Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Historical Re-Enactment, Contemporary Paganism and Fantasy-Based Movements (20–21 May, 2016. Kaunas, Lithuania)


Vytautas Magnus University / Faculty of Humanities / Center for Cultural Studies

International Scientific Conference on Cultural Group Behaviour

Historical Re-Enactment, Contemporary Paganism and Fantasy-Based Movements
20–21 May, 2016. Kaunas, Lithuania
Call for Papers
Modern times are marked by rapid advances in technology, urbanization and globalization. The second half of the 20th century witnessed fragmentation of culture, ethnicity and religion as a reaction to disappointment in the progress of civilization. This promoted interest in natural, ethnic and indigenous aspects of localities. Orientation toward localities, as revealed in various worldviews and socio-cultural movements, has been related to the revival of traditional and nationalist ideas, orientation to nature-based spiritualities, (re)construction of local ethnicities and the need to return to ethnic and pre-Christian identities. A related trend manifests itself as return to old customs, indigenous values and attempts to reconstruct traditional pre-Christian religions. The existence of historical re-enactment groups and contemporary pagan movements, grounded in native faith, as well as fantasy-based movements raises the following questions: what drives them to look back to their roots? How and why do these groups emerge, exist and disappear? What is their social and cultural impact on society and members of historical re-enactment groups?
The conference welcomes both empirical and theoretical contributions from various disciplines, as well as interdisciplinary studies of historical re-enactment, contemporary pagan movements and fantasy-based movements. Early career researchers and students are also encouraged to participate.
We invite papers and panels including but not limited to the following topics:
Theoretical and methodological approaches to re-enactment
• Theoretical approaches to re-enactment and/or contemporary paganism;
• Fieldwork within re-enactment groups;
• Methodological implications and challenges.
Diversity of re-enactment movements
• Diversity of historical re-enactments and contemporary pagan movements;
• Past and present of the living history movement;
• Fantasy and live action role-playing (LARP) groups as a form of re-enactment;
• Historical cosplay in Western and other cultures;
• Aspects of the local and the global in re-enactment;
• Periodization and typology of re-enactment;
Worldviews and activities of re-enactors
• Identity of historical re-enactors and/or contemporary pagans;
• Authenticity and (re)construction in historical re-enactment and/or contemporary pagan movements;
• Traditionalism, nationalism and politics in re-enactment;
• Gender in historical re-enactment and/or contemporary pagan movements;
• Spirituality, religion and re-enactment;
• Culturally relevant or historically significant places within the context of historical re-enactments;
• Cultural heritage in historical re-enactment and/or contemporary pagan movements;
• Festivals, rituals and performance in historical re-enactment;
Re-enactment and society
• Influence of consumerism, globalization and the mass and social media for historical re-enactors and/or contemporary pagans;
• Historical re-enactment and/or the influence of contemporary pagan movements on the on mainstream society;
• Historical re-enactment in popular culture.

We expect individual paper proposals and panel submissions, including 3-4 presenters.
After the conference, participants are invited to observe historical re-enactment of Lithuanian history in the Hanse Day festival 2016, held on May 21–22.
Participants should complete the form at https://tgt.wufoo.com/forms/conference-entry-form/. Abstracts will be published on the Conference website. Each paper is allotted a time of 15 minutes, followed by up to 10 minutes for questions and discussion.
Participation fee: 40€ (for students 20€)
Travel and accommodation to attend the Conference will be at the attendee’s expense.
Abstract submission deadline: March 21, 2016.
Notification of acceptance: April 4, 2016.

Working languages: English, Lithuanian
Conference website: http://reenactment.vdu.lt/
Organizing Committee: Agnė Kalėdienė (Vytautas Magnus University, Lithuania), Rasa Pranskevičiūtė (Vytautas Magnus University, Lithuania), Gintarė Dusevičiūtė (Vytautas Magnus University, Lithuania), Aušra Kairaitytė-Užupė (Vytautas Magnus University, Lithuania), Gintaras Jaronis (Vytautas Magnus University, Lithuania).
The Scientific Committee will be announced later.
Conference participants are welcome to prepare papers to the Group and the Environments journal http://ejournals.vdu.lt/index.php/grupes/about/submissions#authorGuidelines

Organizers: Center for Cultural Studies, Faculty of Humanities, Vytautas Magnus University.
K. Donelaičio St 52-410 LT-44248 Kaunas Lithuania. http://ktc.vdu.lt/
Contact person: Agnė Kalėdienė
Phone number: +370 662 32 470
E-mail: reenactment.conference@gmail.com

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Γιώργος Σταματόπουλος,Δημιουργία ή θάνατος,EFSYN,25.1.16


dimiourgia.jpg

Μια τρυφερή μέσα στη σκληρότητά της ταινία με έντονο στοχαστικό υπόστρωμα για τις ανθρώπινες σχέσεις και την «αξία» της ανθρώπινης ζωής

Το συγκλονιστικό αυτό σύνθημα (κραυγή αισιοδοξίας) ακούστηκε στην αίθουσα προβολών μικρού μήκους ταινιών της ταινιοθήκης «Λαΐς» μετά το τέλος της δεκαπεντάλεπτης ταινίας «Να ντύσουμε τους νεκρούς» της πρωτοεμφανιζόμενης σκηνοθέτιδος Μπήλιως Καλιακάτσου.
Μια τρυφερή μέσα στη σκληρότητά της ταινία με έντονο στοχαστικό υπόστρωμα για τις ανθρώπινες σχέσεις και την «αξία» της ανθρώπινης ζωής. Γύρω από μια νεκρή γυναίκα που βρίσκεται –αδέσποτα– σε μια λαϊκή γειτονιά κοντά στο κέντρο της Αθήνας «στήνονται» μικρές ιστορίες που αναστατώνουν.
Ενα παιδάκι βλέπει τη νεκρή και αρχίζει να την πυροβολεί με το ψεύτικο όπλο του (ό,τι βλέπει το καημένο στην T.V.). Eνας βιαστικός σκοντάφτει και βλαστημάει αλλά συνεχίζει απτόητος. Δύο σουσουράδες, μακρινής, λες, εποχής περιεργάζονται το πτώμα μιλώντας ασυνάρτητα και κυνικά. Ενα ζευγάρι Γερμανοί κάθονται δίπλα και η γυναίκα βρίζει ασταμάτητα την τριτοκοσμική –ρυπαρή και άσχημη– Αθήνα.
Ενας μεθυσμένος ανασηκώνει το πτώμα, του «μιλάει» για τη γυναίκα του που τον μισεί και στο τέλος φεύγει περιφρονώντας και αυτή τη γυναίκα, που δεν του δίνει σημασία και λοιπά. Κάποιος ρακοσυλλέκτης απαλλάσσει τη νεκρή από τα ρούχα της. Μια γυμνή γυναίκα στο κέντρο της πόλης. Η κορύφωση συντελείται με τον νεαρό που βρίσκει την ευκαιρία και εκσπερματώνει μες στο πτώμα.
Η νεκρή γυναίκα και ταυτόχρονα η νεκρή πόλη. Νεκρά συναισθήματα. Νεκρή επικοινωνία. Πικρό σχόλιο της νεαρής σκηνοθέτιδος για το μικρό και το ολίγον του είδους, με μια μουσική υπόκρουση όμως να μας κρατά σε υπερδιέγερση, να σημαίνει την ελπίδα ότι κάπου στο βάθος ζει ακόμη ο άνθρωπος. Και η ποίηση!
Ετσι ξορκίζεται ο ζόφος και η κρίση: με τη δημιουργία. Με πενιχρά μέσα αποφάσισαν καμιά δεκαπενταριά νεαροί να συγκεντρωθούν, να δουλέψουν υπό αντίξοες συνθήκες –μέσα στη φτώχεια των υλικών και μέσα στον πλούτο του πάθους τους– και να καταφέρουν ένα μικρό αριστούργημα, ολοκληρωμένο(!) τόσο σκηνοθετικά όσο και επαγγελματικά. Μες στην ταινία διακρίνεις τις ψυχές τους τις ίδιες.
Δεν το βάζουν κάτω οι νέοι μας, δεν μεμψιμοιρούν, τσακίζουν την απαισιοδοξία και τη μοιρολατρία. Ορθώνουν ανάστημα. Και τι ανάστημα. Κόντρα στην κατάθλιψη και στις υπερπαραγωγές, με μόνο όπλο τη θέλησή τους να υπάρξουν. Και τι καλύτερο για την ύπαρξη από τη δημιουργία;
Γι' αυτό και το σύνθημα που ακούστηκε μετά το τέλος της ταινίας συντάραξε και καθήλωσε. Ναι. Δημιουργία ή θάνατος. Μη σταυρώσουν τα χέρια οι νέοι και κλαιν τη μοίρα ή φορτώνοντας ευθύνες τους πολιτικούς και τους πρεσβύτερους, τις παλιότερες γενιές.
Ναι. Υπάρχουν ευθύνες. Αλλά δεν παύει να υπάρχει και η δική τους ευθύνη, που δεν είναι άλλη από τη δημιουργία· παντού, σε πολλούς τομείς, από το σινεμά έως τις γεωργικές καλλιέργειες. Ετσι γεωργώνεται το πλαγκτόν μας κι έτσι καλλιεργείται το πνεύμα μας.
Να ντύσουμε, ναι, τους νεκρούς, όλους τους νεκρούς, να αναστήσουμε με τη θέλησή μας τα απονεκρωμένα μας συναισθήματα, τις ψυχικές –νοϊκές– πνευματικές μας δυνάμεις. Η νεαρή σκηνοθέτις και οι φίλοι της μάς καλούν σε μια, θα τολμούσα να πω, έκρηξη δημιουργίας και αποφασιστικότητας. Ζούμε ιστορικές στιγμές. Μπορούμε να παρέμβουμε στην εκρηξιγένειά τους. Να ντύσουμε τους νεκρούς, ναι. Να μη φτύνουμε πάνω τους, πάνω μας

Η ανέκδοτη συνέντευξη του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ΤΟ ΒΗΜΑ


Τέσσερα χρόνια ακριβώς μετά το αδόκητο τέλος του πιο σημαντικού έλληνα σκηνοθέτη του κινηματογράφου, φέρνουμε στο φως μια συγκλονιστική βιωματική εξομολόγησή του στον Θανάση Θ. Νιάρχο για όλα όσα σημάδεψαν την αρχή της ζωής του
Η ανέκδοτη συνέντευξη του Θόδωρου Αγγελόπουλου
Σε διακοπές με την οικογένειά του στο Ηράκλειο της Κρήτης. Φωτογγραφία: Gueorgui Pinkhassov/Magnum photos

 
Σε διακοπές με την οικογένειά του στο Ηράκλειο της Κρήτης.
«Το μετέωρο βήμα του πελαργού» (1991). Με τη γαλλίδα ντίβα του σινεμά Ζαν Μορό. Στην ταινία ο Αγγελόπουλος συνεργάστηκε ξανά με τον Μαστρογιάνι.
«Ο μελισσοκόμος» (1986). Με τον πρωταγωνιστή του, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι.
«Μια αιωνιότητα και μια μέρα» (1998). Στις 24 Μαΐου 1998 ο Θόδωρος Αγγελόπουλος απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα, την κορυφαία διάκριση του Φεστιβάλ των Καννών (στην ίδια διοργάνωση τιμήθηκε και με το Βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής). Δίπλα του, η κινέζα ηθοποιός Γκονγκ Λι.
«Ταξίδι στα Κύθηρα» (1984). Με τον Μάνο Κατράκη στις 15 Μαΐου 1984 στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών, όπου η ταινία απέσπασε τα βραβεία σεναρίου και FIPRESCΙ.
 
5  φωτογραφίες

Ανάμεσα στα άλλα φυσικά χαρίσματα του Θόδωρου Αγγελόπουλου ήταν πως ακόμη και αν είχες να τον συναντήσεις από το 1969, όταν προβαλλόταν στη Θεσσαλονίκη, στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ, η ταινία του «H εκπομπή» και τον ξανάβλεπες στον «Απόλλωνα», στην πρεμιέρα της ταινίας του «Το λιβάδι που δακρύζει», θα 'λεγες αμέσως: «O Θόδωρος Αγγελόπουλος». Ο χρόνος που περνούσε ωρίμαζε τα χαρακτηριστικά του χωρίς να τα αλλοιώνει. Κάτι που το παρατηρείς σε ανθρώπους και ιδιαίτερα σε καλλιτέχνες με πλούσιο, εργώδη εσωτερικό κόσμο, όποιες κι αν είναι οι περιπέτειες που τους έχουν στο μεταξύ επιφυλαχτεί. Δεν θυμόμαστε σήμερα τους λόγους που μας έκαναν το 2002 να πραγματοποιήσουμε μαζί του αυτή τη συνομιλία η οποία, απομαγνητοφωνημένη πρόσφατα, δημοσιεύεται για πρώτη φορά. Δεν αποκλείεται η ενδόμυχη αιτία να υπήρξε το γεγονός ότι η Αμπελιώνα, που ανασαίνει στη σκιά του Ναού του Επικουρίου Απόλλωνος, υπήρξε ο τόπος καταγωγής τόσο του ίδιου όσο και του υπογράφοντος. Ως εκ τούτου και η ερώτηση για το όνομα «Δερεχάνης» που υπήρξε - κάτι ελάχιστα γνωστό - ο ιδρυτής του Deree.

Κύριε Αγγελόπουλε, να ξεκινήσουμε από τους παππούδες και τις γιαγιάδες σας. Τους γνωρίσατε και, αν ναι, πώς τους θυμάστε; «Από την πλευρά του πατέρα μου, κατάγομαι από την Πελοπόννησο, από ένα χωριό που είναι έξω από την Ανδρίτσαινα, την Αμπελιώνα. Από τη μητέρα μου, κατάγομαι από το Γαβαλοχώρι, ένα χωριό έξω από τα Χανιά, στην Κρήτη. Οι γονείς μου ήρθανε στην Αθήνα πολύ νωρίς, ο πατέρας μου έφυγε από την Αμπελιώνα 12-13 χρόνων, μόλις τελείωσε το σχολαρχείο».

Το όνομα «Δερεχάνης» σάς λέει κάτι; «Βεβαίως, η γιαγιά μου ήταν Δερεχάνη. Είχε γεννηθεί στην Ανδρίτσαινα και είχε παντρευτεί τον παππού μου στην Αμπελιώνα. Μια αδύνατη, σχεδόν πάντα μαυροφορεμένη γυναίκα που μίλαγε λίγο, πολύ λίγο. Δεν μας έλεγε ιστορίες, η παρουσία της όμως ήταν πολύ θερμή μέσα στο σπίτι, είχε ζήσει για ένα διάστημα μαζί μας. Τον παππού μου, όμως, δεν τον γνώρισα. Από την πλευρά της της μητέρας μου, τους γνώρισα και τους δύο. Ο πατέρας της είχε ένα καφενείο στα Χανιά, απέτυχε όμως ως καφετζής και έφυγε πολύ νωρίς για την Αμερική. Επλενε πιάτα εκεί και κάποια στιγμή γύρισε με μερικά λεφτά. Κάθε φορά, ωστόσο, που ερχόταν για λίγο στην Ελλάδα, ώσπου να επιστρέψει οριστικά, έκανε κι από ένα παιδί. Εκαναν έτσι έξι παιδιά, με τη μητέρα μου μαζί. Η γιαγιά μου, όμως, που είχε παντρευτεί δύο φορές, είχε ακόμη ένα παιδί από τον πρώτο της γάμο. Ηταν μια πολύ νόστιμη γυναίκα, και οι δύο άντρες της την παντρευτήκανε αφού την είχανε κλέψει. Ηταν μια ιστορία που συνηθιζόταν στα χωριά τα χρόνια εκείνα, τις κλέβανε τις κοπέλες. Εποχή Τουρκοκρατίας στην Κρήτη, οι άντρες οπλοφορούσαν, προηγούνταν ο γάμος πάνω στο βουνό, ακολουθούσε η αποδοχή του. Τον πρώτο της τον άντρα τον σκοτώσανε όταν τον φωνάξανε, δήθεν για κάποιον λόγο, να βγει στο παράθυρο, κι έτσι ξανακλέφτηκε η γιαγιά μου με τον παππού μου. Τη θυμάμαι να μας λέει ιστορίες σε αυτή τη μουσικότατη κρητική διάλεκτο, αν και καμιά φορά μάς ξεφεύγανε λέξεις. Εκτός όμως από ιστορίες, είχε μια τρομερή διαίσθηση. Οταν αργότερα ήμουνα στο Παρίσι, θυμάμαι ότι μιλώντας με τη μητέρα μου στο τηλέφωνο, μου έλεγε: "Η γιαγιά σου σε είδε πάλι στον ύπνο της να κάνεις αυτό κι αυτό". Και η γιαγιά έβλεπε πράγματα που μου είχαν συμβεί. Κάποια στιγμή που ο παππούς γύρισε από την Αμερική και έμεινε για ένα μεγάλο διάστημα, δούλευε πότε εδώ και πότε εκεί. Στο μεταξύ, τα κορίτσια τους είχανε μεγαλώσει - μιλάμε για τα τέλη της δεκαετίας του '20 - η μία έτσι, η άλλη αλλιώς, συνήθως γίνονταν μοδίστρες. Ενας από τους θείους μου, αδελφός της μάνας μου, είχε το μεγάλο καφενείο "Πανελλήνιον" στην αρχή της οδού Πανεπιστημίου - λίγο αργότερα βέβαια. Κάποια στιγμή, ο πατέρας τους, ο παππούς μου δηλαδή, τα παράτησε όλα και πήγε καλόγερος στο Αγιον Ορος».

Ο παππούς που πηγαινοερχόταν στην Αμερική και κάθε φορά έκανε κι από ένα παιδί, έγινε καλόγερος; «Ακριβώς. Η γιαγιά έμενε μαζί μας. Περισσότερο από όλα μού μένει η φιγούρα της μέσα στο σπίτι, με αυτή τη μουσική της γλώσσα που κουβαλούσε μαζί της όλη την Κρήτη. Κυρίως τις μνήμες της από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Θυμάμαι ένα περιστατικό που συνέβη πολύ αργότερα, όταν βρέθηκα στην Κωνσταντινούπολη ως πρόεδρος της κριτικής επιτροπής στο κινηματογραφικό της φεστιβάλ. Οι Τούρκοι μάς πηγαίνανε, μια καθόλου αδιάφορη επιτροπή, αφού ήταν μέλη της ο Κισλόφσκι, ο Μιχάλκοφ, η Γκρέτα Σκάκι, αλλά και κάνα-δυο τούρκοι καθηγητές πανεπιστημίου - δηλαδή μια πάρα πολύ καλή επιτροπή -, μας πηγαίνανε λοιπόν μετά τις προβολές για φαγητό σ' ένα μαγαζί που είχε κεμπάπ, τέτοια. Ο μαγαζάτορας ήταν Τουρκοκρητικός και μόλις άκουσε ότι είμαι Ελληνας, με καταγωγή από την Κρήτη, μου έλεγε "εσύ δεν θα φας από αυτά που τρώνε οι άλλοι" και μου έφερνε μια ειδική μερίδα. Θυμάμαι μετά ότι μου μιλούσε κρητικά και ότι ξεχώρισα μέσα τους τον ήχο της γιαγιάς μου. Τα βαθιά βαθιά κρητικά».

Τον παππού, τον μοναχό, τον ξανασυναντήσατε; «Βεβαίως. Ερχόταν κάθε τόσο, έμενε στο σπίτι, προσευχόταν, έψελνε. Είναι μια ολόκληρη ιστορία αυτή».

Αλήθεια, τι τον έκανε να γίνει μοναχός; «Δεν νομίζω ότι το έχω πολυκαταλάβει. Φαντάζομαι ότι επειδή τα πράγματα δεν του ήρθαν στη ζωή όπως τα περίμενε, τα δικά του εννοώ πράγματα, κι επειδή ήθελε μια ήρεμη σχέση με τους γύρω του, πήρε τελικά την απόφαση να πάει στο Αγιον Ορος. Η γιαγιά μου ήταν μια γυναίκα αδύνατη κι ήταν ένας τρόπος να ζει μακριά της. Οχι πως δεν τους νοιαζόταν, αφού ερχόταν κάθε τόσο για να τους βλέπει, αλλά φαίνεται δεν μπορούσε να τα βγάλει διαφορετικά πέρα. Δεν ξέρω αν υπήρξαν και κάποιοι άλλοι ειδικοί λόγοι, τον θυμάμαι όμως όπως τον έβλεπα από μια μισάνοιχτη πόρτα, γονατιστό, να προσεύχεται. Δεν είναι κάτι μικρό για ένα παιδί η φιγούρα ενός καλόγερου μέσα στο μισοσκόταδο. Τον παππού μου, από την πλευρά του πατέρα μου, όπως σας είπα, δεν τον γνώρισα.

Τον ξέρω μόνον από τις φωτογραφίες. Εχουμε το ίδιο όνομα, τον φωνάζανε Θοδωράκη. Ηταν μικρόσωμος, κι αυτή είναι και η διαφορά ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Από την πλευρά της μητέρας μου ήταν ή μελαχρινοί και χαμηλοί, ή - κυρίως - ψηλοί, ξανθοί, με γαλανά μάτια. Περίεργη, αλήθεια, σύνθεση. Από την πλευρά του πατέρα μου ήταν όλοι χαμηλοί».

Πότε πηγαίνετε για πρώτη φορά στην Αμπελιώνα, στο χωριό του πατέρα σας;«Πρωτοπήγα όταν ήμουν 16 χρόνων. Τότε η πρόσβαση από την Ανδρίτσαινα στην Αμπελιώνα γινόταν μόνο με τα μουλάρια. Κάναμε ένα τρίωρο για να φτάσουμε στο χωριό, ήταν νύχτα βαθιά. Ενιωθα μια ανησυχία, το χωριό δεν μου έλεγε τίποτε. Επαθα τύφο και έφυγα άρρωστος, δεν ξαναπάτησα. Ξαναγύρισα μετά από πολλά χρόνια, όταν έκανα τον "Μελισσοκόμο" με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι. Το χωριό είχε πια εγκαταλειφθεί. Το πατρικό μου σπίτι ήταν κι αυτό εγκαταλελειμμένο, σχεδόν πεσμένο, το είχε αγοράσει μια γριά που ήταν τώρα ετοιμοθάνατη και δεν ήθελε να το πουλήσει. Κατάφερε, όμως, να το αγοράσει αργότερα ο αδελφός μου. Η σκηνή από τον "Μελισσοκόμο" έχει γυριστεί στην πλατεία της Ανδρίτσαινας, με το εστιατοριάκι όπου πήγαινε κι έτρωγε ο πατέρας μου όταν ήταν μαθητής. Δεν μπορούσε να κάνει καθημερινά τη διαδρομή από την Αμπελιώνα και όσο ήταν μαθητής στο σχολαρχείο έμενε στην Ανδρίτσαινα. Τώρα το χωριό μάς έχει γίνει ένα πολύ οικείο μέρος γιατί εκεί είναι θαμμένοι οι γονείς μας. Το χωριό της μητέρας μου το γνώρισα όταν έκανα τις "Μέρες του '36"».

Το Γαβαλοχώρι; «Ακριβώς. Το περίεργο είναι πως πάντα χάρη σε μια ταινία γνώρισα τους τόπους της καταγωγής μου. Πήγα στην Κρήτη, στα Χανιά, για τις "Μέρες του '36", ίσως επειδή αισθανόμουν την ανάγκη κάπου να ακουμπάω κάνοντας μια ταινία για τη δικτατορία μέσα στη δικτατορία. Ενιωθα έναν φόβο και ταυτόχρονα μιαν ανάγκη να προφυλάξω τον εαυτό μου. Πήγα, λοιπόν, στο χωριό της μητέρας μου προκειμένου να βρω τους κομπάρσους για να γυρίσω τις σκηνές της φυλακής στο Καλάμι, έξω από τα Χανιά. Εκεί συνάντησα όλους μου τους συγγενείς, που τους χρησιμοποίησα ως κομπάρσους μέσα στη φυλακή. Γνωρίζοντας το χωριό, θυμήθηκα τη μάνα μου ή, μάλλον, αυτά που λέγανε η μάνα μου και η γιαγιά μου. Ενιωθα, όμως, να ζω σε μιαν άλλη διάσταση: αυτά που έλεγε η γιαγιά μου, ακόμη και αυτά που έλεγε η μάνα μου, μου φάνταζαν παραμυθένια, ενώ το χωριό που γνώριζα ήταν ένα πολύ κοινό χωριό. Τίποτε το ιδιαίτερο, τίποτε το εξαιρετικό, κάτι τελείως έξω από το όνειρό μου. Δεν ξαναγύρισα εκεί παρά μόνον πριν από λίγο καιρό, όταν παρουσίασα στα Χανιά και στο Ηράκλειο το "Λιβάδι που δακρύζει". Πήγα στο Γαβαλοχώρι και δεν υπάρχει πια κανείς από εκείνους που ζούσαν τότε. Ηταν ένα χωριό με πολλούς κατοίκους. Τώρα έχει πολύ λίγους, αλλά πολλούς ξένους, Γερμανούς και άλλους. Αυτή είναι η αλλαγή του χρόνου, αυτή είναι η αλλαγή που έχει συμβεί στον ελληνικό χώρο, τουλάχιστον σε εκείνη την περιοχή».

Πώς θυμάστε τη μητέρα σας; Τι άνθρωπος ήταν; «Οταν θυμάμαι την οικογένειά μου, βασικά θυμάμαι τη μητέρα μου και λιγότερο τον πατέρα μου. Ηταν μια εξαιρετικά ικανή, δραστήρια γυναίκα που πάλεψε για το σπίτι της και για τα παιδιά της, κυριολεκτικά πάλεψε, σε αντίξοες εποχές. Εχω γεννηθεί στα 1935, ήμουν πέντε χρόνων όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος, κι ο πρώτος ήχος που φτάνει στα αφτιά μου, όταν γυρίζω πίσω, είναι ο ήχος από τις σειρήνες και η εικόνα της μάνας μου να βγαίνει ταραγμένη στο παράθυρο και να μιλάει με μια γειτόνισσα. Εχω την πεποίθηση πως ό,τι κάναμε ο αδελφός μου κι εγώ ήταν γενικά ό,τι ονειρευόταν η μάνα μου. Οταν αρρώστησε ο πατέρας μου, η μάνα μου πήρε όλο το βάρος πάνω της, πουλούσε κεντήματα σε σπίτια. Οταν τελείωσα το στρατιωτικό, υπηρετώντας επιπλέον τρεις μήνες λόγω φυλακής, και αποφάσισα να φύγω για το Παρίσι, φώναξα φίλους μου και συμμαθητές μου και δίνοντας ο καθένας κάτι, κατόρθωσα να βγάλω ένα εισιτήριο για το τρένο. Στον σταθμό είχαν έρθει δύο άνθρωποι, η μάνα μου κι ένας φίλος. Η μάνα μου προσπαθούσε ακόμη και την τελευταία στιγμή να με κρατήσει για να μη φύγω. Ο φίλος μου δεν ζει πια, λεγόταν Θανάσης Γκόνος...».

Ο πεζογράφος; «Ακριβώς, ο πεζογράφος. Ο Θανάσης, λοιπόν, ήταν ο μόνος που ήρθε να με αποχαιρετήσει και μου έδωσε έναν φάκελο με 20 δολάρια. Αργότερα, θυμότανε τι μου είχε πει: "Καλό ταξίδι, maître". Εγώ το είχα εκλάβει τότε ως ειρωνεία. Μου έλεγε μετά από χρόνια, σαν να ήθελε να δείξει ότι είχε δικαιωθεί: "Θυμάσαι που σε είχα πει maître;". Ετσι έγινε η αναχώρησή μου».

Πότε συνέβησαν όλα αυτά; «Αρχές του 1961».

Περίπου οκτώ χρόνια δηλαδή πριν από την «Εκπομπή». «Ακριβώς. Η μάνα μου προσπαθούσε να με συγκρατήσει για να μη φύγω, αλλά έφυγα».

Αν και ήσασταν 25 χρόνων, άντρας πια. «Είχα κάνει Νομικά, είχα κάνει το στρατιωτικό, όλα αυτά πήρανε τον χρόνο τους. Είχα πάει σε μια σχολή κινηματογράφου, τη Σχολή Σταυράκου, για να καταλάβω ποιος είμαι, αλλά το περιβάλλον με απογοήτευσε. Ημουν σε κατάσταση αναμονής, το όνειρό μου ήταν η Γαλλία. Οχι μόνο γιατί ήξερα γαλλικά, αλλά επειδή όλα μου τα βιβλία - αν εξαιρέσει κανείς τη ρωσική λογοτεχνία και ιδιαίτερα τον Ντοστογέφσκι που τον διαβάζαμε όπως ένας καλόγερος διαβάζει τη Βίβλο - ήταν ο Μπαλζάκ, ο Σταντάλ, όλη εκείνη η παρέα. Τον Προυστ δεν τον είχαμε αγγίξει ακόμη, αυτό έγινε αργότερα. Και βεβαίως, το πρώτο βιβλίο του Αλμπέρ Καμύ, τον "Ξένο", που όταν τον γνώρισα τον έβαλα κάτω από το προσκέφαλό μου».

«Aujourd'hui, maman est morte». «Για μένα υπήρξε ένα βιβλίο που έπαιξε τεράστιο, καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή μου. Στο μεταξύ, η μάνα μου να είναι συνέχεια σε επικοινωνία μαζί μου, να καταλάβει τι κάνω ή δεν κάνω. Αυτή η αγράμματη γυναίκα να τηλεφωνεί σε ανθρώπους στο Παρίσι, να μάθει πώς είμαι, πώς ζω, προσπαθούσε να με κυκλώσει με κάθε τρόπο, γιατί ήξερε ότι λεφτά δεν υπάρχουν. Ημασταν μια παρέα, η παρέα του Παρισιού, ο Λάμπρος Λιαρόπουλος, ο Σταύρος Κωνστανταράκος, η Τώνια Μαρκετάκη, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, όλοι άφραγκοι. Αλλά υπήρξε μια πολύ χαρούμενη περίοδος της ζωής μας. Νομίζω ότι ήταν χαρούμενο και το Παρίσι τότε. Αισθανόσουν ότι από τη μία μέρα στην άλλη θα γινόταν επανάσταση στον κόσμο. Δεν ξέρω, πάντως κάτι περιμέναμε. Είναι αυτό που έλεγε κάποτε ο Σεφέρης, ότι περνώντας από το ένα καφενείο στο άλλο, μπορούσες να γίνεις υπουργός. Ή τουλάχιστον νόμιζες ότι μπορείς να γίνεις. Το να είναι κανείς Ελληνας τότε ήταν μεγάλο πλεονέκτημα στη Γαλλία. Η αγάπη της Γαλλίας για την Ελλάδα ήταν σαν την κραυγή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη "Γαλλία, Γαλλία, χαρά της οικουμένης". Θα το χαρακτήριζε κανείς ως μια συνέχεια, αν θυμόταν αυτό που είχε γίνει με το Γαλλικό Ινστιτούτο κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Οταν γύρισα, η μάνα μου το πρώτο πράγμα που με ρώτησε ήταν αν θα ξαναφύγω. Είχα γυρίσει προσωρινά το 1964, έχοντας κλείσει να κάνω, μόλις επέστρεφα, ένα stage στον Αλέν Ρενέ. Είχα αρχίσει να δουλεύω και ως ηθοποιός, ανοιγόταν επιτέλους ένας δρόμος που μου άρεσε. Οταν έφτασα εδώ, έπεσα πάνω στις διαδηλώσεις που γίνονταν για τους αποστάτες. Από την πρώτη κιόλας μέρα, ενώ με είχε αφήσει το λεωφορείο που με έφερε από το αεροδρόμιο και πήγαινα με τα πόδια στο σπίτι μου, έπεσα πάνω σε μια διαδήλωση, αστυνομία, ξύλο. Αν και ήμουν ένας απλός περαστικός, με σπρώξανε, με χτυπήσανε, σπάσανε τα γυαλιά μου πέφτοντας στον δρόμο. Γυρίζοντας σπίτι, η διάθεσή μου ήταν πολύ περίεργη. Και μου έλεγε και η μάνα μου μέσα στην ανησυχία της: "Είναι καιρός να πάρεις το πτυχίο". Είχα φτάσει στο πτυχίο, είχα κάνει μάλιστα και τις ασκήσεις του τέταρτου έτους. Τότε ήταν που χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν η Τώνια Μαρκετάκη. Μου λέει: "Τεό, έμαθα ότι είσαι εδώ, ότι γύρισες. Δουλεύω στη 'Δημοκρατική Αλλαγή', κάνω κριτική. Αν θυμάμαι καλά, τα κείμενά σου στη σχολή ήταν πολύ ωραία. Τι λες; Θα ήθελες να συνεργαστείς;". Της απάντησα ότι είχα γυρίσει για να ξαναφύγω. "Φαντάστηκα ότι γύρισες για να μείνεις. Καλά, τα ξαναλέμε" μου είπε. Σκεφτόμουν διαρκώς τι μου είχε συμβεί. Και τότε έχω την εντύπωση ότι εξαιτίας του ατυχήματος στον δρόμο πήρα μια πολύ σημαντική απόφαση για τη ζωή μου. Εννοώ αυτή την ιστορία με τα σπασμένα γυαλιά. Την άλλη μέρα τηλεφώνησα στην Τώνια Μαρκετάκη και της είπα "ναι" στην πρόταση που μου είχε κάνει. Εγινα κριτικός κινηματογράφου στη "Δημοκρατική Αλλαγή" που ήταν το απογευματινό φύλλο της "Αυγής"».

Η συνέντευξη με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ανασκαφή» του Θανάση Θ. Νιάρχου που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ιωλκός τον Απρίλιο. Ανάμεσα σε άλλους διαβάζει κανείς συνεντεύξεις με τους Μένη Κουμανταρέα, Γιώργο Ιωάννου, Βαγγέλη Χρόνη, Ελλη Αλεξίου, Γιώργο Μπαμπινιώτη, Ιάκωβο Καμπανέλλη, Δόμνα Σαμίου, Αλέξη Μινωτή, Κώστα Καραμανλή, Αλέκα Παπαρήγα.
Ποιος ήταν

Πέντε προσωπικότητες που τον γνώρισαν μιλούν για τον πραγματικό Θόδωρο Αγγελόπουλο

Χάρβεϊ Καϊτέλ
«Με πήρε ο ύπνος...»

«Ο Τεό μού στέλνει το σενάριο του “Βλέμματος του Οδυσσέα”, εγώ το διαβάζω και του λέω: “Ναι, θα ήθελα να κάνω την ταινία”. Εκείνος, όμως, επέμενε να συναντηθούμε στη Νέα Υόρκη για να μου δείξει μια ταινία του. Του είπα ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο. Επέμενε, όμως, και με τα πολλά συμφώνησα. Ηρθε, λοιπόν, στη Νέα Υόρκη, στο σπίτι μου. Μαζί μας ήταν και η συνέταιρος που είχα εκείνη την περίοδο. Ο Τεό καθόταν δίπλα μου έτσι όπως κάθεστε εσείς τώρα, η οθόνη της τηλεόρασης ήταν εκεί απέναντι. Βάζει το “Τοπίο στην ομίχλη” στο βίντεο, κάθεται, το φιλμ αρχίζει. Και ενώ το παρακολουθώ καθισμένος στον καναπέ, χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, να σου με παίρνει ο ύπνος. Κάποια στιγμή νιώθω έναν αγκώνα να με σκουντά. Ξυπνώ ξαφνιασμένος, η συνέταιρός μου να με κοιτάζει αμήχανη... Και ο Τεό δίπλα μου, με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του, να με κοιτάζει. Του λέω: “Τεό, σου είπα, θα κάνω την ταινία!”. Και εκείνος εξακολουθούσε να χαμογελά. Αυτό ήταν».

Χάρης Παπαδόπουλος
«Ο Θόδωρος μοίραζε σιωπές στη δράση»

«“Ταξίδι στα Κύθηρα”. Πρώτη συνεργασία με τον Θόδωρο. Πρώτη μέρα γυρίσματος, πρώτο πλάνο. Νέοι Πόροι, Πιερία, αρχές Δεκέμβρη 1982. Νυχτερινό εσωτερικό σε αρχοντικό. Σε δύο δωμάτια όλοι οι πρωταγωνιστές της ταινίας, Μπρότζι, Κατράκης, Χρονοπούλου, Βολανάκη, Νέζος. Κι ένα τράβελινγκ χωρίζει, πολλαπλασιάζει και ενώνει τη δράση. Ολη η οικογένεια μετά από χρόνια παράταιρα ενωμένη γύρω από το τραπέζι, έτοιμη για το πρώτο γεύμα. Τρακ από όλους μας. Ο Θόδωρος μοιράζει σιωπές στη δράση. Συντονίζει τους ηθοποιούς μέσα από ανταποκρίσεις των σωμάτων. Η Βολανάκη κόβει τελετουργικά το ψωμί σε φέτες στα ονόματα της αληθινής οικογένειας του Θόδωρου. Φορά και το παλτό της μάνας του, υπόγειες ψυχαναλυτικές ταυτίσεις. Φωνές απ’ τον δρόμο. Τράβελινγκ Βολανάκη προς το παράθυρο. Αντιμετωπίζει τους κατοίκους που είναι εχθρικοί. Το έξω απειλεί τη γιορτή μέσα. Η κίνηση μέσω τράβελινγκ τονίζει αυτή την εναλλαγή του ήθους της δράσης. Κλίμα άγριας ανασφάλειας στην “οικογένεια”. Η Μαίρη, η κόρη, επιτίθεται χωρίς έλεος στον πρώην αντάρτη πατέρα, του ζητά “παραίτηση”. Ο γιος, ο Μπρότζι, αμήχανος, ο Θόδωρος του λέει να σηκωθεί σαν αντίδραση, αλλά του παγώνει την κίνηση. Ο Νέζος, ο φίλος, ολοκληρώνει την κίνηση αυτός, σηκώνεται κι αποχωρεί σε διαμαρτυρία. Ο Θόδωρος καθοδηγεί τον Μάνο να είναι σιωπηλός, να χαϊδεύει σκεπτικός τα γένια του. Να ωριμάσει μέσα του μια τόλμη ώστε στο τέλος του πλάνου να κατέβει και να αντιμετωπίσει τον Παπαγιαννόπουλο, τον πολιτικό του αντίπαλο. Τέλος πρώτης λήψης! Ο Θόδωρος με πίστη στο απρόβλεπτο και στη διαίσθηση κάνει κάποιες διορθώσεις. Η Μαίρη άνετη, παίζει αυτό που είναι, ατίθαση κι ανυπάκουη. “Μαίρη!”, της φωνάζει, “τι είναι;”. “Τίποτα, όλα καλά, γι’ αυτό σου φωνάζω!”».    

Ο σκηνοθέτης Χάρης Παπαδόπουλος υπήρξε δεξί χέρι του Θόδωρου Αγγελόπουλου ως βοηθός σε πάρα πολλές ταινίες, από το «Ταξίδι στα Κύθηρα» και μετά.


Ελένη Καραΐνδρου
«Μου κάνει»

«Οταν το 1982 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ως πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, μου έδινε το βραβείο για τη μουσική της ταινίας “Ρόζα”, γνώριζα ενδόμυχα ότι θα μου ζητούσε να συνεργαστούμε στην επόμενη ταινία του. Κι αυτό γιατί ήδη για τον “Μεγαλέξανδρο” με είχε φωνάξει μαζί με άλλους δύο συνθέτες, τον Χάλαρη και τον Κηλαηδόνη, για ν’ αναλάβουμε μαζί τη μουσική της ταινίας· ο καθένας σε διαφορετικό τομέα. Σύνθεση, έρευνα και επιλογή τραγουδιών εποχής. Εκείνη την πρώτη φορά, επιστρέφοντας στο σπίτι μου προσπαθούσα να καταλάβω τι τον έκανε να θέλει την τριχοτόμηση της μουσικής κι επειδή πίστεψα ότι το έκανε μάλλον από ανασφάλεια του τηλεφώνησα και του είπα ν’ αφήσουμε τη συνεργασία μας για άλλη φορά επειδή - όπως επί λέξει του είπα - “εγώ δυσκολεύομαι να τα βρω με τον εαυτό μου - πόσω μάλλον να έχω κι άλλους δύο”. Ετσι έμεινε μόνος του ο Χάλαρης κι ευτυχώς, γιατί έκανε πολύ σπουδαία δουλειά. Το 1983 ο Αγγελόπουλος όντως με φώναξε για την καινούργια ταινία του, το “Ταξίδι στα Κύθηρα”. Κι εκεί μου επεφύλαξε μια πρωτότυπη συνεργασία. Επειδή άκουγε το “Κοντσέρτο για δύο μαντολίνα” του Βιβάλντι όταν έγραφε το σενάριο μου πρότεινε να κάνω παραλλαγές πάνω στο θέμα που θα ακουγόταν στην ταινία. Επειδή εγώ πάντοτε ήξερα τι θέλω και τι μπορώ να κάνω, του είπα ότι κάποιος άλλος θα ήταν καλύτερος γι’ αυτή τη δουλειά. Του αντιπρότεινα, όμως, να κάνουμε μια δοκιμή προς τη δική μου κατεύθυνση και προς τον δικό μου τρόπο. Να πάω σπίτι του, να μου διηγηθεί το σενάριο κι εγώ εμπνεόμενη από τις ιδέες του να γράψω το θέμα μου για το δικό μου κοντσέρτο με τις παραλλαγές σε τζαζ και τραγούδι που ήθελε. Ετσι κι έγινε. Την επομένη της συνάντησής μας έγραψα στο κασετόφωνό μου το θέμα που είχα βρει πρωί πρωί, αυτοσχεδίασα και τις παραλλαγές και του έδωσα την κασέτα λέγοντας: “Μη μου δώσεις αμέσως απάντηση. Τόσους μήνες άκουγες τον Βιβάλντι. Δώσ’ μου τη σε τρεις μέρες”. Το ίδιο απόγευμα ο Θόδωρος μου τηλεφώνησε και μου είπε τη φοβερή φράση. “Μου κάνει”. Αυτό ήταν το ξεκίνημά μας. Ετσι κερδήθηκε η εμπιστοσύνη. Ωστόσο, μη φανταστείτε ότι η ιστορία δεν επαναλαμβανόταν. Σίγουρα, όμως, ο σκηνοθέτης είχε καταλάβει ότι είχε βρει τη συνθέτριά του. Το ίδιο ίσχυε και για μένα. Είχα βρει τον σκηνοθέτη μου».

Γουίλεμ Νταφόε
«Και τώρα... ΚΛΑΨΕ!»

«Δεν έχω υπόψη μου άλλους σκηνοθέτες σαν τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Η επαφή που έχει με το υλικό του είναι τόσο ισχυρή, το όραμά του τόσο συγκεκριμένο, που σε αναγκάζει να θέλεις να τον υπηρετήσεις! Πολλοί σκηνοθέτες δίνουν έμφαση στην ερμηνεία, όμως στην πραγματικότητα όταν η σκηνοθετική δομή είναι ισχυρή, η ερμηνεία είναι καθαρή. Ο Αγγελόπουλος σε καθοδηγεί. Στην κυριολεξία. Υπήρξαν φορές στη “Σκόνη του χρόνου” που με έπιανε από το χέρι σαν μικρό παιδάκι και περπατούσε μαζί μου! (σ.σ.: σε αυτό το σημείο ο Νταφόε είχε σηκωθεί και μιμούνταν τον Αγγελόπουλο) Μου έλεγε “Τώρα θα πας εδώ. Τώρα θα καθήσεις στην καρέκλα...”. Και ούτω καθεξής. Δεν θα ξεχάσω τη φορά που σε μια δύσκολη, συναισθηματική σκηνή, ενώ μου μιλούσε κανονικά, ξαφνικά μού φώναξε στη γλώσσα μου: “And now you CRY!”. Δουλεύοντας μαζί του ήμουν σαν μαριονέτα. Σε έκανε να νιώθεις ευτυχισμένος γνωρίζοντας ότι του πρόσφερες αυτό που ήθελε».

Γιάννης Ζουμπουλάκης 
«Γιατί μου λείπει»
«Δεν είχαμε στενή σχέση, αλλά νομίζω καταλαβαινόμασταν. Οποτε με έπαιρνε τηλέφωνο για να μου πει “Γιάννη, θέλω να μιλήσουμε” ήξερα ότι είχα θέμα στα χέρια μου. Και είχα. Είτε σχετικά με την πολιτική κατάσταση είτε για κάποια ταινία του.

Μπορούσε να συγχωρήσει. Στη συνέντευξη Τύπου τού “Μια αιωνιότητα και μια μέρα” στις Κάννες, είχα τολμήσει (νεότερος, άλλωστε) να ρωτήσω τον Μπρούνο Γκαντς (σε κατάμεστη αίθουσα): “Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στην ταινία του Αγγελόπουλου αφού είναι γνωστό ότι ο Αγγελόπουλος δεν είναι σκηνοθέτης ηθοποιών και οι ηθοποιοί κινούνται σαν σύμβολα στις ταινίες του;”. Πάγωσα από το βλέμμα του Αγγελόπουλου, δαγκώθηκα, αισθάνθηκα ντροπή. Ο Γκαντς απάντησε διπλωματικά: “Δεν υπάρχουν σκηνοθέτες ηθοποιών, υπάρχουν απλώς σκηνοθέτες. Και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είναι ένας από τους σπουδαιότερους”. Ο Αγγελόπουλος δεν μου ανέφερε ποτέ το περιστατικό. Μπορεί να το είχε ξεχάσει. Αλλοι στη θέση του θα το φυλούσαν. Το έχουν κάνει.

Και όχι μόνο ξεχνούσε τα “άσχημα”, αλλά αν ήξερε ποιος είσαι, μπορούσε να σ’ εμπιστευτεί. Δεν μπορώ να ξεχάσω την τιμή που μου είχε ήδη κάνει προτού ακόμη γυριστεί η “Σκόνη του χρόνου”, όταν μου είχε προσωπικά ζητήσει να του προτείνω κάποιους αμερικανούς ηθοποιούς που θα μπορούσαν να παίξουν στην ταινία.

Και κάτι τελευταίο. Δεν ήταν γνωστός για τη γαλαντομία του, αν και εδώ θα διαφωνήσω. Δύο σπανιότατες, συλλεκτικές και πανάκριβες αφίσες ταινιών του στολίζουν το σαλόνι του σπιτιού μου, με ιδιόχειρη αφιέρωση και οι δύο. Η μία είναι η ρωσική του “Τοπίου στην ομίχλη”, η άλλη η γιαπωνέζικη του “Λιβαδιού που δακρύζει”. Τις ζήτησα, μου τις έδωσε. Δεν είχε άλλες.

Ομως πια ο Θόδωρος Αγγελόπουλος λείπει και όλα αυτά είναι αναμνήσεις που σε κάνουν να νιώθεις ακόμη περισσότερο την κραυγαλέα απουσία του σε μια εποχή που η Ελλάδα τον χρειαζόταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Γιατί δεν χάσαμε μόνο έναν σκηνοθέτη, αλλά και έναν γνήσιο πρεσβευτή πολιτισμού και πνεύματος».

Ο Γιάννης Ζουμπουλάκης είναι ο κινηματογραφικός κριτικός του «Βήματος».

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

Σ.Κοζιού, Από το χοροστάσι στην πίστα. Εκδόσεις Πεδίο, Καρδίτσα, 6 Φεβρουαρίου, ξενοδοχείο ΚΙΕΡΙΟΝ, 7μμ

Στις 6 Φλεβάρη, στην Καρδίτσα, παρουσιάζεται η σημαντική μελέτη της ικανής εθνομουσικολόγου Σόνιας Κοζιού , με τίτλο "Από το χοροστάσι στην πίστα.Φύλο και παραδοσιακή μουσική στην περιοχή της Καρδίτσας". Θα έχω την χαρά να συμμετέχουν στην παρουσίαση ο δημοσιογράφος Μ.Βιντιάδης και οι ηθοποιοί Δ.Χατούπη και Ν.Χύτας.Σας περιμένω

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Μαργαρίτα Κουλεντιανού,Ο τρελός του χωριού,EFSYN,22.1.16


diego_velazquez

diego_velazquezΝτιέγο Βελάσκεθ
Σ’ ένα παραδοσιακό παραμύθι, μια συντροφιά παιδιών –κι ανάμεσά τους ο σοφός ηλίθιος της παρέας- βρίσκουν δυο ταύρους να βόσκουν. Τους σκοτώνουν και μοιράζονται το κρέας τους, αλλά αφήνουν έξω από τη μοιρασιά τον «ηλίθιο».
Εκείνος που, όπως είπαμε, είναι σοφός, αποφασίζει να τους εκδικηθεί. Βρίσκει τους ιδιοκτήτες των ταύρων και τους ρωτάει αν ψάχνουν να βρουν δυο ταύρους έτσι κι έτσι, περιγράφοντας με ακρίβεια τα σκοτωμένα ζώα. Οι ιδιοκτήτες τον ρωτούν πού είναι οι ταύροι.
«Α, δεν τους έχω δει», απαντάει ο σοφός ηλίθιος.
Από την ακρίβεια της περιγραφής του οι ιδιοκτήτες ξέρουν ότι λέει ψέματα, όμως όσο κι αν τον πιέζουν εκείνος κάνει τον τρελό, γι’ αυτό αναγκάζονται να πάνε να φωνάξουν την αστυνομία. Η αστυνομία καλεί τη συντροφιά των παιδιών σε ανάκριση.
Ο τρελός ζητάει το μερίδιό του από τα σκοτωμένα ζώα για να βοηθήσει τα παιδιά να γλιτώσουν. Τα παιδιά δεν έχουν άλλη εναλλακτική. Του δίνουν ό,τι ζητάει και, ακολουθώντας τη συμβουλή του, αρνούνται ότι έχουν δει ή ακούσει τίποτε για τους ταύρους.
Η αστυνομία αποφασίζει να πιέσει τον «τρελό» να ομολογήσει. Εκείνος στην αρχή λέει ότι δεν ξέρει τίποτα, μετά όμως προσποιείται ότι «έσπασε» και ομολογεί: οι δυο ταύροι, λέει, βοσκούσαν στο λιβάδι, κι ο ίδιος κρύφτηκε πίσω από ένα φύλλο δέντρου για να τους παρακολουθήσει. Οι ταύροι έτρωγαν κι έτρωγαν, μέχρι που ο ένας κατάπιε μια πασχαλίτσα. Τότε έβγαλε φτερά και άρχισε να πετάει.
Ο φίλος του, που ήθελε να τον ακολουθήσει, μη βρίσκοντας πασχαλίτσα, κατάπιε στα βιαστικά ένα αγριοπούλι. Ετσι, όμως, απόκτησε πολύ δυνατά φτερά, πέταξε ψηλά και εξαφανίστηκε. Ο ταύρος-πασχαλίτσα τόσο μελαγχόλησε που έχασε τον φίλο του, ώστε μπήκε στη φωλιά ενός τυφλοπόντικα και χάθηκε κι αυτός για πάντα.
Η αστυνομία παρακολούθησε συνεπαρμένη την πολύ ζωντανή και όμορφη αφήγηση. Στο τέλος, αναγνώρισε την αδυναμία της να βγάλει νόημα απ’ αυτήν κι έφυγε άπρακτη, αφήνοντας τον σοφό ηλίθιο να πάει να απολαύσει τα κέρδη του από τη μοιρασιά και τους δυο ιδιοκτήτες να τραβάνε τα μαλλιά τους, συνειδητοποιώντας ότι έχασαν τους ταύρους τους και δεν πρόκειται να ξαναβρούν ούτε τα ζώα ούτε τους ενόχους της κλοπής.
Το παραμύθι σταματάει εδώ κι έτσι δεν ξέρουμε τι απέγινε όταν μεγάλωσε ο σοφός ηλίθιος εκείνου του χωριού.
Ξέρουμε όμως ότι το ιατρικό μοντέλο ανικανότητας των «σοφών» έχει εκπέσει, καθώς η εμπλοκή τους σε έργα στα οποία η κοινωνία δίνει μεγάλη αξία, όπως οι τέχνες και οι επιστήμες, έχει αλλάξει τον τρόπο που ερμηνεύουν οι κοινωνίες την απόσταση ανάμεσα στη λαμπρή συνεισφορά τους και στις συχνά μειωμένες συναισθηματικές ή κοινωνικές τους δεξιότητες.
Με λίγα λόγια, η επιστήμη ακολουθεί την κοινωνία. Παύει να θεωρεί ανικανότητες τα κοινωνικά ή συναισθηματικά ελλείμματα των «σοφών», επιστρέφοντας στην παραδοσιακή λογική των κοινωνιών: ο ηλίθιος σοφός δεν είναι άλλος από τον τρελό του χωριού.
Παλιότερα κατείχε την υψηλότερη θέση στην κοινωνία κι όλοι τον σέβονταν και τον τιμούσαν. Αργότερα άρχισαν να του δίνουν μερικές σφαλιάρες ή να τον αποκλείουν από τις «σοβαρές» κοινωνικές συζητήσεις, όμως αναγνώριζαν πάντα ότι ήταν εκείνος που, χάρη στην ιδιαιτερότητά του, ήξερε και μπορούσε να πει μεγαλόφωνα όλες τις αλήθειες, ακόμα κι όσες οι άλλοι αγνοούσαν ή δεν τολμούσαν να ομολογήσουν.
Ο τρελός του χωριού, επομένως, είναι και πάντα ήταν χρήσιμος στις κοινωνίες. Ακόμα κι αν η πρώτη αντίδραση των «καλών ανθρώπων» είναι να τον παίρνουν με τις πέτρες ή με τις ντομάτες, οι αλήθειες που αποκαλύπτει στο παραλήρημά του μένουν ως παρακαταθήκες, για να χρησιμοποιηθούν σε εύθετο χρόνο, δίνοντας λύση στις κοινωνικές εντάσεις.
Γι’ αυτό το χωριό τον ευγνωμονεί και τον καλεί σε όλα τα πανηγύρια και τις άλλες δημόσιες εκδηλώσεις.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Γιώργος Ανδρίτσος*,Προστάτες του έθνους και της «νεότητος»,εφσυν, 17.1.16


fantasma1-4.jpg

Η τελευταία προληπτική απαγόρευση προβολής αφορούσε ένα ντοκιμαντέρ: τη «Δίκη της χούντας» του Θεοδόση Θεοδοσόπουλου (1981), ταινία κατηγορούμενη για «αναμόχλευση παθών» σε βάρος της Δεξιάς και του εθνάρχη ΚαραμανλήΗ τελευταία προληπτική απαγόρευση προβολής αφορούσε ένα ντοκιμαντέρ: τη «Δίκη της χούντας» του Θεοδόση Θεοδοσόπουλου (1981), ταινία κατηγορούμενη για «αναμόχλευση παθών» σε βάρος της Δεξιάς και του εθνάρχη Καραμανλή

«1) Να αφαιρεθή εξ ολοκλήρου πλάνο τοίχου όπου αναγράφεται κομμουνιστικό σύνθημα (υπογραφή ΕΠΟΝ), 2) Να αφαιρεθούν αι φράσεις Υπεύθυνος περιοχής και αυτή τη δουλειά την κάνω από εικοσαετίας, 3) Να αφαιρεθή σκηνή επιδείξεως αιματωμένου Κατράκη υπό των Γερμανών, 4) Περιορισμός των εκτελέσεων πολιτών και μασκοφόρων, 5) Αφαίρεσις της μουσικής του πένθιμου εμβατηρίου».
Απόφαση της Επιτροπής Λογοκρισίας για την ταινία «Το Μπλόκο» (30/4/1966)
Επιμέλεια: Τάσος Κωστόπουλος
Ο κινηματογράφος έχει μια σημαντική διαφορά από τις περισσότερες τέχνες. Ελέγχεται σχετικά εύκολα από την κρατική εξουσία, η οποία μπορεί με τους λογοκριτικούς μηχανισμούς, προληπτικούς και κατασταλτικούς, να επιβάλει περιορισμούς στην έκφραση των δημιουργών ή ακόμα και να απαγορεύσει την προβολή μιας ταινίας, στερώντας τους τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν με το κοινό(1).
Από τα πρώτα βήματα του κινηματογράφου η τεράστια απήχησή του προκάλεσε τον προβληματισμό πολλών «υπεύθυνων» μελών της κυρίαρχης τάξης που ανησυχούσαν για την επίδρασή του στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς των «κατώτερων» τάξεων.
Η εισαγωγή της λογοκρισίας γύρω στο 1910 φανερώνει τον σοβαρό προβληματισμό για τους κινδύνους που προκαλούνταν από τη νέα τέχνη (2).
Η λογοκρισία στην περίοδο που εξετάζω δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά εντάσσεται στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, της αντιπαράθεσης σε όλα τα επίπεδα των δυο υπερδυνάμεων, της Σοβιετικής Ενωσης και των ΗΠΑ.
Ωστόσο η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν ασύγκριτα χειρότερη σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Δυτικής Ευρώπης και μπορούσε να συγκριθεί μόνο με την κατάσταση στη φρανκική Ισπανία, καθώς μέχρι τη Μεταπολίτευση είχε εδραιωθεί ένα ιδιότυπο καθεστώς, μια «πειθαρχημένη», ή «καχεκτική» δημοκρατία, που αρνιόταν στους ηττημένους του Εμφυλίου τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και αμφισβητούσε ακόμα και την εθνική τους υπόσταση με βάση την αξιωματική παραδοχή ότι οι κομμουνιστές δεν είναι Ελληνες (3).
Ο κινηματογράφος αποτελούσε στην Ελλάδα από το 1945 μέχρι το 1974 προνομιακό πεδίο για την επιβολή λογοκρισίας.
Σύμφωνα με τον νόμο 1.108 του 1942 (που ουσιαστικά ίσχυε μέχρι το 1981, καθώς ο νόμος 4.208 του 1961 και το νομοθετικό διάταγμα 58 του 1973 δεν έφεραν ουσιαστικές αλλαγές), για να δοθεί άδεια για τα γυρίσματα μιας ταινίας οι παραγωγοί έπρεπε να υποβάλουν στην αρμόδια διεύθυνση την περίληψη της υπόθεσης, το πλήρες κείμενο των διαλόγων, τα ονόματα του σκηνοθέτη και των άλλων συντελεστών.
Η επιτροπή μπορούσε να απαγορεύσει τη δημόσια προβολή μιας ταινίας σε όλη την επικράτεια ή σε ορισμένες περιφέρειες, να αφαιρέσει σκηνές ή διαλόγους ή να αλλάξει τον τίτλο της ταινίας «εάν κατά την κρίση της υπάρχουν εν αυτή στοιχεία επιλήψιμα, δυνάμενα να επιδράσουν επιβλαβώς εις την νεότητα ή να επιφέρουν διατάραξιν της δημόσιας τάξεως ή εφ’ όσον προπαγανδίζουν ανατρεπτικάς θεωρίας ή δυσφημούν τη χώρα μας από απόψεως εθνικιστικής ή τουριστικής ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο υπονομεύουν τας υγιείς κοινωνικάς παραδόσεις του ελληνικού λαού ή καθάπτονται της χριστιανικής θρησκείας».
Η άσκηση της λογοκρισίας κινήθηκε σε δύο κυρίως άξονες:
➥ ο πρώτος αφορούσε τις ταινίες που πρόβαλλαν ανατρεπτικές πολιτικές ή κοινωνικές ιδέες,
➥ ενώ ο δεύτερος τις τολμηρές, για τα μέτρα της εποχής, «ερωτικές» ταινίες που θεωρούνταν επιβλαβείς για τους νέους και αντίθετες με «τας υγιείς κοινωνικάς παραδόσεις του ελληνικού λαού». Από τον μακρύ κατάλογο των παρεμβάσεων της λογοκρισίας θα περιοριστώ μόνο σε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Μεταπολεμικές απαγορεύσεις

Η «Τελευταία Αποστολή»Η «Τελευταία Αποστολή» έθιγε την τιμή της Ελληνίδας συζύγου αξιωματικού | 
Η «Συνοικία το Ονειρο» έθιγε την τουριστική εικόνα μιας ειδυλλιακής Ελλάδας.
Με την ταινία «Τελευταία αποστολή» του Νίκου Τσιφόρου ξεκινά το 1947 ο μεταπολεμικός έλεγχος της λογοκρισίας στον ελληνικό κινηματογράφο.
Η ταινία απαγορεύτηκε δυο μέρες μετά την προβολή της. Αφορμή στάθηκε η σκηνή που η σύζυγος ενός Ελληνα αξιωματικού γίνεται ερωμένη ενός Γερμανού αξιωματικού.
Ο εθνικόφρων Τύπος μίλησε για «εσκεμμένη κατασυκοφάντηση του αγωνιζομένου εις τον Γράμμο σώματος Ελλήνων αξιωματικών, αντεθνική σκευωρία και κομμουνιστικό δάκτυλο» (4).
Το 1958 απαγορεύτηκε η ταινία «Οι παράνομοι» του Νίκου Κούνδουρου, μετά την άρνηση του σκηνοθέτη να αφαιρέσει τη σκηνή στην οποία οι χωροφύλακες σκοτώνουν τον έναν από τους παράνομους τη στιγμή που τρέχει άοπλος προς το μέρος τους για να παραδοθεί, η οποία έθιγε «το ένδοξο σώμα της Χωροφυλακής που είχε πάντα μπέσα στο λόγο του» (5).
Η «Συνοικία το Ονειρο» έθιγε την τουριστική εικόνα μιας ειδυλλιακής Ελλάδας. | 
Το 1961 η αστυνομία διέκοψε την προβολή της ταινίας «Συνοικία Το Ονειρο» του Αλέκου Αλεξανδράκη στον κινηματογράφο «Ράδιο Σίτυ», ενώ ο Ελληνας πρόξενος στη Βενετία πέτυχε να μη γίνει δεκτή η συμμετοχή της στο διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ.
Την ίδια χρονιά απαγορεύτηκε η προβολή των ντοκιμαντέρ «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν» του Κώστα Φέρρη και «Σαββατόβραδο» του Πάνου Παπακυριακόπουλου (6).
Το 1964 απαγορεύτηκε το ντοκιμαντέρ «Εκατό ώρες του Μάη» του Δήμου Θέου και του Φώτου Λαμπρινού.
Το «Μπλόκο» θύμιζε ποιοι ακριβώς αντιστάθηκαν στους ναζί.Το «Μπλόκο» θύμιζε ποιοι ακριβώς αντιστάθηκαν στους ναζί. | 
Το 1966 απαγορεύτηκε η ταινία «Μπλόκο» του Αδωνη Κύρου, πέντε μήνες μετά την πρώτη προβολή της, μέχρι να αφαιρεθούν «πλάνο τοίχου όπου αναγράφεται κομμουνιστικό σύνθημα (υπογραφή ΕΠΟΝ) […] οι φράσεις Υπεύθυνος περιοχής και αυτή τη δουλειά την κάνω από εικοσαετίας» (7).
Η απαγόρευση, που συνέπεσε με την προβολή της ταινίας στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ των Κανών, προκάλεσε την αντίδραση γνωστών σκηνοθετών και κριτικών του κινηματογράφου, που έστειλαν κείμενο διαμαρτυρίας, το οποίο υπέγραψαν ανάμεσα σε άλλους ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, ο Λουίς Μπουνιουέλ, ο Αλέν Ρενέ και ο Ζορζ Σαντούλ (8).

Ο χουντικός γύψος

Το «Πρόσωπο με πρόσωπο» σάρκαζε τον αστικό καθωσπρεπισμό των μετεμφυλιακών χρόνων. Το «Πρόσωπο με πρόσωπο» σάρκαζε τον αστικό καθωσπρεπισμό των μετεμφυλιακών χρόνων. | 
Η χούντα προχώρησε στην επανεξέταση των ταινιών που είχαν πάρει άδεια προβολής πριν από το πραξικόπημα.
Ταινίες αντίθετες στο «κρατούν καθεστώς» όπως οι «Πρόσωπο με πρόσωπο» του Ροβήρου Μανθούλη, «Κιέριον» του Δήμου Θέου και «Οι βοσκοί της συμφοράς» του Νίκου Παπατάκη απαγορεύτηκαν, ενώ έγιναν περικοπές σε πολλές ταινίες.
Από την ταινία «Κιέριον»Το «Κιέριον» θύμιζε τα εγκλήματα του παρακράτους | 
Ενδεικτικά από την ταινία «Αγάπη που δεν σβήνει ο χρόνος» του Γιώργου Ζερβουλάκου κόπηκαν «πάσης φύσεως συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις. Συνάντησις ΕΔΑ για την ειρήνη», ενώ από το μελόδραμα «Οταν σημάνουν οι καμπάνες» του Στέλιου Τατασόπουλου «η πρώτη σκηνή της Απελευθέρωσης των Αθηνών με τα πλήθη, διότι υπάρχουν πανώ με σφυροδρέπανα».
Αλλά και μικρές νύξεις που έρχονταν σε αντίθεση με την ιδεολογία του καθεστώτος δεν είχαν καλύτερη τύχη.
Από την ταινία οι «Θαλασσιές οι χάντρες»Ακόμη και στις «Θαλασσιές τις χάντρες», οι λογοκριτές εντόπισαν μιαν επιλήψιμη ατάκα περί δημοκρατίας | 
Ενδεικτικά από την ταινία «Οι θαλασσιές οι χάντρες» του Γιάννη Δαλιανίδη κόπηκε η φράση «Τώρα έχουμε δημοκρατία! Κι ο καθένας κάνει ό,τι θέλει», ενώ από την ταινία«Κονσέρτο για πολυβόλα» του Ντίνου Δημόπουλου «η σκηνή του ραπίσματος του εν στολή λοχαγού υπό της κοπέλας».
Οι νέες παραγωγές περνούσαν από ασφυκτικό έλεγχο. Ενδεικτικά το 1969 από το σενάριο της ταινίας «Ξύπνα Βασίλη» του Γιάννη Δαλιανίδη κόπηκαν οι φράσεις «η επανάσταση θα γίνει, γιατί είναι ιστορική ανάγκη. Θα τους τσακίσουμε όλους τους εργοδότες εκμεταλλευτές και απατεώνες».
Ενώ το 1972 από το σενάριο της ταινίας «Η Ρένα είναι οφσάιντ» του Αλέκου Σακελλάριου οι φράσεις «Αριστερός; Και γιατί δεν τον πιάνει η ασφάλεια;» και από την ταινία «Αναζήτησις» του Ερρίκου Ανδρέου οι φράσεις «σ΄ όλη μου τη ζωή συναναστρέφομαι εκατομμυριούχους. Ουδείς έμεινε υπό κράτησιν πάνω από μία ώρα».
Στο πλαίσιο της προστασίας της νεότητας και των «υγιών παραδόσεων» του ελληνικού λαού έγιναν παρεμβάσεις σε παλιότερες ταινίες.
Ενδεικτικά από το μελόδραμα «Ο Λουστράκος» της Μαρίας Πλυτά κόπηκε «πλάνο γυμνής κορασίδος», ενώ από την ταινία «Τα μυστικά της αμαρτωλής Αθήνας» του Κώστα Καραγιάννη «πλάνο γυμνού στήθους».
Δεν έλειψαν και οι απαγορεύσεις «τολμηρών» ερωτικών ταινιών. Ενδεικτικά το 1971 απαγορεύτηκε η ταινία «Γεύση από ηδονή» του Ηλία Μυλωνάκου, διότι «είναι ανήθικος και υπονομεύει τας υγιείς κοινωνικές και ηθικές παραδόσεις του ελληνικού λαού», ενώ το 1974 απαγορεύτηκε η ταινία «Σεξομανία» των Δημήτρη Παπακωνσταντή και Μάριου Ρετσίλα, διότι «προσβάλλει βαναύσως το δημόσιον αίσθημα διά των αλλεπαλλήλων σεξουαλικών σκηνών».

Το ψαλίδι της Μεταπολίτευσης

Μπορεί να μην ήταν ακριβώς λογοκρισία, η επίσημη όμως καμπάνια κατά του βραβευμένου «Θιάσου» απέτρεψε πολλούς -ιδίως στην επαρχία- από την παρακολούθησή τουΜπορεί να μην ήταν ακριβώς λογοκρισία, η επίσημη όμως καμπάνια κατά του βραβευμένου «Θιάσου» απέτρεψε πολλούς -ιδίως στην επαρχία- από την παρακολούθησή του | 
Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας ταινίες που είχαν απαγορευτεί, όπως«Πρόσωπο με πρόσωπο» του Ροβήρου Μανθούλη, «Κιέριον» του Δήμου Θέου και «Ζ»του Κώστα Γαβρά, βγήκαν στις αίθουσες.
Ομως, παρότι η κατάσταση βελτιώθηκε, η λογοκρισία συνέχισε τις επεμβάσεις της.
Από την ταινία «Θίασος»Από την ταινία «Θίασος» | 
Το 1975 η γνωμοδοτική επιτροπή κινηματογραφίας του υπουργείου Προεδρίας «ομοφώνως ετάχθη υπέρ της μη επισήμου συμμετοχής» του «Θιάσου» στο Φεστιβάλ των Κανών.
Η Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών, μετά την απονομή στην ταινία του βραβείου της Διεθνούς Ενωσης Κριτικών, έβγαλε μάλιστα ανακοίνωση με την οποία δικαιολογούσε την απόφαση:
❝ Εχει εντόνως πολιτικό χαρακτήρα, και μάλιστα με ζωηρόν χρωματισμόν υπέρ των απόψεων μιας ορισμένης παρατάξεως-της Ακρας Αριστεράς […] Ασχέτως της αξίας του ή μη από καλλιτεχνικής απόψεως, επιχειρεί να διασύρη όλην την μη κομμουνιστική παράταξιν, εμφανίζουσα αυτήν ως αποτελουμένη από προδότας, καταδότας, τραμπούκους, εκμεταλλευτάς κ.λ.π. χωρίς να κάμη διάκρισιν δημοκρατικών ή δικτατορικών καθεστώτων, ακόμη και της ξένης κατοχής❞ (9).
Το 1977 οι ταινίες «Μαντούδι '76» και «Παιδεία» προβλήθηκαν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με μεγάλες περικοπές (10).
Το 1978 απαγορεύτηκε η ταινία «1922» του Νίκου Κούνδουρου, που προβλήθηκε το 1981 μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.
Το 1979 απαγορεύτηκε η ταινία «Η Καγκελόπορτα» του Δημήτρη Μακρή, αλλά βγήκε τελικά στις αίθουσες ως ακατάλληλη.
Το 1980 απαγορεύτηκε αρχικά η ταινία «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» του Νίκου Νικολαΐδη με την αιτιολογία της «υπερβολικής σκληρότητας».
Το 1981 απαγορεύτηκε το ντοκιμαντέρ «Η δίκη της χούντας» του Θεοδόση Θεοδοσόπουλου, βγήκε όμως στους κινηματογράφους μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς.
Το σκεπτικό της απόφασης, που επικαλείται έναν αναγκαστικό νόμο του Εμφυλίου, είναι αποκαλυπτικό της συνέχειας των παλιών λογοκριτικών πρακτικών: η ταινία, διαβάζουμε, «συνδέει το πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας με τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. […] Πλείστες όσες σκηνές, εξάλλου, από τα προ του 1967 γεγονότα αποβλέπουν στην προπαγάνδισιν ορισμένων εκλογικών και κομματικών θέσεων, πράγμα που απαγορεύεται από τον εκδοθέντα επί κυβερνήσεως Θεμιστοκλή Σοφούλη-Γ. Καφαντάρη αναγκαστικό νόμο 942/46 περί λήψεως μέτρων προς κατευνασμόν των πολιτικών παθών» (11).
Η ένταση και η συχνότητα της λογοκρισίας σχετίζεται με την πολιτική κατάσταση. Ο έλεγχος της λογοκρισίας, που ήταν ασφυκτικός από το 1945 μέχρι το 1967, χαλάρωσε στο «κεντρώο διάλειμμα» από το 1963 μέχρι το 1965.
Ωστόσο, αντίθετα με την εικόνα που έχει επιβληθεί εκ των υστέρων, υπήρχε σε γενικές γραμμές συμφωνία για τη λογοκρισία ανάμεσα στη δεξιά και στην κεντρώα παράταξη μέχρι την επιβολή της χούντας.
Ο Σάββας Κωνσταντόπουλος, μετέπειτα θεωρητικός της χούντας, σχολίαζε ειρωνικά το 1966 ότι η Ενωση Κέντρου δεν μπορεί να κατηγορεί την κυβέρνηση για τη«λογοκρισία επί των στίχων και της μουσικής, διότι και αυτή την ηνέχθη, την διετήρησε και δεν την ανέτρεψε, όταν είχε κατ΄ επανάληψιν την δύναμιν να το πράξη»(12).
Με την επιβολή της δικτατορίας η λογοκρισία επανήλθε δριμύτερη. Στον κινηματογράφο όμως η κατάσταση δεν άλλαξε δραματικά.
Οπως υποστήριξε, ίσως λίγο υπερβολικά, ο Γρηγόρης Γρηγορίου, «η λογοκρισία δεν μπορούσε να γίνει χειρότερη από όσο ήταν πριν την απριλιανή δικτατορία» (13).
Η αλλαγή δεν ήταν ποιοτική, αλλά ποσοτική. Απλά, η χούντα εφάρμοσε με μεγαλύτερη αυστηρότητα το νομοθετικό πλαίσιο που βρήκε έτοιμο από τις προηγούμενες κυβερνήσεις.
Μετά την πτώση της πάλι οι επεμβάσεις της λογοκρισίας περιορίστηκαν. Το νομοθετικό πλαίσιο δεν άλλαξε μέχρι το 1981, αλλά οι αρμόδιες επιτροπές δεν ενεργοποιούσαν -με λιγοστές εξαιρέσεις- τις ισχύουσες διατάξεις.

Τα όρια της αντίστασης

Οι «Παράνομοι» έθιγαν την τιμή της ΧωροφυλακήςΟι «Παράνομοι» έθιγαν την τιμή της Χωροφυλακής | 
Η αντίδραση σ’ αυτή την πρακτική εκφράστηκε κυρίως από την Αριστερά, η οποία σε υψηλούς τόνους κατήγγειλε σε κάθε ευκαιρία την άσκηση πολιτικής λογοκρισίας, δίχως όμως να αμφισβητήσει συνολικά τη λογοκρισία: ζητούσε την κατάργηση της πολιτικής λογοκρισίας αλλά αποδεχόταν την άσκηση ελέγχου για την προστασία του κοινού και ιδίως των νέων από τις «χυδαίες» ταινίες (14).
Η στάση της Αριστεράς είναι χαρακτηριστική των πατερναλιστικών αντιλήψεων που τη χαρακτήριζαν. Οφείλεται όμως και στην αμηχανία που προκαλούσαν η επιβολή σκληρής λογοκρισίας στις χώρες του «υπαρκτού» σοσιαλισμού και οι διώξεις των εκεί αντιφρονούντων καλλιτεχνών.
Σε ορισμένες περιπτώσεις οι δημιουργοί προσπάθησαν να ξεγελάσουν τη λογοκρισία.
Ενδεικτικά το 1958 ο Νίκος Κούνδουρος παρουσίασε τους κυνηγημένους αντάρτες στην ταινία «Οι παράνομοι» σαν κοινούς εγκληματίες, ενώ το 1966 ο Ροβήρος Μανθούλης δεν υπέβαλε το σενάριο της ταινίας «Πρόσωπο με πρόσωπο» στη λογοκρισία και ξεκίνησε το γύρισμα με άδεια για ένα ντοκιμαντέρ.
Στις περισσότερες περιπτώσεις ωστόσο οι άνθρωποι του κινηματογράφου συμμορφώθηκαν.
Το 1948 λ.χ. οι παραγωγοί της «Τελευταίας αποστολής», μετά την απαγόρευση της ταινίας, τροποποίησαν το σενάριο και άλλαξαν την εθνικότητα της ηρωίδας, που από Ελληνίδα έγινε Ουγγαρέζα.
Αποκαλυπτική είναι επίσης η απάντηση του Τζέιμς Πάρις στην έρευνα της Νατάσας Μπακογιαννοπούλου στο περιοδικό «Γυναίκα» το 1970:
❝ Ενας νέος μού διάβασε ένα σενάριο. Καλό του λέω. Πόσα θέλεις; Οκτακόσιες χιλιάδες. […] Πάρε μου πρώτα άδεια από το υπουργείο ότι αυτή η ταινία θα βγη, κι έλα να τη βάλουμε μπροστά. Μη την είδατε την άδεια, μη την απαντήσατε ❞ (15).
Η λογοκρισία είχε ως συνέπεια την αυτολογοκρισία των δημιουργών, τουλάχιστον μέχρι το 1974. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες απέφευγαν να ασχοληθούν με επικίνδυνα θέματα.
Σε αυτό συντελούσε και η πίεση των παραγωγών, που έτρεμαν ακόμα και στη σκέψη ότι θα είχαν μπλεξίματα με τη λογοκρισία ή ότι θα απαγορευόταν η ταινία τους, γιατί ιδιαίτερα το τελευταίο μπορούσε να προκαλέσει ακόμα και την οικονομική καταστροφή τους.
Απέρριπταν λοιπόν οποιαδήποτε πρόταση έκρυβε κινδύνους και πίεζαν τους σκηνοθέτες ν’ αποφεύγουν οτιδήποτε θα προκαλούσε την επέμβαση της λογοκρισίας.
Η κατάσταση άλλαξε μετά την πτώση της χούντας. Σε συνθήκες πρωτόγνωρης ελευθερίας, οι άνθρωποι του κινηματογράφου μπορούσαν για πρώτη φορά, παρά τις λογοκριτικές παρεμβάσεις, να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις τους.
Ομως αυτή η εξέλιξη συνέπεσε με τη μείωση των παραγόμενων ταινιών και τη δραματική πτώση των εισιτηρίων τους.
Ο κινηματογράφος είχε πάψει να είναι η κύρια μορφή λαϊκής διασκέδασης, χάνοντας το παιχνίδι από την τηλεόραση (16).
*Διδάκτορας Ιστορίας
(1). Μ. Landy, Cinematic Uses of the Past, Λονδίνο 1996, σ.245.
(2). P. Sorlin, Mass Media, Λονδίνο 1991, σ. 113.
(3). Γιάνης Γιανουλόπουλος, Ο μεταπολεμικός κόσμος. Ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία (1945-1963), Αθήνα 1992, σ. 277-9.
(4). Γρηγόρης Γρηγορίου, Μνήμες σε άσπρο και σε μαύρο. Τα ηρωικά χρόνια, Αθήνα 1988, σ. 80-1.
(5). Γιάννης Σολδάτος, Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου 1900-1967, Αθήνα 2002, σ. 95.
(6). Επιθεώρηση Τέχνης, τ. 82 (10.1961), σ. 81.
(7). Οι αποφάσεις των επιτροπών λογοκρισίας, όπου δεν αναφέρεται πηγή, προέρχονται από το αρχείο της Γενικής Γραμματείας Τύπου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.
(8). Φ. Αλεξίου, «Το 19ο Φεστιβάλ Κανών», Επιθεώρηση Τέχνης, τ.137 (1966), σ. 526-39.
(9). Ροζίτα Σώκου, «Οξεία αντιδικία για τη βραβευμένη ταινία», Η Απογευματινή, 26.5.1975.
(10). «Ελληνικός Κινηματογράφος και Λογοκρισία», Προοδευτικός Κινηματογράφος, τ.1 (1978).
(11). Σολδάτος, όπ.π., σ. 223.
(12). Σάββας Κωνσταντόπουλος, Η αντιδικία μου με την ιντελιγκέντσια, Ελεύθερος Κόσμος, Αθήνα 1968.
(13). Γρηγορίου, όπ.π., σ. 114.
(14). Μάριος Πλωρίτης, «Τι γίνεται με τον ελληνικό κινηματογράφο; Το κράτος ο μεγάλος ένοχος», Επιθεώρηση Τέχνης, τ. 121 (1965).
(15). Σολδάτος, όπ.π., σ. 186.
(16). Γιώργος Ανδρίτσος, «Η Κατοχή και η Αντίσταση στις ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους από το 1945 μέχρι το 1981», αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2009, σ. 322-3.