Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Ευάγγελου Αυδίκου*, Μιζέρια και κρίση,ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ,11/04/14



Οι λέξεις μεταφέρουν φορτίο. Κουβαλάνε πολιτισμικό κεφάλαιο. Γίνονται συχνά οβίδες στις λεκτικές αντιπαραθέσεις αλλά και εκφραστές προκαταλήψεων, κοινωνικού αποκλεισμού, έμφυλων και κοινωνικών κατηγοριοποιήσεων, τιμωρητικής προδιάθεσης για την αναπαραγωγή του κοινωνικού και πολιτισμικού συστήματος.

Αν στο παρελθόν η ανάδειξη συγκεκριμένων λέξεων σε σύμβολα για την έκφραση όσων προηγήθηκαν ήταν μια μακρόσυρτη διαδικασία, καθώς η επικοινωνία δεν ήταν άμεση, στις μέρες μας οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, οι διαδικτυακοί τόποι και τα άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μεταφέρουν το μήνυμα ταχύτατα, γεγονός που ευνοεί την ανάδειξη κάποιων λέξεων σε πυκνωτές του διαλόγου και των κοινωνικών αντιπαραθέσεων.

Οι λέξεις-πυκνωτές στην εποχή του Μνημονίου είναι ο λαϊκισμός και η μιζέρια. Οι δυο λέξεις αποτυπώνουν τον διαφορετικό τρόπο νοηματοδότησης και πρόσληψης των κοινωνικών και οικονομικών φαινομένων. Στη μια πλευρά βρίσκονται όσοι περιγράφουν την ανθρωπιστική κρίση που έχει προκληθεί στην Ελλάδα μετά την απόφαση για την υπογραφή μνημονιακών συμβάσεων που οδήγησαν στην οικονομική εξαθλίωση και κοινωνική περιθωριοποίηση ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Για όλους αυτούς η λέξη μιζέρια ταυτίζεται με το υψηλό ποσοστό ανεργίας, τους αστέγους, την ανησυχητική αύξηση των αυτοκτονιών, την εγκατάσταση της κατάθλιψης στην ελληνική κοινωνία, την ανασφάλεια που προκαλείται από την ανασφάλιστη εργασία και τις επαπειλούμενες ομαδικές απολύσεις και τον μετεωρισμό στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, την αίσθηση ότι στενεύει ο ορίζοντας για όνειρα και σχεδιασμούς. Η λέξη λαϊκισμός, με τη σειρά της, αναφέρεται στην απόπειρα των πολιτικών εκείνων που επιχειρούν να εμφανίσουν ως αναπότρεπτα αυτά τα μέτρα, τα οποία ωστόσο μακροπρόθεσμα θα φέρουν την ανάπτυξη και τη διάσωση της χώρας. Ο λαϊκισμός προφανώς είναι η λέξη που χρησιμοποιείται από όσους ασκούν εξουσία. Από τους βουλευτές που στα τηλεοπτικά παράθυρα εμφανίζονται ως δήθεν φιλολαϊκοί, ενώ στις κρίσιμες ψηφοφορίες στη Βουλή επικαλούνται το καλό της πατρίδας. Υψώνουν τον τόνο της φωνής τους στις τηλεοπτικές συζητήσεις υποστηρίζοντας τα λαϊκά δίκαια. Στη Βουλή όμως γίνονται γάτες Αγκύρας. Μιζέρια και λαϊκισμός, στην περίπτωση αυτή, περιγράφουν τις οδυνηρές συνέπειες μιας άφρονος πολιτικής, καθώς και την αγωνιώδη προσπάθεια που καταβάλλεται από τους υπεύθυνους να μερεμετίσουν την κατάσταση.

Οι ίδιες λέξεις, ωστόσο, χρησιμοποιούνται και από τους υποστηρικτές των μνημονίων. Κάποιος δε από τους υπουργούς διεκδίκησε τον κότινο της αυτοθυσίας για όσους συνυπέγραψαν ή ψήφισαν τη φτωχοποίηση της χώρας. Λαϊκισμός γι’ αυτούς είναι όσοι υποστηρίζουν ότι τα μνημονιακά μέτρα προκάλεσαν δυστυχία. Λαϊκιστές είναι όσοι αντιτίθενται σ’ αυτά τα μέτρα. Είναι οι απεργοί και οι άστεγοι. Είναι οι νέοι άνεργοι. Οι διαμαρτυρόμενοι για την καταστροφή του περιβάλλοντος. Αυτοί που περιγράφουν με μελανά χρώματα τόσο το παρόν όσο και την προοπτική του μέλλοντος. Και τότε βγαίνει από το οπλοστάσιο η δεύτερη λέξη-οβίδα. Μιζέρια η αναφορά στην οικονομική εξαθλίωση. Μιζέρια η απουσία προοπτικής. Μίζεροι και όσοι ασχολούνται με τα όσα έγιναν. Τα θεωρούν αναπότρεπτα. Προτείνουν να τα αφήσουμε πίσω μας. Να ασχοληθούμε με το παρόν. Να συμβιβαστούμε. Διαφορετικά, βγαίνει η λέξη-οβίδα που απαξιώνει την άλλη πλευρά.

Αυτή η τακτική δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των πολιτικών. Είναι φίλτατη τακτική πολλών δημοσιογράφων. Πρόθεσή τους ενδεχομένως να είναι η ανάταξη της ψυχολογίας, που έχει πέσει στα Τάρταρα αυτό τον καιρό. Γι’ αυτό θέλουν «χρώμα» στη ζωή. Αισιοδοξία. Ωστόσο, αυτό δημιουργεί προϋποθέσεις για την εμφάνιση ενός μεταμοντέρνου ρεαλισμού, στον οποίο θα απεικονίζονται χαρωπά πρόσωπα, αποφασισμένα να χτίσουν τη νέα κοινωνία. Η φτώχεια, ο πόνος, η πολιτική της κοινωνικής ευαισθητοποίησης, το ισοπεδωμένο σύστημα υγείας, όλα αυτά είναι «εμμονικές» εκδηλώσεις ενός «φαύλου» παρελθόντος.

Το σύνδρομο της ορχήστρας του Τιτανικού έχει προσβάλει μια μερίδα της δημοσιογραφίας και της πολιτικής. Κλείνουν τα μάτια στην ανθρωπιστική κρίση και ανάγουν το πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα σε αισθητικό. Η μιζέρια είναι ένα οικονομικό και κοινωνικό αποτέλεσμα. Αν υποβαθμίζεται αυτή η διάσταση, τότε είναι ορατός ο κίνδυνος να γίνει η μιζέρια μηχανισμός πολιτικής παθητικοποίησης όσων πλήττονται, με απάνθρωπο τρόπο, από την κρίση.

………………………………………………………………………………………………….

* Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας


Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος, Άνω τελείες και τέτοια, Μανδραγόρας, 2013

Άνω τελείες και τέτοια

Αγαθοκλής Αζέλης, Εωθινές επιγνώσεις, Πλανόδιον, 2011

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Γιάννης Σμαραγδής: ένας στοχαστής σκηνοθέτης, ομιλία σε τιμητική εκδήλωση που διοργανώνει το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας για τον σκηνοθέτη







«Όταν λες μια ιστορία αυτή περνάει στα μυαλά των ανθρώπων. Οι ιστορίες μπορούν ν’ αλλάξουν την πραγματικότητα».
Η φράση λέγεται στην ταινία «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» και πιστεύω ότι συμπυκνώνει τον ακρογωνιαίο λίθο της κινηματογραφικής τέχνης του Γιάννη Σμαραγδή. Πάνω απ ‘ όλα ο Σμαραγδής είναι ένας παραμυθάς. Ο μελετητής του κινηματογραφικού έργου, ο Μίμης Τσακωνιάτης, τον χαρακτηρίζει ως ένα σπάνιο είδος βιογράφου –δημιουργού. Και δεν έχει άδικο. α. Εστιάζει σε πρόσωπα. Οι κινηματογραφικές του ταινίες επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό. Η ζωή σημαντικών προσωπικοτήτων του ελληνικού πολιτισμού(Καβάφης, Παπαδιαμάντης, Ελ Γκρέκο, Ι. Βαρβάκης και Ν. Καζαντζάκης, που αποτελεί το θέμα της προετοιμαζόμενης ταινίας του) χρησιμοποιείται ως το αφηγηματικό στημόνι για την καλλιτεχνική του δημιουργία και την κατάθεση των απόψεών του. β. Ενσωματώνει στις κινηματογραφικές αφηγήσεις του δομικά στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού, αποδεικνύοντας ότι, ως κρητικός, είναι ζυμωμένος με μοτίβα του λαϊκού πολιτισμού, τα οποία λειτουργούν ως κόμβοι της κινηματογραφικής του αφήγησης. Η ταινία για τον περιπετειώδη βίο του Ι. Βαρβάκη συνυφαίνεται με αφηγηματικά μοτίβα της λαϊκής αφήγησης. Πιο συγκεκριμένα, η αφήγηση της ταινίας οργανώνεται γύρω από δύο αφηγηματικές ομάδες. Η πρώτη είναι του Αλέξιου Λεφεντάριου και του Άγγλου πρεσβευτή ΜακΚόρμικ και η άλλη η εξιστόρηση του συνεργάτη του Βαρβάκη   σε μια ομάδα παιδιών διαφόρων όψεων της ζωής του Βαρβάκη. Όλη η κινηματογραφική αφήγηση μοιάζει ως μια σπείρα που έχει ως επίκεντρο τις δύο αφηγηματικές ομάδες.
       Ο Σμαραγδής γνωρίζει βιωματικά της δύναμη της λαϊκής αφήγησης, καθώς και την απελευθερωτική δυνατότητα που έχει τόσο για την επικοινωνία όσο και για τη διεύρυνση των ορίων της σκέψης. Θα μου επιτρέψετε να μεταφέρω στα καθ΄ ημάς τον διάλογο που γίνεται ανάμεσα στον ΜακΚόρμικ και τον Λεφεντάριο  για τον Βαρβάκη που οδηγείται στο λοιμοκαθαρτήριο
ΜακΚόρμικ…Γιατί είναι επικίνδυνος;
Αλέξιος----Τολμά να ονειρεύεται
Αυτή είναι η δύναμη της λαϊκής αφήγησης. Αυτή είναι η ενοχή κάθε τέχνης. Μυεί τους εραστές της στα μονοπάτια του ονείρου, που είναι ανεξέλεγκτα και γι’ αυτό επικίνδυνα. Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι η τέχνη, η αφήγησή της, υπονομεύει , υπό μία έννοια, την απόλυτη κυριαρχία του διαφωτισμού και αποτελεί κίνδυνο κάθε μορφή εξουσίας, γιατί προκαλεί ρωγμές στον διαμερισματοποιημένο και τυποποιημένο τρόπο σκέψης.

Ποιος είναι όμως ο Γιάννης Σμαραγδής.
1. Η αναφορά στη ζωή του


Γεννήθηκε το 1946 στo Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε σκηνοθεσία στην Ελλάδα και το Παρίσι. Εμφανίζεται το 1972 με την μικρού μήκους  ταινία Δύο τρία πράγματα… (12’), με την οποία απέσπασε το πρώτο βραβείο στην Ελλάδα και διάκριση στο Φεστιβάλ του Μόντρεαλ του Καναδά.

Η σταδιοδρομία του Γιάννη Σμαραγδή είναι γεμάτη δημιουργικότητα και μετρά πολλές επιτυχίες και βραβεία τόσο στον κινηματογράφο όσο και στην τηλεόραση. Είναι πολύ αγαπητός στο κοινό για το έργο του, αλλά και ως άνθρωπος και ψηφίστηκε μάλιστα στο διαδίκτυο το 2012 και το 2013 ως ο πιο δημοφιλής Έλληνας Καλλιτέχνης.

Η μεγάλη καλλιτεχνική του φήμη οφείλεται κυρίως στις ταινίες: Καβάφης (1996), El Greco (2007) και Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι (2012). Σημείωσαν και οι τρεις εξίσου μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα και το εξωτερικό, επιλέχθηκαν και συμμετείχαν επίσημα σε πολλά διεθνή φεστιβάλ και απέσπασαν πολλά βραβεία.

Στην τηλεόραση, άγγιξε τις ψυχές των θεατών με την ταινία του Καλή σου Νύχτα, Κυρ Αλέξανδρε (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) το 1980, όπου προβλήθηκε πάνω από 50 φορές.

Το 1988 σκηνοθέτησε την κινηματογραφημένη σειρά 13 επεισοδίων Σιγά η Πατρίδα Κοιμάται…, η οποία θεωρήθηκε η καλύτερη τηλεοπτική σειρά στην Ελλάδα από καταβολής ελληνικής τηλεοράσεως.

Ο Γιάννης Σμαραγδής έχει σκηνοθετήσει και άλλες, ιδιαίτερα δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές, όπως: Χατζημανουήλ (1984), Χαίρε Τάσο Καρατάσο (1986), η οποία απέσπασε το Βραβείο Σκηνοθεσίας, πολλά ντοκιμαντέρ, κ.λπ.

2. Το έργο του: Η διεθνικότητα του ελληνικού πολιτισμού και η ιστορία

     Με την ελληνική ιστορία ασχολούνται και άλλοι Έλληνες σκηνοθέτες. Πρωτίστως, εστιάζουν στη νεώτερη ελληνική ιστορία: τη Μικρασιατική καταστροφή, την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη μεταπολεμική περίοδο.  Ασχολούνται δηλαδή με γεγονότα που εκτυλίσσονται στα γεωγραφικά όρια του ελληνικού κράτους . Όμως, ο Σμαραγδής είναι η μοναδική περίπτωση κινηματογραφικού δημιουργού  που επικεντρώνεται  σε σπουδαίες προσωπικότητες Ελλήνων, οι οποίοι είτε έζησαν και δραστηριοποιήθηκαν πριν από τη συγκρότηση του εθνικού κράτους(El Greco, Βαρβάκης) είτε ανήκουν στην ελληνική διασπορά γεωγραφικά(Καβάφης) ή με τη δημιουργία τους διεύρυναν τα  όρια της ελληνικότητας(El Greco, Καβάφης, Καζαντζάκης).
  Γράφει ο Μίμης Τσακωνιάτης. «Ο Γιάννης Σμαραγδής είναι μοναδική περίπτωση γνήσιου μεταφυσικού σκηνοθέτη στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου όπου σε μια εποχή ολοκληρωτικής παρακμής, επικράτησης και λατρείας της ασχήμ ιας, της ύλης και του Εγώ, κινείται κόντρα στο κυρίαρχο ορφικό ρεύμα. Στην ουσία κυλάει μέσα στο ίδιο γαλάζιο ποτάμι παρέα με όλους τους αρχαίους αλλά και σύγχρονους φιλοσόφους. Δεν ακολουθεί δηλαδή το εφήμερο, φθαρτό και φθοροποιό Πνεύμα των Καιρών, αλλά το παντοτινό, αναλλοίωτο και ζωοποιό Πνεύμα του Βάθους».
       Θα συμφωνήσω με τον Τσακωνιάτη ότι είναι διάχυτο το μεταφυσικό στοιχείο στην τέχνη του Σμαραγδή. Είναι όμως ένας μεταφυσικός δημιουργός; Η άποψή μου είναι ότι, παρόλο που η θρησκευτική πίστη είναι αναπόσπαστο τμήμα της κινηματογραφικής του τέχνης, αφετηρία του Σμαραγδή για τη συγκρότηση του κινηματογραφικού του σύμπαντος είναι το ενδιαφέρον του για τη φιλοσοφία της ιστορίας και της τέχνης. Θα χρησιμοποιήσω παραδείγματα από τις δύο τελευταίες ταινίες του: τον El Greco και το «Χαβιάρι» που αναφέρεται στον Ι. Βαρβάκη.
Ο Σμαραγδής έχει ως αφετηρία τα πρόσωπα. Η πρόθεσή του όμως είναι πάντα να μιλήσει για τη δύναμη του ελληνικού πολιτισμού, γεγονός που αφεαυτού αναδεικνύει το κινηματογραφικό του εγχείρημα σε οδηγό για το πώς πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τον ελληνικό πολιτισμό. Δεν είναι κλειστοφοβικός. Δεν έχει εθνικά συμπλέγματα κατωτερότητας ή ανωτερότητας απέναντι στους άλλους. Είναι ένας ελεύθερος στοχαστής, κατά τον  Τσακωνιάτη, που «μιλούσε δίχως ίχνος πνευματικού ραγιαδισμού για το μεγαλείο και την διαχρονικότητα του El Greco, για το ρόλο της τέχνης σε μια εποχή αντάρας και βαρβαρότητας»
   Ο El Greco δεν προέκυψε από το πουθενά. Ωρίμασε ως καλλιτέχνης και απογειώθηκε στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών στη Βενετία και το Τολέδο. Ωστόσο, η προσωπικότητά του  σμιλεύτηκε στον τόπο του. Μπορεί να  έφυγε ακατέργαστος από την Κρήτη, ωστόσο το πνεύμα αντίστασης που είναι διάχυτο στην ιστορική παράδοση της Κρήτης και στον λαϊκό πολιτισμό της το απέκτησε στον τόπο του. «-εμείς οι Κρητικοί αντιστεκόμαστε στους κατακτητές». Ο Σμαραγδής θεωρεί τον τόπο και την παράδοσή του πολύ σημαντικά συστατικά στοιχεία για τη διαμόρφωση της προσωπικής ταυτότητας. Είναι διάχυτη αυτή η οπτική στον El Greco αλλά και στον Ι. Βαρβάκη, όπου τόπος είναι η θάλασσα και η απεραντοσύνη της. Ο δημιουργός πιστεύει στην δυναμική σχέση του τόπου με αυτό που εκδηλώνεται αργότερα ως προσωπική  φιλοσοφία των δημιουργών-και όχι μόνο. Στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο κληροδοτείται πολιτισμικά το πολιτισμικό κεφάλαιο της αντίστασης που εμπεριέχεται στη δήλωση ότι οι «Κρητικοί θυσιάζουν τους εαυτούς τους για την πατρίδα» αλλά και στην εκπεφρασμένη επιθυμία να ήταν και ο ίδιος ανάμεσα στους νεκρούς μιας εξέγερσης. Ο πατέρας του όμως τον εξωθεί σε μια διαφορετική αντίσταση. Αυτή που θα δοθεί στο χώρο της γνώσης και της τέχνης. Αυτή που θα μετασχηματίσουν τον νεαρό Δομήνικο Θεοτοκόπουλο στον ασυμβίβαστο δημιουργό που αντιπαλεύει κάθε μορφή σκότους, γεγονός που τον κατατάσσει όχι μόνο στη χορεία των σπουδαίων χρηστών του χρωστήρα αλλά και στους εμπνευσμένους στοχαστές που δεν υποχωρούν από τις θεμελιώδεις ανθρωπιστικές αρχές του.
      Η σύγκρουση του El Greco  με τον Γκεβάρα της Ιερής Εξέτασης είναι η κορύφωση της φιλοσοφικής σχέσης τόσο του ζωγράφου  όσο και του σκηνοθέτη Σμαραγδή, ο οποίος αναδεικνύει τη διάσταση αυτή ως βασικό άξονα στην κινηματογραφική βιογραφία του σπουδαίου Έλληνα διανοητή, με την προσπάθεια κανονικοποίησης και υποταγής της καλλιτεχνικής δημιουργίας σε αυθεντίες και διαστρεβλωτικές εκφράσεις του θρησκευτικού βιώματος- γενικότερα κάθε άποψης. Οι άνθρωποι, ιδίως, τα συστήματα εξουσίας, δεν αντέχουν όλο το φως της αλήθειας, ακόμη και της προσωπικής άποψης-αν δεν υπηρετεί την ίδια την εξουσία. Ίσως εκεί να βρίσκεται η ουσία της συμβουλής του Τιτσιάνο στον El Greco. “Ποτέ μην τους τα δείχνεις όλα. Δε θα σου το συγχωρήσουν».
Ο Τιτσιάνο επαληθεύτηκε στο Τολέδο. Ο Γκεβάρα δεν μπόρεσε να αντέξει την άποψη του ζωγράφου. Ήθελε να του κάνει ένα εξιδανικευτικό πορτραίτο. Δεν άντεξε την άποψη της τέχνης, την ήθελε πειθήνια και γι’ αυτό τον στέλνει σε δίκη από τους ιεροεξεταστές. Η σύγκρουσή του με τον Γκεβάρα και τους ιεροεξεταστές δεν περιορίζεται στο χριστιανικό δόγμα και το ρόλο της καθολικής εκκλησίας στη συγκεκριμένη περίοδο. Η αφορμή είναι δογματική, ενδεχομένως κανονιστική. Δεν περιορίζεται όμως ο ζωγράφος στη μεταφυσική διάσταση του προβλήματος. Για τον El Greco το μείζον είναι η τέχνη,η ελευθερία του δημιουργού, πέρα από συμβιβασμούς και καταναγκασμούς. Πρόκειται για κεντρικά ζητήματα στη φιλοσοφία της τέχνης. Πρόκειται για τη σύγκρουση ανάμεσα σ’ όσους θέλουν τους δημιουργούς ελεγχόμενους και πειθήνιους στις επιταγές των ασκούντων εξουσία. «Αν ήσουν ένας απλός ζωγράφος θα σε αγνοούσα. Αλλά μπαίνεις στα μυαλά των ανθρώπων, στην καρδιά τους και ποιος ξέρει τι κάνεις εκεί;Πώς κάνεις τους ανθρώπους να μοιάζουν με αγίους; Πες μου», λέει ο Γκεβάρα. Ο Ιεροεξεταστής φοβάται την τέχνη που μπορεί να αλλάξει τους ανθρώπους. Να φωτίσει το σκοτάδι στο μυαλό τους.
     Και δεν έχει άδικο. Ο El Greco μεταφέρει τα λόγια πολλών δημιουργών ανα τους αιώνες που υπηρέτησαν μια τέχνη απελευθερωτική. Δεν είναι τυχαίο που αυτές οι ελεύθερες φωνές ήρθαν αντιμέτωποι με το σκότος, το σκοτεινό πρόσωπο όσων θέλουν χειραγωγούμενους τους ανθρώπους. Ο ζωγράφος μιλώντας στους ιεροεξεταστές λέγει. «Ήρθε η σειρά μου να με κάψεις. Μα εγώ δεν καίγομαι γιατί καίγομαι όλη μου τη ζωή». Αυτή είναι η μεγαλοσύνη του μεγάλου καλλιτέχνη. Γίνεται η συνείδηση, η φωνή της εποχής του, αντιπαλεύοντας τους σκοταδιστές. Η τέχνη δεν μπορεί να αποσυρθεί στο εργαστήριό της. Οφείλει να γίνει η φωνή των πολλών. Των ανώνυμων. Αυτών που δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν.
  Ο Σμαραγδής θέτει αυτό το κρίσιμο ερώτημα για τη σχέση της τέχνη και του καλλιτέχνη με την εποχή του. Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο για το σκότος και το φως γίνεται η βασική του άποψη που τίθεται και στο τέλος με τη μορφή ρητορικού ερωτήματος. Μπορεί το σκοτάδι να σκοτώσει το φως;
  Στο «Χαβιάρι» το κεντρικό ερώτημα που διατρέχει τη βιογραφία του Βαρβάκη είναι ο σταδιακός μετασχηματισμός της προσωπικής ταυτότητας του Βαρβάκη. Στην αρχή είναι η βιοφιλοσοφία του οργανώνεται γύρω από την έννοια την προσωπικής ελευθερίας. Στη συνάντησή του με τον Ορλώφ γίνεται ο εξής διάλογος
-Και τι θα κερδίσω;
-Ελευθερία.
-Μα είμαι ελεύθερος
-Για την πατρίδα σου
-Α!
Για τον Βαρβάκη η ελευθερία είναι υπαρξιακό ερώτημα που σχετίζεται με την εσωτερική πληρότητα. Πατρίδα του είναι θάλασσα. Απουσιάζει από την οπτική του το συλλογικό ‘εμείς’.  Η αλλαγή αρχίζει αργότερα όταν γίνεται επιτυχημένος επιχειρηματίας και αποκτά πλούτο. Εντάσσεται στην αστική, επιχειρηματική τάξη της ελληνικής διασποράς, η οποία έχει σημαντική συμβολή στην προετοιμασία και ενίσχυση της Επανάστασης του 1821. Ο Βαρβάκης μετακινείται στο εθνικό ‘εμείς’. «Μια ζωή προσπαθώ να είμαι ελεύθερος. Μα πώς  μπορείς να νιώσεις ελεύθερος όταν η χώρα σου είναι σκλαβωμένη;» , ισχυρίζεται αργότερα.
    Ο Σμαραγδής λοιπόν χρησιμοποιεί τον Βαρβάκη για να μιλήσει για τη φιλοσοφία της ιστορίας. Παρεμβαίνει στη συζήτηση για την ταυτότητα. Έμμεσα διατυπώνει την άποψη ότι η εθνική συνείδηση είναι προϊόν μιας πολύπλοκης διαδικασίας, που πλαισιώνεται από ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα, τα οποία διαπλέκονται. Ταυτόχρονα, σε δεύτερο επίπεδο, πραγματεύεται το νόημα της ελευθερίας. Συζητώντας με την Μ. Αικατερίνη αντιλέγει στην άποψη ότι τα χρήματα καθιστούν τον άνθρωπο ελεύθερο. Προφανώς, αν ζούσε σήμερα θα διαπίστωνε πόσο προφητικός ήταν. Επιπλέον, επαναλαμβάνει την πίστη του στην απόλυτη ελευθερία. Ωστόσο, η εξέλιξη των οικογενειακών του υποθέσεων επανατοποθετούν σε άλλο έδαφος, πιο γήινο, τη συζήτηση για την ελευθερία. Υπάρχει απόλυτη ελευθερία; Ακόμη και η αυτό-σύστασή του ως ενός πειρατή χωρίς καράβι αποδεικνύει ότι τα όρια της ελευθερίας ορίζονται ιστορικά και κοινωνικά. Ως προς αυτό ο Βαρβάκης είναι η άλλη πλευρά του του El Greco. Και οι δυο είναι πειρατές. Είναι δηλαδή ιστορικά υποκείμενα που ονειρεύονται, που δεν υποτάσσονται σε συμβατικότητες.
    









Σάββατο 5 Απριλίου 2014

ΟΥΔΕΝ ΚΑΚΟΝ ΑΜΙΓΕΣ ΚΑΛΟΥ Ή ΕΝΑΣ ΚΑΣΙΔΙΑΡΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ (ΣΕ ΜΕΡΙΚΟΥΣ ΔΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ)


Ότι η επιλογή φίλου και συνεργάτη, σ’ αυτή τη ζωή, είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση, που πολλές φορές μεταπίπτει σε πονεμένη ιστορία, είναι μια τετριμμένη διαπίστωση, την οποία, ωστόσο, χρειάζεται να υπενθυμίζει κανείς, ιδίως όταν πάει να γίνει μια αδικία εις βάρος του –ατυχώς- επιλέξαντος. Μόνο όσοι δεν έχουν βιώσει παρόμοιες καταστάσεις δεν μπορούν να το καταλάβουν. Δεν μιλάμε, βέβαια, γι' αυτούς που δεν θέλουν να το καταλάβουν.

Την άστοχη επιλογή μπορεί κανείς να τη συναντήσει και εις τας καλυτέρας των οικογενειών. Ακόμη και όταν ο επιλέγων τυχαίνει να είναι πρωθυπουργός μιας υπό σκληρή δοκιμασία χώρας. Ένα απλό σημείωμα, φυσικά, δεν δίνει τη δυνατότητα να ανατρέξει κανείς στην ιστορία για να αντλήσει χαρακτηριστικά παραδείγματα κακής ή άστοχης επιλογής, για του λόγου το αληθές. Ας περιοριστούμε λοιπόν στην υπόθεση Μπαλτάκου που, τις τελευταίες μέρες, όχι άδικα μονοπωλεί (για να μην πω μολύνει) την κάθε άλλο παρά ανέφελη επικαιρότητα.

Έτσι, για να είμαστε δίκαιοι, προτού σπεύσουμε να μεμφθούμε τον πρωθυπουργό κ. Αντώνη Σαμαρά, όσον αφορά τον διορισμό του κ. ΠαναγιώΤ(άκ)η Μπαλτάκου ως γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου, καλό θα είναι να λάβουμε υπ’ όψη μας αυτή την κάθε άλλο παρά ασήμαντη παράμετρο. Διότι το κρίσιμο ερώτημα, εν προκειμένω, είναι από πού και πώς θα μπορούσε να προβλέψει –πολύ δε περισσότερο να αποτρέψει- ότι ο παλαιόθεν φίλος και συνεργάτης του τις ελεύθερες ώρες του θα τις διέθετε, λόγω γειτνιαζόντων γραφείων, επιδιδόμενος στο ευγενές σπορ του τακτικού συνομιλητή με επίλεκτα στελέχη της Χρυσής Αυγής, ή, αλλιώς, για να θυμηθούμε τον μέντορα του κ. Σαμαρά, Ευάγγελο Αβέρωφ, του γεφυροποιού, προκειμένου να σωθεί (είναι αυτονόητο το από πού προέρχεται ο κίνδυνος) η παράταξη και η πατρίδα; Άλλωστε, στην Ελλάδα ο ρόλος ενός πρωθυπουργού, όπως, σε ανύποπτο χρόνο, είχε ομολογήσει ο αείμνηστος ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ Ανδρέας Παπανδρέου, και η ζωή κατ’ επανάληψιν επιβεβαίωσε, είναι απλώς να προεδρεύει και όχι να αστυνομεύει, ας πούμε, τον γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου.

Αλλά, εδώ που τα λέμε, και η πέτρα του σκανδάλου, ο κ. Μπαλτάκος πού να φανταστεί επίσης ότι ο συνομιλητής του, στον οποίον είχε την ατυχία ή, αν προτιμάτε, την αφέλεια να εμπιστεύεται τις μύχιες σκέψεις και τους προβληματισμούς του, θα υπέκλεπτε το περιεχόμενο της συνομιλίας, ώστε, αν μη τι άλλο, να χρησιμοποιεί πιο κόσμιες εκφράσεις, ιδίως όταν αναφέρεται στον φίλο και ευεργέτη πρωθυπουργό;

Μόλις, όμως ο κ. Σαμαράς (μαζί με το πανελλήνιο) το πληροφορήθηκε, ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Άστραψε και βρόντησε σαν τον νεφεληγερέτη Δία. Βγήκε και χωρίς μισόλογα δήλωσε ότι αν αληθεύουν τα όσα αποκάλυψε ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής κ. Ηλίας Κασιδιάρης περί συνομιλιών κ.λπ., τότε ο κ. Μπαλτάκος ας πάει στην ευχή της Παναγίας. Ουδείς αναντικατάστατος σ’ αυτόν τον κόσμο. Κι αυτά τα δακρύβρεχτα «αμάρτησα για την παράταξη και την πατρίδα» που ψέλλισε, αμυνόμενος, ο κ. Μπαλτάκος έχουν θέση μόνο σε κάτι παλιές ελληνικές ταινίες που για χαλαρώσουμε στο σωτήριο καταφύγιο του καναπέ μας τις έχουμε δει χιλιάδες φορές.

Κατόπιν αυτού, έχει δίκιο ο –πάλαι ποτέ δεινός επικριτής του κ. Σαμαρά και της Νέας Δημοκρατίας- κ. Άδωνις Γεωργιάδης που σε κάποια από τις αμέτρητες τηλεοπτικές του εμφανίσεις (αν υπήρχε βραβείο Νόμπελ τηλε-εξάρτησης, θα έπρεπε, χωρίς δεύτερη σκέψη, να το πάρει αυτός) είχε την ευκαιρία να επισημάνει ότι δικαιώθηκε για άλλη μία φορά ο κ. Σαμαράς, ενώ σε προηγούμενη εκπομπή έπλεκε ο εγκώμιο του κ. Μπαλτάκου για τη γενναία και ιστορικής σημασίας δήλωσή του ότι  του είναι ανθρωπίνως αδύνατο να αποστεί από το πεπρωμένο του: αντικομμουνιστής γεννήθηκε και αντικομμουνιστής θα πεθάνει («Ο καλύτερος είναι ο Μπαλτάκος, ψηφίζω Μπαλτάκο. Τρομερός είναι, καταπληκτικός»).

Παρεμπιπτόντως να σημειώσω ότι το ίδιο αποκαλυπτικός και –ως συνήθως- κυνικός υπήρξε ο κ. Γεωργιάδης σε άλλη τηλεοπτική εμφάνιση, όταν έλεγε ότι ως γονέα και μολονότι δεδηλωμένο εχθρό της βίας, τον συνεκίνησαν τα επιδέξια λακτίσματα του (σκανδαλωδώς και ελέω πατρός διορισθέντος στο Λιμενικό Σώμα) υιού Μπαλτάκου κατά βουλευτών (δεν έχει σημασία που ανήκαν αυτοί) εντός του ιερού της ελληνικής δημοκρατίας, όπως πομπωδώς εξακολουθεί να αποκαλείται, του Κοινοβουλίου.

Εν τούτοις, για να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι ο κ. Κασιδιάρης, ανεξαρτήτως του τι επεδίωκε (είναι ηλίου φαεινότερον) με την τελευταία αποκάλυψή του, βοήθησε, άθελά του ίσως, τον κ. Σαμαρά για να καταλάβει τι φίδι ζέσταινε στον κόρφο του. Το ίδιο είχε βοηθήσει και τον κ. Ιωάννη Τραγάκη όταν αποκάλυπτε ότι ο προσωπικός οδηγός του είναι θαυμαστής του ναζισμού.

Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι χωρίς την (ανορθόδοξη έστω) αποκάλυψη του κ. Κασιδιάρη, πείτε μου εσείς, που αρέσκεστε να διυλίζετε τον κώνωπα, με ποιόν άλλο (και λιγότερο επώδυνο) τρόπο θα μπορούσε να απαλλαγεί ο κ. Σαμαράς από έναν άνθρωπο που εν ονόματι προσωπικών και ανεξιχνίαστων επιδιώξεων, εκτός του ότι είναι αγνώμων, δεν διστάζει να προδώσει ό, τι πολυτιμότερο διαθέτει ο άνθρωπος για να ομορφαίνει τη ζωή του: τη φιλία;

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr)
 
 04/04/2014