Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΤΣΟΥΠΡΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΥΔΙΚΟΣ, Προφορική Ιστορία και λαϊκές μυθολογίες, εκδόσεις Ταξιδευτής, σελ. 364

Προφορική ιστορία και λαϊκές μυθολογίες


Ο δραστήριος πανεπιστημιακός καθηγητής και πεζογράφος Ευάγγελος Αυδίκος συγκεντρώνει στον ανά χείρας πυκνογραμμένο τόμο ερευνητικές μελέτες του που αντιστοιχούν στα δύο σκέλη τού τίτλου και εστιάζουν κατά σειράν στις ακόλουθες θεματικές ενότητες: «Εμφύλιος και μνήμη», «Λαογραφία, Προφορική Ιστορία, Επιτόπια Έρευνα», «Οι Πόντιοι της Διασποράς», «Ιστορίες για την οργάνωση του χώρου», «Η ποιητικότητα του Λαϊκού Λόγου» και «Οι μύθοι στην εκπαιδευτική διαδικασία». Πλην τής τελευταίας (που περιλαμβάνει μία), οι υπόλοιπες Ενότητες περιλαμβάνουν η καθεμιά από δύο έως και τέσσερεις αυτοτελείς Εργασίες, προερχόμενες από ή αρχικά δημοσιευθείσες σε παλαιότερα βιβλία τού ερευνητή, σε Πρακτικά Συνεδρίων ή σε επιστημονικά περιοδικά ή και δημοσιευόμενες για πρώτη φορά στον παρόντα τόμο. Στο τελευταίο (8ο) Μέρος τού τόμου καταχωρίζεται μία συνολική Βιβλιογραφία 25 σελίδων, ενώ το πρώτο Μέρος συναποτελούν τρία δοκίμια, τα οποία, εν είδει Εισαγωγής, φωτίζουν τα δύο σκέλη τού τίτλου, τόσο ξεχωριστά το καθένα όσο και σε συνδυασμό.
Ως προς το πρώτο σκέλος, την προφορική Ιστορία, πληροφορούμαστε ότι, στα μέσα τής δεκαετίας τού 1990, ο γράφων ήρθε σε επαφή με τον ερευνητή - καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Έσσεξ Paul Thompson, τον θεμελιωτή, είκοσι, περίπου, χρόνια νωρίτερα, της προφορικής Ιστορίας ως επιστημονικού κλάδου. Στην Ελλάδα, με την εξαίρεση κάποιων μεμονωμένων προσπαθειών, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν, αφ’ ενός, η συμβολή τής λαογράφου Άλκης Κυριακίδου - Νέστορος, η οποία επηρέασε και τον γράφοντα, και, αφ’ ετέρου, η συναφής ενασχόληση του, καθηγητή Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τότε, Μιχάλη Μερακλή με τις λαϊκές αυτοβιογραφίες (αμφότερες οι προσπάθειες αποδεικνύουν την υποτιμημένη όσο και ριζοσπαστική παρουσία τής Λαογραφίας στον εμβολιασμό τής επιστημονικής σκέψης με την προφορική Ιστορία), η εστίαση σε έννοιες που ανέδειξαν την φυσιογνωμία τής προφορικής Ιστορίας ως αυτόνομου επιστημονικού κλάδου μόλις άρχιζε. Στις προαναφερθείσες «έννοιες» συγκαταλέγονται ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, οι έννοιες της μνήμης, της λήθης και του τραύματος, οι παντός είδους διωγμοί και εκτοπίσεις, η επιβίωση και διαβίωση των προσφύγων, των μεταναστών, των αστέγων, ο ρόλος τής γυναίκας στις κοινωνικές αλλαγές και αναδιατάξεις, η αστικοποίηση και η εργασία. Γίνεται, δε, κατανοητό ότι για την έρευνα των παραπάνω οι επιστήμες που χρειάζεται να εμπλακούν είναι πολλές: από την κλινική ψυχολογία και την κοινωνική ανθρωπολογία μέχρι την φιλολογία και, φυσικά, την Ιστορία, χωρίς να παραγνωρίζουμε, βέβαια, την, ήδη προδρομική, εμπλοκή τής (μη παραδοσιακής) λαογραφίας· σε όλες τις περιπτώσεις η προφορική Ιστορία έρχεται να συμπληρώσει και να φωτίσει τις αρχειακές πηγές.
Ως προς το δεύτερο σκέλος τού τίτλου, τις λαϊκές μυθολογίες, ο Ευάγγελος Αυδίκος, με μία φρέσκια και, ταυτόχρονα, πολύ καλά οχυρωμένη, θεωρητικά και πρακτικά, ερευνητική ματιά, στρέφεται στο παρελθόν και, πιο συγκεκριμένα, στα θεμέλια της Λαογραφίας στην Ελλάδα, εφόσον επανεξετάζει την σημασία τής δημοσίευσης, το 1871, του σπουδαίου έργου τού Νικολάου Πολίτη με τον τίτλο Μελέτη περί του βίου των νεωτέρων Ελλήνων, τόμος Α′. Νεοελληνική Μυθολογία, με το οποίο και συμμετείχε τότε στον Ροδοκανάκειο διαγωνισμό, που εκείνη την εποχή, υπό την “απειλή” των απόψεων του Φαλλμεράυερ, αλλά και στο πλαίσιο των γενικότερων αλλαγών που επέβαλλε η ανασυγκρότηση σε νέες μορφές οργάνωσης των εθνικών κρατών στην Ευρώπη, «υποστήριζε την ενίσχυση της εθνικής συνείδησης ως αναγκαίου συνεκτικού ιστού τόσο για τη συνοχή τού νεοελληνικού εθνικού κράτους όσο και για την ενσωμάτωση άλλων γεωγραφικών διαμερισμάτων ως υλοποίηση του αιτήματος της Μεγάλης Ιδέας». Αν και ο Πολίτης βραβεύθηκε για το έργο του, δεν έλαβε, ωστόσο, το προβλεπόμενο χρηματικό έπαθλο, καθώς η επιτροπή κρίσης τον επέπληξε με το επιχείρημα ότι δεν κινήθηκε «στο όριο της προκήρυξης, που ήταν η απόδειξη της πολιτισμικής συνέχειας ανάμεσα στους Νεοέλληνες και τους Αρχαίους Έλληνες». Στην επανεξέταση, λοιπόν, του εν λόγω έργου τού Νικολάου Πολίτη από τον Βαγγέλη Αυδίκο, ο τελευταίος υποστηρίζει ότι, παρόλο που, αναμφίβολα, η αφετηρία τής Νεοελληνικής Μυθολογίας ήταν η ιχνηλάτηση της ως άνω πολιτισμικής συνέχειας, στην σκέψη τού Πολίτη υπήρξε μία δεύτερη, ως προς την συγκεκριμένη δημοσίευση, διάσταση, η οποία και έχει υποτιμηθεί τόσο από τους λαογράφους όσο και από τους ανθρωπολόγους. Σύμφωνα με τον Αυδίκο, ο Πολίτης, έχοντας «συγγένειες με τους εξελικτιστές και τη συγκριτική φιλολογία», «έθεσε, με τη Νεοελληνική μυθολογία του, τις προϋποθέσεις [...] ώστε να μελετηθεί η νεοελληνική κοσμολογίαi. Χρειάστηκε να περάσει ένας αιώνας για να αποκτήσει μορφή αυτή η οπτική με τη μελέτη τού Stewart για την τοπική κοσμολογία στη Νάξο». Μέσω της περί ης ο λόγος οπτικής, δε, αποδεικνύεται «πως η αντίθεση μύθου και ιστορίας είναι αδύναμη. Αντίθετα, αυτό που είναι ορατό σε πολλά εθνογραφικά παραδείγματα από τη Νότια Αμερική, την Αφρική και την Ασία είναι πως ο μύθος συνυπάρχει με την ιστορία». Ο Αυδίκος, μάλιστα, αναφέρει ότι «οι ερευνητές χρησιμοποιούν τον όρο μυθοϊστορία (mythistory) για να μπορέσουν να ξεκλειδώσουν αφηγήσεις που αντιστέκονται σε έναν ορθολογικό διαχωρισμό τού μύθου από την ιστορία». Στο φως αυτών των απόψεων, καταλήγει ο συγγραφέας, πρέπει να ξαναδούμε όσα καταθέτει ο Πολίτης στη Νεοελληνική Μυθολογία του για να τα κατανοήσουμε: «Η Νεοελληνική Μυθολογία τού Πολίτη», γράφει, «δεν είναι μόνο μια πρόταση στην επιχειρηματολογία τού εθνικού κράτους. Είναι, πρωτίστως, μια οπτική για την ενότητα των μυθολογικών και αφηγηματικών παραδόσεων, οι οποίες αναδιατάσσονται και προσαρμόζονται στις ανάγκες των εποχών».
Η έκδοση των δύο τόμων με τον τίτλο Παραδόσεις, το 1904, ωστόσο, αποτέλεσε υπαναχώρηση σε σχέση με την ριζοσπαστική αντίληψη που είχε εισαγάγει ο Πολίτης με την Νεοελληνική Μυθολογία, η συνεισφορά τής οποίας, πάντως, αναγνωρίστηκε, αρχικά, όπως είδαμε, μέσω της μελέτης τού ανθρωπολόγου Charles Stewart, στα τέλη του 20ουαιώνα, και μετέπειτα μέσω περαιτέρω επιστημονικών ερευνών από έλληνες και ελληνίδες πανεπιστημιακούς. «Οι παραδόσεις», αποφαίνεται ο Βαγγέλης Αυδίκος, «αποτελούν ένα χρήσιμο αφηγηματικό υλικό, το οποίο - αν εγκιβωτιστεί στα κοινωνικά του συμφραζόμενα - μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην προσπάθεια κατανόησης των συστατικών τής λαϊκής ιδεολογίας και του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται. Προϋπόθεση για αυτό είναι η συστηματική επιτόπια έρευνα και ο μη εγκλωβισμός σε θεωρητικά σχήματα, που αντιμετωπίζουν τη λαϊκή κοσμολογία ως ένα σύνολο εσφαλμένων αντιλήψεων που προσιδιάζουν σε άτομα και ομάδες. Η παράδοση μεταφέρει ένα σύστημα σκέψης, με βάση το οποίο γίνεται κατανοητός ο χώρος, κοινωνικός και μη». Εξάλλου, προσθέτει ο συγγραφέας, με την ευκαιρία τής αναφοράς του στις αντιλήψεις σχετικά με την αποτέφρωση, «η νεωτερικότητα ποτέ δεν επικρατεί χωρίς να συνοδεύεται από πυρήνες παραδοσιακών αντιλήψεων».
Στο τελευταίο από τα εισαγωγικά δοκίμια, όπου ο Βαγγέλης Αυδίκος αναφέρεται ειδικότερα, αν και κατ’ ανάγκην περιληπτικά, σε ορισμένες από τις μελέτες που συγκεντρώνονται στην ανά χείρας έκδοση, ερμηνεύεται και δικαιολογείται η συνύπαρξη (εδώ) της προφορικής Ιστορίας με τις λαϊκές μυθολογίες, ενώ, ταυτόχρονα, προσδιορίζεται ο κύριος άξονας για την άρθρωση της επιστημονικής σκέψης τού συγγραφέα: «Συχνά, η προφορική ιστορία αναπαριστάνεται ως μια νέα ανακάλυψη που ξεπερνάει την ενασχόληση με τις λαϊκές μυθολογίες. Προφανώς, η συγκρότηση της προφορικής ιστορίας ως μεθοδολογικού εργαλείου αλλά και ξεχωριστού επιστημονικού κλάδου απογείωσε την έρευνα για τη μνήμη και τη σχέση με την ταυτότητα. Ωστόσο, την συνδέει με τη λαϊκή μυθολογία ο αφηγηματικός λόγος, που στην τελευταία περίπτωση εναπόκειται σε λαογραφικά αρχεία πανεπιστημιακών σπουδαστηρίων αλλά και σε αρχεία διάφορων ερευνητικών κέντρων. Παράλληλα, αποτελούν τόσο η προφορική ιστορία όσο και η λαϊκή μυθολογία συστατικά στοιχεία μιας μυθολογίας που δημιουργείται αενάως οργανώνοντας τον πολιτισμό και τη συμπεριφορά των ανθρώπων. [...] Όλες οι αφηγήσεις, έτσι κι αλλιώς, δημιουργούν τον δικό τους μύθο. Προτείνουν τη δική τους αλήθεια».
Ας μου επιτραπεί εδώ, ως κατακλείδα, να αναφερθώ (λαμβάνοντας αφορμή από την μελέτη τού Βαγγέλη Αυδίκου «Μοιρολογώντας και δοξολογώντας τούς υπέρ πατρίδος πεσόντες στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913)», η οποία καταχωρίζεται στο 6ο Μέρος τού τόμου) σε ένα ιδιότυπο “συνθετικό” μοιρολόγι, το οποίο κατέληξε να κατακυρωθεί και ως επώνυμη δημιουργία, επιβεβαιώνοντας τόσο το γραφόμενο από τον Βαγγέλη Αυδίκο ότι «ουδέποτε υπήρχαν στεγανά ανάμεσα στην επώνυμη δημιουργία και τον λαϊκό πολιτισμό» (σ. 34) όσο και το γραφόμενο από την Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν (παρατίθεται στην σ. 43) ότι «η μνήμη, ακόμα και η πιο ιδιωτική ανάμνηση, εντάσσεται πάντα σ’ ένα κοινωνικό πλαίσιο».
Σε μία παλαιότερη μελέτη μουii για την διακειμενική δικτύωση κάποιων στίχων τού θρηνώδους Ψαλμού με τον αύξοντα, κατά τούς εβδομήκοντα, αριθμό 136, και συγκεκριμένα των στίχων «πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας;/ ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου·/ κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν Ἱερουσαλήμ ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου»,iii είχα την τύχη να εντοπίσω, μεταξύ πολλών άλλων, και, χάρη στην σχετική προφορική μαρτυρία τής διδάκτορος της «Ιστορίας της Ιατρικής» και οφθαλμιάτρου, Σεβαστής Χαβιάρα-Καραχάλιου, να προσδιορίσω, το ακόλουθο απόσπασμα από το μοιρολόγι μιας γριάς Μικρασιάτισσας, η οποία θρηνούσε για τον γιο της, φυλακισμένο αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων που επρόκειτο να εκτελεστεί το ’49· αν και οι στίχοι καταγράφονται ως δημοτικό τραγούδιiv, διατηρούν, όμως, εμφανέστατα τα ίχνη τής «βιβλικής» καταγωγής τους: «Αν βουληθώ να σ’ αρνηθώ/ και να σε λησμονήσω,/ να μην ευρώ νερό να πιω/ και τόπο να καθήσω». Παρόμοιοι στίχοι, συμπληρωμένοι με μία ακόμη στροφή, αποτέλεσαν το τραγούδι που συνόδευε τους τίτλους τής τηλεοπτικής σειράς Τα Παιδιά τής Νιόβης, του σκηνοθέτη Κώστα Κουτσομύτη, βασισμένης στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μικρασιάτη Τάσου Αθανασιάδη: «Αν βουληθώ να σ’ αρνηθώ,/ να σ’ απολησμονήσω/ να μην εβρώ νερό να πιω/ μη ρούχο να φορήσω// Αν βουληθώ να σ’ αρνηθώ/ να σ’ απολησμονήσω/ να μην εβρώ φιλί να πιω/ μη δάκρυ να δακρύσω».v Ο ίδιος, δε, ο συγγραφέας Τάσος Αθανασιάδης είχε βάλει ήδη στην άκρη τής πένας τού ήρωα/ alter ego του στα Παιδιά της Νιόβης, παραλλαγμένους για την περίσταση, τους στίχους τού Ψαλμού: «Εάν επιλάθωμαί σου, γελαστή Λυδία , επιλησθείη η δεξιά μου· κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν μη σου μνησθώ, αγαπημένο Σαλιχλί...».vi Επιστρέφουμε, λοιπόν, με αυτόν τον τρόπο, στις δύο θεματικές τού εδώ παρουσιαζόμενου τόμου και στην άρρηκτη σχέση τους με την μνήμη, ατομική και συλλογική.


i Ο συγγραφέας διευκρινίζει αλλού ότι ως «κοσμολογία» νοείται το αξιακό και πολιτισμικό σύστημα το οποίο μπορεί να εντοπιστεί σε γεγονότα που αποτυπώνουν ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων και συγκρούσεων γύρω από τα κεντρικά ζητήματα (ζωή, θάνατος, τιμή, κ.λπ.) που οργανώνουν την συλλογική μνήμη (σ. 228) και τα οποία, επιπλέον, ορίζονται από μία αντίληψη αρρενογονική (σ. 240).
ii Βλ. στο Σταυρούλα Γ. Τσούπρου, Δοκιμές Ανάγνωσης. Ερευνητικές Εργασίες και Μελέτες, Πρόλογος: Μ.Γ. Μερακλής, Εκδόσεις Γρηγόρη, 2013, στο δοκίμιο εκεί με τον τίτλο «Tο ταξίδι κάποιων στίχων μέσα στον χρόνο και στα (παρα)κείμενα ως επιβεβαίωση της “εκ γενετής” παγκοσμιότητας του λογοτεχνικού φαινομένου», σσ. 111-122.
iii Βλ. στο Η Παλαιά Διαθήκη (κατά τους εβδομήκοντα), τόμοι Α′-Ε′, Έκδοσις Αδελφότητος Θεολόγων η «ΖΩΗ», έκδοσις τρίτη, 1990, και συγκεκριμένα: τόμος Γ′, σ. 584.
iv Βλ. σχετικά στο Δελτίο Ιδρύματος Κορινθιακών Μελετών, τχ. 42, Ιούλιος - Δεκέμβριος 2007, σ. 84.
v Τους συγκεκριμένους στίχους είχε θέσει υπ’ όψιν μου η αγαπημένη, και πρόωρα χαμένη (έφυγε από κοντά μας στις 27 Απριλίου 2011), ποιήτρια και πεζογράφος Σοφία Φίλντιση, συνεργάτιδα τότε στην μουσική επένδυση της εν λόγω τηλεοπτικής σειράς.
vi Βλ. στο Τάσου Αθανασιάδη, Τα Παιδιά της Νιόβης, α′ και β′ τόμος, δεύτερη έκδοση, Βιβλιοπωλείον τής «Εστίας», Αθήνα, 1988/ εδώ β′ τ., σ. 312. Ο Αθανασιάδης, επιπλέον, έδινε σχετικά την πληροφορία ότι πρώτος ο ποιητής Νίκος Τουτουντζάκης παρέφρασε, προκειμένου για τον συγκεκριμένο σκοπό τής θρηνωδίας για τις χαμένες πατρίδες, το απόσπασμα από τον εν λόγω Ψαλμό.

Παρουσίαση βιβλίου, Λαογραφία και Ανθρωπολογία, Παρασκευή, 16 .3


Μπέκος Γρηγόρης Γιάννης Ξανθούλης: Μονάχα το παρελθόν μ’ ενδιαφέρει, το βημα, 4.3





Ο δημοφιλής πεζογράφος μιλάει στο «Βήμα» για το νέο του μυθιστόρημα που διαδραματίζεται σε μια κωμόπολη της Ανατολικής Μακεδονίας στη δεκαετία του 1960. Ο ήρωάς του, ο Σίμος Σιμεών, πιστεύει ότι η ζωή του είναι σκέτη επινόηση, το αφήγημα ενός παράξενου παραμυθά. Το ίδιο πίστευε και ο ίδιος ο συγγραφέας
Γιάννης Ξανθούλης: Μονάχα το παρελθόν μ’ ενδιαφέρει
Κοινή χρήση1
εκτύπωση  

Γιάννης Ξανθούλης
Εγώ, ο Σίμος Σιμεών

Εκδόσεις Διόπτρα, 2017
σελ. 440, τιμή 16,60 ευρώ

Η αμεσότητα του Γιάννη Ξανθούλη είναι σαρωτική, ο αυτοσαρκασμός του αδυσώπητος. «Πείτε μου, το διαβάσατε ολόκληρο;» μας ρώτησε. «Ασφαλώς, και πολύ γρήγορα μάλιστα» του απαντήσαμε. «Ε, να πάτε να εμβολιαστείτε!» αναφώνησε τότε. Τις προάλλες, ώρα απογευματινή, υποδέχθηκε «Το Βήμα» στο ήσυχο γραφείο του στο κέντρο της Αθήνας.

Αφορμή στάθηκε το νέο του μυθιστόρημα «Εγώ, ο Σίμος Σιμεών». Ο τίτλος του δεν πρέπει να ξενίζει, σκοπίμως το ονοματεπώνυμο του πρωταγωνιστή είναι γραμμένο τοιουτοτρόπως, διότι το παιδί αυτό είναι ξεχωριστό. Αφενός είναι μια εκκολαπτόμενη ιδιοφυΐα που μαραίνεται, αφετέρου υποπτεύεται πως ό,τι ζει είναι σκέτη επινόηση, ψυχανεμίζεται «πως η ζωή του ήταν αφήγημα κάποιου παράξενου παραμυθά».

Ο δημοφιλής συγγραφέας - τον διαβάζουν πια τρεις γενιές τουλάχιστον - επέστρεψε με ένα βιβλίο «ακόμα πιο αυτοβιογραφικό» αυτή τη φορά, όπως υπογράμμισε ο ίδιος. Η συνομιλία μαζί του είναι συνήθως απρόβλεπτη, δεν αργεί καθόλου να μετατραπεί σε ένα ευχάριστο χάος. «Λοιπόν, κύριε Ξανθούλη, ας τα πάρουμε όλα με τη σειρά» προτείναμε εμείς στην αρχή. «Α, καλά, τώρα σωθήκατε!» αντέτεινε εκείνος ακαριαία.


Μυθιστορηματικό δίπτυχο


Το πρώτο που επισημάναμε είναι πως το καινούργιο του βιβλίο φαίνεται να συνιστά - μαζί με το αμέσως προηγούμενο - ένα μυθιστορηματικό δίπτυχο. «Θα συμφωνήσω, άλλωστε και στα δύο βιβλία οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι δύο εντεκάχρονα αγόρια. Εχω μια εμμονή με το έντεκα, όχι με τον αριθμό αλλά με την ηλικία. Με το παιδί που δεν έχει μπει ακόμη στην εφηβεία, που αντιλαμβάνεται κάμποσα πράγματα και προετοιμάζεται γι' αυτά που θα συμβούν. Εγώ, ας πούμε, είχα μια εξόχως περιπετειώδη εφηβεία. Κράτησε, νομίζω, καμιά σαρανταριά χρόνια! Δεν ήμουν πάντως φωστήρας όπως ο ήρωάς μου, αυτό είναι σίγουρο. Από την άλλη μεριά, ο Σίμος Σιμεών έχει μια μεγάλη αγωνία, όχι τόσο να ενηλικιωθεί όσο να φύγει, να ξεφύγει, για την ακρίβεια... Βλέπει την ενηλικίωση σαν ένα διαβατήριο απόδρασης. Κάπως έτσι την έβλεπα κι εγώ, παρόλο που έτρεμα στην προοπτική της - λ.χ. σιχαινόμουν προκαταβολικώς τη μέρα που θ' αποκτούσα γένια! Ενιωθα πως αν μεγάλωνα θα εγκληματούσα κατά της στοργής, της προστασίας και της θαλπωρής που μου χάριζαν ορισμένοι αγαπημένοι μου άνθρωποι, ότι θα γινόμουν κάτι άλλο απ' αυτό που πίστευαν ότι είμαι. Και οφείλω να παραδεχθώ ότι αυτή η παράξενη ιδέα με ακολουθούσε για πάρα πολύ καιρό... Επομένως, ναι, μιλάμε για ένα δίπτυχο που έχει μάλιστα και μια αφηγηματική διαφορά έντεκα ετών. Στο μυθιστόρημα "Την Κυριακή έχουμε γάμο" η ιστορία διαδραματιζόταν το 1953 ενώ τούτη εδώ ξετυλίγεται κατά το 1964, μια χρονιά που αποδείχθηκε κομβική για την Ελλάδα, τότε είχαν γίνει και οι τελευταίες ελεύθερες εκλογές πριν από την επιβολή της δικτατορίας στη χώρα».


Η ανθρωπογεωγραφία


Εν προκειμένω, το βασικό σκηνικό της μυθοπλασίας είναι η επαρχιακή Χαλκόπολη, «μια άχρωμη κωμόπολη μεταξύ Σερρών, Δράμας και Καβάλας», ένας τόπος φανταστικός δηλαδή, που συγκεντρώνει όμως όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της Ανατολικής Μακεδονίας και την αντίστοιχη ανθρωπογεωγραφία. Εκεί μεγαλώνει ο «μπάσταρδος» Σίμος, γιος μιας αστεφάνωτης αναγκεμένης αστρολόγου, της Αναστασίας-Σάσας Καρούβαλη, και ενός φευγάτου μπερμπάντη που ακούει στο όνομα Γρηγόρης Σιμεών. Το παιδί αυτό νιώθει ότι είναι εγκλωβισμένο σε μια πραγματικότητα που δεν του ανήκει.

«Ναι, βιώνει την πλήρη απόρριψη και συγχρόνως την προστασία. Βιώνει ιδιότυπες καταστάσεις. Και τώρα που το σκέφτομαι, ο δάσκαλος Γιάννης Φωτάκης είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός χαρακτήρας μέσα στο βιβλίο. Αισθάνεται τύψεις για τη μεγάλη αδικία που υπέστη το παιδί στο σχολείο, σε συνεργασία βέβαια μ' εκείνη τη μουρλή που είναι και δεν είναι μάνα του... Τα αισθήματά της είναι μπουρδουκλωμένα, ούτε αυτή έχει ενηλικιωθεί, εξαρτάται ακόμη από τις υπόλοιπες αδελφές της. Και εδώ έχουμε έναν μπαμπά που τον ψάχνουμε επίσης, φαίνεται ότι περνάω καλά με αυτούς τους μπαμπάδες που ψαρεύω απ' το παρελθόν... Πάντως το παιδί τούς αγαπάει ή προσπαθεί να τους αγαπήσει όλους αυτούς. Καταλαβαίνει την καλοσύνη και την ψυχρότητα. Με την πρώτη συγκινείται βαθιά, με τη δεύτερη απλώς οι άλλοι γίνονται αόρατοι, δεν τους βλέπει μπροστά του! Οπως συνέβαινε και με μένα. Εγώ, ας πούμε, πίστευα ότι δεν υπάρχω. Πίστευα πως κάποιος άλλος - όχι ο Θεός όμως, κάποιος πιο τρωτός, πιο πειραγμένος - καθορίζει τη ζωή μου και ετοιμάζει το σενάριό της, πως ακόμα και το κακό να συμβεί έχει τον λόγο του να συμβεί, επειδή στο τέλος με περιμένει ένα happy end... Στο τέλος ο ήρωάς μου δεν θυμάται. Εγώ πάλι θυμάμαι… Θα ήθελα όμως να έχω ξεχάσει πολλά πράγματα και να προσπαθώ κατόπιν να μαντέψω τη ζωή μου, να τη συμπληρώσω αναδρομικά όπως ένα σταυρόλεξο. Αυτό θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον».


Ξενάγηση στη ζωή


Κάποια στιγμή ένας μυστηριώδης «ασπροπουκαμισάς» προτείνει στον Σίμο να δραπετεύσουν μαζί για ένα δίωρο σε μια ζωή που ο τελευταίος θα έκρινε αν ήθελε να του ανήκει αργότερα. Ωραία ιδέα, όπως και να το κάνουμε. «Ο Σίμος έχει έναν κηδεμόνα, ο οποίος τού δίνει μεν ελευθερίες αλλά παραμένει κηδεμόνας του. Είναι κάποιος που τον παίρνει υπό την προστασία του, ο Σίμος έχει δηλαδή έναν καλό άγγελο, ο οποίος κάθε τόσο τού στέλνει τους αντιπροσώπους του να τον συντρέξουν. Ο ασπροπουκαμισάς είναι ένας απ' αυτούς. Και κάνει στον ήρωα μια ξενάγηση, θα μπορούσα να πω, στην ίδια του τη ζωή. Και περνάει τον Σίμο να δει και τον συγγραφέα του, που λέγαμε παραπάνω. Αυτός ο συγγραφέας μάλλον είμαι εγώ. Και φορτίστηκα πολύ που με είδα πλάτη, ένα απόγευμα Νοεμβρίου του 1964, τότε που ήμουνα 17 χρονών και απολύτως συνειδητοποιημένος, τότε που έγραφα θεατρικά και τα 'στελνα παντού... Βρέθηκα και πάλι, και πολύ έντονα, ανάμεσα σε κείνα τα πρόσωπα που δεν υπάρχουν πια, στην πατρίδα μου, στο πατρικό μου. Είναι μια εικόνα με δυναμική. Είναι απόγευμα, είναι όλα τόσο γαλήνια, σε λίγο καταφθάνουν οι θείες μου, ο πατέρας μου που κοιμάται σε μια γωνιά, η μητέρα μου που πλένει τα πιάτα, εγώ που ακούω εκείνο τον ήρεμο θόρυβο της βρύσης. Καμιά φορά το αισθανόμαστε όλοι αυτό, ότι κάτι θα διαρκέσει για πάντα. Αυτές όμως οι μικρές λεπτομέρειες είναι που παίρνουν με τον καιρό διαστάσεις γιγαντιαίες μέσα μας και στο τέλος λέμε, όπως λέω κι εγώ, πως απ' αυτές τις μικροχαρές φτιάχνεται το ψηφιδωτό της ευτυχίας μας».

Η παιδική ηλικία


Πολλά τα παιδιά στα βιβλία του, σχολιάσαμε. Πολλά «λοξά» παιδιά. Τι να σημαίνει άραγε αυτό; «Τι να πω; Συμμερίζομαι φαίνεται το πρόβλημα της υπογεννητικότητας εν Ελλάδι και προσπαθώ να το λύσω με τον τρόπο μου! Υπονοείτε εδώ μια ελλειμματική παιδική ηλικία; Μπορεί. Ισως. Για μένα πάντως η παιδική ηλικία ήταν, αν μη τι άλλο, κάπως επίπονη. Πάντα αισθανόμουνα ότι ήμουνα το μαύρο πρόβατο. Σαν παιδί δεν αφέθηκα να παίξω, που λέει ο λόγος, να κάνω, να ράνω... Ημουνα λίγο μαζεμένο. Εως πάρα πολύ. Και γι' αυτό έχτισα γύρω μου ένα φανταστικό κάστρο όπου οχυρώθηκα. Και η άμυνά μου άρχισε σιγά-σιγά να βρίσκει άλλου είδους προϊόντα. Ενα απ' αυτά είναι το χιούμορ, το οποίο δεν καλλιεργείται πρέπει να ξέρετε, είναι περισσότερο μια διέξοδος για την απόγνωση. Γι' αυτό και θεωρώ ότι μες στα βιβλία μου υπάρχει πάντα ένα υπόστρωμα ζόφου, ό,τι ακριβώς υπάρχει και στην πραγματική ζωή. Σε κάθε περίπτωση όμως, άρχισα να αποκτώ από πολύ νωρίς μια αίσθηση της γελοιότητας των πραγμάτων. Το γελοίο δεν είναι μακριά από το δράμα. Δεν αποκόπτονται εντελώς αυτά τα δύο. Και δημιουργήθηκε στην πορεία μέσα μου ένας ομφάλιος λώρος ανάμεσα στην πραγματικότητα και την αίσθηση που έχω για το ευτράπελο πια... Ισως επειδή έτσι ήμασταν και στην οικογένεια, τι να πω... Το είχαμε μπόλικο το μαύρο χιούμορ. Και γελούσαμε πάρα πολύ μεταξύ μας, γιατί η αγαπημένη μας ενασχόληση ήταν να μιμείται ο ένας τον άλλο, τι ακριβώς έκανε και πώς συμπεριφερόταν. Η μάνα μου λ.χ. έκανε διάφορα δραματικά... Είχε την καρδιά της αλλά έζησε παραπάνω απ' όσο περίμενε, πέθανε τελικά στα 78 της. Μου έλεγε συγκινημένη, κλαψουρίζοντας μάλλον θεατρινίστικα, παιδί μου, εσύ που με τυραννάς, θα γυρίσεις μια μέρα απ' το σχολείο και θα ρωτήσεις "τι είναι αυτό το φέρετρο έξω απ' το σπίτι;" και τότε θα σου πούνε "Γιαννάκη, πέθανε η μαμά σου". Εγώ είχα την εντύπωση, που λέτε, ότι το σενάριο αυτό θα εφαρμοζόταν την άλλη μέρα. Γι' αυτό και πήρα κάτι γειτονόπουλα μαζί μου την επομένη και τους είπα "ελάτε να δείτε". Αλλά με εξέθεσε! Δεν πέθανε! Και μάζεψα κατραπακιές, και από κείνα τα βρωμόπαιδα και από κείνη. Θέλω να πω, ήμασταν λίγο της παράνοιας στην οικογένεια...» σημείωσε ο Γιάννης Ξανθούλης και μια φευγαλέα νοσταλγία διαπέρασε τα μάτια του.

Η μνήμη


«Η νοσταλγία είναι αναπόφευκτη γιατί είναι το μόνο πράγμα που ξέρω. Μονάχα το παρελθόν μ' ενδιαφέρει. Και το παρόν ασφαλώς, είμαι άνθρωπος του ενεστώτα χρόνου. Του εδώ και του τώρα. Ως συγγραφέας όμως έχω περισσότερη σχέση με τη μνήμη παρά με τη φαντασία. Γι' αυτό η μνήμη με απασχολεί πάρα πολύ, γιατί ο πραγματικός θάνατος έρχεται με την απώλειά της. Αργοπεθαίνεις όταν αρχίζεις να ξεχνάς. Είναι οδυνηρό αυτό. Η μνήμη είναι το στοκ μου, η κάβα μου, αλίμονο, από πού να εμπνευστώ;» 
αναρωτήθηκε.

Ο Σίμος Σιμεών είναι, εκτός των άλλων, και μοναχοπαίδι. «Κι εγώ υπήρξα μοναχοπαίδι, έτσι μεγάλωσα, και το κουβαλάω αυτό σ' όλη μου τη ζωή. Τα μοναχοπαίδια, ξέρετε, έχουν ιδιαιτερότητες. Αρκεί να το καταλαβαίνουν. Εγώ ήμουνα ένα μοναξιασμένο παιδί. Ενα αγόρι που αισθανόταν μεγάλη μοναξιά. Παρόλο που ταυτόχρονα ήμουνα εύθυμος και εν γένει δραστήριος... Βεβαίως, τους οργάνωνα όλους εκεί πέρα σαν θεατρικό θίασο, φιλοδοξούσα μάλιστα να ανεβάσω τους "Αθλίους" του Βίκτωρος Ουγκό σε υπερπαραγωγή με όλη τη γειτονιά, στην Αλεξανδρούπολη. Εννοείται πως με είχανε για τρελό! Από ένα σημείο και μετά όμως όλο αυτό το ευφάνταστο γύρισε μπούμερανγκ. Ξέρετε, εγώ γυρνούσα και έλεγα ότι ήμουν υιοθετημένο... Ελεγα απίθανα ψέματα! Και φυσικά με ξυλοφορτώνανε με κάτι τέτοια, διότι έτσι ήτανε τότε η εποχή, δερνόταν ο κόσμος».

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

NEW SUMMER WORKSHOPS: Oral History Summer School 2018 in Hudson New York, May and June



Oral History Summer School was established in Hudson, New York, in 2012, as a rigorous training program to help students from varied fields––writers, social workers, radio producers, artists, teachers, human rights workers––make use of oral history as an ethical interview practice in their lives and work. OHSS has two workshop this spring/summer which are now accepting applications. 
Full information about OHSS and the workshops can be found, below: 
Oral History Summer School is a cross-disciplinary program in Hudson, New York that offers training in oral history methodologies and documentary approaches. We host foundational workshops as well as advanced training on focused topics such as memory loss, mixed ability interviewing, song collection, family history, and trauma narratives/testimony. Oral History Summer School is offering two new workshops in Upstate New York (Hudson), this spring/summer.
Instructors: Suzanne Snider (Oral History Summer School), Todd Shalom (Elastic City), Michael Garofalo (Storycorps), LJ Amsterdam (Ruckus Society)
Instructors: Suzanne Snider (Oral History Summer School), Ry Garcia-Sampson (Warren Alpert Medical School, Brown University), Daniel Cogan (NP, Aspire Health)
*Because summer is a busy season, upstate, OHSS has reserved a number of housing options well below market rate; early applicants will have widest range of affordable options. 

ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΑΥΔΙΚΟΥ*,Μαρία Σπανού, Βήματα στο Χρόνο. Μακρινίτσα, Δημήτρης και Λάδια Τσιμπούκη,Ήρα Εκδοτική , Βόλος 2017, σελ. 195, ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΥΡΙΑΚΗ 4 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018 ΘΕΣΣΑΛΙΑ I 25





 Η Μαρία Σπανού έχει μακρόχρονη σχέση με την τοπική ιστορία και πολιτισμό. Υπηρέτησε τον τόπο της με συνέπεια και αξιοπρέπεια με πολλούς και διάφορους τρόπους. Παράλληλα, σιγόκαιγε μέσα της η ανάγκη να ερευνήσει και να γράψει ανασύροντας στην επιφάνεια όψεις της ιστορίας του Βόλου και της Μαγνησίας. Αυτό το ενδιαφέρον έχει λάβει διάφορες μορφές. Έγραψε - και γράφει -άρθρα και βιβλία, τα οποία κοιλοπονάει για αρκετό διάστημα, καθώς δεν περιορίζεται σε μια επιφανειακή προσέγγιση του θέματός της. Την ενδιαφέρει η μελέτη των πηγών. Ανατρέχει σε εφημερίδες τοπικές, σε δημοτολόγια και άλλο αρχειακό υλικό που εγκιβωτίζεται σε μια πλούσια βιβλιογραφία, ώστε να τεκμηριώσει τις απόψεις της με ακρίβεια.

Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται το καινούριο της βιβλίο, με τον τίτλο Βήματα στο Χρόνο. Μακρινίτσα, Δημήτρης και Λύδια Τσιμπούκη. Η αφόρμηση για τη μελέτη της υπήρξε το ζεύγος Δημήτρη και Λυδίας Τσιμπούκη. Πρωτίστως, η εστίασή της είναι στην οικογένεια των Τσιμπούκηδων, με πολλούς κλάδους που ξεκίνησε από τη Μακρινίτσα και εξακτινώθηκε σ’ όλη την Ευρώπη-και την Ελλάδα. Η Σπανού ξεκινάει με το οικογενειακό δέντρο της οικογένειας, με αναφορά στους γόμους και τις διασταυρώσεις των συγγενειών, που καταλήγουν στη συγκρότηση ενός εύρωστου συστήματος οικογένειας που διαμορφώνει
αστικα γνωρίσματα.

'τσι, το οικογενειακό δέντρο και οι επαγγελματικές και οικογενειακές περιπέτειες των .Τσιμπούκηδων αξιοποιούνται από τη συγγραφέα, ώστε να φωτίσει τόσο τη συγκρότηση της αστικής τάξης στον Βόλο όσο και τον συνακόλουθο ρόλο της στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας για σχεδόν ένα αιώνα.Έχουν γραφτεί αρκετά για τη μετάβαση από το εμπορευματοποιημένο Πήλιο στον Βόλο, που αναδεικνύεται, από τα τέλη του 19ου αιώνα ώςτον Μεσοπόλεμο, σε ρωμαλέο αστικό κέντρο. Η μελέτη της Σπανού προσθέτει τη δική της συνεισφορά. Χρησιμοποιεί την οικογένεια των Τσιμπούκηδων, για να φωτίζει τη δυσκολία και τις αντιδράσεις σ’ αυτή τη μετάβαση, επιβεβαιώνοντας τον κανόνα πως η αναδιάταξη του χώρου προκαλεί αντιδράσεις και η πορεία δεν είναι ποτέ ευθύγραμμη. Ταυτόχρονα, η συγγραφέας παρακολουθεί τους γόνους της οικογένειας στις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, αλλά και τις πολιτικές τους επιλογές, μέσα από τις οποίες διαγράφεται το ευρύτερο οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο, στο οποίο οι Τσιμπούκηδες καταφέρνουν να τοποθετήσουν τους εαυτούς τους.

Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει και ο Δημήτρης Τσιμπούκης, του οποίου ο βίος υπήρξε πολυκύμαντος. Η Σπανού έχει τον δικό της τρόπο να ξεμπλέξει το κουβάρι της κοινωνικής ζωής στον Βόλο στις αρχές του 20ου αιώνα. Μέσα απότηνανιστόρηση όσωνέζησε οΔημήτρηςΤσιμπούκης δημιουργείταιη εικόνα του Βόλου ψηφίδα ψηφίδα. Μια εικόνα στην
οποία κυριαρχούν σημαντικές, αλλά και αντιφατικές προσωπικότητες. Η ιστορία του Τσιμπούκη είναι μέρος της ιστορίας του Τύπου στην πόλη αλλά και μέρος των εθνικών περιπετειών (Γκέρλιτς, εθνικός διχασμός). Η Σπανού έχει τη γνώση, αλλά και τη δεξιότητα να φέρει το τοπικό κοντά με το εθνικό και το διεθνές. Παράλληλα με τις εθνικές περιπέτειες ακούγεται και ο αχός όσων Μαγνησιωτών βίωσαν τις ιστορικές περιπέτειες. Και ολοκληρώνεται η περιπέτεια με την πτώση, που σε συμβολικό επίπεδο είναι η παρακμή του παλιού Βόλου και η μετάλλαξη της φυσιογνωμίας του. 0 θάνατόςτου προεικονίζει αυτή την εξέλιξη.

E=™a εχωριστή είναι η παρουσία τηςγερμανοελβετί-δας γυναίκας του , της Λύδιας. Μια γυναίκα που ακολουθεί τον άντρα της στη Μακρινίτσα, προσθέτοντας στην εικόνα του τόπου τη δική της εικόνα. Εντυπωσιάζει η αφοσίωση του ζευγαριού στη Μακρινίτσα, την οποία υπηρετούν με συνέπεια. Επιπλέον, διαμορφώνουν μια κοσμικότητα αξιοθαύμαστη.Ένα χωριό που συνεχίζει να γοητεύει. Το Πήλιο μπορεί να ηττήθηκε οικονομικά και να έχασε την πρωτοκαθεδρία έναντι του Βόλου στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Ωστόσο, κατάφερε να διατηρήσει τη λειτουργία του ως ενός πολιτισμικού συμβόλου που πυρπολούσε τις φαντασιώσεις των επισκεπτών του, Ελλήνων και Ευρωπαίων.
* 0 Ευάγγελος Αυδίκος είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας





Working Life: Belief, Custom, Ritual, Narrative A Folklore Society conference, Friday 27 to Sunday 29 April 2018, at the Museum of English Rural Life, University of Reading, 6 Redlands Road, Reading RG1 5EX


PROGRAMME
NB: the conference talks will take place in Room L022 G01 the University of Reading’s London Road campus, 4 Redlands Road, Reading RG1 5EX, 5 mins walk from the Museum of English Rural Life.
Friday 27th
13:00-14:00      Registration opens at Room L022 G01
14:00-14:30      Welcome to the conference, by Dr Oliver Douglas, Curator, Museum of English Rural Life,
and member of the FLS Council.
14:30—15:30    Prof. Patricia Lysaght, The Folklore Society Presidential Address 2018:
“From ‘Collect the Fragments...’ to ‘Memory of the World’. The Irish Folklore Commission (1935-1970): Achievement, Legacy, and the Digital Era.”
15:30-16:00      Tea/Coffee
16:00-18:00      Session 1                       Folklorists, Monks, Millers and Drinks
Dr Paul Cowdell: “Second Impressions: What We Make of What Makes us Folklorists”
Dr Anne Lawrence-Mathers: “The Monks of Reading Abbey as Creators and Custodians of Images of Working Lives.”
Jeremy Harte: “‘How Many Sacks Hast Thee A-Stole?’ The Miller as Folk Villain.”
Dr Matt Cheeseman: “Friday Drinks.”
18:00-19:30      Friday Drinks Reception at the Museum of English Rural Life: with folk music
19:30               Free to roam and forage for food. Conference pub: The Mercure George Hotel, RG1 2HS
Saturday 28th
9:30-11:00        Session 2                       Work Songs
Dr Devender Kumar: “Peasantry in North Indian Women’s Folk Song Jakari.”
Hasmik Matikyan: “Lullaby as Work Song.”
Ernie Warner: “Work Songs and Occupational Identity in Song and Dance.”
11:00-11:30      Tea/Coffee
11:30-13:00      Session 3                       Spinning Yarns
Rosalind Kerven: “Spinners, Servants and Midwives: Women at Work in British and Irish Folk Narratives.”
Mark Norman: “Spindle, Shuttle and Needle: The Folklore of Wool and Yarn.”
Dr Kate Smith: “From Hard Labour to Art and Leisure”
13:00-14:00      Lunch
14:00-15:00
15:00-16:00
16:00-16:30
16:30-18:00
Working Life


Keynote talk: Prof. David Hopkin: “Lace Legends, Patrons and Celebrations: Craft Pride and Women’s Work.”
Session 4                       Potters and Publicans
Dr Ceri Houlbrook: “‘A Folklorist Walks into a Bar...’: The Publican as Curator of the Concealed Revealed.”
Dr Meredith McGriff: “Individuals Together: Independent Professional Potters as an Occupational Folk Group.”
Tea/Coffee
Session 5                       Rural Labour, Landscape and Legend
Fiona Mackenzie: “‘Bho mhoch gu dubh’: From Dawn to Dusk—a Day in the Working Life of a Hebridean Crofter.”
Dr Nick Jones: “Encountering Tolpuddle: Landscape , Ritual and Power.”
Robert McDowall: “William Cobbett: a 21st-Century Evaluation of Rural Rides.”
18:00--
Sunday 29th
9:30-11:00
Free to roam and forage for food. Conference pub: The Mercure George Hotel
Session 6                       Grave-digging, Corpse Roads and Funeral Handicrafts
Dr Helen Frisby & Dr Stuart Prior: “Law, Lore and Landscape: Gravedigging in 19th- to 20th- Century England.”
Dr Stuart Dunn: “Corpse Roads: Connecting archaeology, folklore and landscape.”
Dr Mu Peng: “Doing Handicraft: Balancing Diversity and Uniformity in Rural China.”
11:00-11:30
11:30-13:00
Tea/Coffee
Session 7                       Fairies, Toadmen and Charcoal-burners
Dr Jo Hickey-Hall: “Fairies and Labourers.”
Dr Maureen James: “‘Catch a ‘walking toad’: Exploring the Rituals and Practices of the Toadmen of East Anglia.”
13:00-14:00
14:30-16:30
Dr Tommy Kuusela: “The Charcoal-burner, the Hunter and the Female Forest Spirit.” lunch
Tour of the Museum of E