Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου της Άννας Ι. Στεργίου, Τάσος Χαλκιάς, το φύσημα του Θεού, εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, Αθήνα 214, σελ.383, Δημοτικό Ωδείο Λάρισας, 19 Νοεμβρίου 2014





Νιώθω ιδιαίτερη συγκίνηση που κλήθηκα να λάβω μέρος σε μια εκδήλωση- μυσταγωγία στο λαϊκό μας πολιτισμό. Να μιλήσω για τον Τάσο Χαλκιά και το θείο δώρο του που χάρισε απλόχερα σ’ όλους τους Έλληνες και όχι μόνο. Προσφυώς η συγγραφέας του βιβλίου αποτυπώνει αυτή τη διάσταση από την πρώτη επαφή που έχει ο αναγνώστης με το βιβλίο,  με το χαρακτηρισμό της υψηλής τέχνη του Χαλκιά ως φύσημα του Θεού.
    Η συγγραφέας επιλέγει τη μυθιστορηματική βιογραφία του Τάσου Χαλκιά και αναπτύσσει το έργο της με σεβασμό και αγάπη στον Τάσο Χαλκιά, την τέχνη του αλλά και όλα όσα πλαισίωσαν τη ζωή του και τον καθόρισαν. Τα όνειρα και τον πόνο, τη φτώχεια και τις κακουχίες, τον αγώνα και τις προσδοκίες, την αναζήτηση αλλά και την ωρίμανση της τέχνης του που τον ανεβάζει και τον τοποθετεί στη μοναχική βουνοκορφή της λαϊκής τέχνης της Ηπείρου, της Ελλάδας, του κόσμου όλου.
     Ο Τάσος Χαλκιάς δεν είναι ένας συνηθισμένος μουσικός. Δεν υπήρξε ένας απλός, έστω προικισμένος δεξιοτέχνης του κλαρίνου. Ανήκε στους εκλεκτούς, σ’ αυτούς που η μοίρα επέλεξε να φανεί γενναιόδωρη χαρίζοντάς τους την τέχνη της μαγείας. Αυτό είναι ό Τάσος Χαλκιάς. Κατέχει την τέχνη να σαγηνεύει, να παρασύρει, να απογειώνει να μεταμορφώνει όσους τον άκουγαν. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα(302). «Ο Τάσος σε κάθε γλέντι γνώριζε την αποθέωση του κοινού. Αυτό που άλλοι καλλιτέχνες ονειρεύονται μια ζωή, εκείνος το κέρδιζε σε κάθε γλέντι, σε κάθε παράσταση. Ο Χρήστος χαιρόταν και τον καμάρωνε. Ήταν παράξενο! Στο σπίτι τους ήταν ένας κανονικός άνθρωπος και μόλις έπαιζε στο πάλκο, υπήρχαν άνθρωποι που τον λάτρευαν σαν θεό. Μυσταγωγία».
    Δεν είναι υπερβολή όσα γράφει η Στεργίου στη μυθοπλαστική βιογραφία του Τάσου Χαλκιά. Ο Χαλκιάς υπήρξε η Κίρκη του μουσικού μας πολιτισμού. Το κλαρίνο του που το χρησιμοποιούσε ως γέφυρα επικοινωνίας με το ακροατήριο μάγευε το κοινό που το μεταμόρφωνε καθιστώντας τα άτομα μέλη  ενός θιάσου μυσταγωγίας που ένιωθαν να αλλάζουν φύση, όπως έγινε με τους συντρόφους του Οδυσσέα στο νησί της Κίρκης.
    Για κάποιον εξωτερικό παρατηρητή ενδεχομένως να ηχούν όλα αυτά παράξενα. Ωστόσο, οι μαρτυρίες είναι πειστικές. Τα γράφει η συγγραφέας, τα μαρτυρούν όσα τα έζησαν. Τα γνωρίζουμε από τα όσα έχουν γραφτεί, αιώνες τώρα, για τη δύναμη της μουσικής και της μουσικής τελετουργίας. Ο Πλάτωνας στον Φαίδρο χαρακτηρίζει αυτή την αλλαγή, την ψυχική απογείωση, ως θεία εξαλλαγή των ειωθότων νομίμων. Με άλλα λόγια, τόσο ο μουσικός-Κίρκη όσο και οι ακροατές του απαλλάσσονται από την καθημερινότητά τους, από τις συμβατικότητες που τους χαρακτηρίζουν. Μεταλλάσσονται. Αφήνουν πίσω το συμβατικό τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς. Απογειώνονται. Μετακινούνται σε ένα διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας , όπου βιώνουν συναισθήματα πρωτόγνωρα.
   Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκε ο Τάσος Χαλκιάς και η μουσική του. Το κλαρίνο του μετάλλασσε όσους το άκουγαν. Υποτάσσονταν στο θείο χάρισμά του και γίνονταν μέλη της μουσικής μυσταγωγίας, που οφειλόταν στη μουσική ιδιοφυία του Τάσου Χαλκιά.
    Αυτή η δύναμη της τέχνης του μπορεί να κατανοηθεί ακόμη καλύτερα αν παρακολουθήσουμε τον Χαλκιά της καθημερινότητας. Μακριά από το πάλκο και τη μουσική τελετουργία. Ο γιος του Λάκης γράφει(16). «Δεν εξωτερίκευε ποτέ τα συναισθήματά του και λέξη όπως το «σ’ αγαπώ» δεν τη γνώριζε, γιατί είχε άλλους κώδικες έκφρασης, δικούς του, και αυτοί μπορεί να ήταν ένα χάδι και μια αγκαλιά, γεμάτη αγάπη και στοργή».
       Ο Χαλκιάς ήταν δωρικός , σε πλήρη αρμονία με το περιβάλλον της Ηπείρου. Μεγάλωσε σε σκληρές συνθήκες, όπου δεν περίσσευε χρόνος και ενέργεια για ξόδεμα. Όλα ήταν μετρημένα και η στέρηση δεν άφηνε χώρο για επανάπαυση. Σ’ αυτό το περιβάλλον ο πόνος είναι αναπόσπαστο μέρος του πολιτισμού και το μοιρολόι δεν αποτελεί αναστολή της δράσης. Δεν είναι δήλωση εσωστρέφειας και εγκατάλειψης του αγώνα για επιβίωση. Αντίθετα, το μοιρολόι είναι αποχαιρετισμός στους αγαπημένους νεκρούς που τοποθετούνται πλέον στο οικογενειακό εικονοστάσι. Είναι επιπλέον το μοιρολόι δήλωση κατάφασης στη ζωή. Ο πόνος αποτελούσε πρόκληση και υπόσχεση στους αγαπημένους νεκρούς. Δεν ταιριάζει η ηττοπάθεια στον πολιτισμό που γέννησε τον Τάσο Χαλκιά.
       Δανείζομαι  ένα απόσπασμα από το βιβλίο, από την εποχή που ο Χαλκιάς έπαιζε στην Ουάσιγντον όπου γνώρισε έναν βορειοηπειρώτη σερβιτόρο. Το μοιρολόγι έγινε ο κοινός τόπος του πόνου και του παρελθόντος αλλά και η έκφραση των προσδοκιών για τον μέλλον. «Ξεκίνησε να παίζει  ένα μοιρολόι και ξαφνικά , όσοι του έλειπαν κι όσα ήθελε από τη ζωή του, ήταν εκεί. Μέσα στη μελωδία χώρεσαν τα παιδιά του, τα αδικοχαμένα μωρά από το βομβαρδισμό, ο παραλογισμός της κυρά-Βασιλικής, η μυρωδιά του κορμιού της Μαρίκας, η μικρή κιθάρα του Λάκη, τα νάζια της Νίκης, το χαμόγελο του Χρήστου, ο πρόωρα πεθαμένος πατέρας, η δοξαριά του Κυριάκου, το καλαμπούρι του Φώτη, η δροσεράδα του χωριού του(…)Οι μελωδίες του κλαρίνου ξετύλιγαν το παρελθόν, φανέρωναν τους αναστεναγμούς του παρόντος κι άφηναν υπαινιγμούς για τις κρυμμένες προσδοκίες για το μέλλον»(268).
    Το μοιρολόι για τον Ηπειρώτη ήταν ένας τρόπος να θυμηθεί αλλά και να αναμετρηθεί με το μέλλον. Ήταν το άκουσμα που έβγαινε μέσα από τα ζόρκα βουνά της Ηπείρου, που αντηχούν τους καημούς αλλά και τα όνειρα για το μέλλον.
    Σ’ αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Τάσος Χαλκιάς. Συνεπώς, κουβαλούσε την Ήπειρο και τον πολιτισμό της. Το κλαρίνο του έγινε το μέσο για να μιλήσει για τη ζωή των δικών του, τη δική του αλλά και όλων των ανθρώπων του μόχθου. Αν κάποιος αγνοήσει αυτό τον κόσμο, ίσως να δυσκολευτεί να κατανοήσει τον τρόπο που σκεφτόταν και δρούσε ο Τάσος Χαλκιάς. Ίσως θα θεωρούσε πως είναι στεγνός από αισθήματα και γι’ αυτό δεν προφέρει λέξεις τρυφερές(σ’ αγαπώ), τόσο οικείες στον σύγχρονο πολιτισμό. Για τον Τάσο Χαλκιά όμως, για το λαϊκό πολιτισμό της Ηπείρου-και όχι μόνο-η τρυφερότητα δεν εγκλωβιζόταν στα λόγια. Όλα ήταν δράση. Τότε, η ψυχή, το πρόσωπο, τα πάντα πλημμύριζαν από την τρυφερότητα που δεν ήταν μαθημένος να τα εκφράσει με λόγια. Η Στεργίου γράφει, δια στόματος Χρήστου, του γιου του. «Όσες λέξεις δεν άκουσε από τα χείλη του, τις άκουγε από το κλαρίνο του. Ήταν ο τρόπος επικοινωνίας του με τους ανθρώπους»(302).
    Ακόμη, για να κατανοήσει τη μεγαλοσύνη και την πορεία του Τάσου Χαλκιά προς την κορφή του μουσικού Ολύμπου της παράδοσής μας θα πρέπει ο αναγνώστης να διαβάσει με προσοχή το  βιβλίο και να εστιάσει στο ρόλο της οικογένειας, των τριών σημαντικών γυναικών στη ζωή του Χαλκιά(της μάνας του Βασιλικής, της πρώτης του, της αδελφής Σοφίας, της πρώτης και της δεύτερης γυναίκας του,  Χριστίνας και Μαρίκας αντίστοιχα), το ρόλο του μεγάλου αδελφού που γύρω του κούρνιασε όλη η οικογένεια. Θα διαπιστώσει πως μέσα από τα πρόσωπα αυτά περνάει η κοινωνική ιστορία του λαϊκού μας πολιτισμού. Ο Τάσος Χαλκιάς γαλβανίζεται μέσα στην οικογένειά του. Οι γυναίκες της ζωής του στέκουν ακοίμητοι φρουροί κρατώντας –ή και ενισχύοντας-τη φλόγα του κεριού της τέχνης του. Η κυρά-Βασιλική, η μάνα του, αυτή η πέτρινη μορφή της οικογένειας που κλείδωσε την ψυχή της στον πόνο για να στηρίξει την οικογένειά της, είναι εκείνη που ένιωσε τον καημό του παιδιού της και, χωρίς πολλές φιοριτούρες- πούλησε τις έξι γίδες, τις τόσο απαραίτητες για να αναστήσει την οικογένειά της, για ν’ αγοράσει το πρώτο κλαρίνο του Τάσου. Αυτοθυσία που δεν κραυγάζει και δεν περιμένει αντάλλαγμα. Της αρκεί η ευτυχία του παιδιού της.
    Πολλά θα μπορούσε να ιστορήσει κανείς για όλα αυτά. Ωστόσο,  αυτά καρπίζουν γιατί ο Τάσος Χαλκιάς ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος, ένας ευλογημένος από το ταλέντο καλλιτέχνης, που μπόρεσε να κάνει τον πόνο και τα όνειρα τρόπο παιξίματος του κλαρίνου. Που έδωσε πνοή και ψυχή στο όργανο αυτό. Που το μετέτρεψε σε ραψωδό των περιπετειών του λαού μας, σε υμνητή των συναισθημάτων του.
     Όμως, η μουσική, ο λαϊκός πολιτισμός, όταν αναδεικνύει τις δημιουργικές δυνάμεις, αποδεικνύει ότι αποτελεί σημείο σύγκλισης ανάμεσα σε λαούς που ζούνε πολύ μακριά ο ένας από τον άλλο. Υπερβαίνει τα σύνορα και τις αντιθέσεις. Φέρει στην επιφάνεια την τέχνη ως κοινό τόπο αναφοράς, καταργώντας τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην επώνυμη δημιουργία και τη λαϊκή τέχνη. Τρανό είναι το παράδειγμα της γοητείας που ασκεί ο Τάσος Χαλκιάς σε τραγουδοποιούς(Σαββόπουλος) ,  συνθέτες(Θεοδωράκης, Καραϊνδρου) αλλά και άλλους καλλιτέχνες(Ρίτσος, Τσαρούχης). Η γλώσσα της τέχνης είναι μία. Οι τρόποι διαφέρουν. Ο Τάσος Χαλκιάς μπόρεσε να αναδείξει το λαϊκό όργανο που έπαιζε, το κλαρίνο του, σε μέσο επικοινωνίας με άλλους καλλιτέχνες, Έλληνες και μη. Η μουσική του δεξιότητα παραμέρισε τον γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας. Με τον τρόπο αυτό σαγήνευσε τον σπουδαίο Benny Goodman, ο οποίος υποκλίθηκε στην ιδιοφυία του Χαλκιά, στην αστείρευτη δημιουργικότητά του που αποκάλυψε στον αμερικανό καλλιτέχνη  μια νέα οπτική.
       Ο Τάσος Χαλκιάς υπήρξε ένας σπουδαίος δημιουργός. Οι μανδαρίνοι της γραφειοκρατίας του υπουργείου πολιτισμού απεφάνθησαν ότι ο Χαλκιάς δεν ήταν δημιουργός και συνεπώς δεν εδικαιούντο σύνταξη. Αυτό το γεγονός τον πίκρανε.
      Όμως, πώς μπορεί να αξιολογήσει ένας γραφειοκράτης τον σταυραετό της μουσικής μας παράδοσης; Αγνοούν την πραγματική έννοια της δημιουργίας. Δεν μετριέται αυτή με το γράψιμο νέων τραγουδιών, που συχνά ταλαιπωρούν την αισθητική της λαϊκής δημιουργίας. Ο μουσικός, ο λαϊκός δημιουργός κάθε φορά που ανεβαίνει στο πάλκο και αρχίζει να αυτοσχεδιάζει αναδεικνύεται σε κορυφαίο δημιουργό. Και το μέτρο για την αξιολόγηση της δημιουργίας είναι οι ακροατές, ιδίως οι πανηγυριστές-μέλη του κύκλου της λαϊκής μυσταγωγίας.
      Ο Τάσος Χαλκιάς υπήρξε ένας μύστης, ένας γητευτής ψυχών. Με τη δεξιοτεχνία του και τη μουσική ιδιοφυία του ανάγκασε τους πάντες, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, να σεβαστούν τη λαϊκή μας παράδοση. Της έδωσε μπόι.
   

     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου