Τρίτη 20 Απριλίου 2021

Ευάγγελος Αυδίκος, Τι θα με φάει ο κάμπος, ΕΦΣΥΝ, 20 Απριλίου 2021

 

Ο Απρίλης είναι ένας ξεχωριστός μήνας. Βουτηγμένος στις αντιφάσεις του. Με τις πληγές της ιστορίας αλλά και τις προσδοκίες που γεννάνε οι αναστάσεις του. Η αυριανή είναι αποφράς ημέρα για τη δημοκρατία. Οι δικτατορίσκοι πίστεψαν πως ορίζουν τη ζωή των πολιτών. Νόμισαν πως ο τόπος κατοικείται από πατριώτες, από τη μια μεριά, και από ρέποντες σε ολισθηρές ιδέες, από την άλλη. Σαν τη δημοκρατία και την ελευθερία.

Και τότε ο ήχος των ερπυστριών φέρνει το ρίγος στη ραχοκοκαλιά. Αυτόν τον ήχο άκουσαν και οι κάτοικοι της Αθήνας τον Απρίλιο του 1941. Τον ήχο του ναζισμού. Που κάποιοι θέλησαν να ακουστεί στην Κρήτη.

Αυτόν τον ήχο είχε στ’ αυτιά του ο Βάρναλης στις 29 Απριλίου 1941. Στην Ακρόπολη κυμάτιζε η ναζιστική σημαία. Ο ουρανός της χώρας γέμιζε από απειλητικά σύννεφα. Θα ακολουθούσαν οι μαύροι χειμώνες. Που έσπειραν τον τρόμο. Που καλλιέργησαν την υποταγή και την παραίτηση από την ατομική και εθνική αξιοπρέπεια. Που κόστισαν ποτάμια αίμα και πείνα.

Τότε, ο Βάρναλης θυμήθηκε έναν άλλο Απρίλη. Τότε που πέθανε ο Κώστας Κρυστάλλης. Στις 22 Απριλίου 1894. Αφιέρωσε το χρονογράφημά του εκείνης της ημέρας στον ποιητή που, ακόμη και την ώρα που πέθαινε, είχε γείρει το κεφάλι του προς τα βουνά. Αναζητούσε τον σταυραετό του. «Πάρε με απάνω στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος». Από εκεί περίμενε τη λύτρωση. Να τανύσει τα πτερά του και να τον βγάλει από τον βούρκο της ζωής του. Από τον αργό θάνατο που έλιωνε το κορμί του.

Ο Βάρναλης, μέσα στον άγριο ναζιστικό χειμώνα, έστρεψε το κεφάλι του στον Κρυστάλλη. Του ζήτησε να του δανείσει τον πλατυπτέρυγο σταυραετό του. Να πλέξει κι αυτός τον δικό του καημό, να τον μοιραστεί με όσους τον διάβαζαν στην εφημερίδα «Πρωία». Να φτιάξει το δικό του τραγούδι. Που δεν ήταν θρήνος γι’ αυτό που ζούσαν. Θα σάλπιζε τον ύμνο των βουνών.

Ετσι κι αλλιώς, ο Απρίλης γεννοβολούσε τα βουνά. Αρχιζαν οι ετοιμασίες, ο μισός σχεδόν τόπος μετακόμιζε στις βουνοκορφές, στα καλοκαιρινά βοσκοτόπια. Κι ο Βάρναλης βγάζει κραυγή. Δυο χρόνια μετά ακολούθησε ο Σεφέρης. «Ψηλά βουνά, δε μας ακούτε; Ψηλά βουνά, θα λιώσουμε, νεκροί με τους νεκρούς!».

Αυτό θέλει να αποφύγει ο Βάρναλης. Να γίνουν οι Ελληνες νεκροζώντανοι. Είχαν ανάγκη να κοιτάξουν ψηλά, να κάνουν την υπέρβαση. Να αντισταθούν στη φθορά. Να λιώνει το σώμα και η ψυχή σαν το κεράκι της δραχμής. Και για να ακουστεί δανείζεται τη φωνή του Κρυστάλλη.

Και τούτο τον Απρίλη έχουμε ανάγκη από τον σταυραετό. Να αναπνεύσουμε. Να νιώσουμε το χάδι της ελευθερίας από τον καινούργιο δυνάστη.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου