Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

Τάσος Κωστόπουλος , Οι άγνωστοι πεσόντες ενός μίνι «εμφυλίου» , EFSYN, 20.12.2020,

                      Η εγγραφή των πεσόντων στη συλλογική μνήμη προκύπτει κατά κανόνα ως αποτέλεσμα της διεκδίκησής τους από ανθρώπους ή συλλογικότητες που ενδιαφέρονται για μια τέτοια αποτύπωση. Σε διαφορετική περίπτωση, η λήθη σκεπάζει τους θανάτους που κανείς δεν προσπάθησε να νοηματοδοτήσει ή που όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές προτίμησαν να ξεχαστούν.

Τα θύματα του οπερετικού βασιλικού κινήματος της 13ης Δεκεμβρίου 1967, ενός ολιγόωρου «εμφυλίου» μεταξύ της χούντας των συνταγματαρχών και της παραλίγο χούντας των στρατηγών, αποτελούν μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση. Καθώς και οι δυο πλευρές είχαν συμφέρον να εμφανίσουν την αντιπαράθεσή τους σαν αναίμακτη, οι εκατέρωθεν νεκροί αποσιωπήθηκαν συστηματικά.

Οι αναγνώστες της στήλης γνωρίζουν, από παλιότερο αφιέρωμά μας στο βασιλικό κίνημα («Εφ.Συν.» 16/12/2017), ότι στις τότε συγκρούσεις υπήρξαν δυο τουλάχιστον σκοτωμένοι: ο σμηνίτης Βαγγέλης Βασιλάκος στην Ελευσίνα και ο έφεδρος λοχίας Δημήτρης Ρίζος στην Τανάγρα. Από το βιβλίο του Χαράλαμπου Παπαλουκά «Σωτήρης Κοτρωνιάς (1946-1967). Κρατικά εγκλήματα, 13 Δεκεμβρίου 1967», που κυκλοφόρησε τούτες τις μέρες, πληροφορούμαστε την ύπαρξη δυο ακόμη νεκρών στη Βόρεια Ελλάδα. Πόνημα εξαιρετικά άνισο, το βιβλίο είναι γεμάτο άσχετες πληροφορίες κι αστήρικτους ή αρκετά προβληματικούς ισχυρισμούς γενικότερης φύσης· τεκμηριώνει όμως πλήρως, με αφηγήσεις και ντοκουμέντα, το συγκεκριμένο φονικό. Κι αυτό, χάρη στη συμβολή δύο ανθρώπων, του Γιάννη Κοτρωνιά και του Αριστείδη Μπουρνάκα, που συγκέντρωσαν αυτές τις πληροφορίες για έναν τραγικό λόγο: τα δύο θύματα, ο 22χρονος στρατιώτης Σωτήριος Κοτρωνιάς, ασυρματιστής του 29ου Σ.Π., και ο μόνιμος λοχίας των τεθωρακισμένων Χρήστος Μπουρνάκας, ήταν

 

Και οι δυο σκοτώθηκαν στο ίδιο επεισόδιο, τη νύχτα της 13ης Δεκεμβρίου 1967, λίγο έξω από την Κομοτηνή· από τα ίδια μάλιστα πυρά, αν και οι μονάδες τους ανήκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Το όνομα του Σωτήρη Κοτρωνιά δημοσιοποιήθηκε μετά τη Μεταπολίτευση, με συνέντευξη του Γιάννη στην «Απογευματινή» (10.3.1975), η καταγγελία του γρήγορα όμως ξεχάστηκε.

Το γεγονός

Το αιματηρό συμβάν περιγράφεται ως εξής στη βασική εξιστόρηση του βασιλικού κινήματος, που χαϊδεύει και τις δυο πλευρές της ενδοεθνικόφρονος αναμέτρησης: «Στην είσοδο της Κομοτηνής, ένα Τάγμα υποδέχεται τους νεοφερμένους [παπαδοπουλικούς]. Εχει διαταγή να πυροβολήσει. Πράγματι ανοίγει πυρ. Για μια στιγμή ο ουρανός φωτίζεται και οι ομοβροντίες αναστατώνουν τους κατοίκους. Τα άρματα απαντούν στους πυροβολισμούς. Κάθε αντίσταση τότε σταματάει. Τα άρματα εισέρχονται στην πόλη» (Αλεξάνδρα Στεφανοπούλου, «13η Δεκεμβρίου 1967», Αθήνα 2010, σ. 166).

Οπως διαπιστώνουμε από τα πορίσματα των ανακρίσεων και τις μαρτυρίες που δημοσιεύει ο κ. Παπαλουκάς, στην πραγματικότητα τα γεγονότα εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά. Το βράδυ της 13ης Δεκεμβρίου, έξω από το χωριό Ροδίτης είχε στηθεί μπλόκο «βασιλικών» μονάδων (125 ΜΠΠ και ΠΑΟ του 513 ΤΠ), με αποστολή ν’ ανακόψουν ενδεχόμενη προέλαση παπαδοπουλικών τανκς προς το στρατηγείο των «αντιπραξικοπηματιών» στην Κομοτηνή.

Η ακριβής φύση των εντολών τους παραμένει ασαφής: εκ των υστέρων υποστηρίχθηκε πως είχε απαγορευθεί οποιαδήποτε βολή (σ. 174), ο έφεδρος ανθυπολοχαγός που ήταν επικεφαλής των ΠΑΟ ισχυρίζεται όμως το ακριβώς αντίθετο (σ. 150-165). Το σίγουρο είναι, πάντως, ότι δεν έγινε καμιά απολύτως προπαρασκευή για συμπλοκή: «Καθόμουν μέσα στο τζιπ της μονάδας μου, γιατί ήταν μια απερίγραπτη νύχτα με βροχή, χιόνι και πολύ κρύο», θυμάται χαρακτηριστικά ο δόκιμος Χρήστος Μανωλούδης (125 ΜΜΠ). «Τα πυροβόλα μας ήταν σκεπασμένα, ούτε τα ανοίξαμε. Δεν είχα ανοίξει το χάρτη μου για να προσδιορίσω θέσεις και να δώσω οδηγίες στους χειριστές των πυροβόλων. Εχω την εντύπωση πως μας έστειλαν εκεί απλά για να πουν πως κινήθηκαν. Δεν υπήρχε πρόθεση σύγκρουσης» (σ. 219-20).

Γύρω στα μεσάνυχτα κατέφθασε μια ίλη 5 αρμάτων Μ-24 με κατεύθυνση την Κομοτηνή. Οταν ο επικεφαλής του μπλόκου, ταγματάρχης Φραγκόπουλος, τη σταμάτησε, ο λοχίας Μπουρνάκας κατέβηκε από το προπορευόμενο άρμα και με το αυτόματο στο χέρι τον διέταξε να κάνει πέρα. Ακολούθησε μακελειό: μια ριπή θέρισε το τζιπ του ταγματάρχη, θρυμματίζοντας το κρανίο του ασυρματιστή Κοτρωνιά και τραυματίζοντας σοβαρά στα πόδια και την κοιλιά τον λοχία, που ξεψύχησε από αιμορραγία προτού μεταφερθεί –με περαστικό Ι.Χ.!– στην Κομοτηνή.

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες μαρτυρίες, τα πυρά προήλθαν απ’ το προπορευόμενο Μ-24, με επικεφαλής τον υπίλαρχο Κωνσταντίνο Κωστούλα. «Το πρώτο άρμα προχώρησε και πυροβολούσε. Πυροβολούσε το τζιπ του διοικητή αλλά και το δικό μας», θυμάται ο τότε οπλίτης των ΠΑΟ, Γιάννης Γκιόκας (σ. 218), ενώ ο συνάδελφός του Γιάννης Ανατολίτης είναι ακόμη πιο κατηγορηματικός: «Είδα ξεκάθαρα το πρώτο άρμα να σταματάει λίγο στο σημείο που ήταν ο ταγματάρχης-διοικητής μας και μετά να προχωρά λίγο και να πυροβολεί. Εμείς σκορπίσαμε με τους πρώτους πυροβολισμούς, γιατί φοβηθήκαμε. [...] Γυρίζοντας στη μονάδα παραδώσαμε την επομένη τον οπλισμό που είχαμε παραλάβει. Δεν ρίξαμε ούτε μια σφαίρα» (σ. 215-6).

«Μας πυροβόλησαν τα άρματα. Η μονάδα μου δεν πυροβόλησε καθόλου και είμαι κατηγορηματικός», τονίζει και ο δόκιμος Μανωλούδης, που τραυματίστηκε στο χέρι από σφαίρα - «τραύμα διαμπερές, ευτυχώς στο μαλακό μέρος, στο κρέας, χωρίς να πειράξει το κόκκαλο» (σ. 220).

Το κουκούλωμα

Οι προανακρίσεις για το διπλό φονικό φρόντισαν, βέβαια, να κουκουλώσουν όπως-όπως την υπόθεση, απαλλάσσοντας τον επικεφαλής των αρμάτων (της «νικηφόρας» πλευράς) από κάθε ευθύνη. Αν και το πτώμα του λοχία έφερε 7 τραύματα από σφαίρες, τυφλά σύμφωνα με δυο διαδοχικές νεκροψίες στρατιωτικών γιατρών, δεν έγινε νεκροτομή για ν’ αφαιρεθούν αυτές και να διαπιστωθεί από ποιο (και τι είδους) όπλο προέρχονταν! Παράλειψη καθόλου ασήμαντη, αφού «τυφλά» τραύματα δύσκολα μπορούσαν να προέρχονται από πολυβόλα αρμάτων· ο πολίτης γιατρός που είδε πρώτος το πτώμα επέμεινε, αντίθετα, πως ήταν διαμπερή (σ. 195).

Μέτρα πάρθηκαν μόνο για να διασφαλιστεί η σιωπή των θυμάτων. «Στο νοσοκομείο Κομοτηνής μου δέσανε το τραύμα», θυμάται ο Μανωλούδης. «Μου έδωσαν μερικές μέρες άδεια και ο ταγματάρχης μου είπε να μην πω τίποτε. Ούτε φερόμουν ως τραυματίας πουθενά. Καμιά ένδειξη στο απολυτήριό μου» (σ. 221). Το φέρετρο του Κοτρωνιά παραδόθηκε από τον στρατό στα ΤΕΑ Ναυπάκτου, αξιωματικός των οποίων έβγαλε και τον επικήδειο (σ. 205). Συγγενής του που είπε ότι «το φάγανε τζάμπα το παιδί» εμποδίστηκε, αντίθετα, να παραστεί στην κηδεία (σ. 206). Ακόμη και μετά την κατάρρευση της χούντας και τη συνέντευξη του αδερφού του στην «Απογευματινή», η οικογένεια απειλήθηκε από αξιωματικούς «να μη δώσει συνέχεια».

Το 1977, τέλος, συμπληρωματική ΕΔΕ ξέπλυνε ξανά τους εκατέρωθεν διοικητές, ότι «ουδεμίαν και προς ουδένα διαταγήν εξέδωσαν διά την εκτέλεσιν πυρών», αποδίδοντάς τα τελευταία «εις παρεξήγησιν και ενέργειαν μεμονωμένου ή μεμονωμένων ατόμων εν μέσω ατμοσφαίρας πλήρους συγχύσεως» (σ. 195-6). Ο μόνος που του καταλογίστηκε πως «εξετέλεσε άνευ ουδεμιάς αμφιβολίας πυρά» (σ. 191), ο επικεφαλής του τέταρτου άρματος, ανθυπασπιστής Μπακομιχάλης, ήταν από καιρό σκοτωμένος σε αεροπορικό δυστύχημα («Μακεδονία», 2/9/1970). Ο επικεφαλής υπίλαρχος Κωστούλας ολοκλήρωσε έτσι ευδόκιμα την υπηρεσία του το 1987 και πέθανε πλήρης ημερών το 2016.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου