Κυριακή 15 Ιουλίου 2018

Επτά μελετήματα για τον Καβάφη, Ελισάβετ Αρσενίου εισαγωγή-επιμέλεια, Μανδραγόρας 2018


Αναζητώντας τον δάσκαλο


Δημήτρης Ν. Μανιάτης ,Θωμάς Κοροβίνης «Πρέπει να τσακίσουμε το τέρας του νεοφασισμού», ΤΑ ΝΕΑ, 14.7.18





Θωμάς Κοροβίνης

Θωμάς Κοροβίνης


    
Τραγουδάει και γράφει στίχους. Γράφει βιβλία που εκτείνονται από τη μυθοπλασία μέχρι τη λαογραφική έρευνα σε Ελλάδα και Τουρκία. Τώρα μάλιστα μόλις κυκλοφόρησε το ρομάντσο του «Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν» που εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη το 1917, την περίοδο της μεγάλης πυρκαγιάς (εκδ. Αγρα). Εχει καθιερώσει επίσης έναν δικό του θεσμό με πολιτιστικά δρώμενα στο κτήμα του στα Πλατανίδια, χωρίς καμία βοήθεια. Συχνά ασχολείται με θέματα που έχουν να κάνουν με τις πιο γκρίζες ζώνες της ζωής και της Ιστορίας, όπως η υπόθεση Παγκρατίδη που έγινε το πετυχημένο μυθιστόρημα του «Ο γύρος του θανάτου» που βραβεύθηκε και δραματοποιήθηκε για το θέατρο. Εχει γράψει για το ερωτικό περιθώριο στη Θεσσαλονίκη, για τον Στέλιο Καζαντζίδη, για τους Ζεϊμπέκους και τους Ασίκηδες, για τη νυχτερινή ζωή στη Θεσσαλονίκη την εικοσαετία 1970-80. Για οκτώ χρόνια φιλόλογος στην Κωνσταντινούπολη, κουβαλάει τη βαθιά του γνώση για τη γείτονα χώρα και μακριά από εθνικισμούς και πατριδοκαπηλίες αρθρώνει τη δική του φωνή εξωστρέφειας και έκκεντρης λαϊκότητας. Ο Θωμάς Κοροβίνης τυπικά είναι συγγραφέας που μένει στη Θεσσαλονίκη και εμμένει στις αγάπες και τις εμμονές του. Ουσιαστικά είναι ένας πληθωρικός διανοούμενος με ενδιαφέρουσες θέσεις. 
Νομίζω πως το νέο σας μυθιστόρημα «Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν» και το ρομάντζο που στήνετε είναι και το όχημα για να μιλήσετε για μια Θεσσαλονίκη κοσμόπολη. Πώς ήταν, αλήθεια, η Θεσσαλονίκη το 1917, εννοώ ανθρωπογεωγραφικά;
Το μυθιστόρημα έχει πολλά επίπεδα. Πρόκειται για τον θρίαμβο και το ολοκαύτωμα του έρωτα δύο αλλόδοξων, μια πυρκαγιά μέσα στην πυρκαγιά του 1917, που την ξεπερνά. Χρόνια το είχα όνειρο να αξιωθώ ένα λογοτεχνικό έργο στο οποίο να αναδεικνύεται το πολυπολιτισμικό πρόσωπο της πόλης. Εστω και στην παρακμή της ως εκ θαύματος αγαστής συνύπαρξης των τριών βασικών εθνοτήτων που την κατοικούσαν. Τότε περίπου τριπλασιασμένης, με την έκπληξη της αναγκαστικής συγκατοίκησής με τη σχεδόν οικουμενική - πλην Γερμανών και Βούλγαρων - «συμμαχική», όμως «κατοχική» Στρατιά της Ανατολής. Με την έλευση των πρώτων ρωμιών προσφύγων και τη διοικητική στελέχωση από το παλαιοελλαδίτικο κράτος η Θεσσαλονίκη, ενταγμένη στην Ελεύθερη Ελλάδα, αρχίζει πια να «ελληνοποιείται», καθώς την υποβάθμιση του σεφαραδίτικου στοιχείου συνοδεύει η σταδιακή αποχώρηση των μωαμεθανών.
Τι καθόριζε την ταυτότητα της πόλης τότε και τι σήμερα; Τι για την ακρίβεια μεσολάβησε για εσάς καθοριστικό που συντέλεσε να χάσει (;) τον κοσμοπολιτισμό της η Θεσσαλονίκη;
Η Σαλονίκη είναι το μοναδικό με αδιάλειπτη ιστορική διάρκεια σημαντικό άστυ στην κυρίως Ελλάδα. Ο ιδιότυπος κοσμοπολιτισμός και η περίφημη διαπολιτισμική όσμωση για μισή περίπου χιλιετία - κάτι που συμβαίνει με αντιστοιχία στη Μεσόγειο μόνο στη Σμύρνη αλλά εκεί με υπερέχον το ελληνικό στοιχείο - εξαφανίζονται με τη λεγόμενη «απελευθέρωση», δηλαδή την ένταξή της στον εθνικό χάρτη και την ενίσχυση του πληθυσμού της με Ελληνες. Από δευτέρα τη τάξει σημαίνουσα πολιτεία τριών ιμπέριουμ υποβαθμίζεται σε δεύτερη και «καταϊδρωμένη» πόλη ενός νεοσύστατου κρατιδίου, με τις γνωστές συνέπειες. Μια περιοχή με πολλαπλά έντονη και ιδιόρρυθμη ταυτότητα, με ξεχωριστή και μεικτή ευρωανατολίτικη και βαλκανομεσογειακή ιδιοσυστασία και πλούσια ρωμαϊκή, βυζαντινή, εβραϊκή, οθωμανική και ελληνική κληρονομιά, εξαναγκάζεται σε επικαθορισμό και δορυφοροποίηση από την πρωτεύουσα, με την οποία σε τίποτε δεν ταιριάζουν τα χνώτα της.
Σήμερα η Θεσσαλονίκη και η Βόρεια Ελλάδα είναι όντως τόσο ανήσυχη και τόσο διαφωνούσα με τη συμφωνία με την ΠΓΔΜ;
Ολοι πατριώτες είμαστε. Πλήν των πατριδοκάπηλων. Ο ψυχασθενικός ελληνοκεντρικός σοβινισμός - και οι παραφυάδες του - δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τους αντίστοιχους όλων των λαών του πλανήτη. Δεν φταίει μόνο η αποτυχημένη ρεβανσιστική Δεξιά που μεταχειρίστηκε έναν σαθρό ψευδοπατριωτισμό προβάλλοντάς τον κυρίως για εσωτερική κατανάλωση και ψυχολογική χειραγώγηση, αλλά και η μετεμφυλιακή Αριστερά που της επέτρεψε να ιδιοποιηθεί την αγάπη για την πατρίδα για να μη χαρακτηρισθεί η ίδια εθνικίστρια. Οταν η νομενκλατούρα του Τίτο παραθέριζε στη Χαλκιδική και στα Πιέρια τη δεκαετία του '60, τότε όλοι εμείς οι Ελληνες Μακεδόνες ακόμη και τους Βελιγραδιώτες Μακεδόνες τους λέγαμε! Πρώτα ο διεθνισμός και μετά η εθνομανία! Θα συζητούσα ίσως την τόσο θερμόαιμη αντίδραση αν οι ίδιοι άνθρωποι κατέβαιναν στους δρόμους να χτυπηθούν για το ψωμί τους αλλά και για τις συμφορές τόσων άλλων λαών! Τα πράγματα οδηγούν στην ανάγκη να μάθουμε να ζούμε μαζί με τον «ξένο». Εντός και εκτός. «Τον φίλο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη» είπε ο Σεφέρης.
Η Θεσσαλονίκη κοινώς είναι η πόλη όπου δολοφονήθηκε κάποτε ο Λαμπράκης ή μια πόλη αντιφατική, όπως η Αθήνα, χωρίς ομοιογενή πολιτικά χαρακτηριστικά;
Και τα δύο ισχύουν. Πάντα πίστευα ότι η Αθήνα δεν θα επέτρεπε να δολοφονηθεί στην καρδιά της ο Λαμπράκης. Ομως ευθύνεται και η ίδια για τη διαμόρφωση εκείνου του ζόφου, του παρακρατικού κλίματος στη Θεσσαλονίκη. Που δεν της πρέπει να χρεώνεται τον τίτλο μιας φασίζουσας πόλης. Πέρασε διάφορες φάσεις. Στη Μεταπολίτευση άνθησε κι άφησε πίσω την πρωτεύουσα. Τις τελευταίες δεκαετίες με τα «ανθιμοψωμιαδικά» αναβίωσε με τη συνευθύνη ταγών και συμπολιτών ένας αποκρουστικός «νεομεσαίωνας» που δεν της ταιριάζει. Ούτε «όλοι μαζί τα φάγαμε» ούτε «όλοι μαζί μπορούμε». Να τσακίσουμε το τέρας του νεοφασισμού θα μπορούσαμε όμως. Αν τολμάμε!
Συχνά κάνετε αναφορές στη Θεσσαλονίκη. Ζείτε εκεί. Επανέρχεστε με το έργο σας. Σήμερα υπάρχει πνευματική κίνηση στη συμπρωτεύουσα ή δυσμενή τα πράγματα;
Είμαι απ' αυτούς που τη στηρίζουν φανατικά - παρόλο που πολλά με θλίβουν και με τυραννούν - για να μη βουλιάξει κι άλλο. Το πολιτιστικό και δη το πνευματικό πρόσωπο της Θεσσαλονίκης το συνιστούσαν οι πρωτογενείς, συχνά ιδιότυποι, δημιουργοί της από τον καιρό προ του Πεντζίκη. Τον πολιτισμό δεν τον κάνουν τα Μέγαρα, οι επιχορηγήσεις και η κουλτούρα της λαμογιάς. Εχω κάνει θαυμάσια πράματα χωρίς να πάρω ή να δώσει κανείς δεκάρα. Μα η αναγνώριση ερχόταν πάντοτε από την Αθήνα. Π.χ. αν ένα έργο μου γίνει πετυχημένο θέατρο στην πρωτεύουσα, οι «δικοί μου» το δέχονται με δουλική χαρά. Αν τους το ζητήσω ο ίδιος, μπορεί να με σουτάρουν. Οι τοπικοί θεσμοί δεν μας υπολήπτονται. Λειτουργούν ως φερέφωνα των επιτήδειων μάνατζερ της Αθήνας. Εμείς κάνουμε τον δικό μας πολιτισμό για την πόλη μας και για όλη τη χώρα κι αυτοί κοιτάνε τα μαγαζάκια τους. Και σήμερα λίγοι προκομμένοι απομείναμε χωρίς καν εφημερίδα να δείξουμε το έργο μας. Πολλοί την κοπάνησαν για χάμου. Καλά κάνανε. Συνεχίζουμε υπερήφανα. Σχιζοφρενώς: σαδομαζοχιστικά αιχμαλωτισμένοι στη Σαλόνικα, αγαστά συνεργαζόμενοι με το Κλεινόν Αστυ.

Η ετέρα σας πόλη είναι η Κωνσταντινούπολη. Ζήσατε και εργαστήκατε εκεί οκτώ χρόνια. Είστε γνώστης του λαϊκού και μη πολιτισμού των Τούρκων. Αλήθεια, πού οδεύει η χώρα εν μέσω ερντογανισμού;
Με τις ανεξέλεγκτες επεμβάσεις που επιβάλλει η νέα τάξη πραγμάτων η λατρεμένη μου Πόλη κινδυνεύει να απολέσει τον ιστορικό της χαρακτήρα. Σ' αυτόν συνίσταται μέγα μέρος της μαγγανείας της. Η σατραπεία του Ερντογάν που έχει θρυλοποιηθεί ως λαϊκός ήρωας για τον μισό πληθυσμό εξοστρακίζει ό,τι προοδευτικό σε ιδέες και προσωπικότητες. «Υπεροψία και μέθη». Είναι μεγαλομανής παντουρανιστής και αναχρονιστικός ισλαμιστής, και ακόμη δεν έχει δείξει τα δόντια του. Ιδωμεν!

Εμμένετε επίσης με προσήλωση στον λαϊκό πολιτισμό Ελλάδας και Τουρκίας. Υπάρχει, παράγεται σήμερα λαϊκός πολιτισμός στη χώρα μας ή το έχουμε και λίγο επινοημένο όλο αυτό ως δικλίδα ασφαλείας;
Μέχρι χτες ο λαϊκός πολιτισμός ήταν απ' τα βασικότερα κομμάτια της ταυτότητάς μας στις ποικίλες, θαυμαστές εκφάνσεις του. Προσωπικά είμαι ισόβιος μουτζαχεντίν σ' αυτό το θέμα. Μα ένας λαός που έχει πάψει προ πολλού να είναι «λαϊκός» δεν μπορεί να παραγάγει ούτε π.χ. ένα καθαρόαιμο λαϊκό τραγούδι.
Είμαστε σε φάση μεταβατική. Εχουμε ενδώσει χάνοντας και τη λαϊκότητα και την ελληνικότητά μας. Δεν γουστάρω. Τώρα εμένα που αγαπώ τους Τσιγγάνους μού επιβάλλουν να τους προσφωνώ Ρομά εκείνοι ακριβώς που τους σιχαίνονται. Ε, δεν θα πάρω!
Εχετε καταγράψει από τουρκικές παροιμίες μέχρι το ερωτικό περιθώριο της Σαλονίκης, αλλά και μαρτυρίες για τον Καζαντζίδη και την υπόθεση Παγκρατίδη - έστω μυθιστορηματικά. Πού οριοθετούνται τα ενδιαφέροντά σας, πώς απλώνονται και από τι εκκινούν ή πυροδοτούνται;
Ολα ξεκινούν από ένα εσωτερικό κάλεσμα στο οποίο ανταποκρίνομαι με εμπύρετο πάθος. Από μια ερωτική φλόγα για πρόσωπα και καταστάσεις που ανήκουν αυστηρά στην προσωπική μου μυθολογία.
Είναι σαν να με καλεί το καθήκον να «υπηρετήσω» μια υπόθεση, να πλέξω τα εγκώμια των πόλεων που με σφραγίζουν ή το δοξαστικό μιας παραγνωρισμένης προσωπικότητας, να διασώσω ένα γλωσσικό ιδίωμα. Επιμένω ελληνικά, και ανατολικά, όντας όμως αντι-ανατολίτης νοοτροπικά. Ζω με το ένα πόδι στον καιρό των παλαιών σουλτάνων και με το άλλο στον 22ο αιώνα. Ισως γι' αυτό δεν μπορώ να «τα βρω» με την εποχή μου.
Είστε ανένταχτος αλλά σεσημασμένος κοινωνιοκεντρικός αριστερός. Σήμερα ζούμε τη ματαίωση της Αριστεράς ή την προσδοκία της διαχείρισης του καπιταλισμού από αριστερά ηθικά χέρια;
Είμαι οραματιστής μιας διαρκούς επανάστασης. Και απελευθέρωσης σε όλα τα μέτωπα. Αυτό που συμβαίνει σε κάποιες χώρες, και γίνεται με τον καιρό status quo, όπως κι εδώ, ίσως να βολεύει μια χαρά τη διεθνή της καπιταλιστικής λησταρχίας και απατεωνίας: ένα αριστεροφανές διαχειριστικό των πραγμάτων σχήμα, που στρεφόμενο προς το βολικό κέντρο και τον αλλού ξημερωμένο λαό εφησυχάζει και τη δουλίτσα μας την κάνουμε. Καλά! Ομως μπορεί η τσιπρολαγνεία να μην έβγαλε άσους αλλά κι απ' «τους κούληδες, με τη βαριά, βλακώδη τους μορφή», που λέει κι ο Καββαδίας, τι φασούλια θα βγάλουμε; Ο Τούρκος λέει: «Δεν είδα καλό απ' τα μάτια και θα δω απ' τα φρύδια;».

«"Ο στρατός θα σου αφήσει πληγές" μου είπε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος»

Βραβευτήκατε για τον «Γύρο του θανάτου». Ηθελα να σας ρωτήσω: ποιος ήταν τελικά ο Δράκος; Κάνατε προφανώς και έρευνα για να γράψετε...
Ερεύνησα εξαντλητικά γύρω απ' την υπόθεση αλλά ο στόχος μου ήταν να αποτυπώσω λογοτεχνικά τα συστατικά της μετεμφυλιακής τραγωδίας και την ψυχοσύνθεση των ανθρώπινων τύπων σε όλες τις αποχρώσεις της μέσα στο άστυ. Θεσσαλονίκη, και συνεκδοχικώς Αθήνα και επαρχία.
Δεν ήταν η αποκάλυψη της ταυτότητας του Δράκου, αν και όλα κλίνουν προς την κατεύθυνση της κατασκευασμένης ενοχής του Αρίστου - και για λόγους «πολιτικούς», συγκάλυψης δηλαδή της δολοφονίας του Λαμπράκη. Μιλώντας προ πενταετίας στο αστυνομικό μέγαρο Θεσσαλονίκης για τους «Ανθρωποφύλακες» του φίλου μου Περικλή Κοροβέση, μαζί με τον συγγραφέα, ανώτατος αξιωματικός μάς αποκάλυψε ότι γνωρίζουν τον πραγματικό ένοχο κι ότι για όλα φταίει η αστυνομία της εποχής.
Μα, αν γνωρίζουν, ας μιλήσουν, κι ας τα ξεράσουν και οι λοιποί για την υπόθεση Λαμπράκη, για τη δικαιοσύνη του πράγματος δηλαδή, να ελαφρύνει λίγο η πόλη απ' τις δύο πιο βαριές ενοχικές σκιές της εδώ και πάνω από μισόν αιώνα.
Πείτε μας για τον φίλο σας Ντίνο Χριστιανόπουλο. Πότε και πώς τον γνωρίσατε και τι κρατάτε από αυτόν;
Τον γνώρισα το 1976 στο τέλος της φοιτητικής μου ζωής. Σύντομα έφευγα φαντάρος στη Λέσβο. «Ο στρατός θα σου αφήσει πληγές, να κοιτάξεις να τις πολεμήσεις» μου είπε.
Αγαπηθήκαμε και δεθήκαμε στενά μέχρι σήμερα που είναι πια δυστυχώς κατά πνεύμα περίπου απών κι αυτό με πονάει πολύ. Ισως να είμαι ο πιο κοντινός μαθητής του.
Η μαθητεία μου πλάι στον Ντίνο συμπλήρωσε τις επιδραστικές σχέσεις των πανεπιστημιακών μου δασκάλων, κυρίως του Γ.Π. Σαββίδη και του Μαρωνίτη, και με σφράγισε σαν συνολική προσωπικότητα. Του χρωστώ βαθιά ευγνωμοσύνη παρόλο που έχουμε συχνά συγκρουστεί κυρίως λόγω διαφορετικής κοσμοθεώρησης και άλλου modus vivendi αλλά και της πατερναλιστικής και δύστροπης ιδιοσυγκρασίας του.
Σχολιάστε μας την πρόσφατη σκηνή προπηλακισμού και βίας κατά Μπουτάρη...
Πρέπει να κόψουμε τον αέρα κάποιων φασιστοειδών που ιδίως στη Θεσσαλονίκη όλο και αποθρασύνονται.
Μα κι εκείνη η Δικαιοσύνη! Τι χασομέρι είναι αυτό με τη δίκη της ναζιστικής οργάνωσης! Θα τρίζουν τα κόκαλα του Φύσσα! Μήπως όμως και ο μποέμ αντιφασίστας δήμαρχος πληρώνει το νόμισμα της μπουρζουάδικης νοοτροπίας και κάποιας φιγουρατζίδικης «μεταμοντέρνας» απερισκεψίας του;

Σάββατο 14 Ιουλίου 2018

Μπέκος Γρηγόρης Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: «Η λογοτεχνία κατέγραψε τα κακώς κείμενα προ της κρίσης»


Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: «Η λογοτεχνία κατέγραψε τα κακώς κείμενα προ της κρίσης»
Στιγμιότυπο από την οδό Ερμού τον Ιανουάριο του 1980
Κοινή χρήση3
εκτύπωση  

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
Η κίνηση του εκκρεμούς – Ατομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017
Εκδόσεις Πόλις, 2018
σελ. 914, τιμή 30 ευρώ

Ο κριτικός Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, που παρακολουθεί συστηματικά τη λογοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα από το 1979 και τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται με «Το Βήμα της Κυριακής», δεν συνηθίζει να δίνει συνεντεύξεις. «Μου φαίνεται περίεργο διότι, τις περισσότερες φορές, κάθομαι στην απέναντι πλευρά, είμαι αυτός που θέτει τις ερωτήσεις» είπε λίγο πριν αρχίσει η συνομιλία μας. Ξεχωριστή αφορμή γι' αυτή στάθηκε η πρόσφατη έκδοση της ογκώδους μελέτης του «Η κίνηση του εκκρεμούς: Ατομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017» που συνιστά ένα έργο ζωής για τον ίδιο και ένα έργο αναφοράς για τους υπόλοιπους. «Το στοίχημα ήταν το εξής: από τη μια πλευρά να κάνω γραμματολογία και από την άλλη κριτική, να αποπειραθώ δηλαδή μια κριτική γραμματολογία που παραμένει ανοιχτή στον χρόνο».

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου βασίζεται σε δύο πυλώνες: στην αναγνωστική του εμπειρία και στην κριτική του διαίσθηση. Με το βιβλίο αυτό, που έχει μοιραία και μια αυτοβιογραφική διάσταση, ο ίδιος επιχειρεί να απαντήσει σε ένα θεμελιώδες αλλά σύνθετο ερώτημα: πώς αναπαρίσταται η σχέση ατομικού και συλλογικού στην πεζογραφία της Μεταπολίτευσης. «Εν πολλοίς, έχουμε συμφωνήσει όλοι πότε αρχίζει η Μεταπολίτευση. Οχι όμως και πότε ακριβώς τελειώνει. Οπως και να 'χει, το βιβλίο μου, που καταλήγει στα χρόνια της κρίσης, ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2017. Εκείνο που διερευνώ, υπερκαλύπτοντας μια ολόκληρη τεσσαρακονταετία, είναι ροπές και τάσεις στη λογοτεχνία. Και προσπαθώ, μέσα από ένα συγκεκριμένο ερμηνευτικό σχήμα που είναι η συγκατοίκηση ή και η αντίθεση ατομικού και συλλογικού, να ψηλαφίσω τις πορείες που διαγράφει η ελληνική πεζογραφία σ' αυτό το διάστημα. Τέτοιες πορείες, ασφαλώς, δεν είναι ευθύγραμμες. Επειδή στο ίδιο διάστημα βρίσκουμε και συγγραφείς από τις δύο πρώτες μεταπολεμικές γενιές που παραμένουν άκρως παραγωγικοί. Στην προσέγγισή μου δεν υπάρχουν αυστηροί διαχωρισμοί, όπως είναι αναμενόμενο, υπάρχουν δημιουργικές αλληλεπικαλύψεις. Γι' αυτό και σκέφτηκα την κίνηση του εκκρεμούς, κάτι που μετακινείται από τον έναν πόλο στον άλλο - από το άτομο προς την κοινωνία και τανάπαλιν - συμπεριλαμβάνοντας όλα τα ενδιάμεσα σημεία. Αν θελήσουμε να το δούμε κάπως συνοπτικά, και να ξεκινήσουμε από το 1974, ο ένας πόλος είναι σαφέστατα η πολιτική και η ιστορία, δηλαδή το συλλογικό, και έτσι φτάνουμε μέχρι την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο. Στη συνέχεια η πορεία είναι προς το ατομικό και ύστερα το ιδιωτικό. Θα έλεγα ότι το εκκρεμές επανέρχεται στο συλλογικό κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αν συνεκτιμήσουμε το ιστορικό και το αστυνομικό μυθιστόρημα».



Το ιστορικό μυθιστόρημα


Του προτείναμε τότε να σταθούμε στο όγδοο κεφάλαιο του βιβλίου του, όπου ο ίδιος επικεντρώνεται στην ανανέωση του ιστορικού μυθιστορήματος και στη στροφή προς μια καινούργια συλλογικότητα. «Μιλώντας για το ιστορικό μυθιστόρημα, αυτή η επαναφορά στο συλλογικό δεν γίνεται πια μέσω της πολιτικής και της ιστορίας, αλλά μέσω μιας πολιτισμικής οδού περισσότερο. Σε όλον τον δέκατο ένατο αιώνα και μέχρι το 1945 που βγαίνει "Η πριγκιπέσα Ιζαμπώ" του Αγγελου Τερζάκη, λιγότερο ή περισσότερο φορτισμένα, το ιστορικό μυθιστόρημα έχει εθνική αποστολή, να δείξει είτε τη συνέχεια, είτε το αρραγές της φυλής και του έθνους, είτε την αντίστασή του στις ξένες δυνάμεις. Από το 1945 και μετά, μέχρι περίπου το τέλος της δεκαετίας του 1980 - όταν και εμφανίζεται "Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά" της Ρέας Γαλανάκη που χαράζει έναν άλλον δρόμο -, εξακολουθεί να υπάρχει ένα ιστορικό μυθιστόρημα διασκεδαστικό, όπου όμως οι αναγνώστες δεν αναζητούν κάποιο πολιτικό ή εθνικό νόημα στο παρελθόν αλλά ένα ντεκόρ διαφυγής από το παρόν, προς τη Φραγκοκρατία, το Βυζάντιο, ενίοτε και την αρχαιότητα. Οταν, λοιπόν, ξεκινάει το νέο ιστορικό μυθιστόρημα, μιλάμε πλέον όχι μόνο για διαφορετικές γενιές αλλά και για διαφορετικό βλέμμα στη λογοτεχνία. Ο Αλλος είναι πια η διαφορετικότητα εν γένει. Και ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο Αλλος, λ.χ. ο Τούρκος ή ο Δυτικός, η σχέση είναι πλέον συνομιλητική και όχι ανταγωνιστική. Αυτό είναι το βασικό: έχουμε μεν μια επαναφορά στο συλλογικό αλλά είναι ένα συλλογικό διευρυμένο, δηλαδή επιμερισμένο, δεν είναι μόνο το δικό μας, είναι και το συλλογικό του Αλλου, η δική μας μοίρα όπως διαπλέκεται με τη μοίρα των άλλων».



Αστυνομική λογοτεχνία

Το έβδομο κεφάλαιο ασχολείται με το αστυνομικό μυθιστόρημα που περνά «από τις ιδιωτικές σχέσεις στην κοινωνία». Εδώ συναντάμε έναν ουσιαστικό διαχωρισμό ανάμεσα στις ιστορίες μυστηρίου και τα κοινωνικοπολιτικά αφηγήματα. «Υπάρχει κυρίως στην Ευρώπη ένα κοινωνικοπολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα, γαλλικής, ισπανικής και ιταλικής προέλευσης, το οποίο οι έλληνες συγγραφείς παρακολουθούν μεν αλλά με κάποια αποστασιοποίηση. Ας πούμε, εδώ το είδος αυτό δεν έχει κάποια συγκεκριμένη ιδεολογική λειτουργία. Παρά τις όποιες διαφορές όμως, και το ελληνικό κοινωνικοπολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα παρατηρεί στενά και από κοντά την κοινωνία, πιο κοντά απ' όλους. Σε αυτό δεν συναντάμε μόνο τα μεγάλα γεγονότα - από την τρομοκρατία ως την οικονομική διαφθορά - αλλά και ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μας» σημείωσε ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου.

Δεν αργήσαμε, ωστόσο, να μιλήσουμε και για την «επέλαση της παρωδίας», να ασχοληθούμε δηλαδή με τη δεκαετία του 1980. Θέσαμε τον προβληματισμό αν η ελληνική λογοτεχνία υποχώρησε ποιοτικά εκείνη την περίοδο. «Τα μυθιστορήματα δεν είναι ισοϋψή και αυτό ισχύει, νομίζω, για όλες τις περιόδους. Προσωπικά δεν μου φαίνεται πειστικό, εν προκειμένω, να συνδέσω μια θεματική κατηγορία με μια ορισμένη ποιοτική καθίζηση. Θα υποθέσω το εξής. Υπήρξαν έντονες επικρίσεις στη λεγόμενη "γενιά της παρωδίας", και στην εποχή που γράφτηκαν τα βιβλία της και αργότερα. Στη δεκαετία του 1980 συνυπάρχουν δύο γενιές συγγραφέων - για παράδειγμα, και ο Πέτρος Τατσόπουλος και ο Χρήστος Χωμενίδης, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για έλλειψη τεχνικής πολυπλοκότητας και μεγάλες ευκολίες. Δεν είμαι σίγουρος αν είναι αυτό ή ένας τρόπος γραφής πιο συμβατικός, το μόνο σίγουρο είναι ότι οι όποιες αδυναμίες τους αντισταθμίστηκαν, κατά τη γνώμη μου, από τον παρωδιακό τους λόγο. Αλλά και ο τελευταίος κατηγορήθηκε ότι δεν είναι αρκούντως σοβαρός, ταυτίστηκε ίσως με την πλάκα ή τον χαβαλέ. Αυτό όμως δεν ισχύει απολύτως, διότι υπήρξε και η μαύρη κωμωδία και η αποτύπωση εξαιρετικά αρνητικών ηρώων. Μάλιστα, όταν ξέσπασε η κρίση, συνεχίστηκε η αρνητική κριτική προς αυτή τη γενιά συγκεκριμένα, ότι ήταν αφελείς συγγραφείς, ότι δεν ακτινογράφησαν εγκαίρως μια κοινωνία που όδευε αργά προς μια νέα καταστροφή. Εγώ όμως το πιστεύω, και το λέω, ότι αυτή η κοινωνία εικονογραφήθηκε, αν αυτό έγινε επαρκέστατα είναι δύσκολο να το πει κανείς, πάντως εικονογραφήθηκε».

Και προχώρησε ένα βήμα παραπέρα. «Στη διάρκεια της κρίσης, βεβαίως, υπήρξαν αρκετοί που δεν έλεγξαν μόνο τους παρωδούς αλλά όλη την ελληνική πεζογραφία, ότι την εποχή που γεννιόντουσαν οι αιτίες της τρέχουσας κρίσης, απέτυχαν να τις υποδείξουν. Δεν θέλω να φανώ απολογητής κανενός, αλλά και πάλι θα πω ότι ήταν πάρα πολλοί οι συγγραφείς που με τα έργα τους απέδειξαν ότι δεν κοιμόντουσαν τον ύπνο του δικαίου, όπως τους καταλογίζουν. Μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό η Μάρω Δούκα και το βιβλίο της "Εις τον πάτον της εικόνας" ή ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης με "To χρονικό του Δαρείου" και η Αμάντα Μιχαλοπούλου με το "Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη". Επιλέγω επίτηδες διαφορετικές μεταξύ τους περιπτώσεις για να υποδείξω ακριβώς την ποικιλομορφία. Υπάρχουν πάντως επαρκή παραδείγματα - και αριθμητικά - ότι τα κακώς κείμενα καταγράφηκαν, είμαι πεπεισμένος και γι' αυτό κομίζω και τα σχετικά στο βιβλίο».



Η πεζογραφία της κρίσης

Το κεφάλαιο που πιθανότατα θα ξεπεραστεί γρηγορότερα από τα υπόλοιπα στη μελέτη του, κάτι για το οποίο έχει απόλυτη επίγνωση, είναι αυτό που αφορά την πεζογραφία της κρίσης. «Φανταστείτε ότι έχει υποχωρήσει ήδη το φαινόμενο. Η πλειοψηφία αυτών των βιβλίων, που έχουν την κρίση θεματοποιημένη, πάσχουν από ηθικολογία, καταγγελία, ένα ακαθορίστως αρνητικό πνεύμα, επιπόλαια πολιτικά και κοινωνικά συμπεράσματα, άπειρες σχηματοποιήσεις και στερεότυπα. Ελάχιστα απ' αυτά αξίζει να συζητηθούν».

Τα τελευταία χρόνια όμως γίνεται και μια παράξενη συζήτηση για το αν υπάρχει ελληνικό μυθιστόρημα. «Το ότι δεν υπάρχει είναι ο απόλυτος μύθος. Ασφαλώς έχουμε μια αξιόλογη και ποιοτική παραγωγή στο διήγημα και στη νουβέλα. Δεν μας λείπει όμως το μυθιστόρημα. Εχουμε και μεγάλες και φιλόδοξες συνθέσεις. Θα σταθώ στους "Τυφλούς" του Νίκου Α. Μάντη. Είναι ένα βιβλίο εξακοσίων σελίδων που περιλαμβάνει κυριολεκτικά τα πάντα. Και, ειλικρινά, δεν υπολείπεται καθόλου των αντίστοιχων αμερικανικών ή ευρωπαϊκών που και εγώ διαβάζω, όχι πάντοτε με ανεπιφύλακτο θαυμασμό, οφείλω να τονίσω. Μια άλλη περίπτωση είναι η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Οταν το μυθιστόρημά της "Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;" μεταφράστηκε στα αγγλικά, η κριτική στη Μεγάλη Βρετανία κατάλαβε αμέσως τη σημασία της. Ομως, κακά τα ψέματα, άλλη τύχη θα είχε το βιβλίο της αν ήταν γραμμένο απευθείας στα αγγλικά».

Συζητώντας ευρύτερα για τους νεότερους συγγραφείς, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου υπογράμμισε: «Σε γενικές γραμμές έχω την αίσθηση ότι δεν έχουν διαβάσει ικανοποιητικά, ότι δεν έχουν επαφή με την ελληνική λογοτεχνία που προηγήθηκε. Ούτε καν με την πρώτη μεταπολεμική γενιά που έκανε μια ριζική στροφή - ξεφεύγοντας οριστικά από τη γενιά του '30 ως προς το ύφος και τη θεματολογία - και δημιούργησε το σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα, που είναι, για να μην ξεχνιόμαστε, μια υπόθεση εβδομήντα χρόνων».

Τα ονόματα του Στρατή Τσίρκα (αν και κατά τι προγενέστερος) και του Αλέξανδρου Κοτζιά αναδύθηκαν. «Ποτέ άλλοτε το ελληνικό μυθιστόρημα δεν ήταν τόσο προσανατολισμένο στην κοινωνία, στην πολιτική και την ιστορία όσο με την πρώτη μεταπολεμική γενιά, η οποία, ωστόσο, φαίνεται να απουσιάζει από τα αναγνώσματα των νεοτέρων. Προσπαθώ, βεβαίως, στο βιβλίο να μην είμαι κανονιστικός. Δεν θα υποδείξω σε κανέναν τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να κάνει. Δεν είναι αυτός ο ρόλος της κριτικής. Λέω όμως πως, αν είμαστε μέσα σε έναν ωκεανό ξένων μυθιστορημάτων, ότι μπορούμε κάλλιστα να κολυμπήσουμε και στη μικρή θάλασσα της ελληνικής λογοτεχνίας, όχι του απώτατου παρελθόντος, αλλά του τελευταίου μισού αιώνα».