Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρυστάλλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρυστάλλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022

Χρ. Δ. Αντωνίου Μνήμη Κώστα Κρυστάλλη: Δουλική μίμηση του δημοτικού τραγουδιού ή προσωπική ποίηση;6 Αυγούστου 2022, periou.gr

 


Χρ. Δ. Αντωνίου Μνήμη Κώστα Κρυστάλλη: Δουλική μίμηση του δημοτικού τραγουδιού ή προσωπική ποίηση;

Χρήστος Αντωνίου - 


Κρατώ στα χέρια μου τα  «Άπαντα—Ποίηση, Πεζός Λόγος, Μελετήματα, Γράμματα» του Κώστα Κρυστάλλη, με Εισαγωγή, κατάταξη, σχόλια του Κ. Πορφύρη, των Εκδόσεων Αυλός, χ.χ. Είναι η Πέμπτη κατά σειρά έκδοση των «Απάντων» του Ηπειρώτη ποιητή και γενικότερα λογοτέχνη και σε πολλά βασίζεται, όπως εισαγωγικά μας πληροφορεί ο Πορφύρης, στις προηγούμενες εκδόσεις των «Απάντων», αλλά είναι εμπλουτισμένη με άρθρα και άλλα κείμενα που δεν συμπεριλαμβάνονται στις προηγούμενες εκδόσεις. Απ’ αυτή την έκδοση ξαναδιαβάζω τα ποιήματα του Κρυστάλλη, κυρίως τα «Αγροτικά» και τα ποιήματα της συλλογής «Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης». Δεν έχω μαζί μου, εδώ στην Κέρκυρα, άλλα βιβλία για τον Κρυστάλλη εκτός από το «Αφιέρωμα» της Νέας Εστίας στον Κώστα Κρυστάλλη, με επιμέλεια του Ευάγγελου Αυδίκου, που τυχαία πήρα μαζί μου για τις διακοπές, και τον 9ο τόμο της Βασικής Βιβλιοθήκης, που αποτελεί αφιερωματικό τόμο στον Κ. Κρυστάλλη και τον Χρ. Χρηστοβασίλη (Εκδ. Αετός, Α.Ε., 1954), επιμέλεια Λ.Ι. Βρανούση). Τον τόμο αυτόν ανακάλυψα μαζί με την παραπάνω έκδοση των «Απάντων» στη βιβλιοθήκη του σπιτιού, όπου φιλοξενούμαι. Ίσως θα μου χρειάζονταν και μερικά ακόμη βιβλία και περισσότερος χρόνος για να γράψω ένα πληρέστερο κείμενο για τον Κρυστάλλη. Το γεγονός όμως ότι λίγο πριν πεθάνει ο Κρυστάλλης στην Άρτα (22 Απριλίου 1894) ήρθε στην Κέρκυρα (2 Μαρτίου 1894) με την ελπίδα να αναρρώσει στο ήπιο κλίμα της και ακόμη το γεγονός ότι στις μέρες μας καταστρέφουμε αλόγιστα τη φύση, που τόσο πολύ αγάπησε ο Κρυστάλλης, μ’ έκανε να γράψω εδώ λίγες σειρές ως μνήμη του ποιητή.


Καταρχάς, να σημειώσω ότι η ποιητική συνεισφορά του Κρυστάλλη, αλλά και ο περιπετειώδης βίος του και η αρρώστια του που τον οδήγησε σε πρώιμο θάνατο, μόλις που ήταν 26 χρονών, τον κατέστησαν συμπαθή μορφή των νεοελληνικών γραμμάτων. Ένδειξη αυτής της συμπάθειας αποτελούν οι επανειλημμένες εκδόσεις των «Απάντων» του, η συμπερίληψη του έργου του από τις εγκυρότερες Ιστορίες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίες (Κ.Θ. Δημαράς, Λίνου Πολίτη, Μάριο Βίττι, Ρόντρικ Μπήτον), η πλούσια βιβλιογραφία γύρω από το έργο του, καθώς και το ενδιαφέρον των κριτικών για την αποτίμησή του. Οι εκτιμήσεις δεν είναι όλες θετικές, αλλ’ ωστόσο ο Κρυστάλλης  ανθολογήθηκε με υψηλό βαθμό συχνότητας στα εγχειρίδια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Τα ποιήματα π.χ. «Στο Σταυραητό», «Το Ηλιοβασίλεμα», «Ο Τρύγος», «Το κέντημα του μαντηλιού», κ.ά. εδώ και δεκαετίες είναι σταθερά ανθολογημένα στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ολόκληρα ή αποσπασματικά, επειδή ίσως επικρατεί η άποψη, εν πολλοίς σωστή, ότι η ποίηση του Κρυστάλλη «οροθετήθηκε από την ηθογραφικής στόφας ειδυλλιακή απεικόνιση της ζωής της υπαίθρου και από την αποδοχή του Κρυστάλλη ως αποκλειστικού υμνητή της αγνής φύσης και της παραδοσιακής αγροτικής ζωής» (Δημήτρης Κόκορης, Κώστας Κρυστάλλης και λογοτεχνικός κανόνας, Περ. Νέα Εστία, τχ 1886, Μάρτιος 2021, σ. 106). Ίσως ακόμη, γιατί η θλίψη, ο πόνος και ο τραυματισμένος ψυχισμός που διαχέονται μέσα στα ποιήματά του εξαιτίας της απομάκρυνσής του από τη φύση του ορεινού χωριού του Συρράκου, είναι στοιχεία που συγκινούν και τις δύο κατηγορίες κατοίκων, της πόλης και της υπαίθρου. Ειδικότερα, γράφει ο Αυδίκος, ο Κρυστάλλης «διερμήνευσε με τα πάθη του τον τρόπο που αναπαριστούσε ο κάτοικος της υπαίθρου το αστικό κέντρο» (Αυδίκος Ε., Κώστας Κρυστάλλης, Η επιστροφή. 150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018), συλλογικός τόμος, Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα», Αθήνα 2018, σ.13).


Ας πάρω όμως τα πράγματα πάλι από την αρχή όσο αφορά τη λογοτεχνική αποτίμηση του έργου του. Η θέση του Γιάννη Αποστολάκη (Αποστολάκης Γ.Μ., Ο Κρυστάλλης και το δημοτικό τραγούδι, Θεσσαλονίκη 1937) ότι ο Κ. Κρυστάλλης μιμήθηκε δουλικά το δημοτικό τραγούδι φαίνεται ότι επιρρέασε, λιγότερο ή περισσότερο, τους μεταγενέστερους κριτικούς. Καταρχάς, αρνητικές απόψεις διατύπωσε ο Κ.Θ. Δημαράς στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (1948). Μιλώντας για τα Αγροτικά ισχυρίζεται ότι όλη η συλλογή «αποτελείται από μιμήσεις του δημοτικού τραγουδιού.(…) Η πτώση είναι οδυνηρή: την λειότητα, την λιτότητα, το πλαστικό δέσιμο του δημοτικού τραγουδιού, την σοφή και άσφαλτη τοποθέτηση της αρμόδιας λέξης μέσα στον στίχο, την επιγραμματική διατύπωση του συναισθήματος και της ψυχολογίας έρχεται να τα αντικαταστήσει μια φτώχεια καθολική, που προσπαθεί να κρυφτεί μέσα στην αφθονία ενός αχαλίνωτου δεκαπεντασύλλαβου. Το χειρότερο είναι ότι ο Κρυστάλλης παρεμβάλλει κάποιους ατόφυους στίχους του δημοτικού τραγουδιού  μέσα στα ποιήματά του∙ οι τέτοιοι στίχοι λάμπουν απομονωμένοι και πυκνώνουν το σκοτάδι γύρω τους».

Οι εκτιμήσεις αυτές φαίνονται αμέσως ότι είναι υπερβολικές, έστω κι αν ανήκουν στον Δημαρά, του οποίου η Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας θεωρείται ως η καλύτερη. Παρόμοιες απόψεις ωστόσο διατυπώθηκαν και από άλλους κριτικούς, όπως από τον Μάριο Βίττι, στην πρώτη έκδοση τουλάχιστον της Ιστορίας του (1978), και από τον Μπήτον (1996). Ο Λίνος Πολίτης όμως, τρεις δεκαετίες αργότερα, επανεξέτασε την άποψη του ομότεχνού του Δημαρά και προσπάθησε να άρει την απολυτότητα των απόψεών του που απηχούσαν καθαρά τη στερεότυπη θέση του Αποστολάκη ότι δηλαδή ο Κρυστάλλης δεν μετουσιώνει δημιουργικά το δημοτικό τραγούδι, αλλά «το μεταφέρει αυτούσιο σε μια μίμηση δουλική» (…). Οι αυστηρές αυτές κρίσεις, που τις συμμερίζονται και πολλοί νεότεροι κριτικοί, χρειάζονται ίσως κάποια αναθεώρηση. Για να αποτιμήσουμε δικαιότερα την προσφορά του Κρυστάλλη πρέπει να τον απαλλάξουμε από την αξιολογική σύγκριση με το πρότυπο. Φυσικά ο κόσμος του Κρυστάλλη είναι διαφορετικός από τον κόσμο του δημοτικού τραγουδιού (…). Από την άλλη μεριά, ο στίχος του δεν αποτελεί τόσο δουλική μίμηση του δημοτικού τραγουδιού όσο φαίνεται στο πρώτο αντίκρυσμα. Εύτονος, αδρός, πλάθεται με πολλή τέχνη προσωπική, αντλώντας τη δύναμη και την ορμή από το δημοτικό πρότυπο» (Πολίτης, Ιστορία Ν.Ε.Λ., σ. 220-221).

Παρόμοια ήταν και η θέση του Παλαμά της πρώιμης περιόδου ότι δηλαδή «Στον Κρυστάλλη πλέκουν στίχοι της δημώδους ποιήσεως και στίχοι δημώδεις του ποιητή∙ δύσκολα ξεχωρίζουνται αυτοί από εκείνους» (Κ. Παλαμάς,Το έργον του Κρυστάλλη, Άπαντα, τ. Β’, Μπίρης, Αθήνα 1963). Τη γραμμή του Πολίτη ακολουθούν και πολλοί νεότεροι κριτικοί, όπως ο Δημήτρης Κόκορης, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ο Παντελής Μπουκάλας, η Θάλεια Ιερωνυμάκη, ο Ηλίας Κεφάλας, ο Κώστας Κουτσουρέλης κ.π.ά. Φαίνεται πως ήδη έχουμε πολύ απομακρυνθεί από τον Κ.Θ. Δημαρά και την άποψή του για την απόλυτη εξάρτηση του Κρυστάλλη από την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού.


Πριν τελειώσω αυτό το σημείωμα, το οποίο δεν προσθέτει τίποτε παραπάνω απ’ όσα βρίσκει κανείς εύκολα σε πρώτη κιόλας αναζήτηση, αλλά γράφτηκε ως μνήμη του ποιητή, θα ήθελα να πω ότι η απόλυτα αρνητική κριτική ποτέ δεν βοήθησε την πνευματική καλλιτεχνική δημιουργία. Ποτέ δεν στάθηκε ορθή, όταν δεν έλαβε υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες δημιουργίας του έργου και τη ζωή του δημιουργού, που στην προκείμενη περίπτωση του Κώστα Κρυστάλλη ήταν απερίγραπτα άσχημες. Γεννήθηκε (1868) στο Συρράκο της Ηπείρου, μικρός ακολούθησε τον πατέρα του στα Γιάννενα για να τον βοηθήσει στις εμπορικές του εργασίες και συγχρόνως να συνεχίσει τις σπουδές του στη Ζωσιμαία Σχολή. Η επαναστατική του διάθεση και η ποιητική του φύση συνέπραξαν στη δημιουργία της πρώτης του ποιητικής δημιουργίας «Αι σκιαί του Άδου», που αποτέλεσε την αιτία της απόδρασής του (1888) από τα Γιάννενα προς την ελεύθερη Ελλάδα, για να αποφύγει τη σύλληψή του από τις τουρκικές αρχές, επειδή το ποίημά του αποτελούσε φλογερό πατριωτικό κήρυγμα. Πριν τελειώσει τις σπουδές του βρέθηκε στην Αθήνα, μόνος, φτωχός και άρρωστος από φυματίωση. Ο Λ. Βρανούσης δίνει πολλές πληροφορίες για την παιδική ηλικία του ποιητή καθώς και για τη σκληρή εργασία του σε τυπογραφεία της Αθήνας. Σε χρονικό διάστημα μόλις έξι ετών έγραψε όλο το έργο του, για το οποίο ερίζουν οι κριτικοί μας. Πέθανε από την αρρώστια του και από τις κακουχίες της φτώχειας του το 1884, μόλις, όπως ειπώθηκε παραπάνω, είκοσι έξι χρονών.

Τέλος, οφείλουμε μεγάλη ευγνωμοσύνη στον Ευάγγελο Αυδίκο που ανέλαβε και περάτωσε το πολύ δύσκολο έργο του εντοπισμού και περισυλλογής του Αρχείου Κρυστάλλη ( κείμενα δημοσιευμένα, αδημοσίευτα, μελέτες για το έργο του, καθώς και αντικείμενα της καθημερινής προσωπικής ζωής του ποιητή μεταξύ των οποίων την γκλίτσα και τη φλογέρα του.

 

Κρατώ στα χέρια μου τα  «Άπαντα—Ποίηση, Πεζός Λόγος, Μελετήματα, Γράμματα» του Κώστα Κρυστάλλη, με Εισαγωγή, κατάταξη, σχόλια του Κ. Πορφύρη, των Εκδόσεων Αυλός, χ.χ. Είναι η Πέμπτη κατά σειρά έκδοση των «Απάντων» του Ηπειρώτη ποιητή και γενικότερα λογοτέχνη και σε πολλά βασίζεται, όπως εισαγωγικά μας πληροφορεί ο Πορφύρης, στις προηγούμενες εκδόσεις των «Απάντων», αλλά είναι εμπλουτισμένη με άρθρα και άλλα κείμενα που δεν συμπεριλαμβάνονται στις προηγούμενες εκδόσεις. Απ’ αυτή την έκδοση ξαναδιαβάζω τα ποιήματα του Κρυστάλλη, κυρίως τα «Αγροτικά» και τα ποιήματα της συλλογής «Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης». Δεν έχω μαζί μου, εδώ στην Κέρκυρα, άλλα βιβλία για τον Κρυστάλλη εκτός από το «Αφιέρωμα» της Νέας Εστίας στον Κώστα Κρυστάλλη, με επιμέλεια του Ευάγγελου Αυδίκου, που τυχαία πήρα μαζί μου για τις διακοπές, και τον 9ο τόμο της Βασικής Βιβλιοθήκης, που αποτελεί αφιερωματικό τόμο στον Κ. Κρυστάλλη και τον Χρ. Χρηστοβασίλη (Εκδ. Αετός, Α.Ε., 1954), επιμέλεια Λ.Ι. Βρανούση). Τον τόμο αυτόν ανακάλυψα μαζί με την παραπάνω έκδοση των «Απάντων» στη βιβλιοθήκη του σπιτιού, όπου φιλοξενούμαι. Ίσως θα μου χρειάζονταν και μερικά ακόμη βιβλία και περισσότερος χρόνος για να γράψω ένα πληρέστερο κείμενο για τον Κρυστάλλη. Το γεγονός όμως ότι λίγο πριν πεθάνει ο Κρυστάλλης στην Άρτα (22 Απριλίου 1894) ήρθε στην Κέρκυρα (2 Μαρτίου 1894) με την ελπίδα να αναρρώσει στο ήπιο κλίμα της και ακόμη το γεγονός ότι στις μέρες μας καταστρέφουμε αλόγιστα τη φύση, που τόσο πολύ αγάπησε ο Κρυστάλλης, μ’ έκανε να γράψω εδώ λίγες σειρές ως μνήμη του ποιητή.


Καταρχάς, να σημειώσω ότι η ποιητική συνεισφορά του Κρυστάλλη, αλλά και ο περιπετειώδης βίος του και η αρρώστια του που τον οδήγησε σε πρώιμο θάνατο, μόλις που ήταν 26 χρονών, τον κατέστησαν συμπαθή μορφή των νεοελληνικών γραμμάτων. Ένδειξη αυτής της συμπάθειας αποτελούν οι επανειλημμένες εκδόσεις των «Απάντων» του, η συμπερίληψη του έργου του από τις εγκυρότερες Ιστορίες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίες (Κ.Θ. Δημαράς, Λίνου Πολίτη, Μάριο Βίττι, Ρόντρικ Μπήτον), η πλούσια βιβλιογραφία γύρω από το έργο του, καθώς και το ενδιαφέρον των κριτικών για την αποτίμησή του. Οι εκτιμήσεις δεν είναι όλες θετικές, αλλ’ ωστόσο ο Κρυστάλλης  ανθολογήθηκε με υψηλό βαθμό συχνότητας στα εγχειρίδια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Τα ποιήματα π.χ. «Στο Σταυραητό», «Το Ηλιοβασίλεμα», «Ο Τρύγος», «Το κέντημα του μαντηλιού», κ.ά. εδώ και δεκαετίες είναι σταθερά ανθολογημένα στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ολόκληρα ή αποσπασματικά, επειδή ίσως επικρατεί η άποψη, εν πολλοίς σωστή, ότι η ποίηση του Κρυστάλλη «οροθετήθηκε από την ηθογραφικής στόφας ειδυλλιακή απεικόνιση της ζωής της υπαίθρου και από την αποδοχή του Κρυστάλλη ως αποκλειστικού υμνητή της αγνής φύσης και της παραδοσιακής αγροτικής ζωής» (Δημήτρης Κόκορης, Κώστας Κρυστάλλης και λογοτεχνικός κανόνας, Περ. Νέα Εστία, τχ 1886, Μάρτιος 2021, σ. 106). Ίσως ακόμη, γιατί η θλίψη, ο πόνος και ο τραυματισμένος ψυχισμός που διαχέονται μέσα στα ποιήματά του εξαιτίας της απομάκρυνσής του από τη φύση του ορεινού χωριού του Συρράκου, είναι στοιχεία που συγκινούν και τις δύο κατηγορίες κατοίκων, της πόλης και της υπαίθρου. Ειδικότερα, γράφει ο Αυδίκος, ο Κρυστάλλης «διερμήνευσε με τα πάθη του τον τρόπο που αναπαριστούσε ο κάτοικος της υπαίθρου το αστικό κέντρο» (Αυδίκος Ε., Κώστας Κρυστάλλης, Η επιστροφή. 150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018), συλλογικός τόμος, Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα», Αθήνα 2018, σ.13).


Ας πάρω όμως τα πράγματα πάλι από την αρχή όσο αφορά τη λογοτεχνική αποτίμηση του έργου του. Η θέση του Γιάννη Αποστολάκη (Αποστολάκης Γ.Μ., Ο Κρυστάλλης και το δημοτικό τραγούδι, Θεσσαλονίκη 1937) ότι ο Κ. Κρυστάλλης μιμήθηκε δουλικά το δημοτικό τραγούδι φαίνεται ότι επιρρέασε, λιγότερο ή περισσότερο, τους μεταγενέστερους κριτικούς. Καταρχάς, αρνητικές απόψεις διατύπωσε ο Κ.Θ. Δημαράς στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (1948). Μιλώντας για τα Αγροτικά ισχυρίζεται ότι όλη η συλλογή «αποτελείται από μιμήσεις του δημοτικού τραγουδιού.(…) Η πτώση είναι οδυνηρή: την λειότητα, την λιτότητα, το πλαστικό δέσιμο του δημοτικού τραγουδιού, την σοφή και άσφαλτη τοποθέτηση της αρμόδιας λέξης μέσα στον στίχο, την επιγραμματική διατύπωση του συναισθήματος και της ψυχολογίας έρχεται να τα αντικαταστήσει μια φτώχεια καθολική, που προσπαθεί να κρυφτεί μέσα στην αφθονία ενός αχαλίνωτου δεκαπεντασύλλαβου. Το χειρότερο είναι ότι ο Κρυστάλλης παρεμβάλλει κάποιους ατόφυους στίχους του δημοτικού τραγουδιού  μέσα στα ποιήματά του∙ οι τέτοιοι στίχοι λάμπουν απομονωμένοι και πυκνώνουν το σκοτάδι γύρω τους».

Οι εκτιμήσεις αυτές φαίνονται αμέσως ότι είναι υπερβολικές, έστω κι αν ανήκουν στον Δημαρά, του οποίου η Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας θεωρείται ως η καλύτερη. Παρόμοιες απόψεις ωστόσο διατυπώθηκαν και από άλλους κριτικούς, όπως από τον Μάριο Βίττι, στην πρώτη έκδοση τουλάχιστον της Ιστορίας του (1978), και από τον Μπήτον (1996). Ο Λίνος Πολίτης όμως, τρεις δεκαετίες αργότερα, επανεξέτασε την άποψη του ομότεχνού του Δημαρά και προσπάθησε να άρει την απολυτότητα των απόψεών του που απηχούσαν καθαρά τη στερεότυπη θέση του Αποστολάκη ότι δηλαδή ο Κρυστάλλης δεν μετουσιώνει δημιουργικά το δημοτικό τραγούδι, αλλά «το μεταφέρει αυτούσιο σε μια μίμηση δουλική» (…). Οι αυστηρές αυτές κρίσεις, που τις συμμερίζονται και πολλοί νεότεροι κριτικοί, χρειάζονται ίσως κάποια αναθεώρηση. Για να αποτιμήσουμε δικαιότερα την προσφορά του Κρυστάλλη πρέπει να τον απαλλάξουμε από την αξιολογική σύγκριση με το πρότυπο. Φυσικά ο κόσμος του Κρυστάλλη είναι διαφορετικός από τον κόσμο του δημοτικού τραγουδιού (…). Από την άλλη μεριά, ο στίχος του δεν αποτελεί τόσο δουλική μίμηση του δημοτικού τραγουδιού όσο φαίνεται στο πρώτο αντίκρυσμα. Εύτονος, αδρός, πλάθεται με πολλή τέχνη προσωπική, αντλώντας τη δύναμη και την ορμή από το δημοτικό πρότυπο» (Πολίτης, Ιστορία Ν.Ε.Λ., σ. 220-221).

Παρόμοια ήταν και η θέση του Παλαμά της πρώιμης περιόδου ότι δηλαδή «Στον Κρυστάλλη πλέκουν στίχοι της δημώδους ποιήσεως και στίχοι δημώδεις του ποιητή∙ δύσκολα ξεχωρίζουνται αυτοί από εκείνους» (Κ. Παλαμάς,Το έργον του Κρυστάλλη, Άπαντα, τ. Β’, Μπίρης, Αθήνα 1963). Τη γραμμή του Πολίτη ακολουθούν και πολλοί νεότεροι κριτικοί, όπως ο Δημήτρης Κόκορης, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ο Παντελής Μπουκάλας, η Θάλεια Ιερωνυμάκη, ο Ηλίας Κεφάλας, ο Κώστας Κουτσουρέλης κ.π.ά. Φαίνεται πως ήδη έχουμε πολύ απομακρυνθεί από τον Κ.Θ. Δημαρά και την άποψή του για την απόλυτη εξάρτηση του Κρυστάλλη από την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού.

Πριν τελειώσω αυτό το σημείωμα, το οποίο δεν προσθέτει τίποτε παραπάνω απ’ όσα βρίσκει κανείς εύκολα σε πρώτη κιόλας αναζήτηση, αλλά γράφτηκε ως μνήμη του ποιητή, θα ήθελα να πω ότι η απόλυτα αρνητική κριτική ποτέ δεν βοήθησε την πνευματική καλλιτεχνική δημιουργία. Ποτέ δεν στάθηκε ορθή, όταν δεν έλαβε υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες δημιουργίας του έργου και τη ζωή του δημιουργού, που στην προκείμενη περίπτωση του Κώστα Κρυστάλλη ήταν απερίγραπτα άσχημες. Γεννήθηκε (1868) στο Συρράκο της Ηπείρου, μικρός ακολούθησε τον πατέρα του στα Γιάννενα για να τον βοηθήσει στις εμπορικές του εργασίες και συγχρόνως να συνεχίσει τις σπουδές του στη Ζωσιμαία Σχολή. Η επαναστατική του διάθεση και η ποιητική του φύση συνέπραξαν στη δημιουργία της πρώτης του ποιητικής δημιουργίας «Αι σκιαί του Άδου», που αποτέλεσε την αιτία της απόδρασής του (1888) από τα Γιάννενα προς την ελεύθερη Ελλάδα, για να αποφύγει τη σύλληψή του από τις τουρκικές αρχές, επειδή το ποίημά του αποτελούσε φλογερό πατριωτικό κήρυγμα. Πριν τελειώσει τις σπουδές του βρέθηκε στην Αθήνα, μόνος, φτωχός και άρρωστος από φυματίωση. Ο Λ. Βρανούσης δίνει πολλές πληροφορίες για την παιδική ηλικία του ποιητή καθώς και για τη σκληρή εργασία του σε τυπογραφεία της Αθήνας. Σε χρονικό διάστημα μόλις έξι ετών έγραψε όλο το έργο του, για το οποίο ερίζουν οι κριτικοί μας. Πέθανε από την αρρώστια του και από τις κακουχίες της φτώχειας του το 1884, μόλις, όπως ειπώθηκε παραπάνω, είκοσι έξι χρονών.

Τέλος, οφείλουμε μεγάλη ευγνωμοσύνη στον Ευάγγελο Αυδίκο που ανέλαβε και περάτωσε το πολύ δύσκολο έργο του εντοπισμού και περισυλλογής του Αρχείου Κρυστάλλη ( κείμενα δημοσιευμένα, αδημοσίευτα, μελέτες για το έργο του, καθώς και αντικείμενα της καθημερινής προσωπικής ζωής του ποιητή μεταξύ των οποίων την γκλίτσα και τη φλογέρα του.

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021

Η Ιφιγένεια Μαστρογιάννη, ένα βιβλίο για τα παιδιά για τον Κρυστάλλη. Συνέντευξη στον Ελπ. Ιντζέμπελη

 

Ιφιγένεια Μαστρογιάννη: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ιφιγένεια Μαστρογιάννη: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Η Ιφιγένεια Μαστρογιάννη σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έχει δημοσιεύσει διηγήματα και άρθρα παιδαγωγικού περιεχομένου σε εφημερίδες και περιοδικά. Το 1997 τιμήθηκε με το πρώτο Βραβείο Ιπεκτσί για την ποιητική συλλογή O ναός του καλοκαιριού. Το βιβλίο της για τον Κώστα Κρυστάλλη Ο ποιητής και η σφραγίδα της ελευθερίας, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καλέντη, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη. Από τις Εκδόσεις Καλέντη κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία της για παιδιά και νέους: Ευανθία Καΐρη – Η πιο μικρή δασκάλα, Τα παιδιά του τελευταίου θρανίου, Ο πρίγκιπας με τα κρίνα, Χάρτινη αγκαλιά, Το παραμύθι με τις ξεχασμένες λέξεις (εντάχθηκε στον κατάλογο White Ravens 2013 της Διεθνούς Βιβλιοθήκης Νεότητας του Μονάχου) και Το πιο ακριβό όνειρο.

Τι σας ώθησε να γράψετε το βιβλίο Ο ποιητής και η σφραγίδα της ελευθερίας;

Ήθελα να μιλήσω στα παιδιά για τον Κρυστάλλη, για την πνευματική προσφορά του στην Επανάσταση, στον αγώνα για την ελευθερία. Από την άλλη, ευχόμουν μέσα από την καρδιά μου ο μύθος και το όνειρο, που επικρατούν στο βιβλίο αυτό, να βοηθήσουν τους μικρούς αναγνώστες να καταλάβουν και να αισθανθούν ότι η ελευθερία, για την οποία έδωσαν τη ζωή τους οι πρόγονοί μας, δε χαρίζεται ούτε είναι δεδομένη.

Πότε γράφει το πρώτο ποίημα ο Κρυστάλλης;

Το 1882 γράφει το ποίημα «Αι οδύναι μου», έργο με έντονη συναισθηματική φόρτιση. Το 1887 δημοσιεύει τη συλλογή Αι Σκιαί του Άδου, έναν ύμνο του 1821, με το οποίο, μαθητής ακόμα, προσπάθησε με ζήλο πατριωτικό να ξεσηκώσει τους Ηπειρώτες. Το περιεχόμενο του ποιήματος έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του. Οι τουρκικές αρχές τον καταζητούσαν.

Μετακομίζει στην Αθήνα. Με τι ασχολείται για να ζήσει;

Για να αποφύγει τη σύλληψη, κατέφυγε με τη βοήθεια των συμμαθητών του, καθώς λέγεται, στην Αθήνα. Ήταν είκοσι χρόνων. Η πόλη, για τον Κρυστάλλη της ζωής στη φύση, ήταν ασφυκτική και ξένη, με αποτέλεσμα τον οδυνηρό πόθο της σωτήριας επιστροφής στα βουνά των παιδικών του χρόνων. Δούλευε σε σκοτεινά, ανθυγιεινά τυπογραφεία, σε εφημερίδες και σε σιδηροδρόμους. Έζησε πολύ δύσκολα χρόνια στην Αθήνα.

Αν και δούλευε πολλές ώρες, διάβαζε και έγραφε ασταμάτητα. Από πού πήγαζε αυτή η αγάπη για την ποίηση και τα γράμματα;

Πράγματι, αποδείχτηκε ακούραστος πρωταθλητής, δεν παραδέχτηκε κανένα σταμάτημα, ζώντας σε συνθήκες που μπορούν να ανακόψουν κάθε συγγραφική επιθυμία. Η ορφάνια, ο διωγμός των Τούρκων, ο σκληρός αγώνας της επιβίωσης, η ασθένεια και η ένταση της πνευματικής δημιουργίας τις νύχτες και η νοσταλγία του τόπου του ζυμώθηκαν μέσα από τον πόνο. Ήταν το παιδί που έβρισκε, σε κάθε στροφή της ζωής του, φραγμένο τον δρόμο. Για έναν άνθρωπο βαθιά αισθαντικό, όπως ο Κρυστάλλης, ο πόνος της ζωής μπορεί να γίνει ποίηση και τέχνη.

Είναι οι λέξεις οι καθαρές, οι χωρίς αντιφάσεις, που αρχίζουν πέρα από τον χρόνο και φτάνουν στην καρδιά μας.

Εσείς ξεκινάτε την ιστορία γράφοντας από το σήμερα και πηγαίνετε προς τα πίσω, στο παρελθόν. Γιατί διαλέγετε αυτή την τεχνική;

Η αφήγηση, όπως συμβαίνει στα περισσότερα αφηγηματικά κείμενα, είναι μεταγενέστερη της ιστορίας. Δεν υπάρχει σε μεγάλο βαθμό διάσπαση του χρόνου, υπάρχουν ωστόσο επιστροφές στο παρελθόν με αναδρομικές αφηγήσεις, που συμπληρώνουν κενά στην εξιστόρηση των γεγονότων, και ελάχιστες προλήψεις, που έχουν σκοπό να προϊδεάσουν τον αναγνώστη για το τι πρόκειται να συμβεί. Λειτουργούν ερμηνευτικά, φωτίζουν και ερμηνεύουν τη συμπεριφορά του ήρωα, λίγο πριν από την κορύφωση της ιστορίας.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου σας περιγράφετε το χωριό Συρράκο, όπου γεννήθηκε και έζησε μέχρι την εφηβεία ο Κρυστάλλης. Τι υπάρχει σήμερα που να θυμίζει την παρουσία του ποιητή στο Συρράκο;

Υπάρχει το σπίτι του Κρυστάλλη, στο οποίο στεγάζεται ένα μικρό λαογραφικό μουσείο. Έξω από το σπίτι, βλέπουμε τον επιβλητικό ορειχάλκινο ανδριάντα του ποιητή, που φοράει ποιμενική κάπα και κρατάει στα χέρια του το βιβλίο των ποιημάτων του και την παραδοσιακή γκλίτσα του Συρράκου. Είναι ακόμη οι κάτοικοί του, που ξέρουν από ξενιτιά και πόνο, είναι τα τραγούδια τους. Ο Κρυστάλλης είναι εκεί, νιώθεις παντού την παρουσία του, ακούς τη φωνή του.

Μου άρεσε η περιγραφή του περίγυρου του χωριού και η αναφορά στις ομορφιές του. Κατά πόσο ο γενέθλιος τόπος επηρέασε τον ποιητή να γράψει;

Ο ποιητής λάτρεψε και εξύμνησε τη φύση της πατρίδας του, μ’ έναν τρόπο αγαπητικό και απελευθερωτικό μαζί. Αγαπά τα βουνά, τα δέντρα και τα νερά με όλη τη δύναμη της καρδιάς του, όπως και την ελληνική παράδοση, όχι ως ανάμνηση και επιστροφή στο παρελθόν, αλλά ως φωτεινό μέλλον που μας πλουτίζει με βεβαιότητα. Ο λαϊκός πολιτισμός της Ηπείρου, με τα δημοτικά του τραγούδια, τα παραμύθια, την ξεχωριστή ντοπιολαλιά και τη λαϊκή του τέχνη, επηρεάζει βαθύτατα το έργο του, γιατί ο πολιτισμός αυτός είναι η ψυχή του.

Ο γερο-Κωνσταντής είναι ξυλογλύπτης και γνωρίζει μυστικά για τη ζωή του ποιητή. Πώς οι προφορικές αναφορές βοήθησαν να μάθουμε γεγονότα άγνωστα για τη ζωή του Κρυστάλλη;

Η ελληνική προφορική παράδοση, που αναφέρεται γενικότερα ως «προφορική ιστορία», είναι πρωτογενής πηγή ιδιαίτερα πλούσια. Είναι αυτή που ξεπηδά αυθόρμητα και ανεπιτήδευτα μέσα από τα βιώματα ή και τη φαντασία του λαού. Ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης και πριν από αυτούς οι λογογράφοι στήριξαν τις μελέτες τους σε μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, συνομιλούσαν οι ίδιοι με τους μάρτυρές τους. Σήμερα, ο ιστορικός ή ο συγγραφέας όχι μόνο δεν περιορίζει την έρευνά του στις γραπτές πηγές, αλλά τέρπεται πολλές φορές από τη γοητεία των μη γραπτών πηγών, όπως τα μνημεία, ή των προφορικών μαρτυριών, κυρίως όταν πρόκειται για την καθημερινή ζωή ή τις εμπειρίες των ιστορικών προσώπων. Με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο μπορούμε να πούμε ότι οι προφορικές αναφορές βοήθησαν στο να μάθουμε και άγνωστα γεγονότα από τη ζωή του Κρυστάλλη.

Το έργο του «τραγούδησε» τη φύση, τον άνθρωπο και πάνω απ’ όλα την ελευθερία. Αυτά τα στοιχεία τον καθιέρωσαν στην ποίηση;

Η ζωντάνια του λόγου του στις περιγραφές της φύσης ξαφνιάζει. Μιλάει με την απλότητα και τη σοφία του λαϊκού λόγου. Οι ήρωές του γαληνεύουν όταν έρχονται σε επαφή με τη γη, με τη φύση. Το μεγάλο ζητούμενο όμως για τον ποιητή είναι η ελευθερία. Ζώντας το δράμα της σκλαβωμένης πατρίδας του, έγινε ο ποιητής του ασίγαστου πόθου της ελευθερίας. Υπάρχει πολύ πάθος και πολλή αλήθεια στους στίχους του, γι’ αυτό και συγκινούν όποιον τους διαβάζει. Ως συνεργάτης στην εφημερίδα Φωνή της Ηπείρου» αγωνίστηκε για την ελευθερία του τόπου του. Μια ελευθερία που ζήτησε απεγνωσμένα στο λίγο της ζωής του.

Ο μικρός Οδυσσέας ακολουθεί τα βήματα του παππού του και κάνει αυτό που έχει στο μυαλό του. Μπορεί ακόμη και σήμερα ένα παιδί να ονειρεύεται;

Στην ερώτησή σας τονίζετε τη λέξη «σήμερα». Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ακόμη και σήμερα, που οι απαιτήσεις αυξάνονται και ο κόσμος γίνεται ολοένα και πιο ανταγωνιστικός, τα παιδιά μας είναι ανάγκη να ονειρεύονται και, σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουν πολλοί ενήλικες σήμερα, τα παιδιά έχουν όνειρα για τη ζωή και το μέλλον τους. Απλώς, δεν είναι σίγουρα για το πώς θα βρουν το κατάλληλο μονοπάτι, για να τα πραγματοποιήσουν. Η εκπαίδευση είναι αποκομμένη από την αληθινή ζωή. Μου έρχεται στον νου η εξαιρετική ταινία του Ντανιέλ Λοσέ Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται, το σενάριο της οποίας στηρίζεται στη ζωή και το έργο του Γάλλου παιδαγωγού και μεταρρυθμιστή Σελεστέν Φρενέ. Στην ταινία, ο μαθητής αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστή, μοναδική προσωπικότητα και ο δάσκαλος είναι συνοδοιπόρος του στον δύσβατο όσο και θαυμαστό δρόμο της γνώσης.

Η σφραγίδα που αναφέρετε υπήρχε στ’ αλήθεια;

Αληθινό είναι το ότι στις 22 Μαρτίου 1821, στην Πάτρα, συγκροτήθηκε ένα είδος επαναστατικού διευθυντηρίου με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, τον Ανδρέα Ζαΐμη και τον Ανδρέα Λόντο, Ασημάκη Φωτήλα και άλλους, το οποίο συνέταξε επαναστατική διακήρυξη και χάραξε «την πολύν νουν έχουσαν» Σφραγίδα της Ελευθερίας, «με το νόημα ότι ο Έλληνας, όπως σφραγίζεται θρησκευτικά με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, έτσι και πολιτικά σφραγίζεται με την Ελευθερία». Από τότε, κάθε επαναστατημένη ή ελεύθερη κοινότητα της Ελλάδας χάραζε τη Σφραγίδα της Ελευθερίας της. Ο Κρυστάλλης, που εργαζόταν σε τυπογραφείο, δεν μπόρεσε στη σύντομη ζωή του να δει τη Σφραγίδα του Συρράκου, γιατί η Επανάσταση των Συρρακιωτών πνίγηκε στο αίμα. Η ιστορία της σφραγίδας του μικρού Οδυσσέα είναι μυθοπλασία και στηρίχθηκε σε συζητήσεις μου με έναν άνθρωπο που διάβαζε πολύ και αγαπούσε ακόμα πιο πολύ τους προπολεμικούς ποιητές μας. Γίνεται σχετική αναφορά στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου.

Κατά πόσο στην ιστορία μιας σημαντικής προσωπικότητας, η φαντασία μπορεί να ακολουθήσει την πραγματικότητα;

Ο Παλαμάς έχει γράψει κάτι σημαντικό ως προς το ερώτημά σας, που εκφράζει με μεγαλύτερη ακρίβεια αυτό που θέλω να πω: «Παραμονεύει του Καιρού η αράχνη/ και στα φαρμακερά της τ’ αρπάγια/ ολάγρυπνη γλιστράει, χιμάει κι αδράχνει/ το χάλασμα {ω,τα κάλλη τα τρισάγια.}/ Τότε, ψηλάθε απ’ της Ιδέας τη χώρα/ θεά θεών, κατέβηκε κι εστάθη/ η Φαντασία. Και πάει και ξαναπλάθει/ στον ίδιο τόπο που έρευε ως τα τώρα/ το χάλασμα, {ω τα χέρια της και μόνα}/ αχάλαστο τον πρώτο Παρθενώνα».

Σήμερα, τι γνωρίζουν οι νέοι για τον ποιητή Κώστα Κρυστάλλη;

Σίγουρα όχι όσα γνώριζαν οι νέοι παλαιότερων εποχών, που θα θυμούνται με συγκίνηση την ικεσία του ποιητή προς τον Σταυραητό. Ωστόσο, «ο Κρυστάλλης δεν ήταν, είναι»· και στην εποχή μας, που έχει θεοποιήσει την τεχνολογία και τον άρχοντα του επιούσιου άρτου, ο άνθρωπος και ιδιαίτερα ο νέος, στον διάλογο με τον βαθύτερο και καλύτερο εαυτό του, αποζητά τη φύση. Και τη φύση θυμίζει με τον πιο νοσταλγικό τρόπο η γεμάτη αλήθεια φωνή του Κρυστάλλη. Επομένως δεν ήταν, είναι παρών στη ζωή μας. Και οι νέοι, πέρα από τον αγώνα του για την ελευθερία και την αντίσταση στην τυραννία, θα βρουν στη διακριτική και μυστική αγάπη της γης, του αέρα, του δέντρου, που διέτρεχε σαν φλόγα την ψυχή του νεαρού ποιητή, το νόημα που θα κάνει τη σχέση τους με τη φύση αρμονική.

Πώς νιώθετε όταν σας καλούν σε ένα σχολείο για να μιλήσετε για το έργο σας;

Κάθε επίσκεψη σε σχολείο είναι πολύτιμη για μένα, γιατί με βοηθάει να μένω σε επαφή με τους μικρούς σε ηλικία ήρωες των βιβλίων μου, να τους παρατηρώ, να τους ακούω, να δέχομαι τα μηνύματά τους για τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τον κόσμο και τη ζωή. Πολλές από τις επισκέψεις αυτές έχουν μείνει χαραγμένες στη μνήμη μου, γιατί είχα τη ευκαιρία να διαπιστώσω ότι τα σημερινά παιδιά μπορούν να διαβάζουν τις λέξεις που κρύβονται πίσω από τις λέξεις του βιβλίου. Γνώρισα δασκάλους και παιδιά που με γέμισαν με ελπίδα για το μέλλον του βιβλίου και για την πορεία της ζωής.

Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες μας που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;

Πρώτα από όλα, να είναι καλά, να έχουν δύναμη και υπομονή στις δύσκολες μέρες που ζούμε. Είμαι κι εγώ αναγνώστρια του καλού λογοτεχνικού περιοδικού, στο οποίο γράφετε πολύ συχνά, και θα ένιωθα χαρά να συμπορευτώ με τους αναγνώστες σας, που αγαπούν την ποιοτική ανάγνωση. Το καλό για όλους μας, όταν γινόμαστε από περιστασιακοί τακτικοί αναγνώστες, είναι σύμφωνα με τον Μπόρχες ότι αισθανόμαστε πιο γαλήνιοι από τους συγγραφείς, γιατί η γαλήνη και η ευχαρίστηση μας επισκέπτονται πιο συχνά. Ως προς τον Κρυστάλλη, ακόμα και οι άνθρωποι που δεν έχουν διαβάσει ποιήματά του συγκινούνται, όταν βρίσκονται κοντά στη φύση, και τη θωρούν με τόση αισθαντικότητα που θα έλεγε κανείς ότι έχουν επηρεαστεί από τη δροσιά και την αλήθεια του λόγου του. Είναι αυτοί που αρνούνται να συμβιβαστούν με τον θάνατο της φύσης, με τον θάνατο της ψυχής μας, ιδιαίτερα τώρα που η κλιματική αλλαγή απειλεί πλέον το μοναδικό μας σπίτι. Γι’ αυτό μας συγκινεί και σήμερα ο Κρυστάλλης. Είναι οι λέξεις οι καθαρές, οι χωρίς αντιφάσεις, που αρχίζουν πέρα από τον χρόνο και φτάνουν στην καρδιά μας.

 

Ο ποιητής και η σφραγίδα της ελευθερίας
Ιφιγένεια Μαστρογιάννη
Εικονογράφηση: Φίλιππος Φωτιάδης
σ. 112
ISBN: 978-960-594-077-5
Τιμή: 9,50€
001 patakis eshop


Αφιέρωμα στον Κώστα Κρυστάλλη, περιοδικό Νουμάς , τεύχος 172


 

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021

21 Ιουλίου= Κώστας Καρυωτάκης-Κώστας Κρυστάλλης

   Ο  Κώστας Κρυστάλλης ήταν για πολλά χρόνια, σχεδόν εκατό, ο τραγουδιστής της νοσταλγίας των Ελλήνων της περιφέρειας,  η φτώχεια τούς ανάγκασε να κουρνιάσουν στις πόλεις . Η ποίησή του  τους  κράτησε όρθιους. Ο  Σταυραετός  του έγινε η ψυχή τους. Αργάστηκε με το δέρμα.  Θέρμανε την αγάπη για τον γενέθλιο τόπο. Σιγοψιθύριζαν τους στίχους κι ανέβαιναν στην κορφή της Τσουκαρέλας. Τις ώρες της προσφυγιάς στα τσιμεντόσπιτα των πόλεων οι στίχοι του Κρυστάλλη πήραν τη θέση της προσευχής. Για χαμηλώσου λίγο, Σταυραετέ, και πάρε με μαζί σου. Πάρε με απάνω στα βουνά τι θα με φάει ο κάμπος.  Ήταν η δική τους προσευχή και μεταλαβιά. Γι’ αυτό και τον κράτησαν μαζί τους. Με δρόμους και με αγάλματα. Έγινε ο μικρός τους αδερφός. Ο άτυχος. Ο κακοζωισμένος.

      Η πόλη μας τον έβαλε δίπλα στον ποιητή των ευκαλύπτων. Τα βράδια έπιαναν κουβέντα. Και θα πλανώνται πάντα σαν του αδικοσκοτωμένου την ψυχή ήταν αυτό που τους έδενε. Σ’ αυτό επέστρεφαν κάθε φορά που άναβε η συζήτηση.  Οι γείτονες έκαναν παράπονα στον Δήμαρχο. Για διατάραξη της κοινής ησυχίας. Μάζεψαν υπογραφές να τους χωρίσουν. Ο γιος του Σαυραετού ήταν φωνακλάς, δεν το’ χε σε τίποτε να κραδαίνει την γκλίτσα του απειλητικά. Ο ποιητής των ευκαλύπτων διαμαρτυρόταν χαμηλόφωνα, δεν τον άφηνε να ζήσει τη μοναξιά του. Ένιωθε άβολα με τον βουνίσιο γείτονα που διεκδικούσε τη συνύπαρξη στους δρόμους της πόλης. Όλοι μαζί κινούμε για την πηγή της δημιουργίας. Να πιούμε το νερό που θα ποτίσει την έμπνευσή μας.  Όλοι έχουμε αυτή τη φιλοδοξία στο ξεκίνημά τους. Μην είσαι στριμμένος, Κώστας. Ο καθένας μας κουβαλάει τον δικό του σταυρό. Απαντούσε ο γιος του Σταυραετού. Κι εκεί γύρω στα ξημερώματα, αποσύρονταν για ξεκούραση.  

     Κύριε Δήμαρχε, κυρίες και κύριοι Δημοτικοί Σύμβουλοι, μπορεί να μας θεωρείτε αλαφροϊσκιωτους. Έχετε  περάσει, όμως, αργά τη νύχτα από τη στροφή εκείνη; Έχετε περάσει τελευταία από τον τόπο; Ο τραγουδιστής του Σταυραετού εξορίστηκε σ’ ένα δρόμο στην εξοχή. Τη θέση του πήρε η μέρα της απελευθέρωσης. Τι χρεία έχουμε από ποιητές; Μας αρκούν τα σπαθιά.

     Μας πληγώνει το παράπονο του γιου του Σταυραετού. Εξορισμένος στη ζωή του. Το ίδιο και στον θάνατό του. Αφήστε που ο ποιητής των ευκαλύπτων θυμήθηκε τον συνδικαλιστή. Κάθε βράδυ γράφει και σβήνει υπομνήματα. Ζητά την επιστροφή του κυρίου συναδέλφου στη δική τους γωνία.

Κύριε Δήμαρχε, κυρίες και κύριοι Δημοτικοί Σύμβουλοι,

       Ήρθε η ώρα να φανούμε γενναιόδωροι. Πότε θα σταματήσει η ιδιότυπη εξορία του; Μπόρεσε να ξεφύγει από τo Φεζάν. Θα τον αφήσουμε εξορισμένο στην αιωνιότητα;

  

 

Σάββατο 19 Ιουνίου 2021

ΒΙΒΛΙΟ Η ανάδυση του Κώστα Κρυστάλλη, Νίκος Βατόπουλος, εφ. Η Καθημερινή


i-anadysi-toy-kosta-krystalli-561404287

Η επιθυμία να ξαναδεί κανείς κάποιες μορφές ανελκύει την περίπτωση του Κώστα Κρυστάλλη (1868-1894), ποιητή και πεζογράφου, παιδιού της Ηπείρου, γεννημένου στο Συρράκο, οικείου σε όλους μέσα από μια πατριωτική και στοιχειώδη επαφή σε αναγνωστικά βιβλία. Ωστόσο… Να που το αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» γι’ αυτόν τον «διωγμένο επαναστάτη, φτωχό εξόριστο, ποιητή, ασθενή», όπως γράφει ο Νίκος Ε. Καραπιδάκης, ανοίγει ένα πεδίο. Και το πεδίο αυτό προσφέρει «κλειδιά» για μια πιο σύνθετη και, σε κάθε περίπτωση, πιο επεξεργασμένη και τολμηρή ανάγνωση ενός ποιητή που πολλοί θα βιάζονταν να καταδικάσουν ως ξεπερασμένο.

Η επιμονή και η βαθιά γνώση του συγγραφέα Ευάγγελου Αυδίκου, που επιμελήθηκε το αφιέρωμα, καθάρισε το τοπίο, το γέμισε φορτωμένα καρπούς κλωνάρια και πρόσφερε πολλαπλές αναγνώσεις. «Προκύπτει η ανάγκη της συνομιλίας με τη λογοτεχνία του παρελθόντος», λέει. Και η ανάγκη αυτή προκαλεί σειρά σημαντικών κειμένων από μελετητές, νέα κείμενα από σύγχρονους λογοτέχνες και μια εμβριθή ανάλυση του «περιπετειώδους βίου» του Αρχείου Κρυστάλλη (από τον Ευάγγελο Αυδίκο).

Με περισσότερο ίσως γνωστή τη συλλογή «Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης» (1893), η μνήμη του Κώστα Κρυστάλλη συχνά εξαντλείται στην ανάμνηση του αγροτικού βίου, στις παραλλαγές του δημοτικού τραγουδιού, στη βαθιά συνήχηση με τον πρότερο ελληνικό, βουκολικό, βίο. Ποιες ήταν άραγε οι αναφορές του στη δημώδη ποίηση, όπως αναρωτιέται ο Παντελής Μπουκάλας, αλλά και πώς μπορεί να προσεγγιστεί όχι «μόνον ως απλοϊκός και υψηλότονος υμνητής της υπαίθρου» αλλά και «ως εκφραστής του τραυματισμένου ψυχισμού», όπως γράφει ο Δημήτρης Κόκορης. 

Ο πρόωρος θάνατος τον περιβάλλει με μανδύα ρομαντικού ήρωα. Και, ίσως, «δεν πρόλαβε να δώσει την ποίηση που θα ήθελε», όπως λέει ο Ηλίας Κεφάλας. 

Το εξαιρετικό και πολύπτυχο αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» θέτει μια ευρεία βάση αναστοχασμού πάνω στις λεγόμενες ελάσσονες μορφές της παράδοσης. Είναι μια αφετηρία, όχι μια νοσταλγία.