Το ιστολόγιο αποσκοπεί στην επικοινωνία με επιστήμονες(λαογράφους, ανθρωπολόγους, εθνολόγους, ιστορικούς, κοινωνιολόγους, φιλόλογους, κ.λπ)αλλά και σε όλους όσους αγαπούν το λαϊκό πολιτισμό, τη λογοτεχνία, ανησυχούν για την εκπαίδευση και την κοινωνία και αναζητούν μέσο έκφρασης. Είναι μια σκηνή για ενημέρωση και ανταλλαγή απόψεων. Ακόμη,το ιστολόγιο περιλαμβάνει στήλη(blogaρίσματα) για τη διατύπωση απόψεων σε τρέχοντα ζητήματα.
Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017
Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017
Γιώργος Σταματόπουλος, Αίγες χορεύτριες και οι στιγμές του καφέ, EFSYN,9.11.17
Με βλέπει κουρασμένο και ανησυχεί. Θα σου φτιάξω έναν καφέ να συνέλθεις, μου λέει τρυφερά και παρηγορητικά, θέλοντας να τονώσει την αισιοδοξία και να ενδυναμώσει το κεντρικό νευρικό μου σύστημα, που είναι σμπαράλια.
Υποψιάζεται ότι αν δεν το κάνει θα σταθώ ανίκανος να σύρω δυο αράδες. Βράζει νερό, ρίχνει μέσα λίγο καφέ, ανακατεύει για λίγο και μου προσφέρει το δυνατό ρόφημα -υποκατάστατο του αλκοόλ το θεωρούσαν οι Αραβες της πρώτης χιλιετίας, αφού εκεί απαγορευόταν διά ροπάλου το πίειν χυμούς από άμπελο ή κριθήν (οίνο δηλαδή και μπίρα).
Η μυρωδιά του με βγάζει από την ημιλιποθυμία. Τι να πεις για την όσφρηση· εάν δεν υπήρχαν οι μύτες θα ήμασταν λειψοί ως ανθρώπινο είδος. «Ει πάντα τα όντα καπνός γένοιτο, ρίνες αν διαγνοίεν» φρονούσε ο Ηράκλειτος, αν δηλαδή όλα γίνονταν καπνός οι μύτες θα καταλάβαιναν τις διαφορές τους και όχι βεβαίως οι οφθαλμοί ή ο νους.
Και μόνο η μυρωδιά του καφέ που αχνίζει με βγάζει από τον σχεδόν λήθαργο -σε λίγο η ενέργεια επιστρέφει και επανέρχομαι στην πραγματικότητα. Ωρες είναι, λέω μέσα μου, να αρχίσω να χορεύω σαν τις αίγες του Αιθίοπα βοσκού, που μόλις δοκίμασαν τους καρπούς του καφεόδεντρου (είδος θάμνου), έγιναν πιο δραστήριες και κεφάτες και το έριξαν στο (αφρικανικό) τσιφτετέλι.
Ωραίος είναι ο μύθος των αιγών-ορχηστρίδων για την ανακάλυψη του καφέ. Σημασία έχει ότι μετά τη διάδοσή του και στον δυτικό πολιτισμό ο καφές ταυτίστηκε με τη διανόηση και την επιστήμη. Γέμισε καφεποτεία η γηραιά ήπειρος και τα καφέ απέκτησαν μια μυθική αίγλη, αφού το πρωτοεμφανιζόμενο ρόφημα προκαλούσε ρίγη συγκινήσεων και ανατατικότητας στους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες και όλους τους αργόσχολους· έντυσαν με καφέ τη νέα τους εκκεντρικότητα, το γεμάτο οσμές και φινέτσα ευρωπαϊκό πλέον ρόφημα -στιλ ράθυμων και επαναστατών κάθε κοπής. Γοητευτικοί τόποι συναθροίσεων και συζητήσεων για την τέχνη και την επανάσταση, ετούτα τα καφέ έφτιαξαν τον δικό τους αναζωογονητικό μύθο.
Χάθηκε για πολλές δεκαετίες η ανία και φούντωσε η εγρήγορση και η ενεργητικότητα -μαζί και η επινοητικότητα των συμποσιαστών, γιατί σε συμπόσια κατέληγαν οι καφεποσίες...
Ωσπου έγινε μόδα, αλλά κάθε μόδα είναι θνησιγενής έως ότου πάρει άλλη μορφή με την ίδια πάντα «δύναμη». Εκθείασαν και οι γιατροί τη ζείδωρη, ιαματική γεύση του, γέμισε ο τόπος (ο πλανήτης) με καφεόδεντρα και ευεργετεί τούτο το ρόφημα την ανθρωπότητα και τούτη τη στιγμή και την αφεντιά μου· ας όψεται η Σταυρούλα.
Θα ήθελα εν παρόδω να πω ότι όποιος δεν τη γνωρίζει δεν έχει καμία αίσθηση του «θείου» και του ονειρικού -τι να λέμε... Η μόδα έγινε ανάγκη και τρόπος κοινωνικής συναναστροφής. Εστω και μέσα από τούτη την παραφροσύνη της κατανάλωσης καφέ η Σταυρούλα αντιλαμβάνεται ότι ο οισοφάγος μου καίγεται αυτή τη στιγμή για τη διέλευση από την κέλευθό του του καυτού υγρού προϊόντος.
Κι έτσι με σώζει από το ανέμπνευστον των στιγμών αλλά και την υποτονικότητα· κάπου γύρω μας παραληρούν οι πολιτικάντηδες της εποχής μας. Οι στιγμές είναι που μετράνε.
Μιχάλης Σπέγγος, Ερωτευμένο αίμα, Διόπτρα 2017 , λογοτεχνία
Γιάννενα, δεκαετία του ’30
Οι ιστορίες τεσσάρων ατόμων διασταυρώνονται με δραματικό τρόπο. Η Αμαλία, μια καλλονή της εποχής, ξελογιάζεται από έναν αξιωματικό του στρατού. Μένει έγκυος, ενώ εκείνος τραβάει τον δρόμο του.
Ο Τάκης, ένας τύπος βίαιος, φιλόδοξος και με μια παράξενη ηθική, έχει γυρίσει από την Αμερική κακήν κακώς σε μια εποχή που άλλοι πήγαν και στέριωσαν. Ο Γιάννης Ρήγας είναι γιατρός με ένα ανομολόγητο πάθος για τις γυναίκες.
Ο μοναχογιός του Πέτρος είναι ένας ρομαντικός ιδεολόγος και διανοούμενος. Όταν οι τέσσερις θα συγκατοικήσουν, το αρχοντικό του Ρήγα θα μοιάζει με πυριτιδαποθήκη, ενώ γύρω τους η Ιστορία προχωρά με φωτιά και μαχαίρι.
Αθήνα, σήμερα
Τρία αδέρφια, κοντά στα πενήντα, συνεχίζουν να αναζητούν τον έρωτα. Ο Μιχάλης, διάσημος ογκολόγος, βρίσκεται στα πρόθυρα μιας τεράστιας ανακάλυψης, αλλά στην προσωπική του ζωή συντηρεί μια αδιέξοδη παράνομη σχέση.
Ο Άλκης, μεγαλοδημοσιογράφος και εργένης εκ πεποιθήσεως, αναζητεί την επιβεβαίωση σε εφήμερες σχέσεις.
Η Βιβή, διαλυμένη στην προσωπική της ζωή και με οικονομικά προβλήματα να την πνίγουν, ξοδεύεται σε καταδικασμένες καταστάσεις.
Τα τρία αδέρφια είναι εγγόνια του Τάκη και της Αμαλίας· ή μήπως όχι; Μια απροσδόκητη έρευνα για το παρελθόν της οικογένειας θα αλλάξει τη ζωή τους για πάντα και θα τους κάνει να συνειδητοποιήσουν ότι, όσο κι αν άλλαξαν οι εποχές και οι συνθήκες, η μαγική δύναμη του έρωτα διαπερνά τον χώρο και τον χρόνο, μπορεί να δικαιώσει το χθες και να συνταράξει το σήμερα.
Οι ιστορίες τεσσάρων ατόμων διασταυρώνονται με δραματικό τρόπο. Η Αμαλία, μια καλλονή της εποχής, ξελογιάζεται από έναν αξιωματικό του στρατού. Μένει έγκυος, ενώ εκείνος τραβάει τον δρόμο του.
Ο Τάκης, ένας τύπος βίαιος, φιλόδοξος και με μια παράξενη ηθική, έχει γυρίσει από την Αμερική κακήν κακώς σε μια εποχή που άλλοι πήγαν και στέριωσαν. Ο Γιάννης Ρήγας είναι γιατρός με ένα ανομολόγητο πάθος για τις γυναίκες.
Ο μοναχογιός του Πέτρος είναι ένας ρομαντικός ιδεολόγος και διανοούμενος. Όταν οι τέσσερις θα συγκατοικήσουν, το αρχοντικό του Ρήγα θα μοιάζει με πυριτιδαποθήκη, ενώ γύρω τους η Ιστορία προχωρά με φωτιά και μαχαίρι.
Αθήνα, σήμερα
Τρία αδέρφια, κοντά στα πενήντα, συνεχίζουν να αναζητούν τον έρωτα. Ο Μιχάλης, διάσημος ογκολόγος, βρίσκεται στα πρόθυρα μιας τεράστιας ανακάλυψης, αλλά στην προσωπική του ζωή συντηρεί μια αδιέξοδη παράνομη σχέση.
Ο Άλκης, μεγαλοδημοσιογράφος και εργένης εκ πεποιθήσεως, αναζητεί την επιβεβαίωση σε εφήμερες σχέσεις.
Η Βιβή, διαλυμένη στην προσωπική της ζωή και με οικονομικά προβλήματα να την πνίγουν, ξοδεύεται σε καταδικασμένες καταστάσεις.
Τα τρία αδέρφια είναι εγγόνια του Τάκη και της Αμαλίας· ή μήπως όχι; Μια απροσδόκητη έρευνα για το παρελθόν της οικογένειας θα αλλάξει τη ζωή τους για πάντα και θα τους κάνει να συνειδητοποιήσουν ότι, όσο κι αν άλλαξαν οι εποχές και οι συνθήκες, η μαγική δύναμη του έρωτα διαπερνά τον χώρο και τον χρόνο, μπορεί να δικαιώσει το χθες και να συνταράξει το σήμερα.
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΥΚΛΟΥ ΟΜΙΛΙΩΝ – ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ Νοέμβριος 2017 – Φεβρουάριος 2018, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΟΛΟΓΙΑΣ Ερεσσού 43, 10681 Αθήνα. Τηλ: 210-3819465 e-mail: societyforethnology@yahoo.com alexethn@otenet.gr
Η Ελληνική Εταιρεία Εθνολογίας οργανώνει σειρά
ομιλιών - συζητήσεων με θέμα «Έλληνες ανθρωπολόγοι - εθνολόγοι μελετούν
ξένους λαούς σε άλλες χώρες».
Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017: Γιάννης
Κυριακάκης. Η συμμετοχική βίωση και
η αποδόμηση του ορθολογιστικού μύθου. Ένας αιρετικός Έλληνας ανθρωπολόγος στην
Αφρική.
Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017: Αντώνης
Κοτσώνης. Η
«αμηχανία» ως εργαλείο ανθρωπολογικής έρευνας. Συμμετοχική παρατήρηση στην
κομμουνιστική Ουγγαρία.
Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018: Αιμιλία Βουλβούλη. Το Γκεζί ως συμβάν: Μια ανθρωπολογική προσέγγιση της
τουρκικής εξέγερσης του 2013.
Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018: Αιμίλιος
Τσεκένης. Ντουάλα - Αθήνα - Παρίσι και πίσω:
ανθρωπολογικές διαδρομές.
Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018: Μαρίνα
Πετρονώτη. Διασχίζοντας γεωγραφικά,
πολιτισμικά και προσωπικά όρια.
ΠΡΟΣΟΧΗ! Οι ομιλίες γίνονται στην αίθουσα εκδηλώσεων του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), οδός Κρατίνου 9 και
Αθηνάς, Πλατεία Κοτζιά, απέναντι παραπλεύρως του Δημαρχείου Αθηνών) και ώρα 7.00 μ.μ., με ελεύθερη είσοδο. (τηλ. επικοινωνίας για είσοδο: 6944110452
(Μ. Πέτρου), 2107491651 (Γ. Κανδύλης), 6989830307 (Ε. Αλεξάκης), 6873238020 (Μ.
Βραχιονίδου)
Επιτροπή
Ομιλιών-Συζητήσεων: Ελευθέριος
Αλεξάκης, Μαρία Βραχιονίδου, Ανδρομάχη Οικονόμου, Λαμπρινή Ράικου, Βασιλική
Χρυσανθοπούλου.
Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017
Ευάγγελος Αυδίκος*, Πονηρά αλώπηξ, ΕΦΣΥΝ, 7.11.17
Μου αρέσει να διαβάζω τις ανακοινώσεις και τα αγγελτήρια θανάτου. Προσέχω τα επίθετα που χρησιμοποιούνται για την έκφραση λύπης, την κοινωνική δραστηριότητα του εκλιπόντος.
Ψάχνω ανάμεσα στις λέξεις τις αντιλήψεις της κοινωνίας, που συνήθως στον θάνατο εγκαταλείπει, προς στιγμή, τον κοινωνικό της αυτισμό εκφράζοντας αφειδώλευτα συναισθήματα και αισθήματα.
Λέγεται πως όλοι είμαστε ίσοι την ώρα του θανάτου. Πως αποχωρούμε ακτήμονες και χωρίς κοινωνικά διακριτικά. Ορθό.
Ωστόσο, η αποχώρηση γίνεται με όρους κοινωνικής ανισορροπίας. Το βλέπεις στις επαγγελματικές και κοινωνικές ιδιότητες όσων αναγγέλλεται ο θάνατός τους. Διετέλεσαν αξιωματούχοι του κράτους, προβεβλημένοι καλλιτέχνες, κομματικοί ηγέτες.
Ειδικότερα δε οι επαγγελματικές και πολιτικές ομάδες προβάλλουν τον θάνατο εκείνων που με τη ζωή τους εξέφρασαν τα επαγγελματικά συμφέροντα και υπηρέτησαν το ιδεολογικό και πολιτισμικό κεφάλαιο της ομάδας.
Σπάνια θα συναντήσεις αφανείς στις εφημερίδες και τα μέσα επικοινωνίας, ιδίως τα πανελλαδικής εμβέλειας.
Απλούς ανθρώπους που διέτρεξαν τη ζωή τους με εντιμότητα και ταπεινότητα. Με συνέπεια στις κοινωνικές τους σχέσεις.
Τι κι αν έχει αλλάξει η οπτική της Ιστορίας. Τι κι αν ομνύουν όλοι στη δύναμη του πολίτη και στη σοφία -ή την ακρισία, ανάλογα με την οπτική- των πολλών.
Οι αφανείς εξέρχονται σιωπηλοί συνοδευόμενοι από τους οικείους και την εκτίμηση της γειτονιάς ή του τόπου όπου έζησαν.
Οι γενιές αλλάζουν, παραδίνουν τη σκυτάλη στους νεότερους. Η απουσία τους γίνεται αισθητή μόνο από τις κολόνες που λειτουργούν ως ανεπίσημα ληξιαρχεία αναγγέλλοντας τις αποχωρήσεις.
Πολλές φορές ακόμη και οι κολόνες είναι σιωπηλές, θες η κρίση που περιορίζει τα πολλά έξοδα, θες η βιασύνη των ανθρώπων που δεν ξοδεύουν χρόνο για ενημέρωση από τα ανεπίσημα ληξιαρχεία.
Φέτος κλείνουν δέκα χρόνια. Εφυγε όρθιος. Ταλαιπωρημένος. Τις τελευταίες ώρες του διαγραφόταν στο πονεμένο πρόσωπό του ένα μειδίαμα ικανοποίησης.
Γιατί δεν άφησε χρέη. Γιατί δεν κορόιδεψε κανέναν. Γιατί τον έκαιγαν οι τσέπες του αν χρωστούσε στην τράπεζα· αν είχε αγοράσει με πίστωση. Να καθαρίσουμε το πιάτο, έλεγε.
Και μόλις έπαιρνε στα χέρια του κάποια λεφτά, η πρώτη του κίνηση ήταν να ξεφορτωθεί το μικρό χρέος που του τσουρούφλιζε την τσέπη και την ψυχή.
Ηταν ο εκπρόσωπος ενός πολιτισμού που έχει ξεθωριάζει. Σκυροκέφαλοι, όπως έλεγε, αγύριστα κεφάλια σαν το σκυρόδεμα.
Με μια τρυφερότητα που ξάφνιαζε και με μια περηφάνια που σήμερα αντιλαμβάνομαι τη σημασία της. Που η καθαρότητα της ματιάς αναζητείται. Που η συνέπεια είναι είδος εν ανεπαρκεία.
Δέκα χρόνια μετά, το κερί στη μνήμη της χαμένης αθωότητας είναι η συνειδητοποίηση της απουσίας της σοφίας των αφανών. Της κληρονομιάς που γίνεται θηλιά.
Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017
Χρήστος Βασματζίδης,Οδοιπορικό στις πατρίδες του χρόνου, EFSYN,5.11.17
05.11.2017, 06:16 | Ετικέτες: συγγραφείς, εκδόσεις, λογοτεχνία
Φτάνοντας στο τέλος της ανάγνωσης του μυθιστορήματος της Βίκυς Τσελεπίδου «Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι;» από τις εκδόσεις Νεφέλη, διαβάζουμε: «Αναρωτιέμαι, κύριε καθηγητά, μήπως τελικά "πατρίδα" είναι ο "τόπος" ο ιδανικός που θες να φτάσεις, αυτό που κουβαλάς μες στο κεφάλι σου, το δέντρο το φανταστικό καρπός του οποίου θα ήθελες να ήσουν; Αυτό.... ή απλά η μουριά στην αυλή των παππούδων σου;».
Πόσες πατρίδες μπορεί ν’ αντέξει ένας άνθρωπος; Πόσο σημαντικό είναι να ανήκει κάπου κανείς, να ορίζει τον χώρο όπου μπορεί να κινηθεί και να σκεφτεί ελεύθερα; Τι ρόλο έχει η ατομικότητα στο πέρασμα της Ιστορίας; Συντρίβεται ακολουθώντας μια πορεία σαν τα μυρμήγκια ή αντιστέκεται καθώς το αίμα κοχλάζει στον ρυθμό ενός νταϊρέ, αναζητώντας δικαίωση και ταυτότητα; Ερωτήματα που αναδύονται χάρη στην ιδιαίτερη πρισματική τεχνική της αφήγησης.
Το μυθιστόρημα αφορά μια οικογένεια προσφύγων από την Καππαδοκία που εγκαταστάθηκαν αρχικά στη Δράμα. Κεντρικό πρόσωπο η Αναστασία, ένα σύμβολο της πολύπαθης γενιάς που ρίζωσε στον ελλαδικό χώρο με την ανταλλαγή και μετακίνηση πληθυσμών την οποία βίωσε ψυχικά ως ξερίζωμα, ανεστιότητα. Σ’ αυτή την ανοιχτή πληγή της μνήμης είχε μοναδικό της αποκούμπι έναν «Γιορδάνη» από τον οποίο άρχιζε και στον οποίο τελείωνε κάθε ιστορία από τη Μικρά Ασία, «λες και πατρίδα της όλη ήταν ο Ιορδάνης».
Αν η Αναστασία είναι το σύμβολο μιας εποχής που διαμόρφωσε την ταυτότητα του νέου ελληνικού έθνους, η εγγονή της η Λουκία, αφηγήτρια του μυθιστορήματος, είναι η κληρονόμος αυτής της συνείδησης που πρέπει να την κρίνει και να την εντάξει στο σύγχρονο περιβάλλον.
Αναζητώντας τον εαυτό της, δημιουργεί σχέσεις στις οποίες υπόκειται σε συναισθηματική και σωματική κακοποίηση. Τα αποσπάσματα μιας ψυχοθεραπεύτριας για τα θέματα των κυριαρχικών και εξαρτητικών σχέσεων συνδιαλέγονται με την ιστορία του ξεριζωμού των Μικρασιατών και τον τρόπο ένταξής τους στην ελληνική κοινωνία της εποχής. Ο ξεριζωμός από μια πατρίδα κληρονομείται γενεαλογικά ως ξεριζωμός από έναν εαυτό.
Το μυθιστόρημα όμως δεν μένει στη Μικρασία του '23 και στην αμέσως διαμορφωθείσα κατάσταση της Ελλάδας μετά την ανταλλαγή. Είναι σύγχρονο. Τα γεγονότα της Ιστορίας φτάνουν ως απόηχοι των εμπειριών των πολλών προσώπων της αφήγησης.
Συντελείται ένα οδοιπορικό από την Καππαδοκία ώς το Λονδίνο και τη Μαγιόρκα. Από τη συνθήκη της ανταλλαγής των πληθυσμών στις συνθήκες προστασίας του περιβάλλοντος. Ανάμεσα στις διευθετήσεις του ιστορικού χρόνου παρεμβάλλονται ειδήσεις για το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο, αγγελτήρια, αφηγήσεις προσφύγων, στίχοι και παραδοσιακά τραγούδια, αποφάσεις δικαστηρίων, άρθρα του Αστικού Κώδικα. Μια ποικιλία γνώσεων και απόψεων εντός του κειμενικού σώματος που αναγκάζει τον αναγνώστη να στρέφει τη σκέψη του αλλού. Πίσω όμως από τα διάφορα, φαινομενικά άσχετα παραθέματα, υπάρχει ένα λεπτό κοινό νήμα σύνδεσης για τη σχετικότητα αυτών που θεωρούμε σταθερές.
Η συγγραφέας σ’ ένα πολύ όμορφο κεφάλαιο με τίτλο «Αιώρα» γράφει: «Η λέξη "αιώρα" μοιάζει με τη λέξη "χώρα" που μοιάζει πολύ με τη λέξη "τώρα" που έχει μέσα της τη λέξη "ώρα", κατάληξη ανορθόγραφη της λέξης "σύνορα". Και αποδώ και αποκεί, από το ένα σημείο στο άλλο, μετατοπίζεται συνεχώς η αιώρα, η χώρα, η ώρα».
Αλλά και αφηγηματικά συντελείται ένα λογοτεχνικό οδοιπορικό. Η αφήγηση, πότε γραμμική, πότε σπειροειδής, εντάσσει έναν αγωνιώδη μελοδραματισμό στο υφολογικό περιεχόμενο του πολύτροπου αυτού μυθιστορήματος ακόμη και με εικόνες μαγικού ρεαλισμού.
Το μυθιστόρημα της Βίκυς Τσελεπίδου, χωρίς να είναι ιστορικό, αναδεικνύει τις γκρίζες περιοχές του χρόνου και των γεγονότων. Τις αντιφάσεις και τις εξαρτήσεις. Την πολιτική και τις ιδέες. Δείχνει πόσο δύσκολο είναι να αποδεχθεί τελικά κανείς μια πατρίδα που φτιάχτηκε στα χαρτιά και όχι από το χώμα που κάποτε πατούσε. Σε αυτό τον ιστορικό χρόνο τοποθετεί την ατομική ύπαρξη που κουβαλάει τραύματα και χάσματα γενεών κι απεγνωσμένα ζητά μια αναγνώριση ελευθερίας. Οπως λέει η ίδια, «...κι έτσι γίνεται και λέμε μετά πως τους γονείς, τους παππούδες και τους πιο καλούς προγόνους μας, σαν παραφουσκωμένες μπάμπουσκες τους κουβαλάμε μέσα μας - όλο και πιο συρρικνωμένους, όλο και πιο συμπυκνωμένους καθώς ο καιρός περνά και η μια μπάμπουσκα τρώει την άλλη».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





