Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Μπέκος Γρηγόρης,Τζον Μπάνβιλ: «Εχουμε μόνο τη ζωή, τα υπόλοιπα είναι διακοσμητικά», TO BHMA

  
Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου μυθιστορήματός του («Η μπλε κιθάρα») στα ελληνικά, ο κορυφαίος ιρλανδός συγγραφέας μιλάει στο «Βήμα» για το έργο του, όπου οι καλλιτεχνικές και υπαρξιακές αγωνίες είναι αδιαχώριστε


«Υποψιάζομαι ότι κάθε συγγραφέας γράφει ένα και μόνο βιβλίο, ξανά και ξανά, στην προσπάθειά του να αγγίξει την τελειότητα. Κάθε βιβλίο είναι ένας ακόμη τόμος που προστίθεται στο Μεγάλο Βιβλίο, το έργο, δηλαδή, της ζωής του. Σχετικά με το ποιο ήταν το σημείο εκκίνησης της "Μπλε κιθάρας" ή οποιουδήποτε άλλου μυθιστορήματός μου, δεν έχω την αίσθηση ότι ξεκινάω από κάπου αλλά ότι βρίσκομαι πάντοτε ήδη στον δρόμο, όπως οι περιπλανώμενοι αλήτες του Μπέκετ. Εννοώ ότι οι πρώτες λέξεις που γράφω δεν συνιστούν την αρχή της ιστορίας του βιβλίου, αυτή έχει συντελεστεί πολύ καιρό πριν, πώς ή πού ακριβώς δεν ξέρω. Πρόκειται για ένα συνεχές. Η διαδικασία της μυθιστοριογραφίας φαντάζει στα μάτια μου όλο και περισσότερο όπως η διαδικασία του ονειρεύεσθαι - μπορείτε να πείτε από πού προέρχονται τα όνειρά σας ή πώς ξεκινούν; Θα μπορούσαμε λοιπόν να χαρακτηρίσουμε το κάθε μυθιστόρημα σαν ένα όνειρο - ελεγχόμενο λίγο-πολύ». Ο ιρλανδός πεζογράφος Τζον Μπάνβιλ, βραβευμένος με Booker, συνομίλησε με «Το Βήμα» για το νέο μυθιστόρημά του. Και ήταν όπως και στα βιβλία του: απαιτητικός και συγχρόνωςαπολαυστικός. Η πλειονότητα των πρωταγωνιστών του είναι άνθρωποι είτε των επιστημών είτε των τεχνών. Και η επιλογή του δεν μπορεί να είναι τυχαία. Εξυπηρετεί απλώς το είδος της λογοτεχνίας που γράφει; «H απλούστερη απάντηση που θα έδινα είναι ότι στα μυθιστορήματά μου ο κεντρικός χαρακτήρας - που στο πέρασμα των χρόνων έχει γίνει ταυτόχρονα και ο αφηγητής - παραμένει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο δημιουργικός ή τον απασχολεί η δημιουργία σε τομείς όπως η "καθαρή" επιστήμη (για να τη διαχωρίσουμε από την τεχνολογία) ή η τέχνη, συχνά δε η ζωγραφική. Οταν ολοκληρώθηκε η λεγόμενη "επιστημονική τετραλογία" μου (σ.σ.: Δόκτωρ Κοπέρνικος, Κέπλερ, Το γράμμα του Νεύτωνα, Μεφίστο), πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί είχα επιλέξει να γράψω για ανθρώπους που δεν ήταν καλλιτέχνες. Τους απάντησα τότε ότι οι δημιουργικοί επιστήμονες, όπως και οι καλλιτέχνες, ακολουθούν εξαιρετικά παρεμφερείς μεθόδους εργασίας. Ο κόσμος παίρνει πολλές φορές τοις μετρητοίς την άποψη των επιστημόνων ότι το έργο τους είναι "αληθινό" και "τεκμηριωμένο" σε αντίθεση με αυτό ενός καλλιτέχνη».

«Στην πραγματικότητα, τα άνθη και της επιστημονικής και της καλλιτεχνικής δημιουργίας προέρχονται από την ίδια ρίζα. Φυτρώνουν ομολογουμένως προς διαφορετικές κατευθύνσεις - η επιστήμη ισχυρίζεται ότι διαθέτει σχολαστική ακρίβεια, ενώ η τέχνη όχι -, κι όμως έχουν τις ίδιες πνευματικές και συναισθηματικές καταβολές. Οπότε, ναι, έχετε δίκιο, ο "μπανβιλικός" πρωταγωνιστής είναι ένας στοχαστής, ένας δημιουργός - έστω κι αν τυχαίνει πότε-πότε να είναι παράλληλα ακαδημαϊκός ή ηθοποιός ή δολοφόνος».

Ο κεντρικός χαρακτήρας στο τελευταίο σας μυθιστόρημα «Η μπλε κιθάρα» (εκδόσεις Καστανιώτη) είναι ζωγράφος. Θελήσατε κάποτε να ασχοληθείτε με τη ζωγραφική, έτσι δεν είναι;
«Πράγματι, στα εφηβικά μου χρόνια προσπάθησα να γίνω ζωγράφος. Ωστόσο, δεν ήμουν καλός στο σχέδιο, δεν είχα σωστή αντίληψη των χρωμάτων και των γραμμών - βασικά μειονεκτήματα για έναν επίδοξο ζωγράφο - κι έτσι το εγχείρημα στέφθηκε με αποτυχία, αν και, όπως όλες μας οι αποτυχίες, μου δίδαξε σημαντικά μαθήματα. Ενα από τα πράγματα που έμαθα ήταν να παρατηρώ - να προσλαμβάνω τον κόσμο με το μάτι του ζωγράφου και να δίνω προσοχή στις λεπτομέρειες και στις απειροελάχιστες διακυμάνσεις του γήινου τοπίου, του θαλασσινού τοπίου κ.τ.λ. Τον καιρό που ήταν ακόμη στη μόδα ο μεταμοντερνισμός, με θεωρούσαν έναν μεταμοντέρνο μυθιστοριογράφο, αλλά εγώ έσπευδα πάντα να διαφωνήσω σθεναρά λέγοντας ότι αν είμαι "μετα"-κάτι σε οτιδήποτε, τότε είμαι μετα-ανθρωπιστής...».

Δηλαδή;
«Για μένα οι άνθρωποι δεν είναι το επίκεντρο της Δημιουργίας που πιστεύουν ότι είναι - ή που πιστεύουμε ότι είμαστε, εφόσον θα πρέπει, υποθέτω, να συμπεριλάβω και τον εαυτό μου στο είδος. Βλέπω τον άνθρωπο ως μια φιγούρα σε ένα τοπίο, ένα τοπίο που κατοικείται από άλλα ζώα, αλλά επίσης και από όλα αυτά που ονομάζουμε άψυχα όντα. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι είμαι ένας Ανρί Ρουσό της μυθιστοριογραφίας - στα μυθιστορήματά μου παραμονεύουν παντού θηρία, θηρία που αντιλαμβάνονται την παρουσία μας πολύ περισσότερο απ' ό,τι εμείς τη δική τους. Ο δικός μου φανταστικός κόσμος είναι έμψυχος, αλλά δεν του δίνουν πνοή μόνο οι ανθρώπινοι "χαρακτήρες" αλλά και ο ίδιος ο κόσμος - αυτό που λέγαμε άλλοτε Φύση.  Ή τουλάχιστον αυτή είναι η πρόθεσή μου».

Ο ήρωάς σας, ο μεσήλικος Ολιβερ που μοιάζει και λίγο στον Ντίλαν Τόμας, δεν κλέβει για το κέρδος. Το κίνητρό του, όπως μας εξομολογείται, είναι καθαρά καλλιτεχνικό. Σας έχει συνεπάρει ποτέ ανάλογη εμμονή;
«Νομίζω ότι εννοείτε, αλλά από ευγένεια δεν με ρωτάτε ευθέως, αν είμαι κι εγώ κλέφτης. Μονάχα ένα πράγμα έχω κλέψει στη ζωή μου, έναν πολύ όμορφο δερματόδετο τόμο των ποιημάτων - συμπτωματικά - του Ντίλαν Τόμας, για το έργο του οποίου είχα αναπτύξει ένα εφηβικό πάθος, το οποίο ευτυχώς στην πορεία ξεπέρασα. Λαχταρούσα όσο τίποτα να κάνω δικό μου εκείνο το βιβλίο και τελικά βρήκα το θάρρος να το κρύψω κάτω από το παλτό μου και να το βγάλω λαθραία από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Γουέξφορντ, στην οποία τόσα και τόσα απογεύματα είχα περάσει ως παιδί. Νιώθω ακόμη ενοχές για εκείνη την κλοπή, αλλά έχω κάνει μια δωρεά δύο χιλιάδων ευρώ στη βιβλιοθήκη για να ξεπληρώσω το χρέος και να κατευνάσω τη συνείδησή μου».

Α! Εννοούσα περισσότερο, κύριε Μπάνβιλ, αν υπάρχουν αντικείμενα που τους αποδίδετε ξεχωριστή σημασία εσείς…
«Ναι, φυσικά, τα αντικείμενα έχουν μεγάλη σημασία για μένα. Πέρυσι, λ.χ., αγόρασα μια πολύ όμορφη γιαπωνέζικη πένα, την οποία χρησιμοποιώ έκτοτε καθημερινά όταν γράφω και η οποία μου χαρίζει σταθερά μια μικρή ευχαρίστηση και παρηγοριά ενάντια στη φρίκη του κόσμου. Ωστόσο, οποιοδήποτε αντικείμενο μπορεί να υπενθυμίσει ξαφνικά την παρουσία της ύπαρξής του, το Dasein του, ιδίως μόλις στραφεί πάνω του το βλέμμα ενός καλλιτέχνη. Δεν υπάρχει τίποτε το συνηθισμένο στον κόσμο μας∙ φταίει, όμως, που έχουμε τόσο συνηθίσει στα πράγματα γύρω μας ώστε παύουμε από κάποια στιγμή και μετά να τα βλέπουμε, να αναγνωρίζουμε την υπόσταση και την αξία τους. Πάρτε για παράδειγμα τα σύννεφα, αυτό το εκπληκτικό φαινόμενο.  Ή τις γραμμένες λέξεις: μαύρα σημάδια πάνω σε λευκό φόντο που ο νους του αναγνώστη μετατρέπει αυτόματα σε εικόνες, ιδέες, φαινόμενα. Δεν συνειδητοποιούμε πάντα πόσο παράξενο πράγμα είναι το να είμαστε ζωντανοί και "αποστολή" της τέχνης, η μόνη της αποστολή, είναι να διεγείρει μέσα μας αυτή την αίσθηση ότι βρισκόμαστε εδώ και ότι είμαστε αυτό που είμαστε. Οπως το θέτει υπέροχα στις Ελεγείες από το Ντουίνο ο Ρίλκε"Στον άγγελο ύμνησε τον κόσμο / μα όχι τον ανείπωτο"Οπως βλέπετε, είμαι ένας αταλάντευτος φαινομενολόγος...».

Αναφέρατε τον Ρίλκε και δεν μπορώ να μη σας ρωτήσω: έχοντας κατά νου την ομορφιά της γλώσσας και τον ρυθμό της, θα έλεγα ότι με την πεζογραφία σας επιδιώκετε να έχετε το ίδιο αποτέλεσμα (πάνω στους αναγνώστες σας, εννοώ) με την ποίηση. Τι λέτε;
«Οπως είπα πιο πάνω, ο μόνος σκοπός, η μόνη αποστολή της τέχνης - και πρόκειται για έναν σπουδαίο σκοπό, μια σπουδαία αποστολή - είναι να αφυπνίσει τον αναγνώστη, να του δώσει την αίσθηση ότι είναι ζωντανός σε αυτόν τον παράξενο κόσμο που ποιος ξέρει πώς έχει βρεθεί. Υπάρχει όμως αυτό το κάτι που ονομάζουμε "ποίηση", κάτι που πασχίζει κανείς για να το επιτύχει. Ο αείμνηστος φίλος μου και πολύ καλός μυθιστοριογράφος Τζον Μακ Γκάχερν συνήθιζε να κάνει τον εξής ωραίο διαχωρισμό: έλεγε ότι υπάρχει η πεζογραφία, υπάρχει ο έμμετρος λόγος και ύστερα υπάρχει η ποίηση, η οποία μπορεί να εμφανιστεί και στην πεζογραφία και στον έμμετρο λόγο με παρόμοια συχνότητα και δύναμη. Δεν τολμώ καν να επιχειρήσω να δώσω τον ορισμό της ποίησης, θεωρώ όμως ότι επιτυγχάνεται μέσα από μια συμπύκνωση της γλώσσας, μια εντατικοποίηση των εκφραστικών τρόπων. Αν το μάτι και το μυαλό του αναγνώστη γλιστρούν πάνω από μια σελίδα πεζογραφίας αναζητώντας το "μήνυμα", την "ιστορία", την "πλοκή" - μα έχει η ζωή πλοκή; -, τότε αυτή η σελίδα πρόζας έχει αποτύχει, κατά τη γνώμη μου. Ο Τζορτζ  Οργουελ έλεγε πως ο πεζός λόγος θα πρέπει να είναι διάφανος σαν υαλοπίνακας μέσα από τον οποίο βλέπουμε ολοκάθαρα αυτό που εκφράζει. Για μένα η γλώσσα είναι ένας φακός. Και όπως γνωρίζουμε, οι φακοί παραμορφώνουν, κάνουν τα πράγματα να δείχνουν πιο κοντινά απ' ό,τι είναι ή τα εμφανίζουν στα μάτια μας πολύ πιο ζωηρόχρωμα απ' ό,τι έχουμε συνηθίσει να τα βλέπουμε. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι φακοί είναι βεβαίως με μεγάλη ακρίβεια και προσοχή γυαλισμένοι...».

Επανέρχομαι στον πρωταγωνιστή σας επειδή στο βιβλίο βιώνει συγχρόνως μια διπλή κρίση: την καλλιτεχνική ως ζωγράφος και την υπαρξιακή ως άνθρωπος. Μήπως όμως δεν ισχύουν οι διακρίσεις που κάνω; Μήπως, όταν ένας άνθρωπος είναι αφοσιωμένος στην τέχνη, αυτά τα πράγματα είναι αδιαίρετα και ακόμη πιο περίπλοκα;
«Η ζωή είναι στην ουσία το μόνο που έχουμε, όλα τα υπόλοιπα είναι διακοσμητικά. Κάθε τέχνη γυρεύει να επιβεβαιώσει αυτή την ουσιαστική ιδιότητα του "είμαι εδώ" - κάθε τέχνη, τουλάχιστον, που έχει κάποια αξία. Ας επιστρέψουμε στον Ρίλκε και στην αρχή της Ενατης Ελεγείας, όταν ρωτάει γιατί άραγε να βρισκόμαστε εδώ, γιατί να είμαστε ανθρώπινοι, και δίνει την εξής απάντηση:

"Aλλά γιατί να ζεις πάνω στη γη είναι πολύ, κι ο κόσμος μας χρειάζεται, αυτός ο κόσμος ο φθαρτός, παράξενο, μας νοιάζει. Εμάς, ο κόσμος ο φθαρτός. Μια φορά κάθε τι, μια φορά μόνοΜια φορά και ποτέ πια. Οπως κι εμείς για μια φορά. Ποτέ ξανά. Ομως αυτό, να 'χεις υπάρξει μια φορά, έστω κι αν είναι μόνο μια φορά: γήινος να 'χεις γεννηθεί, φαίνεται αμετάκλητο".

Η μοίρα του να είσαι άνθρωπος είναι μαρτύριο και ευλογία μαζί. Ο καλλιτέχνης είναι προνομιούχος γιατί, εκτός από το καθήκον του να ζει, έχει και το καθήκον να στοχάζεται την εμπειρία του βίου, να την αναπαράγει - όχι, όχι να την αναπαράγει, είναι ανοησία να το λέμε αυτό∙ να εκφράζει τι σημαίνει να είναι κανείς ένα μοναδικό ον που ζει τη δική του μοναδική ζωή. Θα πρέπει, ωστόσο, να έχουμε κατά νου ότι αυτό που μας δίνει η τέχνη δεν είναι το συναίσθημα, αλλά τι αίσθηση έχει το συναίσθημα. Αυτό είναι το τέχνασμα και ταυτόχρονα το υψηλό επίτευγμα της τέχνης. Αλλά, ασφαλώς, κανείς, ούτε καν ο καλλιτέχνης, δεν μπορεί να αποφύγει τον παραλογισμό του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος - τον παραλογισμό, την προσβολή, την ανοησία αλλά επίσης και την υπερβατική ευδαιμονία της απλής - "απλής" - ζωής. Ο Ολιβερ Ορμ από τη μια διαμαρτύρεται για το πόσο δύσκολο είναι να είναι αυτός που είναι και από την άλλη παλεύει να αναπαραστήσει τι σημαίνει να είναι αυτός που είναι - στην πραγματικότητα, όμως, είναι εξαιρετικά ευνοημένος.  Παρ' όλα αυτά, δυσκολεύεται να γεφυρώσει - όπως, αν θυμάμαι καλά το θέτει - τη "φονική χαράδρα" που χάσκει ανάμεσα στον κόσμο εκεί έξω, τον κόσμο που ζούμε, και στην αναπαράστασή του εδώ μέσα, εδώ όπου ο καλλιτέχνης δημιουργεί.  Ομως, τι ενδιαφέρον θα είχε κάτι που μας είναι εύκολο;».

«Αλλο το πραγματικό, άλλο η αλήθεια»

Αναρωτιέμαι σε ποιον βαθμό οι φιλοσοφικές ή επιστημολογικές αναγνώσεις σας - που, φαντάζομαι, άλλαζαν με τα χρόνια - τροποποιούσαν σταδιακά και την αντίληψή σας για τα πράγματα, αν διαμόρφωναν δηλαδή και τη λογοτεχνία σας με διαφορετικό τρόπο. Αναρωτιέμαι δικαιολογημένα στην περίπτωσή σας, πιστεύετε;
«Ναι, όταν ήμουν νεαρός και νέος συγγραφέας - ως συγγραφέας ήμουν πάντα και εξακολουθώ να είμαι νεότερος από τα πραγματικά μου χρόνια - οραματιζόμουν να γίνω ο Τόμας Μαν ή η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ της Ιρλανδίας. Αυτές ήταν, φυσικά, ιδέες μεγαλείου της νεότητας και εξαιτίας τους παρεξέκλινα αρκετές φορές από τη σωστή πορεία. Τα παθήματα όμως γίνονται μαθήματα. Με τον καιρό συνειδητοποίησα ξανά πως στην τέχνη η φαντασία είναι το παν. Το πραγματικό είναι πραγματικό, η αλήθεια όμως είναι κάτι άλλο. Στην τέχνη, όπως είχε διαπιστώσει μεταξύ άλλων και ο Οσκαρ Γουάιλντ, οι αλήθειες μπορούν να αντικρούουν η μία την άλλη με θεαματικά λυρικά αποτελέσματα. Υπήρξα αφοσιωμένος, μαγεμένος θα έλεγα, αναγνώστης του Νίτσε και από τον Νίτσε πήγα στον Ρίλκε και από τον Ρίλκε στον Χάιντεγκερ∙ διάβασα επίσης τον Εμερσον και τον Γουίλιαμ Τζέιμς και γενικότερα τους αμερικανούς πραγματιστές που με οδήγησαν στον Γουάλας Στίβενς αλλά και στην Ελίζαμπεθ Μπίσοπ∙ όλοι τους με διαβεβαιώνουν ότι ο κόσμος της πραγματικότητας είναι μια χίμαιρα, ότι η λεπτή και εύθραυστη επιφάνεια του πραγματικού κάθε τόσο θα παρουσιάζει ρωγμές μέσα από τις οποίες η αλήθεια θα κοχλάζει. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν ζηλεύω την ακλόνητη λογική του επιστήμονα ή του φιλοσόφου αλλά αυτού του είδους η λογική δεν είναι διαθέσιμη στον καλλιτέχνη - και ευτυχώς».

Ο Νόρμπερτ Ελίας έλεγε ότι ο θάνατος είναι πρόβλημα των ζωντανών, όχι των νεκρών. Γράφετε, όπως λίγοι, για την απώλεια και τις συνέπειές της. Πρόσφατα εορτάσατε τα εβδομηκοστά σας γενέθλια. Σε αυτό το σημείο της ζωής σας ο στοχασμός πάνω στον θάνατο είναι απαράλλαχτος για τον συγγραφέα και τον άνθρωπο Τζον Μπάνβιλ;
«Ο θάνατος είναι ο μέγας ζωοδότης. Εχουμε το προνόμιο και την κατάρα της συνείδησης, της επίγνωσης του εαυτού, που συνοδεύεται από τη γνώση του θανάτου. Είναι τρομακτικό, είναι απαίσιο, δεν χωνεύεται με τίποτα το γεγονός του θανάτου, κι όμως οφείλουμε να το αποδεχτούμε. Τι θα ήταν άλλωστε η ζωή αν δεν γνωρίζαμε ότι θα τελειώσει; Πριν από μερικά χρόνια είχα γράψει για το ραδιόφωνο ένα μικρό μονόπρακτο με θέμα εκείνο το περίφημο απόγευμα που είχε περάσει ο Πάουλ Τσέλαν στην καλύβα του Χάιντεγκερ στον Μέλανα Δρυμό. Κανείς δεν ξέρει τι συζήτησαν οι δυο τους, αλλά εγώ, μες στην αλαζονεία μου, τόλμησα να φανταστώ τη συζήτηση αυτή. Σε κάποιο σημείο ο Τσέλαν απαιτεί να μάθει γιατί ο Χάιντεγκερ συντάχτηκε με τους ναζί. Και ο τελευταίος τού απαντά: "Για τον τραγικό τρόπο με τον οποίο επικύρωσαν τον θάνατο! Ο θάνατος είναι η περίοπτη πραγματικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο θάνατος στέκει δίπλα στη μαία και αρπάζει το νεογέννητο από τα χέρια της λέγοντας: Ελα μαζί μου διότι εγώ είμαι ο δότης της ζωής. Ο,τι είμαστε και ό,τι κάνουμε χρωματίζεται από την επίγνωση του θανάτου. Αυτό είναι το δράμα μας και η λαμπρότητά μας. Η ύπαρξη -το Dasein, το να είσαι εδώ - είναι μια διαδικασία και η διαδικασία αυτή είναι ο Χρόνος και ο Χρόνος για τον καθέναν από εμάς έχει ένα τέλος. Ο θάνατος μάς καθοδηγεί στη βαρβαρότητα του μέλλοντος, αυτός είναι ο μόνος μας οδηγός"».

* Ο συντάκτης ευχαριστεί θερμά τη μεταφράστρια κυρία Τόνια Κοβαλένκο για τη συμβολή της στη δημοσίευση της συνέντευξης. Στο κείμενο χρησιμοποιήθηκε η έκδοση «Ελεγείες από το Ντουίνο» του Ρ. Μ. Ρίλκε (μετάφραση Συμεών Σταμπουλού, εκδόσεις Στιγμή, 2012).


Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Βένα Γεωργακοπούλου, Οταν γράφω κοιτάω τον κόσμο από την κορφή του Ολύμπου,efsyn,

kambre.jpg

Ο Καταλανός συγγραφέας Ζάουμε ΚαμπρέAP Photo/Jens Meyer
Είναι το μυθιστόρημα που έχει μπει στις λίστες των διακοπών όλων των γνωστών μου. Κι ας είναι σαν τούβλο.
Από την πρώτη στιγμή, που οι εκδόσεις Πόλις έβγαλαν στα βιβλιοπωλεία το«Confiteor», άρχισε να χτίζεται ο μύθος του.
Συναρπαστικό, μεγαλειώδες, μοναδικό, μοντέρνο και γοητευτικά παλιομοδίτικο την ίδια στιγμή, χορταστικό και αχόρταγο το ίδιο, το βιβλίο τού μάλλον άγνωστου εδώ Καταλανού Ζάουμε Καμπρέ επιβλήθηκε από κριτικές, παρουσιάσεις και λόγια στην παρέα. 
Το βασικό του στόρι είναι απλό.
Confiteor
Ο Αντριά Αρντέβολ, ένα παιδί-θαύμα, μεγαλώνει σε μια απίστευτη, γεμάτη φρικτά μυστικά οικογένεια της Βαρκελώνης τη δεκαετία του '50.
Τα παιδικά του χρόνια, ένας μεγάλος έρωτας με μια Εβραία που πάει στράφι, η δολοφονία του πατέρα του, ενός βρόμικου και μανιακού συλλέκτη, που τον γεμίζει ενοχές, η διαδρομή του προς τη μοναξιά και την εξομολόγηση λίγο πριν από τον θάνατο (Confiteor σημαίνει ομολογώ) θα ήταν υπεραρκετό υλικό για ένα μυθιστόρημα από αυτά που μένουν. 
Ομως ο Ζάουμε Καμπρέ έχει, όπως μας λέει, εμμονές.
Απλώνει και απλώνει την ιστορία του για να καταπιεί όλη την Ευρώπη των τελευταίων 500 χρόνων.
Από τα σκοτάδια της Ιεράς Εξέτασης στην ανείπωτη κτηνωδία του Αουσβιτς και στη διαφθορά του Φράνκο.
Συνδετικός ιστός της μεγάλης Ιστορίας με το οικογενειακό δράμα μιας αστικής οικογένειας της Βαρκελώνης γίνεται ένα σπάνιο βιολί μεγάλης αξίας, κρυμμένο στο χρηματοκιβώτιο του πατέρα Αρντέβολ. 
Αναζητήσαμε τον συγγραφέα, που είναι διεθνώς αναγνωρισμένος και φορτωμένος σημαντικά βραβεία.
Εχει εγκαταλείψει την αγαπημένη του Βαρκελώνη για ένα ήσυχο χωριό, μια ώρα απόσταση με το τρένο.
Και όπως ακριβώς κάνει στο βιβλίο του, βαρύ από ιδέες και γνώση και αγωνία για την ανθρωπότητα που παλεύει με το Κακό, μας μίλησε με απλές ιστορίες. Γλυκός και μετρημένος. 
⚫  Ολοι διαβάζουν ή ετοιμάζονται να διαβάσουν το βιβλίο σας, αλλά για σας ξέρουμε λίγα. Αρχίσαμε λοιπόν να φανταζόμαστε ότι είστε σαν τον Αντριά Αρντέβολ, τον ήρωά σας, ένα τέρας ευφυΐας και γνώσης, που μιλάει δέκα γλώσσες και συλλέγει με μανία σπάνια βιβλία. 
(γελάει) Οχι, δεν είμαι σαν τον Αντριά. Στον Αντριά έβαλα όλα αυτά που θα ήθελα να είμαι. Εγώ δεν ξέρω ελληνικά, όπως αυτός...
Λίγες γλώσσες μιλάω πολύ καλά (καταλανικά, ισπανικά), γνωρίζω αρκετά καλά κάποιες άλλες (γαλλικά, ιταλικά, πορτογαλικά), γενικά τις λατινογενείς γλώσσες.
Είμαι ένας άνθρωπος πολύ συνηθισμένης ευφυΐας. 
⚫  Μουσική πάντως αποκλείεται να μην ξέρετε, έχει μεγάλο ρόλο στο βιβλίο σας. Βιολί παίζετε όπως ο Αντριά; 
Είναι αλήθεια ότι από μουσική ξέρω πολλά, αλλά, αν και παίζω βιολί, είμαι πολύ κακός. Καμία σχέση με επαγγελματικό επίπεδο.
Αλλωστε παίζω μόνο εδώ και δέκα χρόνια, άρχισα να παίρνω κανονικά μαθήματα σε μεγάλη ηλικία, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να μάθεις καλά ένα όργανο, πρέπει να ξεκινήσεις από παιδάκι.
Ετσι, το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό. 
⚫  Πώς ξεκίνησε αυτό το τόσο φιλόδοξο βιβλίο; Υπήρξε ένα σημείο εκκίνησης και μετά όλο το πράγμα άπλωσε; 
Αρχισα με το τμήμα «Palimpsestus», στην ελληνική έκδοση βλέπω ότι ξεκινά στη σελίδα 303.
Είχα μια ιδέα να ταυτίσω σε μια πολύ μικρή διήγηση, το πολύ είκοσι σελίδες, έναν Ισπανό ιεροεξεταστή του 15ου αιώνα, τον Νικολάου Εϊμερικ, με έναν Eς Ες.
Αλλά, σχεδόν χωρίς τη θέλησή μου, με έναν μηχανικό τρόπο, ο ιεροεξεταστής άρχισε να μεταμορφώνεται στον Ρούντολφ Ες, ένα ιστορικό πρόσωπο, χωρίς να έχουν καμιά σημασία τα 500 χρόνια που τους χωρίζουν.
Αυτοί οι δύο γίνονταν το ίδιο πρόσωπο, ένα πρόσωπο που δεν έχει οίκτο, που είναι ικανό στο όνομα της ιδεολογίας του -ο Θεός από τη μια, το Γ' Ράιχ από την άλλη- να κάνει τα πάντα. 
⚫  Η σύνδεση Καθολικής Εκκλησίας και ναζισμού γέννησε μερικές από τις πιο συναρπαστικές σελίδες του «Confiteor», αλλά είναι και πολύ τολμηρή. Ερχεστε από μια χώρα με ισχυρή ακόμα Εκκλησία και πολλούς πιστούς. 
Ναι, αλλά εμείς στην Ισπανία ξέρουμε καλύτερα από κάθε άλλον τι εγκλήματα έκανε η Ιερά Εξέταση, ξέρουμε πόσο αμείλικτη ήταν η Καθολική Εκκλησία, αλλά και γενικά η κοινωνία, απέναντι σε δήθεν αιρετικούς αλλά και Εβραίους -υπήρξε ο περίφημος διωγμός τους τον 15ο αιώνα και πολλά πογκρόμ πριν απ' αυτόν.
Επαιξα, λοιπόν, με το θέμα Ιεροεξεταστής-Ες Ες και το άφησα.
Και άρχισα να γράφω άλλες ιστορίες, χωρίς να ξέρω τι πάω να γράψω, τι πρέπει να γράψω, άλλωστε συνήθως έτσι γράφω τα βιβλία μου.
Για παράδειγμα, έγραψα για έναν άνθρωπο που ζητάει άσυλο στο μοναστήρι του Αγίου Πέτρου του Μπουργάλ, πάλι πολύ μακρινή ιστορία.
Και είπα στον εαυτό μουΜα τι κάνεις εδώΓράφεις ιστορίες με ιστορικό περιεχόμενο, πολύ πίσω στον χρόνο;
Τα αγαπούσα πολύ αυτά τα πρόσωπα, έπρεπε όμως κάτι άλλο να κάνω. Και έφτιαξα τον Αντριά Αρντέβολ. 
⚫  Τι σας πρόσφερε αυτό το πρόσωπο, που έχει πάνω-κάτω την ηλικία σας; 
Προστασία και σιγουριά. Επλασα ένα πρόσωπο που γεννήθηκε στην πόλη μου, τη Βαρκελώνη.
Το φαντάστηκα να μεγαλώνει στο ίδιο μου το σπίτι, εκεί που μεγάλωσα με τις αδελφές μου.
Στο πρώτο σχεδίασμα έδωσα στον Αντριά έναν καλό φίλο, αλλά και πολύ δύσκολους γονείς.
Αρα το φτωχό αγόρι είχε ανάγκη από ψυχολογική στήριξη, βοήθεια και παρέα στο σιωπηλό του σπίτι.
Τότε φαντάστηκα τα παιχνίδια με τα οποία μιλάει, τον Μαύρο Αετό και τον σερίφη Κάρσον.
Ολα έγιναν ξαφνικά πολύ πιο κοντινά σε μένα από τον ιεροεξεταστή και το μοναστήρι του Μπουργάλ.
Ηξερα κάθε γωνιά της γειτονιάς του Αντριά, εκεί πέρασα τα 20 πρώτα χρόνια της ζωής μου, ήξερα το φαρμακείο και τον φούρνο.
Οσο πιο σίγουρος όμως κι αν έγινα, από 'κεί και πέρα δεν ήξερα τίποτα άλλο.
Οχτώ χρόνια μού πήρε να γράψω το «Confiteor». 
⚫  Το σπάνιο και πανάκριβο βιολί, που τόσα δράματα γίνονται για χάρη του από το 1764 έως σήμερα, πότε μπήκε στην ιστορία; 
Μετά τον δεύτερο χρόνο δουλειάς. Μου επιβλήθηκε όταν κατάφερα να κάνω ένα πιο βαθύ πορτρέτο του πατέρα τού Αντριά, αυτού του παθιασμένου συλλέκτη.
Δεν σκέφτηκα, όμως, αμέσως ότι μπορεί το βιολί να γίνει ο κεντρικός ιστός της δομής του βιβλίου.
Αρχισα να ψάχνω την ιστορία του ανάποδα, προς τα πίσω: πού και πώς φτιάχτηκε, από τι ξύλο για να αντέχει τόσους αιώνες (με βοήθησε ένας φίλος μου βιολόγος), πώς κλάπηκε μετά από μια δολοφονία στο Αουσβιτς, ποια εβραϊκή οικογένεια το είχε... 
⚫  Ολη αυτή η τεράστια έρευνα, η συλλογή ιστορικών και άλλων στοιχείων, δεν είναι κίνδυνος για την καθαρά λογοτεχνική δουλειά του συγγραφέα; 
Η ανάγκη για ιστορική τεκμηρίωση πάντα είναι κίνδυνος για τον συγγραφέα, γιατί συνήθως γίνεται πάνω σε ένα θέμα που τον ενδιαφέρει πολύ και μπορεί να τον απορροφήσει, να τον κάνει να σταματήσει να γράφει.
Στην κυοφορία, όμως, αυτού του μυθιστορήματος υπήρχαν πολλά πράγματα που δεν ήξερα.
Προσπάθησα, πάντως, να επικεντρώνομαι κάθε φορά σε ένα μόνο, χωρίς να χάνομαι, για να μπορώ να συνεχίζω το γράψιμο. 
⚫  Ο καθένας μπορεί να διαλέξει ό,τι κέντρο θέλει στο βιβλίο σας, εγώ διαλέγω το Αουσβιτς. Πώς και γιατί ένας σημερινός Καταλανός εμπνέεται από το Ολοκαύτωμα; 
Είναι ένα θέμα που πάντα με ενδιέφερε, είναι από τα πιο σοβαρά επεισόδια στην ανθρώπινη Ιστορία.
Εχω περάσει χρόνια πολλά διαβάζοντας για τις διώξεις των Εβραίων.
Εγινε, όμως, ξαφνικά πρωταγωνιστικό θέμα του μυθιστορήματός μου, όταν βάφτισα Σάρα το κορίτσι που ερωτευόταν ο Αντριά.
Αυτή η επιλογή μου είχε μεγάλες συνέπειες στην ιστορία που διηγούμαι.
Και, βέβαια, κόλλαγε πολύ με την αρχική ιδέα, της ταύτισης του ιεροεξεταστή και του ναζί. 
⚫  Η δικτατορία του Φράνκο δεν θα μπορούσε να λείπει από τις δαιδαλώδεις διαδρομές της ιστορίας σας. Εσείς τι θυμάστε με περισσότερη ένταση από εκείνα τα χρόνια; 
Το 1947, που γεννήθηκα, είχαμε πίσω μας δέκα τρομερά χρόνια δικτατορίας, τα έμαθα από τις διηγήσεις των γονιών μου.
Αλλά έζησα κι εγώ, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας μου στη Βαρκελώνη, κάτι επίσης τρομερό: την απαγόρευση να μιλάμε την ίδια μας τη γλώσσα, τα καταλανικά.
Το φαντάζεστε; Δεν μπορούσαν, βέβαια, να ελέγξουν τι κάναμε στα σπίτια μας, αλλά σε δημόσιους χώρους, στον δρόμο και στο σχολείο ήμασταν υποχρεωμένοι να μιλάμε μόνο ισπανικά.
Ηταν ένα είδος ακρωτηριασμού, το ίδιο πρόβλημα είχαν και οι δάσκαλοί μας, που όντας Καταλανοί, έπρεπε να μας διδάσκουν ισπανικά.
Ολα ήταν απόλυτα ελεγχόμενα από τη μυστική αστυνομία.
Μια ατμόσφαιρα πανικού και τρόμου μού έχει μείνει ζωντανή στη μνήμη μου, χωρίς καν το στοιχείο της γοητείας, που κρύβει καμιά φορά για τα παιδιά ο φόβος. 
⚫  Θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχε κάνει πριν από πολλά χρόνια σε ταξίδι μου στη Βαρκελώνη, που όλοι μιλούσαν μια περίεργη γλώσσα. Σας πέρασε ποτέ από το μυαλό να γράψετε στα ισπανικά; Ισως θα είχατε γίνει πιο διάσημος, πιο πλούσιος, δεν θα αργούσαμε κι εμείς να σας ανακαλύψουμε. 
Αν έγραφα στα ισπανικά δεν θα είχα γράψει τα ίδια βιβλία. Δεν έχω την ίδια ακριβώς κυριαρχία στην ισπανική γλώσσα.
Τα καταλανικά κυλάνε μέσα μου, είναι η γλώσσα της μητέρας μου και του πατέρα μου, βγαίνουν από την ψυχή μου.
Τα ισπανικά είναι μια γλώσσα που την ξέρω και την αγαπάω, αλλά μου επιβλήθηκε, δεν την έμαθα από μωρό, αλλά μεγαλύτερος με καταναγκαστικό τρόπο.
Εξεπλάγητε, μου λέτε, όταν ακούσατε τον κόσμο στη Βαρκελώνη να μη μιλά ισπανικά.
Μα αυτό σας συνέβη γιατί ο πολιτισμός και η γλώσσα της Καταλονίας ήταν σχεδόν ένα μυστικό του ισπανικού κράτους στη διάρκεια της δικτατορίας.
Και παρέμεινε ενοχλητικό για την κυβέρνηση και μετά την πτώση του Φράνκο. 
⚫  Η φόρμα σας, που κάποιος τη χαρακτήρισε «λογοτεχνικό κυβισμό», στην αρχή δυσκολεύει λίγο τον αναγνώστη. Αλλάζετε αιώνες στη μέση της ίδιας φράσης. Το «εγώ» γίνεται «αυτός» στην ίδια παράγραφο. Πώς καταλήξατε σ' αυτήν; 
Η γραφή, η λογοτεχνία, είναι κατά βάση μια τέχνη γραμμική. Μια λέξη, μια άλλη λέξη, μια άλλη λέξη...
Εγώ, όμως, θέλω να λέω όλα τα πράγματα την ίδια στιγμή. Είναι η εμμονή μου.
Ετσι προσπαθώ στην ίδια φράση να κλείσω τρεις αιώνες και δύο ή τρία διαφορετικά μέρη, για να δώσω την αίσθηση της καθολικότητας.
Hδη είχα προσπαθήσει να κάνω κάτι ανάλογο στο βιβλίο μου «Οι φωνές του ποταμού Παμάνο» αλλά και στο «L' Ombre de l'eunuque».
Για μένα η λογοτεχνία είναι σφαιρική, σαν μια φωτογραφία η έναν πίνακα, όπου βλέπεις τα πάντα. Ξέρω, βέβαια, ότι μπορεί να δυσκολέψει τον αναγνώστη. 
⚫  Τον αποζημιώνετε, όμως, με την τρελή σας φαντασία, που δεν φοβάται τις υπερβολές, που φλερτάρει με όλα τα είδη, ακόμα και το αστυνομικό. Στιγμές στιγμές έλεγα, «αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να γράφει τα πιο λαϊκά και δημοφιλή μυθιστορήματα του κόσμου». 
Γράφω για να είμαι ευτυχής, όχι για να με διαβάζουν. Προσοχή, μου αρέσει να με διαβάζουν, αλλά δεν γράφω γι' αυτό. Γράφω από μια αίσθηση χρέους.
Πλάθω πρόσωπα χωρίς να ξέρω τι τελικά θα γίνουν, τα ανακαλύπτω τη στιγμή που γράφω.
Γράφω πολύ αργά, προχωράω κομμάτι κομμάτι, πολύ διστακτικά μέχρι να ολοκληρώσω μια ιστορία ή ένα πρόσωπο. Και κάθε φορά σκέφτομαι τι συσχετίσεις μπορεί να έχει η ιστορία μου.
Γιατί και στη ζωή υπάρχουν πολλές συνδέσεις, πολλές σχέσεις που μπορεί να μην τις ξέρουμε, αλλά υπάρχουν.
Στα πιο ασήμαντα και στα πιο σοβαρά πράγματα. Ενα παράδειγμα: παίρνω το ίδιο ταξί που πήρε πριν από δέκα λεπτά ο μεγαλύτερος εχθρός μου.
Σας φαίνεται ανόητοΣε μένα, όμως, από αφηγηματική άποψη, μπορεί να μου δώσει μια ιστορία, που την ξέρω μόνο εγώ, ο αναγνώστης τη διαβάζει και ο ήρωάς μου την αγνοεί.
Για να διασκεδάσω, όταν γράφω βλέπω όλο τον κόσμο της αφήγησής μου σαν να βρίσκομαι ψηλά στον Ολυμπο, με την προοπτική του Θεού.
Ξέρω ότι όλο αυτό θα μου κοστίσει, ότι θα μου πάρει πολύ χρόνο να τελειώσω το βιβλίο μου. Αλλά μόνο μ' αυτόν τον τρόπο μπορώ να γράφω. 


Ο μεταφραστής μου Ευρυβιάδης Σοφός

Θέλω οπωσδήποτε να μιλήσω για τον μεταφραστή μου. Το «Confiteor» είναι το δεύτερο βιβλίο μου, που μεταφράζει στα ελληνικά ο Ευρυβιάδης Σοφός. Ηρθε στην Καταλονία, στο σπίτι μου, για να δουλέψουμε μαζί πάνω στη μετάφραση, όπου είχε απορίες και αμφιβολίες, αλλά και για να με γνωρίσει προσωπικά. Μιλάει και καταλαβαίνει τέλεια τα καταλανικά και ξέρει επίσης όλη τη λογοτεχνική μου παραγωγή καθώς και πολλά έργα της καταλανικής και ισπανικής λογοτεχνίας. Αν αρέσει το «Confiteor» στους Ελληνες αναγνώστες, οφείλεται και στη δική του δουλειά.

Θέλω μια ανεξάρτητη Καταλονία

⚫  Σε ένα δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, αν και όποτε γίνει, τι θα ψηφίσετε; 
Φυσικά υπέρ της ανεξαρτησίας. Το πρόβλημα είναι πολύπλοκο, γιατί η κυβέρνηση δεν θέλει με τίποτα να γίνει δημοψήφισμα, όπως ακριβώς και η βρετανική τότε με το σκοτσέζικο.
Αλλά η πλειοψηφία των Καταλανών αυτή τη στιγμή θέλει την ανεξαρτησία. Θα δούμε. 
⚫  Βλέπουμε τους εθνικισμούς να ανεβαίνουν παντού στην Ευρώπη (Γαλλία, Αγγλία, Αυστρία, Ρωσία), είναι κάτι που προκαλεί απέχθεια και τρόμο σε πολλούς. Ποια η διαφορά του καταλανικού από τους άλλους; 
Και μένα με φοβίζουν οι εθνικισμοί, αυτοί που αναφέρατε και άλλοι. Πιστεύω, όμως, ότι άλλο είναι ο εθνικισμός και άλλο η διάθεση για ανεξαρτησία.
Εγώ δεν είμαι εθνικιστής, είμαι independentiste. Θέλω να ζήσω μια κανονική ζωή, όπως οι Σουηδοί και οι Νορβηγοί, μια ζωή ήσυχη, με τη δυνατότητα να παίρνω αποφάσεις για όλα και όχι να υπακούω σε ένα κράτος, που μπορεί να το νιώθω ξένο. 
⚫  Φαντάζεστε την ανεξάρτητη Καταλονία μέλος της Ε.Ε.; Το βιβλίο σας πάντως είναι το πιο ευρωπαϊκό που έχω διαβάσει εδώ και χρόνια. 
Φυσικά, η Καταλονία πάντα είχε την αίσθηση ότι ανήκει στην Ευρώπη. 
⚫  Τι ψηφίσατε στις εκλογές της περασμένης Κυριακής; Ποδέμος; 
Οι Ποδέμος πάντα υποστήριζαν ότι πρέπει να γίνει δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Καταλονίας.
Τον τελευταίο, όμως, καιρό άρχισαν να το παίρνουν πίσω, να μασάνε τα λόγια τους γιατί τους ενδιέφερε να κερδίσουν τις εκλογές.
Στην Ισπανία υπάρχει μια καχυποψία απέναντι στην Καταλονία και δεν ήθελαν να ρισκάρουν ψήφους.
Eπαψαν, λοιπόν, να μιλούν καθαρά. Οχι, δεν ψήφισα Ποδέμος, αλλά δεν θα σας πω τι ψήφισα.

Πέτρος Μανταίος,Ασκήσεις κηπουρικής,EFSYN,2.7.16

Ηταν γεμάτη ξεραμένα τριαντάφυλλα. Ο τριανταφυλλένιος κύκλος διαρκεί λίγο, έχει όμως το ιδίωμα ότι επαναλαμβάνεται και το χάρισμα της αρωματοφορίας.
Την καθάρισα, την κλάδεψα. Τώρα θα ξαναπετάξει. Ασφαλώς αγκυλώθηκαΤι ερώτηση!
Ηθελα να την αγγίξω χωρίς γάντια∙ να αναμετρηθούμε τίμια, ως ίσος προς ίσον.
Ε, πρέπει και κάπου να ματώσεις, για να φέρεις ευδία κόκκινη που ευωδιάζει. 
Βγήκα στον κήπο για λίγο. Αλλά κήπος και λίγο είναι έννοιες ασύμβατες.
Με τη… φιλοσοφική έννοια ότι το λίγο είναι υποκειμενικό μέτρο του χρόνου, ενώ ο κήπος ακριβώς σε βγάζει από το χρόνο γι’ αυτό, άλλωστε, το κάνεις: για να βγεις από το χρόνο.
Γιατί ο χρόνος έχει σκέψη δεν σκέφτομαι σημαίνει βγαίνω από το χρόνο. Αφαιρούμαι, λέμε.
Τι σημαίνει αφαιρούμαι. Σημαίνει ότι από κάπου βγαίνω. Αλλιώς θα λέγαμε… προστίθεμαι ή διαιρούμαι ο πολλαπλασιασμός είναι, νομίζω, μακράν των συναισθημάτων
Για κάτι τέτοιο (η αλήθεια, όχι και απόλυτα σαφές, μάλλον προς αόριστο) μ’ αρέσει να παίζω με τον κήπο.
Διότι και το παιχνίδι είναι επίσης κάτι που σε βγάζει από το χρόνο, σε κάνει να αφαιρείσαι να σκέφτεσαι χωρίς να σκέφτεσαι.
Αυτό θα πει ότι δημιουργείς ένα δικό σου κόσμο, που έχει το χώρο του (ένας κήπος, για παράδειγμα, ή ένα γήπεδο ποδοσφαίρου ή ένα σαλόνι μ’ ένα πιάνο ή ένα ατελιέ με τελάρα, καμβάδες και χρώματα ή ένα μονοπάτι –φυσικό μονοπάτι, κάπου στην εξοχή– που το βαδίζεις, και δεν έχεις καμία άλλη συναίσθηση, παρά μόνον ότι βαδίζεις σ’ ένα μονοπάτι, μόνος ή με συντροφιά και αυτό που κάνεις σου αρέσει).
Εχει το χώρο του και δεν λογαριάζει χρόνο βγαίνει από το χρόνο. 
Το παιχνίδι, κάθε παιχνίδι, είναι συγχρόνως, μια μικρή ή μεγάλη δημιουργία και κάθε δημιουργία μπορεί και αποσπάται από το χρόνο.
Συντελείται με τέτοιο τρόπο που διαπερνά το χρόνο (όπως περίπου κάποια αστρικά σώματα διαπερνούν τις τριβές από το σύμπαν με ό,τι από αυτά σώζεται στο τέλος) και μπορεί και διαμορφώνει δικό της μέλλον, άρα δικό της χρόνο, αφού κατάφερε να βγει από τον κοινό χρόνο, τον επιμετρημένο για τον καθένα ξεχωριστά, αλλά, για όλους, ενιαίο, αδιαίρετο, ίσως και προϋπάρχοντα (και… άρχοντα), εν γένει. 
Το χρόνο, που ο Ηράκλειτος π.χ. ορίζει σαν παιδί που μας παίζει τους ανθρώπους στα ζάρια (παιδί και παιχνίδι χρησιμοποιεί κι αυτός) και που πάντα αυτό το παιδί θα νικάει παιδός εστίν η βασιλίη, λέει ο μεγάλος Εφέσιος.
Το ζήτημα είναι να βρεθείς κι εσύ, ο ανώνυμος, μια στιγμή έστω (δεν συμβαίνει στον καθένα) να καθίσεις στο τραπέζι με το παιδί που πάντα νικάει στο τέλος, και να ρίξεις κι εσύ τη ζαριά που σου αναλογεί.
Μη μείνεις εκτός παιδιάς. Μην έρθουν τα πράγματα κακά, ψυχρά κι ανάποδα και πεταχτείς από το παιχνίδι.
Ακόμα χειρότερα, δεν φτάσεις ποτέ στο τραπέζι με το παιδί απέναντι, κρατώντας δυο ζάρια στο χέρι.

«Μερωμένα πουλιά» Παραμυθολαλίσματα Ανθή Θάνου, Αλέξανδρος Μακρής 26 Αυγούστου - 1 Σεπτεμβρίου, Άγιος Λαυρέντιος Μαγνησίας


Διάρκεια: 30 ώρες
Ωράριο εργαστηρίου: 10.00 – 14.00 & 17.00 – 19.00
Γλώσσα: ελληνικά
Σε αυτό το εργαστήρι αφήγησης θα τραγουδήσουμε παραμύθια, θα ιστορήσουμε τραγούδια.
Οι παραλογές ένα ξεχωριστό είδος λαϊκού λόγου, που ιστορούν δραματικές πτυχές της ζωής, θα είναι το υλικό μας. Ο λόγος τους λιτός, πυκνός, ποιητικός.
Βασιζόμαστε στο ρυθμό και την αρμονία των λέξεων δημιουργώντας ένα τοπίο διαλόγου μεταξύ μουσικής και λόγου.
Ο λόγος, ο ήχος και το σώμα συμπράττουν για να εκφράσουν το βαθύτερο συναίσθημα σε μια ποιητική αφήγηση.

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Η σκιά της Μίκας (Πανάγου Βασιλική)

H σκιά της Μίκας, του Βαγγέλη Αυδίκου,Μαρία Σιώζου. 29/11/2014 , academia.edu


Η ιστορία εκτυλίσσεται στη σύγχρονη Αμερική λίγα χρόνια μετά το χτύπημα των Δίδυμων Πύργων.Ο τίτλος δηλώνει την ύπαρξη ενός προσώπου που θα λειτουργεί σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης ως σημείο αναφοράς των ιστοριών  όλων των άλλων προσώπων που κινούνται  στο  μυθιστόρημα. Η Μίκα τίθεται στον ορίζοντα  του αναγνώστη εξ αρχής, έστω και ως σκιά που σηματοδοτεί έτσι και μια αναζήτηση ή ένα κυνήγι της σκιάς , αν θέλετε.  Ποιος μιλάει; Ποιος είναι  ο αφηγητής της ιστορίας και  με ποιους τρόπους εμπλέκεται στην αφηγούμενη ιστορία; Ο αφηγητής της ιστορίας μας είναι ο Κοσμάς Τρίκαρδος.  Έλληνας, με  σπουδές στην Αμερική, μετανάστης πρώτης γενιάς ,παντρεμένος με Αμερικανο-πολωνή. Τον πρωτοσυναντούμε έξω από το κοιμητήριο του Μπρόνξ .Ψάχνει να βρει τον τάφο της Μικαέλας Τσεκουρίδου, της Μίκας ,επίσης Ελληνίδας από τη Σμύρνη η οποία αμέσως  μετά τη Μικρασιατική  καταστροφή ακολουθεί το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Αμερική με πρώτο σταθμό τη Ν. Υόρκη.  Η Μίκα και ο Κοσμάς. Τους χωρίζει μισός αιώνας .Τους ενώνουν οι μετοχές που είχε αγοράσει η Μίκα το 1927,  μετοχές μιας εταιρείας σιδηροκατασκευών .Η εταιρεία χρεοκόπησε το 1929 στο μεγάλο κραχ και έτσι η Μίκα δεν κέρδισε ποτέ από την επένδυσή της. Πέθανε φτωχή. Αυτό είναι το παρελθόν. Στο παρόν   οι μετοχές έχουν αποκτήσει μεγάλη αξία. «Ολόκληρη περιουσία !»Η Μίκα, όμως, δε ζει. Aπαιτείται να βρεθούν οι κληρονόμοι της Μίκας, αλλιώς το μέρισμα των μετοχών θα μεταβιβαστεί στην οικονομική υπηρεσία του Μπρονξ. Την αναζήτηση των κληρονόμων της  Μίκας αναλαμβάνει για την εταιρεία επενδύσεων, στην οποία μόλις προσελήφθη ο Κοσμάς Τρίκαρδος, ο αφηγητής μας.
 Παρόλο που το κίνητρο του Κοσμά είναι στη βάση του οικονομικό ( η  επιτυχής  εύρεση των κληρονόμων θα αποτιμηθεί σε  αξιόλογα οικονομικά οφέλη που θα μεταβάλουν εξαιρετικά τη ζωή του Κοσμά και της οικογένειάς του) και παρόλο που οικονομικό, πρωτίστως ,είναι το κίνητρο κάθε μετανάστευσης, από μόνο του αυτό δε θα ήταν αρκετό για να εκπληρώσει το μυθιστορηματικό όραμα του Βαγγέλη Αυδίκου. Ο Κοσμάς βρίσκεται διαρκώς στη σκιά της Μικας και όπως γνωρίζετε οι σκιές δεν πιάνονται.«Η Μίκα είναι σαν τις γοργόνες στις ιστορίες που ιστορούσε στον Ιρλανδό παππού.Συναντώ τα ίχνη της, η ίδια πουθενά.Τη γνωρίζω από τις αφηγήσεις των άλλων, σαν το μύθο για τη γοργόνα που ήταν ακριβοθώρητη στους πολλούς», σκέφτεται ο Κοσμάς.
Η αναζήτηση της Μίκας από τον Κοσμά περνά μέσα από τις λεωφόρους της Ν.Υόρκης ,ακολουθεί τις συνεχείς μετακινήσεις του Κοσμά από το Μπρόνξ ,στην Αστόρια και το Έλλις Άιλαντ ως το Κολόμπους του Οχάιο, αλλά και τη Φιλαδέλφεια, όπου βρίσκεται η οικογενειακή εστία του Κοσμά. Ένα ψηφιδωτό ιστοριών τοποθετημένων στο ίδιο επίπεδο με την ιστορία της Μίκας, η οποία συντίθεται έτσι και σκια-γραφείται  από τις βιωμένες ιστορίες των άλλων μεταναστών με τους οποίους εκείνη είχε συνδέσει τη ζωή της στην Αμερική, είτε άμεσα είτε έμμεσα.
Η Μίκα…..
 , καλλιεργημένη, ευαίσθητη, αγωνίστρια περήφανη σε όλη της τη ζωή, ερωτεύεται , εργάζεται σκληρά, είναι μητέρα στοργική , ωραία ως Ελληνίδα. Ηρωίδα με θετικό πρόσημο , ευνοική για υγιή ταύτιση με κάθε μεταναστευτικό βίωμα .Πρότυπο ανθρώπου.Μόνο θετικές εικόνες έχουν από εκείνη όσοι τη γνώρισαν. Κομβικό πρόσωπο στη ζωή της και μεγάλος της έρωτας ο Πάτρικ, Ιρλανδός, που σκοτώθηκε σε στρατιωτική επιχείρηση( στην απόβαση της Νορμανδίας). Η Ιρλανδική, λοιπόν, κοινότητα στο Κολόμπους αποδεικνύεται ενδιαφέρον περιβάλλον  πληροφοριών για τη ζωή της Μίκας. Συνδετικός κρίκος μεταξύ του Κοσμά και της ιρλανδικής κοινότητας ο Ηλίας, πλοηγός του Κοσμά και στην διερεύνηση της ελληνικής κοινότητας στο Κολόμπους, καθηγητής  του Πανεπιστημίου, ειδικευμένος στα θέματα της μετανάστευσης των Ελλήνων, Σμυρνιός και ο ίδιος. «Η δική της Σμύρνη και η δική μου απέχουν μόνο τριάντα χρόνια. Εκεί που η Μίκα είδε τη ζωή της να γκρεμίζεται εγώ έζησα ανέμελα παιδικά χρόνια» μονολογεί ο Ηλίας. Το ενδιαφέρον του για τους Έλληνες μετανάστες θα βοηθήσει αποτελεσματικά τον Κοσμά.
Έτσι ,  ενώ ο Κοσμάς αναζητεί τα ίχνη της Μίκας και ο αναγνώστης συνθέτει το ψηφιδωτό της μορφής και της ζωής της , ταυτόχρονα και αθόρυβα, όπως κινούνται οι σκιές , σκιαγραφείται και ο ίδιος ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο Κοσμάς. Ποιον πραγματικά  αναζητεί ο Κοσμάς όσο ακολουθεί τα ίχνη της Μίκας στην Αμερική ; Τον εαυτό του. Όπως κάθε ταξίδι έτσι και το ταξίδι της αναζήτησης της Μίκας είναι για τον Κοσμά μια διαδικασία αυτογνωσίας, αυτοπροσδιορισμού και κυρίως μεταμόρφωσης/της  δικής του μεταμόρφωσης. Παράλληλα και ταυτοχρόνως με τα ίχνη της Μίκας ο Κοσμάς διερευνά  τα ίχνη  της δικής του μεταναστευτικής πορείας στην Αμερική.
Ο Κοσμάς,
 εγκλωβίζεται συναισθηματικά στην αναζήτηση  της Μίκας καθώς την χρησιμοποιεί ως όχημα διαφυγής από τη δική του καθημερινότητα που φαίνεται να μη  τον γεμίζει. Σ΄ αυτή τη ρωγμή εμφιλοχωρεί η ερωτική του σχέση με τη Μάργκαρετ , συνεργάτιδά του στην εταιρεία και σημαντική συμπαραστάτη στο πρότζεκτ του Κοσμά, θέσει και φύσει. Θέσει, γιατί ως αμερικανίδα κοινωνιολόγος  γνωρίζει σε βάθος τους μηχανισμούς λειτουργίας της Αμερικανικής κοινωνίας, τους τόπους και τα πρόσωπα κλειδιά, ώστε να προφυλάξει  τον Κοσμά.  Φύσει, καθώς η προφανώς ελκυστική εμφάνισή της δικαιολογεί μια ευρύτητα κοινωνικών επαφών, πολύ χρήσιμη ως πηγή πληροφοριών για τον Κοσμά, παράλληλα με την ψυχολογική στήριξη που του παρέχει σε κάθε στιγμή δειλίας του. Η Μάργκαρετ είναι η καλή μάγισσα του Κοσμά, βοηθός στην αναζήτηση της Μίκας ,βοηθός στην αναζήτηση του εαυτού του ,κομμάτι του νέου εαυτού του όπως διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της διπλής αυτής αναζήτησης. Όμως, όσο πιο πολύ προσεγγίζει τη Μίκα ο Κοσμάς, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την ως τότε δομή της ζωής του. Η Μίκα και η Μάργκαρετ από τη μία πλευρά  , η σύζυγός του, Μαρία Τερέζα  από την άλλη. Τρεις γυναίκες .Γι’ αυτό, ίσως, Τρίκαρδος; Συνεπώς διαμοιρασμένος σε τρεις δυνατότητες;Αν δεχτούμε  ότι από την διαρκή  αναζήτηση της Μίκας εκείνο που προκύπτει  κάθε φορά είναι η σκιά της, μπορούμε να υποθέσουμε πως και από την ενδοσκόπηση που επιχειρεί ο Κοσμάς το εύρημα είναι η σκιά της ευτυχισμένης ζωής του στην Αμερική. Το τέλος της ιστορίας σε ό,τι αφορά  τη ζωή του Κοσμά , παραμένει από τον συγγραφέα,  ανοιχτό, όπως σε  κάθε μοντέρνο αφήγημα.
Τα διλήμματα
Υπάρχει ευτυχία μακριά από τις πατρογονικές εστίες ή μήπως μόνο επαγγελματική επιτυχία και κοινωνική κατοχύρωση ; Αλλά και αυτό, λίγο είναι; Ή  δεν αποτελεί άραγε  προυπόθεση ευτυχίας;
Όταν η γενέτειρα σε πληγώνει, το ανθρωποκεντρικό αίσθημα της αυτοσυντήρησης, δεν σε ωθεί σε νέες εστίες; Θα καταφέρεις ποτέ να πεισθείς πως έκανες την καλύτερη  επιλογή ή θα βρίσκεσαι πάντα σε ένα μεταίχμιο και θα συγκρίνεις κάθε εκδήλωση ή έκφραση της ζωής σου, εδώ, στην Αμερική, ή όπου αλλού,  με το, εκεί, στην Ελλάδα , στην Πρέβεζα ,στο Συρράκο , στη Σμύρνη, ή όπου αλλού; Σε ένα κομβικό σημείο της ιστορίας ο Κοσμάς  προκειμένου να φωτίσει την έρευνά του , αποφασίζει να παρακολουθήσει τη θεία λειτουργία της Κυριακής, στην εκκλησία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Κολόμπους, όπου συνάντησε  ακμάζουσα ελληνική κοινότητα . Στο κεφάλαιο αυτό ο καθηγητής λαογραφίας- συγγραφέας  Βαγγέλης Αυδίκος με την οξυδέρκειά  του οξυμμένη και ενισχυμένη από την επιστημονική κατάρτιση του λαογράφου, μάς δίνει πολύτιμες σελίδες με ενδιαφέρον  υλικό για τους Ελληνοαμερικανούς. Η αίσθηση που εμείς  αποκομίζουμε διαβάζοντας το κεφάλαιο για την ελληνική κοινότητα στο Κολόμπους του Οχάιο είναι απολύτως θετική και αισιόδοξη .
Ωστόσο τον Κοσμά κάτι τον ξενίζει.
 «Θα περίμενες να βρεις μια άλλη Ελλάδα εδώ , έτσι δεν είναι;» ρωτά τον Κοσμά ο Ηλίας. «Δεν ξέρω αν είναι αμαρτωλή η σκέψη μου, αλλά κάτι με ξενίζει.Όλα είναι οργανωμένα άψογα ,όμως κάτι λείπει που δε νοστιμίζει τη συνταγή.» απαντά ο Κοσμάς που κάτι δεν τον πείθει στο άκουσμα των ύμνων της θείας λειτουργίας στα Αγγλικά. Εύστοχα  επισημαίνει ο συνομιλητής του πως «το τζετ λαγκ του Κοσμά διαρκεί ακόμη, παρόλο που έχει αρκετά χρόνια στην Αμερική»
Αφήγηση και επικαιρικότητα
Η αρχή της αφήγησης ταυτίζεται με την αναζήτηση ενός τάφου που όσο παράδοξο κι αν ακούγεται θα δώσει πληροφορίες για τη ζωή. Πρόκειται για μια οξεία και μακάβρια αντίθεση, αλλά το βεβαιώνουν οι αρχαιολόγοι που χαίρονται όταν ανασκάπτουν τάφους γιατί από αυτούς αντλούν πολλές πληροφορίες για τη ζωή. ( συμπτωματικά έχει μια επικαιρικότητα αυτή η παρατήρηση λόγω των ευρημάτων της ανασκαφής  στην  Αμφίπολη) . Ακόμη στην αρχή της έρευνάς του ,στην πρώτη ένδειξη ότι βρίσκεται στη σκιά της Μίκας, ο Κοσμάς κρατάει στα χέρια του  ένα χειρόγραφο σημείωμα της Μίκας το οποίο ανακάλυψε στα αρχεία του μουσείου για τους μετανάστες  στο Έλλις Island. Εδώ ανοίγει πάλι μια ωραία και επίκαιρη συζήτηση για την αξία των αρχείων και για τη σημασία που έχουν για τον ερευνητή εντός και εκτός οποιασδήποτε μυθοπλασίας.
Συνοψίζοντας και καταλήγοντας
Το αφήγημα έχει δομή αστυνομικού μυθιστορήματος  με τον ομοδιηγητικό αφηγητή να γνωρίζει κάθε φορά λιγότερα από τα διάφορα πρόσωπα που συναντά και να βρίσκεται πάντα ένα βήμα πριν την οριστική  εύρεση των κληρονόμων της Μίκας. Το θρίλερ εξελίσσεται, η αγωνία συντηρείται με επιβραδύνσεις χάρη στις ενδιαφέρουσες ιστορίες που παρεμβάλλονται και  τροφοδοτείται τακτικά, με συνεχείς ανατροπές και  απροσδόκητες εξελίξεις μέχρι την τελευταία σελίδα. Ένα πολυπρόσωπο αφήγημα από το οποίο περνά  ο κύκλος της ζωής των μεταναστών σε διαφορετικές χρονικές, ιστορικές συνθήκες , με όρους ρεαλιστικούς ,με προüποθέσεις αληθοφάνειας και πειστικότητας, μυθιστόρημα πόλης ,σύγχρονο , επιβεβαιώνει μια αγαπημένη φράση των Αμερικανών και ταυτόχρονα βασικό συστατικό του τρόπου ζωής τους,  αλλά όχι αποκλειστικά  της δικής τους, πιθανόν και αρκετών  από εμάς: anything goes, δηλαδή όλα είναι δυνατόν να συμβούν, στα μυθιστορήματα, όπως και στη ζωή.












Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Ζωή Παναγή, Πώς η Νωαίνα κατάφερε να ξεβρακώσει την πανελλήνια δήθεν σεμνότητα και σοβαροφάνεια.



Εκτύπωση

Η παίκτρια του φετινού ελληνικού X-Factor με καταγωγή από τη Λεμεσό, το περίεργο όνομα και το μουστάκι μπορεί να μη κατάφερε να περάσει σε ημιτελικό και τελικό, εντούτοις κατάφερε κάτι μεγαλύτερο κατά τη δική μου και παντοτινά ταπεινή (λέμε τώρα) άποψη. Κατάφερε να ξεβρακώσει την πανελλήνια δήθεν σεμνότητα και σοβαροφάνεια.
Προφανώς και αναφέρομαι για την κίνηση που έκανε η Νωαίνα, εντελώς αυθόρμητα, στο green room του σόου, που είχε ως συνέπεια την έκρηξη στα σόσιαλ μίντια ανά το πανελλήνιο. Κάτι σαν Eurovision 2005 που κέρδιζε η Παπαρίζου κι όλοι -αργόσχολοι και μη- μιλούσαν για το βρακί (sic). Όσοι δεν το 'χετε δει, λόγω αποχής σας από τον ψηφιακό σοσιαλμίντια κοσμοχώρο, μη φανταστείτε και τίποτα εξωπραγματικά τραγικό. Είμαι σίγουρη ότι θα το 'χετε συναντήσει ουκ ολίγες φορές στη καθημερινότητα σας. Μια χαραμάδα - literally του κώλου. Σαν αυτές που θα έχετε αντικρίσει είτε μέσα στα καταστήματα παπουτσιών όταν οι πελάτες κάθονται για να δοκιμάσουν παπούτσια, είτε στο σπίτι όταν έρχεται ο υδραυλικός, είτε ακόμα βολτάροντας σε πάρκα που δίπλα υπάρχουν οικοδομές.
Βέβαια, πάντα το μικρό γίνεται μεγάλο, κι αμέσως έρχεται ο κακός χαμός - ή μάλλον δικός τους καημός; Άλλοι που μπορεί και να μην ενοχλήθηκαν αλλά για τους δικούς τους λόγους σπεύδουν να προλάβουν το λαβράκι προτού το πιρουνιάσει ο παραδίπλα και χάσουν τον μεζέ - μαζί τα clicks και τα viewsΣε εσάς αναφέρομαι συνάδελφοι. Σε εσάς που κάνετε ειδησεογραφία με κάτι χαρακτηρισμούς τύπου «ξινή», «ξινίλα», «κοίτα τι είπε», «απίστευτο», «προκλητικό», «σοκ και δέος». Αυτά μάλλον θα παρέχουν μια σαφώς καλύτερη παιδεία στους αναγνώστες. Έτσι δεν είναι; Θου κύριε... Βέβαια, όταν έρχεται η παγκόσμια ημέρα κατά τουbullying το παίζετε όλοι εναντίον. Κατακρίνετε αυτούς που το αρχίζουν και δεν το σταματάνε. Και πολύ καλά κάνετε. Έλα όμως που το bullying δεν ξεκινά και δεν τελειώνει στα σχολεία.
Ας το παραδεχθούμε ότι ζούμε σε μια πατριαρχικά δομημένη και καρακλειστή κοινωνία με δήθεν καθωσπρεπισμούς.
Υπάρχουν και οι άλλοι. Αυτοί οι ακόμα πιο σοβαροφανείς, συντηρητικοί χωρίς αιτία.Ενοχλήθηκαν, λέει, οι άνθρωποι που είχαν μπροστά τα παιδιά τους. Λες κι αν δουν τα παιδιά ένα κωλαράκι (χαραμάδα ήταν) θα χαλάσει η εξαίρετη παιδεία που έχουν - παρεμπιπτόντως μια ώρα να καθίσουν (που σίγουρα κάθονται) μπροστά στη τηλεόραση για να απολαύσουν MAD και MTV, θα αντικρίσουν σίγουρα πολλά παραπάνω από μια χαραμάδα. Κι αν με ρωτάς, δε θα πάθουν και τίποτα! Ίσα, ίσα θα εξοικειωθούν με τα απολύτως φυσιολογικά του ανθρώπινου σώματος και θα γλιτώσουν με τα κάθε λογής ταμπού που τα φορτώνει η κάθε προηγούμενη γενιά.
Και άλλοι που ενοχλήθηκαν καθότι τους χάλασε την αισθητική, κατ' αυτούς. Όταν όμως έλεγαν στη Νωαίνα οι κριτές να γίνει λίγο πιο σέξι-παιχνιδιάρα on stage τότε τους ήταν καλαίσθητο αυτό. Τι σας τα λέω όμως τώρα κι εγώ; Ας το παραδεχθούμε ότι ζούμε σε μια πατριαρχικά δομημένη και καρακλειστή κοινωνία με δήθεν καθωσπρεπισμούς. Άλλωστε η τραγική ειρωνεία της αντίδρασης σε ό,τι έγινε αναφορικά με τη Νωαίνα αποτελεί άλλη μια απόδειξη για τις μικρότητες μιας συμπλεγματικής κοινωνίας που είναι γεμάτη με προκαταλήψεις και στερεότυπα, τα οποία έχουν ως απόρροια τη δημιουργία φοβισμένων ανθρώπων. Που αρνούνται να αποδεχθούν το νέο, το άλλο, το διαφορετικό. Που συγχέουν την παρουσία με την υπεροψία, καθώς και τη διαφοροποίηση με την ανισότητα.
Μια κοινωνία εφευρέτη του όπλου που σκοτώνει κάθε ευγενική και ειλικρινή φιλοδοξία και θεωρεί δεδομένο πως όποιος κινείται σημαίνει ότι «προβάλλεται». Που θεωρεί, επίσης, ότι όλα γίνονται για την προβολή. Κι όταν κάποιοι τολμήσουν επώνυμα να δημιουργήσουν, τότε τους αποκαλεί επιδειξίες. Όχι βέβαια πως δεν γίνεται και πολλή προσπάθεια για επίδειξη. Ακριβώς για αυτό όμως. Τόσο έχουν στερηθεί τον έπαινο οι δημιουργοί, που κάνουν τα πάντα για να τον αποκτήσουν. Και φτηνή επίδειξη γίνεται και κακή προβολή. Αλλά δεν είναι κάθε δραστηριότητα προβολή, ούτε κάθε δημιουργία διαφημιστικό κόλπο. Πρέπει κάποτε να μάθουμε να ψάχνουμε και να αξιολογούμε! Δε σημαίνει πως όποιος δεν ακολουθεί τη φτιαχτή κολεκτίβα είναι ψεύτικος, ψωνισμένος ή σνομπ. Τουναντίον, θα έλεγα!
Έτσι και για τη Νωαίνα που έχει κατηγορηθεί για το μουστάκι, το οποίο ήταν μια εξαιρετικά ευρηματική ιδέα-δημιουργία της ίδιας, για όποιο λόγο κι αν το έκανε. Όπως επίσης και για την καθ' όλα αυθεντική απάντηση που έδωσε στα τόσα παράλογα που της είχαν ζητηθεί μετά από εμφάνισή της στο σόου. Σέξι ήθελαν, σέξι πήραν. Αμ, δε τους άρεσε τότε. Τους ήρθε η ντροπή και θίχτηκαν οι όποιες «αρχές» τους. Μεταξύ μας, αν θεωρείς τη γυναίκα πράγμα και της ζητάς τα τετριμμένα που ενίοτε μοιάζουν σαν soft porn, τότε μη σοκάρεσαι όταν παίρνεις και αντίστοιχες hard core απαντήσεις. Το ίδιο ισχύει και για αντίστοιχα μοτίβα του ανδρικού γένους, που ναι υπάρχουν.
Απορώ πραγματικά! Και πίστεψε με, θα απορείς κι εσύ. Όχι για όλους αυτούς που κατακρίνουν συνεχώς, αλλά για αυτούς που δημιουργούν. Είναι πραγματικά περίεργο πως ακόμη έχουν το θάρρος, το σθένος και την αντοχή να χτίζουν, όταν οι κατεδαφιστές που τους περιβάλλουν γύρω τους είναι μυριάδες. Εγώ τους πάω πολύ αυτούς τους ανθρώπους. Για τους άλλους πάλι, είναι καλό να τους επαναλαμβάνουμε ότι το ήθος δεν εξαντλείται ούτε στη σεμνοτυφία αλλά ούτε στον πουριτανισμό. Όπως και η αντισυμβατική συμπεριφορά και ενίοτε προκλητική ενός καλλιτέχνη, εφόσον δε θίγει ουσιαστικά τον άλλο, δεν είναι ποτέ μα ποτέ κακή. Μάλλον είναι άξια χειροκροτήματος.
So, the show for Noaina must and will go on...
PS: Cheers peeps!