Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοκρισίες για βιβλία μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοκρισίες για βιβλία μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020

Μαρία Σιώζου, H σκιά της Μίκας, του Βαγγέλη Αυδίκου


Η ιστορία εκτυλίσσεται στη σύγχρονη Αμερική λίγα χρόνια μετά το χτύπημα των Δίδυμων Πύργων.Ο τίτλος δηλώνει την ύπαρξη ενός προσώπου που θα λειτουργεί σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης ως σημείο αναφοράς των ιστοριών  όλων των άλλων προσώπων που κινούνται  στο  μυθιστόρημα. Η Μίκα τίθεται στον ορίζοντα  του αναγνώστη εξ αρχής, έστω και ως σκιά που σηματοδοτεί έτσι και μια αναζήτηση ή ένα κυνήγι της σκιάς , αν θέλετε.  Ποιος μιλάει; Ποιος είναι  ο αφηγητής της ιστορίας και  με ποιους τρόπους εμπλέκεται στην αφηγούμενη ιστορία; Ο αφηγητής της ιστορίας μας είναι ο Κοσμάς Τρίκαρδος.  Έλληνας, με  σπουδές στην Αμερική, μετανάστης πρώτης γενιάς ,παντρεμένος με Αμερικανο-πολωνή. Τον πρωτοσυναντούμε έξω από το κοιμητήριο του Μπρόνξ .Ψάχνει να βρει τον τάφο της Μικαέλας Τσεκουρίδου, της Μίκας ,επίσης Ελληνίδας από τη Σμύρνη η οποία αμέσως  μετά τη Μικρασιατική  καταστροφή ακολουθεί το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Αμερική με πρώτο σταθμό τη Ν. Υόρκη.  Η Μίκα και ο Κοσμάς. Τους χωρίζει μισός αιώνας .Τους ενώνουν οι μετοχές που είχε αγοράσει η Μίκα το 1927,  μετοχές μιας εταιρείας σιδηροκατασκευών .Η εταιρεία χρεοκόπησε το 1929 στο μεγάλο κραχ και έτσι η Μίκα δεν κέρδισε ποτέ από την επένδυσή της. Πέθανε φτωχή. Αυτό είναι το παρελθόν. Στο παρόν   οι μετοχές έχουν αποκτήσει μεγάλη αξία. «Ολόκληρη περιουσία !»Η Μίκα, όμως, δε ζει. Aπαιτείται να βρεθούν οι κληρονόμοι της Μίκας, αλλιώς το μέρισμα των μετοχών θα μεταβιβαστεί στην οικονομική υπηρεσία του Μπρονξ. Την αναζήτηση των κληρονόμων της  Μίκας αναλαμβάνει για την εταιρεία επενδύσεων, στην οποία μόλις προσελήφθη ο Κοσμάς Τρίκαρδος, ο αφηγητής μας.

 Παρόλο που το κίνητρο του Κοσμά είναι στη βάση του οικονομικό ( η  επιτυχής  εύρεση των κληρονόμων θα αποτιμηθεί σε  αξιόλογα οικονομικά οφέλη που θα μεταβάλουν εξαιρετικά τη ζωή του Κοσμά και της οικογένειάς του) και παρόλο που οικονομικό, πρωτίστως ,είναι το κίνητρο κάθε μετανάστευσης, από μόνο του αυτό δε θα ήταν αρκετό για να εκπληρώσει το μυθιστορηματικό όραμα του Βαγγέλη Αυδίκου. Ο Κοσμάς βρίσκεται διαρκώς στη σκιά της Μικας και όπως γνωρίζετε οι σκιές δεν πιάνονται.«Η Μίκα είναι σαν τις γοργόνες στις ιστορίες που ιστορούσε στον Ιρλανδό παππού.Συναντώ τα ίχνη της, η ίδια πουθενά.Τη γνωρίζω από τις αφηγήσεις των άλλων, σαν το μύθο για τη γοργόνα που ήταν ακριβοθώρητη στους πολλούς», σκέφτεται ο Κοσμάς.

Η αναζήτηση της Μίκας από τον Κοσμά περνά μέσα από τις λεωφόρους της Ν.Υόρκης ,ακολουθεί τις συνεχείς μετακινήσεις του Κοσμά από το Μπρόνξ ,στην Αστόρια και το Έλλις Άιλαντ ως το Κολόμπους του Οχάιο, αλλά και τη Φιλαδέλφεια, όπου βρίσκεται η οικογενειακή εστία του Κοσμά. Ένα ψηφιδωτό ιστοριών τοποθετημένων στο ίδιο επίπεδο με την ιστορία της Μίκας, η οποία συντίθεται έτσι και σκια-γραφείται  από τις βιωμένες ιστορίες των άλλων μεταναστών με τους οποίους εκείνη είχε συνδέσει τη ζωή της στην Αμερική, είτε άμεσα είτε έμμεσα.

Η Μίκα…..

 , καλλιεργημένη, ευαίσθητη, αγωνίστρια περήφανη σε όλη της τη ζωή, ερωτεύεται , εργάζεται σκληρά, είναι μητέρα στοργική , ωραία ως Ελληνίδα. Ηρωίδα με θετικό πρόσημο , ευνοική για υγιή ταύτιση με κάθε μεταναστευτικό βίωμα .Πρότυπο ανθρώπου.Μόνο θετικές εικόνες έχουν από εκείνη όσοι τη γνώρισαν. Κομβικό πρόσωπο στη ζωή της και μεγάλος της έρωτας ο Πάτρικ, Ιρλανδός, που σκοτώθηκε σε στρατιωτική επιχείρηση( στην απόβαση της Νορμανδίας). Η Ιρλανδική, λοιπόν, κοινότητα στο Κολόμπους αποδεικνύεται ενδιαφέρον περιβάλλον  πληροφοριών για τη ζωή της Μίκας. Συνδετικός κρίκος μεταξύ του Κοσμά και της ιρλανδικής κοινότητας ο Ηλίας, πλοηγός του Κοσμά και στην διερεύνηση της ελληνικής κοινότητας στο Κολόμπους, καθηγητής  του Πανεπιστημίου, ειδικευμένος στα θέματα της μετανάστευσης των Ελλήνων, Σμυρνιός και ο ίδιος. «Η δική της Σμύρνη και η δική μου απέχουν μόνο τριάντα χρόνια. Εκεί που η Μίκα είδε τη ζωή της να γκρεμίζεται εγώ έζησα ανέμελα παιδικά χρόνια» μονολογεί ο Ηλίας. Το ενδιαφέρον του για τους Έλληνες μετανάστες θα βοηθήσει αποτελεσματικά τον Κοσμά.

Έτσι ,  ενώ ο Κοσμάς αναζητεί τα ίχνη της Μίκας και ο αναγνώστης συνθέτει το ψηφιδωτό της μορφής και της ζωής της , ταυτόχρονα και αθόρυβα, όπως κινούνται οι σκιές , σκιαγραφείται και ο ίδιος ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο Κοσμάς. Ποιον πραγματικά  αναζητεί ο Κοσμάς όσο ακολουθεί τα ίχνη της Μίκας στην Αμερική ; Τον εαυτό του. Όπως κάθε ταξίδι έτσι και το ταξίδι της αναζήτησης της Μίκας είναι για τον Κοσμά μια διαδικασία αυτογνωσίας, αυτοπροσδιορισμού και κυρίως μεταμόρφωσης/της  δικής του μεταμόρφωσης. Παράλληλα και ταυτοχρόνως με τα ίχνη της Μίκας ο Κοσμάς διερευνά  τα ίχνη  της δικής του μεταναστευτικής πορείας στην Αμερική.

Ο Κοσμάς,

 εγκλωβίζεται συναισθηματικά στην αναζήτηση  της Μίκας καθώς την χρησιμοποιεί ως όχημα διαφυγής από τη δική του καθημερινότητα που φαίνεται να μη  τον γεμίζει. Σ΄ αυτή τη ρωγμή εμφιλοχωρεί η ερωτική του σχέση με τη Μάργκαρετ , συνεργάτιδά του στην εταιρεία και σημαντική συμπαραστάτη στο πρότζεκτ του Κοσμά, θέσει και φύσει. Θέσει, γιατί ως αμερικανίδα κοινωνιολόγος  γνωρίζει σε βάθος τους μηχανισμούς λειτουργίας της Αμερικανικής κοινωνίας, τους τόπους και τα πρόσωπα κλειδιά, ώστε να προφυλάξει  τον Κοσμά.  Φύσει, καθώς η προφανώς ελκυστική εμφάνισή της δικαιολογεί μια ευρύτητα κοινωνικών επαφών, πολύ χρήσιμη ως πηγή πληροφοριών για τον Κοσμά, παράλληλα με την ψυχολογική στήριξη που του παρέχει σε κάθε στιγμή δειλίας του. Η Μάργκαρετ είναι η καλή μάγισσα του Κοσμά, βοηθός στην αναζήτηση της Μίκας ,βοηθός στην αναζήτηση του εαυτού του ,κομμάτι του νέου εαυτού του όπως διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της διπλής αυτής αναζήτησης. Όμως, όσο πιο πολύ προσεγγίζει τη Μίκα ο Κοσμάς, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την ως τότε δομή της ζωής του. Η Μίκα και η Μάργκαρετ από τη μία πλευρά  , η σύζυγός του, Μαρία Τερέζα  από την άλλη. Τρεις γυναίκες .Γι’ αυτό, ίσως, Τρίκαρδος; Συνεπώς διαμοιρασμένος σε τρεις δυνατότητες;Αν δεχτούμε  ότι από την διαρκή  αναζήτηση της Μίκας εκείνο που προκύπτει  κάθε φορά είναι η σκιά της, μπορούμε να υποθέσουμε πως και από την ενδοσκόπηση που επιχειρεί ο Κοσμάς το εύρημα είναι η σκιά της ευτυχισμένης ζωής του στην Αμερική. Το τέλος της ιστορίας σε ό,τι αφορά  τη ζωή του Κοσμά , παραμένει από τον συγγραφέα,  ανοιχτό, όπως σε  κάθε μοντέρνο αφήγημα.

Τα διλήμματα

Υπάρχει ευτυχία μακριά από τις πατρογονικές εστίες ή μήπως μόνο επαγγελματική επιτυχία και κοινωνική κατοχύρωση ; Αλλά και αυτό, λίγο είναι; Ή  δεν αποτελεί άραγε  προυπόθεση ευτυχίας;

Όταν η γενέτειρα σε πληγώνει, το ανθρωποκεντρικό αίσθημα της αυτοσυντήρησης, δεν σε ωθεί σε νέες εστίες; Θα καταφέρεις ποτέ να πεισθείς πως έκανες την καλύτερη  επιλογή ή θα βρίσκεσαι πάντα σε ένα μεταίχμιο και θα συγκρίνεις κάθε εκδήλωση ή έκφραση της ζωής σου, εδώ, στην Αμερική, ή όπου αλλού,  με το, εκεί, στην Ελλάδα , στην Πρέβεζα ,στο Συρράκο , στη Σμύρνη, ή όπου αλλού; Σε ένα κομβικό σημείο της ιστορίας ο Κοσμάς  προκειμένου να φωτίσει την έρευνά του , αποφασίζει να παρακολουθήσει τη θεία λειτουργία της Κυριακής, στην εκκλησία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Κολόμπους, όπου συνάντησε  ακμάζουσα ελληνική κοινότητα . Στο κεφάλαιο αυτό ο καθηγητής λαογραφίας- συγγραφέας  Βαγγέλης Αυδίκος με την οξυδέρκειά  του οξυμμένη και ενισχυμένη από την επιστημονική κατάρτιση του λαογράφου, μάς δίνει πολύτιμες σελίδες με ενδιαφέρον  υλικό για τους Ελληνοαμερικανούς. Η αίσθηση που εμείς  αποκομίζουμε διαβάζοντας το κεφάλαιο για την ελληνική κοινότητα στο Κολόμπους του Οχάιο είναι απολύτως θετική και αισιόδοξη .

Ωστόσο τον Κοσμά κάτι τον ξενίζει.

 «Θα περίμενες να βρεις μια άλλη Ελλάδα εδώ , έτσι δεν είναι;» ρωτά τον Κοσμά ο Ηλίας. «Δεν ξέρω αν είναι αμαρτωλή η σκέψη μου, αλλά κάτι με ξενίζει.Όλα είναι οργανωμένα άψογα ,όμως κάτι λείπει που δε νοστιμίζει τη συνταγή.» απαντά ο Κοσμάς που κάτι δεν τον πείθει στο άκουσμα των ύμνων της θείας λειτουργίας στα Αγγλικά. Εύστοχα  επισημαίνει ο συνομιλητής του πως «το τζετ λαγκ του Κοσμά διαρκεί ακόμη, παρόλο που έχει αρκετά χρόνια στην Αμερική»

Αφήγηση και επικαιρικότητα

Η αρχή της αφήγησης ταυτίζεται με την αναζήτηση ενός τάφου που όσο παράδοξο κι αν ακούγεται θα δώσει πληροφορίες για τη ζωή. Πρόκειται για μια οξεία και μακάβρια αντίθεση, αλλά το βεβαιώνουν οι αρχαιολόγοι που χαίρονται όταν ανασκάπτουν τάφους γιατί από αυτούς αντλούν πολλές πληροφορίες για τη ζωή. ( συμπτωματικά έχει μια επικαιρικότητα αυτή η παρατήρηση λόγω των ευρημάτων της ανασκαφής  στην  Αμφίπολη) . Ακόμη στην αρχή της έρευνάς του ,στην πρώτη ένδειξη ότι βρίσκεται στη σκιά της Μίκας, ο Κοσμάς κρατάει στα χέρια του  ένα χειρόγραφο σημείωμα της Μίκας το οποίο ανακάλυψε στα αρχεία του μουσείου για τους μετανάστες  στο Έλλις Island. Εδώ ανοίγει πάλι μια ωραία και επίκαιρη συζήτηση για την αξία των αρχείων και για τη σημασία που έχουν για τον ερευνητή εντός και εκτός οποιασδήποτε μυθοπλασίας.

Συνοψίζοντας και καταλήγοντας

Το αφήγημα έχει δομή αστυνομικού μυθιστορήματος  με τον ομοδιηγητικό αφηγητή να γνωρίζει κάθε φορά λιγότερα από τα διάφορα πρόσωπα που συναντά και να βρίσκεται πάντα ένα βήμα πριν την οριστική  εύρεση των κληρονόμων της Μίκας. Το θρίλερ εξελίσσεται, η αγωνία συντηρείται με επιβραδύνσεις χάρη στις ενδιαφέρουσες ιστορίες που παρεμβάλλονται και  τροφοδοτείται τακτικά, με συνεχείς ανατροπές και  απροσδόκητες εξελίξεις μέχρι την τελευταία σελίδα. Ένα πολυπρόσωπο αφήγημα από το οποίο περνά  ο κύκλος της ζωής των μεταναστών σε διαφορετικές χρονικές, ιστορικές συνθήκες , με όρους ρεαλιστικούς ,με προüποθέσεις αληθοφάνειας και πειστικότητας, μυθιστόρημα πόλης ,σύγχρονο , επιβεβαιώνει μια αγαπημένη φράση των Αμερικανών και ταυτόχρονα βασικό συστατικό του τρόπου ζωής τους,  αλλά όχι αποκλειστικά  της δικής τους, πιθανόν και αρκετών  από εμάς: anything goes, δηλαδή όλα είναι δυνατόν να συμβούν, στα μυθιστορήματα, όπως και στη ζωή.

Μαρία Σιώζου.

29/11/2014


Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΤΣΟΥΠΡΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΥΔΙΚΟΣ, Προφορική Ιστορία και λαϊκές μυθολογίες, εκδόσεις Ταξιδευτής, σελ. 364

Προφορική ιστορία και λαϊκές μυθολογίες


Ο δραστήριος πανεπιστημιακός καθηγητής και πεζογράφος Ευάγγελος Αυδίκος συγκεντρώνει στον ανά χείρας πυκνογραμμένο τόμο ερευνητικές μελέτες του που αντιστοιχούν στα δύο σκέλη τού τίτλου και εστιάζουν κατά σειράν στις ακόλουθες θεματικές ενότητες: «Εμφύλιος και μνήμη», «Λαογραφία, Προφορική Ιστορία, Επιτόπια Έρευνα», «Οι Πόντιοι της Διασποράς», «Ιστορίες για την οργάνωση του χώρου», «Η ποιητικότητα του Λαϊκού Λόγου» και «Οι μύθοι στην εκπαιδευτική διαδικασία». Πλην τής τελευταίας (που περιλαμβάνει μία), οι υπόλοιπες Ενότητες περιλαμβάνουν η καθεμιά από δύο έως και τέσσερεις αυτοτελείς Εργασίες, προερχόμενες από ή αρχικά δημοσιευθείσες σε παλαιότερα βιβλία τού ερευνητή, σε Πρακτικά Συνεδρίων ή σε επιστημονικά περιοδικά ή και δημοσιευόμενες για πρώτη φορά στον παρόντα τόμο. Στο τελευταίο (8ο) Μέρος τού τόμου καταχωρίζεται μία συνολική Βιβλιογραφία 25 σελίδων, ενώ το πρώτο Μέρος συναποτελούν τρία δοκίμια, τα οποία, εν είδει Εισαγωγής, φωτίζουν τα δύο σκέλη τού τίτλου, τόσο ξεχωριστά το καθένα όσο και σε συνδυασμό.
Ως προς το πρώτο σκέλος, την προφορική Ιστορία, πληροφορούμαστε ότι, στα μέσα τής δεκαετίας τού 1990, ο γράφων ήρθε σε επαφή με τον ερευνητή - καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Έσσεξ Paul Thompson, τον θεμελιωτή, είκοσι, περίπου, χρόνια νωρίτερα, της προφορικής Ιστορίας ως επιστημονικού κλάδου. Στην Ελλάδα, με την εξαίρεση κάποιων μεμονωμένων προσπαθειών, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν, αφ’ ενός, η συμβολή τής λαογράφου Άλκης Κυριακίδου - Νέστορος, η οποία επηρέασε και τον γράφοντα, και, αφ’ ετέρου, η συναφής ενασχόληση του, καθηγητή Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τότε, Μιχάλη Μερακλή με τις λαϊκές αυτοβιογραφίες (αμφότερες οι προσπάθειες αποδεικνύουν την υποτιμημένη όσο και ριζοσπαστική παρουσία τής Λαογραφίας στον εμβολιασμό τής επιστημονικής σκέψης με την προφορική Ιστορία), η εστίαση σε έννοιες που ανέδειξαν την φυσιογνωμία τής προφορικής Ιστορίας ως αυτόνομου επιστημονικού κλάδου μόλις άρχιζε. Στις προαναφερθείσες «έννοιες» συγκαταλέγονται ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, οι έννοιες της μνήμης, της λήθης και του τραύματος, οι παντός είδους διωγμοί και εκτοπίσεις, η επιβίωση και διαβίωση των προσφύγων, των μεταναστών, των αστέγων, ο ρόλος τής γυναίκας στις κοινωνικές αλλαγές και αναδιατάξεις, η αστικοποίηση και η εργασία. Γίνεται, δε, κατανοητό ότι για την έρευνα των παραπάνω οι επιστήμες που χρειάζεται να εμπλακούν είναι πολλές: από την κλινική ψυχολογία και την κοινωνική ανθρωπολογία μέχρι την φιλολογία και, φυσικά, την Ιστορία, χωρίς να παραγνωρίζουμε, βέβαια, την, ήδη προδρομική, εμπλοκή τής (μη παραδοσιακής) λαογραφίας· σε όλες τις περιπτώσεις η προφορική Ιστορία έρχεται να συμπληρώσει και να φωτίσει τις αρχειακές πηγές.
Ως προς το δεύτερο σκέλος τού τίτλου, τις λαϊκές μυθολογίες, ο Ευάγγελος Αυδίκος, με μία φρέσκια και, ταυτόχρονα, πολύ καλά οχυρωμένη, θεωρητικά και πρακτικά, ερευνητική ματιά, στρέφεται στο παρελθόν και, πιο συγκεκριμένα, στα θεμέλια της Λαογραφίας στην Ελλάδα, εφόσον επανεξετάζει την σημασία τής δημοσίευσης, το 1871, του σπουδαίου έργου τού Νικολάου Πολίτη με τον τίτλο Μελέτη περί του βίου των νεωτέρων Ελλήνων, τόμος Α′. Νεοελληνική Μυθολογία, με το οποίο και συμμετείχε τότε στον Ροδοκανάκειο διαγωνισμό, που εκείνη την εποχή, υπό την “απειλή” των απόψεων του Φαλλμεράυερ, αλλά και στο πλαίσιο των γενικότερων αλλαγών που επέβαλλε η ανασυγκρότηση σε νέες μορφές οργάνωσης των εθνικών κρατών στην Ευρώπη, «υποστήριζε την ενίσχυση της εθνικής συνείδησης ως αναγκαίου συνεκτικού ιστού τόσο για τη συνοχή τού νεοελληνικού εθνικού κράτους όσο και για την ενσωμάτωση άλλων γεωγραφικών διαμερισμάτων ως υλοποίηση του αιτήματος της Μεγάλης Ιδέας». Αν και ο Πολίτης βραβεύθηκε για το έργο του, δεν έλαβε, ωστόσο, το προβλεπόμενο χρηματικό έπαθλο, καθώς η επιτροπή κρίσης τον επέπληξε με το επιχείρημα ότι δεν κινήθηκε «στο όριο της προκήρυξης, που ήταν η απόδειξη της πολιτισμικής συνέχειας ανάμεσα στους Νεοέλληνες και τους Αρχαίους Έλληνες». Στην επανεξέταση, λοιπόν, του εν λόγω έργου τού Νικολάου Πολίτη από τον Βαγγέλη Αυδίκο, ο τελευταίος υποστηρίζει ότι, παρόλο που, αναμφίβολα, η αφετηρία τής Νεοελληνικής Μυθολογίας ήταν η ιχνηλάτηση της ως άνω πολιτισμικής συνέχειας, στην σκέψη τού Πολίτη υπήρξε μία δεύτερη, ως προς την συγκεκριμένη δημοσίευση, διάσταση, η οποία και έχει υποτιμηθεί τόσο από τους λαογράφους όσο και από τους ανθρωπολόγους. Σύμφωνα με τον Αυδίκο, ο Πολίτης, έχοντας «συγγένειες με τους εξελικτιστές και τη συγκριτική φιλολογία», «έθεσε, με τη Νεοελληνική μυθολογία του, τις προϋποθέσεις [...] ώστε να μελετηθεί η νεοελληνική κοσμολογίαi. Χρειάστηκε να περάσει ένας αιώνας για να αποκτήσει μορφή αυτή η οπτική με τη μελέτη τού Stewart για την τοπική κοσμολογία στη Νάξο». Μέσω της περί ης ο λόγος οπτικής, δε, αποδεικνύεται «πως η αντίθεση μύθου και ιστορίας είναι αδύναμη. Αντίθετα, αυτό που είναι ορατό σε πολλά εθνογραφικά παραδείγματα από τη Νότια Αμερική, την Αφρική και την Ασία είναι πως ο μύθος συνυπάρχει με την ιστορία». Ο Αυδίκος, μάλιστα, αναφέρει ότι «οι ερευνητές χρησιμοποιούν τον όρο μυθοϊστορία (mythistory) για να μπορέσουν να ξεκλειδώσουν αφηγήσεις που αντιστέκονται σε έναν ορθολογικό διαχωρισμό τού μύθου από την ιστορία». Στο φως αυτών των απόψεων, καταλήγει ο συγγραφέας, πρέπει να ξαναδούμε όσα καταθέτει ο Πολίτης στη Νεοελληνική Μυθολογία του για να τα κατανοήσουμε: «Η Νεοελληνική Μυθολογία τού Πολίτη», γράφει, «δεν είναι μόνο μια πρόταση στην επιχειρηματολογία τού εθνικού κράτους. Είναι, πρωτίστως, μια οπτική για την ενότητα των μυθολογικών και αφηγηματικών παραδόσεων, οι οποίες αναδιατάσσονται και προσαρμόζονται στις ανάγκες των εποχών».
Η έκδοση των δύο τόμων με τον τίτλο Παραδόσεις, το 1904, ωστόσο, αποτέλεσε υπαναχώρηση σε σχέση με την ριζοσπαστική αντίληψη που είχε εισαγάγει ο Πολίτης με την Νεοελληνική Μυθολογία, η συνεισφορά τής οποίας, πάντως, αναγνωρίστηκε, αρχικά, όπως είδαμε, μέσω της μελέτης τού ανθρωπολόγου Charles Stewart, στα τέλη του 20ουαιώνα, και μετέπειτα μέσω περαιτέρω επιστημονικών ερευνών από έλληνες και ελληνίδες πανεπιστημιακούς. «Οι παραδόσεις», αποφαίνεται ο Βαγγέλης Αυδίκος, «αποτελούν ένα χρήσιμο αφηγηματικό υλικό, το οποίο - αν εγκιβωτιστεί στα κοινωνικά του συμφραζόμενα - μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην προσπάθεια κατανόησης των συστατικών τής λαϊκής ιδεολογίας και του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται. Προϋπόθεση για αυτό είναι η συστηματική επιτόπια έρευνα και ο μη εγκλωβισμός σε θεωρητικά σχήματα, που αντιμετωπίζουν τη λαϊκή κοσμολογία ως ένα σύνολο εσφαλμένων αντιλήψεων που προσιδιάζουν σε άτομα και ομάδες. Η παράδοση μεταφέρει ένα σύστημα σκέψης, με βάση το οποίο γίνεται κατανοητός ο χώρος, κοινωνικός και μη». Εξάλλου, προσθέτει ο συγγραφέας, με την ευκαιρία τής αναφοράς του στις αντιλήψεις σχετικά με την αποτέφρωση, «η νεωτερικότητα ποτέ δεν επικρατεί χωρίς να συνοδεύεται από πυρήνες παραδοσιακών αντιλήψεων».
Στο τελευταίο από τα εισαγωγικά δοκίμια, όπου ο Βαγγέλης Αυδίκος αναφέρεται ειδικότερα, αν και κατ’ ανάγκην περιληπτικά, σε ορισμένες από τις μελέτες που συγκεντρώνονται στην ανά χείρας έκδοση, ερμηνεύεται και δικαιολογείται η συνύπαρξη (εδώ) της προφορικής Ιστορίας με τις λαϊκές μυθολογίες, ενώ, ταυτόχρονα, προσδιορίζεται ο κύριος άξονας για την άρθρωση της επιστημονικής σκέψης τού συγγραφέα: «Συχνά, η προφορική ιστορία αναπαριστάνεται ως μια νέα ανακάλυψη που ξεπερνάει την ενασχόληση με τις λαϊκές μυθολογίες. Προφανώς, η συγκρότηση της προφορικής ιστορίας ως μεθοδολογικού εργαλείου αλλά και ξεχωριστού επιστημονικού κλάδου απογείωσε την έρευνα για τη μνήμη και τη σχέση με την ταυτότητα. Ωστόσο, την συνδέει με τη λαϊκή μυθολογία ο αφηγηματικός λόγος, που στην τελευταία περίπτωση εναπόκειται σε λαογραφικά αρχεία πανεπιστημιακών σπουδαστηρίων αλλά και σε αρχεία διάφορων ερευνητικών κέντρων. Παράλληλα, αποτελούν τόσο η προφορική ιστορία όσο και η λαϊκή μυθολογία συστατικά στοιχεία μιας μυθολογίας που δημιουργείται αενάως οργανώνοντας τον πολιτισμό και τη συμπεριφορά των ανθρώπων. [...] Όλες οι αφηγήσεις, έτσι κι αλλιώς, δημιουργούν τον δικό τους μύθο. Προτείνουν τη δική τους αλήθεια».
Ας μου επιτραπεί εδώ, ως κατακλείδα, να αναφερθώ (λαμβάνοντας αφορμή από την μελέτη τού Βαγγέλη Αυδίκου «Μοιρολογώντας και δοξολογώντας τούς υπέρ πατρίδος πεσόντες στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913)», η οποία καταχωρίζεται στο 6ο Μέρος τού τόμου) σε ένα ιδιότυπο “συνθετικό” μοιρολόγι, το οποίο κατέληξε να κατακυρωθεί και ως επώνυμη δημιουργία, επιβεβαιώνοντας τόσο το γραφόμενο από τον Βαγγέλη Αυδίκο ότι «ουδέποτε υπήρχαν στεγανά ανάμεσα στην επώνυμη δημιουργία και τον λαϊκό πολιτισμό» (σ. 34) όσο και το γραφόμενο από την Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν (παρατίθεται στην σ. 43) ότι «η μνήμη, ακόμα και η πιο ιδιωτική ανάμνηση, εντάσσεται πάντα σ’ ένα κοινωνικό πλαίσιο».
Σε μία παλαιότερη μελέτη μουii για την διακειμενική δικτύωση κάποιων στίχων τού θρηνώδους Ψαλμού με τον αύξοντα, κατά τούς εβδομήκοντα, αριθμό 136, και συγκεκριμένα των στίχων «πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας;/ ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου·/ κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν Ἱερουσαλήμ ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου»,iii είχα την τύχη να εντοπίσω, μεταξύ πολλών άλλων, και, χάρη στην σχετική προφορική μαρτυρία τής διδάκτορος της «Ιστορίας της Ιατρικής» και οφθαλμιάτρου, Σεβαστής Χαβιάρα-Καραχάλιου, να προσδιορίσω, το ακόλουθο απόσπασμα από το μοιρολόγι μιας γριάς Μικρασιάτισσας, η οποία θρηνούσε για τον γιο της, φυλακισμένο αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων που επρόκειτο να εκτελεστεί το ’49· αν και οι στίχοι καταγράφονται ως δημοτικό τραγούδιiv, διατηρούν, όμως, εμφανέστατα τα ίχνη τής «βιβλικής» καταγωγής τους: «Αν βουληθώ να σ’ αρνηθώ/ και να σε λησμονήσω,/ να μην ευρώ νερό να πιω/ και τόπο να καθήσω». Παρόμοιοι στίχοι, συμπληρωμένοι με μία ακόμη στροφή, αποτέλεσαν το τραγούδι που συνόδευε τους τίτλους τής τηλεοπτικής σειράς Τα Παιδιά τής Νιόβης, του σκηνοθέτη Κώστα Κουτσομύτη, βασισμένης στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μικρασιάτη Τάσου Αθανασιάδη: «Αν βουληθώ να σ’ αρνηθώ,/ να σ’ απολησμονήσω/ να μην εβρώ νερό να πιω/ μη ρούχο να φορήσω// Αν βουληθώ να σ’ αρνηθώ/ να σ’ απολησμονήσω/ να μην εβρώ φιλί να πιω/ μη δάκρυ να δακρύσω».v Ο ίδιος, δε, ο συγγραφέας Τάσος Αθανασιάδης είχε βάλει ήδη στην άκρη τής πένας τού ήρωα/ alter ego του στα Παιδιά της Νιόβης, παραλλαγμένους για την περίσταση, τους στίχους τού Ψαλμού: «Εάν επιλάθωμαί σου, γελαστή Λυδία , επιλησθείη η δεξιά μου· κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν μη σου μνησθώ, αγαπημένο Σαλιχλί...».vi Επιστρέφουμε, λοιπόν, με αυτόν τον τρόπο, στις δύο θεματικές τού εδώ παρουσιαζόμενου τόμου και στην άρρηκτη σχέση τους με την μνήμη, ατομική και συλλογική.


i Ο συγγραφέας διευκρινίζει αλλού ότι ως «κοσμολογία» νοείται το αξιακό και πολιτισμικό σύστημα το οποίο μπορεί να εντοπιστεί σε γεγονότα που αποτυπώνουν ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων και συγκρούσεων γύρω από τα κεντρικά ζητήματα (ζωή, θάνατος, τιμή, κ.λπ.) που οργανώνουν την συλλογική μνήμη (σ. 228) και τα οποία, επιπλέον, ορίζονται από μία αντίληψη αρρενογονική (σ. 240).
ii Βλ. στο Σταυρούλα Γ. Τσούπρου, Δοκιμές Ανάγνωσης. Ερευνητικές Εργασίες και Μελέτες, Πρόλογος: Μ.Γ. Μερακλής, Εκδόσεις Γρηγόρη, 2013, στο δοκίμιο εκεί με τον τίτλο «Tο ταξίδι κάποιων στίχων μέσα στον χρόνο και στα (παρα)κείμενα ως επιβεβαίωση της “εκ γενετής” παγκοσμιότητας του λογοτεχνικού φαινομένου», σσ. 111-122.
iii Βλ. στο Η Παλαιά Διαθήκη (κατά τους εβδομήκοντα), τόμοι Α′-Ε′, Έκδοσις Αδελφότητος Θεολόγων η «ΖΩΗ», έκδοσις τρίτη, 1990, και συγκεκριμένα: τόμος Γ′, σ. 584.
iv Βλ. σχετικά στο Δελτίο Ιδρύματος Κορινθιακών Μελετών, τχ. 42, Ιούλιος - Δεκέμβριος 2007, σ. 84.
v Τους συγκεκριμένους στίχους είχε θέσει υπ’ όψιν μου η αγαπημένη, και πρόωρα χαμένη (έφυγε από κοντά μας στις 27 Απριλίου 2011), ποιήτρια και πεζογράφος Σοφία Φίλντιση, συνεργάτιδα τότε στην μουσική επένδυση της εν λόγω τηλεοπτικής σειράς.
vi Βλ. στο Τάσου Αθανασιάδη, Τα Παιδιά της Νιόβης, α′ και β′ τόμος, δεύτερη έκδοση, Βιβλιοπωλείον τής «Εστίας», Αθήνα, 1988/ εδώ β′ τ., σ. 312. Ο Αθανασιάδης, επιπλέον, έδινε σχετικά την πληροφορία ότι πρώτος ο ποιητής Νίκος Τουτουντζάκης παρέφρασε, προκειμένου για τον συγκεκριμένο σκοπό τής θρηνωδίας για τις χαμένες πατρίδες, το απόσπασμα από τον εν λόγω Ψαλμό.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

Μ.Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ, ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΥΔΙΚΟΣ, Λαϊκή πίστη και κοινωνική οργάνωση. Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2016, diastixo, 26 Νοεμβρίου 2016

Ένας από τους σημαντικούς νεότερους λαογράφους, ο καθηγητής Ευάγγελος Αυδίκος, εξέδωσε δυο συγκεντρωτικά βιβλία με τους τίτλους: Λαϊκή πίστη και κοινωνική οργάνωση (2013) (μου έκανε την τιμή να μου το αφιερώσει) και Η πόλη. Λαογραφικές και εθνολογικές οπτικές (2016).
Και νομίζω πως το ζεύγος αυτό συνοψίζει, με τα επιμέρους άρθρα που αναδημοσιεύονται, δύο από τα πιο σημαντικά κεντρικά θέματα ή ζητήματα της σύγχρονης Λαογραφίας: Πόλη και θρησκευτική λαϊκή πίστη. Και θέλω να εξάρω, με δύο μικρά σημειώματα έστω, τη σημασία αυτού του γεγονότος, άσχετα προς επιμέρους διαφορές τοποθετήσεων που μπορούν να υπάρχουν απέναντι στα κεντρικά (τα χαρακτηρίζω και έτσι) αυτά ζητήματα. Άλλωστε, οι όποιες διαφορές (αναπόφευκτες σ’ αυτές τις περιπτώσεις) δημιουργούν και έναν εξίσου σημαντικό διάλογο, όσο δύσκολος κι αν είναι αυτός, μάλιστα με το πολύ πιθανό ενδεχόμενο να μην καταλήξει ποτέ σε καθολική συμφωνία.
Και στα δύο βιβλία έχει ο Αυδίκος προτάξει εκτενείς εισαγωγές. Σ’ αυτές κυρίως στέκομαι.
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η λακωνική εις εαυτόν αναφορά του: «Ο Ευάγγελος Αυδίκος είναι καθηγητής της Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Τα κύρια ερευνητικά ενδιαφέροντά του είναι οι τελετουργίες, το υπερφυσικό, ο αστικός χώρος και οι πολιτισμικές ταυτότητες».
Αναφερόμενος, στην αρχή της «Εισαγωγής» του, στην πίστη σε φαντάσματα «τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα», θέτει το ερώτημα: «Πώς μπορούν να ταιριάξουν και να εξηγηθούν αυτά τα φαινόμενα με τα εργαλεία της ορθολογικής εποχής μας που θριαμβολογεί ότι έκλεισε τους λογαριασμούς της με τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες» όταν ζούμε στην «τεχνολογική εποχή που αποθεώνει τη λογική και τη σχέση αιτίου και αιτιατού»;
Επικαλούμενος τις απόψεις των «θεωρητικών της νεωτερικότητας», αρχίζει μ’ έναν από τους σημαντικότερους του καιρού μας (A. Giddens), που υποστηρίζει ότι «αναμφίβολα υπάρχουν συνέχειες μεταξύ του παραδοσιακού και του μοντέρνου, και κανένα δεν είναι αποκομμένο από το άλλο», κι ότι «η αντιδιαστολή των δύο πόλων με χονδροειδή τρόπο είναι παραπλανητική κι αυτά όλα υπονομεύουν την απόλυτη πίστη στην ομογενοποιητική αντίληψη για τον πολιτισμό και την αναπαράσταση του κόσμου».
Έχει σημασία ότι την τοποθέτηση αυτή εκφράζουν και θεωρητικοί της νεωτερικότητας. Την κατάφαση της συνέχειας (ή συνοχής) παραδοσιακού και νεωτερικού εκδήλωναν και στο παρελθόν, όπως ο Αιμίλιος Durkheim (Ντυρκέμ ή Ντυρκάιμ), ένας από τους θεμελιωτές της ευρωπαϊκής Κοινωνιολογίας, ο οποίος αποφάνθηκε θετικά για το «υπερφυσικό», θα έλεγα χωρίς επιφυλάξεις. Από τον Αυδίκο παίρνω και το εξής παράθεμα: «Το υπερφυσικό είναι ο κόσμος του μυστηρίου, του αγνώστου και του μη κατανοητού. Ως εκ τούτου, η θρησκεία θα μπορούσε να είναι ένα είδος στοχασμού επί όσων διαλανθάνουν της επιστήμης». Ο Ντυρκέμ έχει πει ευθύτερα: «Η θρησκεία είναι ένα ενοποιημένο σύστημα πίστεων και πρακτικών που σχετίζονται με ιερά πράγματα, τα οποία ενώνονται σε μια ηθική κοινότητα ονομαζόμενη Εκκλησία».
Από την άλλη μεριά, ο Αμερικανός ανθρωπολόγος Charles Stewart (που μελέτησε στη Νάξο το φαινόμενο της πίστης σε δαίμονες και στον διάβολο), με τον ενίοτε δύσληπτο λόγο των νεωτεριστών, δεν αποδέχεται τη διπολική οργάνωση του κόσμου, τα όρια του οποίου είναι σαφώς καθορισμένα (...), απορρίπτει το δυϊσμό, την τοποθέτηση δηλαδή του πόλου του Σατανά/κακού σε θέση ισοτιμίας με τον πόλο του Θεού/καλού, δεδομένου ότι ο Σατανάς δεν έχει ισοτιμία, αλλά οφείλει τη μεν ύπαρξή του στη θεϊκή απόφαση να εκπέσει από τον πόλο του καλού, τη δε δύναμή του στα ανθρώπινα λάθη.
Πέραν τούτου, ο Αυδίκος δεν παρέλειψε να αναφέρει ονόματα από τις κοινωνικές επιστήμες (όπως ο κοινωνιολόγος Marcel Mauss ή ο εθνολόγος-ανθρωπολόγος Claude Levi-Strauss) που αξιολόγησαν τη μαγεία ως «προεπιστήμη» ή «πρωτόγονη μορφή επιστημονικής σκέψης», προσπερνώντας, θα έλεγα, το μονισμό του ορθολογισμού (ο οποίος, στο κάτω κάτω, μπορεί να μην είναι ένας, μπορεί να είναι περισσότεροι...).
Όσον αφορά την Εκκλησία, καταρχήν ναι μεν αυτή απορρίπτει τη μαγεία, αλλά πρακτικά συχνά (συνήθως με συμβολικού χαρακτήρα μετασημάνσεις, όπως νομίζω) συναντάται με αυτήν.
Ο Αυδίκος λέει κάτι αυτονόητο, που όμως πολλοί αποφεύγουν να το πουν: «Όχι μόνο η θρησκεία, αλλά και άλλα φιλοσοφικά συστήματα αναζητούν και διακηρύσσουν την αναζήτηση του νοήματος της ζωής». Διαφορετικά θα ρίχναμε ήδη τον Πλάτωνα και τον ιδεαλισμό του στον Καιάδα (πολλοί υπερφίαλοι το κάνουν).
Μαζί με τη Linda Degh (λαογράφο, και μετέπειτα ανθρωπολόγο στις ΗΠΑ) φρονεί ο Αυδίκος ότι «η λαϊκή θρησκεία αναγορεύεται σε κανονικό σύστημα πίστης, που εγχέεται σε διάφορες μορφές προφορικού πολιτισμού (επισημαίνω πάντως, με αφορμή το χαρακτηρισμό του λαϊκού πολιτισμού ως προφορικού, ότι γίνεται κατάχρηση του όρου αυτού, από πολλούς μάλιστα ο λαϊκός πολιτισμός της παράδοσης χαρακτηρίζεται αποκλειστικά προφορικός· οι λαϊκοί άνθρωποι όμως ανέκαθεν θεωρούσαν σταθερό και αγαπούσαν το γραπτό λόγο και προσπαθούσαν, όσο μπορούσαν, να τον χρησιμοποιήσουν με τα κολλυβογράμματά τους, όπως το μαρτυρούν στα περιθώρια των ελάχιστων βιβλίων, κατά κανόνα θρησκευτικών, οι «ενθυμήσεις» τους για γεννήσεις, θανάτους, σεισμούς, σιτοδείες κι άλλα γι’ αυτούς σπουδαία συμβάντα).
Τέλος, ο Αυδίκος στρέφεται στη σχέση του υπερφυσικού και της υπερβατικής πίστης με το είδος της θρησκευτικής παράδοσης (Legend). Βέβαια, υπάρχουν κι άλλες, εκτός από τις αφηγηματικές, περιπτώσεις παρουσίας του μεταφυσικού: ενδοστρεφέστερα κινήματα της ψυχής, δέηση, προσευχές κι άλλες δίοδοι επικοινωνίας με το θείο, τελετουργίες κι άλλες συλλογικές εκδηλώσεις. Ο Alan Dundes τα ονόμασε αυτά «μεταλαογραφία» (metafolklore), όμως νομίζω πως όλα αυτά εντάσσονται στην πλατιά περιοχή της Λαογραφίας. Αρκεί να εννοήσουμε τον βαθύτερο προορισμό της, ως επιστήμης του πολιτισμού.



Μ.Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ, ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ , ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΥΔΊΚΟς. Η ΠΟΛΗ. Λαογραφικές και εθνογραφικές οπτικές. Εκδόσεις Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2016, diastixo, 19 Νοεμβρίου 2016



Ο Ευάγγελος Αυδίκος αρχίζει την εισαγωγή του στον τόμο με συγκεντρωμένα άρθρα και άλλα κείμενά του για την πόλη με τη φράση: «Ένα από τα ερωτήματα που έχουν ταλαιπωρήσει τους επιστήμονες είναι ο ορισμός της πόλης». Και δεν έχει άδικο.
Η βιβλιογραφία, αλλά και η εν γένει θεώρηση του φαινομένου της πόλης, θα εμπλουτιζόταν, νομίζω, και με την παρουσία του Γάλλου κοινωνιολόγου και στοχαστή Henri Lefebvre, και ιδίως με το βιβλίο του Μαρξισμός και πόλη (μεταφρασμένο από τον Γιώργο Αποστολάκη, 1976).
Προφανώς, ο Αυδίκος παραθέτει κι ένα λαϊκό μύθο αισώπειας υφής, ο οποίος δείχνει μεν ότι λογαριάζει ως προτιμότερη τη ζωή του χωριού από τη ζωή της πόλης, αλλά μπορεί να εξηγηθεί και αλλιώς, καθώς λέγεται ότι ο συγγραφέας του Κεφαλαίου είχε υπόψη του τον παραπάνω μύθο όταν «εξισώνει το ζώο της πόλης με το ζώο των αγρών στη δυστυχία» (βλ. το κείμενό μου «Ψυχή και Πολιτισμός», βασισμένο εν μέρει στον Λεφέβρ, στο βιβλίο μου Παιδαγωγικά της Λαογραφίας, 2001, σ. 38).
Οι κοινωνιολόγοι και άλλοι, περισσότερο συγγενείς επιστήμονες παρατηρούν ορθά ότι η πόλη με την καπιταλιστική ανάπτυξη γινόταν ολοένα πιο πολυάνθρωπη και κατ’ αναλογίαν πιο πολύπλοκη. Ωστόσο, αξίζει να θυμόμαστε ότι η πόλη, ως λέξη και όρος, πλάσθηκε στην ελληνική αρχαιότητα (οι παλαιότεροι ιστορικοί μιλούσαν, όχι μόνο για την Αθήνα, για πόλη-κράτος), πλάσθηκε, μ’ άλλα λόγια, πριν από τον καπιταλισμό, κάτι που υποδηλώνει στο βάθος ένα αρχετυπικό ένστικτο συσσώρευσης πλάτους, το οποίο ο Μαρξ προσδιόρισε οικονομολογικά ως «πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου». Αλλά το κεφάλαιο υπήρχε πριν από την ονομασία του. Η αρχαία ελληνική δουλοκτησία είναι η μητέρα του καπιταλισμού, που αναδείχθηκε ασυγκρίτως υπέρτερος (με την πρόοδο!) εκείνης.
Με μια τέτοια εκδοχή, ο λαϊκός μύθος δεν αποτελεί «ρομαντική αντίληψη» που κυριάρχησε για πολλά χρόνια, αλλά πρόρρηση (έχει και το λαϊκό ένστικτο τις προφητικές δυνατότητές του) της πόλης, που άρχιζε πολύ νωρίς να δείχνει τον βουλιμικό εαυτό της.
Γι’ αυτό και ο Αυδίκος, αποδεχόμενος την άποψη «των σύγχρονων μελετητών του αστικού φαινομένου», σημειώνει πως «η πόλη μοιάζει με το δίπολο Τζέκιλ και Χάιντ. Ασκεί τρομερή γοητεία, καθώς είναι η γη της επαγγελίας για όσους έχουν τη φιλοτιμία να αναρριχηθούν στην κλίμακα της δημοσιότητας, ενώ ταυτόχρονα φοβίζει με τη δύναμη που διαθέτει». Γη της επαγγελίας βέβαια θεωρήθηκε εξαιτίας της βιομηχανικής ανάπτυξης, με το στήσιμο των εργοστασίων (όχι βέβαια στα χωριά, ευτυχώς, θα μπορούσε ίσως να πει κανείς τώρα), που έγιναν η Κίρκη των αγροτών, μετέπειτα εργατών, τους οποίους μεταμόρφωνε με τον τρόπο που μεταμόρφωνε η μάγισσα τους συντρόφους του Οδυσσέα. Ο Αυδίκος μεταφέρει μια δραματική σελίδα από το βιβλίο του Ένγκελς για τους όρους ζωής των εργατών στην Αγγλία. Η δυάδα του Κομμουνιστικού Μανιφέστουπίστευε ότι θα έκανε πάλι τους εργάτες ανθρώπους, τους αναβάθμισε μάλιστα σε δύναμη επαναστατική, που θα λύτρωνε την ανθρωπότητα από την αδικία και την εκμετάλλευση. Με τη δεδομένη πια συνταρακτική εξέλιξη, αλίμονο.
Η πόλη πάντως δεν «φοβίζει με τη δύναμη που διαθέτει». Δίπλα στη γη της επαγγελίας έχει γίνει και ένα αντικειμενικό φόβητρο, όχι μόνο για τους δειλούς.
Ένα, περιορισμένης προς το παρόν εκτάσεως, φαινόμενο έχει προκύψει, μια διάθεση επιστροφής (και πιο γενικά στροφής) στο χωριό. Όχι ως ρομαντική νοσταλγία, αλλά γιατί η βαθιά ριζωμένη ανεργία σπρώχνει κάποιους στη γη που τους τρέφει και μπορούν να επιβιώσουν.
Ο ευγενέστατος, ρομαντικός βέβαια, Πλάτων Δρακούλης είχε οραματιστεί το δημιουργικό δέσιμο χωριού και πόλης (μιλούσε για αγροτοπόλεις), όμως αυτά αποδείχτηκαν χίμαιρες για το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα.
Ο Αυδίκος κάνει μνεία πολλών μελετητών, ερευνητών, κυρίως κοινωνιολόγων και (κοινωνικών) ανθρωπολόγων, που ασχολήθηκαν με τις δομές και τις λειτουργίες της πόλης. Όσον αφορά την ελληνική Λαογραφία, νομίζω πως υπερβάλλει, υποστηρίζοντας ότι έγινε «για να υπηρετήσει το αίτημα για εθνικό κράτος». Εντούτοις, γνωρίζει ασφαλώς ότι πρώτη φορά ιδρύθηκε πανεπιστημιακή έδρα Λαογραφίας το 1947. Δεν ήρθε κάπως πολύ αργά, αν ήταν να υπηρετήσει έναν τέτοιο σκοπό; Το εθνικό (και το εθνικιστικό) απασχόλησε έθνη που διεκδικούσαν ή αποζητούσαν την όποια ελευθερία τους στο 19ο αιώνα ή και στις αρχές του 20ού. Γράφει επίσης ότι «οι λαογράφοι δογματοποιούν τον αγροτικό χώρο ως αντικείμενο μελέτης για τη λαογραφία». Νομίζω, πάντως, ότι αυτό γινόταν και για το λόγο ότι η Ελλάδα είταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της χώρα αγροτική, βιομηχανικά υπανάπτυκτη. Αυτή ήταν η ταυτότητά της. Ακόμα, το 1975, όταν έγραφα το διδακτικό πανεπιστημιακό σύγγραμμά μου για τους φοιτητές, έλεγα πως ο Έλληνας είναι αγρότης και αστός μαζί.
Δεν παραλείπω να πω ότι πολύ νωρίς, πριν από τη σύσταση του ελληνικού έθνους και σε κράτος, ξένοι ιστορικοί απέρριπταν παντελώς κάθε σχέση του με την ελληνική αρχαιότητα (Γίββων τον 18ο αιώνα, Φαρμεράιερ τον επόμενο και άλλοι). Και Έλληνες διανοούμενοι, πρωτίστως ο Νικόλαος Πολίτης, ο μετέπειτα ιδρυτής της επιστημονικής Λαογραφίας (1909), και ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, επισήμαναν, όχι με τη φαντασία τους, ο πρώτος επιχειρηματολογώντας με βάση τον πολιτισμό της σημαντικά βραδυπορούσας στη βιομηχανία αγροτικής κοινότητας, ο δεύτερος αναδιφώντας την παραδεδομένη γραπτή ιστορία στους παρελθόντες αιώνες – παρ’ όλες τις μεταβολές που επιφέρει πάντα ο χρόνος, πολιτισμικές συνέχειες και συνάψεις (εν πρώτοις στη γλώσσα).
Συνήθως απαντώ στα λεγόμενα περί της «αρχαιοπληξίας» της Λαογραφίας (όχι του Αυδίκου, άλλων, που παπαγαλίζουν χωρίς να έχουν καμία γνώση της ιστορίας της ελληνικής Λαογραφίας, γιατί οι Γίβωννες παραδόξως έχουν ξαναφανεί, Έλληνες τώρα) παραπέμποντας στο προγραμματικό κείμενο που δημοσίευσε ο Πολίτης στον πρώτο τόμο της Λαογραφίας, επιστημονικού οργάνου της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, ιδρυμένης την ίδια χρονιά (1909). Δεν υπάρχει στη διακήρυξη αυτή καμία απολύτως έστω νύξη περί έρευνας, προβολής κ.λπ. της ασυνέχειας. Το σύνολο των υπό μελέτη και έρευνα κατατιθεμένων εκεί θεμάτων και ζητημάτων ανάγονται αποκλειστικά και μόνο στους νεότερους χρόνους. Το «απώτατο παρελθόν ως ένα αυστηρό πλαίσιο που οριοθετεί το αντικείμενο της λαογραφίας», η οποία θα το συνδέσει αναγκαία με το παρόν, είναι υπερβολή.
Αντίθετα, η κριτική παρατήρηση του Αυδίκου για τους πρώτους λαογράφους (κυρίως Πολίτη, Μέγα, Κυριακίδη) πως αποκλειστικό μέλημά τους υπήρξε το χωριό και άφησαν απ’ έξω την πόλη, αξίζει να συζητηθεί. Παρατηρεί ότι στους τόμους της Λαογραφίας (1909 κ.ε.) «δεν δημοσιεύονται κείμενα για την πόλη». Ενώ θα έπρεπε να ασχοληθεί «με σημαντικές διαστάσεις του λαϊκού πολιτισμού της πόλης, όπως ο Καραγκιόζης και τα ρεμπέτικα».
Είναι σημαντικές, αλλά δεν είναι από τις σημαντικότατες, όπως άλλες, με τις οποίες χτίζεται η κοινότητα ή η κοινωνία. Οι πρώτοι λαογράφοι αποφάσισαν να ασχοληθούν με τον τρόπο ζωής στο χωριό, τον «κύκλο της ζωής» (γέννηση, γάμο, θάνατο), τον υλικό βίο (διατροφή, ένδυση, στέγαση· μνημειώδες είναι όλο το έργο για τη λαϊκή αρχιτεκτονική του Γεωργίου Μέγα, όπου ασχολήθηκε και με τα αρχοντικά των πλούσιων Ελλήνων της διασποράς).
Γιατί δεν τα έκαναν αυτά οι πρώτοι λαογράφοι για την πόλη; Γιατί η ώρα της ελληνικής πόλης δεν είχε έλθει ακόμα. Τα πράγματα άρχιζαν σιγά σιγά να αλλάζουν στο χωριό και την πόλη, στο χωριό αρχικά ελάχιστα. Ωστόσο, για να θυμηθώ και τον Καβάφη, «εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προερχόμενα αντιλαμβάνονται (...). Η μυστική βοή τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων». Ένας τέτοιος σοφός είταν και ο Πολίτης, οπαδός της εξέλιξης, υπεραισιόδοξος, μάλιστα, θα έλεγα. Το ακόλουθο παράθεμά του θα το γνωρίζουν δυστυχώς λίγοι από τους λαογράφους: «Η ιστορία της γραμματολογίας πάντων των ευρωπαϊκών λαών μας διδάσκει ότι η δημοτική ποίησις ήκμαζεν εφ’ όσον πάσαι αι τάξεις παρομοίαν είχον ανάπτυξιν. Παρήκμασε δε και σχεδόν εξηφανίσθη αναλόγως των γραμμάτων εν εκάστῳ έθνει. Περίτρανον απόδειξιν παρέχει ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, ο μη διατηρήσας της δημώδους ποιήσεως αυτού ειμή ολίγιστα και παντελώς ασήμαντα λείψανα. Όθεν ας ελπίσωμεν ότι και η παρακμή της ιδικής μας δημοτικής ποιήσεως δεν είναι τεκμήριον πνευματικής καταπτώσεως, αλλά μάλλον ευοίωνον προμήνυμα λαμπροτέρας ανθήσεως της ελληνικής ποιήσεως» (Λαογραφία, 5, 1915, σ. 521). Και αξιολογώντας ρεαλιστικά τα τότε παρόντα, παρότρυνε τους μαθητές του, και τους δασκάλους κυρίως, να συγκεντρώνουν τα πάντα από τον τότε λαϊκό πολιτισμό (αγροτικό κατά βάση) της πατρίδας τους. Εξάλλου ο ίδιος είχε εγγράψει στο θεματολόγιο του μανιφέστου του και τα «βιομηχανικά επιτηδεύματα» που θα όφειλαν να εξετάζουν οι λαογράφοι στο εγγύς μέλλον. Ο Αυδίκος το μνημονεύει, καθώς και τα λαογραφικά τού «στρατιωτικού βίου» που επίσης τα ενέταξε ο Πολίτης στη διακήρυξή του. Συνεχίζει ωστόσο: «Περιορίστηκε εκεί όμως. Οι προτεραιότητες της εποχής ήταν άλλες». Υπάρχει και η εκδοχή, όμως, ότι οι προτεραιότητες, μάλλον η μία και κύρια, ήταν να συγκεντρωθεί όσο πιο έγκαιρα ήταν δυνατό ο παραδοσιακός αγροτικός πολιτισμός που υποχωρούσε.
Οι μεγάλες αλλαγές ήλθαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν άρχιζε και η μεγάλη εσωτερική μετανάστευση, προπάντων, από την περιφέρεια στην πρωτεύουσα. Μαζί με τους εσωτερικούς μετανάστες έμπαινε, σιγά σιγά, στο «άστυ» και η Λαογραφία. Ένας από αυτούς που εγκαινίαζαν τη φάση αυτή ήταν και ο Αυδίκος με την πρωτοποριακή διατριβή του: Πρέβεζα (1945-1990). Όψεις της μεταβολής μιας επαρχιακής πόλης. Λαογραφική μελέτη. Είχε πλέον διαμορφωθεί η ανθούσα σήμερα Αστική Λαογραφία. Ο Αυδίκος αναφέρει εκπροσώπους της. Και πάλι όμως διστάζει να μνημονεύσει και λαογράφους που μελετούν ακόμα το παρελθόν. Που έχει πολλά ακόμα να πει.


  1. Απαντώ με κάποια λόγια που έγραψα μετά την ανάγνωση του μαρξιστή Λεφέβρ για τη σύγχρονη πόλη (Παιδαγωγικά της Λαογραφίας, σ. 32): «Δεν αποκρύπτει ένα είδος νοσταλγίας για τη ζωή του παρελθόντος, προπάντων γιατί η ζωή τότε είχε, παρ’ όλες τις ανεπάρκειες, τις καθυστερήσεις, τις δυστυχίες, μια φανερή και σταθερή οργάνωση, είχε, όπως ο ίδιος λέει, ένα σταθερό πλάνο που τη διείπε και την όριζε».

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Ε.Αυδίκος, Πολιτισμοί και κοινωνίες της νότιας Πίνδου


ΕκτύπωσηE-mail
Σάββατο, 20 Απρίλιος 2013 17:48
ΜΕΛΕΤΕΣ - ΔΟΚΙΜΙΑ
του Μιχάλη Μακρόπουλου
Σε τούτο το βιβλίο έντεκα κείμενα συνυπάρχουν κι αλληλοσυμπληρώνονται δίνοντας μια βαθιά και πλατιά εικόνα αυτού που λέει ο τίτλος.
Το πρώτο κείμενο πραγματεύεται τον τρόπο που οι νομάδες Σαρακατσάνοι και οι ημινομάδες Βλάχοι αντιλαμβάνονταν το χρόνο (καλοκαίρι στο βουνό και χειμερινή «εξορία» στον κάμπο). Το ίδιο εν μέρει πραγματεύεται και το κείμενο «Ο Βλάχος στο λαϊκό πολιτισμό» (εδώ, επί Τουρκοκρατίας, το καλοκαιρινό βουνό είναι για το Βλάχο χώρος ελευθερίας κι ο χειμερινός κάμπος είναι, αντίθετα, χώρος υποταγής). Το δεύτερο κείμενο αναφέρεται στην ταυτότητα ενός τόπου (τα Τζουμερκοχώρια) μέσ’ από τα μάτια των κατοίκων του – η ταυτότητά του ως τόπου μυθικού (με γενάρχη τον Αθάμαντα) ή τόπου νοσταλγίας για τους Τζουμερκιώτες της Διασποράς που «ικανοποιημένοι που ο τόπος ανταποκρίθηκε με τα πανηγύρια στις ψυχικές και κοινωνικές ανάγκες του κατοίκου της πόλης, δυσκολεύονται ν’ ακούσουν τον ήχο της σιωπής που το χειμώνα είναι κυρίαρχος στα Τζουμέρκα».
Τούτος ο προσδιορισμός της ταυτότητας μέσ’ από ένα κοινό μυθικό παρελθόν είναι το θέμα και του επόμενου κειμένου, τώρα με τον Ασπροπόταμο να προσφέρει τη γεωγραφική ραχοκοκαλιά που στο προηγούμενο κείμενο την προσέφερε ο Άραχθος, κι εδώ ο συγγραφέας διαπιστώνει:
«Η κτηνοτροφία καταρρέει και οι κτηνοτρόφοι, στην πλειονότητά τους, επιλέγουν να εγκατασταθούν μόνιμα στον κάμπο. Οίκος των Ασπροποταμιτών πλέον γίνεται ο κάμπος. Τα ορεινά χωριά τους, ιδίως μετά τη δεκαετία του 1980, μεταβάλλονται σε πολιτισμικές βαλβίδες για τους κατοίκους του κάμπου. Δεν είναι τα πανηγύρια και ο καλοκαιρινός χρόνος μέρος του τελετουργικού, αναπαραγωγικού χρόνου. Το πανηγύρι ως τελετουργία υπηρετεί τη δομή του παραγωγικού χρόνου στο σύγχρονο κόσμο, που χρειάζεται πολιτισμικές βαλβίδες εκτόνωσης».
Μια εκκλησία είναι η μαγική πύλη ενός τόπου, του Συρράκου, στο κείμενο με τίτλο «Σ’ντζόρτζιου» (ο Αϊ-Γιώργης). Στην «Γκλίτσα», το θέμα είναι ο τρόπος που τα σύμβολα ορίζουν την ταυτότητα – και στα μάτια αυτού που αυτοπροσδιορίζεται και στα μάτια των άλλων. Ένα καθημερινό, ταπεινό θα ’λεγε κανείς αντικείμενο, σαν την γκλίτσα, με την κατασκευή της, τα κεντήματά της, κ.λπ., ορίζει τη θέση του ατόμου στην κτηνοτροφική κοινωνία.
Στο μεστό κείμενό του για τον Κώστα Μπαλάφα, τον σπουδαίο Ηπειρώτη φωτογράφο, ο συγγραφέας τον συγκαταλέγει στη χορεία των μεγάλων, αυτοδίδακτων λαϊκών μαστόρων. «Η φωτογραφική τέχνη του Μπαλάφα, λοιπόν, είναι η συνέχεια του μοιρολογιού, του τραγουδιού της ξενιτιάς, των γεφυριών. Είναι ύμνος στον αγωνιζόμενο άνθρωπο που στέκει όρθιος σ’ όλες τις αντιξοότητες. Δεν έχει αφετηρία τη μιζέρια. Αντίθετα, είναι δοξαστικό στη λαϊκή κοσμολογία».
Τα κείμενα, χάρη στον τρόπο που ο συγγραφέας τα πραγματεύεται, υπερβαίνουν ανεξαιρέτως το στενό ενδιαφέρον του θέματός τους ή του τόπου τον οποίον αφορούν, και χάρη στην ευρύτητα και τη γλαφυρότητά τους «μιλούν» σ’ οποιονδήποτε αναγνώστη ευαίσθητο απέναντι στο πώς ο άνθρωπος βιώνει τον τόπο του κι ορίζεται απ’ αυτόν.
Ο Ευάγγελος Αυδίκος είναι καθηγητής Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Στην εισαγωγή του γράφει:
«Όσο κι αν ο στρεβλός τρόπος ανάπτυξης της Ελλάδας οδήγησε πολλούς να μετακινηθούν στον κάμπο, γεγονός που σημαδεύτηκε από απαξίωση για τον πολιτισμό τους, οι ρίζες υπάρχουν μέσα μας. Μοιάζουν με τις αγριάδες που φυτρώνουν στον κήπο μου. Όσο κι αν προσπαθώ να τις ξεριζώσω, αυτές ξεπετάγονται και ξαναφουντώνουν, βγάζοντάς μου περιπαικτικά τη “γλώσσα” για την αφέλειά μου να πιστεύω ότι ο πόλεμος με τις ρίζες μπορεί να με αναδείξει τροπαιοφόρο. Το ίδιο ισχύει και για την καταγωγή. Και εκεί ο αγώνας είναι μάταιος. Η ανακάλυψη και η συμφιλίωση με αυτήν είναι μια πράξη ομολογίας των δανείων αλλά και του χρέους μας προς τις κολόνες του νεοελληνικού μας βίου: τα βουνά».
Η παραπάνω παράγραφος είναι χαρακτηριστική του ύφους (και του ήθους) του βιβλίου.
Πολιτισμοί και κοινωνίες της νότιας ΠίνδουΠολιτισμοί και κοινωνίες της νότιας Πίνδου
Ευάγγελος Αυδίκος
Πεδίο
336 σελ.
Τιμή € 17,00
Πολιτισμοί και κοινωνίες της νότιας Πίνδου
Ευάγγελος Αυδίκος
Πεδίο
336 σελ.
Τιμή € 17,00

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Όλα του γάμου δύσκολα……’’Από την προξενήτρα στο γραφείο συνοικεσίων, Παραδοσιακότητα και Νεωτερικότητα στον αστικό χώρο’’. Παρουσίαση του βιβλίου του κ.Ευάγγελου Αυδίκου στο Καφωδείο ‘’Θυμωμένο Πορτραίτο’’ στα Ιωάννινα .

                                                                          

         Κάθε βιβλίο είναι  ένα παράθυρο για την  όραση   και την κατανόηση του κόσμου, είναι ένα εργαλείο,  μια παρακαταθήκη πηγών,  μια πραγματεία  περί ενός θέματος. Κάθε βιβλίο, ανοίγει δρόμους στοχασμού και θέτει ερωτήματα. Κάθε βιβλίο,  παραπέμπει σε άλλα βιβλία και δημιουργεί την βάση για νέα βιβλία.

        Το πρώτο ερώτημα  που σκέφτηκα ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του βιβλίου  του Καθηγητή και συγγραφέα Ε.Αυδίκου, είναι το γιατί παντρεύονται οι άνθρωποι και γιατί κάποιοι  παντρεύονται   με αυτόν ή με τον άλλο  τρόπο. Αμέσως κατευθύνθηκα  στο πρώτο βιβλίο που είχα κατά νου  και   στον συγγραφέα του,  Αndre Green,  και τις νεωτερικές απόψεις  του  για τον ρόλο της σεξουαλικότητας και του συμβολισμού των δυο φύλων, μελέτη βασισμένη  στην ψυχαναλυτική  θεωρία που αναπτύσσεται στο βιβλίο  του Jean Cournut ‘’Γιατί  οι άνδρες φοβούνται τις γυναίκες’’ ή   ’’Εάν η γυναίκα  νιώθει  φόβο για τον άνδρα’’. Γράφει ο Andre Green:Στην καρδιά της ψυχής είναι το συστηματικό ασυνείδητο, οριζόμενο από τους δικούς του νόμους λειτουργίας που το διακρίνουν ριζικά  από τον συνειδητό ψυχισμό, από  τον οποίο, είναι κατηγορηματικά διαχωρισμένο. Συνδέεται με στενούς δεσμούς  με την σεξουαλικότητα που χρονολογείται  από την πιο παλιά παιδική ηλικία. Η παραγωγικότητά του είναι αξιοθαύμαστη: όνειρα, φαντασιώσεις, παραπραξίες, γλωσσικά ολισθήματα αλλά και μύθοι , φολκλόρ,  τελετουργικά, θρησκευτικά συστήματα κλπ. Μια γενική περιγραφή  των συναισθηματικών λειτουργιών της σεξουαλικότητας  και της αγάπης, που πιθανόν να οδηγούν στο γάμο.Τελικά  κατέληξα στον Μανώλη Αναγνωστάκη που γράφει ότι « η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους».

            Ως προς το  γιατί παντρεύονται  οι άνθρωποι  με προξενιό ή με την διαμεσολάβηση  μη ειδικών και ειδικών, εμπειροτεχνών και επαγγελματιών, καλοπροαίρετων  και εκμεταλλευτών, είναι ένα ερώτημα  που το βιβλίο πραγματεύεται   τόσο ιστορικά, όσο και συγχρονικά,  μεθοδολογικά δε  άψογα. Η μικρή αλλά εμπεριεκτική εισαγωγή  καθώς και το κρεσέντο των τελευταίων σελίδων ‘’ μετά το διάβασμα’’, δίνουν ένα τόνο ανάγνωσης, ευχάριστο όσο και βιβλιογραφικά  προσοδοφόρο. Για αυτό αξίζει να   διαβαστεί.

            Επί του προκειμένου, θα πρέπει να σημειώσω δυο σχόλια που συνδέονται με τα σχόλια της εισαγωγής και το βασικό  ερώτημα που θέτει το βιβλίο, αλλά  και  το δικό μου σημείωμα. Η ψυχαναλυτική σχολή δέχεται ότι οι άνθρωποι συνδέονται,  επειδή έχουν ασυνείδητους κοινούς μηχανισμούς ωριμότητας και ανωριμότητας.   Η    συστημική προσέγγιση  από την άλλη πλευρά συμφωνεί με   το ‘’ όμοιος ομοίω, ζευγαρώνει  ή αεί πελάζει’’, τονίζοντας την συμπληρωματικότητα των ρόλων, γεγονός που αντιπαρέρχεται η ψυχανάλυση. Η ψυχαναλυτική  φροϋδική θεωρία πραγματεύεται    τον έρωτα,  την αντικειμενότροπη αγάπη,  τα ένστικτα της αυτοσυντήρησης και της ηδονής και προσφέρει το πλαίσιο για ερμηνείες, συμπεριφορών και επιλογών, δυστυχώς εκ των υστέρων.

               Ξαναγυρνώντας στο Βιβλίο του Ε.Αυδίκου ‘’Από την προξενήτρα στο  γραφείο Συνοικεσίων, Παραδοσιακότητα και Νεωτερικότητα στον αστικό χώρο’’ διαπιστώνουμε ότι   το βιβλίο, αναφέρεται στον τρόπο επιλογής συντρόφου για γάμο,  στον αστικό πληθυσμό,  την τελευταία τριαντακονταετία, όπου ορθολογισμός  και ομογενοποίηση είναι βασικό συστατικό των  συμπεριφορών  στην  πόλη. Στο ίδιο πλαίσιο συγκρούονται ταυτόχρονα,  δυο κυρίαρχα ρεύματα που σχετίζονται με τις εκ παραλλήλου γενόμενες κοινωνικές αλλαγές στον κοινωνικό ιστό και την νοοτροπία, η  σύγκρουση δηλαδή ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο, η ‘’ Παραδοσιακότητα’’ και η  ‘’Νεωτερικότητα’’.

        Με τον όρο ‘’Παραδοσιακότητα’’,  εννούμε την απόλυτη αφοσίωση του ατόμου στους θεσμούς και τον οικογενειακό κανόνα, π.χ  τ ο προξενιό στη Ήπειρο ,  είχε ένα απαρέγκλιτο τυπικό.Ο γάμος των παιδιών είναι υπόθεση των πατεράδων, οι μανάδες των μελλονύμφων δεν είχαν λόγο. Το προξενιό είχε κοινωνικά και ταξικά στοιχεία και κριτήρια που μόνο στην περίπτωση του παραβάτη της πατρικής εντολής,  ήταν διαφορετικά και προέκυπτε ο σώγαμπρος. Τα στοιχεία της νύφης ήταν η σεμνότητα, η αξιοσύνη, η υπακοή, η εντιμότητα και η ομορφιά(τελευταία). Ο προξενητής ήταν άνθρωπος εχέμυθος, άνθρωπος με κύρος και διαπραγματευτική ικανότητα. Το προξενιό κατέληγε με συμφωνία των πατεράδων, την συνοδό χειραψία  και την απόλυτη πειθαρχία και τήρηση των συμφωνηθέντων. 

             Η ‘’Νεωτερικότητα’’ συνδέεται με την ανάδυση του κινήματος των γυναικών, την σεξουαλική απελευθέρωση και  την αποσύνδεση της σεξουαλικότητας από την αναπαραγωγή, την ανάδειξη της ανθρώπινης ελευθερίας ως κεντρικής αξίας στις κοινωνίες του δυτικού κόσμου. Ο άνθρωπος,  άνδρας ή γυναίκα,  είναι ελεύθερος να αποφασίζει,  να αυτοθεσμίζεται και να αυτοθεσπίζει τον ατομικό και κοινωνικό του ρόλο πέρα από τις συμβατικότητες της οικογένειας και τις κοινωνικές νόρμες. Επιλέγει να σπουδάσει, να εργασθεί εκτός οικογενείας και να παντρευτεί επιλέγοντας ο ίδιος τον σύντροφό του,  με δικά του (κατά το δυνατόν) κριτήρια.

                     Σύμφωνα με την ιστορική μελέτη της   Χάρις  Κατάκη,  ‘’ Οι τρεις ταυτότητες της Ελληνικής Οικογένειας’’,  μέσα σε τρείς δεκαετίες άλλαξαν ριζικά οι πεποιθήσεις των ανθρώπων για τον γάμο:  Ο σκοπός και ο προορισμός του ανθρώπου στην πρώτη γενιά του παππού-αγρότη στην Κόνιτσα,  η δημιουργία οικογένειας,  η αναπαραγωγή και η ανατροφή των παιδιών (παιδοκεντρικότητα)  στην δεύτερη γενιά του δασκάλου στα Γιάννενα και η ανάδυση της ανάγκης για σχέση και επικοινωνία στην νεώτερη γενιά του εγγονού-γιου-φοιτητή. Σήμερα –μέχρι την προ μνημονίου εποχή- οι νέοι παντρεύονται εκτός των άλλων,    για το σεξ, την κοινωνική κινητικότητα,  την μοριοδότηση,  την εμπειρία ενός παιδιού και ενός διαζυγίου. Απουσιάζουν φανερά τουλάχιστον  ως δηλωμένες στάσεις,  η συντροφικότητα, η αναπαραγωγή, η ωρίμανση σε δεσμούς διάρκειας, η αγάπη, η οικογένεια, η διαχείριση της μοναξιάς και άλλα συμβολικά και άβολα. Οι άνθρωποι συνυπάρχουν δύσκολα πλέον, βλέπε διαζύγιο, ενδοοικογενειακή βία, κακοποίηση.

              Οι δεσμοί διαρκείας  και  ο γάμος, κλυδωνίζονται. Στοιχεία  που καταγράφονται στις επιστολές των πελατών των γραφείων συνοικεσίων  που εύστοχα αναλύει  ο συγγραφέας Ε.Αυδίκος, δείχνουν τη  βιωμένη  μοναξιά, την απόγνωση, την επιφυλακτικότητα και τις ελάχιστες απαιτήσεις για λίγα γραμμάρια ευτυχίας  από την ποθούμενη συνύπαρξη.

                    Τα  γραφεία  συνοικεσίων της νεωτερικότητας   ως υπηρεσίες διαμεσολάβησης  θα μπορούσε να θεωρηθεί  ότι  ανήκουν στις υπηρεσίες συμβουλευτικής και επομένως θα  έπρεπε  να αναβαθμιστούν και να ενισχυθούν με ειδικούς. Έτσι θα μπορούσε να προσεγγίσει το θέμα ένας θεωρητικός οπαδός του άκρατου κρατισμού, του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας και των κοινωνικών δομών. Στην Ελλάδα το λήμμα ΓΑΜΟΣ, είναι κατανοητό μόνο με κοινοτικούς  και όχι προσωπικούς  ή συναισθηματικούς όρους. Επομένως  η αρχή του, δηλαδή η θεσμική  εκκίνηση της συνύπαρξης,  χρήζει  σχετικής μόχλευσης, αγωγής, στήριξης, διαμεσολάβησης και ενίσχυσης. Η αρχή, η εκκίνηση και η έναρξη μιας σχέσης  συμβολικά τουλάχιστον,   είναι το ήμισυ του παντός.

              Παρόλα ταύτα,  σύμφωνα με τον συγγραφέα η ιδέα μιας κάποιας διαμεσολάβησης περισσότερο υπαινισσόμενης, αξιακής, και κοινωνικά δίκαιης,   είναι ενδιαφέρουσα και λειτουργεί προστατευτικά τόσο στα άτομα όσο και την κοινωνία αντιμετωπίζοντας το στίγμα, την επιθετικότητα, την περιθωριοποίηση και την μετέωρη μεθοριακότητα ορισμένων ανθρώπων που δεν χωράνε-κατά τον Καρυωτάκη- εύκολα στα συμβατικά και δεν φέρονται προβλέψιμα, εντός δηλαδή του στατιστικά προσδιοριζόμενου μέσου όρου’’ φυσιολογικότητας’’ της ανθρώπινης εκζήτησης και συμπεριφοράς  σύνδεσης.

         Με αυτή την έννοια το βιβλίο μελετώντας το διακύβευμα  ‘’υποβοηθούμενος γάμος μέσω αυτοσχέδιων κοινωνικών δομών’’,  ενός ασυνήθους πλέον  και οριακού -ως προς την επικινδυνότητά του- εγχειρήματος,  κομίζει μια πρωτοτυπία στο χώρο της κοινωνικής ανθρωπολογίας, μελετώντας κάτι δύσκολο(διαμεσολάβηση) για ένα θέμα τόσο σύνθετο(γάμος) από ανθρώπους άσχετους και συμβατικά ακατάλληλους(γραφείο Συνοικεσίων) σε ανθρώπους πιθανόν ακατάλληλους, αποτυχημένους,   ή μη δυνάμενους για γάμο(άνθρωποι  κάθε ηλικίας, με ιδιαίτερη χαρακτηρολογική δομή και κοινωνική προέλευση και  ιστορικό δυσπροσαρμοστίας).

            Ο συγγραφέας  του βιβλίου αναγνωρίζει, σέβεται και αφήνει ανοικτό το θέμα της επιλογής συντρόφου, στην νεωτερική εποχή.   Η ψυχανάλυση, κατά τον Ζακ  Λακάν, ξεκινάει από την ιδέα ότι  υπάρχει δυσαρμονία  μεταξύ των δυο φύλων  και όχι αρμονία. Το ένα δεν είναι συμπληρωματικό  του άλλου. Υπάρχει μια ασυμβατότητα του ενός φύλου  με το άλλο. Το θέμα είναι πώς  διαχειρίζεται κανείς  αυτήν την ασυμβατότητα στην πορεία της ζωής  του, χωρίς αυτό να σημαίνει  ότι υπάρχει κάποιο pattern φυσιολογικού ζευγαριού.

         Το γεγονός ότι είμαστε  έμφυλοι, μας καθορίζει ως προς τη ματιά μας απέναντι  στην σεξουαλικότητα. Έχει να  κάνει με την σχέση που έχουμε, με τον τρόπο που  μαθαίνουμε, πώς να ζούμε, πώς να κάνουμε σχέσεις, πώς να παντρευόμαστε, πώς να επιλέγουμε επάγγελμα, σύζυγο, φίλους. Ιδού  τα ελλείμματα και οι ανάγκες μας. 

          Επί του θέματος, γράφει ο Ματθαίος Γιωσαφάτ: ‘’Βγαίνουν κάποιοι  άσχετοι στην ΤV  και λένε διάφορα. Αλλά ο κόσμος έχει πια ξυπνήσει και  γι’ αυτό προοιωνίζεται  κάτι καλύτερο  από τα  παλιά. Όλοι νομίζουν ότι  οι άνθρωποι είναι χειρότεροι  γιατί αυξάνονται  τα διαζύγια. Αυξάνονται  γιατί  απλούστατα , οι άνθρωποι, θέλουν μια καλύτερη σχέση. Άραγε ποιος θα βοηθήσει να γίνει αυτό?’’

 Με αυτή την έννοια το σχόλιο του συγγραφέα έχει ιδιαίτερη αξία.΄΄  (  σελίδα 207).

 ‘’Αγαπητέ Αναγνώστη,

Η αλαζονεία είναι ένα συναίσθημα που πληρώνεται. Ίσως να αργήσει η αποπληρωμή. Σπάνια όμως μένει απλήρωτη. Οι διαζευγμένοι /ες και οι μοναχικοί χήροι, /ες με τις επιστολές τους είναι ένα καλό παράδειγμα. Η μοναξιά είναι η κυριότερη μάστιγα της εποχής μας. Έχει γίνει ενδημική.Η ανάγκη για σύντροφο  και οι αυξημένες προσδοκίες για όσους πάντρεψαν τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα να μείνουν μόνοι, οδηγεί τελικά, πολλούς σε γραφεία συνοικεσίων. Στην εποχή μας, η ζωή δεν τελειώνει ούτε στα πενήντα, ούτε στα εξήντα, ούτε στα εβδομήντα’’.

       Ο Σίγκμουντ Φρόυντ, ο πατέρας της νεωτερικότητας στην ψυχολογία, δεν άργησε να αναγνωρίσει την σύνδεση της ονειρικής δραστηριότητας  και κάποιων μορφών ψυχικής δραστηριότητας  που διαφέρουν από την απλή και συνηθισμένη δραστηριότητα  της εγρήγορσης, ενώ ωστόσο συνδέονται  με την συνείδηση. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται  τα λογοτεχνικά έργα, ιδιαίτερα η ποίηση, οι μύθοι, τα τελετουργικά, οι θρησκευτικές πίστεις, συμπεριλαμβανομένων επίσης των ιδεών που βρίσκονται στη βάση των μεγάλων θεσμών, οι οποίοι, ρυθμίζουν την ζωή εν κοινωνία (Andre Green, σε.78, στο «Γιατί οι άνδρες φοβούνται τις γυναίκες»). Όψεις αυτών των τελετουργιών  που ζουν οι άνθρωποι είτε στον παραδοσιακό κόσμο ή στην σύγχρονη νεωτερική εποχή, μας δείχνει, με άψογη μεθοδολογία αλλά και με χιούμορ, μα πάνω από όλα με σεβασμό στον άνθρωπο και τις συμπεριφορές  του αλλά και τον τρόπο που εντάσσεται στις δομές, κυρίαρχες ή αυτοσχέδιες,  ο συγγραφέας    Ε.Αυδίκος στο βιβλίο  που σχολιάζουμε.

           ‘’Ομοιος ομοίω ... ζευγαρώνει’’ –παγκόσμια σταθερά της κοινωνιολογίας του προξενιού και του γάμου.  Όλοι έχουμε ‘’προγραμματιστεί’’ να αισθανόμαστε άσχημα, μας είναι δηλαδή απαραίτητη η ‘’τοξική-εθιστική’’ δόση   των αρνητικών  συναισθημάτων. Ζευγαρώνουμε δυστυχώς σύμφωνα με τα ‘’προγραμματισμένα’’ μας  αρνητικά συναισθήματα, ώστε να εξασφαλίσουμε τη «δόση» μας. Ό­πως μας διδάσκει  η  εμπειρία,  σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις οι’’ λόξες πάνε δυο-δυο’’. Οι τρύπες απ' τις βίδες, που λείπουν απ' το κεφάλι του ενός,  ταιριάζουν με τις βίδες που προεξέχουν απ' το κεφάλι  της άλλης   και τούμπαλιν. Διαλέγουμε το ταίρι μας σύμφωνα με πολλές άπιαστες ενδεί­ξεις, που βρίσκονται πολύ κάτω απ' το πεδίο της επίγνωσης μέ­γεθος και διαστολή κόρης ματιού, γενική εικόνα σώματος, στιγμιαίες εκφράσεις του προσώπου, μυστικά, βουβά μηνύματα, ίσως και «χη­μικά» ακόμη στοιχεία— πάντως, εμείς  διαλέγουμε σίγουρα,  έτσι,  ώστε κατά κανόνα το παλικάρι με το τσεκούρι,  να βρίσκει το κορίτσι με το σκεπάρνι και το αντίστροφο.

         Τη «δόση» μας από  αρνητικά  συναισθήματα την παίρνουμε παίζο­ντας παιχνίδια: περιοδικές σειρές συναλλαγών, οι οποίες καταλή­γουν στο να αποκτήσουμε το αρνητικό συναίσθημα, που προτιμάμε. Πριν απ' το γάμο ή την απλή συμβίωση, ακόμη και σε μια τυ­χαία σχέση άντρα-γυναίκας,  αντικατοπτρίζονται οι δυνατότητες για το παιχνίδι. Για παράδειγμα, παρουσιάζω μια από τις πολλές δυ­νατότητες  του  παιχνιδιού  της τυραννίας. Μιλώντας με ψυχαναλυτική ορολογία, εννοούμε  τον σαδομαζοχισμό,  αυτό που η διαμεσολάβηση του προξενητή ή του γραφείου, εκπαιδεύεται- επί ματαίω-  να μετουσιώσει σε προβλητική ταυτοποίηση,   του άνδρα και   της γυναίκας, έξω από το ζευγάρι, σε τρίτους.

                 Ας δούμε τους συγγραφείς  των επιστολών που παραθέτει ο συγγραφέας, να διαλέγονται μεταξύ τους και να δημιουργούν σχέση μετά το επιτυχές προξενιό, πχ. η

δεσποινίς  Χ.Α. της σελ.104 με τον κύριο Μ.Κ. της σελ.165

Κύριε, καλημέρα σας .

Είμαι κι εγώ αναγνώστρια της εφημερίδας σας και διαβάζω καθημερινά τη στήλη συνοικεσίων. Κατοικώ ..., είμαι ψηλή 1,70, 40 ετών ξανθή, ευπαρουσίαστη, γυμνασιακής  μορφώ­σεως, αλλά έτυχε να μην εργάζομαι. Ως  προίκα έχω ένα δια­μέρισμα.

Θα προτιμούσα να εύρω ως σύζυγο άνθρωπο σωστό, θα προτιμούσα του Δημοσίου ως 50 ετών. Αυτά σας τα γράφω να πάρετε μια ιδέα για τον εαυτόν μου και του τι ζητώ. Επειδή δεν ξέρω πώς ακριβώς γίνονται αυ­τά τα πράγματα, δηλ. τι πρέπει να κάνω, αν θέλετε και μπο­ρούσατε, θα ήθελα σας παρακαλώ να με ενημερώνατε.

Σας ευχαριστώ πολύ. Περιμένω απάντηση σας.



      



Ονομάζομαι Μ.Κ. είμαι 54 χρόνων κανονικού ύψους$ (1,74 μ.), λεπτός καστανός και εργάζομαι από χρόνια οε διευθυ­ντική θέση για μεγάλη εταιρεία...

Είμαι πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών και της Νομικής του Πανεπιστημίου ...

Είμαι διαζευγμένος και έχω ένα γιο 18 χρόνων, φοιτητή ..., με υποτροφία, που ζει με τη μητέρα του και τέως γυναίκα μου. Μετά τον χωρισμό μου ζω μόνος και η διεύθυνση μου εί­ναι:.... Το δε τηλέφωνο του σπιτιού μου.... Ευρίσκομαι εκεί από τις 4-8 μ.μ. και βέβαια αργά το βράδυ. Ενδιαφέρομαι για γυναίκα αναλόγων τυπικών προσόντων, μέχρι 43 χρόνων, όχι κάτω των 40, αλλά εμφανίσιμη κατά αντικειμενική κρίση, καλού χαρακτήρα και ήθους$.

Ευχαριστώ. Μ. Κ.





    Η δεσποινίς Χωρίς Αυτοπεποίθηση  γνωρίζει τον κύριο  Μει­λίχιο Καλοπροαίρετο.  Οι μειλίχιοι προσπαθούν να είναι ευχάριστοι σ' όλους και συνήθως πάσχουν από κατάθλιψη. Ο Μειλίχιος Καλοπροαίρετος,   βλέπει την δεσποινίδα Χωρίς Αυτοπεποίθηση     και λέει μέσα του, «όπα, όπα!». Βάζει τη γυναίκα γενικά πάνω σε βάθρο, γιατί είχε στήσει τη μητέρα του σε βάθρο. Θέλει μια γυναίκα που να κάνει οτιδήπο­τε, οποτεδήποτε, και  οπουδήποτε. Τη βγάζει λοιπόν ραντεβού πέντε, δέκα φορές και σκέπτεται: «Αν είμαι καλός μαζί της, μπορεί να με δεχτεί για εραστή της». Εκείνη ωστόσο σκέπτεται: «Α, εκτιμάει και σέβεται τον αληθινό εαυτό μου». Έτσι ο άντρας προσφέρει αγάπη ελπίζοντας να πάρει σεξ. Στο ενδέκατο ραντεβού, εκείνος της κά­νει πρόταση κι αυτή λέει: «Α, είσαι κτήνος. Πας κι εσύ γυρεύοντας ό,τι γυρεύουν όλα τα κτήνη. Μόνο σεξ θέλεις».

            Ο Μειλίχιος  Καλοπροαίρετος  φεύγει ταραγμένος για την απόρριψη , λυπημέ­νος, ταπεινωμένος και σκέπτεται: «Κάθε φορά τα ίδια θα σου κά­νουν οι γυναίκες». Το ξέρει, γιατί όταν φορούσε κοντά παντελόνια, του «το είπε κι η μαμά». Εκείνη φεύγει νιώθοντας μοναξιά, μνησι­κακία και λέγοντας μέσα της: «Ποτέ δεν θα βρω το σωστό άντρα».

               Αυτό δεν σημαίνει πως η δεσποινίς Χωρίς Αυτοπεποίθηση  «είναι αθώα περιστερά». Όταν συναντήσει ένα ‘’αληθινό κτήνος’’, θα πει ότι ένιωσε κεραυνοβόλο έρωτα και θα πλαγιά­σει μαζί του. Το κτήνος, επειδή η μάνα του κάτι έκανε γι αυτό , νομίζει πως έτσι είναι όλες οι γυναίκες, την ξεφορτώνεται λοιπόν, έπειτα από την πρώτη ερωτική τους νύχτα, γιατί αυτός ψάχνει για «την παρθένα, την καλή κοπέλα». Τελικά, η δεσποινίς Χωρίς Αυτοπεποίθηση  θα βρει και θα παντρευ­τεί ή ένα κτήνος, που διαρκώς την κατακρίνει και την ταπεινώνει ή ένα Μειλίχιο Καλοπροαίρετο , που να μπορεί εκείνη να τον ταπεινώνει και να τον κατακρίνει.  Όπως εύκολα μπορούμε να συνάγουμε και οι δυο μπορεί να καταλήξουν στο ιατρείο του ψυχοθεραπευτή ή  λίγο μετά την αποτυχία και χωρίς ψυχοθεραπεία, στο γραφείο συνοικεσίων για την μοντέρνα επανεκκίνηση της σύζευξης  που τόσο ωραία μελετά και παρουσιάζει ο συγγραφέας.

           Μερικά παραδείγματα συμβουλευτικής , εμπνευσμένα από την συστημική θεωρία,  σε ζευγάρια  θα μπορούσε να περιλαμβάνει στο οπλοστάσιό  του, ένα μοντέρνο γραφείο συνοικεσίων, μέσω Διαδικτύου, ιδέα που θα μπορούσε να παράσχει υλικό στον συγγραφέα Ε.Αυδίκο,  για ένα νέο βιβλίο, αν δούμε την τεράστια ζήτηση  για γνωριμίες και συναντήσεις που κατατίθενται  και οργανώνονται στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης facebook, twitter και άλλων.Η υγιής σχέση  είναι  ανέφικτη  και μπορεί να θεωρηθεί  ως μια συνεχιζόμενη,   τόσο στο επίπεδο του πραγματικού   όσο και στο επίπεδο του συμβολικού, αντικειμενότροπη  διαπραγμάτευση.Οι υπηρεσίες διαμεσολάβησης στον υποβοηθούμενο γάμο είτε του παραδοσιακού χώρου, είτε της νεωτερικότητας, στοχεύουν  να  λειτουργήσουν  ως  ‘’good enough mother’’, για τα μέλη του ζεύγους.‘’Aρκετά  καλή’’ μητέρα της  –κόρης νύμφης, , είναι η μητέρα που θα γνωρίσει στην κόρη της ένα τρίτο, τον πατέρα, τον άντρα που θα την αγαπήσει και θα την θαυμάσει  στην παιδική-εφηβική ηλικία και επομένως τον μελλοντικό της σύζυγο, τον άνδρα της στην ενήλικη ζωή, σε ηλικία γάμου.’’Αυτό  που καθιστά  μια μητέρα επαρκώς καλή είναι  κατ’αρχάς  η δυνατότητά της να εισαγάγει  έναν τρίτο  στη σχέση με την κόρη της’’ (Αndre Green ).Με άλλα λόγια, να ξεπεράσει η μητέρα  τη δική της γυναικεία ομοφυλοφιλία, να υπερβεί τον φόβο του άνδρα, χωρίς να τον μεταδώσει  στο παιδί. Από την μητέρα, αναλαμβάνει την σκυτάλη,  η like mother προξενήτρα  και εν συνεχεία οι θεσμοί δηλαδή  οι συμβουλευτικές υπηρεσίες αλλά και οι αυτοσχέδιοι θεσμοί- οι αντιδομές- κατά τον συγγραφέα, που  στεγάζουν τα διάκενα μιας κατακερματισμένης  παραδοσιακής κοινωνικότητας  και που θα μπορούσε να συμπεριλάβουν και  τα γραφεία συνοικεσίων, ώστε να συστήσουν στην γυναίκα, έναν σύντροφο. Άλλωστε στις μέρες μας το μεγάλο αίτημα για μελέτη είναι η  ενσυναίσθηση και η συνεννόηση. Η μελέτη της σύγκρουσης   και της συμφιλίωσης στις ομάδες, στα ζεύγη, στις οικογένειες και στην κοινωνία. Τελικά η πρόθεση του συγγραφέα του βιβλίου  ’’ Από την προξενήτρα στο  γραφείο συνοικεσίων, Παραδοσιακότητα και Νεωτερικότητα στον αστικό χώρο’’  είναι θετική και η μεθοδολογία του  είναι  lege artis.Η προσέγγιση είναι  ανθρωπολογική, με σεβασμό  στον άνθρωπο  και στο υλικό των προσωπικών στοιχείων, των επιστολών και των αιτημάτων τους. Στο κείμενο κυριαρχεί η δημοκρατική ανοχή των αδυνάτων, ο σεβασμός της λανθάνουσας ή  εμφανούς μοναξιάς καθώς και η έκκληση  για θεσμική προστασία των αδυνάτων  και ισότιμη ένταξη στους θεσμούς του γάμου και της οικογένειας.

  Θέλω ακροτελευτίως, να περιγράψω αδρομερώς,    την πορεία της διακειμενικής αναζήτησης και  την  γνωστική  περιπέτεια  που έζησα με έναυσμα την ανάγνωση του βιβλίου που παρουσιάζουμε σήμερα. Θυμήθηκα  το ‘’Προξενιό της Άννας’’ του Παντελή Βούλγαρη,  τους ‘’Θλιβερούς Τροπικούς’’  του Claude Levy Straus,    την ‘’Iστορία της τρέλας’’  και την  ‘’Iστορία της Σεξουαλικότητας’’, του Michel Foucault,  τις ‘’ Το Ελληνικό Καλοκαίρι ’’  του Janes Lacariere,    ‘’Το σχεδιάγραμμα  μιας γενικής θεωρίας για την Μαγεία’’, του Marcel  Mauss,  το βιβλίο ‘’Βία και Πονηριά’’ της Μαρί -Ελιζαμπέτ  Αντμάν  ,  τις υπέροχες ανθρωπολογικές μελέτες  της    Julia  Cristeva  για τους παρίες, τους παρείσακτους και τους  ξένους της  κοινωνικής ζωής, τις μελέτες του Bernard Henry Levy   για την ετερότητα,  καθώς και τις  παλιότερες μελέτες του Ηλία Πετρόπουλου για την Ανθρωπολογία του περιθωρίου αλλά και  τις μελέτες του Παναγή Λεκατσά για την Θεολογική ανθρωπολογία ,   καθώς επίσης  την   συγκλονιστική εργασία του John  Cambell   για τους Σαρακατσάνους της  Ηπείρου και την  θεωρία της Νεωτερικότητας στο έργο του Αntony Giddens.  

       Και για αυτό ευχαριστώ ιδιαίτερα τον συγγραφέα Ε.Αυδίκο  για τα ερεθίσματα που μου προσέφερε και εύχομαι στο Βιβλίο του’’ Από την προξενήτρα στο  γραφείο συνοικεσίων, Παραδοσιακότατα και Νεωτερικότητα στον αστικό χώρο’’, καλή εγγραφή , στη γνωσιακή λειτουργία και την  μνημονική παρακαταθήκη των αναγνωστών του αλλά και  καλή τύχη  ανάμεσα στις σελίδες και τις παραπομπές άλλων βιβλίων του μέλλοντος.











Βιβλιογραφία:

1. Andre Green:’’Το άγχος μπροστά στη διαφορά των φύλων και ο καθρέπτης του στο καθένα από αυτά’’Στο ΄΄Γιατί οι άνδρες να φοβούνται τις γυναίκες του Cournut  Jean Εκ.Πατάκη, Αθήνα 2008.

2. Κατάκη Χάρις:’’Οι τρεις ταυτότητες της Ελληνικής Οικογένειας’’, Εκ.Κέδρος Αθήνα 1984.

3. Gellert  Shepard:’’Όμοιος ομοίω ζευγαρώνει’’, Εκ.Διογένης, Αθήνα 1983.

4. Γιωσαφάτ Ματθαίος :’’Μεγαλώνοντας μέσα στην Ελληνική Οικογένεια’’, Εκ.Αρμός 2010.

5. Λακάν  Ζακ:’’Η Οικογένεια, Τα Οικογενειακά Συμπλέγματα στη διαμόρφωση του Ατόμου’’, Εκ.Καστανιώτη, Αθήνα 1990.

6.Δεύτος Θεόδωρος:’’ Ο Ηπειρώτικος Γάμος’’,  Δωδώνη Εκδοτική ΕΠΕ, Αθήνα 2004.



Φώτης Μωρόγιαννης

 Δρ.Ψυχίατρος


morogian@otenet.gr

Ιωάννινα  14/12/2011