Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Ευάγγελος Αυδίκος *, Η «Ωραία Κοιμωμένη» του Τατοΐου, εφσυν, 4.10.16


anaktoro_konstantinou_tatoi_4.jpg

«Ανάκτορο Κωνσταντίνου»ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ
«Το Τατόι βγαίνει και πάλι από τη λήθη». Είχα διαβάσει τη φράση στην εφημερίδα «Καθημερινή», τον περασμένο Απρίλιο (Λιάλιος). Τότε, δεν προχώρησα σε επεξεργασία. Ομως, ο έξυπνος λόγος βρίσκει την ευκαιρία να επιστρέψει στη σκηνή προκαλώντας συνειρμούς και τροχοδρομώντας τη σκέψη στις ράγες της αφηγηματικής παράδοσης.
Ομως, η επιγραμματική διατύπωση στην εφημερίδα φαίνεται πως αποκτά άλλες διαστάσεις στις πολιτικές και πολιτειακές φαντασιώσεις μιας άλλης εφημερίδας που κινείται στον φιλοβασιλικό -και όχι μόνο- χώρο.
Με άλλα λόγια, βαυκαλίζεται με την προοπτική της παλινόρθωσης του θρόνου. Με την ολοκλήρωση του ιστορικού κύκλου, που συνδέει τις φαντασιώσεις των φιλοβασιλικών με το γνωστό παραμύθι του Σαρλ Περό, η «Ωραία Κοιμωμένη» τους θα συνέλθει από την κατάσταση του ύπνου. Και η ζωή θα αρχίσει από κει που σταμάτησε με το δημοψήφισμα του 1974.
Παιχνίδια που παίζει η επιθυμία στο μυαλό! Η ιστορία της «Ωραίας Κοιμωμένης» αποτελεί το στημόνι πολλών παραμυθιών και αφηγηματικών μοτίβων. Οι άνθρωποι αδυνατούν να συμβιβαστούν με τον θάνατο. Με το τέλος.
Συχνά, δημιουργεί υποκατάστατα. Τέτοια είναι και τα παραμύθια, που διασώζουν την πίστη του λαϊκού ανθρώπου σε μια κυκλική αντίληψη της ιστορίας. Ο,τι πεθαίνει, επανέρχεται ανανεωμένο.
Η βασική ιδέα στην «Ωραία Κοιμωμένη» είναι η αντίληψη του θανάτου ως μιας απουσίας που διαρκεί ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (εκατό χρόνια).
Η φθορά είναι προσωρινή. Απουσία η αποσύνθεση και η αναδημιουργία μέσα από την καταστροφή, που είναι κεντρική σε πολλές κοσμολογίες και λαϊκές παραδόσεις. Ο προσωρινός θάνατος βιώνεται ως συνέπεια μιας προδιαγεγραμμένης μοίρας. Η ύβρις απέναντι στις δυνάμεις που ορίζουν τον κόσμο προκαλεί την οργή και τη συνακόλουθη ποινή.
Η νεκροφάνεια της «Ωραίας Κοιμωμένης», όμως, δεν είναι ανεπίστροφη. Οι δυνάμεις που κυβερνούν τον κόσμο έχουν προβλέψει την αποκατάσταση της προσωρινής αναστολής της ζωής. Αυτό είναι που θερμαίνει τα όνειρα των φιλοβασιλικών, που μάλλον θα έχουν σε περίοπτη θέση αυτή την αφηγηματική παράδοση.
Αυτό το μοτίβο υπάρχει στη σκέψη φιλοβασιλικού ακαδημαϊκού σε εξωχώριο πανεπιστημιακό ίδρυμα. Είναι απόλυτα βέβαιος ότι η «Ωραία Κοιμωμένη» (βασιλευομένη δημοκρατία) δεν ολοκλήρωσε τον ιστορικό της κύκλο. Και όχι μόνο αυτό.
Βρήκε και το πρόσωπο που θα αναλάβει τον ρόλο του τυχερού βασιλόπουλου του παραμυθιού που επισκέφτηκε το παλάτι την ώρα που ολοκληρωνόταν ο ιστορικός κύκλος της τιμωρίας δίνοντας ζωή στην «Ωραία Κοιμωμένη». Είναι ο πρίγκιπας Νικόλαος που θα αποκαταστήσει την ιστορική συνέχεια.
Κάθε πολιτική και κοινωνική ομάδα έχει δικαίωμα να συντηρεί τον μύθο της. Χωρίς αυτόν δεν μπορεί να υπάρξει. Τα παραμύθια, όμως, δεν έχουν ευθύνη για τις επιλογές των ανθρώπων. Η αφηγηματική παράδοση βοηθάει τους ανθρώπους να σπάσουν τις κοινωνικές συμβατικότητες δημιουργώντας κόσμους ελευθερίας.
Σ’ αυτό θα μπορούσαν να βοηθήσουν τα βασιλικά κτήματα του Τατοΐου. Εκανα αυτές τις σκέψεις ένα πρόσφατο κυριακάτικο πρωινό, που για πρώτη φορά αποφάσισα να περπατήσω από τον «Λεωνίδα» στη Βαρυμπόμπη ώς το παλάτι. Συνοδοιπόρος μου ο Γιώργος. Οπως κάθε Ελληνας, είχε έτοιμα σχέδια για την αξιοποίηση του κτήματος. Προϋπόθεση; Να πάρει το κουμάντο της χώρας από τους «άχρηστους» πολιτικούς.
Είν’ αλήθεια πως τα λόγια του διέτρεξαν όλο το μήκος της σπονδυλικής μου στήλης. Η κρίση και οι πολιτικές αστοχίες μπορούν να αναθερμάνουν τις φαντασιώσεις όσων θέλουν το παραμύθι «Ωραία Κοιμωμένη» να λειτουργήσει ως εκπληρούμενη προφητεία.
Πέρα από τις φαντασιώσεις και τις επιθυμίες, το Τατόι υποβάλλει την αίσθηση ενός άλλου χρόνου. Ενα σκηνικό «Ωραίας Κοιμωμένης». Αν όσοι ασχολούνται με το δάσος είναι αξιέπαινοι για την περιποίησή του, τα κτίρια αποπνέουν μια μούχλα. Ο χρόνος σταμάτησε στη δεκαετία του 1970.
Ολα τα κτίρια που στέγαζαν παραγωγικές δραστηριότητες σε πληγώνουν με την εγκατάλειψη. Στο παλάτι είναι διάχυτη η αίσθηση μιας στοιχειωμένης ιστορίας. Παντού εγκατάλειψη. Παντού εμφανή τα δείγματα της ασέβειας προς την ιστορική και πολιτισμική μας κληρονομιά.
Το ενθαρρυντικό στο Τατόι είναι η πρωτοβουλία των «φίλων» του. Παλεύουν. Ενημερώνουν. Είναι η φωνή όλων των Ελλήνων που τιμούν την κληρονομιά. Που κλείνουν το παραμύθι της «Ωραίας Κοιμωμένης» δίνοντας το δικό τους τέλος. Η πολιτεία είναι καιρός να βοηθήσει. Να γίνει το Τατόι ένα πάρκο της νεοελληνικής ιστορίας και πολιτισμού.
*καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

3rd International Congress of Pontic Studies with the general title: “Pontus in the late Ottoman Empire (1774-1908): Society and Economy”, Thessaloniki, 18-20 November 2016 Aristotle University of Thessaloniki

The Department of Modern and Contemporary History, Folklore, and Social Anthropology, Faculty of Philosophy, School of History and Archaeology, Aristotle University of Thessaloniki
The Department of Church History, Christian Literature, Archaeology and Art. Faculty of Theology, School of Theology, Aristotle University of Thessaloniki

Organize the 3rd International Congress of Pontic Studies with the general title:
Pontus in the late Ottoman Empire (1774-1908): Society and Economy”,
Thessaloniki, 18-20 November 2016
Aristotle University of Thessaloniki

Call for papers
The economic, social and political changes in the Ottοman Empire, which, under the relentless European pressure, especially after the second half of the 18th century, necessitated the need for reforms, decisively affected the life of the residents in the area of Pontus. The freedom of navigation in the Black sea revitalized the shipping traffic to the local ports. Samsun became the most important export hub for the inland products, while Trebizond transformed into the largest retailing centre for exported goods coming from Persia, as well as for the import of manufactured products from Western Europe.
Apart from the demographic changes and turbulences, that is to say the forced resettlement of hundreds of thousands of Muslims from Caucasus, caused by the military conflicts between the bordering Orthodox Russian Empire and the Ottoman Empire during the same period, the vicinity of the Russian state constituted a continuous challenge and invitation for the Greeks and the Armenians of Pontus to migrate. Moreover, the activities of Catholic and Protestant missionaries in the land of Pontus occasionally caused further upheavals among the local Orthodox and Armenian communities.
The presence of foreigners in the region, their economic and political competitions, the decline of the central authority, and the strengthening of the national identity of the Christian population, foreboded the forthcoming developments.
The objective of this International Conference is the scientific approach to issues associated with the multiple effects and aftereffects of the aforementioned changes, with the aim of giving an opportunity to both old and new scholars to discuss the findings of their recent studies, to illuminate uncharted so far fields and to get answers to new questions.




The Organizing Committee encourage scholars to submit papers which fall under the following main topics:
Subject areas: 
  • Population stratification, Ethnic groups, Ottoman citizens, Citizens of foreign countries, Protégés
  • Demographic Data-Population movements
  • Religious organization, Foreign propaganda, Christian confessions
  • Ideological trends
  • Collective organization of millets
  • Press and publications
  • Diplomatic representation-Consulates
  • Trade: Commercial networks-foreign merchant houses-delegations
  • Land and Peasant
  • Manufacturing
  • Industries
  • Banking

The Organizing Committee is particularly interested in papers dealing with the various ethnic and religious communities of the specific region.
Proposals must be sent by email to pontusthess@gmail.com. The deadline for the submission of proposals is 10 May 2016.
For any correspondence with conference organisers, use email pontusthess@gmail.com unless specified otherwise.
The proposals will be examined by the Scientific Committee of the Congress. The results of the selection process will be announced by 30 May 2016.
The conference official languages will be Greek and English.
All costs of the participants as of travel, accommodation, and meals will be provided by the Organizers.
When submitting your paper, indicate which conference sub-theme you think could best accommodates your paper. Note, however, that we reserve the right to place your paper under a different sub-theme if the placement seems more appropriate in the context of other papers.
All Abstracts should not exceed 300 words and must clearly define:
- the objective of the contribution, its context and method
- two or more sources on which the contribution is built
-  the innovative character of the contribution by indicating where it
goes beyond what is already in the common domain.
Abstracts may be composed in any of the accepted Conference languages.
Conference website
The registration details and all relevant information about the conference will be posted on the conference website as it becomes available. For updates about accommodation, meals, tours, travel etc.  regularly visit the conference  website.

We are looking forward to seeing you in Thessaloniki!


The Department of Modern and Contemporary History, Folklore, and Social Anthropology, Faculty of Philosophy, School of History and Archaeology, Aristotle University of Thessaloniki
The Department of Church History, Christian Literature, Archaeology and Art. Faculty of Theology, School of Theology, Aristotle University of Thessaloniki
Organize the 3rd International Congress of Pontic Studies with the general title:
Pontus in the late Ottoman Empire (1774-1908): Society and Economy,
Thessaloniki, 18-20 November 2016
Aristotle University of Thessaloniki

REGISTRATION FORM


Name:


Institution:


Position:


Email:                                                                         Fax (optional):


Paper title:


Paper language:


Equipment necessary for presentation:


Abstract (max. 300 words):


If your paper falls under one of the sub-topics proposed by the organizers, please specify (optional):



Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Η έκθεση, με θέμα «Από την Άπειρο χώρα στην Μεγάλη Ήπειρο. Ηπειρώτες ακολουθώντας την υπερπόντια μετανάστευση προς τις ΗΠΑ. Τέλος του 19ου αιώνα έως τον Μεσοπόλεμο» θα εγκαινιαστεί την προσεχή Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016, στις 19.00, στην Αίθουσα Πολλαπλών Χρήσεων του Βυζαντινού Μουσείου στο Ίτς Καλέ του Κάστρου της πόλης των Ιωαννίνων.


Το πρόγραμμα των εγκαινίων έχει ως εξής:
Χαιρετισμός από τον Περιφερειάρχη της Περιφέρειας Ηπείρου, κ. Αλέξανδρο Καχριμάνη
Χαιρετισμός από τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Καθηγητή κ. Γεώργιο Καψάλη
Χαιρετισμός από τον Προϊστάμενο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων, Δρ κ. Κωνσταντίνο Σουέρεφ
Παρουσίαση του θέματος από την Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Καθηγήτρια, κ. Κατερίνη Λιάμπη.
Επίσης ο συγγραφέας κ. Μιχάλης Σπέγγος θα διαβάσει κείμενα για την μετανάστευση από την νεοελληνική λογοτεχνία ενώ θα ακολουθήσει ξενάγηση στην έκθεση.
Διάρκεια έκθεσης: 5 Οκτωβρίου 2016 - 5 Μαρτίου 2017.

Χρήστος Νεδελκόπουλος*, Περί ποιητικού υποκειμένου… ο λόγος;, ΕΦΣΥΝ,  3.10.1`6



 


Πάντα θα γράφονται ορισμοί για την ποίηση - και σχεδόν πάντοτε (θα) έχουν ενδιαφέρον. Γλώσσα, ψυχή, φύση, κοινωνία είναι τα υλικά του ποιητή' η ενόραση (το ένθεον) ακολουθεί (άλλοι υποστηρίζουν ότι προηγείται...). Σκοπός της ποίησης -εάν υπάρχει- φαίνεται να είναι η βελτίωση του ανθρώπου και της καθημερινότητας.
Μπορεί η ποιητική κατάσταση να γίνει συλλογική συνείδηση; Χρειάζεται μια αρμονία στις κοινωνικές σχέσεις και τι θέση έχει ανάμεσά τους η ποίηση; Τι συμβαίνει μετά την ανάγνωση ενός ποιήματος;
Επέρχεται κάποια εσωτερική ή διανοητική δόνηση που θα προκαλούσε ανατροπές στην καθημερινότητα; Ή μήπως παραμένει πάντα ένα υπόλοιπο και άρα το αίνιγμα δεν λύθηκε; Μήπως η ποίηση δείχνει τα όρια του ανθρωπίνου πνεύματος; Είναι τάχα η έκφραση του ημιτελούς;
Πώς εισέρχονται εντός της το πάθος και η ηθική, η ειρωνεία και ο διδακτισμός; Εξακολουθούν η Ιστορία και η φιλοσοφία να είναι υποδεέστερες, όπως αποφαίνονται σημαντικοί στοχαστές; Εχει η κάθε εποχή τη δική της ποίηση;
Ολα αυτά δεν είναι θέμα μόνο των ποιητών. σημασία έχει η ποιητικότητα και πώς μπορεί κανείς να ζει μαζί της κάθε μέρα. Αντέχεται όμως σε τέτοια συχνότητα ο πυρετός που εμπεριέχεται στην ποιητικότητα; Εξυπακούεται ότι η ποίηση δεν ταυτίζεται με τη μοναξιά διότι ουδείς θα της έδινε σημασία.
Η ποίηση γράφεται για να επεμβαίνει, να παρεμβαίνει έστω και να αποκαθιστά τον τεμαχισμό του λόγου, να εκδιώκει την αδράνεια, να διδάσκει τον χορό (σώματος, λέξεων, φράσεων και λοιπά).
Εχει άρα η ποίηση μαζί της τον κοινό άνθρωπο και τον χρόνο. οι μεγάλοι ποιητές κοινοί άνθρωποι είναι κι αυτοί, με τις ιδιορρυθμίες τους, τα πάθη και ελαττώματά τους. Από κει ξεφυτρώνουν τα άνθη της, το αίμα της, οι κραυγές της, όταν όλα αυτά αγκαλιάζουν την αρχιτεκτονική, την αισθητική. δεν έχει επίσης σχέση με τον θάνατο ούτε προσπαθεί να τον ξορκίσει.
Ενα παιχνίδι υψηλών απαιτήσεων μου φαίνεται η ποίηση, μια μύηση στον χρόνο. Κάπως σαν το απόσταγμα των σταφυλιών που είναι ο οίνος. Ετσι και η ποίηση: απόσταξη της ζύμωσης πνεύματος και ύλης. Μια ωραία κατάκτηση του ανθρώπου.
Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

 ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Τα φιλολογικά μελετήματα του Θ. Βάσση δεν είναι θεωρητικά παρά ένα βιβλίο για την ποίηση. Με μια δεύτερη όμως ματιά είναι κάτι παραπάνω, μια απόπειρα προσέγγισης του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου αλλά και του αντικειμένου του. Αν και όλα ξεκινάν με την ερμηνεία τριών φαινομενικά διαφορετικών ποιητών (Πολυδούρη, Εγγονόπουλος, Παυλόπουλος) το βάρος ωστόσο πέφτει στο ποιητικό είναι και πράττειν τους για το οποίο ο συγγραφέας -ενάντια στην κυρίαρχη (μεταμοντέρνα) αφήγηση- παίρνει θέση!
Το βιβλίο, λοιπόν, εστιάζοντας στα ιστορικά συμφραζόμενα τριών γενεών, ξεδιπλώνεται αριστουργηματικά με οδηγό, κατά κύριο λόγο, τους στίχους (Μόνο γιατί μ’ αγάπησες, Πολυδούρη – Ποίηση 1948, Εγγονόπουλος – Αντικλείδια, Παυλόπουλος). Τι θέλω, κατ’ ουσίαν, να πω;
Απλώς ότι το βιβλίο του Θ. Βάσση έχει πλεχτεί με μια -σε διαλεκτική συνέχεια- αφήγηση, έτσι που ο αναγνώστης να έχει σαφή αίσθηση ότι η μελέτη της λογοτεχνίας συνιστά επιστήμη αμιγώς ιστορικο-ερμηνευτική που δεν θα μπορούσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο να ιδωθεί σε αποσπάσματα και κόπιες αποσπασμένη από τη γενεσιουργό αιτία της, το ανεπανάληπτο δηλαδή ξεδίπλωμα της ιστορικότητας, αν όχι της Ιστορίας.
Αυτό ακριβώς εννοώ: «ενάντια στην κυρίαρχη αφήγηση». Τα τρία, λοιπόν, ποιήματα που αναλύονται δεν είναι αποσπασμένα γεγονότα. Είναι ποιήματα από την ελληνική Ιστορία και για την Ιστορία, είναι, συνεπώς, μια ποίηση εντός των ιστορικών γεγονότων και, τελικά, πέραν αυτών.
Θεόδωρος Βάσσης  Περί ποιήσεως… ποίηση  Μ. Πολυδούρη – Ν. Εγγονόπουλος – Γ. Παυλόπουλος  Φιλολογικά μελετήματα  Εκδόσεις Κουκκίδα  Αθήνα 2015, σελ. 174
Με την ερμηνευτική αυτή έννοια, το «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες» της Πολυδούρη ενέχει τη βαθιά υπαρξιακή αγωνία μιας γενιάς που η μοίρα της ήταν να ζήσει ή μάλλον να πεθάνει μεταξύ πολέμων και τα καταληκτικά «Αντικλείδια» του Παυλόπουλου φανερώνουν την πυξίδα της απεμπλοκής από την τυραννία των πολέμων και της ταυτόχρονης, βέβαια, εμπλοκής σε μια άλλη τυραννία, ανίκανη να αφουγκραστεί τους υπαρξιακούς στεναγμούς της Πολυδούρη.
Μα -θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης- αφήσαμε απ’ έξω τον Εγγονόπουλο; Το «Ποίηση 1948» δεν είναι παρά στο ενδιάμεσο της διαδρομής. Κρατιέται σαφώς η ποιητική «θρασύτητα» του δημιουργού του αναμεμιγμένη όμως, χρονολογικά, με το πριν και το μετά: επικοινωνεί με την εποχή της Πολυδούρη σε υπαρξιακή τροχιά και με τη γενιά του Παυλόπουλου, κάτω από τον βαθύ ρεαλισμό που σκοτεινιάζει την ταραγμένη ατμόσφαιρα της εποχής μας.
Στην πρώτη περίπτωση αξίζει να προσέξουμε ότι στον ποιητικό λόγο του Εγγονόπουλου διαχέονται οι ρίζες μιας απόκοσμης αισθητικής. Το απόκοσμο, αναντίρρητα, δεν είναι το έξω από τον κόσμο αλλά –αντίθετα– είναι το από τον κόσμο και το μέσα σε αυτόν.
Είναι πάντοτε dasein και όχι απλώς sein, γι’ αυτό άλλωστε το Ποίηση 1948 χαρακτηρίζεται από τη δυναμική έννοια της διάρκειας και όχι από τη στατική ιδιοσυγκρασία του χρόνου. Ενας διαρκής αναστοχασμός με βαθιά βιωματική διάρκεια αναδύεται σε αυτό το ποίημα. Αρκεί να εξετάσει κανείς μόνο τα τρία ρήματα που μετέχουν.
Ο ποιητής, με τις λόγιες χρήσεις του, αξιοποιεί το ποιόν ενέργειας σε κλίμα εσωτερικής ενδοσκόπησης με τις γραμματικές παραλλαγές συνοπτικού – μη συνοπτικού, εστιάζοντας, τελικά, στην εσωτερική του βιωματική -ψυχική θα έλεγα- διάρκεια.
Στη δεύτερη περίπτωση; Τι μπορεί να συνδέει το «Ποίηση 1948» (χρονολογία της «ήττας») με το 1988 που δημοσιεύονται τα «Αντικλείδια», δηλαδή με τη δική μας εποχή… του τέλους της «ηττοπάθειας»(;)
Ας σκεφτούμε μόνο τους πρώτους στίχους του Παυλόπουλου: «Η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε». Ερμηνεύοντας ο Βάσσης τη ριζική διάκριση μεταξύ «βλέπω» και «κοιτάζω» μας παραπέμπει άμεσα στη φθαρμένη ουσία των ημερών μας, καθώς αμέτοχοι -πολλαπλώς αλλοτριωμένοι- κοιτάμε γύρω μας τον κόσμο που αλλάζει.
Δεν είμαστε άλλωστε, κατά Guy Debord, ο καταναλωτής που δεν κουράζεται να θεάται, ακατάπαυστα, αυτό το ίδιο το αισθητικό θέαμα, απαλλαγμένο από την πολιτική και πνευματική ουσία του; Δεν χρειάζεται να απαντήσουμε εμείς, απαντά ο Εγγονόπουλος (για εμάς) από το μακρινό 1948: «σαν πάει κάτι να γραφή είναι ως αν να γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου».
Περί ποιητικού υποκειμένου λοιπόν ο λόγος, γι’ αυτό και κλείνω με ένα σχόλιο στον επίλογο του συγγραφέα και με τα λόγια του Βάλτερ Μπένγιαμιν:
«Αφήστε την Τέχνη ν’ ανθήσει – Αφήστε τον κόσμο να καταστραφεί λέει ο φασισμός […]. Η αυτοαποξένωσή [μας] έχει φτάσει σε εκείνον τον βαθμό που [μας] επιτρέπει [να βιώσουμε την εκμηδένισή μας] ως αισθητική απόλαυση πρώτης τάξεως».
Ο Βάσσης μάλλον αφουγκράζεται καλά τη λειτουργία της τέχνης στη φασιστική αισθητικοποίηση της πολιτικής αλλά και την άμεση σύνδεσή της με την κοινωνία του θεάματος, γι’ αυτό κλείνει το κείμενό του στο όνομα της αισθητικής επαναφόρτισης της μπενγιαμινικής aura χωρίς… να αναζητάει αντικλείδια. Παραποιώ τον Παυλόπουλο συνοψίζοντας το πολυσημικό καταστάλαγμα του Βάσση απαντώ, εν κατακλείδι, στο ερώτημα του τίτλου:
Η ποίηση ήταν, είναι και θα παραμείνει ακόμα και σε χαλεπούς καιρούς… μια πόρτα ανοιχτή.
* Συγγραφέας – υποψ. διδάκτωρ Φιλοσοφίας Παν/μίου Ιωαννίνων

Οδυσσέας Β. Τσιντζιράκος, Η οδύσσεια του Δυσσέα, Λάρισα 2015.




«Φθινόπωρο πια του 1972.Ένα πέρασμά μου απ’ τα Γιάννενα για την εξεταστική του Οχτώβρη μού ήταν υπεραρκετό , προτού καταλήξω στον Πειραιά. Στις λίγες μέρες που διέμεινα γνώρισα ένα συμφοιτητή μου απ’ την Πρέβεζα, το Βαγγέλη, άτομο συνειδητά πολιτικοποιημένο, απ’ τον οποίο στην ουσία έμαθα κάποια πράγματα γύρω απ’ το Χουντικό καθεστώς που τότε κυβερνούσε τη χώρα, δεδομένου ότι μέχρι τότε δε με είχε απασχολήσει καν η όλη κατάσταση. Και φυσικά η γνωριμία μας αυτή έμελε να έχει συνέχεια και στα υπόλοιπα φοιτητικά μας χρόνια και ασφαλώς δίπλα του συνειδητοποίησα με τον καιρό την πολιτική δεοντολογία. Σήμερα ο Βαγγέλης διανύει μια διαπρεπή καριέρα ως Πανεπιστημιακός δάσκαλος με τεράστια συγγραφική δράση. Άλλωστε τα δείγματα γραφής των φιλοδοξιών του τα είχε δώσει ήδη απ’ τα φοιτητικά του χρόνια και οφείλω να πω πως ό,τι πέτυχε το πέτυχε το σπαθί του»


Αποφάσισα να δημοσιοποιήσω το απόσπασμα από το βιβλίο του φίλου μου Οδυσσέα Τσιντζιράκου, γιατί είναι από τις φορές που ένιωσα βαριά τα λόγια που λέγονται από το στόμα ενός ανθρώπου, με τον οποίο έχουμε αντιδικήσει αρκετές φορές αλλά τρέφω τρυφερότητα για τα στραβά και τα ανάποδά του. Είναι μια ελεύθερη φωνή, που δεν ακολουθεί τους συμβατικούς κανόνες. Το απόσπασμα αλλά και όλο του το βιβλίο με γύρισε πίσω. Σε καιρούς δύσκολους. Μας έφερε κοντά η κοινή μας νοοτροπία. Με τον τρόπο μας ήμασταν και οι δύο ασυμβίβαστοι. Έξω από τις παρέες των καθηγητικών κύκλων που έπαιρναν τους υψηλούς βαθμούς. Δεν μπορούσαμε να συμβιβαστούμε με σκοπιμότητες. Ο Οδυσσέας ανήκει στους ανθρώπους που έκτοτε κράτησα στη ζωή μου, όχι μόνο την προσωπική αλλά και την οικογενειακή. Οι βραδιές στη Βελίκα, στα παράλια της Λάρισας , είναι σπονδή στον διάλογο, θυελλώδη κάποιες φορές, που σηκώνει ισχυρότερα μποφόρ απ’ αυτά που φυσάνε στη διπλανή θάλασσα του Αιγαίου. Μ’ έμαθε να συνομιλώ με τα δέντρα. Να αγαπάω τη γη και να τον ακούω στις περιηγήσεις στην ιστορία και την αρχαιοελληνική γραμματεία που γνωρίζει άριστα.
   Είδα το βιβλίο του να κυοφορείται. Εμπιστεύτηκε το διάβασμα κάποιων σελίδων του στη γυναίκα μου Φωτεινή. Καταφέρνει να τιθασεύει την ορμητικότητά του αλλά και να τον ακούει ως το τέλος. Είχα ακούσει, όμως, τις ιστορίες του.Τις οικογενειακές του περιπέτειες. Κατάφερε να σταθεί όρθιος και να δημιουργήσει μια υπέροχη οικογένεια.
   Είχα ακούσει για τον καζαντζακικό παππού του, τον Δυσσέα. Γύρω απ’ αυτόν πλέκεται η βιογραφική αυτή κατάθεση του φίλου Οδυσσέα. Είναι οι παράλληλες ιστορίες παππού και εγγονού που τέμνονται τα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του παππού. Ο Δυσσέας άφησε έγκυο γυναίκα το 1920 και μετανάστευσε στην Αμερική. Έφυγε από το χωριό του λέγοντας στη γυναίκα του πως πάει στη Λάρισα ν’ αγοράσει γίδια. Επέστρεψε πενήντα ακριβώς χρόνια μετά, το 1972. Δεν ήταν η επιθυμία του να γυρίσει στην Πηνελόπη του αλλά ο εγωκεντρικός του εαυτός τον οδηγούσε σε χειρισμό των δικών του ανθρώπων.

    Είναι ένα ενδιαφέρον βιβλίο, που μιλάει για αυτά που συνήθως οι οικογένειες δεν τολμούν να ομολογήσουν. Ο Οδυσσέας τολμά. Εκθέτει τις πληγές του. Η ενέργειά του αυτή προσθέτει πολύτιμο υλικό προφορικής ιστορίας.

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016

Πέτρος Μανταίος,Τρεις Πύργοι, ΕΦΣΥΝ,02.10.2016,



Ρωτώντας, όλο και κάτι μαθαίνει κανείς. Κυριακή, πολύ πρωί, στο τραμ, από Τζιτζιφιές για Μπάτη και κολύμπι∙ ζεστή ακόμα η θάλασσα! Καιρό μου έχει μπει στο μάτι μία όμορφη, μικρή, ολόλευκη εκκλησούλα στην παραλία. Ολο λέω να ρωτήσω και όλο ξεχνάω.
Γυναίκες. Λαλίστατες, άμα βρεις τον τρόπο να τις ρωτήσεις. «Ποια είναι αυτή η όμορφη εκκλησούλα;» ρωτάω την πλαϊνή, τη στιγμή που το τραμ προσπερνάει. «Ο Αγιος Γεώργιος!» απαντούν συγχρόνως, με μεγάλη προθυμία, η πλαϊνή, η απέναντι και η διαγωνίως απέναντι.
Η απέναντι μάλιστα ήταν αναλυτικότερη: «Παλιά, πολύ παλιά εκκλησία. Εδώ πρωτομίλησε ο Απόστολος Παύλος όταν ήρθε στην Αθήνα!»∙ ομολογώ, αγνοούσα την πληροφορία. Μάλιστα, Αγιος Γεώργιος και όχι π.χ. Αγιος Νικόλαος, αν και παραλία.
Στο σπίτι σαν γύρισα, μετά το μπάνιο για να φύγουν τα αλάτια, έφτιαξα καφέ και μπήκα στο… αλατοπίπερο του Διαδικτύου. Αγιος Γεώργιος λοιπόν, μεταβυζαντινή εκκλησία, μονόκλιτη, η αρχαιότερη στο Φάληρο: 17ος αιώνας.
Δεν βρήκα λέξη για τον Απόστολο Παύλο, βρήκα όμως την παλιότερη ονομασία: Αγιος Νικόλαος! Βρήκα και κάτι ακόμα: τη θέση που είναι οικοδομημένη η εκκλησία: Παλιό Λιμάνι Φαλήρου [υπέθεσα, το σημερινό, στη θέση Τροκαντερό, όπου ναυλοχεί το περίφημο θωρηκτό (πλωτό μουσείο σήμερα) Αβέρωφ], αλλά και Τρεις Πύργοι! Αλλο ψάξιμο. Τι μπορεί να σημαίνει η τοποθεσία Τρεις Πύργοι;
Πολλά. Σημαίνει πολλά. Που σε πάνε μέχρι την αρχαιότητα, την τότε κοσμοκράτειρα Αθήνα και την από θαλάσσης οχύρωσή της∙ το πιο ευαίσθητο σημείο της, δεδομένου ότι το παράλιο μέτωπο της Αθήνας, ομαλό καθώς είναι, με αμμουδιές και αλίπεδα, χωρίς φυσική οχύρωση –βράχους γκρεμούς κ.λπ.– ήταν ιδιαίτερα ευάλωτο.
Και μιλάμε για μέτωπο, από Κερατσίνι μέχρι Καβούρι∙ εξ ου και οι διάσπαρτες, σε κρίσιμες θέσεις, οχυρώσεις και παρατηρητήρια, από την κλασική αρχαιότητα, που η Αθήνα ήταν πρώτη ναυτική δύναμη, μέχρι τα βυζαντινά χρόνια, αλλά και επί Τουρκοκρατίας. Αρκετών, από αυτές τις αμυντικές εγκαταστάσεις, σώθηκαν ίχνη που μαρτυρούν του λόγου το αληθές.
Πύργους (παρατηρητήρια), για παράδειγμα, συναντάμε, σε όλη την έκταση της παραλίας, πάνω από τρεις-τέσσερις φορές∙ άλλοι με ίχνη, άλλοι άνευ.
Οι δικοί μας τώρα Τρεις Πύργοι στη φαληρική παραλία, πιθανόν τμήμα της οχύρωσης του φαληρικού λιμανιού –που για ένα διάστημα, στον μεσαίωνα, ταυτίστηκαν και ονομαστικά με το Φάληρο (τι μαθαίνει κανείς!)– δεν άφησαν ίχνη επί εδάφους, διασώθηκαν όμως μέσα από την παράδοση και από αρκετές μαρτυρίες, κυρίως ως τοπωνύμιο με διάφορες πιθανολογήσεις (Γιώργος Πάλλης, «Μεσαιωνικοί πύργοι στα παράλια της Αθήνας», Διαχρονία, περιοδική έκδοση Συλλόγου Μεταπτυχιακών Φοιτητών Ιστορίας-Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Δεκέμβριος 2012).
«Προβληματική», ως προς την αξιολόγηση, χαρακτηρίζει ο Γ. Πάλλης την περίπτωση των Τριών Πύργων του Φαλήρου. Βεβαιώνει όμως ότι στο σημείο υπήρχε μικρό λιμάνι, γνωστό στην Τουρκοκρατία ως Παλιό Λιμάνι ή Πόρτο Βέκιο ή Σκάλα του Αγίου… Νικολάου, που λέγαμε.
Από δε τη θέση κατοπτεύεις από την Καστέλα μέχρι την ενδοχώρα της Αθήνας. Ενδιαφέροντα πράγματα, από μια ερώτηση στο τραμ, παρά θίν’ αλός Φαλήρου∙ από το αρχαίο φαλαρός, που σημαίνει καθαρός…