Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

συνεδριο

Between Past and Future: Culture, Heritage and Community Development of Polonia in Towns and Small Cities

Cape Breton University, Canadian Polish Research Institute
An Interdisciplinary Conference
Sydney, Nova Scotia, Canada
July 25-28, 2013

CALL FOR PAPERS

With the partial exception of early settlements on the Canadian Prairies and Canada's first Polish settlement in the "Kaszuby" area of Renfrew County, Ontario, Polish communities outside Canada's major metropolitan centres such as Toronto or Montreal have received only scant academic attention. And yet such studies would help us illuminate immigrant experiences and develop a more nuanced and complex understanding of the aspirations, integration processes and cultural attachment of descendants of immigrants.

For many years, the national Polish-Canadian organizations were occupied with the demands of metropolitan immigrant settlement and integration. However, with Poland having become a democratic and generally prosperous country, Polish immigration to Canada has slowed significantly since the early 1990s. Canadians of Polish descent - and students of Canadian Polonia -- may now be more inclined to take a greater interest in longstanding, relatively isolated, but still enduring Polonia settlements. By exploring and comparing the fates of the Polish communities across the country, we gain a greater understanding of the factors contributing to cultural retention, including mutual support systems, economic prospects, physical landmarks, a multicultural milieu, and key organizations or individuals serving as leaders and tradition bearers.

More research is needed on what cultural attributes, under what circumstances, should be considered critical or fundamental in maintaining a sense of ethnic identity and maintaining a residential cluster. For example, how important is language retention? How are new immigrants welcomed by older or native-born settlers from the same ethnic community? What ensures the survival of some organizations and the disappearance of others? How have Polish traditions and customs changed over time? How have Poles and non-Poles recorded and remembered the history of Polonia? How do the Polonia experiences resemble or differ from those of other ethnic communities? How is the Canadian Polonia different from its counterparts in the United States, Britain and elsewhere?

This conference will provide an interdisciplinary venue where historians, anthropologists, political scientists, literary geographers, sociologists, folklorists and many others can exchange their diverse understandings of the evolution of Polonia in small population centres. The conference will stimulate discussions on the theory and practice of heritage conservation, cultural expression, commemoration and community economic development, while identifying future directions in these fields. Consequently, we welcome proposals for papers from scholars and practitioners working across a range of projects and disciplines. Such studies and discussion papers will help us not only to better understand Polish communities but potentially also to develop contemporary supports for other ethnic communities.

We invite established and emerging scholars and practitioners to submit proposals for individual papers (250 words and a one-page CV), as well as full panels and round table discussions (500 words and one-page CVs of all participants). Please include name, institutional affiliation and full contact details.

Proposals should be submitted by March 15, 2013, to the following e-mail address: <tom_urbaniak@cbu.ca>.

For further information, please visit .


Heather Sparling, PhD
Associate Professor, Ethnomusicology
Chair, Dept of History & Culture
General Editor, MUSICultures
Cape Breton University

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

TΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ Του Γιώργου Σταματόπουλου,ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 14/1/2013


Εμείς (αυτοί) οι μνησίκακοι



Οποιος δεν βολεύεται στα καλούπια του στερεότυπου, όποιος ασφυκτιά στον κατασκευασμένο κόσμο της TV και στην ασυνάρτητη πληροφόρηση του Διαδικτύου, βλέπει καθημερινά, διαπιστώνει το εξής: η ευγένεια του γούστου και το τακτ του σεβασμού στον διπλανό υπάρχει στον λαό μόνο` όχι στους ημιμαθείς, όχι στον ημίκοσμο του πνεύματος, όχι στους πολιτικούς.

Αλλά πρέπει να “χει κάποιος δυνατή όσφρηση για να αντιληφθεί το άρωμα αυτής της ευγένειας του γούστου, να είναι οξύκοος και οξυδερκής, να διαθέτει λεπτή αίσθηση ψυχολόγησης, να είναι μ” άλλα λόγια καθημερινός πολίτης και ταυτόχρονο εραστής της καθημερινότητας. Διαφορετικά, θα κυβερνιέται από τους μέτριους, τους λείχοντες κάθε εξουσία προκειμένου να απολαύσει τα κοκαλάκια «ευδαιμονίας» που αυτή τού παρέχει, απλόχερα, παρακαλώ.

Ολοι συμμετέχουμε σε τούτο το πανηγύρι της κυβερνητικής μετριότητας, εννοείται όλοι όσοι συναποτελούμε τον κορμό της ιεραρχίας της εξουσίας: προϊστάμενοι, τμηματάρχες, διευθυντές, αιρετοί της Τυπικής Αυτοδιοίκησης (κυρίως!), βουλευτές, υπουργοί και όλο το κακό συναπάντημα.

Είμαστε όλοι αυτοί που δεν καταφέραμε να δούμε την αγάπη της ζωής, τη βαθύτητά της, το ύψος της, τον σκοτεινό και συνάμα φωτεινό μυχό της. Εκείνοι που στερηθήκαμε τη συγκίνηση, τον έρωτα, όσοι δεν δονηθήκαμε από τις εκρήξεις των ψυχικών (και νοϊκών) ελλάμψεων, αυτοί που αποφασίσαμε (αποφασίσαμε!) να είμαστε εθελόδουλοι, ανελεύθεροι (διότι απαιτείται γενναιότητα μπροστά στην ελευθερία).

Αναπτύξαμε εν τούτοις άλλες δεξιότητες: την κολακεία, το ψεύδος, τον κυνισμό, την απληστία. Αμοιροι ενός βαθύτερου εγώ, προβάλλουμε ανερυθρίαστα το δικό μας κατασκευασμένο «εγώ», ένα εγώ που περπατάει σαν παγόνι, όλο ξιπασιά και πόζα. Ξερόλες, αγενείς, «σωτήρες» της πόλης και του πολιτισμού, ανίδεοι, (εμφαντικώς) ανέραστοι. Οι μνησίκακοι του Ντοστογιέφσκι και του Νίτσε! Πώς να τα βγάλει πέρα κάποιος μαζί τους; Είναι αδίστακτοι. Καιροφυλακτούν και στο κάθε στραβοπάτημά σου σου επιτίθενται ανηλεώς, κρυφά όμως, υπόγεια και ύπουλα, μέσα από το υπόγειο στο οποίο ζουν (μόνο εκεί αναπνέουν). Πώς να επιβιώσουν η λεπτότης και η κομψότης μέσα στο ζοφερό τούτο περιβάλλον; Πώς να αρθρωθεί λόγος ήπιος; Οι «κύριοι» αυτοί είναι συνασπισμένοι. Οχυρωμένοι πίσω από τούτον τον συνασπισμό εκτοξεύουν τα δηλητηριώδη βέλη τους εναντίον οποιουδήποτε διαφέρει (η διαφορά γεννά μίσος, έχει γράψει ο Σταντάλ), περιφρουρούν με λύσσα τα ελάχιστα τετραγωνικά του υπογείου τους, περιφρονούν τον κοινό νου, τη δωρικότητα του λόγου, την άνθηση της ανάτασης. Εξίστανται και αγανακτούν όταν παρελαύνει το αυτονόητο, όταν εμφανίζονται η αλληλεγγύη και η συμπάθεια. Αλλά με τι ηθοποιία! Τι χαμόγελα, τι φιλοφρονήσεις, τι εναγκαλισμοί, τι διαχύσεις (και «άει στο διάολο» μόλις απομακρύνεσαι από τη συντροφία τους, όχι πολλά, δυο-τρία βήματα μόνο…).

Γιατί να ασχολείται κάποιος με δαύτους; Διότι αποτελούν τον εθνικό κορμό, διότι επικρατούν στην κοινωνία μολύνοντάς τη με τα αποτελέσματα της (δόλιας) απουσίας τους. Είναι γεγονός ότι δεν εμφανίζονται οι ίδιοι στην αγορά, η αθλιότητα όμως της αύρας των λόγων και έργων τους είναι διάχυτη, επιβλητική. Συμβαίνει τούτο το παράδοξο: οι μνησίκακοι απουσιάζουν από το καθεμέρα, το «πνεύμα» τους όμως, η «φιλοσοφία» τους, αν θέλετε, είναι εκεί δηλητηριάζοντας τα πρόσωπα (και τα προσωπεία…).

Παρ” όλα αυτά πραγματικά δεν αξίζει η ενασχόληση μαζί τους, απλώς ας γνωρίζουν ότι ο λαός και γούστο διαθέτει και κριτικός γίνεται, όταν πλέον βιάζουν καθημερινά τη νοημοσύνη του (την αδιαφορία του και την απροθυμία του – μην ξεχνιόμαστε).

Τι θα πράξουν στο μέλλον; Οι… λαοί κι η ψυχή του(ς).

Υ.Γ.: Η μελαγχολία της ομοιοστασίας.

Υ.Γ. (2): Ηράκλειτος – αγχιβασίη: πλησίασμα.

14/01/2013

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Του τζάμπα η μάνα και η κρίση


Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, την Τρίτη, 15/1/2013

       Αν κάποιος μελετήσει τις διαφημίσεις τις μεταπολιτευτικής περιόδου μπορεί να ανιχνεύσει και να εξιστορήσει τα όνειρα που εξέθρεψαν τους Έλληνες στη διαδικασία της (μικρο-)αστικοποίησής του. Η ντελικάτη νεαρή που πλαισίωνε τη διαφήμιση των καταναλωτικών αγαθών(αυτοκίνητα, τρόφιμα, ρούχα, κ.λπ.) τροφοδοτούσε τις φαντασιώσεις του homo eroticus Νεοέλληνα. Τα τελευταία χρόνια , το τοπίο άλλαξε. Βρήκαν θέση στη διαφήμιση φιγούρες του παραδοσιακού μας πολιτισμού. Εκφράζουν την «αυθεντικότητα», την αγνότητα, την αφέλεια ενδεχομένως και κερδίζουν την προσοχή των πελατών είτε γιατί τους θυμίζει ένα καταχωνιασμένο παρελθόν είτε γιατί προκαλούν θυμηδία με την εισβολή τους  στον κόσμο της κατανάλωσης.
       Από το 2010 κι ύστερα η διαφήμιση προσπαθεί να μετατρέψει την κρίση σε καταλυτικό μηχανισμό για την προβολή των προϊόντων. Σταδιακά διαμορφώνεται η διαφήμιση της κρίσης.      Πιο αντιπροσωπευτική  είναι  η διαφήμιση γνωστής αλυσίδας ηλεκτρικών ειδών. Σε καιρούς κρίσης διαφημίζει τη μείωση των τιμών που καθιστούν τα ψώνια στα υποκαταστήματά της  συμφερτικά. Η διαφημιστική εταιρεία συνδέει την οικονομική κρίση και την αναζήτηση ικανοποιητικών τιμών με τον τύπο του τζάμπα. Η διαφήμιση αυτή προκάλεσε επικριτικές  αντιδράσεις. Ο νεοέλληνας τζάμπας της διαφήμισης σκαρφίζεται τα πάντα με μοναδικό στόχο να μην πληρώσει.  Είναι όμως ο τύπος του τζάμπα ο κανόνας της νεοελληνικής μας ζωής; Φαίνεται ότι οι διαφημιστές θεωρούν ότι είναι το πρότυπο που επικράτησε-ίσως να είναι ακόμη παρόν-τα τελευταία χρόνια. Με τον τρόπο της η διαφήμιση παίρνει μέρος στη συζήτηση για την πολιτιστική κρίση που εκδηλώθηκε στην Ελλάδα στην περίοδο της μεταπολίτευσης.     
        Πράγματι, διαμορφώθηκε μια ομάδα τζαμπατζήδων στις τελευταίες δεκαετίες. Είναι οι κολαούζοι κάθε μορφής εξουσίας. Αυτοί που άρμεγαν τα κρατικά ταμεία. Αυτοί που έπαιρναν τα δημόσια έργα και το τελικό κόστος έφτανε δυο και τρεις φορές πάνω. Αυτοί που βύθισαν τη χώρα με την ανάληψη των ολυμπιακών αγώνων. Αυτοί που σιτίζονταν στις  δεξιώσεις. Είναι όσοι μετέτρεψαν την κομματική ένταξή τους σε προνόμιο για διορισμό. Είναι οι ποικιλώνυμοι σύμβουλοι, Άεργοι και άβουλοι , υπάκουοι στις διαθέσεις των αφεντικών τους. . Είναι όσοι δημιούργησαν συνθήκες ασυλίας για τους φοροφυγάδες και   τους επιλήσμονες πολιτικούς που φρόντιζαν για την αύξηση των καταθέσεών τους αδιαφορώντας για τα όσα υπόσχονταν. Είναι οι πανεπιστημιακοί και οι διανοούμενοι που υπέκυψαν στη λαγνεία της εξουσίας αμβλύνοντας την αιχμηρότητα του λόγου τους.
    Δεν είναι όμως οι πολλοί. Δεν είναι αυτοί που αδυνατούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους από ανεργία και οικονομική εξαθλίωση. Δεν είναι τζαμπατζήδες τα θύματα της κρίσης που η ανελέητη επίθεση τους μετέτρεψε από αξιοπρεπείς πολίτες σε κυρτούς σκελετούς.
    Δεν είναι αυτό το ήθος του ελληνικού λαού. Όσο κι αν καταβλήθηκε λυσσαλέα προσπάθεια δεν είναι οι Έλληνες τζαμπατζήδες. Τέτοιοι είναι οι επιβήτορες της εξουσίας. Έγιναν βέβαια πολλές αλλαγές στο μεταξύ. Το σαράκι της ματαιοδοξίας και του ατομικισμού έχει αρχίσει να διαβρώνει πολλούς. Ωστόσο, η ελληνική κοινωνία δεν είναι αυτή που παρουσιάζει η διαφήμιση.  Είναι νωπές ακόμη οι εικόνες των γονέων και  παππούδων που είχαν ως προμετωπίδα τους το ‘καθαρό πρόσωπο’. Ήθελαν πάντα να πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους. Πρώτα τα χρεωστικά και μετά τ’ άλλα. Αυτή η αντίληψη δεν έχει ξεθωριάσει.
     Η διαφήμιση του τζαμπατζή, ιδίως στη δεύτερη εκδοχή όπου πλαισιώνεται από τη μάνα του, εκχυδαΐζει τη νεοελληνική πραγματικότητα. Η μάνα του τζαμπατζή στη διαφήμιση είναι μια καρικατούρα που στοχεύει στην πρόκληση. Η μάνα είναι αυτή που ακόμη και σήμερα  κρατάει όρθια και ενωμένη την οικογένεια. Η μάνα πράγματι μπορεί να κάνει τα πάντα για να συμπαρασταθεί στα παιδιά της. Είναι σύμβολο  αυτοθυσίας. Έμβλημα ενός πολιτισμού που στηρίχτηκε στην αίσθηση του καθήκοντος των γονέων προς τα παιδιά τους.
       Η συγκεκριμένη διαφήμιση ενδεχομένως επιχειρεί να αποτυπώσει τις αδιαμφισβήτητες αλλαγές που έγιναν. Το πράττει ωστόσο με τρόπο εξπρεσιονιστικό. Η νεοελληνική κοινωνία αντιστέκεται ακόμη σ’ αυτό τον αρμαγεδδώνα της κρίσης γιατί υπάρχει η οικογένεια. Και στην οικογένεια είναι η  μάνα που λειτουργεί ως μορφή παραμυθίας, συλλογικότητας και ονείρου για ένα καλύτερο μέλλον.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Η Εποχή του Ξύλου, Tης Mαριαννας Tζιαντζη, Καθημερινή,13 Ιανουαρίου 2013





Με το αναμμένο κερί που φώτιζε το μικροσκοπικό του γραφείο προσπαθούσε να ζεσταθεί ο Μπομπ Χάτσετ, ο φτωχός υπάλληλος του Εμπενίζερ Σκρουτζ στη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία», μια που ο εργοδότης του τσιγκουνευόταν τα κάρβουνα. Δυστυχώς, ο Μπομπ δεν τα κατάφερνε, γιατί «δεν διέθετε αρκετή φαντασία», παρατηρεί με δηλητηριώδη ειρωνεία ο Ντίκενς.
Φαντασία, υπομονή, επινοητικότητα και μια κάπως ελαστική αντίληψη για τα όρια ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο δημόσιο συμφέρον ή ανάμεσα στη νομιμότητα και στη λάιτ παρανομία: φαίνεται ότι αυτές είναι οι προϋποθέσεις για να αντιμετωπιστεί το κρύο του χειμώνα – τουλάχιστον για ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. O,τι συνέβαινε στο Λονδίνο στις αρχές της βικτωριανής εποχής μοιάζει να επαναλαμβάνεται, 170 χρόνια μετά, στην Ελλάδα του 2013, με τη διαφορά ότι τώρα ο Μπομπ και ο Εμπενίζερ τουρτουρίζουν και οι δύο το ίδιο. Μάλιστα, στη νουβέλα του Ντίκενς, ο γερο-Εμπενίζερ δεν φοβόταν την παγωνιά αφού κουβαλούσε «το κρύο μέσα του».
Πολλές πολυκατοικίες, αρχοντικές και λαϊκές, σε καλές και σε ξεπεσμένες συνοικίες, κήρυξαν στάση πετρελαίου. Οι δεξαμενές στέρεψαν, ενώ πολλά «κουτιά», μετρητές του φυσικού αερίου ξηλώθηκαν καθώς διακόπηκε η παροχή του. Ακόμα και σε σχετικά πολυτελή γραφεία, με την παχιά μοκέτα και τους δερμάτινους καναπέδες, στελέχη και υπάλληλοι, όσοι έχουν απομείνει, εργάζονται σκαρφαλωμένοι πάνω στο αερόθερμο. Στους καθημερινούς διαλόγους ακούγονται φράσεις που μέχρι πέρυσι θα ήταν αδιανόητες, π.χ.: «Να κάψουμε οτιδήποτε και αν καίγεται... Μπροστά πηγαίνει το δασαρχείο, πίσω εμείς με τα αλυσοπρίονα... Δεν βλέπεις πουθενά άδεια καφάσια ή παλέτες αφημένες στο πεζοδρόμιο... Δεν τους φτάνει το δάσος, ξεπαστρεύουν και τα δέντρα του γείτονα... Χθες βράδυ, τα μάτια μου έτσουζαν... Απόψε η αιθαλομίχλη κόβεται με το μαχαίρι...». 
Ασφαλώς υπήρξαν και υπάρχουν και χειρότερα, όμως δεν μπορεί το ρολόι της ιστορίας να πηγαίνει προς τα πίσω, «πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε». Πώς είναι δυνατόν τα έξυπνα κινητά μας, οι μεγάλες έγχρωμες τηλεοράσεις μας, οι σβέλτοι υπολογιστές μας, οι μεγάλες τεχνολογικές και επιστημονικές ανακαλύψεις της εποχής μας να συνυπάρχουν με πρωτόγονους κι επικίνδυνους τρόπους θέρμανσης; Πώς να συμφιλιωθούμε με τα συσσίτια, την ξυλόσομπα, τα ξεχερσωμένα αλσύλλια, τα λεηλατημένα δάση, το νέο τοξικό νέφος ή τη στρατιωτική καραβάνα που προβλέπεται για τη σίτιση των εκπαιδευτικών;
Ας μην εκπλαγούμε αν σε λίγο εγκαινιαστεί μια νέα τηλεφωνική γραμμή ανώνυμων καταγγελιών: όχι του φοροφυγά ή του υπόπτου για εμπρησμό των δασών, αλλά του νοικοκύρη που καίει υλικά κατεδαφίσεων (φορμάικες, νοβοπάν και μελαμίνες, φύλλα ντουλαπιών μαζί με τα χερούλια), του γείτονα που από την καμινάδα του βγαίνει κίτρινος καπνός, του επαγγελματία ή του ερασιτέχνη λαθροϋλοτόμου.
Χιλιάδες χρόνια μετά την Εποχή του Λίθου, του Χαλκού και του Σιδήρου, γεννιέται η παράξενη και άξενη Εποχή του Ξύλου. Αργά ή γρήγορα, η άνοιξη θα έρθει, τα δέντρα που γλίτωσαν τη φωτιά και το τσεκούρι θα ανασάνουν, όμως οι μέσα πάγοι δύσκολα θα λιώσουν.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Τρίτη ματιά Της Μαργαρίτας Κουλεντιανού, Εφημερίδα Συντακτών, 11 Ιανουαρίου 2013



Ρέκβιεμ




Τις προάλλες στα ψιλά μιας εφημερίδας (δεν θυμάμαι καν ποιας) διάβασα «Βρέθηκε νεκρός από χτύπημα με αιχμηρό όργανο αλλοδαπός 18 ετών». Ετσι, ούτε όνομα ούτε ιδιότητα άλλη εκτός από αυτήν του αλλοδαπού. Ενα παιδί 18 ετών.

Εψαχνα καθημερινά στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο τη… συνέχεια της είδησης. Προφανώς πρόκειται για έγκλημα. Αναζητήθηκε ο δράστης; Διερευνήθηκαν τα κίνητρα; Εξετάστηκαν οι σχέσεις και οι συνθήκες ζωής του δολοφονημένου; Ειδοποιήθηκαν, έστω, οι γονείς, η οικογένειά του, ότι το δεκαοχτάχρονο παιδί τους είχε την ατυχία να βρεθεί στην Ελλάδα του 2012 με ό,τι κι αν συνεπάγεται αυτό για τον ίδιο και τους άλλους σαν αυτόν; Εψαχνα καθημερινά, αλλά δεν βρήκα ξανά κουβέντα για το έγκλημα. Ετσι, ο Αλλοδαπός (αυτό ήταν το όνομα με το οποίο μνημονεύτηκε για μία και μοναδική φορά ο δεκαοχτάχρονος) πέρασε στη λήθη.

Πέθανε. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε: ο αδερφός σας ή το παιδί σας, ο γείτονας ή ο γιος του μεγιστάνα. Αυτός ήταν ο Αλλοδαπός. Ενα δεκαοχτάχρονο παιδί χωρίς όνομα και χωρίς μέλλον. Πέθανε κι εμείς ζούμε. Σήμερα ασχολούμαστε με τη λίστα Λαγκάρντ, αύριο με το νέο φορολογικό. Μας απασχολεί η αγορά του πετρελαίου, τα μαθήματα του μικρού που έχει θέμα στα μαθηματικά, ο απέναντι που κάνει φασαρία το βράδυ, οι μειώσεις στον μισθό ή στη σύνταξη.

Κουβεντιάζουμε με πάθος ότι ανέβηκαν πάλι οι τιμές στο σούπερ μάρκετ. Ρίχνει μια χούφτα χιόνι και κλείνουν οι δρόμοι και τα σχολεία. Λέμε για την ανεργία, για το ζευγάρι των φίλων που χωρίζει και σφάζεται, για τα παιδιά που έφυγαν για σπουδές στο εξωτερικό κι έμειναν εκεί γιατί «τι να κάνουν εδώ;». Το βράδυ κλείνουμε τις κουρτίνες, χαμηλώνουμε το φως και καθόμαστε (αγκαλιά ή όχι) στον καναπέ μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση. Αυτός δεν είναι εδώ, ούτε εκεί, ούτε πουθενά. Αυτός έχει πεθάνει.

Του έκαναν άραγε κηδεία; Τον έκλαψε κανείς, τον έλουσε, τον άλειψε με λάδι ή με μύρο ή με κρασί; Στο δεκαοχτάχρονο σώμα, το κατακρεουργημένο από το «αιχμηρό όργανο», αποδόθηκαν οι τιμές που αναλογούν στους νεκρούς; Ή μήπως τον άφησαν να παγώσει για μερικές μέρες σε κάποιο ψυγείο και μετά τον έριξαν στα αζήτητα, σε έναν κοινό τάφο όπου θα παραμείνει στην αιωνιότητα με το όνομα που του αποδόθηκε την αποφράδα μέρα της δολοφονίας του: Αλλοδαπός. Θα μπορούσαν να τον λένε οπωσδήποτε: Κώστα, Γιάννη, Μανώλη, Γιώργο. Αμπντούλ, Χασάν, Μπιεν.

Ηταν δεκαοχτώ χρόνων. Ονειρευόταν, σίγουρα, έναν καλύτερο κόσμο για όλους και μια καλύτερη ζωή για τον εαυτό του. Μπορεί ν’ αγαπούσε ένα κορίτσι και μαζί να έχτιζαν σιγά σιγά μέσα στις αντίξοες συνθήκες μια προοπτική. Ηταν ωραίος σαν δεκαοχτάχρονος, δυνατός σαν δεκαοχτάχρονος, ρομαντικός και ριψοκίνδυνος και θαρραλέος όπως μόνον οι δεκαοχτάχρονοι ξέρουν να είναι.

Τώρα εκείνος δεν είναι τίποτα. Δεν υπάρχει πια γιατί φονεύτηκε με το αιχμηρό εργαλείο και γιατί κανείς δεν ήταν εκεί για να του δώσει ένα όνομα. Εγινε μόνο για μια μέρα είδηση, από αυτές τις λιτές και χωρίς συναίσθημα ειδήσεις του αστυνομικού δελτίου, κι εξαφανίστηκε μετά από τις εφημερίδες και τις οθόνες μας, από τη χώρα μας, από τη ζωή μας.

Καλό σου ταξίδι, Αλλοδαπέ. Μακάρι οι θεοί να σε δεχτούν ανάμεσά τους καλύτερα από τους ανθρώπους.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Η επιστροφή του καλικάντζαρου


 Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ , την Παρασκευή, 28.12.2012


      Δωδεκαήμερο: Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Φώτα. Μέρες που οι άνθρωποι χαίρονται την ανατροπή. Το φως- η μέρα που μεγαλώνει, ο θεός Μίθρα των Περσών, ο Χριστός- παλεύει με το σκοτάδι, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
       Οι γιορτάρες μέρες που έρχονται είναι δεμένες με τη γέννηση, την αισιοδοξία για κάτι καλύτερο. Είναι η αισιοδοξία που όλες οι θρησκείες έχουν ενσωματώσει στο δόγμα τους. Παλιότερα, ήταν ο  Ήλιος, ο Μίθρα των Περσών, που πάλευε με το θεριό του σκοταδιού κι έβγαινε νικητής φέρνοντας τα μαντάτα στους ανθρώπους για τη νίκη των δυνάμεων του καλού. Αργότερα, ήρθε ο χριστιανισμός που συμπύκνωσε την αισιοδοξία για τα μελλούμενα στη φράση «Χριστός  γεννάται σήμερον.».
      Τις μέρες που αρχίζουν με την  παραμονή των Χριστουγέννων και τελειώνουν του Σταυρού, οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με μια κρίση που τους θυμίζει την αδυναμία τους: είναι εξαρτημένοι από δυνάμεις που εξαπολύουν σφοδρή επίθεση με στόχο να υπονομεύσουν τα θεμέλια της ύπαρξής τους. Είναι οι καλικάντζαροι που φέρνουν τα πάνω κάτω. Προγραμματισμένα, κάθε χρόνο, σπέρνουν-έσπερναν-τον τρόμο σε μικρούς και μεγάλους , που έσπευδαν να οργανώσουν την άμυνά τους. Για δώδεκα μέρες έψαχναν τη ρωγμή, την κεκρόπορτα, και τότε, αν το πετύχαιναν,  έμπαιναν στο σπίτι και τα μαγάριζαν όλα.
       Με τον καιρό, άλλαξαν όλα. ακόμη και οι καλικάντζαροι έγιναν μαλθακοί, παιχνίδια της φαντασίας και του κερδώου Ερμή. Οι άνθρωποι κάθε χρόνο , τέτοιες μέρες, θριαμβολογούσαν πάνω στους σωρούς των μισοφαγωμένων σκουπιδιών τους, τους σύγχρονους οβελίσκους ενός πολιτισμού που ανήγαγε την «ύβριν» σε έμβλημά του.
       Και ξαφνικά οι οβελίσκοι χάθηκαν. Στις πολιτείες  φύσηξαν βοριάδες και οι  άνθρωποι κλείστηκαν βιαστικά στα σπίτια τους. Οι καλικάντζαροι επέστρεψαν. Μόνο που αυτή τη φορά βρήκαν ανοιχτές τις πόρτες και στρογγυλοκάθισαν στα σπίτια. Ντύθηκαν την προβιά των τριών μάγων ξεγελώντας τους αφελείς. Τρόμος απλώθηκε παντού. Οι άνθρωποι έχασαν τη λαλιά, την ψυχή τους. Άλλαξε η κορμοστασιά τους. Άρχισαν να σουρώνουν, να καμπουριάζουν. Νόμιζες πως ξαφνικά μεγάλωσαν όλοι, έγιναν ενενήντα χρονών.
      Οι καλικάντζαροι έχουν μεταλλαχτεί στις μέρες μας. Απέκτησαν νέα γνωρίσματα. Έχουν μεταμφιεστεί σε διαχειριστές της εξουσίας. Είναι βιαιότεροι των παλιών καλικάντζαρων. Είναι κυνικοί και αδίστακτοι. Οι παλιοί ήταν προβλέψιμοι αλλά και αφελείς. Με τον καιρό έγιναν υλικό για διασκεδαστικές ιστορίες. Οι σύγχρονοι καλικάντζαροι έχουν τον τρόπο να μιλάνε ευχάριστα, αλλά να πράττουν τα αντίθετα. Οι λέξεις γι’ αυτούς έχουν χάσει τη σημασία τους. Εξυπηρετούν κάθε φορά τις ανάγκες των ποικιλώνυμων διαχειριστών της εξουσίας.
       Οι παλιοί ήταν μαυροτσούκαλοι, με κόκκινα μάτια. Η εμφάνισή τους πρόδινε το ρόλο που είχαν. Οι σύγχρονοι έχουν τον τρόπο να ξεγελάνε. Άψογα ντυμένοι, με προσεγμένο μακιγιάζ, με οδοντοστοιχία απαστράπτουσα, με αστραφτερό χαμόγελο που γεμίζει όλο το στόμα. Όμως, όλο αυτό εξυπηρετεί την εικόνα. Δεν εκφράζει την ουσία. Πίσω από αυτό το προσωπείο κρύβεται το πρόσωπο ενός σύγχρονου Μακιαβέλι, ενός αδίστακτου Κυανοπώγωνα που οι άλλοι γίνονται στα χέρια του αντικείμενο εξουσιαστικής ηδονής.
           Η μόνη απαντοχή των ανθρώπων ήταν να μετράνε τις μέρες. Μέτραγαν και ξαναμέτραγαν και δε σταματούσαν στο δώδεκα όπως συνέβαινε ως τότε. Άλλαξαν τις μέρες με τους μήνες περιμένοντας να φύγουν οι καλικάντζαροι. Και πάλι ξαστοχούσαν το μέτρημα. Θα αλλάξουν τον τρόπο της μέτρησης και οι καλικάντζαροι θα φύγουν, υπόσχονταν οι αφεντάδες τους. Ο χρόνος περνούσε, μα η πολυπόθητη αναγέννηση δεν ερχόταν.
     Το Δωδεκάμερο τελειώνει του Σταυρού. Οι καλικάντζαροι  αποχωρούν έντρομοι, απειλημένοι από την αγιαστούρα του παπά και το καθαγιασμένο νερό των Φώτων .Δεκάδες χρόνια οι παλιοί καλικάντζαροι έχουν φτιάξει το βασίλειό τους στη χώρα μας. Να που η αγιαστούρα του παπά, φόβητρο για τους παλιούς, μπορεί να γίνει φραγγέλιο για τους σύγχρονους καλικάντζαρους.



Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

ΕΡΡΩΣΘΕ

Πρωτοχρονιά και οι ευχές μου για γεροσύνη και μπερεκέτια σε όλους και όλες είναι το ελάχιστο. Κάθε πρωτοχρονιά φέρνει μαζί της την ελπίδα αλλά και μια δυσανεξία. Η τελευταία αφθονεί στις μέρες μας, είναι πολλά που την προκαλούν. Ας κρατήσουμε την ελπίδα, ακόμη και με τα κουσούρια της. Αν μη τι άλλο, ίσως είναι μια ευκαιρία ν’ανακαλύψουμε τα αυτονόητα. Τη σημασία να ανακαλύψουμε τους ανθρώπους μας. Η ελπίδα όμως αποκτά μεταφυσικές ιδιότητες όταν δε συνοδεύεται από μια προσπάθεια για δράση. Το χειρότερο είναι ν’ακουμπήσουμε τις ελπίδες στους άλλους κι εμείς να ηρεμήσουμε πιστεύοντας ότι πράξαμε το καθήκον μας.