Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014


ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Ε. ΑΥΔΙΚΟΥ ΧΘΕΣ ΣΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ

«Η σκιά της Μίκας»: Στο επίκεντρο η μετανάστευση

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014, 02:00
Ένα βιβλίο που αναφέρεται στην ελληνική διασπορά αλλά και στα όνειρα κάθε μετανάστη. Ένα μυθιστόρημα που επιχειρεί να μιλήσει για τη μοναξιά και τα διλήμματα των μεταναστών, για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όταν αναγκάζονται να ζήσουν πια σε μια ξένη χώρα, είναι το τελευταίο συγγραφικό δημιούργημα του καθηγητή Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, κ. Ευάγγελου Αυδίκου.
Χθες το βιβλίο του με τίτλο «Η σκιά της Μίκας» παρουσιάστηκε και στο αναγνωστικό κοινό της Λάρισας στο Γαλλικό Ινστιτούτο.
Για το μυθιστόρημα μίλησε ο κ. Θωμάς Ψύρρας, φιλόλογος – βουλευτής ΔΗΜΑΡ ο οποίος μεταξύ άλλων τόνισε ότι «αφορμή για την αρχική σύλληψη και σχεδίαση του μυθιστορήματος ήταν η παραμονή του συγγραφέα το 2008-2009 για ένα εξάμηνο στην Αμερική. Αυτή του έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά και τον αμερικανικό τρόπο ζωής και πιο συγκεκριμένα τον τρόπο ζωής και σκέψης των ομογενών. Η ιστορία που δομεί ο κ. Αυδίκος είναι μια τυπική ιστορία αναζήτησης. Ακολουθεί δηλαδή τη βασική περπατησιά της αστυνομικής ιστορίας. Το ενδιαφέρον προκύπτει από το γεγονός ότι η αστυνομική υφή "κρύβεται" πίσω από την ιστορία της μετανάστευσης η οποία δανείζεται συγκεκριμένα στοιχεία από το λεγόμενο οικογενειακό χρονικό.
Η αστυνομική υφή εμπλουτίζεται με τη γνωστή διαδικασία των παθών του κάθε μετανάστη: πόλεμοι, φτώχεια, φυγή, ταξίδι, καραντίνα, διαλογή, προώθηση, εργασία, ένταξη, ενσωμάτωση».
Για να συμπληρώσει ακόμη πως «ο στόχος του συγγραφέα είναι και ηθογραφικός δηλαδή πολιτισμικός αλλά και ανθρωπολογικός.
Ανάμεσα στη διαδοχή των λέξεων κρύβεται πολύς πόνος, δάκρυα, αίμα και πολλές σπαταλημένες ψυχές. Με αυτές τις ιστορίες κινείται η αφήγηση δίνοντάς μας ένα μυθιστόρημα πλοκής που σε αναγκάζει να στοχαστείς».
Στη συνέχεια παίρνοντας το λόγο η αρχαιολόγος κ. Βασιλική Πανάγου,
επικεντρώθηκε στις έννοιες και στο θέμα των προσφύγων και των μεταναστών, διαχρονικό και επίκαιρο, όχι σε βάθος με αναλύσεις αλλά σε παράθεση με το περιεχόμενο του έργου και ως προέκταση. Επίσης, με συγκεκριμένες φράσεις και αναφορές στο κείμενο, τόνισε τα σημεία εκείνα στα οποία ο συγγραφέας επιτυγχάνει τη μετάβαση από το σύγχρονο στο ιστορικό. Κατέληξε στο ότι ένα τέτοιου είδους βιβλίο αποτελεί ένα "μνημείο" με την έννοια της ανάμνησης.
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ
...Η Μίκα και ο Κοσμάς είναι δύο άνθρωποι διαφορετικών εποχών, που προσπάθησαν να ριζώσουν στην Αμερική. Ο Κοσμάς σπουδάζει στην Αμερική στα τέλη του 20ού αιώνα, ενώ η Μίκα, Ελληνίδα από τη Σμύρνη, βρέθηκε στην Αμερική μετά την καταστροφή, πέθανε φτωχή, αλλά κάποιες μετοχές που αγόρασε, κυνηγώντας το αμερικανικό όνειρο, την έκαναν πλούσια μετά το θάνατό της.
Τους δύο πρωταγωνιστές χωρίζει μισός αιώνας, μα τα όνειρα και οι ελπίδες είναι ίδια. Ακόμα και για τις μετοχές, που και η Μίκα και ο Κοσμάς πίστεψαν πως θα τους αλλάξουν τη ζωή.
Τη χθεσινή συζήτηση συντόνισε ο δημοσιογράφος Γιάννης Σιούλας, ενώ την εκδήλωση συνδιοργάνωσαν ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μικρασιατών ν. Λάρισας, Γαλλικό Ινστιτούτο Λάρισας, Εκδόσεις «Ταξιδευτής», Βιβλιοπωλείο «Γνώση». Χαιρετισμό απηύθυνε και η δημοσιογράφος και γραμματέας του Πολιτιστικού Συλλόγου Μικρασιατών ν. Λάρισας κ. Δέσποινα Θεοδώρου.
Σοφία Ορφανιώτη

Η σκιά της Μίκας Βαγγέλης Αυδίκος, ,Γαλλικό Ινστιτούτο Λάρισας 7 Φεβρουαρίου

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

ΠΙΤΑ ΤΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΗ 2014, ΣΤΑΔΙΟ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑΣ, ΚΥΡΙΑΚΉ , 16 ΦΕΒΡΟΥΑΑΡΙΟΥ

Με τον φίλο Σπύρο Τζήμα, λίγο μετά την απονομή βραβείου για το Θερινό Σχολείο Τζουμέρκων και Νοτιοανατολικής Πίνδου

ΠΙΤΑ ΗΠΕΙΡΩΗ, ΣΤΑΔΙΟ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑΣ, ΚΥΡΙΑΚΗ, 16 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Μετά τη βράβευσή μου από την Πανηπειρωτική για το Θερινό Σχολείο Τζουμέρκων και Νοτιοανατολικής Πίνδου με τον Σπύρο Τζίμα(δεξιά), φίλο από τα παλιά και έφορο τύπου της Πανηπειρωτικής, αλλά και  άλλα μέλη της ΠΑΝΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗΣ

ΠΙΤΑ ΤΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΗ 2014,ΣΤΑΔΙΟ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑΣ, ΚΥΡΙΑΚΗ, 16 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ


Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Του Γιώργου Σταματόπουλου,Στο δέντρο της λογοτεχνίας, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 17/02/14




Οι φιλόλογοι πάντα με μαγνήτιζαν, από το δημοτικό σχολείο ακόμη, ειδικά εκείνοι που μ’ έναν αέρινο τρόπο έκαναν τον λόγο πράξη. Ακόμη με συγκινούν και ας τους λένε σχολαστικούς· προσεγγίζουν με επιστημονική ματιά τα λογοτεχνικά, ενίοτε και φιλοσοφικά κείμενα και τους προσδίδουν νοήματα που εμείς, οι απλοί αναγνώστες, δεν θα τα κατανοούσαμε εύκολα. Δυστυχώς τέτοιοι φιλόλογοι είναι λίγοι σήμερα, τουλάχιστον δεν είναι πολλοί αυτοί που έχουν πέσει στην αντίληψή μου. Με απογοητεύουν όσοι πλησιάζουν μεγάλους Ελληνες ποιητές με τους στενούς όρους της γραμματικής και του συντακτικού. Ισως να μην τους επιτρέπει η ποίηση να ξεφύγουν απ’ αυτή τη στενότητα. Ισως τα κείμενα δεν είναι γραμμένα με το ίδιο το αίμα και την ταραχή του πλαγκτού του ποιητή και αυτό τους αποθαρρύνει από μια χρήση της γραμματικής που έχει ως βάση το άγνωστο (θυμικό είτε νοϊκό· γήινο είτε συμπαντικό και λοιπά).

Από την παγκόσμια γραμματεία (στο δικό μου εύρος προσέγγισης) δύο φιλόλογοι με έχουν συνεπάρει, ασχέτως αν από μια ορισμένη ηλικία και μετά ξέφυγαν από την επιστήμη τους και ανοίχτηκαν στους ωκεανούς ή πέταξαν στους ουρανούς του πνεύματος: ο Γερμανός Φρίντριχ Νίτσε και ο Ελληνας Παναγιώτης Κονδύλης, κατηγορηθέντες παραδόξως και οι δύο για ακροδεξιές (;) εκφράσεις στον λόγο τους, στο έργο τους. Δεν ενδιαφέρει εάν οι κατήγοροι είχαν δίκιο, δεν είναι του παρόντος τα ιδεολογικά. Μας απασχολεί εδώ η γλώσσα τους, ο τρόπος που τη χρησιμοποίησαν, το παιχνίδι τους μαζί της. Εντυπωσιακή η χρήση της, ειδικά από τον πρώτο, ο οποίος με την ποιητικότητα που της προσέδωσε ακύρωσε και αυτόν ακόμη τον μεγάλο παραμυθά Πλάτωνα. Λέξεις από την αρχαιότητα ζωντάνεψαν, παντρεύτηκαν με τον Ενεστώτα, ερωτοτρόπησαν με τον Μέλλοντα, φιλιώθηκαν με τον Παρακείμενο και καθυβρίστηκαν με τον Αόριστο.

Ο δεύτερος είχε την ευχέρεια να συνομιλεί ακόμη και με τις νεκρές γλώσσες, τα αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά, αλλά και με πολλές άλλες σύγχρονες. Προφανώς γνώριζε ότι ξεχώριζε από όλους τους σύγχρονούς του, όπως επίσης γνώριζε ότι τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχε σημασία παρά η ποίηση και ότι η αλήθεια βρίσκεται, όπως εδώ και χιλιετίες είχαν καταλήξει οι άνθρωποι, στον οίνο!

Είναι τελοσπάντων δύο στοχαστές που ξεκίνησαν ως φιλόλογοι και κατέληξαν στον πρόωρο θάνατο. Το πρόωρον φαντάζει φυσιολογικό όταν ένα πνεύμα τα βάζει με τα όριά του… είναι φτωχό το κακόμοιρον, αλλά με πόσο φως, με πόση αγωνία, με ποιες εκρήξεις και ποια αιμορραγία έφτασε στον θάνατό του!

Τι να (μάς) πουν, άρα, οι φιλόκαλοι, συγγνώμη, φιλόλογοι της ερμηνείας και του νοήματος; Δεν ενδιαφέρει ο προτεσταντισμός στη γραφή, ούτε το καλόν αυτής, αλλά η ταραχή, η συγκίνηση, το μάταιον, ίσως, αλλά πόσο πλήρες με πόσους εγερσίθυμους, αλλά και εγερσίνοους σπασμούς, πόσο γλυκά κουραστικό.

Αγαπώ τους βαθύρριζους Ρώσους συγγραφείς αλλά και τους άρριζους Αμερικανούς. Οι πρώτοι γεμάτοι επαρχιωτικό πατριωτισμό και κόμπλεξ απέναντι στους Δυτικούς (αλλά με τόση χριστιανικότητα, αναρχισμό και συμπάθεια) και οι δεύτεροι με την αμοραλιστική μωρία των χρυσοθήρων της Δύσης που ψάχνουν να επικρατήσουν, μακριά από νόμους και συντεταγμένες πολιτείες. Ξινοί, στρυφνοί και υπερόπτες (χωρίς λόγο!) οι Γάλλοι συγγραφείς και διανοητές, από κοντά (όχι και τόσο, αλήθεια…) οι Γερμανοί. Οι Λατίνοι στη μαγεία της αφήγησης και στην αυστηρότητά της οι Ιάπωνες. Ολοι έχουν κλαδιά στο δέντρο της λογοτεχνίας, ακόμη και οι Ελληνες (αλλά πού καιρός για στοχασμό κι αντίσταση, για διάβασμα, εννοώ). Κάποιοι, κάποτε, φιλοκαλούσαν μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούσαν άνευ μαλακίας. Πάνε περίπατο εκείνοι οι τρόποι…

Πολύ θα ’θελα να διαβάζω συγγραφείς στην «Εφ.Συν.» που γράφουν όχι με την έδρα τους ή με τις γνωριμίες τους με κριτικούς, ή με την εξυπνάδα τους ή με το ταλέντο τους, αλλά με τη σκληρότητα της φύσης, το αχ του (συν)είναι, τον λόγο του αίματος, χωρίς ξεκλήρισμα και τυχοδιωκτισμό· με αγάπη για τον άνθρωπο, απλώς.

gstamatopoulos@efsyn.gr

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Του ΓΙΩΡΓΟΥ Χ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Αντιθέσεις, συνθέσεις και η κραυγή των ανέργων, Ελευθεροτυπία, 15 Φεβρουαρίου 2014


«Χάνουμε τα εξάμηνα από έλλειψη καθηγητών, ενώ τα χρήματα μπορούν να δοθούν από τα αποθεματικά του Ιδρύματος, αλλά ο Αρβανιτόπουλος δεν υπογράφει», καταγγέλλει ο φοιτητής του ΤΕΙ Ηπείρου. Μιλάει για τις ενοχές του εξαιτίας των θυσιών στις οποίες υποβάλλει την οικογένειά του. Και οργίζεται καθώς δείχνει ακόμα ένα «σύμβολο σκανδάλων», ένα κλειστό γυμναστήριο, που εξακολουθεί να «τρέφεται» σαν τον Λεβιάθαν από την εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων με εκατομμύρια ευρώ χωρίς να έχει λειτουργήσει ποτέ!
Την ίδια ώρα, ένας 70χρονος αγρότης, που οι τράπεζες απειλούν να κατάσχουν το υποθηκευμένο σπίτι του, δηλώνει αποφασισμένος να θέσει τέλος στη ζωή του. Στο Μαξίμου, όμως, περί άλλα τυρβάζουν, καθώς συσκέπτονται αδιαλείπτως για να σταματήσουν τη μετατόπιση των οπαδών της Ν.Δ. προς τη Χρυσή Αυγή αλλά και για να αποδομήσουν τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης με την επίκληση ενός συνόλου σημείων που υποδηλώνουν ότι κι αυτός είναι «μία από τα ίδια», μέλος της κυρίαρχης συμβολικής τάξης.
Αλλά τι είναι η συμβολική τάξη; Είναι η πολιτιστική διαδικασία -ο τρόπος που οι άνθρωποι μιλούν, χειρονομούν, περπατούν, ντύνονται, ερωτεύονται, αλληλοεξουσιάζονται- μέσω της οποίας γίνεται η ενσωμάτωση από τα άτομα των κοινωνικών περιορισμών και απαγορεύσεων, έτσι ώστε αυτές να φαίνονται φυσικές και όχι καταναγκαστικές. Γι' αυτό οι κουλάκοι σκέφτονται σαν τα αφεντικά τους, έλεγε ο Τολστόι.
Γι' αυτό τα θύματα συναινούν στο βιασμό τους από τους «πάνω». Αλλά ποιοι είναι οι «πάνω»; Είναι όσοι αποκαλούνται μεγαλο-επιχειρηματίες, μεγαλο-εκδότες, μεγαλο-γιατροί, μεγαλο-δημοσιογράφοι, μεγαλο-συνδικαλιστές κ.ά. Αυτή η κατηγοριοποίηση υφίσταται στο εσωτερικό κάθε κοινωνικής και επαγγελματικής κατηγορίας, η οποία δομείται με ιεραρχική, πυραμιδική μορφή. Οι «μεγάλοι» (οι πάνω) όλων των κατηγοριών είναι όσοι έχουν πρόσβαση στο πολιτικό πελατειακό σύστημα και διαπλέκονται μεταξύ τους δικτυακά, επιδιώκοντας την απόρριψη στον Καιάδα των πιο «κάτω» (των μικρότερων) ανταγωνιστών τους.
Υπ' αυτή την οπτική μπορούμε να εξηγήσουμε τις αλλαγές και τις συγκρουσιακές καταστάσεις τόσο στο ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πεδίο όσο και στο εσωτερικό των πολιτικών κομμάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει εν προκειμένω η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, όπου συναντώνται, πλέον, μέλη και στελέχη με πασοκογενή (σοσιαλδημοκρατική) και μέλη και στελέχη με αριστερή (ή κομμουνιστογενή) προέλευση. Στο εσωτερικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης συγκρούονται όχι μόνο διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις, αλλά και διαφορετικές κουλτούρες.
Από τη μια πλευρά είναι οι ενταγμένοι στην κυρίαρχη συμβολική τάξη, τα μέλη με το ισχυρό συμβολικό κεφάλαιο της πρώην «πράσινης» ηγεμονίας, τα άτομα του μεγάλου ατομικισμού, εν οις και πολλοί «μεγάλοι», και από την άλλη πλευρά τα άτομα του «ναρκισσισμού των μικρών διαφορών», αυτά που σαν τον Σεν-Ζιστ, το σύντροφο του Ροβεσπιέρου, στήνουν το άγαλμά τους ενώπιόν μας, λέγοντας με αλαζονική ταπεινότητα: ακούστε «τη σκόνη που με αποτελεί και σας μιλά»!
Αραγε, υπάρχει τρόπος σύνθεσης όλων αυτών των «υλικών»; Ναι. Αρκεί να η ανατροπή της κυρίαρχης συμβολικής τάξης στο πλαίσιο των ατόμων να αντιστοιχεί και σε αλλαγή εντός των πολιτικών θεσμών, των οποίων η δημοκρατικότητα θα αρνείται τόσο το σύγχρονο δυτικό ιμπέριουμ (με τη νεο-αποικιοκρατία του, το ρατσισμό και τον άκρατο, κανιβαλικό ατομικισμό του), το νεοναζισμό όσο και τους ποικίλους γιακωβινισμούς. Η νέα συμβολική τάξη καλείται να συνθέσει την ατομικότητα και τη συλλογικότητα, διάφορα προκαπιταλιστικά, καπιταλιστικά και μετακαπιταλιστικά στοιχεία μέσα στην Πράξη των «αγώνων» αλλά και μέσω της κυβερνητικής εξουσίας.
Στον ΣΥΡΙΖΑ, όπου λαμβάνει χώρα, σήμερα, μία ενδιαφέρουσα διεργασία «σύνθεσης», υπάρχει η πεποίθηση της «από τα πάνω» ανατροπής, η οποία θα λειτουργήσει σαν λυδία λίθος για την αλλαγή στον ευρωπαϊκό Νότο και ακολούθως σε όλη την Ευρώπη. Δεν υπάρχει, όμως, καμία διευκρίνιση τι θα γίνει σ' ένα ενδεχόμενο οικονομικού αποκλεισμού της Ελλάδας. Εδώ βρίσκεται η ύλη για την τροφοδοσία του μεγάλου φόβου. Και ο φόβος καλλιεργείται στους «από κάτω», σ' εκείνους που έχουν ακόμη εργασία, καθώς η καταστροφή του καπιταλισμού σημαίνει και τη δική τους καταστροφή, καθώς βρίσκονται σε εξαρτημένη μορφή -εσωτερική σχέση- με το κεφάλαιο.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο φόβος τροφοδοτεί τον «εμφύλιο των κάτω», δηλαδή όσων δεν έχουν εργασία έναντι όσων έχουν. Η αντιπαράθεση αυτή μπορεί να αρθεί μόνο μέσα από νέες μορφές οργάνωσης και συλλογικότητας, μέσα από την ένωση των κατακερματισμένων αντιστάσεων. Γιατί η οργή μπορεί να είναι και μια πολλαπλότητα κραυγών, ένα σύμπλεγμα αντίστασης, που μετατοπίζεται συνεχώς, μία ετερογένεια συγκρούσεων και ανταγωνισμών, που αντιστοιχούν σε χιλιάδες μορφές αντίστασης και όχι στην «καθαρή» δυαδική αντιπαράθεση κεφαλαίου-εργασίας, όπως επιμένει το ΚΚΕ. Ολες, όμως, οι κραυγές διαρράφονται από μία κόκκινη κλωστή, από μία «κραυγή» που είναι η πιο δυνατή, από μία αντίσταση που προεξάρχει όλων των άλλων. Και σήμερα, η εξαθλίωση λόγω της ανεργίας είναι η πρωταρχική κραυγή.