Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Γιάννης Μαλούχος, H αφρικανική προεδρία, ΤΟ ΒΗΜΑ, 9 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014



Με κάθε επισημότητα ξεκίνησε χθες η… αφρικανική προεδρία της Ελλάδας παρουσία ημεδαπών και άλλων φυλάρχων: γιατί πώς αλλιώς να περιγράψει κανείς αυτό που συνέβη χθες το απόγευμα στην Αθήνα; Εχει καμία σχέση με ευρωπαική χώρα;
Ασφαλώς όχι. Ούτε το κέντρο του Παρισιού, ούτε του Λονδίνου, ούτε της Ρώμης, ούτε φυσικά του Βερολίνου, ή έστω άλλων, μικρότερων πρωτευουσών κλείνει ερμητικά επί ατελείωτες ώρες για να περάσουν ποιοι            ; ο… Βαν Ρομπάι και ο Μπαρόζο.
Να ήταν τουλάχιστον ηγέτες μεγάλων κρατών να πει κανείς ότι είναι κατανοητό. Αλλά για αυτούς; Είναι τραγικό. Στις λοιπές μετακινήσεις τους ανά την Ευρώπη είναι ζήτημα αν τους έχουν δύο αστυνομικούς προπομπούς – δεν θα εξέπληττε αν μαθαίναμε ότι σε κάποιες χώρες δεν προβλέπεται ούτε καν αυτό και τους πάνε με ταξί…
Δε ν έχει νόημα να πει κανείς τίποτα άλλο για την άθλια χθεσινή παράτα που έστησε η κυβέρνηση άνευ λόγου και εις βάρος των πολιτών της Αθήνας αλλά και της όποιας σοβαρότητας και αξιοπρέπειας έχει απομείνει στη χώρα.
Το μόνο που αξίζει να σημειωθεί, είναι ότι, συμβολικά, αυτή η χθεσινή γελοιότητα εκφράζει κατά βάθος τη νέα Ευρώπη, στην οποία συνυπάρχουν δύο κόσμοι: εκείνος των λαών και εκείνος της γραφειοκρατίας που πρέπει να φυλάσσεται με άγρια αστυνομικά μέτρα και να λειτουργεί μόνος του, σε κενό. Γιατί, προσοχή: δεν φύλαγαν ηγέτες χθες, υπαλλήλους φύλαγαν. Δικούς μας υπαλλήλους…
Ε, αυτό το παραμύθι δεν μπορεί να πάει μακριά, την ώρα που λαοί ολόκληροι υποφέρουν. Ούτε στο μεσαίωνα τα όρια ανάμεσα στους λαούς και στις αυλές δεν ήταν τόσο κάθετα. Οχι στην Ευρώπη του 21ου αιώνα…

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Ευάγγελος Αυδίκος, Ένας σύγχρονος σαμουράι, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 7 Ιανουαρίου 2014







Μπήκε απρόσμενα στη ζωή μας. Πρωτίστως, γιατί αντέδρασε μ’ έναν ασυνήθιστο τρόπο για τα ήθη της εποχής. Προκάλεσε ένα τραγικό ατύχημα με τη μηχανή του. Κάποιοι άλλοι θα φρόντιζαν να εξαφανιστούν, να αποφύγουν τις ευθύνες τους μέσα στη βοή του μεγάλου δρόμου.  Άλλοι ενδεχομένως, ίσως μόλις συνειδητοποιούσαν το αποτέλεσμα, θα τηλεφωνούσαν στο δικηγόρο  τους προετοιμαζόμενοι για τα υπερασπιστικά τους επιχειρήματα. Ο νεκρός είναι πάντα το εύκολο θύμα. Ο νεαρός αστυφύλακας ξάφνιασε. Όπλισε το υπηρεσιακό του περίστροφο και αυτοπυροβολήθηκε. Πλήρωσε με την αφαίρεση της ζωής του την έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης. Αυτοτιμωρήθηκε. Απέδωσε μια ιδιότυπη ‘δικαιοσύνη’, μια αντίληψη που έρχεται από πολύ μακριά.
       Ξάφνιασε η πράξη του νεαρού αστυφύλακα. Η σφαίρα, με την οποία έκοψε το σύντομο νήμα της ζωής του, τάραξε τον βούρκο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Έσπασε την κρούστα του αμοραλισμού μιας κοινωνίας, που την έχουν δέσει χειροπόδαρα ο ατομικισμός, ο ωφελιμισμός, το πολιτικό και κοινωνικό κώμα , στο οποίο έχει περιέλθει.
        Όσοι άσκησαν εξουσία αποτέλεσαν τα παραδείγματα της βαθύτατης πολιτικής και κοινωνικής σήψης. Τα ΜΜΕ βομβαρδίζουν καθημερινά τους αναγνώστες και θεατές με ονόματα πολιτικών και κυβερνητικών παραγόντων , που ζέχνουν. Αποπνέουν πτωμαϊνη. Είναι οι εκπρόσωποι μιας χώρας που βρίσκεται σε περιδίνηση ηθικής παρακμής. Αυτοί που μας κυβέρνησαν ξέχασαν το παιδευτικό ρόλο του πολιτικού ηγέτη. Τα λόγια τους κούφια. Μοιάζουν να έχουν φτηνύνει οι λέξεις. Χωρίς αιδώ επικαλούνται δικαιολογίες για τις πράξεις τους. Αναφέρονται στις δύσκολες οικονομικές συνθήκες και στην τιτάνια προσπάθειά τους να σώσουν τη χώρα. Κι όλα αυτά την ώρα που οι δικαστικές αρχές φέρνουν στην επιφάνεια χειροπιαστές αποδείξεις για μια κατηγορία πολιτικών, που αποδείχθηκαν ανίκανοι και ανάξιοι της ύψιστης αποστολής τους: τη διαχείριση της πολιτικής. Ψοφοδεείς, αμοραλιστές, δοκησίσοφοι, ασυνεπείς. Θα ήταν , ωστόσο, παρήγορο αν οι πρωταγωνιστές των σκανδάλων  ήταν  μεμονωμένα παραδείγματα ατόμων που υπέκυψαν στο δέλεαρ του εύκολου πλουτισμού. Το δυσάρεστο είναι πως αποτελούν έκφραση ενός αποτυχημένου πολιτικού και κοινωνικού συστήματος, που στηρίχτηκε στην αντίληψη ότι το κράτος είναι ιδιοκτησία όσων κυβερνούν. Είναι αυτό το σύστημα πολιτικής οργάνωσης που τους μετέτρεψε σε εκτελεστικά όργανα οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων. Πού αφαίρεσε την ‘τσίπα’ από το λεξιλόγιο του πολιτισμού που καλλιέργησε  τον αμοραλισμό, την έγνοια για τον εαυτούλη, την απουσία κοινωνικής ευθύνης.
       Την ώρα λοιπόν που μια σειρά ‘ευυπόληπτων’ πολιτικών και κυβερνητικών παραγόντων παρελαύνουν από τους τηλεοπτικούς δέκτες κατηγορούμενοι  για αποδοχή ‘δώρων’ από εταιρείες, η πράξη του νεαρού αστυφύλακα φέρνει, με δραματικό τρόπο, στο προσκήνιο μια άλλη Ελλάδα. Την ώρα που μαδιέται  το ‘λειρί’  μεγαλοψωνισμένων πολιτικών, οι οποίοι δεν επιδεικνύουν ούτε τη στοιχειώδη λεβεντιά να σιωπήσουν  αλλά προσπαθούν να νομιμοποιήσουν τον αμοραλισμό τους, η σφαίρα του νεαρού αστυφύλακα έρχεται από μια ξεχασμένη Ελλάδα, που θεωρήθηκε ντεμοντέ και μπήκε στο περιθώριο.
       Προφανώς, η πράξη της αυτοκτονίας δεν μπορεί να είναι η λύση. Όμως, μέσα από τον αυτοπυροβολισμό που επέλεξε ο νεαρός αστυφύλακας μας υπενθύμισε λέξεις άγνωστες, που έχουμε ξεχάσει το περιεχόμενό τους. Είναι η αίσθηση της ατομικής ευθύνης, η συντριβή για ό,τι συνέβη. Ένας νέος άνθρωπος υπενθύμισε σε όλους μας, ιδίως στους πρωταγωνιστές της μίζας και της ηθικής παρακμής, ότι υπάρχει και μια άλλη Ελλάδα. Η πράξη του αποτελεί ένα ηχηρό ράπισμα για τους εκπροσώπους της πολιτικής και ηθικής σαπίλας. Ο νεαρός αστυφύλακας μετέφερε στην Ελλάδα της παρακμής τον κώδικα τιμής των Σαμουράι. Είναι ο ίδιος ένας σύγχρονος Σαμουράι, ο εκπρόσωπος μιας Ελλάδας που προσπαθεί να τανυστεί και να κοιτάξει το μέλλον κατάματα.
      Χρειαζόμαστε, λοιπόν, φωτεινά παραδείγματα. Νέους Σαμουράι. Πολίτες που θα αναλάβουν την ευθύνη τους όχι με τον αυτοχειριασμό αλλά με την απόφαση να εκκαθαρίσουν την πολιτική κόπρο του Αυγείου.  Σ’ αυτό το σημείο μπορεί να συναντηθεί η κληρονομιά των Σαμουράι με τη δράση του Ηρακλή, που αγωνίστηκε, σε μια προσπάθεια αυτογνωσίας και ευθύνης, να απαλλάξει τον κόσμο από εστίες ανωμαλίας. Και στην εποχή μας αυτό μπορεί να γίνει με πολιτική και κοινωνική δράση, που θα δημιουργήσει προϋποθέσεις για ένα νέο ήθος, για μια νέα πολιτική οργάνωση.

       

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
ΔΙΔΟΤΟΥ 12, ΑΘΗΝΑ TK 106 80

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ 42ου ΤΟΜΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Αγαπητοί Εταίροι και φίλοι της Εταιρείας,
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας σάς προσκαλεί στην παρουσίαση του 42ου τόμου του περιοδικού Λαογραφία, που περιέχει τα Πρακτικά του Πανελληνίου Συνεδρίου: «100 Χρόνια Ελληνικής Λαογραφίας (1909-2009)» και τα Πρακτικά της Ημερίδας «Η Έρευνα των Λαϊκών Διηγήσεων στον Ελληνικό και τον Διεθνή Χώρο» (2009).
Η παρουσίαση του τόμου θα γίνει τη Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014 και ώρα 18.30΄, στο Κεντρικό Κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών (Πανεπιστημίου 30 - Αμφιθέατρο «Άλκης Αργυριάδης»).

Ομιλητές:
Μ. Γ. Μερακλής, Ομότιμος Καθηγητής, Πρόεδρος Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας
Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών.


Από το γραφείο της ΕΛΕ





Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Ο ποιητής μου φορούσε κίτρινα πάνινα παπούτσια...

ΑΦΙΕΡΩΜΑ : Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ
Ο ποιητής μου φορούσε κίτρινα πάνινα παπούτσια...
19
εκτύπωση  

Στα μέσα της δεκαετίας του τριάντα ανηφορίζοντας από το Μαρούσι προς το δάσος της Μαγκουφάνας, αριστερά βρισκόταν η στάνη του μπαρμπα-Αποστόλη και δεξιά, στο υψωματάκι, δέσποζε, το σπίτι του Κατσίμπαλη, απλό, διώροφο, με μια μεγάλη βεράντα στο πάνω πάτωμα. Στην πίσω μάντρα του σπιτιού ήταν εντοιχισμένη μια μαρμάρινη πλάκα που έγραφε με κεφαλαία: Τριανέμι - Ο ομφαλός της Αττικής. Ο Κατσίμπαλης (ο κολοσσός του Μαρουσιού, όπως τον αποκαλούσε ο Χένρι Μίλερ στο ομότιτλο βιβλίο του) ήταν ο μέντωρ της γενιάς του τριάντα. Σε αυτό το σπίτι (που το βάφτισε Τριανέμι ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου) τους μάζευε όλους και εκεί κουβεντιάζανε τα ζέοντα λογοτεχνικά θέματα της εποχής. Δίπλα στο σπίτι, μέσα στα πεύκα, ήταν το καφενεδάκι του Γεράσιμου και εκεί τα καλοκαίρια ξημεροβραδιαζόμαστε τα παιδιά για τραμπάλα, γκαζόζες και υποβρύχια.
Ελεγα λοιπόν στον Σεφέρη όταν γνωριστήκαμε, ότι ήταν γραφτό να βρεθώ πολύ κοντά του από την παιδική μου ηλικία. «Πόσο κοντά;» απόρησε. «Οσο απείχε η βεράντα του Κατσίμπαλη από την κούνια του Γεράσιμου» του είπα γελώντας.
Ηταν σαν να βρεθήκαμε έπειτα από τόσα χρόνια κοντοχωριανοί!
Το σπίτι πουλήθηκε στην Κατοχή σε έναν μαυραγορίτη. Αραγε η μπουλντόζα που πέρασε από πάνω μας κατάπιε και τη μαρμαρένια πλάκα;
Ο πόλεμος και η Κατοχή. Τα σκληρά ζωντανά χρόνια. Φως και παρηγοριά τα βιβλία και τα εφηβικά μας όνειρα. Από την πολλή αποστήθιση σκεφτόμασταν με στίχους. Αλησμόνητες σχεδόν μουσικές συγκινήσεις από τα διαβάσματα. Τα βαθιά νοήματα μπορούσαν να περιμένουν. Τι ζεστά που ήταν τότε τα βιβλία! Από τότε αγάπησα τον Σεφέρη οριστικά.
Αυτά όλα τα έγραψα πολύ πιο καλά πριν σαράντα χρόνια. (Μας βγάζει ο χρόνος τη γλώσσα του ή μου φαίνεται;) στο αφιέρωμα για τον Σεφέρη. Με παίρνει, μια Δευτέρα, ο Σαββίδης τηλέφωνο και με ρωτάει γιατί δεν του έστειλα ακόμη το κείμενό μου. Του λέω γιατί δεν το έγραψα ακόμη ­ μου λέει: «Κόψε το λαιμό σου, το θέλω ως το Σάββατο». Με το μαχαίρι στον λαιμό, το γράφω σε τρεις μέρες και το στέλνω. Πιστεύω ότι το ετοίμαζα μια ζωή αυτό το κείμενο για τον Σεφέρη ­ του το χρωστούσα ­ γι' αυτό βγήκε τόσο αβίαστα, σε χρόνο ρεκόρ για μένα.
Δίδαξε τα σπουδαία
Αρχές του '62 μου στέλνει ο Σεφέρης τις Δοκιμές του, στις εκδόσεις Φέξη με αφιέρωση. Ευγενική ανταπόδοση ήταν, όμως εγώ συγκινήθηκα πολύ γιατί για μένα οι Δοκιμές ήταν σχολείο και πανεπιστήμιο μαζί.
Ο Σεφέρης ήταν ενσυνειδήτως διδακτικός. Μετά τον Παλαμά, ο τελευταίος διδάσκαλος του γένους. Δεν θα υπάρξει άλλος. Μας τελείωσε το είδος. Δίδαξε τα στοιχειώδη και τα σπουδαία με σπάνια εντιμότητα: χωρίς απλουστεύσεις και εκλαϊκεύσεις. Με οξύνοια και απόλυτη ακρίβεια διατύπωσε και τα πλέον δύσκολα με απλή ρέουσα γλώσσα, χωρίς ίχνος φραστικής εκζήτησης ή νοηματικής υπερβολής, σχεδόν ταπεινά, χωρίς πνευματική πόζα ή αλαζονεία. Ο λόγος του είχε τη θερμότητα και τη φυσικότητα της προφορικής ομιλίας, χωρίς να αισθηματολογεί ή να ασημαντολογεί. Υπηρέτησε, όσο ελάχιστοι, το ουσιώδες. Δεν υπάρχουν σκουπίδια στη γλώσσα του. Ηξερε καλά τις θεωρίες αλλά δεν ζούσε γι' αυτές· απλώς τις χρησιμοποιούσε, όταν χρειαζόταν. Δεν ήταν ανιαρά αφηρημένος. Το συγκεκριμένο ήταν ο στόχος του και είχε πάντα κάτι να πει. Δεν μιλούσε για να μιλάει. Ακόμη και για τα πιο πνευματικά θέματα νόμιζες πως είχε μιαν αμεσότητα σωματικής επαφής σαν να εισέπραττε το καθετί με ολόκληρη τη σωματική του υπόσταση και όχι μόνο με το πνεύμα του. Η παιδεία του ήταν μεγάλη αλλά δεν υπήρξε δούλος της πολυμάθειας. Από τη συσσώρευση των γνώσεων προτιμούσε τη σωστή τους χρήση. Μιλώ φυσικά για τη μέθοδο και το ήθος της γραφής του και όχι για όσα μας δίδαξε. Αυτή είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία, όχι αυτής της στιγμής.
Πάντως και σαν άνθρωπος έμοιαζε πολύ στα γραφτά του. Στις συζητήσεις του με τον Ελιοτ ισοπαλία.
Ερχεται στη Θεσσαλονίκη το '62, στο τελευταίο μάθημα που έκανε γι' αυτόν ο Σαββίδης. Τον βλέπω για πρώτη φορά. Το σώμα του έδινε πιο πολύ την εντύπωση του βάρους και όχι του πάχους. Βαρύ σώμα, βαρύ κεφάλι, σοβαρά βυζαντινά μάτια, πολύ μελαχρινός. Μιλούσε αργόσυρτα με κάποιους μελωδικούς τόνους στη φωνή. Μειλίχιος και ευγενικός στους τρόπους. Η ομορφιά της Μαρώς εξέπεμπε ακόμη κύματα σαγήνης. Γαλανά τα μάτια και η ξανθή κοτσίδα των μαλλιών της στεφάνωνε σαν διάδημα το κεφάλι της. Εχω τρακ. Ο Σαββίδης με λυπάται και μου λέει γελώντας: «Μη φοβάσαι, απόψε σκίζεις!». Ο Σεφέρης μου λέει ότι βρήκε ενδιαφέρον το γράμμα μου και εγώ λέω σεμνά: «Ηταν ειλικρινές». Διαμαρτύρεται: «Για ό,τι είναι γραμμένο καλύτερα να αφήνουμε κατά μέρος την ειλικρίνεια». (Φυσικά, σκέφτομαι, αλλού οφείλεται η εμβέλεια των γραφομένων μας. Εχει δίκιο.)
Μετά το μάθημα του Σαββίδη λέει και ο Σεφέρης λίγα λόγια και τελειώνει με ένα: «Ο Θεός μαζί σας» που με προβληματίζει. Δεν τον είχα για θεοσεβούμενο. Πίστευα ότι ήταν ειδωλολάτρης και παγανιστής. Τώρα, ψάχνοντας λιγάκι βρίσκω και άλλες επικλήσεις στον Θεό. Το χειρόγραφο Σεπ. '41 τελειώνει με τη φράση: «Ο Θεός να βοηθήσει». Η δήλωση εναντίον της χούντας κλείνει με τη φράση «Παρακαλώ τον Θεό...». Η αδελφή του Ιωάννα Τσάτσου πιστεύει πως «η πίστη στην παρουσία του Θεού ήταν ζωντανή γι' αυτόν σ' όλη του τη ζωή». Και παραθέτει ένα ποίημα του Σεφέρη για την Παναγία που της έστειλε από το Παρίσι το 1920. Ισως λοιπόν να μην ήταν συμβατικές αυτές οι επικλήσεις όπως όλοι τις χρησιμοποιούμε αυθόρμητα σε κάποιες δύσκολες ώρες. Χρειάζεται έρευνα. Κάποτε πέρασε από το μυαλό μου ότι ο Σεφέρης διακατεχόταν από την ιδέα μιας ιερής αποστολής απέναντι στον ελληνισμό και στις αξίες του. Και αν όντως ήταν τόσο αποστολικός, μήπως αυτό οφειλόταν σε αυτή τη βαθιά κρυμμένη χριστιανική του φλέβα;
Πικρία μετά το Νομπέλ
Το επόμενο μεσημέρι Σεφέρηδες, Σαββίδηδες και εμείς στη Νεράιδα του γιαλού. Ο Σαββίδης παραγγέλνει συνέχεια και τρώμε ό,τι εκλεκτό παράγει ο Θερμαϊκός και η μαγειρική τέχνη της Σαλονίκης. Η ατμόσφαιρα οικεία. Μας επαινεί το περιοδικό μας, την «Κριτική», πρώτον, γιατί ήταν ανοιχτό στις αξίες καταργώντας τις κομματικές ταυτότητες και, δεύτερον, για την παρακολούθηση των εκτός Ελλάδος, σύγχρονων πνευματικών ρευμάτων. Μας ψιλορωτάει για πολλά και έχω την εντύπωση πως κρυφά μας βαθμολογεί. Φεύγοντας τον ρωτώ τι θα κάνει τώρα που τελείωσαν οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις και γύρισε στην πατρίδα. Μου απαντάει σκυθρωπός: «Μετρώ τις μέρες».
Το σπίτι του στην οδό Αγρας πίσω από το Στάδιο, απλό «σα νησιώτικο» όπως έλεγε ο ίδιος, με μια γοργόνα σε δικό του σχέδιο στο υπέρθυρο της εισόδου. Χώροι χωρίς πολυτέλεια, τα στοιχειώδη έπιπλα και παντού στους τοίχους βιβλία. Το σαλόνι και το γραφείο βγάζουν σε μιαν αυλίτσα με λίγα καχεκτικά φυτά στις παρυφές της και ένα μεγάλο χαμηλό τραπέζι στο κέντρο της γεμάτο κοχύλια και μια γλάστρα φουντωμένο βασιλικό στη μέση. Μικρή συντροφιά. Κάθομαι δίπλα του και με ρωτάει τι δυσκολίες έχω όταν γράφω. Του λέω πως μόνιμη δυσκολία μου είναι η γλωσσική διατύπωση. Πώς θα βρω τις κατάλληλες λέξεις που θα αποδώσουν με ακρίβεια τις σκέψεις και τα αισθήματά μου. «Αυτή είναι η ουσία της γραφής» μου απαντά. «Οι λέξεις είναι τα εργαλεία της. Φτάνει να έχεις κάτι να πεις. Δεν βλέπεις πόσο εύκολα γράφουν αυτοί που δεν έχουν να πουν τίποτα;».
Πιστεύω πως τα ημερολόγιά του ήταν περισσότερο μια καθημερινή άσκηση γραφής παρά ανάγκη καταγραφής συμβάντων και σκέψεων.
Παίρνει το Νομπέλ. Του γράφω ένα γράμμα και τον παρακαλώ να μην ξεχνά τα γραπτά του Αρτεμιδώρου. Μου στέλνει μια κάρτα από τη Στοκχόλμη και μου απαντά ότι δεν τα ξεχνάει.
Γυρίζουν και πάω να τους δω. Μου δείχνουν το μετάλλιο του Νομπέλ ολόχρυσο και μεγάλο σαν πιατάκι του καφέ και πολλές φωτογραφίες. Μιλούν και οι δυο μαζί για τη θερμή υποδοχή των Σουηδών, για την παιδική χορωδία που τους είπε «καλημέρα» το πρωί της απονομής, για τη συγκινητική μεγαλοπρέπεια της τελετής, αλλά και για την πρωτοφανή αγνόηση της βράβευσης από το ελληνικό κράτος. Κανείς στο σπίτι, στην απονομή του βραβείου, στο αεροδρόμιο. «Μα καλά δεν κατάλαβαν καθόλου ότι στο πρόσωπό μου βραβευόταν η Ελλάδα;» αναρωτιέται. (Τι να πω, ότι εκτός από αδαείς περί την τέχνην είναι και κόπανοι ως πολιτικοί;) Σκέψου ότι ακούστηκε και αυτό: «Οτι οι Σουηδοί μου έδωσαν το Νομπέλ επειδή πούλησα την Κύπρο στους Εγγλέζους!». Πρώτη φορά τον βλέπω να μιλάει τόσο ζωηρά με πικρία, απορία, αγανάκτηση και αηδία.
Ετσι ο λόγος του Χέντερλιν «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σε έναν μικρόψυχο καιρό;»βρήκε επιτέλους το αληθινό του νόημα: Δεν χρειάζονται.
Η ψώρα της χούντας
Οταν έκανε τη δήλωση εναντίον της βρισκόμουν στην Αθήνα. Εκοψα μιαν αγκαλιά πασχαλιές από τον κήπο και πήγα να τους δω.«Αισθάνθηκα την ανάγκη να σας δω από κοντά» του λέω, «ξέρετε γιατί». Ηξερε.
Μετά την έκδοση των 18 κειμένων στο σπίτι του Ρόδη Ρούφου. Παρόντες σχεδόν όλοι οι συνεργοί. Πλησιάζω τον Σεφέρη και τον φιλώ. Μου φιλάει το χέρι που του χαϊδεύει το μάγουλο. Του λέω: «Ο κόσμος αγκάλιασε την έκδοση αλλά το σινάφι μας χτύπησε αλύπητα». Μου λέει με χιούμορ χαμογελαστός: «Let the enemies entertain us!».
Δεν πρόλαβε να χαρεί την πτώση της χούντας. Ο θάνατός του μας κόστισε πολύ. Τον έκλαψα σαν δικό μου άνθρωπο. Βάλαμε στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου τη φωτογραφία του και όλα του τα βιβλία που τα έφερα από το σπίτι. Εμπαινε κόσμος και γύρευε να τα αγοράσει. Ο Μανόλης πήγε στην κηδεία του και ήταν αυτός που, όταν τέλειωσε η νεκρώσιμη ακολουθία, φώναζε: «Αθάνατος» και όλοι με ένα στόμα επανέλαβαν:«Αθάνατος». Η Μαρώ έκοψε σύρριζα τη χρυσή κοτσίδα της και την έβαλε στο φέρετρό του. Το φέρετρο το κρατούσαν άνθρωποι που τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν. Εγινε μεγάλο λαϊκό προσκύνημα. Δικαιοσύνη.
Λίγο καιρό μετά έρχεται η Μαρώ ένα βραδάκι στο μαγαζί με το τουρμπάνι στο κεφάλι.«Ηρθα να σας φέρω κάτι πράγματα για να μας θυμάστε» μου λέει. «Αυτή την πίπα του Γιώργου για τον Μανόλη και αυτό το κολιέ από κοράλλι για σένα. Το είδα σε μια βιτρίνα στο Λονδίνο και μου άρεσε τόσο που ο Γιώργος μπήκε μέσα και μου το αγόρασε. Τι το κοιτάς;Φόρεσέ το». Πήγαινε ωραία με το άσπρο πουλόβερ μου. Κλείσαμε το μαγαζί και πήγαμε στο σπίτι. Ηπιαμε άσπρο κρασί και είπαμε πολλά.
Ο Χειμωνάς μού είπε ότι στο νοσοκομείο κάνα δυο μέρες πριν πεθάνει, τον είδε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Τι πιο ανθρώπινο;
Η τελευταία εικόνα του που μου έρχεται τώρα. Καλοκαίρι μεσημέρι στο σπίτι του. Είναι όρθιος, φοράει ριχτό πουκάμισο, κοντομάνικο και κατακίτρινα πάνινα παπούτσια που ταιριάζουν πολύ ωραία με το ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Μια νότα ροκ που ειρωνευόταν τη σοβαροφάνεια, τα κίτρινα πάνινα παπούτσια.
Η κυρία Νόρα Αναγνωστάκη είναι κριτικός λογοτεχνίας και συγγραφέας.

Βουρτσίσου Ελένη, ΝΕΡΙΤ:Ανοίξαμε και μας πληρώνετε...,ΤΟ ΒΗΜΑ, 3 Ιανουαρίου 2013


  

Εγινε κι αυτό. Με την άφιξη του νέου χρόνου ήρθε και η ανακοίνωση για την καταβολή του ανταποδοτικού τέλους για τη Νέα Τηλεόραση. Τώρα, θα αναρωτηθεί ο καλοπροαίρετος τηλεθεατής, ποιας νέας(;) και ποιας τηλεόρασης(;). Αλλο θέμα. Ας το αφήσουμε προς το παρόν.
Ας αντιμετωπίσουμε τη νέα πραγματικότητα.
Μέχρι στιγμής: Δημόσια τηλεόραση με πρόγραμμα ΔΕΝ έχουμε. ΔΤ με πρόγραμμα, τύποις, έχουμε.
Προς το παρόν δημόσιους ραδιοφωνικούς σταθμούς ΔΕΝ έχουμε. Τρίτο πρόγραμμα ΔΕΝ έχουμε (πώς θα μπορούσαμε άλλωστε;). Μουσικά σύνολα ΔΕΝ έχουμε και, κυρίως, κοινό ΔΕΝ έχουμε.
Εχουμε βέβαια όραμα. Οτι θα τα έχουμε. Θα... δούμε.
Για να γίνουν όλα αυτά όμως, πρέπει να υπάρχει και το απαιτούμενο ρευστό. Οπότε; Ο λογαριασμός στον πελάτη. Πότε; Τώρα. Πρώτα πληρώνεις και μετά απολαμβάνεις. Σαν τα διόδια στην πολύπαθη Κορίνθου - Πατρών ένα πράγμα· πληρώνεις αλλά η κατασκευή της εθνικής έχει ακόμη πολύ... δρόμο.
Ετσι και με τη ΝΕΡΙΤ. Ποδαρικό με ανταποδοτικό τέλος. Ανοίξαμε και σας περιμένουμε.
Το κερασάκι; Δεν θα πληρώνουμε όσο πριν. Συρρικνωμένος ο φορέας, μειωμένο και το τέλος. Ομως...
Ομως η σημασία κρύβεται στη λεπτομέρεια. Σύμφωνα με ανακοίνωση από το τέλος θα συγκεντρωθούν 191 εκατ. ευρώ. Η ΝΕΡΙΤ έχει προϋπολογισμό 100 εκατ. ευρώ. Οπότε με χαρά μάς ανακοινώνεται ότι «Η εταιρεία θα συνεισφέρει 91,4 εκατ. στο πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού για το 2014»!

Και τίθεται το ερώτημα: Γιατί όλη αυτή η κοροϊδία; Γιατί δεν το λένε καθαρά ότι δεν φτάνουν οι φόροι που σας βάζουμε, δεν φτάνει η αφαίμαξη του κάθε νοικοκυριού, τώρα θα σας πάρουμε και άλλα αλλά... μέσω δημόσιας τηλεόρασης;
Τόσα χρόνια οι πολίτες πλήρωναν, αναντίρρητα, το ανταποδοτικό τέλος για να έχουν δημόσια ραδιοτηλεόραση και όχι για να καλύπτουν τις τρύπες του κράτους. Το οποίο κράτος πάλι έπαιρνε από τα χρήματά τους και έδινε στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Υποτίθεται ότι η ΕΡΤ έκλεισε για να διορθωθούν όλα και να «ελαφρωθεί» ο βεβαρημένος καταναλωτής. Υποτίθεται. Γιατί πάλι, μέσω της ΝΕΡΙΤ, ξαναπληρώνουμε για το κράτος.

Γιατί λοιπόν τα επιπλέον 91 εκατ. ευρώ να μην μπαίνουν στο ταμείο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης ώστε να συμβάλουν στη μελλοντική ανάπτυξή της; Γιατί αφού τα δίνουμε για τη ΝΕΡΙΤ να πηγαίνουν αλλού; Γιατί ένας ακόμη φόρος με... φερετζέ; Εμείς για τη ΔΤ πληρώνουμε. Αν χρειάζονται 101 εκατ. ευρώ, να μειωθεί το τέλος ώστε να καλύπτει μόνον αυτά. Ούτε ευρώ παραπάνω. Διαφορετικά, να το πουν καθαρά: Πληρώνετε ΔΤ συν επιπλέον φόρο. Απλά πράγματα, ξεκάθαρα, για να μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Ευάγγελος Αυδίκος, 'Πού να σπείρης και να θερίζης σε μια καρυόπιτα'. ΛΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ, Εκδόσεις ΠΕΔΙΟ, Αθήνα 2013

Οι παραδόσεις αποτελούν ένα χρήσιμο αφηγηματικό υλικό, το οποίο μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην προσπάθεια κατανόησης των συστατικών της λαϊκής ιδεολογίας και του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται.
Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στον τόμο:
- Επιχειρούν να διερευνήσουν τη σχέση του υπερφυσικού και της μαγικής σκέψης με την κοινωνική οργάνωση και το πώς αυτή αντανακλάται και διαχέεται στις παραδόσεις (ιστορίες για βρικόλακες, καλικάντζαρους και φαντάσματα, κατάρες, παραμύθια) που αποτελούν αφηγηματική διατύπωση της τοπικής κοσμολογίας, η οποία διασυνδέεται και με πανανθρώπινα μοτίβα.
- Προσπαθούν να κατανοήσουν την επιβίωση -και το μετασχηματισμό-πανάρχαιων μοτίβων για το ρόλο των νεκρών στη ζωή των κοινωνιών των ζώντων και το πώς αυτή συμβολικοποιείται με το μοτίβο των οστών και τη διαχείριση του νεκρού σώματος (ταφή ή αποτέφρωση).
- Εστιάζουν στο πώς το υπερφυσικό ως ανορθολογισμός συνεχίζει τη ζωή του και στη νεωτερικότητα.
- Διερευνούν τον τρόπο με τον οποίο εγγράφεται η οργάνωση του χώρου, καθώς και τη νοηματοδότηση που κάποιες συγκεκριμένες περιοχές αποκτούν για την κοινότητα.
- Μελετούν την έννοια του κυκλικού χρόνου που αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο της παραδοσιακής κοινωνίας.
- Θέτουν επί τάπητος τις έννοιες της πίστης και της αλήθειας, που αποτελούν κεντρικούς άξονες στη συγκρότηση των παραδόσεων. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

«H σκιά της Μίκας» του Βαγγέλη Αυδίκου… γοήτευσε, Παρατηρητής της Θράκης


Με επιτυχία και σε μια ιδιαίτερα ζεστή ατμόσφαιρα, με ειλικρίνεια και συναισθήματα συντροφικότητας, πραγματοποιήθηκε στον πολύ όμορφο χώρο του παταριού του Βιβλιοπωλείου Δημοκρίτειο η εκδήλωση παρουσίασης του τέταρτου στη σειρά λογοτεχνικού έργου του κοινωνικού ανθρωπολόγου και καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Βαγγέλη Αυδίκου.

Πρόκειται για το τρίτο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Αυδίκου μετά τα:

• «Ο δικός μου Θεός» (Εκδ. Ταξιδευτής) στο οποίο πρωταγωνιστεί η Θράκη, η Ροδόπη και η Ξάνθη, και ο έρωτας δυο συμπολιτών, ενός μουσουλμάνου και μιας χριστιανής, παρέχοντας στον συγγραφέα αφορμή να περιγράψει την πολυπολιτισμικότητα της περιοχής και τα τείχη που υψώνονται εκατέρωθεν των δυο πληθυσμιακών ομάδων τεχνηέντως.

• «Η κίτρινη ομπρέλα» (Εκδ.Μεταίχμιο), ένα πολυφωνικό και πολυπρισματικό μυθιστόρημα που συγκαταλέχθηκε στη short list των υποψήφιων για το βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω»

• και το τέταρτο λογοτεχνικό του έργο, αφού ο Βαγγέλης Αυδίκος πρωτοπαρουσιάστηκε στη λογοτεχνία όταν υπηρετούσε ακόμη στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης με τη συλλογή διηγημάτων «Το βλέμμα στον τοίχο με τη μαντανία» (Εκδ. Ελληνικά Γράμματα).

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Αυδίκου ανέλαβαν να παρουσιάσουν στην ζεστή ομήγυρη η γράφουσα Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη και ο καθηγητής της Ποινικής Δικονομίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Θεοχάρης Δαλακούρας.

Η πρώτη αναφέρθηκε στο λογοτεχνικό- ιστορικό πλαίσιο που συγκαταλέγεται το μυθιστόρημα και είναι αυτό της λογοτεχνίας με θέμα τη μετανάστευση, το οποίο είναι ιδιαίτερα ευρύ όσο και το μεταναστευτικό φαινόμενο, η δε χρονική του αφετηρία κατά πολλούς τοποθετείται στον 8ο αιώνα π.χ με τον πρώτο αποικισμό. Ξεπερνώντας τα περί χρονικής αφετηρίας του φαινομένου, αναφερόμενη στον Νίκο Σβορώνο και στην άποψή του ότι πάγιο πολιτισμικό χαρακτηριστικό του χώρου όπου κατοικούμε, λόγω της πτωχείας και του άγονου της ελληνικής γης, είναι η έξοδος και η καταφυγή στο ταξίδι και στους ανοικτούς ορίζοντες στους οποίους εγκαλεί το πέλαγος που μας περιβάλλει, η ομιλούσα αναφέρθηκε στο ειδολογικό εύρος της λογοτεχνίας για τη μετανάστευση,(λογοτεχνία για την εσωτερική μετανάστευση, τους πολιτικούς εξόριστους, τους μετανάστες ανά ήπειρο, την παραχθείσα επίσης λογοτεχνία από μετανάστες ανά ήπειρο, το δημοτικό τραγούδι της ξενιτειάς κ.α.), αναφερόμενη στη συνέχεια στη λογοτεχνία της μετανάστευσης των τελευταίων αιώνων και σε μυθιστορήματα που είναι γνωστά όπως η «Μετανάστις» και ο «Αμερικάνος» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, η συλλογή «Διηγημάτων της ξενητειάς» του συμπατριώτη του συγγραφέα Χρήστου Χρηστοβασίλη, αλλά και στην ιδιαίτερα σημαντική καταγραφή του μεγάλου έλληνα γλωσσολόγου Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ο οποίος παρουσίασε αναλυτικότατα τους έλληνες μετανάστες της Αμερικής, ως τμήμα της ελληνικής διασποράς πλέον, με εξαιρετικά συστηματικό τρόπο.

Ακολούθως αναφέρθηκε στην ιστορία της Μίκας, η οποία ήταν πρόσφυγας από τη Σμύρνη που διέκοψε λόγω μικρασιατικής καταστροφής τις σπουδές της στη Γαλλία και έφυγε μετανάστης στην Αμερική, όπου εργάστηκε σκληρά χωρίς να δικαιωθεί σύμφωνα με το στερεότυπο του αμερικάνικου ονείρου. Οι περιπέτειες της Μίκας που αρχίζει να εργάζεται πουλώντας λουλούδια σε καρότσι, ερωτεύεται τον Ιρλανδό Πάτρικ και τον Τζων, αποκτά δύο παιδιά, παρουσιάζονται σε δώδεκα κεφάλαια από τον αφηγητή Κοσμά Τρίκαρδο που πορεύεται στη σκιά της Μίκας προκειμένου να την αναστήσει και να διαλευκάνει το πού θα κατευθυνθούν οι μετοχές τις οποίες είχε αγοράσει και οι οποίες εν ζωή ουδέν όφελος της απέφεραν.

Το νήμα της ανάλυσης και του σχολιασμού του μυθιστορήματος ανέλαβε στη συνέχεια ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θεοχάρης Δαλακούρας, ο οποίος εκκινώντας από τη φιλοσοφία της φαινομενολογίας, στην οποία αναλίσκεται τελευταία, παρουσίασε με εξαιρετικό τρόπο της σύζευξη μεταξύ των λέξεων της λογοτεχνίας με τα φαινόμενα της πραγματικής ζωής, χαρακτηρίζοντας το μυθιστόρημα «Η σκιά της Μίκας» ως «μυθιστόρημα ενός κοινωνικού ανθρωπολόγου», υπονοώντας την πολυεπίπεδη επιστημονική σκευή του επιστήμονα- κοινωνικού ανθρωπολόγου Βαγγέλη Αυδίκου, την οποία μπορεί να απεκδύεται όταν γράφει, εν τούτοις αυτή εξακολουθεί, εν σιωπή έστω, να υφίσταται.

Ο κ. Δαλακούρας εστίασε στα όσα προσκομίζει το μυθιστόρημα σε δεύτερο επίπεδο από τον πολιτισμό των ελλήνων της Αμερικής, τη γλώσσα, την κουζίνα, τον διχασμό των μεταναστών που εξαναγκάζονται να ζουν πολλές φορές ανάμεσα σε δυο κουλτούρες, τις διαφορές μεταξύ ενός ελλαδίτη μετανάστη και ενός μετανάστη από το χώρο του μείζονος ελληνισμού όπως η Μίκα που προέρχεται από τη Σμύρνη και μπορεί να είναι ανεκτικότερη στη συμβίωση με τους άλλους, όπως συνέβη με τη σχέση της, τον Ιρλανδό Πάτρικ, τις υιοθεσίες ελληνοπαίδων που γίνονταν μεταπολεμικά στην Αμερική για λόγους «αντιλήψεων», επαναφέροντας στην επικαιρότητα ένα θέμα αποσιωπημένο μεν στην ελληνική κοινωνία, αλλά υπαρκτό.

Εκκινώντας από τη φαινομενολογία και τον κανόνα της μετανάστευσης ο κ. Δαλακούρας προέβη επίσης στη σύγκριση του κόσμου των ευρωπαίων μεταναστών και εκείνον των μεταναστών της Γερμανίας όπου ο ίδιος έζησε με τον κόσμο των μεταναστών της Αμερικής και στη βασική διαφορά τους που έγκειται στο ότι οι έλληνες της Αμερικής δεν είχαν ένα γεγενημένο ήδη έθνος, όπως το γερμανικό να αντιμετωπίσουν, αλλά ένα έθνος στη γέννησή του, το αμερικάνικο, στο σχηματισμό του οποίου έπρεπε να συμμετάσχουν. Στο σημείο αυτό εστίασε στις διαφορές της ορθόδοξης και της προτεσταντικής αντίληψης, και στην επικέντρωση της δεύτερης στην ωφελιμότητα, ως φορέα της οποίας περιέγραψε τον Πάτρικ.

Ο κ. Δαλακούρας σημείωσε επίσης τα στοιχεία suspense και εκπλήξεων που διανθίζουν το μυθιστόρημα και το καθιστούν ενδιαφέρον ανάγνωσμα, καθώς και στη διασάφηση του κλειστού όρου γκασταρμπάιτερ για τον ευρωπαίο μετανάστη στη Γερμανία, που ουσιαστικά χαρακτηρίζεται ως φιλοξενούμενος εργάτης, και στον μετανάστη της Αμερικής και τους ορίζοντες που η νέα αυτή ήπειρος του άνοιγε, μια κι εκεί είχε την ελευθερία να ξεκινήσει τα πάντα από την αρχή, όχι μόνον ως εργάτης, αλλά και ως έμπορος, ως εισαγωγέας, ως επιστήμονας κ.ά.

Στη συνέχεια, ο συγγραφέας Βαγγέλης Αυδίκος χαρακτήρισε τη δημιουργία κάθε μυθιστορήματος ως γέννα, διευκρίνισε δε ότι ό,τι τον απασχολεί όταν γράφει είναι η λογοτεχνική αρτιότητα του πονήματός του, θύμισε ότι εξακολουθεί να θεωρεί τη Θράκη δικό του χώρο, και δήλωσε τη χαρά του που συνάδελφοι λαογράφοι αλλά και φίλοι κομοτηναίοι προσήλθαν στην παρουσίαση.

Ακολούθησε συζήτηση με αφορμή ερώτηση-τοποθέτηση της Ελένης Λαφτσή για τη σύγχρονη μετανάστευση και τα σύγχρονα παθήματα των ανθρώπων που εξαναγκάζονται να αναζητήσουν πατρίδα, και η παρουσίαση έκλεισε με ανάγνωση αποσπάσματος από τη «Σκιά της Μίκας» που διάβασε ο φιλόλογος Σπύρος Κιοσσές.

Περισσότερες φωτογραφίες στη σελίδα μας στο facebookhttps://www.facebook.com/paratiritis.thrakis


Συντάκτης:Τζένη Κατσαρή - Βαφειάδη 
e-mail: tkatsari@gmail.com