δεν του καιγόταν που δεν θα έψηνε κατσίκι , μόνοι τους ήταν. Χωρίς την εγγονή και τα παιδιά το κρέας είναι άνοστο. Όμως, τον έτρωγε η αδημονία για τη μάνα. Αυτό ήταν το Πάσχα γι’ αυτόν. Το γιόρταζε πρώτα με τη μάνα και μετά με τους άλλους.
Αυτή την ώρα θα πετούσαν τα μπότια στο Σαϊτάν Παζάρι, σχολίασε ο δημοσιογράφος του τοπικού ραδιοσταθμού. Ήρθε η ώρα, σκέφτηκε. Έκλεισε το ραδιόφωνο, έκλεισε την πόρτα του δωματίου, να  μη χάσει τον παραμικρό ήχο και μισάνοιξε την μπαλκονόπορτα. Το μάτι ήταν καρφωμένο στην κορφή της ελιάς, που άρχισε να ταλαντώνεται. Ήρθε, το μόνο που είπε κι άρχισε να νιώθει σύγκρυο να διαπερνά τη σπονδυλική του στήλη. Η μάνα είναι εδώ, ψέλλισε. Στην αγαπημένη της ελιά. Η πνοή του αέρα έγινε στρόβιλος, πέρασε ανάμεσα από τα κλαδιά και κάθισε στο μεγάλο μπράτσο του δέντρου.
Κάθε χρόνο το Μεγάλο Σάββατο σα να έμπαινε στη χρονομηχανή. Σα να μίκραινε, να πήγαινε πίσω , τότε που ήταν οκτώ χρονών. Γιόρταζε την Ανάσταση με τη μάνα, στη Φανερωμένη. Τα χέρια της  ήταν το τέμπλο της οικογενείας της, μόνο που αυτός  τότε δεν μπορούσε να μετρήσει τις αγωνίες της που έγιναν κόμποι, πληγές από το λιομάζωμα κι από το τσαπί που της μάτωνε τις παλάμες. Καταπίνει τον κόμπο στον λαιμό του . Δεν της ταιριάζει η λύπηση. Ούτε η νοσταλγία. Δεν ζήτησε ποτέ αντίδωρο για τα ροζιασμένα χέρια της. Έρχεται κάθε χρόνο να γιορτάσει κι αυτή με την μεγάλο της, να μάθει τα νέα.
Απέναντι του η ριπή του αέρα γουργουρίζει. Είναι πρόσκληση, να ξεκινήσουν,  να κάνουν πάλι το αναστάσιμο δρομολόγιο στη Φανερωμένη. Το χρειάζεται κι ο ίδιος. Αυτή τη χρονιά το έχει ανάγκη περισσότερο από τα προηγούμενα χρόνια. Να ξύσει το λίπος που έχει κατακάτσει στην ψυχή. Να γιορτάσει στη Φανερωμένη, στα δικά του νερά της Στυγός, να δει τον εαυτό του, όσα έκανε , όσα παρέλειψε.
Αφήνεται και μπαίνει στη μηχανή του χρόνου. Νιώνει το ελαφρό σκούντημα στο μπράτσο. Είναι η μάνα, φασκιωμένη στο φακιόλι της. Σκωθείτε, να προλάβουμε την Ανάσταση. Το σπίτι που κοιμόταν, αποκτά ζωή. Οι λαμπάδες σας. Η τσίμπλα υποχωρεί, η Ανάσταση στη Φανερωμένη ήταν η υπόσχεση της μάνας. Πρώτη φορά στη Φανερωμένη, μεγάλωσαν.
Η νύχτα έχει πέσει βαριά. Έντεκα το βράδυ, τα δέντρα μοιάζουν σκελετοί της φύσης. Στον  δρόμο οι σκιές αυγαταίνουν, βγαίνουν από σπίτια, από χεριώνες. Αμίλητες, χωρίς φανάρι, μην ανάβετε τις λαμπάδες, δεν κάνει. Στον Μπούρμπο τα νερά αρυτίδωτα, ένας μόνο βάτραχος κοάζει. Ακούγεται παφλασμός, μαζεύεται στην ποδιά της μάνας, μπορεί να είναι το κοριτσάκι που έπεσε στο πηγάδι, ψιθυρίζει μια τρομαγμένη φωνή. Μπορεί κι αυτή η ψυχή να μπήκε στη σειρά των σκιών  που πήραν τον ανήφορο για τη Φανερωμένη.
Μπροστά η μεγάλη κρεββατιά με τα θεόψηλα λιόδεντρα. Σκοτάδι πηχτό. Δεν ξεχωρίζει τίποτε. Μόνο οι ανάσες ακούγονται που δίνουν τον ρυθμό στον χορό των βαδιστών. Εκείνη την ώρα , το σκοτάδι επιβάλλει τον δικό του νόμο. Καταργεί τα γιορτινά ρούχα, τα βαφτιστικά χάνουν την αξία τους, τα καινούρια παπούτσια δεν έχουν φωνή, να μιλήσουν για τις δικές τους ιστορίες, για τα φωτίκια. Μάνα, πότε θα βάλω τα παπούτσια της νουνάς; Τσώπα, μη μιλάς, όταν δούμε τα φώτα της εκκλησιάς. Φορούσε τις λαστιχένιες μπότες του, με τι χαρά περίμενε τη στιγμή που θα φορέσει τα κατακόκκινα παπούτσια του και μ’ αυτά θα έμπαινε στη Φανερωμένη, σαν εκείνο τον ήρωα, δεν θυμάται το όνομά του, που έμπαινε καβάλα στην εκκλησιά. Μη μιλάς , παιδί μου, είναι αμαρτία. Να μεταλάβουμε πρώτα. Δεν ξαναμίλησε.
Τίποτα δεν ξεχωρίζει, μόνο οι ανάσες και η έγνοια να προλάβουν την Ανάσταση. Τα λιόδεντρα  έμοιαζαν με θεόρατους ξύλινους σταυρούς, που σταύρωναν τη μάνα του. Έτσι, είχε πει στον μπάρμπα Μανόλη, τ’ αφεντικό της με τις ελιές. Τα βλέπεις αυτά, μπάρμπα Μανόλη; Για αυτές τις γυναικούλες που μαζώνουν ελιές είναι ο σταυρός τους. Μη ζητάς να τους κόψεις το λαδάκι που παίρνουν μεροκάματο.
Οι σκιές προχωρούν την πορεία τους αμίλητες. Φοβάμαι, η μόνη λέξη που ακούγεται και ο γρήγορος σταυρός, «όλα τα κακά σκορπά» προσθέτει η μάνα, μη φοβάσαι, ψυχούλα μου, θα μαζωχτούνε στην τρύπα όλα τα διαόλια, σε λίγο ο παπάς θα πει «Χριστός Ανέστη».  Η ψυχή της ήξερε τη δική της ταραχή. Στα μάτια της το γυαλί του φόβου, η μύτη της έσταζε ιδρώτα, το  φως του φεγγαριού που μπόρεσε να τρυπώσει μέσα από τις φυλλωσιές, φώτισε φευγαλέα το ασκητικό της πρόσωπο.
Μάνα, μια πυγολαμπίδα πέρα εκεί. Αυτή είναι η Φανερωμένη, παιδί μου, ήρθε η ώρα για τα καλά παπούτσια σου. Η καμπάνα χτυπούσε δαιμονισμένα. Οι σκιές έβγαιναν από το σκοτάδι κι αποκτούσαν μορφή. Πρόσωπα αυλακωμένα από τον μόχθο.
Σε πήρε ο ύπνος; Η συμβία με σκουντούσε. Είσαι ιδρωμένος, η φωνή της ακουγόταν ανήσυχη. Σ’ άκουγα που μιλούσες με τη μάνα σου, είσαι άρρωστος; Να σε θερμομετρήσω, μη χρειαστεί να τηλεφωνήσω στον γιατρό. Αργεί να γίνει το κακό μ’ αυτή τη βρωμιά που μας βρήκε;. Όση ώρα είχε το θερμόμετρο στη μασχάλη του, έψαχνε το τηλέφωνο του γιατρού στην ατζέντα της. Για καλό και για καλό, είπε. Δος μου το θερμόμετρο. Το χέρι της είχε ένα ελαφρό τρέμουλο. Σκούπισε τα μάτια της. Αν είναι δυνατόν, φώναξε. Τριάντα έξι και δύο. Δεν έχεις τίποτε. Και ο ιδρώτας; Σιώπησε.

(*) Ο Ε. Αυδίκος είναι πανεπιστημιακός και συγγραφέας

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

Η SAAB, περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 54, 2016

Βαγγέλης Αυδίκος

Η Saab, διήγημα


Είναι η μέρα του. Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς κατεβαίνει στην πόλη με το καινούργιο αυτοκίνητο, ένα χιλιοχτακοσάρι Saab. Είναι το καμάρι του. ‘Άπαξ της εβδομάδος’ πλένονται με κάθε επισημότητα και οι δύο, το σχόλιο της αδερφής του , σχολαστικής φιλολόγου που της αρέσει  να παρεμβάλλει   λέξεις της καθαρεύουσας στον καθημερινό της λόγο. Δεν έχει άδικο όμως. Τα Σάββατά του είναι αφιερωμένα στην καθαριότητα. Πρώτα, πλένει το αμάξι εξωτερικά. Έχει μια ξεχωριστή σχέση  μαζί του, το Σάββατο είναι η μέρα  που ανανεώνουν τη σχέση τους. Τις καθημερινές τού γυρίζει την πλάτη. Το παρκάρει στο υπόστεγο. Για τις μετακινήσεις του χρησιμοποιεί ένα Maruti, 600 κυβικά όλα κι όλα. Δεν το λυπάται καθόλου. Στραπατσαρισμένο από χτυπήματα και γδαρσίματα, δεν έχει καταφέρει να κερδίσει τη συμπάθειά του.
     Με το Saab είναι αλλιώς. Το καμάρι του. Του αφιερώνει ποιοτικό χρόνο , το διάβασε σ’ ένα περιοδικό για τους πολυάσχολους γονείς. ‘Ταιριάζει και για τη δική μας περίπτωση. Το Σάββατο είναι η μέρα μας’, σκέφτηκε. Γύρω στις 10 το πρωί το βγάζει από το υπόστεγο. Ανεβαίνει στο σπίτι και φτιάχνει τον μέτριο ελληνικό του. Το πίνει στην επάνω βεράντα έχοντας μπροστά του το καμάρι του. Μισή ώρα μετά, κατεβαίνει στο υπόγειο. Παίρνει τον κουβά, το μαλακό σφουγγάρι, το πανί και το σαμπουάν- αγόρασε το καλύτερο στην αντιπροσωπεία στην Αθήνα. Ανεβαίνει στον πλακόστρωτο δρόμο και αφήνει τη ματιά του να το αγκαλιάσει. Πλημμυρίζει η τρυφερότητα γι’ αυτό το αμάξι. Είναι ένα από τα λίγα πράγματα που τον κάνουν περήφανο. «Δικέ μου, είναι και το πρώτο», του είπε ο φίλος του ο Σπύρος. Η κουβέντα τού έδωσε φτερά για όλη τη μέρα. Τη φέρνει στο μυαλό του κάθε φορά που τον πιάνουν οι μαύρες του.
   Το σαββατιάτικο πρωινό απολαμβάνει την παρέα με το Saab. Αρχίζει με το σφουγγάρι που το βουτάει στον κουβά με το σαμπουάν. Οι κινήσεις είναι μαλακές. Κάθε σχέση θέλει ρυθμό. Το σφουγγάρι κυλάει απαλά πάνω στη λεία επιφάνεια. Αποφεύγει να το πονέσει.  Πάνω κάτω. Οριζόντια. Σα να κάνει μασάζ. Βάζει σ’ αυτή την κίνηση όλη την αγάπη του γι’ αυτό το αμάξι που τον κάνει περήφανο. Οι γυναίκες έρχονται και φεύγουν. «Το αμάξι σού ανταποδίδει τη φροντίδα», μονολογεί. «Σε ταξιδεύει στα σύννεφα. Φέρνει τα όνειρα στη ζωή» Και τότε, θυμάται τον αγαπημένο του ήρωα που με το δικό του αυτοκίνητο  ένιωθε βασιλιάς των δρόμων. Ζήλευε τον ήρωα του Τζακ Κέρουακ. Ο ίδιος δεν μπόρεσε να ξεφύγει. Δεν έκανε το βήμα να  κατακτήσει τους δρόμους.
       Μετά, αρχίζει η μάχη με τη σκόνη στο εσωτερικό. Χρησιμοποιεί το επαναφορτιζόμενο σκουπάκι. Όλα, όμως, έχουν τη σειρά τους. Πρώτη κίνηση η μουσική. Αποκλειστικά και μόνο τζαζ, αδύνατο να προδώσει τον Κέρουακ. Δεύτερη κίνηση η καθαριότητα. Βγάζει τα πατάκια, τα τινάζει και τα αφήνει πάνω στο σύρμα να λιαστούν, να αεριστούν. Τρίτη κίνηση οι λεπτομέρειες. Αφαιρεί από κάθε σχισμή ό,τι σκουπιδάκι είχε τρυπώσει εκεί. Και φτάνει η μεγάλη  ώρα των ονειρεμένων ταξιδιών του. Το γυάλισμα όλων των επιφανειών, που συνοδευόταν πάντα από ταξίδι στο άγνωστο. Δεν αφήνει, όμως, τίποτε στην τύχη του. Κάθε Παρασκευή προετοιμάζει την εβδομαδιαία απόδρασή του. Αγοράζει το περιοδικό Ταξιδεύοντας στο όνειρο, κλέβει ιδέες και επιλέγει τον προορισμό του αλλά και εναλλακτικές διαδρομές . Το πανί που βγάζει απ’ το ντουλαπάκι είναι το σημαιάκι που πέφτει στους αγώνες ταχύτητας αγωνιστικών αυτοκινήτων . Ο αγώνας αρχίζει. Έχει γυρίσει σχεδόν όλη την Ευρώπη. Μπορεί να μιλήσει για τα αξιοθέατα, τις πλατείες, τα μπαράκια, τις λαϊκές αγορές, τα μεγάλα και μικρά μουσεία. Κι όλα αυτά χάρη στο Saab.
      Όταν πέφτει η σημαία του τερματισμού με το γυάλισμα όλων των επιφανειών αποσύρεται στο εσωτερικό του σπιτιού για να κάνει ο ίδιος μπάνιο. Ολοκληρώνεται το σαββατιάτικο πρωινό μ’ ένα ούζο στην μπροστινή βεράντα του σπιτιού, με τη ματιά του να  αγκαλιάζει το πεντακάθαρο αυτοκίνητο.
            Κατεβαίνει στην πόλη με το αυτοκίνητο μόνο τα Σαββατοκύριακο και τις αργίες. Είναι η κοινή τους έξοδος. Κάθε φορά που το παρκάρει στην παραλία, βγάζει από το ντουλαπάκι το ειδικό πανί, το σκουπίζει και ύστερα το χαϊδεύει. Το ίδιο κάνει και τώρα. Κατευθύνεται στο μεγάλο πάρκιν της πόλης, απέναντι από τον παλιό καλοκαιρινό κινηματογράφο «Ακταίον», διαλέγει μια θέση που να έχει  απόσταση ασφαλείας από τα άλλα αυτοκίνητα, το παρκάρει, ισιώνει το τιμόνι, οι ρόδες πρέπει να είναι σε απόλυτη ευθεία, βγάζει το πανάκι, σκουπίζει τη σκόνη, το χαϊδεύει στα καπούλια και μετά παίρνει το δρόμο για την κεντρική παραλία. Τούτη τη φορά είναι ήσυχος, μέρα Πρωτοχρονιάς και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα λιγοστά.
       Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς  οι καφετέριες στην παραλία είναι όλες κλειστές εξόν από την «Μποντέγκα». Ο καιρός αρχίζει να ζεσταίνεται από τον ήλιο που ζωηρεύει, βρίσκει ένα απάνεμο σημείο, κάθεται σε μια εσοχή του μαγαζιού που τον προστατεύει απ’ το αεράκι. Βγάζει το κινητό του, ένα τελευταίας τεχνολογίας άι φόουν, και το ακουμπάει στο τραπεζάκι. «Καλή χρονιά, κύριε», η νεαρή γκαρσόνα στέκει μπροστά του, το διάπλατο χαμόγελό της αφήνει να φανεί η λευκή οδοντοστοιχία της. Στο μαγαζί είναι λιγοστές οι παρέες και η νεαρή περιμένει υπομονετικά την παραγγελία του. «Έναν ελληνικό μέτριο, ψημένο στο μπρίκι».
       «Έχουμε μόνο μηχανής», διευκρινίζει η νεαρή, ο τόνος της φωνής της μοιάζει απολογητικός.
      «Ωχ! Τι γίνεται τώρα».Νιώθει παγιδευμένος σε επιλογές άλλων, «δεν ξεκινάει με το δεξί η μέρα», μουρμουράει. Συνήθως, πίνει τον καφέ του αλλού, ο καφές στο μπρίκι είναι δύσκολη υπόθεση στην παραλία. Νιώθει δυσφορία. Να φύγει; Και πού να πάει μέρα που είναι; Μετά, είναι η θέα της θάλασσας, είναι  ο λόγος που περνάει σχεδόν  κάθε Σαββατοκύριακο στην πόλη του. Παραγγέλνει έναν διπλό εσπρέσο.
       Δεν πρόλαβε η νεαρή να γυρίσει την πλάτη της και χτύπησε για πρώτη φορά το τηλέφωνο. Προηγήθηκε ο πατέρας του, τον ξυπνάει κάθε φορά από τον βαθύ ύπνο, «χρόνια πολλά παιδί μου, του χρόνου διπλός». Η ίδια ευχή κάθε χρόνο, αλλάζει μόνο ο τόνος. Κάθε χρόνος που περνάει η φωνή βαραίνει περισσότερο, η ανάσα του  πλέον ακούγεται βαριά.
       «Χρόνια πολλά, Βασίλη…».
       «Γειά σου, Κώστα», τον γνώρισε αμέσως απ’ τη φωνή του.
       «Ευχόμαστε να είσαι πάντα καλά. Ευχές κι από τη Λίζα».
       «Είναι καλά; Έχω να την ακούσω πολλά χρόνια».
       «Ταΐζει το μωρό αυτή την ώρα…»
       «Αποκτήσατε παιδί; Και δεν μου τηλεφωνήσατε για τα ευχάριστα;» Κάτι πήγε να ψελλίσει ο Κώστας, δεν τα κατάφερε.
       «Άλλαξε κάτι με σένα;» μπόρεσε μόνο να πει.
       «Όχι. Συνεχίζω μόνος κι ελεύθερος».
       «Καλά. Και του χρόνου, φίλε μου».
       Ακούστηκε ο ήχος του τηλεφώνου που έκλεινε. Ακουμπάει το τηλέφωνο στο τραπέζι, ενώ με το άλλο χέρι βγάζει το μπλοκάκι από τη μέσα τσέπη του παλτού του. Το ανοίγει σε μια λευκή σελίδα και σημειώνει.
        Πρωτοχρονιά 2009
1ο τηλεφώνημα. Κώστας και Λίζα από Αθήνα.
       «Χαίρομαι που τηλεφώνησε ο Κώστας. Αλλά η Λίζα; Γατί με αποφεύγει; Έχω πέντε χρόνια να τη δω και να την ακούσω. Από τότε που μου ζήτησε να συναντηθούμε στο Περιστέρι, στο σταθμό του Μετρό του Αγίου Αντωνίου. Στην πλατφόρμα επιβίβασης για την Αθήνα, επέμεινε. Ακριβώς στις πέντε. Έπιασα ένα παγκάκι, το πιο απόμερο, και την περίμενα. Δεν άργησε. Έκανα να την αγκαλιάσω, τραβήχτηκε. Χωρίς περιστροφές μπήκε αμέσως στο θέμα της, αποφάσισε να δώσει τέλος στη δίχρονη σχέση μας. Βαρέθηκε, μου είπε, να με περιμένει. Καλές οι ιδέες και τα όμορφα λόγια, τριανταπεντάρισα, είπε. Σε πέντε λεπτά, εξαφανίστηκε. Πρόλαβε μόνο να μου ζητήσει να μη πω κουβέντα στον Κώστα για τη σχέση μας.
     Ήμουν πάντα μπεσαλής στις σχέσεις μου. Δεν μου ξέφυγε καμία κουβέντα, μόνο «με πρόλαβες, φιλαράκο» σχολίασα στα στέφανά τους, την ώρα που τον χαιρετούσα χτυπώντας τον στον ώμο με τον τρόπο που το συνηθίζαμε και οι δύο. Ο Κώστας με πίεζε να νοικοκυρευτώ, να παντρευτώ την Λίζα, «της αρέσεις, θα είστε ταιριασμένο ζευγάρι», η Λίζα δεν θέλησε ποτέ να αποκαλύψουμε τη σχέση μας. Η Λίζα ήταν η αφορμή να φύγω από την Αθήνα. Διάλεξα τα Γιάννενα, άνοιξα φοροτεχνικό γραφείο. Ο Κώστας ποτέ όμως δεν με ξεχνάει, ευτυχώς που ήσουν άτολμος, φιλαράκο, και σε πρόλαβα.. Η Λίζα είναι χρυσάφι».
      Τεντώνει το κορμί του να ξεμουδιάσει, η δυτική Ελλάδα έχει πολλή υγρασία, νιώθει τα κόκαλά του σκεβρωμένα. Ευτυχώς, η εσοχή που διάλεξε είναι προσηλιακή, οι πρώτες ηλιαχτίδες γλύφουν τις μύτες των παπουτσιών του. Ο Αμβρακικός είναι ήρεμος, μόνο ένα ελαφρύ κυματάκι, σαν ένα παιχνίδισμα του νερού. Χτες παραμονή έβρεξε πολύ και η ατμόσφαιρα είναι λαγαρή. Μπορεί να δει τις παραμικρές πτυχώσεις του Αγίου Θωμά και της Λασκάρας.
       Χτυπάει  το τηλέφωνο, στην οθόνη εμφανίζεται μόνο ο αριθμός του κινητού. Ποιος να είναι, αναρωτιέται, αυτούς που περιμένει τους ξέρει όλους, έχει έναν κατάλογο με τα ονόματά τους. Γράφει στο σημειωματάριο.
2ο τηλεφώνημα. Η Βέτα, μια αναπάντεχη κλήση.
  «Χρόνια πολλά, κύριε Βασίλη». Η φωνή μπάσα, δεν του θύμιζε κάποιο πρόσωπο.
  «Η Βέτα είμαι». Η φωνή ακουγόταν διστακτική. Σα να κατάπινε τις λέξεις.
   «Η Βέτα;» Προσπάθησε να πάρει πίσω το ερωτηματικό, μα η λέξη είχε ήδη πάρει την κλίση της. Για δευτερόλεπτα σα να είχε νεκρώσει το ακουστικό. Μόνο κάποια γουργουρητά από τα παράσιτα έρχονταν στο αυτί του.
   «Εμπρός! Βέτα, μ’ ακούς;»
   «Κύριε Βασίλη, με συγχωρείτε που σας ενοχλώ αλλά….»
   «Να σε συγχωρήσω για ποιο πράγμα»
   «Που πήρα το θάρρος…Νόμιζα..»
   «Βέτα, σ’ ευχαριστώ για τις ευχές αλλά…» Διστάζει να συνεχίσει. Το μυαλό του τρέχει τρελά να θυμηθεί κάτι, να ταυτίσει τη φωνή με κάποιο γνωστό του πρόσωπο. Μάταια. «Με συγχωρείς , Βέτα, αλλά έχουμε συναντηθεί κάπου;»
    «Ναι, κύριε Βασίλη. Στο μπαρ που έχει φτιάξει στον πρώτο όροφο το γραφείο συνοικεσίων ‘Για μια ευτυχισμένη οικογένεια’.
     Ήταν αρκετή αυτή η πληροφορία, έφερε μπροστά του την εικόνα. Ένα μικρό δυάρι στο κέντρο της Αθήνας είχε γίνει μπαρ, τόπος γνωριμίας για όσους ήθελαν να γνωρίσουν κάποιον σύντροφο. Οι περισσότεροι πάνω από σαράντα. Οι κουβέντες λιγοστές. Τα μάτια όμως σκανάριζαν από την κορυφή ως τα νύχια. Κάποια στιγμή ένιωσα να σκανάρουν τα χέρια μου. Τα μάτια ανήκαν σε μια νόστιμη καστανή, κοντά στα σαράντα. Μου άρεσε αλλά δεν ήταν αυτό που θα με συντάρασσε. Αναζητούσα πάντα το διαφορετικό, αυτό που σε ξεσηκώνει. Η καστανή δεν ήταν τέτοια. Η ματιά της γλυκιά, το σώμα της καλοβαλμένο. Δεν είχε, όμως, πάνω της τη φλόγα που θα με παράσερνε. ‘Είσαι νεραϊδοπαρμένος’, ήταν το σταθερό σχόλιο της σαραντάχρονης  αδελφής του, με δυο παιδιά , που είχε φαρδύνει μετά τις δυο γέννες. ‘Βρες μια καλή κοπέλα να κάνεις οικογένεια’, ήταν η τελευταία φράση με την οποία έκλεινε πίσω την πόρτα της τις Κυριακές εκείνες που του έκανε το τραπέζι στο σπίτι της. ‘Θα μείνεις γεροντοπαλίκαρο’.
    Η καστανή, η Βέτα όπως του συστήθηκε, σηκώθηκε όρθια, έβαλε κόκκινο κρασί στο ποτήρι της κι ακούμπησε όρθια στον τοίχο, δίπλα του. «Βέτα». Ψέλλισε τ’ όνομά του, ένιωθε άσχημα. Η απόφαση να δοκιμάσει την τύχη του στο γραφείο συνοικεσίων τον τρομοκράτησε. Έπρεπε να χαλάσει το πρόγραμμά του. Δεν είχε όμως άλλα περιθώρια. Το σφυροκόπημα της αδερφής του ήταν ανελέητο. Για ένα διάστημα σταμάτησε να ανταποκρίνεται στην πρόσκληση για το κυριακάτικο τραπέζι, μόλο που η διακοπή αυτής της συνήθειας αύξησε τη δυσφορία τις Κυριακές. Είχε βάλει τη ζωή του σε κουτάκια. Η Φωτεινή, όμως, ήταν διαφορετικός χαρακτήρας. Του τηλεφωνούσε στο σπίτι, «στενοχωράς τα παιδιά που σ’ έχουν συνηθίσει τις Κυριακές». Είν’ αλήθεια πως το κυριακάτικο τραπέζι του έλειπε. «Δεν αντέχω τη μουρμούρα σου, Φωτεινούλα».Η φωνή του μόλις που ακουγόταν. «Βάλε μυαλό, αδελφάκι. Βρες καμιά γυναίκα να χουφτώσεις. Άσε το Saab στην ησυχία του, αυτοκίνητο είναι». Όλα καλά κι άγια. Έκανε υπομονή σ’ ό,τι κι αν του έλεγε η μικρή του αδελφή. Αλλά όχι και το Saab!
    «Παντρεμένος;» Η φωνή της Βέτας τον έβγαλε από τις σκέψεις του.
    «Πώς σου ήρθε αυτό;» Την κοίταζε παραξενεμένος. Μήπως παραείναι αδιάκριτη; Αλλά σε γραφείο συνοικεσίων βρίσκεται.
    «Η βέρα», του απάντησε δείχνοντας το δεξί του χέρι. Κοίταξε ασυναίσθητα το χέρι. Είχε δίκιο, μόνο που το ξεχνούσε. ΄
    «Δεν είναι βέρα». Ήταν της μάνας του. Λίγο πριν πεθάνει, του έδωσε τη βέρα της, ήθελε να τη δώσει στη μέλλουσα γυναίκα του. Το υποσχέθηκε. Αργούσε όμως να παντρευτεί κι έτσι τη φόρεσε ο ίδιος, ήθελε να κουβαλάει τη μάνα του.
       «Με συγχωρείτε, κύριε Βασίλη που σας ενόχλησα». Ο ήχος που τηλεφώνου που κλείνει δίνει τέλος στην αμηχανία. Η λίστα του μεγαλώνει με το  απροσδόκητο τηλεφώνημα.
       Τα τηλεφωνήματα συνεχίζονται. Κάθε φορά βάζει σε κύκλο το όνομα. Οι κύκλοι στη λίστα πολλαπλασιάζονται κι αυτό φαρδαίνει το χαμόγελό του. Πάει για ρεκόρ τηλεφωνημάτων φέτος.