Το ιστολόγιο αποσκοπεί στην επικοινωνία με επιστήμονες(λαογράφους, ανθρωπολόγους, εθνολόγους, ιστορικούς, κοινωνιολόγους, φιλόλογους, κ.λπ)αλλά και σε όλους όσους αγαπούν το λαϊκό πολιτισμό, τη λογοτεχνία, ανησυχούν για την εκπαίδευση και την κοινωνία και αναζητούν μέσο έκφρασης. Είναι μια σκηνή για ενημέρωση και ανταλλαγή απόψεων. Ακόμη,το ιστολόγιο περιλαμβάνει στήλη(blogaρίσματα) για τη διατύπωση απόψεων σε τρέχοντα ζητήματα.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία.Οι τελευταίες πεντάρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία.Οι τελευταίες πεντάρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018
Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018
Μ. Γ. Μερακλής, «Οι τελευταίες πεντάρες» , http://diastixo.gr/epikaira/psigmata/8914-meraklis-21012018
Ο καθηγητής λαογραφίας Βαγγέλης Αυδίκος συνδυάζει με επιτυχία την άσκηση της επιστήμης του με την παράλληλη επίδοσή του στη λογοτεχνική γραφή.
Το πρόσφατο μυθιστόρημά του Οι τελευταίες πεντάρες αναφέρεται στην περίοδο 1944-2014, όπως την έζησε ο ίδιος στη γενέτειρά του Πρέβεζα. Εξάλλου το πρώτο αποφασιστικό βήμα του στον χώρο της λαογραφίας είχε κάνει επίσης στην Πρέβεζα, με μια πρωτοποριακή διδακτορική διατριβή του με θέμα Πρέβεζα (1945-1990). Όψεις της μεταβολής μιας επαρχιακής πόλης. Λαογραφική εξέταση.
Μέσα στην ίδια χρονική περίοδο τοποθετείται και το νέο μυθιστόρημά του, με βάση τα πολιτικά αλλά και καθημερινά συμβάντα στην ίδια πόλη. Η τελευταία φράση του κειμένου της οπισθοσελίδας τα λέει συλλήβδην όλα, μιλώντας για «τις ανθρώπινες σχέσεις που δοκιμάζονται σε καιρούς εμφύλιας σύγκρουσης, τυφλής βίας».
Τα τραγικά χρόνια της πρώτης δεκαετίας (στο βιβλίο περιλαμβάνονται και τα πριν από την αποχώρηση των Ιταλών και Γερμανών γεγονότα) προκάλεσαν, κυρίως μετά το 1974, μιαν εκρηκτική έκδοση απομνημονευμάτων των αγωνιστών, σχεδόν αποκλειστικά του αριστερού κινήματος, δηλαδή των νικημένων.
Το φαινόμενο αυτό με είχε πολύ εντυπωσιάσει ως απαρχή εκ νέου της δημιουργίας ενός λαϊκού λογοτεχνικού είδους (κάτι ανάλογο είχε συμβεί και με τα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821). Όταν προήδρευσα (μάλλον τυχαία) κάποια χρόνια στην Επιτροπή του Υπουργείου Πολιτισμού για την απονομή των λογοτεχνικών βραβείων, καθιερώθηκε, και υπάρχει έκτοτε, και βραβείο χρονικού.
Είχα επισημάνει (στο περιοδικό Η Λέξη και αλλού) τη σημασία του μεγάλου αριθμού απομνημονευμάτων αυτού του είδους και για τον λόγο ότι, κατά τη γνώμη μου, αποτελούν δυνάμει και μια συμβολή στην πληρέστερη, με περισσότερες εκδοχές και προσωπικές εμπειρίες απόδοση, γραφή της Ιστορίας.
Εκδήλωνα πάντως και κάτι άλλο. Μια προσδοκία. Μολονότι οι απλοί αυτοί, και όχι σπάνια σχεδόν αγράμματοι καταγραφείς όσων έπραξαν και υπέστησαν, μόνο γι’ αυτά ήθελαν να μιλήσουν, εντούτοις, δεν είταν αδύνατο να φανερωθούν και κάποια αφηγηματικά ταλέντα (ο Μακρυγιάννης είναι ένα καλό τέτοιο παράδειγμα). Πέρα όμως από αυτό προσδοκούσα και κάτι ακόμα, αισιοδοξότερα. Ότι δοκιμασμένοι και δόκιμοι λογοτέχνες θα παρουσιάζονταν που θα ανέβαζαν τις τόσο έντονες έως συγκλονιστικές εμπειρίες και σε ένα επίπεδο, όπου η χρονικογραφική μαρτυρία θα συγκεραζόταν με την καθαυτό λογοτεχνική δημιουργία.
Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί το μυθιστόρημα του Αυδίκου (έχω δει και άλλα, μολονότι ολιγάριθμα, παραδείγματα, όπως είναι η τελευταία πεζογραφία του Σωκράτη Καψάσκη). Το κεντρικό ζήτημα, που τίθεται στις Τελευταίες πεντάρες, είναι ότι όσοι αγωνίστηκαν, βασανίστηκαν, θυσιάστηκαν ξεχνιούνται από τις νεότερες γενιές ή και από τους συνομήλικους εκείνων όσοι επιβίωσαν. Ένας από αυτούς τους τελευταίους είναι ο μόνος που θυμάται ακόμα, «από την παρέα». Και επιμένει «να κρατήσει το καντηλάκι αναμμένο». Υπάρχει ωστόσο και η εκδοχή: «Ας αφήσουμε την πληγή να κλείσει. Όσο την πειράζουμε, τόσο ματώνει». Και κάποτε ενδεχομένως γενικεύεται το πρόβλημα της λήθης: «Μπορεί να φτιαχτεί μια δίκαιη κοινωνία πάνω στη λησμονιά;». Ίσως εδώ τίθεται το ζήτημα της πλήρους αγνόησης του παρελθόντος ενός λαού, της παράδοσής του (υπάρχουν νεωτερίζοντες διανοούμενοι, διαπρύσιοι κήρυκες της απάρνησής της).
Η ιστορία αρχίζει με τον ερχομό στην πόλη ενός Άγγλου αρχαιολόγου, ο οποίος θέλει να μάθει περισσότερα για τον νεκρό πλέον συνονόματό του παππού, που διασώθηκε μετά την πτώση αγγλικού αεροπλάνου από ιταλικά αντιαεροπορικά το 1944. Κατέφυγε στην Πρέβεζα, όπου και έζησε για ένα διάστημα.
Αλλά υπάρχει και ένας άλλος λόγος της επίσκεψης αυτής στην πόλη. Η Ελληνίδα γυναίκα του Άγγλου ήθελε να πάνε στην Πρέβεζα από χρέος προς έναν αδελφό της γιαγιάς της, τον οποίον εκτέλεσαν οι άνδρες του ΕΔΕΣ με πολλούς άλλους αριστερούς, που τους πέταξαν όλους μαζί άταφους σ’ έναν μεγάλο λάκκο σαν «παστωμένες σαρδέλες». Έκτοτε το σημείο εκείνο υπάρχει σαν ένα στοιχειό στην πόλη για ορισμένους. Έχουν καθιερωθεί και κάποια επετειακά μνημόσυνα, για τους τύπους.
Η πλοκή της υπόθεσης είναι αριστοτεχνικά πλασμένη από υλικό της ίδιας της πραγματικότητας, πλεγμένο και με πρόσωπα οιονεί facsimilia (ομοιότυπα) πραγματικών προσώπων.
Ο εγγονός πληροφορείται ολοένα περισσότερο πως ο παππούς δεν είταν μόνο ο καθ’ όλα αξιοπρεπής Άγγλος όπως τον είχε γνωρίσει, αλλά και άνθρωπος που απολάμβανε τη ζωή, γλεντοκόπος, ερωτευμένος και με ωραίες νεαρές γυναίκες. Η επιθυμία του να γνωρίσει όσο πιο πολλά για τον παππού του φέρνει σε πολλές επαφές με ανθρώπους των ταραγμένων χρόνων (1940-1950), που τον είχαν γνωρίσει. Αναπόφευκτα τα προσωπικά και τα γενικά μπλέκονται. Η πληροφόρηση που αποκτά ο ξένος πιο πολύ τον μυεί, τον εισάγει στη φρίκη των χρόνων εκείνων. Ακόμα και ο μακαρίτης παππούς εμπλέκεται ερωτευμένος με μιαν ωραία γυναίκα εξόριστου σε κάποιο νησί αριστερού. Καρπός του έρωτα εκείνου είταν ένα κορίτσι. Σημειώνω ότι η διαλεύκανση αυτού του μυστικού αναδεικνύει την αφηγηματική δεξιότητα του Αυδίκου, που με αλλεπάλληλες μετατοπίσεις του ζητουμένου κρατάει αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Έντεχνα πάντως ο χρόνος του μυθιστορήματος διχοτομείται: στον χρόνο του παππού και στον χρόνο του εγγονού. Και οι δυο αυτοί χρόνοι διατάσσονται έτσι, ώστε ο δεύτερος να ακολουθεί κανονικά, χωρίς κυβιστικές και άλλες αναδιατάξεις, μετά τον πρώτο: 1944-1965 (ο χρόνος 1967-1974 μπορεί να θεωρηθεί ως ένας χρόνος νεκρός) και 1974-2014. Το πρώτο μέρος είναι αυτό όπου οι άνθρωποι έδρασαν και έπαθαν, το δεύτερο μέρος είναι αυτό όπου οι επιζώντας από εκείνους, όχι όλοι (κάθε άλλο!), θυμούνται ό,τι έγινε και σχεδόν όλοι οι παρόντες δεν θυμούνται τίποτα, δεν γνωρίζουν τίποτα.
Διαπλέκονται πολλά πρόσωπα, αρκετά συζυγικά ζευγάρια, όχι ευθύς αμέσως διευκρινίσιμα. Ίσως αυτός είναι και ένας τεχνικός τρόπος που υποβάλλει και έναν συμβολισμό, ένα, δίπλα στον οξύτατο διχασμό του πληθυσμού, ανακάτωμα, με ιδεολογικές μεταμφιέσεις, μήπως κάποιοι γλίτωναν τον θάνατο. Είναι πέρα ως πέρα αληθινή η παρατήρηση κάποιου από τα πρόσωπα που έζησαν τότε ότι ο σημερινός πολίτης «δεν μπορεί να φανταστεί πόσο πόνεσαν οι άνθρωποι και πόσο μπερδεμένοι είταν με τα πράγματα». «Μέσα σε κρότους, μέσα σε φόβους πέρασεν η ζωή τους» θα έλεγε ο Μίλτος Σαχτούρης.
Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018
Συμβολή στην κάθαρση (του Στέλιου Θ.Μαφρέδα), Οι "τελευταίες πεντάρες" στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ
Συμβολή στην κάθαρση (του Στέλιου Θ.Μαφρέδα)
20
·
·
Στέλιος Θ. Μαφρέδας (*)
http://www.oanagnostis.gr/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%85-%CE%B8-%CE%BC%CE%B1%CF%86/
Ύστερα από την περιήγησή του στον Νέο Κόσμο, που την
παρακολουθήσαμε στο μυθιστόρημά του « Στη σκιά της Μίκας»[1], ο Βαγγέλης Αυδίκος, επιστρέφει στα
γενέθλια χώματα, και προσπαθεί με το καινούργιο του βιβλίο «Οι τελευταίες
πεντάρες»[2], να αναπλάσει το πρόσφατο παρελθόν
της γενέτειράς του, που έχει διαποτιστεί με αίμα, στην διάρκεια του
αδελφοκτόνου σπαραγμού[3]. Ουσιαστικά όμως ο Βαγγέλης
Αυδίκος, ποτέ δεν έχει απομακρυνθεί από τον ηπειρωτικό νότο, στον
οποίον διαρκώς θητεύει, ψάχνοντας και φέρνοντας στην επιφάνεια, παράγοντες και
συνθήκες που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα της πόλης του, άλλοτε με την
επιστημονική του ματιά να διαπερνά το παραπέτασμα του χρόνου[4] και άλλοτε με την πεζογραφική
του δεξιοτεχνία και την αφηγηματική του δεινότητα, να μας εξιστορεί ό,τι διέτρεξε
στο χρόνο, και συντελέστηκε στους «λερούς και ασήμαντους δρόμους» της πόλης
του.
Στο πρόσφατο βιβλίο του , τις «Τελευταίες πεντάρες» τολμά
και καταπιάνεται με ένα θέμα, που μέχρι πρότινος αποτελούσε μια κακοφορμισμένη
πληγή στο σώμα της γενέτειράς του. Με μια ιστορία εμφύλιου σπαραγμού, από τις
τόσες άλλες που συνέβησαν σε πολλές περιοχές της πατρίδας μας, και άφησαν
τα ίχνη τους στην μετέπειτα γενιά, ως παρακαταθήκη και κατάρα συνάμα, για το
μέλλον.
Στο θέμα αυτό, δηλαδή την εκτέλεση από τον ΕΔΕΣ 48 πολιτών
στην τοποθεσία «Παργινόσκαλα Παντοκράτορα» της Πρέβεζας,
έχουν αναφερθεί πριν απ’ τον Αυδίκο και άλλοι: Ο Γ. Κοτζιούλας[5], ο Δημήτρης Χατζής[6] και ο Γιάννης Δάλλας: πρώτη
φορά στο αφήγημά του Ρέκβιεμ, όπου
ιχνογραφώντας μια γεωγραφία της θλίψης, αναφέρει ανάμεσα σε άλλους τόπους
και «την Παργινόσκαλα, με τα παιδιά
τ’ αμούστακα που τα παράχωσε το τάγμα του Γαλάνη» [7] και
μετά στο ποίημά του «Τύμβος»,
το οποίο καταλήγει ως εξής : «… ο
ηρωϊκός Δ. Γαλάνης ωσάν κατακτητής σε ξένη χώρα/ πιάνει πενήντα από τους
άμαχους,/ μαζί τους και μια δράκα σκολιαρόπαιδα/ και τους περνά εν στόματι
μαχαίρας/ Κι εγώ σηκώνομαι απ΄ την πέτρα όπου με ξέβρασε η ιστορία/ και διαβάζω
στη στήλη… τα χαραγμένα με καρφιά του μαρτυρίου ονόματά τους//[8]
Η τόλμη του Αυδίκου, να ασχοληθεί με το ζήτημα της εκτέλεσης των
48 πολιτών, πρέπει να επισημανθεί, γιατί η όποια ενασχόληση με αυτά τα
γεγονότα, μόνο προβλήματα θα μπορούσε να δημιουργήσει στον συγγραφέα. Υπάρχουν
πολλά παραδείγματα στην πρόσφατη λογοτεχνική παραγωγή, όπου προσπάθειες
ανάπλασης γεγονότων της κατοχικής και εμφυλιοπολεμικής περιόδου,
προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις εκ μέρους κατοίκων των περιοχών που αφορούσαν τα
ιστορούμενα γεγονότα και οι συγγραφείς σε αρκετές περιπτώσεις οδηγήθηκαν
ενώπιον της Δικαιοσύνης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το βιβλίο «Η
συκοφαντία του αίματος» του Βασίλη Μπούτου.[9] Πέραν τούτου, στην ευρύτερη
περιοχή της Ηπειρωτικής ενδοχώρας έχουν συμβεί γεγονότα που
βαρύνουν στον ίδιο βαθμό και τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές,
και η θηριωδία που όντως υπήρξε στην Παργινόσκαλα, βρίσκει το αντίκρισμά της
στο Νταλαμάνι[10]. Υπό αυτές τις συνθήκες, το
ρίσκο του Αυδίκου να καταπιαστεί με το ζήτημα της εκτέλεσης των 48
Πρεβεζάνων, ήταν πολύ μεγάλο και επικίνδυνο.
Τι ωθεί όμως τον συγγραφέα να ρισκάρει και να καταπιαστεί με ένα
ζήτημα, που από ότι φαίνεται, η πόλη το έχει παραχώσει στην συνείδησή της και
δεν το εξωτερικεύει; «Δεν αναζητώ την εκδίκηση. Να θάψουμε με τον ίδιο τρόπο
τους νεκρούς μας θέλω»[11] λέει ένα από τα πρόσωπα του έργου.
Μπορεί οι «μπόμπες των Ιταλών να μόνοιασαν» τους κατοίκους της πόλης, όμως «Η
Παργινόσκαλα τους μάτωσε, τους δίχασε και κανείς δεν βρέθηκε να μιλήσει γι’
αυτό τον ρόγχο του θανάτου, που απλώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1944 πάνω από την
πόλη»[12] και από τότε ο αέρας που πνέει πάνω
από τα σπίτια της είναι μολυσμένος, ομολογεί ένας από τους
παράγοντες της πόλης. Έπρεπε λοιπόν κάποιος να ασχοληθεί με την
ιστορία, γιατί «οι πληγές της ψυχής κλείνουν, όταν συμφιλιωθούμε με
τα γεγονότα. Η αλήθεια μπορεί να ανακουφίσει»[13] ορίζει ως αξίωμα ο συγγραφέας.
Κι αυτή την αλήθεια, επιδιώκει ο Αυδίκος με το μυθιστόρημά
του. Η κεντρική ιστορία είναι απλή : Ο Σπυρίδων, άγγλος αρχαιολόγος
με καθαρόαιμο ελληνικό όνομα, για να θυμίζει έναν απελπισμένο έρωτα,
επισκέπτεται την Πρέβεζα εκτελώντας την τελευταία θέληση του παππού του,
αξιωματικού της πολεμικής αεροπορίας που βρέθηκε στην Πρέβεζα κατά την διάρκεια
του τελευταίου πολέμου, για να ερευνήσει σχετικά τον ανομολόγητο έρωτα του
προγόνου του. Στα πλαίσια αυτής της έρευνας, πληροφορείται τα
γεγονότα της Παργινόσκαλας και έρχεται σε επαφή με ανθρώπους που υπήρξαν
μάρτυρες σ’ αυτά αλλά και αυτουργοί, από τη μια και από την άλλη πλευρά : τον
Περικλή Κοντοπόδαρο, ή Ξηγημένο, που ως εκ θαύματος γλύτωσε την εκτέλεση, έζησε
ωστόσο με την ρετσινιά του δηλωσία και για τούτο απόκληρος και
χλευαζόμενος από τους ομοϊδεάτες του, τον Αγαθοκλή Ζαφείρη ή Φλιτσκόρνο,
εκδότη της εφημερίδας ¨Τοπικός αντίλαλος» και ο οποίος «είναι η μεταπολεμική
ιστορία της πόλης»[14], αλλά κα πολλούς άλλους, που με
τον έναν ή τον άλλον τρόπο συμμετέχουν στην καθημερινότητα της πόλης. Ως
ξένος και για τούτο αντικειμενικός παρατηρητής, καταφέρνει να συστεγάσει τους
πρώην αντιπάλους, να τους καταστήσει συνδαιτυμόνες και εξομολογητικούς προς
αλλήλους, δηλαδή να επιτύχει την πλήρη απάλειψη των σκιών και την πολυπόθητη
συναδέλφωση.
Ο Αυδίκος δεν γράφει ιστορία. Αναπλάθει γεγονότα παρμένα
από την ζωή στηριζόμενος στις προφορικές και λιγότερο στις γραπτές
μαρτυρίες . Δεν απονέμει εύσημα, δεν δικαιώνει προθέσεις και
ούτε εδραιώνει αντιλήψεις για να επηρεάσει το μέλλον. Με τον
εσώκοσμο των ανθρώπων διαλέγεται και σκηνοθετεί ως
καλός ανατόμος της ψυχής, τις αντιδράσεις και τις συμπεριφορές
τους, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Κάνει δηλαδή ό,τι ακριβώς
είναι το έργο και η αποστολή της λογοτεχνίας. Δημιουργεί χαρακτήρες
γειωμένους στην απτή πραγματικότητα, απόλυτα ενταγμένους στον περίγυρο
τον οποίον αναπλάθει. Τα κεντρικά πρόσωπα, εξιστορούν μόνον παθήματα,
είτε βρίσκονται στην πλευρά των νικητών είτε στην πλευρά των ηττημένων.
Είτε θύματα υπήρξαν είτε θύτες. Υπάρχει στο βιβλίο ένας έκδηλος αντιηρωϊσμός,
με την έννοια ότι κανείς δεν επαίρεται για τις πράξεις του. Γιατί οι πληγές, το
ίδιο αιμάσσουσες είναι για όλους. Οι ηττημένοι, θεωρούν ντροπή το ότι επέζησαν
της σφαγής, οι νικητές ζουν με τις ενοχές γιατί ανέχτηκαν τα φοβερά γεγονότα
και οι τραγικές μάνες, με ένα διαρκές ερωτηματικό για τον θάνατο των παιδιών
τους, χωρίς ποτέ να λάβουν απάντηση. Ωστόσο η ανάγκη της επιβίωσης, επιβάλει
την αναγκαστική συμπόρευση και την συνύπαρξη τους, έστω και
αν αυτή συντελείται με όρους ετεροβαρείς για κάποιους. Το τραύμα,
απωθείται στα ενδότερα της μνήμης και η πόλη, λέει ο συγγραφέας «για
δεκαετίες είχε πάρει γομολάστιχα και προσπαθούσε να σβήσει τα ίχνη που άφησε
αυτή η περίοδος»[15], για να συμπεράνει ευθύς αμέσως :
«Μάταιος κόπος. Οι πληγές δεν κλείνουν, ιδίως τα ψυχικά
τραύματα. Είναι η παραδοχή όσων έγιναν και η εξομολόγηση που γιατρεύουν. Που
φέρνουν την ισορροπία»[16]
Ο χώρος όπου διαδραματίζεται η ιστορία του βιβλίου, δεν είναι
μόνον ό χώρος των εκτελέσεων: είναι και το μέρος στο οποίο κτίστηκε η
Νικόπολη και ο τόπος παράλληλα, στον οποίον έζησε τις τελευταίες του ημέρες ο
αυτοκτόνος ποιητής. Ο ήρωας του βιβλίου, με έντονο το επιστημονικό ενδιαφέρον
του για την αρχαία πόλη, αφού γι αυτήν έχει εκπονήσει την διδακτορική του
μελέτη, έχει την ευκαιρία να ζήσει στην επικράτεια της Νικόπολης
αφ΄ ενός και με την παρουσία του εγχάρακτου από πένθη ποιητή αφ’ ετέρου.
Η κύρια ιστορία, αυτή που αναφέρεται στον εμφύλιο,
συμπληρώνεται από δευτερεύουσες αναφορές στα παραπάνω, σ’ ένα πλαίσιο
συνομιλίας των εποχών, αυτής της απώτερης ρωμαϊκής και της σύγχρονης
μεταπολεμικής. Η συνδιάλεξη των εποχών, ενυπάρχει γενικά στο όλο λογοτεχνικό
έργο του Αυδίκου, και θεωρώ πως αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό του. Άλλωστε η
επιστημονική του ενασχόληση με το παρελθόν, από την σκοπιά της ανθρωπολογίας,
επιτρέπει στον συγγραφέα, αυτού του είδους τις καταβυθίσεις, όπου ο επιστήμονας
βοηθάει τον λογοτέχνη, στην αποκωδικοποίηση των ψυχικών καταστάσεων των ηρώων,
και στην όμορφη και επιτυχημένη ανάπλασή τους στον παρόντα χρόνο.
Εξ αυτού του λόγου, η χρήση, έστω και καθ’ υπερβολήν, του
πρεβεζάνικου ιδιώματος, με τα εξαφανισμένα φωνήεντα και τις ιδιαίτερες
παραφθορές των λέξεων, πρέπει να ερμηνευτεί όχι μόνον ως πρόθεση του συγγραφέα,
να παραστήσει με πιστότητα την πραγματικότητα, αλλά και σαν προσπάθεια και
υποχρέωσή του ταυτόχρονα, να διασώσει ένα χαρακτηριστικό των κατοίκων της
γενέτειράς του, που ο Καρυωτάκης το ειρωνεύτηκε σκληρά,[17], και που πλέον όλο και λιγότερο
ομιλείται, ιδίως από τους νέους ανθρώπους της πόλης. Ταυτόχρονα, οι
περιγραφές του Αυδίκου για το τυχερό παιχνίδι του στριφτού, ή του πιτς στην
πρεβεζάνικη ορολογία, «το παιχνίδι των φτωχών» κατά τον χαρακτηρισμό του
συγγραφέα,[18] και ο τίτλος του βιβλίου «Οι
τελευταίες πεντάρες» που αφορμάται από το παιχνίδι αυτό, αποτυπώνουν τον
τρόπο ζωής ενός κοινωνικού περιθωρίου, που εν τούτοις σε κάποιες περιπτώσεις
κανοναρχούσε την πορεία της πόλης.
Εν τέλει, έτσι όπως επεξεργάζεται τις πηγές του ο Αυδίκος ώστε
να εκθέσει με αντικειμενικότητα τα γεγονότα, όπως διαμορφώνει τους χαρακτήρες
του, όπως αφήνει ευρύ περιθώριο στον αναγνώστη, με τις ευθείες ερωτήσεις του
προς εαυτόν και αλλήλους, ώστε να σκεφτεί και να προβληματιστεί για τις
αποφάσεις των ανθρώπων που επηρεάζουν δραματικά τις ζωές των άλλων, και η εν
γένει προβληματική του βιβλίου, νομίζω πως υπηρετεί το γενικότερο αίτημα της
ελληνικής κοινωνίας, αυτό δηλαδή της συμφιλίωσης και της, χωρίς διαχωρισμούς
και πάθη του παρελθόντος, πορείας του τόπου. Η ιστορία της Παργινόσκαλας,
ακουμπάει παντού και η μετεμφυλιακή πορεία της Πρέβεζας, όπως την σκηνοθετεί ο
Αυδίκος, είναι η μετεμφυλιακή πορεία όλης της Ελλάδος.
info: Βαγγέλη Γρ. Αυδίκου,«Οι τελευταίες πεντάρες». Μυθιστόρημα
εκδόσεις Ταξιδευτής, 2016
(*) O Στέλιος Μαφρέδας είναι ποιητής
[3] Τα γεγονότα
που αποτελούν την ιστορία του βιβλίου αυτού, έλαβαν χώρα τον Σεπτέμβριο του
1944, αμέσως μετά την αποχώρηση των γερμανών κατακτητών, πριν δηλαδή, την
«επίσημη» έναρξη του εμφυλίου πολέμου. Κατά κάποιο τρόπο, υπήρξαν προάγγελος
για το τι θα επακολουθούσε.
[4] Στη
διδακτορική διατριβή του, ασχολείται με την κοινωνική διαστρωμάτωση του
πληθυσμού της Πρέβεζας, τα έτη 1945 – 1990
[10] Τοποθεσία στα
όρια των νομών Πρεβέζης – Ιωαννίνων. Τα γεγονότα συνέβησαν τον Ιανουάριο του
1945, τέσσερις μήνες μετά τα γεγονότα της Παργινόσκαλας και με ισάριθμα,
περίπου, θύματα.
[17] Επιστολές του
Καρυωτάκη, προς την Μ.Πολυδούρη και προς τον Κ.Δ. Καρυωτάκη (Άπαντα τα
ευρισκόμενα, τόμος Β, σελ. 330,331, Αθήνα 1966)
Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017
Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017
Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017
Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017
Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017
Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017
Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017
Δημήτρης Χριστόπουλος,Στην Πρέβεζα του Καρυωτάκη, του Εμφυλίου, της ζώσας μνήμης, BOOKPRESS.GR
Για το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Αυδίκου «Οι τελευταίες πεντάρες» (εκδ. Ταξιδευτής).
Του Δημήτρη Χριστόπουλου
Υπάρχουν δύο τρόποι θέασης της πραγματικότητας: ένας ιστορικός και ένας λογοτεχνικός. Ο πρώτος μάς επιτρέπει να βλέπουμε τα πράγματα και τα πρόσωπα πανοραμικά, σε κλίμακα μακροσκοπική, ως μέρη ενός συνόλου, με «μηδενική εστίαση». Αντίθετα, η λογοτεχνική θέαση μάς επιτρέπει να βλέπουμε τα πράγματα καλειδοσκοπικά, με εσωτερική εστίαση, σε κλίμακα μικροσκοπική, ως ένα πεδίο ποικίλων, ετερόκλητων, συχνά αντικρουόμενων λόγων-δράσεων-πεποιθήσεων των ατόμων, από την έκβαση των οποίων καθορίζεται ο ρους της ιστορίας.
Οι πόλεις είναι σαν τους ανθρώπους. Ενηλικιώνονται, ομορφαίνουν και ωριμάζουν. Ένα μυθιστόρημα για την Πρέβεζα και τους ανθρώπους της. Για την Πρέβεζα μέσα από τα μάτια του Καρυωτάκη. Γιατί ένας τόπος, όπως έχει πει και ο Ελύτης, είναι η αντανάκλαση της ψυχής των ανθρώπων του στην ύλη.
Οι Τελευταίες πεντάρες, αν και αντλούν άφθονο υλικό από πολλούς ανθρώπους και μαρτυρίες από μια προγενέστερη εποχή, στην οποία οι περισσότεροι από εμάς δεν ζούσαμε, μιλάει ωστόσο με τρόπο εμφατικά λοξό για τη δική μας εποχή, για τη δική μας ζωή. Όπως έχει πει άλλωστε και η Ρέα Γαλανάκη «το παρελθόν δεν υπάρχει στην τέχνη παρά μόνο σαν καθρέφτης της δημιουργικής αυτογνωσίας».
Το μυαλό και η καρδιά του Σπυρίδωνα μοιάζουν χτυπημένα σε μπλέντερ. Αναρωτιέται αν έπραξε σωστά που ανακατεύτηκε στα πόδια της πόλης. Όλες αυτές τις μέρες δούλευε σαν τους παλιούς λιμενεργάτες που έριχναν το σαμπάνι (ειδικό σχοινί για ανέλκυση και καθέλκυση φορτίων) στα αμπάρια των παποριών που ξεφόρτωναν ξυλεία από τη Ρωσία και φόρτωναν πορτοκάλια του Φραγκίστα. Το ίδιο έκανε κι αυτός. Έδεσε με το σαμπάνι το κιβώτιο της μνήμης των Πρεβεζάνων, που είχαν ξεχαστεί στ’ αμπάρια της τοπικής ιστορίας, και τα ανέσυρε στο φως του καταστρώματος.
Οι πόλεις είναι σαν τους ανθρώπους. Ενηλικιώνονται, ομορφαίνουν και ωριμάζουν. Ένα μυθιστόρημα για την Πρέβεζα και τους ανθρώπους της. Για την Πρέβεζα μέσα από τα μάτια του Καρυωτάκη. Γιατί ένας τόπος, όπως έχει πει και ο Ελύτης, είναι η αντανάκλαση της ψυχής των ανθρώπων του στην ύλη. Ο Σπυρίδων, το βασικό πρόσωπο της μυθοπλασίας, αποτελεί την persona του συγγραφέα. Με τη δική του διαμεσολάβηση, ο συγγραφέας ρίχνει το σαμπάνι της γραφής για να ανασύρει μνήμες, να βάλει σε κίνηση τον μηχανισμό εξομολόγησης των προσώπων του έργου. Γιατί ξέρει πολύ καλά πως μόνον η παραδοχή, μέσω της γραφής, φέρνει την ισορροπία. «Διαφορετικά η πληγή γίνεται σαράκι».
Το πολυπρόσωπο αυτό μυθιστόρημα θέτει επί τάπητος το θέμα της σχέσης λογοτεχνίας και μνήμης. Αν αναρωτηθεί κάποιος καλοπροαίρετα: αφού υπάρχει η επίσημη ιστοριογραφία, τι μας χρειάζεται η λογοτεχνία; Σίγουρα, η ιστοριογραφία, η τοπική ιστορία, ακόμα και η προφορική ιστορία έχουν τα μεθοδολογικά εργαλεία να συντηρήσουν τη μνήμη, να σκάψουν τα γεγονότα, να βρουν την αλήθεια. Όμως δεν έχουν εκείνα τα εργαλεία για να μετρήσουν τον φόβο στις ψυχές των ανθρώπων, να αφουγκραστούν τις ζαρωμένες νύχτες που ζούνε οι άνθρωποι που μπλέχτηκαν άκοντες έκοντες στην εμφύλια βία. Γιατί αυτός ο πόλεμος για πολλούς –και όχι μόνο για όσους τον έζησαν– ακόμα δεν έχει τελειώσει και τα τραύματα μένουν ανεπούλωτα όσο αποφεύγουμε να μιλήσουμε γι’ αυτά που έγιναν τότε σε κάθε γωνιά αυτού του τόπου.

Θα έλεγα αντιστρέφοντας την περίφημη πια φράση του Δημήτρη Ραυτόπουλου («Το αίμα μελάνι δε γίνεται») πως ο συγγραφέας δε διστάζει να βουτήξει τη γραφίδα του στο αίμα, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν. Γραφή σοφά γεωδαιτική, με τον ήχο της ντοπιολαλιάς και τη μυρωδιά της Πρέβεζας: «Ικειό που θέλω είνι να σε θυμούνται» γράφει η μάνα του αδικοχαμένου Λώλου, και ο Αυδίκος κάνει μνημόσυνο. Κανονικό μνημόσυνο για τους εκτελεσμένους ΕΠΟΝίτες στην Παργινόσκαλα τον Σεπτέμβρη του ’44. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως τα βιβλία είναι ο καθρέφτης μας, εμείς φαινόμαστε μέσα τους, είτε ως συγγραφείς είτε ως αναγνώστες, δηλαδή ως συν-δημιουργοί τους. Γράφουμε για τους άλλους κι έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για τον εαυτό μας. Και μνημονεύοντας για άλλη μια φορά τον Δ. Ραυτόπουλο, η λογοτεχνία του εμφυλίου στο μεγαλύτερο μέρος της είναι «αιρετική, απομυθευτική, αντιηρωική, ακόμα και αποκαλυπτική» (Εμφύλιος και Λογοτεχνία).
Ο Αυδίκος στήνει τη δική του σκηνοθεσία και επιστρέφει εβδομήντα χρόνια πριν, για να σπάσει τη σιωπή. Γιατί η σιωπή είναι η αρχή της ήττας. Γράφουμε για να σπάσουμε τη σιωπή. Γράφουμε για να θυμηθούμε. Γράφουμε για να διασώσουμε τη μνήμη.
Με αφήγηση που εναλλάσσεται ανάμεσα σε πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη, ο Αυδίκος στήνει τη δική του σκηνοθεσία και επιστρέφει εβδομήντα χρόνια πριν, για να σπάσει τη σιωπή. Γιατί η σιωπή είναι η αρχή της ήττας. Γράφουμε για να σπάσουμε τη σιωπή. Γράφουμε για να θυμηθούμε. Γράφουμε για να διασώσουμε τη μνήμη. Των απλών ανθρώπων που η επίσημη ιστοριογραφία αγνοεί. Γιατί η σιωπή –ειδικά σε εποχές λήθης όπως η σημερινή– είναι λίβανος και σμύρνα προς τους κρατούντες. «Η μνήμη κάθε ανθρώπου είναι η ιδιωτική του λογοτεχνία» είπε κάποτε ο Άλντους Χάξλεϋ. Μια ιδιωτική λογοτεχνία που χωράει τον καθένα. Μια «δημόσια ιστορία» άλλωστε δεν είναι και η λογοτεχνία που επιχειρεί μέσω του Λόγου να αποδώσει «ιστορική δικαιοσύνη»; Με το να καθιστά αναγνώσιμα τα δεινά των θυτών και των θυμάτων (τα όρια, δυσδιάκριτα), ο συγγραφέας συμβάλλει σε μια μετατραυματική προοπτική ιστορικής αυτογνωσίας, κάθαρσης και επούλωσης. Εμείς, ως αναγνώστες καλούμαστε να αλληλεπιδράσουμε με το κείμενο και να το νοηματοδοτήσουμε εκ νέου. Να αποκαλύψουμε τις προοπτικές του.
Μέχρι σήμερα αντιμετωπίζαμε την ιστορία ως πηγή έμπνευσης για τη λογοτεχνία. Με το βιβλίο του Αυδίκου, η λογοτεχνία γίνεται μαρτυρία μείζονος ιστορικής σπουδαιότητας. Κάτω από αυτό το πρίσμα, και ο μυθιστοριογράφος είναι ένας ιστορικός της εποχής του, και το μυθιστόρημα (όχι μόνο το ιστορικό) η μυθιστοριοποίηση της ιστορίας.
Το μυθιστόρημα, όπως και κάθε έργο γενικότερα, πέρα από την επιτυχή αναβίωση μιας περιόδου, δικαιώνεται μόνο στον βαθμό που μπορεί να απευθυνθεί κατά τρόπο ουσιαστικό στον αναγνώστη μεταγενέστερων χρονικών περιόδων. Αυτό συμβαίνει όταν θίγει διαχρονικά προβλήματα, ανατέμνει σε βάθος ανθρώπινους χαρακτήρες, προβάλλει αξίες και ιδανικά άφθαρτα ή πάντως επίκαιρα για κάποιες εποχές. Όταν, τέλος, ο αναγνώστης στο κείμενο θα αναγνωρίσει αναλογίες και αντιστοιχίες με τα προβλήματα και τις αναζητήσεις της δικής του κοινωνίας, της δικής του εποχής. Με αυτά τα μέτρα, το έργο του Αυδίκου δικαιώνει απόλυτα τις προθέσεις του δημιουργού του.
* Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.
Βαγγέλης Αυδίκος
Ταξιδευτής 2016
Σελ. 362, τιμή εκδότη €15,00
Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017
Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017
Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017
Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017
Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017
Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017
Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














































